SUPREFACT DEPOT 3 ΜΗΝΕΣ IMPLANT 9.45MG/PF.SYR
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - SUPREFACT 9.45MG/PF
Το Suprefact Depot 3 μήνες ενδείκνυται σε ενήλικες για την αγωγή του προχωρημένου, ορμονοεξαρτώμενου καρκίνου του προστάτη. Παρ’ όλα αυτά, το Suprefact Depot δεν χορηγείται μετά από αμφοτερόπλευρη ορχεκτομή, επειδή δεν αναμένεται περαιτέρω καταστολή των επιπέδων τεστοστερόνης.
Το Suprefact Depot συνιστάται για τη μακροχρόνια αγωγή του προχωρημένου καρκίνου του προστάτη.
Τα περιεχόμενα της σύριγγας (τρεις ράβδοι εμφυτεύματος ισοδυναμούν με 9,45 mg βουσερελίνης) ενίενται υποδορίως κάθε τρεις μήνες στην κοιλιακή χώρα. Το τρίμηνο διάστημα μεταξύ των ενέσεων μπορεί παρ’ όλα αυτά, περιστασιακά να επιμηκύνεται μέχρι τρεις εβδομάδες.
Πριν από την ένεση, δυνατόν να χορηγηθεί ένα τοπικό αναισθητικό.
Συνιστάται η συμπληρωματική χορήγηση ενός αντιανδρογόνου περίπου 5 ημέρες πριν από την έναρξη της αγωγής με Suprefact Depot (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Suprefact Depot 3 μήνες δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Suprefact Depot 3 μήνες στα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στα LH-RH ανάλογα ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Σε υπερτασικούς ασθενείς συνιστάται τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης (κίνδυνος απορρύθμισης της αρτηριακής πίεσης).
Παράταση του διαστήματοςQT
Θεραπεία αποστέρησης ανδρογόνου ενδέχεται να παρατείνει το διάστημα QT.
Σε ασθενείς με ιστορικό ή παράγοντες κινδύνου για παράταση του QT και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να παρατείνουν το διάστημα QT (βλ. παράγραφο 4.5) οι ιατροί θα πρέπει να αξιολογούν το λόγο οφέλους κινδύνου περιλαμβανομένης της πιθανότητας για ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου («Torsade de pointes») πριν από την έναρξη του Suprefact Depot 3μήνες.
Η χρήση αγωνιστών LH-RH πιθανώς να συνδέεται με ελάττωση της οστικής πυκνότητας και πιθανώς να οδηγήσει σε οστεοπόρωση και αυξημένο κίνδυνο οστικού κατάγματος (βλ. παράγραφο 4.8). Ιδιαίτερη προσοχή είναι αναγκαία σε ασθενείς με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση (π.χ. χρόνια κατάχρηση οινοπνευματωδών, καπνιστές, μακροχρόνια θεραπεία με αντιεπιληπτικά ή κορτικοστεροειδή ή οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης). Συνιστάται να παρακολουθείται η οστική πυκνότητα και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα κατά τη θεραπεία για την πρόληψη της οστεοπενίας/οστεοπόρωσης.
Σε κάποιους ασθενείς υπό αγωγή με αγωνιστές- GnRH, παρατηρείται αλλαγή της ανοχής στη γλυκόζη (βλ. παράγραφο 4.8). Σε διαβητικούς ασθενείς συνιστάται να ελέγχονται τακτικά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα (κίνδυνος επιδείνωσης του μεταβολικού ελέγχου).
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος κατάθλιψης εξαιτίας κάποιου γεγονότος (η οποία ενδέχεται να είναι σοβαρή) σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αγωγή με αγωνιστές της ορμόνης που διεγείρει την έκλυση γοναδοτροπινών (GnRH), όπως η βουσερελίνη. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ανάλογα και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα εάν εμφανιστούν συμπτώματα.
Ασθενείς με ιστορικό κατάθλιψης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά εφόσον είναι αναγκαίο (κίνδυνος υποτροπής ή επιδείνωσης της κατάθλιψης).
Συνιστάται η συμπληρωματική χορήγηση ενός αντιανδρογόνου περίπου 5 ημέρες πριν από την έναρξη της αγωγής με Suprefact Depot.
Η συμπληρωματική αυτή αγωγή πρέπει να συνεχίζεται εκ παραλλήλου με την αγωγή βουσερελίνης για 3‑4 εβδομάδες. Μετά από αυτή τη χρονική περίοδο συνήθως η βουσερελίνη προκαλεί ικανοποιητική ελάττωση των επιπέδων της τεστοστερόνης αίματος.
Σε ασθενείς με γνωστές μεταστάσεις, π.χ. της σπονδυλικής στήλης, η συμπληρωματική αυτή αγωγή με ένα αντιανδρογόνο είναι απαραίτητη προκειμένου να προληφθούν οι αρχικές επιπλοκές όπως είναι η συμπίεση των σπονδύλων και η παράλυση που οφείλονται σε παροδική ενεργοποίηση του όγκου και των μεταστάσεών του (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).
Δημοσιευμένες επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν συσχέτιση μεταξύ της αγωγής με αγωνιστές GnRH και του αυξημένου κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου (όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου, αιφνίδιο καρδιακό θάνατο και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) και της εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη. Οι κίνδυνοι αυτοί πρέπει να αξιολογούνται πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται ανάλογα.
Λόγω της καταστολής της τεστοστερόνης, η θεραπεία με αγωνιστές GnRH πιθανόν να αυξήσει τον κίνδυνο αναιμίας. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται για τον κίνδυνο αυτό και να αντιμετωπίζονται ανάλογα.
Η ανταπόκριση στην αγωγή μπορεί να αξιολογηθεί με μέτρηση των επιπέδων του ειδικού αντιγόνου για τον προστάτη (PSA) και της τεστοστερόνης στον ορό. Τα επίπεδα τεστοστερόνης αυξάνουν κατά την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια μειώνονται συνεχώς για μια χρονική περίοδο δύο εβδομάδων. Τα επίπεδα τεστοστερόνης μετά από 2-4 εβδομάδες κατέρχονται στα όρια ευνουχισμού. Απουσία κλινικής βελτίωσης ή αλλαγών του PSA υπό το πρίσμα επαρκούς καταστολής της τεστοστερόνης διαγνωστικά θεωρείται ως ορμονική έλλειψη ευαισθησίας του όγκου.
Οι ασθενείς με γνωστές μεταστάσεις της σπονδυλικής στήλης ή εκείνοι που κινδυνεύουν από νευρολογικές επιπλοκές ή απόφραξη των ουροφόρων οδών θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής στην περίπτωση που κατά την αγωγή δεν συγχορηγείται κάποιο αντιανδρογόνο.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης.
Κατά τη διάρκεια της αγωγής είναι δυνατόν να μειωθεί η δράση των αντιδιαβητικών φαρμάκων (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).
Εφόσον η θεραπευτική αγωγή αποστέρησης ανδρογόνου ενδέχεται να παρατείνει το διάστημα QT, η ταυτόχρονη χρήση του Suprefact Depot 3μήνες με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT ή φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ικανά να επάγουν ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου («Torsade de pointes») όπως αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα κατηγορίας IA (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) ή κατηγορίας III (π.χ. αμιοδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη), μεθαδόνη, μοξιφλοξασίνη, αντιψυχωσικά κ.λπ. θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες για τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. ζάλη) δυνατόν να επηρεάσουν την ικανότητα συγκέντρωσης και αντίδρασης του ασθενή και γι’ αυτό να προκαλέσουν κίνδυνο σε καταστάσεις όπου οι ικανότητες αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία (π.χ. χειρισμός αυτοκινήτου ή μηχανημάτων ή σε παρόμοιες καταστάσεις).
Επομένως, οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται για τη δυνητική επίδραση αυτών των συμβαμμάτων στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.
Η αγωγή με βουσερελίνη μπορεί να προκαλέσει:
Παρακλινικές εξετάσεις: αλλαγές στα λιπίδια του αίματος, αύξηση των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων στον ορό (π.χ. τρανσαμινάσες), αύξηση της χολερυθρίνης, αλλαγές σωματικού βάρους (αύξηση ή μείωση).
Εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος με μη γνωστή συχνότητα: παράταση του διαστήματος QT (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).
Καρδιακές διαταραχές: αίσθημα παλμών.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: θρομβοπενία και λευκοπενία.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος: κεφαλαλγία (σε σπάνιες περιπτώσεις υπό μορφή ημικρανίας), διαταραχές ύπνου, υπνηλία, διαταραχές της συγκέντρωσης και της μνήμης, ζάλη.
Οφθαλμικές διαταραχές: διαταραχές της όρασης (π.χ. θολή όραση), αίσθημα πίεσης πίσω από τους οφθαλμούς.
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου: εμβοές των ώτων, διαταραχές της ακοής.
Διαταραχές του γαστρεντερικού: ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: αλλαγές στην τρίχωση του σώματος και της κεφαλής (αύξηση ή μείωση).
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: μυοσκελετική δυσκαμψία και άλγος (συμπεριλαμβανόμενου του άλγους/δυσκαμψίας στον ώμο). Η χρήση των LHRH - αγωνιστών μπορεί να συνδέεται με ελάττωση της οστικής πυκνότητας που μπορεί να οδηγήσει σε οστεοπόρωση και σε αυξημένο κίνδυνο κατάγματος των οστών. Ο κίνδυνος των σκελετικών καταγμάτων αυξάνει με τη διάρκεια της θεραπείας.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: αυξημένη δίψα, αλλαγές στην όρεξη, μείωση της ανοχής στη γλυκόζη. Σε διαβητικούς ασθενείς, αυτό πιθανόν να οδηγήσει σε απορύθμιση του μεταβολικού ελέγχου.
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβανομένων των κύστεων και των πολυπόδων):
Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις αδενωμάτων της υπόφυσης κατά τη θεραπεία με LHRH‑αγωνιστές, συμπεριλαμβανόμενης της βουσερελίνης.
Αγγειακές διαταραχές: επιδείνωση της αρτηριακής πιέσεως σε υπερτασικούς ασθενείς.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: κόπωση.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Αυτές δυνατόν να εκδηλωθούν με τη μορφή ερυθρότητας του δέρματος, κνησμού, δερματικών εξανθημάτων (συμπεριλαμβανόμενης της κνίδωσης) και αλλεργικού άσθματος με δύσπνοια που σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε αναφυλακτική/αναφυλακτοειδή καταπληξία. Σε περιπτώσεις αναφυλακτικών/αναφυλακτοειδών αντιδράσεων ίσως χρειαστεί να αφαιρεθεί το εμφύτευμα με χειρουργική επέμβαση (όπως γίνεται συνήθως με τα εμφυτεύματα).
Ψυχιατρικές διαταραχές: νευρικότητα, συγκινησιακή αστάθεια, αισθήματα άγχους.
Διαταραχές της διάθεσης, κατάθλιψη (συχνές στη μακροχρόνια χρήση· όχι συχνές στη βραχυχρόνια χρήση)
Κατά την έναρξη της αγωγής παρουσιάζεται συνήθως κάποια αύξηση των επιπέδων τεστοστερόνης στον ορό και μπορεί να οδηγήσει σε παροδική ενεργοποίηση του όγκου με δευτεροπαθείς αντιδράσεις, τέτοιες όπως:
- εμφάνιση ή έξαρση άλγους των οστών σε ασθενείς με μεταστάσεις,
- σημεία νευρολογικών διαταραχών λόγω πιέσεως από τον όγκο, π.χ. μυϊκή αδυναμία στα άκρα,
- μειωμένη διούρηση, υδρονέφρωση ή λεμφική στάση,
- θρόμβωση με πνευμονική εμβολή.
Οι αντιδράσεις αυτές μπορούν κατά μεγάλο ποσοστό να αποφευχθούν με ταυτόχρονη χορήγηση ενός αντιανδρογόνου κατά την έναρξη της αγωγής με βουσερελίνη (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Μερικοί ασθενείς παρ’ όλα αυτά, ακόμη και με την παράλληλη χορήγηση αντιανδρογόνου, μπορεί να εμφανίσουν ελαφρά αλλά όμως παροδική αύξηση του άλγους στην περιοχή του όγκου καθώς επίσης και επιδείνωση της γενικής ευεξίας.
Επιπλέον, είναι δυνατόν να παρατηρηθούν εξάψεις, ατροφία των όρχεων και απώλεια της ικανότητας ή της γενετήσιας ορμής (στην πλειονότητα των ασθενών ως αποτέλεσμα ορμονικής αποστέρησης), συνήθως ανώδυνη γυναικομαστία (παροδικά) καθώς επίσης και ήπιο οίδημα των αστραγάλων και των κάτω άκρων.
Σε μεμονωμένες περιπτώσεις κατά τη χρήση των άλλων μορφών βουσερελίνης παρατηρήθηκαν παραισθησίες.
Οι περισσότερες από τις επιδράσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με την καταστολή της τεστοστερόνης που προκαλείται από τη βουσερελίνη (συμπτώματα ανεπάρκειας του ανδρογόνου).
Είναι πιθανόν να παρουσιαστούν άλγος ή τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Κύπρος
Φαρμακευτικές Υπηρεσίες
Υπουργείο Υγείας
CY-1475 Λευκωσία
Φαξ: + 357 22608649
Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
Συμπτώματα
Από την υπερδοσολογία μπορεί να προκύψουν σημεία και συμπτώματα τέτοια όπως εξασθένηση, κεφαλαλγία, νευρικότητα, εξάψεις, ζάλη, ναυτία, υπογάστριο άλγος, οίδημα των κάτω άκρων και άλγος των μαστών.
Αντιμετώπιση
Η θεραπευτική αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας, εφόσον είναι αναγκαίο, προσδιορίζεται από τα συμπτώματα.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - SUPREFACT 9.45MG/PF
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμονικά ανάλογα απελευθέρωσης γοναδοτροφινών, κωδικός ATC: L02AE01.
Μηχανισμός δράσης
Η βουσερελίνη είναι ένα έντονα δραστικό ανάλογο της φυσικής ορμόνης που απελευθερώνει τη γοναδοτροπίνη (γοναδορελίνη, GnRH, LHRH). H αρχική φαρμακολογική δράση της βουσερελίνης είναι η διέγερση της απελευθέρωσης των γοναδοτροπινών και η απέκκριση της τεστοστερόνης. Αυτό ακολουθείται από προοδευτική μείωση της τεστοστερόνης στα όρια ευνουχισμού.
Παρ’ όλο που η απελευθέρωση γοναδοτροπινών αναστέλλεται κατά τη συνεχιζόμενη χορήγηση βουσερελίνης, εντούτοις η απέκκριση των άλλων ορμονών της υπόφυσης (αυξητική ορμόνη, προλακτίνη, ACTH, TSH) δεν επηρεάζεται άμεσα. Η απέκκριση των στεροειδών των επινεφριδίων παραμένει αναλλοίωτη.
Από την άποψη της πλήρους άρσης της διέγερσης των ιστών του όγκου από την τεστοστερόνη, η βουσερελίνη είναι εξίσου αποτελεσματική με την ορχεκτομή για τη θεραπευτική αντιμετώπιση του καρκίνου του προστάτη.
Απορρόφηση και κατανομή
Η απελευθέρωση της βουσερελίνης από το εμφύτευμα ελέγχεται με αποικοδόμηση του πολυμερούς στρώματος. Το προφίλ απελευθέρωσης είναι διφασικό. Η αρχική απελευθέρωση (Tmax<1 ημέρα) ακολουθείται από μια φάση βραδείας, σταθερής απελευθέρωσης μέσα στα πλαίσια του δοσολογικού διαστήματος των 3 μηνών (συνολική δόση 9,9 mg). Η βιοδιαθεσιμότητα του εμφυτεύματος της βουσερελίνης είναι περίπου 50% μετά την υποδόρια ένεση. Η συστηματική έκθεση στη βουσερελίνη είναι επαρκής για να προκαλέσει καταστολή της τεστοστερόνης στα επίπεδα ευνουχισμού καθ’ όλη τη διάρκεια του δοσολογικού διαστήματος.
Η βουσερελίνη κυκλοφορεί στον ορό, κυρίως σε αναλλοίωτη μορφή. Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες ανέρχεται στο 15% περίπου. Με βάση τα προκλινικά δεδομένα, η βουσερελίνη συσσωρεύεται κατά προτίμηση στο ήπαρ, στους νεφρούς και στον πρόσθιο λοβό της υπόφυσης, ο οποίος βιολογικά αποτελεί και το όργανο-στόχο.
Βιομετασχηματισμός
Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η βουσερελίνη αδρανοποιείται από τις πεπτιδάσες (πυρογλουταμυλική πεπτιδάση και ενδοπεπτιδάσες που μοιάζουν με τη χυμοθρυψίνη) στο ήπαρ και στους νεφρούς. Στην υπόφυση, η βουσερελίνη που συνδέεται με τους υποδοχείς αδρανοποιείται από τα ένζυμα που είναι εντοπισμένα στη μεμβράνη.
Αποβολή
Η βουσερελίνη και οι αδρανείς μεταβολίτες της απεκκρίνονται μέσω των νεφρών, ενώ από μελέτες σε πειραματόζωα διαπιστώθηκε επίσης και αποβολή μέσω της χολής.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - SUPREFACT 9.45MG/PF
Poly (D, L-lactide-co-glycolide) με γραμμομοριακή σχέση γαλακτικού: γλυκολικού 75:25, 39,6 mg.
36 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη διατήρηση του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25 °C.
Προγεμισμένη σύριγγα που περιέχει εμφύτευμα αποτελούμενο από 3 ράβδους με ένα χορηγητή μιας χρήσης κατασκευασμένο από προπιονική κυτταρίνη και ανοξείδωτο ατσάλι σφραγισμένο σε σάκο από τετραφθαλικό πολυαιθυλένιο, αλουμίνιο και φύλλο από χαμηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο.
Συσκευασία: 1 προγεμισμένη σύριγγα ανά συσκευασία.
Προσοχή! Για να αποφύγετε να πέσουν οι ράβδοι του εμφυτεύματος έξω από τη βελόνα της ένεσης, κρατήστε το χορηγητή σε κάθετη θέση με τη βελόνα να σημαδεύει ψηλά μέχρι αμέσως πριν από την ένεση.
Α: Βελόνα
Β: Προστατευτικό πώμα της βελόνας
Γ: Έμβολο
Δ: Εμφύτευμα
Ε: Προστατευτικό πώμα το εμβόλου
1. Αφού ανοίξετε τη συσκευασία και αφαιρέσετε το χορηγητή από το περιτύλιγμα, ελέγξτε αν τα εμφυτεύματα βρίσκονται στο διαφανές τμήμα της λαβής.
Α ν είναι αναγκαίο, χτυπήστε ελαφρά το προστατευτικό πώμα της βελόνας με το δάκτυλο για να τα επανατοποθετήσετε στο διαφανές τμήμα.
2. Απολυμάνετε το σημείο της ένεσης στην πλάγια κοιλιακή χώρα. Στη συνέχεια, αφού αφαιρέσετε το προστατευτικό πώμα του εμβόλου (Ε), αφαιρέστε το πώμα από τη βελόνα της ένεσης (Β).
3 . Ανασηκώστε μια πτυχή του δέρματος και εισάγετε τη βελόνα περίπου 3 cm (λίγο περισσότερο από 1 ίντσα) στον υποδόριο ιστό κρατώντας το χορηγητή λίγο πριν από το σημείο ένεσης σε οριζόντια θέση ή με την άκρη της βελόνας να σημαδεύει ελάχιστα προς τα επάνω. Πριν από την ένεση των εμφυτευμάτων τραβήξτε το χορηγητή περίπου 1-2 cm.
4 . Πιέζοντας πλήρως το έμβολο, ενέστε τα εμφυτεύματα στον υποδόριο ιστό. Πιέστε το σημείο εισόδου της ένεσης ενώ τραβάτε τη βελόνα, έτσι ώστε να παραμείνουν τα εμφυτεύματα στον ιστό.
5 . Για να βεβαιωθείτε ότι και τα τρία εμφυτεύματα ενέθηκαν, ελέγξτε την άκρη του εμβόλου για να δείτε αν είναι ορατή η άκρη της βελόνας.