SYMTUZA F.C.TAB (800+150+200+10)MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - SYMTUZA 00+150+200+10
Το Symtuza ενδείκνυται για την αντιμετώπιση της λοίμωξης από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1) σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 ετών και άνω με σωματικό βάρος τουλάχιστον 25 kg.
Ο γονοτυπικός έλεγχος θα πρέπει να κατευθύνει τη χρήση του Symtuza (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4, και 5.1).
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά από ιατρό με εμπειρία στην αντιμετώπιση της λοίμωξης από τον HIV-1.
Δοσολογία
Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς με σωματικό βάρος τουλάχιστον 40 kg
Ασθενείς που λαμβάνουν πρώτη φορά αντιρετροϊκή θεραπεία (ART)
Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα είναι ένα δισκίο των 800 mg δαρουναβίρης/150 mg κομπισιστάτης/200 mg εμτρισιταβίνης/10 mg τενοφοβίρης αλαφεναμίδης μία φορά την ημέρα μαζί με τροφή.
Ασθενείς που έχουν προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία (ART)
Ένα δισκίο των 800 mg δαρουναβίρης/150 mg κομπισιστάτης/200 mg εμτρισιταβίνης/10 mg τενοφοβίρης αλαφεναμίδης μία φορά την ημέρα μαζί με τροφή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς που έχουν εκτεθεί στο παρελθόν σε αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα αλλά δεν έχουν μεταλλάξεις σχετιζόμενες με αντοχή στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs)* και οι οποίοι έχουν στο πλάσμα HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/ml και αριθμό κυττάρων CD4+ ≥ 100 κύτταρα x 106/l (βλ. παράγραφο 5.1).
* DRV-RAMs: V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V και L89V.
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 ετών και άνω με σωματικό βάρος τουλάχιστον 25 kg έως λιγότερο από 40 kg
Παιδιατρικοί aσθενείς που λαμβάνουν πρώτη φορά αντιρετροϊκή θεραπεία (ART)
Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα είναι ένα δισκίο των 675 mg δαρουναβίρης/150 mg κομπισιστάτης/200 mg εμτρισιταβίνης/10 mg τενοφοβίρης αλαφεναμίδης μία φορά την ημέρα μαζί με τροφή.
Παιδιατρικοί ασθενείς που έχουν προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία (ART)
Ένα δισκίο των 675 mg δαρουναβίρης/150 mg κομπισιστάτης/200 mg εμτρισιταβίνης/10 mg τενοφοβίρης αλαφεναμίδης μία φορά την ημέρα μαζί με τροφή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς που έχουν εκτεθεί στο παρελθόν σε αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα αλλά δεν έχουν DRV-RAMs* και οι οποίοι έχουν στο πλάσμα HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/ml και αριθμό κυττάρων CD4+ ≥ 100 κύτταρα x 106/l (βλ. παράγραφο 5.1).
* DRV-RAMs: V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V και L89V.
Συμβουλές σε περίπτωση παράλειψης δόσεων
Εάν παραλειφθεί μία δόση του Symtuza εντός 12 ωρών από την ώρα που λαμβάνεται συνήθως, στους ασθενείς θα πρέπει να δίδεται η οδηγία να λάβουν τη συνταγογραφημένη δόση με τροφή το συντομότερο δυνατό. Εάν η παράλειψη της δόσης γίνει αντιληπτή αργότερα από 12 ώρες από τη συνήθη ώρα λήψης, η παραλειφθείσα δόση δεν θα πρέπει να ληφθεί και ο ασθενής θα πρέπει να συνεχίσει με το σύνηθες δοσολογικό σχήμα.
Σε περίπτωση που ο ασθενής κάνει εμετό εντός 1 ώρας από τη λήψη του Symtuza, θα πρέπει να ληφθεί άλλη μία δόση μαζί με τροφή το συντομότερο δυνατό. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό σε διάστημα μεγαλύτερο της 1 ώρας μετά τη λήψη της δόσης, ο ασθενής δεν χρειάζεται να λάβει άλλη δόση έως την επόμενη τακτικά προγραμματισμένη χρονική στιγμή.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Αυτό το φάρμακο θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια (Κατηγορία Α κατά Child-Pugh) ή μέτρια (Κατηγορία Β κατά Child-Pugh) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας, ωστόσο, αυτό το φάρμακο θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς, καθώς η δαρουναβίρη και η κομπισιστάτη μεταβολίζονται από το ηπατικό σύστημα (βλ. παράγραφο 5.2).
Αυτό το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) ≥ 30 ml/min.
Η θεραπεία με αυτό το φάρμακο δεν θα πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με eGFR < 30 ml/min, καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα (βλ. παραγράφους 5.1 και 5.2).
Θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με eGFR που μειώνεται σε τιμές κάτω από 30 ml/min κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παραγράφους 5.1 και 5.2).
Κύηση και μεταγεννητική περίοδος
Η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη (δύο από τα συστατικά του Symtuza) κατά τη διάρκεια της κύησης οδηγεί σε χαμηλή έκθεση στη δαρουναβίρη (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Ως εκ τούτου, η θεραπεία με Symtuza δεν θα πρέπει να ξεκινά κατά τη διάρκεια της κύησης, και οι γυναίκες που μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αυτόν τον συνδυασμό σταθερών δόσεων (FDC) θα πρέπει να μεταβαίνουν σε ένα εναλλακτικό σχήμα (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.6).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του FDC δαρουναβίρης/κομπισιστάτης/εμτρισιταβίνης/τενοφοβίρης αλαφεναμίδης δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά ηλικίας 3 έως < 6 ετών ή με σωματικό βάρος < 25 kg. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Ο FDC δαρουναβίρης/κομπισιστάτης/εμτρισιταβίνης/τενοφοβίρης αλαφεναμίδης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 3 ετών για λόγους ασφάλειας που σχετίζονται με την τοξικότητα και τη θνησιμότητα που παρατηρήθηκαν σε νεαρούς αρουραίους, που έλαβαν δόσεις δαρουναβίρης μέχρι την ηλικία των 23 έως 26 ημερών (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.3).
Τρόπος χορήγησης
Το Symtuza πρέπει να λαμβάνεται από στόματος, μία φορά την ημέρα μαζί με τροφή (βλ. παράγραφο 5.2). Το δισκίο δεν θα πρέπει να θρυμματίζεται.
Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς με σωματικό βάρος τουλάχιστον 40 kg
Για τους ασθενείς που αδυνατούν να καταπιούν ολόκληρο το δισκίο των
800 mg/150 mg/200 mg/10 mg, το δισκίο μπορεί να κοπεί σε δύο κομμάτια με τη χρήση κόφτη δισκίων. Κάθε κομμάτι θα πρέπει να καταναλώνεται αμέσως μετά την κοπή, ώστε να εξασφαλίζεται η χορήγηση ολόκληρης της δόσης.
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 ετών και άνω με σωμaτικό βάρος τουλάχιστον 25 kg έως λιγότερο από 40 kg
Για τους ασθενείς που αδυνατούν να καταπιούν ολόκληρο το δισκίο των
675 mg/150 mg/200 mg/10 mg, το δισκίο με εγκοπή μπορεί να κοπεί σε δύο κομμάτια με το χέρι. Κάθε κομμάτι θα πρέπει να καταναλώνεται αμέσως μετά την κοπή, ώστε να εξασφαλίζεται η χορήγηση ολόκληρης της δόσης.
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ασθενείς με σοβαρή (Κατηγορία C κατά Child-Pugh) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας.
Συγχορήγηση με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A όπως τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναφέρονται παρακάτω λόγω δυνητικής απώλειας της θεραπευτικής δράσης (βλ. παράγραφο 4.5):
-
καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη
-
ριφαμπικίνη
-
λοπιναβίρη/ριτοναβίρη
-
υπερικό/βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum)
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα όπως αυτά τα προϊόντα που αναφέρονται παρακάτω λόγω δυνητικών σοβαρών και/ή απειλητικών για τη ζωή ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.5):
-
αλφουζοσίνη
-
αμιωδαρόνη, δρονεδαρόνη, ιβαμπραδίνη, κινιδίνη, ρανολαζίνη
-
κολχικίνη όταν χρησιμοποιείται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και/ή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.5)
-
ριφαμπικίνη
-
παράγωγα της εργοταμίνης (π.χ. διϋδροεργοταμίνη, εργομετρίνη, εργοταμίνη, μεθυλεργονοβίνη)
-
δαποξετίνη
-
δομπεριδόνη
-
ναλοξεγκόλη
-
πιμοζίδη, κουετιαπίνη, σερτινδόλη, λουρασιδόνη (βλ. παράγραφο 4.5)
-
ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη
-
τριαζολάμη, μιδαζολάμη χορηγούμενη από στόματος (για προφύλαξη αναφορικά με την παρεντερικά χορηγούμενη μιδαζολάμη, βλ. παράγραφο 4.5)
-
σιλδεναφίλη – όταν χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης, αβαναφίλη
-
σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη και λομιταπίδη (βλ. παράγραφο 4.5)
-
τικαγρελόρη
Ασθενείς που έχουν προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία
Το Symtuza δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε θεραπεία με μία ή περισσότερες DRV-RAMs (βλ. παράγραφο 5.1) ή με HIV-1 RNA ≥ 100.000 αντίγραφα/ml ή με αριθμό CD4+ κυττάρων < 100 κύτταρα x 106/l.
Κύηση
Η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί σε χαμηλή έκθεση στη δαρουναβίρη, με περίπου κατά 90% μείωση των επιπέδων Cmin (βλ. παράγραφο 5.2). Τα επίπεδα της κομπισιστάτης μειώνονται και ενδέχεται να μην παρέχουν επαρκή ενίσχυση. Η σημαντική μείωση της έκθεσης στη δαρουναβίρη μπορεί να οδηγήσει σε ιολογική αποτυχία και αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης της λοίμωξης HIV από τη μητέρα στο παιδί. Ως εκ τούτου, η θεραπεία με Symtuza δεν θα πρέπει να ξεκινάει κατά τη διάρκεια της κύησης, και οι γυναίκες που μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Symtuza θα πρέπει να μεταβαίνουν σε ένα εναλλακτικό σχήμα (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.6).
Ασθενείς με συλλοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό της ηπατίτιδας B ή C
Οι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα B ή C οι οποίοι λαμβάνουν αντιρετροϊκή θεραπεία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Symtuza σε ασθενείς με συλλοίμωξη από τον ιό HIV-1 και τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV) δεν έχουν τεκμηριωθεί. Η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη είναι δραστική κατά του ιού της ηπατίτιδας B (HBV).
Σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης αντι-ιικής θεραπείας για ηπατίτιδα C, ανατρέξτε επίσης στη σχετική Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Η διακοπή της θεραπείας με Symtuza σε ασθενείς με συλλοίμωξη από HIV και HBV μπορεί να σχετίζεται με σοβαρές, οξείες εξάρσεις ηπατίτιδας. Οι ασθενείς με συλλοίμωξη από HIV και HBV οι οποίοι διακόπτουν το Symtuza θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά με κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Κατά περίπτωση, ενδέχεται να απαιτείται έναρξη θεραπείας για την ηπατίτιδα Β. Σε ασθενείς με προχωρημένη ηπατοπάθεια ή κίρρωση, δεν συνιστάται η διακοπή της θεραπείας καθώς η παρόξυνση της ηπατίτιδας μετά τη θεραπεία ενδέχεται να οδηγήσει σε έλλειψη ηπατικής αντιρρόπησης.
Το Symtuza δεν θα πρέπει να συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν δισοπροξιλική τενοφοβίρη (π.χ. φουμαρική, φωσφορική ή σουκινική), λαμιβουδίνη ή αδεφοβίρη διπιβοξίλη που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της λοίμωξης από τον HBV.
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία
Έχει αποδειχθεί in vitro και in vivo ότι τα νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα προκαλούν ποικίλου βαθμού μιτοχονδριακή βλάβη. Έχουν υπάρξει αναφορές μιτοχονδριακής δυσλειτουργίας σε HIV-αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί in utero και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν είναι αιματολογικές διαταραχές (αναιμία, ουδετεροπενία) και μεταβολικές διαταραχές (υπερλακταιμία, υπερλιπασαιμία). Τα συμβάντα αυτά είναι συχνά παροδικά. Έχουν αναφερθεί ορισμένες νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης (υπερτονία, ακούσιος μυικός σπασμός, μη φυσιολογική συμπεριφορά). Επί του παρόντος, δεν είναι γνωστό εάν οι νευρολογικές διαταραχές είναι παροδικές ή μόνιμες. Οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα, ακόμα και τα HIV-αρνητικά παιδιά, θα πρέπει να υποβάλλονται σε κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση και σε πλήρη διερεύνηση για δυνητική μιτοχονδριακή δυσλειτουργία στην περίπτωση εμφάνισης σχετικών σημείων ή συμπτωμάτων. Τα ευρήματα αυτά δεν επηρεάζουν τις υφιστάμενες εθνικές συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊκής θεραπείας σε έγκυες γυναίκες για την πρόληψη της κάθετης μετάδοσης του HIV.
Ηλικιωμένοι
Καθώς υπάρχουν περιορισμένες διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του Symtuza σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή λαμβάνοντας υπόψη τη μεγαλύτερη συχνότητα της μειωμένης ηπατικής λειτουργίας και των συνοδών νόσων ή άλλων θεραπειών (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Ηπατοτοξικότητα
Ηπατίτιδα (π.χ. οξεία ηπατίτιδα, κυτταρολυτική ηπατίτιδα) έχει αναφερθεί με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη. Κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης της δαρουναβίρης/ριτοναβίρης (N = 3.063), αναφέρθηκε ηπατίτιδα στο 0,5% των ασθενών που λάμβαναν συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη. Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ηπατίτιδας B ή C, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης αντι-ιικής θεραπείας για ηπατίτιδα Β ή C, παρακαλούμε ανατρέξτε στις αντίστοιχες πληροφορίες προϊόντος για αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Symtuza θα πρέπει να διεξάγονται κατάλληλοι εργαστηριακοί έλεγχοι και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αυξημένης παρακολούθησης των AST/ALT σε ασθενείς με υποκείμενη χρόνια ηπατίτιδα, κίρρωση ή σε ασθενείς στους οποίους τα επίπεδα των τρανσαμινασών προ θεραπείας ήταν αυξημένα, ιδίως κατά τη διάρκεια των πρώτων μερικών μηνών της θεραπείας με Symtuza.
Εάν υπάρχουν ενδείξεις νεοεμφανισθείσας ή επιδεινούμενης ηπατικής δυσλειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της κλινικά σημαντικής αύξησης των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων και/ή συμπτωμάτων όπως κόπωση, ανορεξία, ναυτία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, ηπατική ευαισθησία, ηπατομεγαλία) σε ασθενείς που χρησιμοποιούν Symtuza, θα πρέπει να εξετάζεται άμεσα το ενδεχόμενο αναστολής ή διακοπής της θεραπείας (βλ. παράγραφο 5.3).
Νεφροτοξικότητα
Αναφέρθηκαν περιπτώσεις νεφρικής δυσλειτουργίας μετά την κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και της εγγύς νεφρικής σωληναριοπάθειας με τα προϊόντα που περιέχουν τενοφοβίρη αλαφεναμίδη. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο δυνητικός κίνδυνος εμφάνισης νεφροτοξικότητας που προκύπτει από τη χρόνια έκθεση σε χαμηλά επίπεδα τενοφοβίρης λόγω της χορήγησης τενοφοβίρης αλαφεναμίδης (βλ. παράγραφο 5.3). Συνιστάται η αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας σε όλους τους ασθενείς πριν ή κατά την έναρξη της θεραπείας με Symtuza, καθώς και η παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε όλους τους ασθενείς εφόσον κρίνεται κλινικά κατάλληλο. Στους ασθενείς που εμφανίζουν κλινικά σημαντικές μειώσεις στη νεφρική λειτουργία ή στοιχεία εγγύς νεφρικής σωληναριοπάθειας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής του Symtuza.
Νεφρική δυσλειτουργία
Έχει δειχθεί ότι η κομπισιστάτη μειώνει την εκτιμώμενη κάθαρση της κρεατινίνης λόγω αναστολής της σωληναριακής απέκκρισης της κρεατινίνης. Αυτή η επίδραση στην κρεατινίνη ορού, η οποία οδηγεί σε μείωση της εκτιμώμενης κάθαρσης της κρεατινίνης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν το Symtuza χορηγείται σε ασθενείς στους οποίους η εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης χρησιμοποιείται για να καθοδηγήσει τις συνιστώσες της κλινικής τους αντιμετώπισης, συμπεριλαμβανομένης της προσαρμογής των δόσεων των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων. Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της κομπισιστάτης.
Ασθενείς με συνυπάρχουσες παθήσεις
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του FDC δαρουναβίρης/κομπισιστάτης/εμτρισιταβίνης/τενοφοβίρης αλαφεναμίδης ή των συστατικών του δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς με σοβαρές υποκείμενες ηπατικές διαταραχές. Ως εκ τούτου, το Symtuza αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας. Λόγω μιας αύξησης των συγκεντρώσεων της μη δεσμευμένης δαρουναβίρης στο πλάσμα, το Symtuza θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 5.2).
Αιμορροφιλικοί ασθενείς
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αυξημένης αιμορραγίας, συμπεριλαμβανομένων αυτόματων δερματικών αιματωμάτων και αίμαρθρου σε ασθενείς με αιμορροφιλία τύπου A και B, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με αναστολείς πρωτεάσης του HIV. Σε μερικούς ασθενείς χορηγήθηκε επιπρόσθετος παράγοντας VIII. Σε περισσότερα από τα μισά περιστατικά που αναφέρθηκαν, η θεραπεία με αναστολείς πρωτεάσης του HIV συνεχίστηκε ή ξανάρχισε, σε περίπτωση που είχε διακοπεί. Έχει αναφερθεί ότι μπορεί να υφίσταται αιτιολογική σχέση, παρόλο που ο μηχανισμός δράσης δεν έχει διευκρινιστεί. Ως εκ τούτου, οι αιμορροφιλικοί ασθενείς, θα πρέπει να ενημερώνονται για την πιθανότητα αυξημένης αιμορραγίας.
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
Κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης της δαρουναβίρης/ριτοναβίρης (N = 3.063), σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, οι οποίες μπορεί να συνοδεύονταν από πυρετό και/ή αύξηση των τρανσαμινασών, αναφέρθηκαν στο 0,4% των ασθενών. Εξάνθημα από φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) και σύνδρομο Stevens-Johnson έχουν αναφερθεί σπάνια
(< 0,1%) και κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία έχουν αναφερθεί τοξική επιδερμική νεκρόλυση και οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση. Το Symtuza θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα σοβαρών δερματικών αντιδράσεων.
Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε σοβαρό εξάνθημα ή εξάνθημα συνοδευόμενο από πυρετό, γενικευμένη κακουχία, κόπωση, μυαλγίες ή αρθραλγίες, φλύκταινες, στοματικές βλάβες, επιπεφυκίτιδα, ηπατίτιδα και/ή ηωσινοφιλία.
Αλλεργία στη σουλφοναμίδη
Η δαρουναβίρη περιέχει ένα τμήμα σουλφοναμίδης. Το Symtuza θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστή αλλεργία στη σουλφοναμίδη.
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας μπορεί να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Οι εν λόγω μεταβολές μπορεί εν μέρει να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει ένδειξη επίδρασης της θεραπείας, ενώ αναφορικά με την αύξηση του σωματικού βάρους, δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Για την παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης αίματος γίνεται αναφορά στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες που αφορούν τη θεραπεία του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά
Οστεονέκρωση
Παρότι η αιτιολογία θεωρείται ότι είναι πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβανομένης της χρήσης κορτικοστεροειδών, της κατανάλωσης οινοπνεύματος, της σοβαρής ανοσοκαταστολής και του υψηλότερου δείκτη μάζας σώματος), έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης ειδικά σε ασθενείς με προχωρημένη νόσο HIV και/ή μακρόχρονη έκθεση σε συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία (CART). Στους ασθενείς θα πρέπει να δίδεται η οδηγία να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσουν άλγη και πόνο στις αρθρώσεις, δυσκαμψία των αρθρώσεων ή δυσκολία στην κίνηση.
Φλεγμονώδες σύνδρομο ανοσολογικής ανασύστασης (IRIS)
Σε ασθενείς με λοίμωξη από HIV οι οποίοι αντιμετωπίζονται με CART, έχει αναφερθεί IRIS. Σε ασθενείς με λοίμωξη από HIV και σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της CART, ενδέχεται να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή σε υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Κατά κανόνα, τέτοιες αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, γενικευμένες και/ή εστιακές λοιμώξεις από µυκοβακτηρίδια και πνευμονία που προκαλείται από Pneumocystis jirovecii (προηγούμενα γνωστό ως Pneumocystis carinii). Οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα θα πρέπει να αξιολογούνται και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται. Επιπλέον, επανενεργοποίηση απλού έρπητα και έρπητα ζωστήρα έχει παρατηρηθεί σε κλινικές δοκιμές όπου η δαρουναβίρη συγχορηγήθηκε με χαμηλή δόση ριτοναβίρης.
Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως νόσος Graves και αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχει επίσης αναφερθεί να συμβαίνουν στο πλαίσιο του IRIS. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα συμβάντα μπορεί να εμφανιστούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).
Ευκαιριακές λοιμώξεις
Οι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν Symtuza ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία μπορεί να εξακολουθήσουν να αναπτύσσουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές της λοίμωξης από HIV και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να παραμένουν υπό στενή κλινική παρακολούθηση από ιατρούς με εμπειρία στην αντιμετώπιση ασθενών με σχετιζόμενες με τον HIV νόσους.
Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα
Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
Το Symtuza ενδείκνυται για χρήση ως ολοκληρωμένο θεραπευτικό σχήμα για την αντιμετώπιση της λοίμωξης από τον HIV-1 και δεν θα πρέπει να χορηγείται με άλλα αντιρετροϊκά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.5). Το Symtuza δεν θα πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία απαιτείται ενίσχυση της φαρμακοκινητικής με ριτοναβίρη ή κομπισιστάτη. Το Symtuza δεν θα πρέπει να συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν δισοπροξιλική τενοφοβίρη (ως φουμαρική, φωσφορική ή σουκινική), λαμιβουδίνη ή αδεφοβίρη διπιβοξίλη που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της λοίμωξης από τον HBV.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Έχουν αναφερθεί μειώσεις της οστικής πυκνότητας (BMD ≥ 4%) της σπονδυλικής στήλης και ολόκληρου του σώματος πλην της κεφαλής (TBLH) σε ασθενείς ηλικίας από 3 έως < 12 ετών οι οποίοι έλαβαν προϊόντα που περιείχαν τενοφοβίρη αλαφεναμίδη για 48 εβδομάδες (βλ. παράγραφο 4.8). Οι μακροχρόνιες επιδράσεις των μεταβολών της BMD στο αναπτυσσόμενο οστό, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου κατάγματος, είναι αβέβαιες. Συνιστάται μια διεπιστημονική
προσέγγιση για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την κατάλληλη παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Έκδοχα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί δοκιμές αλληλεπιδράσεων χρησιμοποιώντας το Symtuza. Οι αλληλεπιδράσεις που έχουν προσδιοριστεί σε μελέτες με τα επιμέρους συστατικά του Symtuza, δηλ., με τη δαρουναβίρη (σε συνδυασμό με χαμηλή δόση ριτοναβίρης), την κομπισιστάτη, την εμτρισιταβίνη ή την τενοφοβίρη αλαφεναμίδη, καθορίζουν τις αλληλεπιδράσεις που μπορεί να προκύψουν με το Symtuza.
Δαρουναβίρη και κομπισιστάτη
Η δαρουναβίρη είναι ένας αναστολέας του CYP3A, ένας ασθενής αναστολέας του CYP2D6 και ένας αναστολέας της P-gp. Η κομπισιστάτη είναι ένας αναστολέας μηχανισμού του CYP3A και ένας ασθενής αναστολέας του CYP2D6. Η κομπισιστάτη αναστέλλει τους μεταφορείς p-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp), BCRP, MATE1, OATP1B1 και OATP1B3. Η κομπισιστάτη δεν αναμένεται να αναστείλει τα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9 ή CYP2C19. Η κομπισιστάτη δεν αναμένεται να επάγει τα CYP1A2, CYP3A4, CYP2C9, CYP2C19, UGT1A1 ή την P-gp (MDR1).
Η συγχορήγηση του Symtuza με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A ή μεταφέρονται από τα P-gp, BCRP, MATE1, OATP1B1 και OATP1B3 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη συστηματική έκθεση σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα, γεγονός που θα μπορούσε να αυξήσει ή να παρατείνει τη θεραπευτική τους δράση και τις ανεπιθύμητες ενέργειες (βλέπε παράγραφο 4.3 ή τον παρακάτω πίνακα).
Το Symtuza δεν πρέπει να συνδυάζεται με φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η κάθαρση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το CYP3A και για τα οποία η αυξημένη συστηματική έκθεση συσχετίζεται με σοβαρά και/ή απειλητικά για τη ζωή συμβάντα (στενός θεραπευτικός δείκτης).
Η συγχορήγηση του Symtuza με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία έχουν ενεργό(ύς) μεταβολίτη(ες) που σχηματίζεται(ονται) από το CYP3A μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μειωμένες συγκεντρώσεις αυτού(ών) του(ων) ενεργού(ών) μεταβολίτη(ων) στο πλάσμα που πιθανώς να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής τους δράσης. Αυτές οι αλληλεπιδράσεις περιγράφονται στον πίνακα αλληλεπιδράσεων παρακάτω.
Η δαρουναβίρη και η κομπισιστάτη μεταβολίζονται από το CYP3A. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν τη δράση του CYP3A αναμένεται να αυξήσουν την κάθαρση της δαρουναβίρης και της κομπισιστάτης, οδηγώντας σε μειωμένες συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και της κομπισιστάτης στο πλάσμα (π.χ. εφαβιρένζη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, ριφαμπικίνη, ριφαπεντίνη, ριφαμπουτίνη, υπερικό/βαλσαμόχορτο) (βλ. παράγραφο 4.3 και πίνακα αλληλεπιδράσεων παρακάτω).
Η συγχορήγηση του Symtuza με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν το CYP3A μπορεί να μειώσει την κάθαρση της δαρουναβίρης και της κομπισιστάτης και μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις δαρουναβίρης και κομπισιστάτης στο πλάσμα (π.χ. αντιμυκητιασικά τύπου αζόλης όπως κλοτριμαζόλη). Αυτές οι αλληλεπιδράσεις περιγράφονται στον πίνακα αλληλεπιδράσεων παρακάτω.
Σε αντίθεση με τη ριτοναβίρη, η κομπισιστάτη δεν είναι επαγωγέας των CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19 ή UGT1A1. Σε περίπτωση αλλαγής της θεραπείας από ριτοναβίρη ως παράγοντα ενίσχυσης της φαρμακοκινητικής σε αυτό το σχήμα με κομπισιστάτη, απαιτείται προσοχή κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων εβδομάδων της θεραπείας με Symtuza, ιδιαίτερα αν οι δόσεις οποιουδήποτε συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος έχουν τιτλοποιηθεί ή προσαρμοστεί κατά τη διάρκεια χρήσης της ριτοναβίρης.
Εμτρισιταβίνη
In vitro και κλινικές φαρμακοκινητικές μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν δείξει ότι το δυναμικό για επαγόμενες από το CYP αλληλεπιδράσεις της εμτρισιταβίνης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα είναι χαμηλό.
Η εμτρισιταβίνη δεν ανέστειλε την αντίδραση γλυκουρονιδίωσης ενός μη ειδικού υποστρώματος της UGT in vitro. Η συγχορήγηση της εμτρισιταβίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που αποβάλλονται μέσω ενεργής σωληναριακής απέκκρισης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της εμτρισιταβίνης και/ή του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική λειτουργία μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της εμτρισιταβίνης.
Τενοφοβίρη αλαφεναμίδη
Η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη μεταφέρεται από την P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp) και την πρωτεΐνη αντοχής του καρκίνου του μαστού (BCRP). Τα φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη δραστηριότητα της P-gp και της BCRP μπορεί να οδηγήσουν σε μεταβολές της απορρόφησης της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν τη δραστηριότητα της P-gp (π.χ. ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη) αναμένεται να μειώσουν την απορρόφηση της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης, οδηγώντας σε μειωμένες συγκεντρώσεις της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της θεραπευτικής δράσης της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης και την ανάπτυξη αντοχής. Η συγχορήγηση της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την P-gp (π.χ., κομπισιστάτη, ριτοναβίρη, κυκλοσπορίνη) αναμένεται να αυξήσει την απορρόφηση και τη συγκέντρωση στο πλάσμα της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης. Δεν είναι γνωστό εάν η συγχορήγηση της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης με αναστολείς της οξειδάσης της ξανθίνης (π.χ. φεβουξοστάτη) θα αύξανε τη συστηματική έκθεση στην τενοφοβίρη.
Η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη δεν είναι αναστολέας των CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19 ή CYP2D6 in vitro. Δεν είναι αναστολέας του CYP3A4 in vivo. Η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη είναι υπόστρωμα των OATP1B1 και OATP1B3 in vitro. Η κατανομή της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης στον οργανισμό μπορεί να επηρεαστεί από τη δραστηριότητα των OATP1B1 και OATP1B3.
Πίνακας αλληλεπιδράσεων
Οι αναμενόμενες αλληλεπιδράσεις μεταξύ του Symtuza και των πιθανών συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων παρατίθενται στον Πίνακα 1 παρακάτω και βασίζονται στις μελέτες που διενεργήθηκαν με τα συστατικά του Symtuza μεμονωμένα ή σε συνδυασμό, ή αποτελούν ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις που μπορεί να εμφανιστούν.
Δοκιμές αλληλεπίδρασης με τα συστατικά του Symtuza έχουν διεξαχθεί μόνο σε ενήλικες.
Το προφίλ αλληλεπιδράσεων της δαρουναβίρης εξαρτάται από το αν η ριτοναβίρη ή η κομπισιστάτη χρησιμοποιούνται ως ενισχυτικοί παράγοντες φαρμακοκινητικής. Συνεπώς, ενδέχεται να υπάρχουν διαφορετικές συστάσεις για τη χρήση της δαρουναβίρης κατά τη συγχορήγηση με άλλα φάρμακα.
Ανατρέξτε στις πληροφορίες συνταγογράφησης της δαρουναβίρης για περισσότερες πληροφορίες.
Ο παρακάτω κατάλογος παραδειγμάτων αλληλεπιδράσεων δεν είναι πλήρης και ως εκ τούτου θα πρέπει να συμβουλευτείτε την επισήμανση κάθε φαρμακευτικού προϊόντος που συγχορηγείται με το Symtuza για πληροφορίες σχετικά με την οδό του μεταβολισμού, τις οδούς αλληλεπίδρασης, τους δυνητικούς κινδύνους και συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά στη συγχορήγηση.
| Πίνακας 1: Αλληλεπιδράσεις μεταξύ των επιμέρους συστατικών του Symtuza με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα | ||
| ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ | ||
| Παραδείγματα φαρμακευτικών προϊόντων ανά θεραπευτικήκατηγορία | Αλληλεπίδραση | Συστάσεις αναφορικά με τη συγχορήγηση |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ α1 ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ | ||
| Αλφουσοζίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τιςσυγκεντρώσεις της αλφουσοζίνης (αναστολή του CYP3A4) | Η ταυτόχρονη χρήση του Symtuza με αλφουσοζίνη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ | ||
| Αλφαιντανύλη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της αλφαιντανύλης στο πλάσμα. | Η ταυτόχρονη χρήση με το Symtuza ενδέχεται να απαιτεί μείωση της δόσης της αλφαιντανύλης και απαιτεί παρακολούθηση των κινδύνωνγια παρατεταμένη ή όψιμη αναπνευστική καταστολή. |
| ΑΝΤΙΟΞΙΝΑ | ||
| Υδροξείδιο αργιλίου/μαγνησίου Ανθρακικό ασβέστιο | Δεν αναμένεται μηχανιστική αλληλεπίδραση βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων. | Το Symtuza και τα αντιόξινα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα χωρίς προσαρμογή της δόσης. |
| ΑΝΤΙΣΤΗΘΑΓΧΙΚΑ/ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΑ | ||
| Δισοπυραμίδη Φλεκαϊνίδη Μεξιλετίνη ΠροπαφαινόνηΛιδοκαΐνη (συστηματική)Αμιωδαρόνη Δρονεδαρόνη Ιβαμπραδίνη ΚινιδίνηΡανολαζίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιαρρυθμικών στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3A) | Απαιτείται προσοχή και συνιστάται παρακολούθηση των συγκεντρώσεων, εάν είναι διαθέσιμες, για αυτά τα αντιαρρυθμικά κατά τη συγχορήγηση με Symtuza.Η συγχορήγηση αμιωδαρόνης, δρονεδαρόνης, ιβαμπραδίνης, κινιδίνης ή ρανολαζίνης με Symtuza αντενδείκνυται (βλ.παράγραφο 4.3). |
| Διγοξίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της διγοξίνης στο πλάσμα.(αναστολή της P-γλυκοπρωτεΐνης) | Σε ασθενείς που λαμβάνουν Symtuza συνιστάται αρχικά να χορηγείται η χαμηλότερη δυνατή δόση διγοξίνης. Η δόση της διγοξίνης πρέπει να τιτλοποιείται προσεκτικά για να εξασφαλιστεί η επιθυμητή κλινική δράση ενώ ταυτόχρονα πρέπει νααξιολογείται η συνολική κλινική κατάσταση του ατόμου. |
| ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ | ||
| Κλαριθρομυκίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η κλαριθρομυκίνη αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και/ή της κομπισιστάτης στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3A)Οι συγκεντρώσεις της κλαριθρομυκίνης ενδέχεται να αυξηθούν με τη συγχορήγηση του συνδυασμού DRV/COBI. (αναστολή του CYP3A) | Απαιτείται προσοχή όταν η κλαριθρομυκίνη συνδυάζεται με Symtuza.Για τους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να εξετάζεται η Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της κλαριθρομυκίνης όσον αφορά τη συνιστώμενη δόση. |
| ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΟ/ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΩΝ | ||
| Απιξαμπάνη Ριβαροξαμπάνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η συγχορήγηση του Symtuza με αυτά τα αντιπηκτικά μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αντιπηκτικού.(αναστολή του CYP3A και/ή της P-γλυκοπρωτεΐνης) | Η συγχορήγηση του Symtuza με ένα άμεσα δρων από στόματος αντιπηκτικό (DOAC) που μεταβολίζεται από το CYP3A4 και μεταφέρεται από την P-gp δεν συνιστάται καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένοκίνδυνο αιμορραγίας. |
| Δαβιγατράνη ετεξιλική ΕδοξαμπάνηΤικαγρελόρηΚλοπιδογρέλη | δαβιγατράνη ετεξιλική (150 mg): δαρουναβίρη/κομπιστιτάτη 800/150 mg εφάπαξ δόση: δαβιγατράνη AUC ↑ 164% δαβιγατράνη Cmax ↑ 164%δαρουναβίρη/κομπιστιτάτη 800/150 mg άπαξ ημερησίως: δαβιγατράνη AUC ↑ 88% δαβιγατράνη Cmax ↑ 99%Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η συγχορήγηση του συνδυασμού DRV/COBI με τικαγρελόρη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της τικαγρελόρης. (αναστολή του CYP3A και/ή της P-γλυκοπρωτεΐνης).Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η συγχορήγηση του Symtuza με κλοπιδογρέλη αναμένεται να μειώσει τη συγκέντρωση του ενεργού μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης στο πλάσμα, που μπορεί να μειώσει την αντιαιμοπεταλιακή δραστηριότητατης κλοπιδογρέλης. | Απαιτείται κλινική παρακολούθηση και μείωση της δόσης όταν ένα DOAC που μεταφέρεται από την P-gp αλλά δεν μεταβολίζεται από το CYP3A4, συμπεριλαμβανομένης της ετεξιλικής δαβιγατράνης και της εδοξαμπάνης, συγχορηγείται με Symtuza.Η ταυτόχρονη χορήγηση του Symtuza με τικαγρελόρη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).Η συγχορήγηση του Symtuza με κλοπιδογρέλη δεν συνιστάται. Συνιστάται η χρήση άλλων αντιαιμοπεταλιακών φαρμάκων που δεν επηρεάζονται από την αναστολή ή την επαγωγή του CYP (π.χ. πρασουγρέλη) (βλ. παράγραφο 4.3). |
| Βαρφαρίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, ο συνδυασμός DRV/COBI μπορεί να μεταβάλλει τις συγκεντρώσεις της βαρφαρίνης στο πλάσμα. | Συνιστάται η παρακολούθηση της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (international normalized ratio, INR) όταν η βαρφαρίνησυγχορηγείται με Symtuza. |
| ΑΝΤΙΕΠΙΛΗΠΤΙΚΑ | ||
| Καρβαμαζεπίνη Φαινοβαρβιτάλη ΦαινυτοΐνηΟξκαρβαζεπίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, τα εν λόγω αντιεπιληπτικά αναμένεται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και/ή της κομπισιστάτης και/ή της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης στο πλάσμα.(επαγωγή του CYP3A και/ή της P-γλυκοπρωτεΐνης). | Η συγχορήγηση του Symtuza με τα εν λόγω αντιεπιληπτικά αντενδείκνυται (βλ.παράγραφο 4.3).Η συγχορήγηση του Symtuza με οξκαρβαζεπίνη δεν συνιστάται. Θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση εναλλακτικών αντιεπιληπτικών. |
| Κλοναζεπάμη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, το Symtuza αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της κλοναζεπάμης. (αναστολή τουCYP3A) | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση Symtuza με κλοναζεπάμη. |
| ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ | ||
| Φυτικά συμπληρώματα Υπερικό/βαλσαμόχορτο | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, το υπερικό/βαλσαμόχορτο αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και/ή της κομπισιστάτης και/ή της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης στο πλάσμα.(επαγωγή του CYP3A και/ή της P-γλυκοπρωτεΐνης) | Η συγχορήγηση του Symtuza με υπερικό/βαλσαμόχορτο αντενδείκνυται (βλ.παράγραφο 4.3). |
| Παροξετίνη ΣερτραλίνηΑμιτριπτυλίνη Δεσιπραμίνη Ιμιπραμίνη Νορτριπτυλίνη Τραζοδόνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των εν λόγω αντικαταθλιπτικών στο πλάσμα. (αναστολή του CYP2D6 και/ή του CYP3A)Ωστόσο, προηγούμενα δεδομένα με ενισχυμένη με ριτοναβίρη δαρουναβίρη έδειξαν μία μείωση των συγκεντρώσεων αυτών των αντικαταθλιπτικών στο πλάσμα (άγνωστος μηχανισμός). Το τελευταίο μπορεί να είναι ειδικό για τη ριτοναβίρη.Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των εν λόγω αντικαταθλιπτικών στο πλάσμα.(αναστολή του CYP2D6 και/ή του CYP3A) | Εάν αυτά τα αντικαταθλιπτικά πρόκειται να χρησιμοποιηθούν με Symtuza, συνιστάται κλινική παρακολούθηση ενώ μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης του αντικαταθλιπτικού. |
| ΑΝΤΙΔΙΑΒΗΤΙΚΑ | ||
| Μετφορμίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της μετφορμίνης στο πλάσμα.(αναστολή MATE1) | Συνιστάται προσεκτική κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης στους ασθενείς που λαμβάνουν Symtuza. |
| ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΑ | ||
| Δομπεριδόνη | Δεν έχει μελετηθεί. | Η συγχορήγηση δομπεριδόνης με Symtuza αντενδείκνυται. |
| ΑΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΣΙΚΑ | ||
| Κλοτριμαζόλη Φλουκοναζόλη ΙτρακοναζόληΙσαβουκοναζόλη ΠοσακοναζόληΒορικοναζόλη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιμυκητιασικών στο πλάσμα, και οι συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης, της κομπισιστάτης και/ή της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης ενδέχεται να αυξηθούν από τα αντιμυκητιασικά. (αναστολή του CYP3A και/ή τηςP-γλυκοπρωτεΐνης)Οι συγκεντρώσεις της βορικοναζόλης ενδέχεται να αυξηθούν ή να μειωθούν κατά τη συγχορήγηση με DRV/COBI. | Απαιτείται προσοχή και συνιστάται κλινική παρακολούθηση.Όταν απαιτείται συγχορήγηση, η ημερήσια δόση της ιτρακοναζόλης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 200 mg.Η βορικοναζόλη δεν πρέπει να συνδυάζεται με το Symtuza, εκτός εάν η αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου δικαιολογεί τη χρήση τηςβορικοναζόλης. |
| ΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΟΥΡΙΚΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ | ||
| Κολχικίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της κολχικίνης στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A και/ή της P-γλυκοπρωτεΐνης) | Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική ή ηπατική λειτουργία για τους οποίους απαιτείται θεραπεία με Symtuza, συνιστάται μείωση της δόσης της κολχικίνης ή διακοπή της θεραπείας με κολχικίνη.Ο συνδυασμός κολχικίνης με Symtuza αντενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βλ.παράγραφο 4.3). |
| ΑΝΘΕΛΟΝΟΣΙΑΚΑ | ||
| Αρτεμεθέρη/Λουμεφαντρίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της λουμεφαντρίνης στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3A) | Το Symtuza και η αρτεμεθέρη/λουμεφαντρίνη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογές της δόσης. Ωστόσο, λόγω της αύξησης στην έκθεση στη λουμεφαντρίνη, ο συνδυασμός πρέπει ναχρησιμοποιείται με προσοχή. |
| ΑΝΤΙΜΥΚΟΒΑΚΤΗΡΙΔΙΑΚΑ | ||
| Ριφαμπικίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η ριφαμπικίνη αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και/ή της κομπισιστάτης και/ή της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης στο πλάσμα.(επαγωγή του CYP3A και/ή της P-γλυκοπρωτεΐνης) | Ο συνδυασμός ριφαμπικίνης και Symtuza αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| Ριφαμπουτίνη Ριφαπεντίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, τα εν λόγω αντιμυκοβακτηριδιακά αναμένεται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και/ή της κομπισιστάτης και/ή της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης στο πλάσμα.(επαγωγή του CYP3A και/ή της P-γλυκοπρωτεΐνης) | Η συγχορήγηση του Symtuza με ριφαμπουτίνη και ριφαπεντίνη δεν συνιστάται. Εάν απαιτείται ο συνδυασμός τους, η συνιστώμενη δόση της ριφαμπουτίνης είναι 150 mg3 φορές την εβδομάδα σε καθορισμένες ημέρες (για παράδειγμαΔευτέρα-Τετάρτη-Παρασκευή). Απαιτείται αυξημένη παρακολούθηση για σχετιζόμενες με τη ριφαμπουτίνη ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας και της ραγοειδίτιδας, λόγω της αναμενόμενης αύξησης στην έκθεση στη ριφαμπουτίνη. Η περαιτέρω μείωση της δόσης της ριφαμπουτίνης δεν έχει μελετηθεί. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η δόση των 150 mg δύο φορές εβδομαδιαίως ενδέχεται να μην παρέχει τη βέλτιστη έκθεση στη ριφαμπουτίνη οδηγώντας, συνεπώς, σε κίνδυνο εμφάνισης αντοχής στη ριφαμυκίνη και σε αποτυχία της θεραπείας. Πρέπει να δίνεται προσοχή στην επίσημη οδηγία για την κατάλληλη θεραπεία της φυματίωσης σε ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV.Αυτή η σύσταση διαφέρει από την ενισχυμένη με ριτοναβίρη δαρουναβίρη. Για περισσότερες λεπτομέρειες, συμβουλευτείτε την Περίληψη τωνΧαρακτηριστικών του Προϊόντος της δαρουναβίρης. |
| ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΑ | ||
| Δασατινίμπη Νιλοτινίμπη Βινβλαστίνη Βινκριστίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των εν λόγω αντινεοπλασματικών φαρμάκων στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A) | Οι συγκεντρώσεις αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται να αυξηθούν κατά τη συγχορήγηση με το Symtuza, οδηγώντας σε δυνητική αύξηση των ανεπιθύμητων συμβάντων, τα οποία σχετίζονται συνήθως με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά το συνδυασμό καθενός εξ’ αυτών των αντινεοπλασματικών παραγόντων με το Symtuza. |
| Εβερόλιμους Ιρινοτεκάνη | Η ταυτόχρονη χρήση εβερόλιμους ή ιρινοτεκάνης με Symtuza δεν συνιστάται. | |
| ΑΝΤΙΨΥΧΩΣΙΚΑ/ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΑ | ||
| Περφαιναζίνη Ρισπεριδόνη Θειοριδαζίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των εν λόγω νευροληπτικών στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3A, του CYP2D6 και/ή της P-gp) | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση του Symtuza με περφαιναζίνη, ρισπεριδόνη ή θειοριδαζίνη. Για αυτά τα νευροληπτικά, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης του νευροληπτικού κατά τη συγχορήγηση με το Symtuza. |
| Λουρασιδόνη Πιμοζίδη Κουετιαπίνη Σερτινδόλη | Ο συνδυασμός λουρασιδόνης, πιμοζίδης, κουετιαπίνης ή σερτινδόλης και Symtuzaαντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). | |
| β-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ | ||
| Καρβεδιλόλη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο | Συνιστάται κλινική |
| Μετοπρολόλη | συνδυασμός DRV/COBI | παρακολούθηση κατά τη |
| Τιμολόλη | αναμένεται να αυξήσει τις | συγχορήγηση του Symtuza με β- |
| συγκεντρώσεις των εν λόγω β- | αποκλειστές, ενώ θα πρέπει να | |
| αποκλειστών στο πλάσμα. | εξετάζεται το ενδεχόμενο | |
| (αναστολή του CYP2D6) | χορήγησης χαμηλότερης δόσης | |
| β-αποκλειστών. | ||
| ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ | ||
| Αμλοδιπίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο | Κατά τη συγχορήγηση αυτών |
| Διλτιαζέμη | συνδυασμός DRV/COBI | των φαρμακευτικών προϊόντων |
| Φελοδιπίνη | αναμένεται να αυξήσει τις | με Symtuza συνιστάται κλινική |
| Νικαρδιπίνη | συγκεντρώσεις των εν λόγω | παρακολούθηση. |
| Νιφεδιπίνη | αποκλειστών των διαύλων | |
| Βεραπαμίλη | ασβεστίου στο πλάσμα. | |
| (αναστολή του CYP3A) | ||
| ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ | ||
| Κορτικοστεροειδή που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A (συμπεριλαμβανομένης της βηταμεθαζόνης, της βουδεσονίδης, της φλουτικαζόνης, της μομεταζόνης, της πρεδνιζόνης και της τριαμσινολόνης) | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των κορτικοστεροειδών στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3A) | Η ταυτόχρονη χρήση του Symtuza και κορτικοστεροειδών (όλες οι οδοί χορήγησης) που μεταβολίζονται από το CYP3A ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης συστηματικών επιδράσεων των κορτικοστεροειδών, συμπεριλαμβανομένων του συνδρόμου Cushing και της καταστολής των επινεφριδίων. |
| Η συγχορήγηση με κορτικοστεροειδή που μεταβολίζονται από το CYP3A δε συνιστάται, εκτός εάν το πιθανό όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου, και σε αυτήν την περίπτωση οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών. | ||
| Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικών κορτικοστεροειδών, τα οποία εξαρτώνται λιγότερο από τον μεταβολισμό από το CYP3A, π.χ. βεκλομεθαζόνη, ιδιαίτεραγια μακροχρόνια χρήση. | ||
| Δεξαμεθαζόνη (συστηματική) | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η (συστηματική) δεξαμεθαζόνη αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και/ή της κομπισιστάτης στο πλάσμα.(επαγωγή του CYP3A) | Η συστηματική δεξαμεθαζόνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συνδυάζεται με Symtuza. |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΕΝΔΟΘΗΛΙΝΗΣ | ||
| Βοσεντάνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, η βοσεντάνη αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και/ή της κομπισιστάτης στο πλάσμα. (επαγωγή του CYP3A)Το Symtuza αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της βοσεντάνης στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3A) | Η συγχορήγηση του Symtuza με βοσεντάνη δεν συνιστάται. |
| ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΕΡΓΟΤΑΜΙΝΗΣ | ||
| π.χ. | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, ο | Η συγχορήγηση του Symtuza με |
| Διϋδροεργοταμίνη | συνδυασμός DRV/COBI μπορεί | παράγωγα της εργοταμίνης |
| Εργομετρίνη | να αυξήσει την έκθεση στα | αντενδείκνυται (βλ. |
| Εργοταμίνη | παράγωγα της εργοταμίνης. | παράγραφο 4.3). |
| Μεθυλεργονοβίνη | ||
| ΑΝΤΙ-ΙΙΚΑ ΑΜΕΣΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΟ ΤΗΣ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑΣ C (HCV) | ||
| Αναστολείς πρωτεάσης NS3-4A | ||
| Ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων το Symtuza μπορεί να αυξήσει την έκθεση σε τη γκραζοπρεβίρη. (αναστολή των OATP1B και CYP3A) | Η ταυτόχρονη χρήση του Symtuza με ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3) |
| Γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, ο συνδυασμός DRV/COBI ενδέχεται να αυξήσει την έκθεση σε γκλεκαπρεβίρη και πιμπρεντασβίρη.(αναστολή των P-gp, BCRP και/ή OATP1B1/3) | Δεν συνιστάται η συγχορήγηση Symtuza με γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη. |
| Ντακλατασβίρη Λεντιπασβίρη Σοφοσμπουβίρη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, δεν αναμένονται κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις. | Το Symtuza και η σοφοσμπουβίρη, ο συνδυασμός σοφοσμπουβίρης/λεντιπασβίρης ή το daclatasvir μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταυτόχροναχωρίς προσαρμογή της δόσης |
| Φυτικά προϊόντα | ||
| Υπερικό/βαλσαμόχορτο | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, το | Η ταυτόχρονη χρήση του |
| (Hypericum perforatum) | υπερικό/βαλσαμόχορτο ενδέχεται | Symtuza με αυτά τα |
| να μειώσει σημαντικά την έκθεση | φαρμακευτικά προϊόντα | |
| στα DRV/COBI (επαγωγή του | αντενδείκνυται (βλ. | |
| CYP3A4) και TAF. | παράγραφο 4.3). | |
| (επαγωγή της P-gp) | ||
| ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΗΣ HMG CO-A ΑΝΑΓΩΓΑΣΗΣ | ||
| Ατορβαστατίνη Φλουβαστατίνη Πιταβαστατίνη Πραβαστατίνη Ροσουβαστατίνη | Ατορβαστατίνη (10 mg μία φορά την ημέρα):ατορβαστατίνη AUC ↑ 290% ατορβαστατίνη Cmax ↑ 319% ατορβαστατίνη Cmin ND | Η ταυτόχρονη χρήση ενός αναστολέα της HMG CoA αναγωγάσης και του Symtuza ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αντιλιπιδαιμικού παράγοντα στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως μυοπάθεια.Όταν είναι επιθυμητή η χορήγηση αναστολέων της HMG CoA αναγωγάσης μαζί με Symtuza, συνιστάται έναρξη της θεραπείας με τη χαμηλότερη δόση και τιτλοποίηση μέχρι την επιθυμητή κλινική δράση, με παράλληλη παρακολούθηση της ασφάλειας.Η ταυτόχρονη χρήση του Symtuza με λοβαστατίνη και σιμβαστατίνη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| Ροσουβαστατίνη (10 mg μία φορά την ημέρα):ροσουβαστατίνη AUC ↑ 93% ροσουβαστατίνη Cmax ↑ 277% ροσουβαστατίνη Cmin ND | ||
| Λοβαστατίνη Σιμβαστατίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της φλουβαστατίνης, της πιταβαστατίνης, της πραβαστατίνης, της λοβαστατίνης και της σιμβαστατίνης στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A και/ή μεταφορά) | |
| ΑΛΛΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΛΙΠΙΔΙΩΝ | ||
| Λομιταπίδη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, το Symtuza αναμένεται να αυξήσει την έκθεση στη λομιταπίδη όταν συγχορηγούνται.(αναστολή του CYP3A) | Η συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3) |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΩΝ H2 ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ | ||
| Σιμετιδίνη Φαμοτιδίνη Νιζατιδίνη Ρανιτιδίνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, δεν αναμένεται μηχανιστική αλληλεπίδραση. | Το Symtuza μπορεί να συγχορηγηθεί με ανταγωνιστέςτων H2-υποδοχέων χωρίς προσαρμογή της δόσης. |
| ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ | ||
| Κυκλοσπορίνη Σιρόλιμους Τακρόλιμους | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των ανοσοκατασταλτικών στο πλάσμα. (αναστολή του CYP3A)Η συγχορήγηση κυκλοσπορίνης αναμένεται να αυξήσεις τις συγκεντρώσεις της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης στο πλάσμα. (αναστολή της P-gp) | Κατά τη συγχορήγηση με Symtuza πρέπει να γίνεται παρακολούθηση της συγκέντρωσης του ανοσοκατασταλτικού παράγοντα. |
| Εβερόλιμους | Η ταυτόχρονη χρήση του εβερόλιμους με Symtuza δεν συνιστάται. | |
| ΕΙΣΠΝΕΟΜΕΝΟΙ Β-ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ | ||
| Σαλμετερόλη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της σαλμετερόλης στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A) | Η ταυτόχρονη χρήση της σαλμετερόλης και του Symtuza δεν συνιστάται. Ο συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων συμβάντων με τη σαλμετερόλη, όπως παράταση του διαστήματος QT, αίσθημα παλμών καιφλεβοκομβική ταχυκαρδία. |
| ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΑΝΑΛΓΗΤΙΚΑ/ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΓΙΑ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΑΠΟ ΟΠΙΟΕΙΔΗ | ||
| Βουπρενορφίνη/ναλοξόνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, ο συνδυασμός DRV/COBI μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της βουπρενορφίνης και/ή της νορβουπρενορφίνης στο πλάσμα. | Ενδέχεται να μην απαιτείται προσαρμογή της δόσης της βουπρενορφίνης κατά τη συγχορήγηση με το Symtuza, αλλά συνιστάται προσεκτική κλινική παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από οπιούχα. |
| Μεθαδόνη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, ο συνδυασμός DRV/COBI μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της μεθαδόνης στο πλάσμα.Με ενισχυμένη με ριτοναβίρη δαρουναβίρη, παρατηρήθηκε μικρή μείωση των συγκεντρώσεων της μεθαδόνης στο πλάσμα. Για περισσότερες λεπτομέρειες, συμβουλευθείτε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών τουΠροϊόντος της δαρουναβίρης. | Δεν αναμένεται προσαρμογή της δόσης της μεθαδόνης κατά την έναρξη συγχορήγησης με το Symtuza. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση, καθώς η θεραπεία συντήρησης ενδέχεται να χρειαστεί να προσαρμοστεί σε ορισμένους ασθενείς. |
| Φαιντανύλη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, ο | Κατά τη συγχορήγηση του |
| Οξυκωδόνη | συνδυασμός DRV/COBI μπορεί | Symtuza με αυτά τα αναλγητικά |
| Τραμαδόλη | να αυξήσει τις συγκεντρώσεις | συνιστάται κλινική |
| αυτών των αναλγητικών στο | παρακολούθηση. | |
| πλάσμα. | ||
| (αναστολή του CYP2D6 και/ή του | ||
| CYP3A) | ||
| ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΠΤΙΚΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ | ||
| Δροσπιρενόνη Αιθινυλοιστραδιόλη(3 mg/0,02 mg μία φορά την ημέρα)ΑιθινυλοιστραδιόληΝορεθινδρόνη | δροσπιρενόνη AUC ↑ 58% δροσπιρενόνη Cmax ↑ 15% δροσπιρενόνη Cmin NDαιθινυλοιστραδιόλη AUC ↓ 30% αιθινυλοιστραδιόλη Cmax ↓ 14% αιθινυλοιστραδιόλη Cmin NDΒάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, ο συνδυασμός DRV/COBI μπορεί να μεταβάλλει τις συγκεντρώσεις της νορεθινδρόνης στο πλάσμα. | Συνιστώνται εναλλακτικές ή πρόσθετες αντισυλληπτικές μέθοδοι όταν αντισυλληπτικά με βάση τα οιστρογόνα συγχορηγούνται με Symtuza. Οι ασθενείς που χρησιμοποιούν οιστρογόνα ως θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά για σημεία ανεπάρκειας οιστρογόνων.Όταν το Symtuza συγχορηγείται με ένα προϊόν που περιέχει δροσπιρενόνη, συνιστάται κλινική παρακολούθηση λόγω της δυνητικής εμφάνισηςυπερκαλιαιμίας. |
| ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΟΠΙΟΕΙΔΩΝ | ||
| Ναλοξεγκόλη | Δεν έχει μελετηθεί. | Η συγχορήγηση Symtuza και ναλοξεγκόλης αντενδείκνυται. |
| ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗΣ ΤΥΠΟΥ 5 (PDE-5) | ||
| Για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίαςΣιλδεναφίλη Ταδαλαφίλη Βαρδεναφίλη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αναστολέων της PDE-5 στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A) | Η ταυτόχρονη χρήση των αναστολέων της PDE-5 για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας με το Symtuza θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Εάν ενδείκνυται ταυτόχρονη χρήση του Symtuza με σιλδεναφίλη, βαρδεναφίλη ή ταδαλαφίλη, συνιστάται η εφάπαξ δόση της σιλδεναφίλης να μην υπερβαίνει τα 25 mg σε 48 ώρες, η εφάπαξ δόση της βαρδεναφίλης να μην υπερβαίνει τα 2,5 mg σε 72 ώρες ή η εφάπαξ δόση της ταδαλαφίλης να μην υπερβαίνει τα 10 mg σε 72 ώρες. |
| Αβαναφίλη | Ο συνδυασμός αβαναφίλης και Symtuza αντενδείκνυται (βλ.παράγραφο 4.3). | |
| Για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασηςΣιλδεναφίλη Ταδαλαφίλη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αναστολέων της PDE-5 στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A) | Η ασφαλής και αποτελεσματική δόση της σιλδεναφίλης για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης σε συγχορήγηση με Symtuza δεν έχει τεκμηριωθεί. Υπάρχει αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης σχετιζόμενων με τη σιλδεναφίλη ανεπιθύμητων συμβάντων (περιλαμβάνονται οπτικές διαταραχές, υπόταση, παρατεταμένη στύση και συγκοπή). Ως εκ τούτου, αντενδείκνυται η συγχορήγηση Symtuza και σιλδεναφίλης όταν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (βλ. παράγραφο 4.3).Η συγχορήγηση της ταδαλαφίλης για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακήςυπέρτασης με Symtuza δεν συνιστάται. |
| ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΑΝΤΛΙΑΣ ΠΡΩΤΟΝΙΩΝ | ||
| Δεξλανσοπραζόλη Εσομεπραζόλη Λανσοπραζόλη Ομεπραζόλη Παντοπραζόλη Ραβεπραζόλη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων, δεν αναμένεται μηχανιστική αλληλεπίδραση. | Το Symtuza μπορεί να συγχορηγηθεί με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων χωρίς προσαρμογές της δόσης. |
| ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ/ΥΠΝΩΤΙΚΑ | ||
| Βουσπιρόνη Κλοραζεπάτη Διαζεπάμη Εσταζολάμη ΦλουραζεπάμηΜιδαζολάμη (παρεντερικά) ΖολπιδέμηΜιδαζολάμη (από στόματος) Τριαζολάμη | Βάσει θεωρητικών εκτιμήσεων ο συνδυασμός DRV/COBI αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των κατασταλτικών/υπνωτικών στο πλάσμα.(αναστολή του CYP3A) | Συνιστάται κλινική παρακολούθηση κατά τη συγχορήγηση του Symtuza με αυτά τα κατασταλτικά/υπνωτικά, και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης χαμηλότερης δόσης κατασταλτικών/υπνωτικών.Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση Symtuza και παρεντερικής μιδαζολάμης.Εάν το Symtuza συγχορηγείται με παρεντερική μιδαζολάμη, η συγχορήγηση θα πρέπει να πραγματοποιείται σε μονάδα εντατικής θεραπείας ή σε παρόμοιες συνθήκες, γεγονός που διασφαλίζει στενή κλινική παρακολούθηση και κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση σε περίπτωση αναπνευστικής καταστολής και/ή παρατεταμένης καταστολής. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης της μιδαζολάμης, ειδικά εάν χορηγούνται περισσότερες από μία δόσεις μιδαζολάμης.Η συγχορήγηση από στόματος μιδαζολάμης ή τριαζολάμης και Symtuza αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). |
| ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΩΡΗ ΕΚΣΠΕΡΜΑΤΙΣΗ | ||
| Δαποξετίνη | Δεν έχει μελετηθεί. | Η συγχορήγηση Symtuza με δαποξετίνη αντενδείκνυται. |
| ΟΥΡΟΛΟΓΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ | ||
| Φεσοτεροδίνη Σολιφενασίνη | Δεν έχουν μελετηθεί. | Χρήση με προσοχή. Παρακολουθήστε τις ανεπιθύμητες ενέργειες της φεσοτεροδίνης ή της σολιφενασίνης, μπορεί να είναι απαραίτητη μείωση της δόσης της φεσοτεροδίνης ή τηςσολιφενασίνης. |
Κύηση
Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης λιγότερες από 300) από τη χρήση του Symtuza σε έγκυες γυναίκες. Τα δεδομένα από σχετικά περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης μεταξύ 300-1.000) καταδεικνύουν τη μη ύπαρξη συγγενών διαμαρτυριών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό από τη χρήση δαρουναβίρης, κομπισιστάτης ή τενοφοβίρης αλαφεναμίδης. Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης περισσότερες από 1.000) καταδεικνύουν τη μη ύπαρξη συγγενών διαμαρτυριών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό που να σχετίζεται με εμτρισιταβίνη.
Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα της δαρουναβίρης ή της εμτρισιταβίνης στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση τοξικότητα της κομπισιστάτης ή της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη (δύο από τα συστατικά του Symtuza) κατά τη διάρκεια της κύησης οδηγεί σε χαμηλή έκθεση στη δαρουναβίρη (βλ. παράγραφο 5.2), η οποία ενδέχεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας και αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης του HIV στο παιδί. Ως εκ τούτου, η θεραπεία με αυτόν τον FDC δεν θα πρέπει να ξεκινάει κατά τη διάρκεια της κύησης, και οι γυναίκες που μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Symtuza θα πρέπει να μεταβαίνουν σε ένα εναλλακτικό σχήμα (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Θηλασμός
Η εμτρισιταβίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Με βάση δημοσιευμένα δεδομένα, η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε χαμηλά επίπεδα. Η σχετική βρεφική δόση (RID) εκτιμάται ότι είναι κάτω από το 0,1% της προσαρμοσμένης ως προς το σωματικό βάρος της μητέρας δόσης. Δεν είναι γνωστό εάν η δαρουναβίρη ή η κομπισιστάτη απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα.
Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η δαρουναβίρη και η κομπισιστάτη απεκκρίνονται στο γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η δαρουναβίρη εκκρίνεται στο γάλα και σε υψηλά επίπεδα
(1.000 mg/kg/ημέρα) οδήγησε σε τοξικότητα στους απογόνους.
Εξαιτίας της πιθανότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στα βρέφη που θηλάζουν, στις γυναίκες θα πρέπει να δίδονται οδηγίες να μην θηλάζουν σε περίπτωση που λαμβάνουν Symtuza.
Προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος, συνιστάται οι γυναίκες που ζουν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους.
Γονιμότητα
Δεν διατίθενται δεδομένα στον άνθρωπο για την επίδραση της δαρουναβίρης, της κομπισιστάτης, της εμτρισιταβίνης ή της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης στη γονιμότητα. Στα ζώα δεν παρατηρήθηκε επίδραση στις παραμέτρους του ζευγαρώματος ή στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Βάσει μελετών σε ζώα, δεν αναμένεται επίδραση στην αναπαραγωγή ή στη γονιμότητα με το Symtuza.
ν
Το Symtuza έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι μπορεί να εμφανιστεί ζάλη κατά τη θεραπεία με το Symtuza (βλ. παράγραφο 4.8).
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Το συνολικό προφίλ ασφάλειας του Symtuza βασίζεται σε δεδομένα από μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, Φάσης 2 συγκριτική δοκιμή, την GS-US-299-0102 (N = 103 υπό θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη/εμτρισιταβίνη/τενοφοβίρη αλαφεναμίδη [D/C/F/TAF]), δεδομένα από 2 Φάσης 3 δοκιμές, την TMC114FD2HTX3001 (AMBER, N = 362 υπό θεραπεία με D/C/F/TAF) και την TMC114IFD3013 (EMERALD, N = 763 υπό θεραπεία με D/C/F/TAF), καθώς και στο σύνολο των διαθέσιμων κλινικών δοκιμών και μετεγκριτικών δεδομένων των συστατικών του. Καθώς το Symtuza περιέχει δαρουναβίρη, κομπισιστάτη, εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη αλαφεναμίδη, ενδέχεται να αναμένονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με κάθε ένα από τα επιμέρους συστατικά του.
Οι πιο συχνές (> 5%) ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς στη μελέτη Φάσης 2 (GS-US-299-0102) και στη μελέτη Φάσης 3 (AMBER, TMC114FD2HTX3001, ανάλυση Εβδομάδας 96) ήταν διάρροια (22,6%), κεφαλαλγία (13,1%), εξάνθημα (12,7%), ναυτία
(9,7%), κόπωση (8,0%) και κοιλιακό άλγος (5,8%).
Οι πιο συχνές (> 5%) ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κατεσταλμένους ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με θεραπεία (μελέτη EMERALD TMC114IFD3013, ανάλυση Εβδομάδας 96) ήταν διάρροια (10,5%), κεφαλαλγία (10,4%), αρθραλγία (7,7%), κοιλιακό άλγος (7,5%), κόπωση
(5,9%) και εξάνθημα (5,1%).
Συγκεντρωτικός κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα (SOC) και συχνότητα στον Πίνακα 2. Οι κατηγορίες συχνότητας εμφάνισης ορίζονται ως ακολούθως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) και μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Πίνακας 2 | |
| Κατηγορία /οργανικό σύστημα κατά MedDRAΚατηγορία συχνότητας | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | |
| συχνές | αναιμία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| συχνέςόχι συχνές | υπερευαισθησία (σε φάρμακο)φλεγμονώδες σύνδρομο ανοσολογικής ανασύστασης |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | |
| συχνέςόχι συχνές | σακχαρώδης διαβήτης, ανορεξία, υπερχοληστερολαιμία, χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη αυξημένη, υπερτριγλυκεριδαιμία, υπερλιπιδαιμία, δυσλιπιδαιμίαυπεργλυκαιμία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| συχνές | ανώμαλα όνειρα |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| πολύ συχνέςσυχνές | κεφαλαλγίαζάλη |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | |
| πολύ συχνές συχνέςόχι συχνές | διάρροιαέμετος, ναυτία, κοιλιακό άλγος, διάταση κοιλίας, δυσπεψία, μετεωρισμόςοξεία παγκρεατίτιδα, αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | |
| συχνέςόχι συχνές | αυξημένα ηπατικά ένζυμαοξεία ηπατίτιδαα, κυτταρολυτική ηπατίτιδαα |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| πολύ συχνέςσυχνέςόχι συχνές | εξάνθημα (περιλαμβάνονται κηλιδώδες, κηλιδοβλατιδώδες, βλατιδώδες, ερυθηματώδες, κνησμώδες εξάνθημα, γενικευμένο εξάνθημα και αλλεργική δερματίτιδα)κνησμός, κνίδωση αγγειοοίδημα |
| σπάνιεςμη γνωστής συχνότητας | αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματαα, σύνδρομο Stevens-Johnsonατοξική επιδερμική νεκρόλυσηα, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηα |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| συχνέςόχι συχνές | αρθραλγία, μυαλγίαοστεονέκρωση |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| σπάνιες | νεφροπάθεια από εναπόθεση κρυστάλλων*§ |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | |
| όχι συχνές | γυναικομαστίαα |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | |
| συχνές | εξασθένιση, κόπωση |
| Διερευνήσεις | |
| συχνές | αυξημένη κρεατινίνη αίματος |
α Πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί μόνο με τη δαρουναβίρη/ριτοναβίρη σε άλλες δοκιμές ή μετεγκριτικά
§ Ανεπιθύμητη ενέργεια που εντοπίστηκε μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Σύμφωνα με την κατευθυντήρια οδηγία για την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (Αναθεώρηση 2, Σεπτέμβριος 2009), η συχνότητα αυτής της ανεπιθύμητης ενέργειας μετά την κυκλοφορία στην αγορά προσδιορίστηκε με τη χρήση του «Κανόνα των 3».
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Εξάνθημα
Το εξάνθημα αποτελεί συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με δαρουναβίρη. Το εξάνθημα ήταν κυρίως ήπιο έως μέτριο, εμφανιζόταν συχνά εντός των πρώτων τεσσάρων εβδομάδων θεραπείας και απέδραμε με τη συνέχιση της χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.4). Στις δοκιμές Φάσης 2/3 σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς, το 12,7% (59/465) των ασθενών που έλαβαν Symtuza εμφάνισαν εξάνθημα (εκ των οποίων τα περισσότερα συμβάντα ήταν βαθμού 1) και το 1,5% (7/465) των ασθενών διέκοψαν τη θεραπεία λόγω εξανθήματος, εκ των οποίων ένας λόγω εξανθήματος και υπερευαισθησίας. Στη δοκιμή Φάσης 3 σε κατεσταλμένους ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία σε θεραπεία (μελέτη EMERALD TMC114IFD3013), το 5,1% (39/763) των ασθενών που έλαβαν Symtuza εμφάνισαν εξάνθημα (εκ των οποίων τα περισσότερα συμβάντα ήταν βαθμού 1), ενώ κανένας ασθενής δεν διέκοψε τη θεραπεία λόγω εξανθήματος.
Μεταβολικές παράμετροι
Το σωματικό βάρος και τα επίπεδα των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Στη Φάσης 3 δοκιμή του Symtuza σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς, παρατηρήθηκαν αυξήσεις σε σχέση με την έναρξη της μελέτης των λιπιδαιμικών παραμέτρων νηστείας ολική χοληστερόλη, άμεση λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL) και λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας (HDL) χοληστερόλη και τριγλυκεριδίων τις Εβδομάδες 48 και 96 (βλ. Πίνακα 3). Οι διάμεσες αυξήσεις από την έναρξη της μελέτης ήταν μεγαλύτερες στην ομάδα D/C/F/TAF σε σύγκριση με την ομάδα DRV/κομπισιστάτη (COBI)+F/ δισοπροξιλική φουμαρική τενοφοβίρη (TDF) την Εβδομάδα 48.
| Πίνακας 3 | ||||
| Λιπιδαιμική παράμετρος | Διάμεση αρχική τιμή | Διάμεση αύξηση από την έναρξη της μελέτης την | ||
| Εβδομάδα 48 D/C/F/TAF | Εβδομάδα 48 D/C + F/TDF | Εβδομάδα 96* D/C/F/TAF | ||
| Ολική χοληστερόλη(mmol/l) | 4,22 | 0,74 | 0,27 | 0,88 |
| LDL χοληστερόλη (mmol/l) | 2,49 | 0,45 | 0,13 | 0,56 |
| HDL χοληστερόλη (mmol/l) | 1,08 | 0,12 | 0,04 | 0,13 |
| Τριγλυκερίδια (mmol/l) | 1,09 | 0,28 | 0,16 | 0,33 |
| p < 0,001 και για τις 4 λιπιδαιμικές παραμέτρους κατά τη σύγκριση του D/C/F/TAF έναντι του D/C + F/TDF την Εβδομάδα 48* Δεν διατίθενται δεδομένα για τον συγκριτικό παράγοντα πέραν της Εβδομάδας 48 | ||||
Μυοσκελετικές διαταραχές
Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση (CPK), μυαλγία, μυοσίτιδα και, σπάνια, ραβδομυόλυση έχουν αναφερθεί με τη χρήση αναστολέων της πρωτεάσης του HIV, ιδίως σε συνδυασμό με NRTIs.
Οστεονέκρωση
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης, ειδικά σε ασθενείς με γενικώς αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη νόσο από HIV ή μακροχρόνια έκθεση σε CART. Η συχνότητα αυτής δεν είναι γνωστή (βλ. παράγραφο 4.4).
Φλεγμονώδες σύνδρομο ανοσολογικής ανασύστασης
Σε ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της CART, ενδέχεται να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυµπτωµατικές ή σε υπολειμματικές ευκαιριακές λοιμώξεις. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί, ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την εμφάνιση είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα συμβάντα μπορεί να εμφανιστούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Αιμορραγία σε αιμορροφιλικούς ασθενείς
Έχουν υπάρξει αναφορές αυξημένης αυτόματης αιμορραγίας σε αιμορροφιλικούς ασθενείς που λαμβάνουν αντιρετροϊκούς αναστολείς της πρωτεάσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Μείωση της εκτιμώμενης κάθαρσης της κρεατινίνης
Η κομπισιστάτη αυξάνει την κρεατινίνη στον ορό λόγω της αναστολής της σωληναριακής έκκρισης της κρεατινίνης χωρίς να επηρεάζει τη νεφρική σπειραματική λειτουργία, όπως αξιολογείται, για παράδειγμα, με χρήση της Κυστατίνης C (Cyst C) ως δείκτη διήθησης.
Στη δοκιμή Φάσης 3 του Symtuza σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς, παρατηρήθηκαν αυξήσεις στην κρεατινίνη ορού και μειώσεις του eGFRCG κατά την πρώτη αξιολόγηση υπό θεραπεία (Εβδομάδα 2), οι οποίες παρέμειναν σταθερές για 96 εβδομάδες. Την Εβδομάδα 48 οι μεταβολές από την έναρξη της μελέτης ήταν μικρότερες με D/C/F/TAF σε σύγκριση με D/C+F/TDF. Η διάμεση μεταβολή του eGFRCG ήταν -5,5 ml/min με D/C/F/TAF και -12,0 ml/min με D/C+F/TDF (p < 0,001).
Χρησιμοποιώντας την Cyst C ως δείκτη διήθησης, οι διάμεσες μεταβολές του εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης με χρήση του τύπου CKD-EPI (eGFRCKD-EPI CystC) ήταν 4,0 ml/min/1,73 m² και 1,6 ml/min/1,73 m² (p < 0,001), αντίστοιχα. Την Εβδομάδα 96, η διάμεση μεταβολή του eGFRCG ήταν -5,2 ml/min με D/C/F/TAF. Χρησιμοποιώντας την Cyst C ως δείκτη διήθησης, η διάμεση μεταβολή του εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης με χρήση του τύπου CKD-EPI (eGFRCKD-EPI Cyst C) (N = 22) ήταν +4,4 ml/min/1,73 m² με D/C/F/TAF.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια του Symtuza (ως ένα σκεύασμα FDC) δεν έχει διερευνηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς. Ωστόσο, η ασφάλεια των συστατικών του αξιολογήθηκε σε εφήβους ηλικίας 12 ετών έως κάτω των 18 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 40 kg στην κλινική μελέτη TMC114-C230 (N = 12) για τη δαρουναβίρη με ριτοναβίρη και στην κλινική μελέτη GS-US-292-0106 (N = 50) για έναν FDC με ελβιτεγκραβίρη, κομπισιστάτη, εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη αλαφεναμίδη.
Η ασφάλεια των συστατικών του Symtuza αξιολογήθηκε επίσης σε περιορισμένο αριθμό παιδιών ηλικίας 6 έως < 12 ετών, με σωματικό βάρος τουλάχιστον 25 kg έως < 40 kg στην κλινική μελέτη GS-US-216-0128 (N = 9, με παρακολούθηση 24 εβδομάδων) για την ενισχυμένη με κομπισιστάτη δαρουναβίρη (DRV/COBI) με εμτρισιταβίνη/τενοφοβίρη αλαφεναμίδη (F/TAF). Τα δεδομένα από αυτές τις μελέτες έδειξαν ότι το συνολικό προφίλ ασφάλειας των συστατικών του Symtuza σε
παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως < 18 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 25 kg ήταν σε συμφωνία με εκείνο που παρατηρείται στον ενήλικο πληθυσμό (βλ. παράγραφο 5.1).
Έχουν αναφερθεί μειώσεις της BMD της σπονδυλικής στήλης και της TBLH ≥ 4% σε παιδιατρικούς ασθενείς οι οποίοι έλαβαν άλλα προϊόντα που περιείχαν τενοφοβίρη αλαφεναμίδη για 48 εβδομάδες (βλ. παράγραφο 4.4)
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με συλλοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β και/ή τον ιό της ηπατίτιδας C
Διατίθενται περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση των συστατικών του Symtuza σε ασθενείς με συλλοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B και/ή C.
Από τους 1.968 ασθενείς με εμπειρία στη θεραπεία που λάμβαναν δαρουναβίρη συγχορηγούμενη με ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα, οι 236 ασθενείς είχαν συλλοίμωξη με ηπατίτιδα B ή C. Οι ασθενείς με συλλοίμωξη ήταν πιο πιθανό να έχουν κατά την έναρξη της μελέτης και προερχόμενες από τη θεραπεία αυξήσεις ηπατικών τρανσαμινασών σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν χρόνια ιογενή ηπατίτιδα. Η ασφάλεια της εμτρισιταβίνης και της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης σε συνδυασμό με ελβιτεγκραβίρη και κομπισιστάτη ως δισκίο συνδυασμού σταθερών δόσεων αξιολογήθηκε σε περίπου 70 ασθενείς με συλλοίμωξη από HIV/HBV που λάμβαναν παράλληλα θεραπεία για τον HIV σε μία ανοιχτής επισήμανσης κλινική δοκιμή (GS-US-292-1249). Βάσει της περιορισμένης αυτής εμπειρίας, το προφίλ ασφάλειας του συνδυασμού εμτρισιταβίνης/τενοφοβίρης αλαφεναμίδης σε ασθενείς με συλλοίμωξη από HIV/HBV φαίνεται ότι είναι παρόμοιο με εκείνο των ασθενών με λοίμωξη μόνο από τον HIV-1 (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Η εμπειρία από οξεία υπερδοσολογία με το Symtuza στον άνθρωπο είναι περιορισμένη.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για ενδείξεις τοξικότητας (βλ. παράγραφο 4.8).
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την υπερδοσολογία με Symtuza. Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας περιλαμβάνει γενικά υποστηρικτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης των ζωτικών σημείων και της κλινικής κατάστασης του ασθενούς.
Δεδομένου ότι η δαρουναβίρη και η κομπισιστάτη συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με πρωτεΐνες του πλάσματος, δεν θεωρείται πιθανή η απομάκρυνσή τους σε σημαντικό βαθμό με αιμοδιύλιση ή περιτοναϊκή διύλιση. Η εμτρισιταβίνη μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιύλιση, η οποία απομακρύνει περίπου το 30% της δόσης της εμτρισιταβίνης κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας αιμοδιύλισης διάρκειας 3 ωρών εάν αυτή ξεκινήσει εντός 1,5 ώρας από τη χορήγηση εμτρισιταβίνης. Η τενοφοβίρη απομακρύνεται αποτελεσματικά με αιμοδιύλιση με συντελεστή εκχύλισης περίπου 54%. Δεν είναι γνωστό εάν η εμτρισιταβίνη ή η τενοφοβίρη μπορούν να απομακρυνθούν με περιτοναϊκή διύλιση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - SYMTUZA 00+150+200+10
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντι-ιικά για συστηματική χρήση, αντι-ιικά για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον HIV, συνδυασμοί κωδικός, ATC: J05AR22
Μηχανισμός δράσης
Η δαρουναβίρη είναι ένας αναστολέας του διμερισμού και της καταλυτικής δράσης της πρωτεάσης HIV-1 (KD 4,5 x 10-12M). Αναστέλλει εκλεκτικά τη διάσπαση των κωδικοποιημένων από τον HIV Gag-Pol πολυπρωτεϊνών στα μολυσμένα από τον ιό κύτταρα, αποτρέποντας έτσι το σχηματισμό ώριμων μολυσματικών σωματίων του ιού.
Η κομπισιστάτη είναι ένας βασιζόμενος σε μηχανισμό αναστολέας του κυτοχρώματος P450 της υποοικογένειας CYP3A. Η αναστολή του διαμεσολαβούμενου από το CYP3A μεταβολισμού από την κομπισιστάτη ενισχύει τη συστηματική έκθεση των υποστρωμάτων του CYP3A, όπως η δαρουναβίρη, εκεί όπου η βιοδιαθεσιμότητα είναι περιορισμένη και η ημίσεια ζωή μειώνεται λόγω του εξαρτώμενου από το CYP3A μεταβολισμού.
Η εμτρισιταβίνη είναι ένας νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTI) και νουκλεοσιδικό ανάλογο της 2’-δεοξυκυτιδίνης. Η εμτρισιταβίνη φωσφορυλιώνεται από τα κυτταρικά ένζυμα προς σχηματισμό τριφωσφορικής εμτρισιταβίνης. Η τριφωσφορική εμτρισιταβίνη αναστέλλει την αντιγραφή του HIV μέσω ενσωμάτωσης στο ιικό DNA από την ανάστροφη μεταγραφάση (RT) του HIV, που οδηγεί στον τερματισμό της αλύσου του DNA.
Η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη είναι ένας νουκλεοτιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (NtRTI) και φωσφονο-αμιδικό προφάρμακο της τενοφοβίρης (ανάλογο της 2’-μονοφωσφορικής δεοξυαδενοσίνης). Η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη διαπερνά τα κύτταρα και λόγω της αυξημένης σταθερότητας στο πλάσμα και της ενδοκυτταρικής ενεργοποίησης μέσω υδρόλυσης από την καθεψίνη A, η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη είναι πιο αποτελεσματική από τη δισοπροξιλική τενοφοβίρη όσον αφορά τη συγκέντρωση της τενοφοβίρης στα μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος (PBMC) (συμπεριλαμβανομένων των λεμφοκυττάρων και άλλων κυττάρων-στόχων του HIV) και στα μακροφάγα. Η ενδοκυτταρική τενοφοβίρη στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται προς σχηματισμό του φαρμακολογικά ενεργού μεταβολίτη διφωσφορική τενοφοβίρη. Η διφωσφορική τενοφοβίρη αναστέλλει την αντιγραφή του HIV μέσω ενσωμάτωσης στο ιικό DNA από την RT του HIV, που οδηγεί στον τερματισμό της αλύσου του DNA.
Αντι-ιική δράση in vitro
Η δαρουναβίρη, η εμτρισιταβίνη και η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη επέδειξαν προσθετική έως συνεργιστική αντι-ιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια σε μελέτες συνδυασμού δύο φαρμάκων.
Η δαρουναβίρη επιδεικνύει δράση έναντι εργαστηριακών στελεχών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV-1 και εργαστηριακών στελεχών του HIV-2 σε οξέως μολυσμένες σειρές Τ κυττάρων, σε ανθρώπινα PBMCs και σε ανθρώπινα μονοκύτταρα/μακροφάγα με διάμεσες τιμές EC50 που κυμαίνονται από 1,2 έως 8,5 nM (0,7 έως 5,0 ng/ml). Η δαρουναβίρη επιδεικνύει αντι-ιική δράση in vitro έναντι ευρέως φάσματος πρωτογενών απομονωθέντων στελεχών της ομάδας Μ του HIV-1 (A, B, C, D, E, F, G) και της ομάδας O, με τιμές EC50 που κυμαίνονται από < 0,1 έως 4,3 nM. Αυτές οι τιμές EC50 είναι πολύ μικρότερες του 50% της συγκέντρωσης κυτταρικής τοξικότητας που κυμαίνεται από 87 µM έως > 100 µM.
Η κομπισιστάτη δεν εμφανίζει ανιχνεύσιμη αντι-ιική δράση έναντι του HIV-1 και δεν ανταγωνίζεται την αντι-ιική δράση της δαρουναβίρης, της εμτρισιταβίνης ή της τενοφοβίρης.
Η αντι-ιική δράση της εμτρισιταβίνης έναντι εργαστηριακών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV-1 αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, στη MAGI CCR5 κυτταρική σειρά και σε PBMCs. Οι τιμές EC50 για την εμτρισιταβίνη κυμαίνονταν από 0,0013 έως 0,64 μM. Η εμτρισιταβίνη επέδειξε αντι-ιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια έναντι των HIV-1 κλάδων A, B, C, D, E, F και G (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,007 έως 0,075 μM), καθώς και ειδική ως προς το στέλεχος δραστικότητα έναντι του HIV-2 (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,007 έως 1,5 μM).
Η αντι-ιική δράση της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης έναντι εργαστηριακών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV-1 υπότυπου B αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, PBMCs, πρωτογενή μονοκύτταρα/μακροφάγα κύτταρα και CD4+-T λεμφοκύτταρα. Οι τιμές EC50 για την τενοφοβίρη αλαφεναμίδη κυμαίνονταν από 2,0 έως 14,7 nM. Η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη επέδειξε
αντι-ιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια έναντι του συνόλου των HIV-1 ομάδων (M, N και O), συμπεριλαμβανομένων των υποτύπων A, B, C, D, E, F και G (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,10 έως 12,0 nM), και εμφάνισε ειδική ως προς το στέλεχος δραστικότητα έναντι του HIV-2 (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,91 έως 2,63 nM).
Αντοχή
Η in vitro επιλογή ιών ανθεκτικών στη δαρουναβίρη από τον αρχέγονο τύπο HIV 1 ήταν παρατεταμένη (> 3 έτη). Οι επιλεγμένοι ιοί δεν ήταν σε θέση να αναπτυχθούν παρουσία συγκεντρώσεων δαρουναβίρης άνω των 400 nM. Οι ιοί που επιλέχθηκαν σε αυτές τις συνθήκες και επέδειξαν μειωμένη ευαισθησία στη δαρουναβίρη (εύρος: 23-50 φορές) έφεραν 2 έως
4 υποκαταστάσεις αμινοξέων στο γονίδιο της πρωτεάσης. Η μειωμένη ευαισθησία στη δαρουναβίρη των ιών που αναδείχθηκαν από το πείραμα επιλογής δεν μπορούσε να εξηγηθεί από την εμφάνιση αυτών των μεταλλάξεων της πρωτεάσης.
In vivo, οι σχετιζόμενες με την αντοχή στη δαρουναβίρη μεταλλάξεις (V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54L ή M, T74P, L76V, I84V και L89V) στην πρωτεάση του HIV-1 προέκυψαν από δεδομένα κλινικών δοκιμών σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία (ART), όλοι εκ των οποίων είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αναστολέα της πρωτεάσης.
Η μειωμένη ευαισθησία στην εμτρισιταβίνη σχετίζεται με τις μεταλλάξεις M184V/I στην RT του HIV-1.
Τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στην τενοφοβίρη αλαφεναμίδη εκφράζουν μια K65R μετάλλαξη στην RT του HIV-1. Επιπλέον, μια K70E μετάλλαξη στην RT του HIV-1 παρατηρήθηκε παροδικά. Τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 με την K65R μετάλλαξη έχουν χαμηλού επιπέδου μειωμένη ευαισθησία στην αβακαβίρη, την εμτρισιταβίνη, την τενοφοβίρη και τη λαμιβουδίνη.
Εμφάνιση αντοχής σε πρωτοθεραπευόμενους και ιολογικά κατεσταλμένους ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV-1
Σε διάστημα θεραπείας 96 εβδομάδων στις μελέτες Φάσης 3 TMC114FD2HTX3001 (AMBER) σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς και TMC114IFD3013 (EMERALD) σε ιολογικά κατεσταλμένους ασθενείς που είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν, ο έλεγχος αντοχής πραγματοποιήθηκε σε δείγματα από ασθενείς που εμφάνισαν καθορισμένη από το πρωτόκολλο ιολογική αποτυχία (PDVF) και οι οποίοι είχαν HIV-1 RNA ≥400 αντίγραφα/ml κατά την αποτυχία ή σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία. Η εμφάνιση αντοχής στις ομάδες του Symtuza παρουσιάζεται στον Πίνακα 4. Δεν παρατηρήθηκαν μεταλλάξεις σχετιζόμενες με αντοχή σε DRV, στις κύριες (μείζονες) μεταλλάξεις PI, ή στο συνδυασμό TDF/TAF.
Πίνακας 4: Εμφάνιση αντοχής στις δοκιμές AMBER και EMERALD (Εβδομάδα 96)
| Ομάδα Ασθενείς, | Ασθενείς | Ασθενείς με PDVF πουαξιολογήθηκαν ως προς την | Ασθενείς με εμφάνιση ≥1 RAM, n (%)Πρωτεάση Ανάστροφη μεταγραφάση | |||
| με PDVF, | αντοχή, | Κύριες | TDF/ | |||
| Μελέτη | θεραπείας | n | n (%) | n (%) | PI/DRV | TAF FTC |
| TMC114FD2HTX3001 | Symtuza | 362 | 15 (4,1) | 9 (2,5) | 0 | 0 1(M184I/V)α |
| TMC114IFD3013 | Symtuza | 763 | 24 (3,1) | 4 (0,5) | 0 | 0 0 |
| Σύνολο για τη Φάση 3 | Symtuza | 1.125 | 39 (3,5) | 13 (1,2) | 0 | 0 1 (0,1) |
α Την Εβδομάδα 36 παρατηρήθηκε M184M/I/V, προσδίδοντας αντοχή στην FTC. Αυτός ο ασθενής είχε μετάλλαξη K103N κατά την προκαταρκτική αξιολόγηση, ενδεικτική μεταδιδόμενης αντοχής σε NNRTI.
DRV = δαρουναβίρη, FTC = εμτρισιταβίνη, PDVF = καθορισμένη από το πρωτόκολλο ιολογική αποτυχία, PI = αναστολέας πρωτεάσης, RAM = σχετιζόμενη με αντοχή μετάλλαξη, TDF = δισοπροξιλική φουμαρική τενοφοβίρη, TAF = τενοφοβίρη αλαφεναμίδη
Διασταυρούμενη αντοχή σε πρωτοθεραπευόμενους και σε ιολογικά κατεσταλμένους ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV-1
Ο ανθεκτικός στην εμτρισιταβίνη ιός με τη μετάλλαξη M184M/I/V εμφάνισε διασταυρούμενη αντοχή στη λαμιβουδίνη, αλλά διατήρησε την ευαισθησία του στην αβακαβίρη, στη σταβουδίνη, στην τενοφοβίρη και στη ζιδοβουδίνη.
Κλινικά δεδομένα
Πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς με HIV-1
Στη διπλά τυφλή Φάσης 3 Δοκιμή TMC114FD2HTX3001 (AMBER), πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν Symtuza (N = 362) ή συνδυασμό σταθερών δόσεων δαρουναβίρης και κομπισιστάτης και συνδυασμό σταθερών δόσεων εμτρισιταβίνης και φουμαρικής δισοπροξιλικής τενοφοβίρης (F/TDF) (N = 363) άπαξ ημερησίως. Η ιολογική ανταπόκριση ορίστηκε ως
< 50 αντίγραφα/ml χρησιμοποιώντας την προσέγγιση snapshot (βλ. Πίνακα 5).
Συνολικά, οι 725 ασθενείς είχαν διάμεση ηλικία 34 έτη (εύρος 18-71), το 88,3% ήταν άνδρες, το 83,2% ήταν Λευκοί, το 11,1% ήταν Μαύροι και το 1,5% ήταν Ασιάτες. Το μέσο αρχικό επίπεδο HIV-1 RNA στο πλάσμα και ο διάμεσος αρχικός αριθμός των CD4+ κυττάρων ήταν
4,48 log10 αντίγραφα/ml (SD = 0,61) και 453 x 106 κύτταρα/l (εύρος 38 – 1.456 x 106 κύτταρα/l), αντίστοιχα.
| Πίνακας 5: Ιολογικές εκβάσεις στη μελέτη AMBER την Εβδομάδα 48 και 96 (FDA Snapshot) | |||
| Εβδομάδα 48 | Εβδομάδα 96* | ||
| SymtuzaN = 362 | DRV/COBI+F/TDFN = 363 | SymtuzaN = 362 | |
| Ιολογική ανταπόκριση, % | |||
| HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml | 91,4% | 88,4% | 85,1% |
| Θεραπευτική διαφοράα | 2,7 (95% CI: -1,6; 7,1) | - | |
| Ιολογική αποτυχίαβ | 4,4% | 3,3% | 5,5% |
| HIV-1 RNA ≥ 50 αντίγραφα/ml | 2,5% | 2,5% | 1,7% |
| Ιολογική αποτυχία που οδηγεί σε διακοπή | 0,3% | 0 | 1,4%δ |
| Διέκοψαν το φάρμακο της μελέτης για άλλους λόγους και τελευταίο διαθέσιμο επίπεδο HIV-1 RNA ≥ 50 αντίγραφα/ml | 1,7% | 0,8% | 2,5% |
| Χωρίς ιολογικά δεδομέναγ | 4,1% | 8,3% | 9,4% |
| Αιτίες | |||
| Διέκοψαν τη συμμετοχή στη δοκιμή λόγω ανεπιθύμητου συμβάντος ή θανάτου | 2,2% | 4,4% | 2,2% |
| Διέκοψαν το φάρμακο της μελέτης για άλλους λόγους και τελευταίο διαθέσιμο επίπεδο HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml | 1,1% | 2,5% | 5,8% |
| Ελλείποντα δεδομένα κατά τη διάρκεια του χρονικού παραθύρου αλλά ο ασθενήςπαραμένει στη δοκιμή | 0,8% | 1,4% | 1,4% |
| Ιολογική ανταπόκριση (HIV-1-RNA< 50 αντίγραφα/ml, ανάλυση Snapshot) ανά υποομάδα, n/N (%) | |||
| Ηλικία< 50 ετών≥ 50 ετών | 299/326 (91,7%)32/36 (88,9%) | 293/331 (88,5%)28/32 (87,5%) | 276/326 (84,7%)32/36 (88,9%) |
| ΦύλοΆνδρας Γυναίκα | 292/318 (91,8%)39/44 (88,6%) | 289/322 (89,8%)32/41 (78,0%) | 270/318 (84,9%)38/44 (86,4%) |
| ΦυλήΜαύροι Όχι μαύροι | 34/40 (85,0%)281/305 (92,1%) | 34/40 (85,0%)275/309 (89,0%) | 28/40 (70,0%)266/305 (87,2%) |
| Αρχικό ιικό φορτίο≤ 100.000 αντίγραφα/ml> 100.000 αντίγραφα/ml | 278/303 (91,7%)53/59 (89,8%) | 265/293 (90,4%)56/70 (80,0%) | 260/303 (85,8%)48/59 (81,4%) |
| Αρχικός αριθμός CD4+ κυττάρων< 200 κύτταρα/mm3≥ 200 κύτταρα/mm3 | 16/22 (72,7%)315/340 (92,6%) | 25/29 (86,2%)296/334 (88,6%) | 16/22 (72,7%)292/340 (85,9%) |
| Μέση μεταβολή του αριθμού των CD4+ κυττάρων από την έναρξη της μελέτης | 188,7 | 173,8 | 228,8 |
α Βάσει προσαρμοσμένου κατά στρώματα ελέγχου MH όπου παράγοντες διαστρωμάτωσης είναι το επίπεδο HIV-1 RNA (≤100.000 ή > 100.000 αντίγραφα/ml) και ο αριθμός των CD4+ κυττάρων (< 200 ή ≥200 κύτταρα/µl).
β Περιλαμβάνει συμμετέχοντες που είχαν HIV-1 RNA ≥50 αντίγραφα/ml στο χρονικό παράθυρο των
Εβδομάδων 48/96, συμμετέχοντες που διέκοψαν πρώιμα λόγω έλλειψης ή απώλειας της αποτελεσματικότητας σύμφωνα με την αξιολόγηση του ερευνητή και συμμετέχοντες που διέκοψαν για λόγους που δεν σχετίζονται με ανεπιθύμητο συμβάν (AE), θάνατο, έλλειψη ή απώλεια της αποτελεσματικότητας και οι οποίοι τη στιγμή της διακοπής είχαν HIV-1 RNA ≥ 50 αντίγραφα/ml.
γ Χρονικό παράθυρο της Εβδομάδας 48: Ημέρα 295 – Ημέρα 378, Χρονικό παράθυρο της Εβδομάδας 96: Ημέρα 631 – Ημέρα 714.
δ Πέντε συμμετέχοντες αποσύρθηκαν από τη μελέτη λόγω σχετιζόμενων με την αποτελεσματικότητα αιτιών σύμφωνα
με την αξιολόγηση του ερευνητή (απόφαση ιατρού), εκ των οποίων οι 3 είχαν τελευταία υπό θεραπεία τιμή του HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml.
* Δεν διατίθενται δεδομένα για τον συγκριτικό παράγοντα πέραν της Εβδομάδας 48.
Μεταβολές των δεικτών της οστικής πυκνότητας
Στη Φάσης 3 μελέτη TMC114FD2HTX3001 σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς, το Symtuza συσχετίστηκε με καθόλου ή μικρότερες μειώσεις της οστικής πυκνότητας (BMD) σε σύγκριση με DRV/COBI+F/TDF βάσει μετρήσεων με ανάλυση DXA του ισχίου (ποσοστιαία μεταβολή μέσου όρου LS: 0,17% έναντι -2,69%, p < 0,001) και της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (ποσοστιαία μεταβολή μέσου όρου LS: -0,68% έναντι -2,38%, p =0,004) μετά από 48 εβδομάδες θεραπείας. Μετά από 96 εβδομάδες θεραπείας με Symtuza, οι (95% CI) ποσοστιαίες μεταβολές της BMD στην περιοχή των ισχίων και της σπονδυλικής στήλης από την έναρξη της μελέτης ήταν αντίστοιχα: -0,26 (-0,96, 0,45) % και -0,93 (-1,82, -0,05) %.
Μεταβολές των δεικτών της νεφρικής λειτουργίας
Σε μελέτες σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς, το Symtuza συσχετίστηκε με μικρότερη επίδραση στον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης με βάση τη μέθοδο Cockcroft-Gault, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (DRV/COBI+F/TDF).
Ασθενείς με HIV-1 με προηγούμενη εμπειρία σε θεραπεία
Στη Φάσης 3 δοκιμή TMC114IFD3013 (EMERALD) αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα του Symtuza σε ιολογικά κατεσταλμένους (HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/ml) ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη. Οι ασθενείς ήταν ιολογικά κατεσταλμένοι για τουλάχιστον 2 μήνες και δεν είχαν εμφανίσει αύξηση του ιικού φορτίου πάνω από τα 50 HIV-1 RNA αντιγράφων/ml περισσότερες από μία φορές κατά τη διάρκεια του έτους πριν από την ένταξη. Στους ασθενείς επετράπη να ενταχθούν στη μελέτη εάν είχαν προηγούμενη αποτυχία με οποιοδήποτε σχήμα ARV χωρίς δαρουναβίρη. Οι ασθενείς δεν είχαν ιστορικό ιολογικής αποτυχίας με σχήματα με βάση τη δαρουναβίρη και, σε περίπτωση που διατίθεντο ιστορικά δεδομένα για τον γονότυπο, δεν είχαν RAMs στη δαρουναβίρη. Οι ασθενείς λάμβαναν σταθερό σχήμα ARV (για τουλάχιστον 6 μήνες), που αποτελείτο από ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης [δαρουναβίρη άπαξ ημερησίως ή αταζαναβίρη (και οι δύο ενισχυμένες με ριτοναβίρη ή κομπισιστάτη) ή λοπιναβίρη με ριτοναβίρη] σε συνδυασμό με εμτρισιταβίνη και TDF. Οι ασθενείς είτε μετέβησαν σε Symtuza (N = 763) ή συνέχισαν το θεραπευτικό τους σχήμα (N = 378) (τυχαιοποίηση 2:1).
Η διάμεση ηλικία των ασθενών ήταν 46 έτη (εύρος 19-78), το 82% ήταν άνδρες, το 75,5% ήταν Λευκοί, το 20,9% ήταν Μαύροι και το 2,3% ήταν Ασιάτες. Ο διάμεσος αρχικός αριθμός των CD4+ κυττάρων ήταν 628 x 106 κύτταρα/mm3 (εύρος 111-1.921 x 106 κύτταρα/mm3). Οι ιολογικές εκβάσεις τις Εβδομάδες 48 και 96 στη δοκιμή EMERALD αποδίδονται στον Πίνακα 6.
| Πίνακας 6: Ιολογικές εκβάσεις τις Εβδομάδες 48 και 96 στη δοκιμή EMERALD | |||
| Εβδομάδα 48 | Εβδομάδα 96* | ||
| SymtuzaN = 763 | bPI+F/TDFN = 378 | SymtuzaN = 763 | |
| Αθροιστική καθορισμένη από το πρωτόκολλο ιολογική υποτροπήα, % | |||
| Καθορισμένο από το πρωτόκολλο ποσοστό υποτροπής | 2,5% | 2,1% | 3,1% |
| (95% CI)β | (1,5, 3,9) | (0,9, 4,1) | (2,0, 4,6) |
| Διαφορά στα ποσοστά | 0,4 (95% CI: -1,5, 2,2) | - | |
| Έκβαση FDA snapshot | |||
| HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml | 94,9% | 93,7% | 90,7% |
| Ιολογική αποτυχίαγ | 0,8% | 0,5% | 1,2% |
| Θεραπευτική διαφορά δ | 0,3 (95% CI: -0,7, 1,2) | - | |
| HIV-1 RNA ≥ 50 αντίγραφα/ml | 0,5% | 0,5% | 0,7%στ |
| Ιολογική αποτυχία που οδηγεί σε διακοπή | 0 | 0 | 0 |
| Ιολογική αποτυχία - διέκοψαν για άλλους λόγους και τελευταίο διαθέσιμο επίπεδο HIV-1 RNA≥ 50 αντίγραφα/ml | 0.3% | 0 | 0,5% |
| Χωρίς ιολογικά δεδομέναε | 4,3% | 5,8% | 8,1% |
| Αιτίες | |||
| Διέκοψαν τη συμμετοχή στη δοκιμή λόγω ανεπιθύμητου συμβάντος ή θανάτου | 1,4% | 1,1% | 2,4% |
| Διέκοψαν τη συμμετοχή στη δοκιμή για άλλους λόγους | 2,5% | 4,2% | 5,0% |
| Ελλείποντα δεδομένα κατά τη διάρκεια του χρονικού παράθυρου αλλά ο ασθενής παραμένει στη δοκιμή | 0,4% | 0,5% | 0,8% |
| Aθροιστική καθορισμένη από το πρωτόκολλο ιολογική υποτροπή ανά υποομάδα, % | |||
| Ηλικία< 50 ετών≥ 50 ετών | 13/507 (2,6%)6/256 (2,3%) | 7/252 (2,8%)1/126 (0,8%) | 18/507 (3,6%)6/256 (2,3%) |
| ΦύλοΆνδρας Γυναίκα | 14/623 (2,2%)5/140 (3,6%) | 7/313 (2,2%)1/65 (1,5%) | 20/623 (3,2%)4/140 (2,9%) |
| ΦυλήΜαύροι Όχι μαύροι | 6/155 (3,9%)13/597 (2,2%) | 1/82 (1,2%)7/293 (2,4%) | 7/155 (4,5%)17/597 (2,8%) |
| Προηγούμενη αποτυχία με ARV0≥ 1 | 16/647 (2,5%)3/116 (2,6%) | 8/325 (2,5%)0/53 (0%) | 19/647 (2,9%)5/116 (4,3%) |
α 2 διαδοχικά επίπεδα HIV-1 RNA ≥ 50 αντίγραφα/ml, ή σε περίπτωση διακοπής ή την Εβδομάδα 48/96 για οποιονδήποτε λόγο, (μία φορά) HIV-1 RNA ≥ 50 αντίγραφα/ml από την έναρξη της μελέτης (περιλαμβάνεται).
β Αμφίπλευρο ακριβές Clopper-Pearson 95% CI.
γ Περιλαμβάνει συμμετέχοντες που είχαν ≥ 50 αντίγραφα/ml κατά το χρονικό παράθυρο της Εβδομάδας 48/96, συμμετέχοντες που διέκοψαν πρώιμα λόγω έλλειψης ή απώλειας της αποτελεσματικότητας σύμφωνα με την αξιολόγηση του ερευνητή και συμμετέχοντες που διέκοψαν για λόγους που δεν σχετίζονται με ανεπιθύμητο συμβάν (AE), θάνατο, έλλειψη ή απώλεια της αποτελεσματικότητας οι οποίοι κατά τη στιγμή της διακοπής είχαν ιϊκό φορτίο
≥ 50 αντίγραφα/ml.
δ Βάσει προσαρμοσμένου για bPI ελέγχου MH στην προκαταρκτική αξιολόγηση (ATV με rtv ή COBI, DRV με rtv ή COBI, LPV με rtv).
ε Χρονικό παράθυρο της Εβδομάδας 48: Ημέρα 295 – Ημέρα 378, Χρονικό παράθυρο της Εβδομάδας 96: Ημέρα 631 – Ημέρα 714.
στ Παρατηρήθηκαν οι ακόλουθες τιμές ιικού φορτίου για αυτούς τους συμμετέχοντες την Εβδομάδα 96: 54 αντίγραφα/ml, 78 αντίγραφα/ml, 111 αντίγραφα/ml, 152 αντίγραφα/ml και 210 αντίγραφα/ml.
* Δεν διατίθενται δεδομένα για τον συγκριτικό παράγοντα πέραν της Εβδομάδας 48.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ασθενείς ηλικίας 12 ετών έως < 18 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 40 kg
Η χρήση του Symtuza σε πρωτοθεραπευόμενους με ART εφήβους ασθενείς ηλικίας 12 ετών έως
< 18 ετών και με σωματικό βάρος τουλάχιστον 40 kg υποστηρίζεται από δύο δοκιμές σε παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV-1 (TMC114-C230 και GS-US-292-0106). Για
περισσότερες λεπτομέρειες, ανατρέξτε στις πληροφορίες συνταγογράφησης της δαρουναβίρης και του συνδυασμού εμτρισιταβίνης/τενοφοβίρης αλαφεναμίδης.
Διεξήχθη μια ανοιχτής επισήμανσης, Φάσης 2 δοκιμή (TMC114-C230) για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής, της ασφάλειας, της ανοχής και της αποτελεσματικότητας της δαρουναβίρης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης σε 12 πρωτοθεραπευόμενους με ART παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη από HIV-1, ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 40 kg. Αυτοί οι ασθενείς έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μια φορά την ημέρα σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες. Ως ιολογική ανταπόκριση ορίστηκε η μείωση του ιικού φορτίου HIV-1 RNA στο πλάσμα τουλάχιστον κατά 1,0 log10 έναντι της έναρξης της θεραπείας (βλ. Πίνακα 7).
| Πίνακας 7: Ιολογική έκβαση σε πρωτοθεραπευόμενους με ART εφήβους την Εβδομάδα 48 (αλγόριθμος TLOVR) | |
| TMC114-C230 | |
| Εκβάσεις την Eβδομάδα 48 | Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (N = 12) |
| HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mlα | 83,3% (10) |
| Διάμεση ποσοστιαία μεταβολή CD4+ από την έναρξη της μελέτης | 14 |
| Μέση μεταβολή του αριθμού των CD4+κυττάρων από την έναρξη της μελέτηςβ | 221 |
| Μείωση ≥ 1,0 log10 του ιικού φορτίου στο πλάσμα από την έναρξη της μελέτης | 100% |
α Καταλογισμοί σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR.
β Οι ασθενείς που δεν ολοκλήρωσαν καταλογίζονται ως αποτυχία: οι ασθενείς που διέκοψαν πρώιμα καταλογίζονται ως ασθενείς με μεταβολή ίση με 0.
Στη μελέτη GS-US-292-0106, η αποτελεσματικότητα, η ασφάλεια και η φαρμακοκινητική της εμτρισιταβίνης και της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης αξιολογήθηκαν σε μία ανοιχτής επισήμανσης μελέτη στην οποία 50 πρωτοθεραπευόμενοι έφηβοι με λοίμωξη από HIV-1, έλαβαν εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη αλαφεναμίδη (10 mg) μαζί με ελβιτεγκραβίρη και κομπισιστάτη ως δισκίο συνδυασμού σταθερών δόσεων. Οι ασθενείς είχαν διάμεση ηλικία 15 ετών (εύρος: 12-17), το 56% ήταν κορίτσια, το 12% ήταν Ασιάτες και το 88% Μαύροι. Κατά την έναρξη της μελέτης, η διάμεση τιμή HIV-1 RNA στο πλάσμα ήταν 4,7 log10 αντίγραφα/ml, ο διάμεσος αριθμός των CD4+ κυττάρων ήταν
456 κύτταρα/mm3 (εύρος: 95-1.110) και το διάμεσο CD4+ % ήταν 23% (εύρος: 7-45%). Συνολικά, το 22% είχε επίπεδο αναφοράς HIV-1 RNA στο πλάσμα > 100.000 αντίγραφα/ml. Στις 48 εβδομάδες, το 92% (46/50) πέτυχε επίπεδο HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml, παρόμοιο με τα ποσοστά ανταπόκρισης σε μελέτες με πρωτοθεραπευόμενους ενήλικες με λοίμωξη από τον HIV-1. Την Εβδομάδα 48, η μέση αύξηση του αριθμού των CD4+ κυττάρων από την έναρξη της μελέτης ήταν 224 κύτταρα/mm3. Δεν ανιχνεύτηκε οφειλόμενη στη θεραπεία αντοχή στο E/C/F/TAF (ελβιτεγκραβίρη/κομπισιστάτη/εμτρισιταβίνη/τενοφοβίρη αλαφεναμίδη) έως την Εβδομάδα 48.
Ασθενείς ηλικίας 6 ετών έως < 12 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 25 kg έως < 40 kg
Η χρήση του Symtuza σε παιδιά ηλικίας 6 ετών έως < 12 ετών, με σωματικό βάρος τουλάχιστον 25 kg έως < 40 kg υποστηρίζεται από την ανοιχτής επισήμανσης μελέτη GS-US-216-0128 στην οποία η φαρμακοκινητική, η ασφάλεια και η αντι-ιική δράση της δαρουναβίρης και της κομπισιστάτης (χορηγούμενες ως μεμονωμένοι παράγοντες) σε συνδυασμό με την εμτρισιταβίνη/τενοφοβίρη αλαφεναμίδη αξιολογήθηκαν σε 9 ιολογικά κατεσταλμένους παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη από HIV-1 που είχαν προηγούμενη εμπειρία με θεραπεία (Κοόρτη 2 Υποομάδα DRV/COBI+F/TAF ως FDC). Όλοι οι ασθενείς είχαν HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml κατά την έναρξη της μελέτης και ο διάμεσος αριθμός των CD4+ κυττάρων ήταν 929 κύτταρα/mm3 (εύρος: 584 - 1.232 κύτταρα/mm3). Η ιολογική έκβαση για παιδιά στην Κοόρτη 2 παρουσιάζεται στον Πίνακα 8.
| Πίνακας 8: Ιολογική έκβαση σε ιολογικά κατεσταλμένα παιδιά που έχουν προηγούμενη εμπειρία με ART (Κοόρτη 2 Υποομάδα DRV/COBI+F/TAF ως FDCa) την Εβδομάδα 24 (FDA Snapshot) | |
| GS-US-216-0128 | |
| Εκβάσεις την Eβδομάδα 24 | Κοόρτη 2 Υποομάδα DRV/COBI+F/TAF ως FDC (N = 9) |
| HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml | 100% (9) |
| Διάμεση ποσοστιαία μεταβολή CD4+ από την έναρξη της μελέτης | 0,60% |
| Διάμεση μεταβολή του αριθμού των CD4+ κυττάρων από την έναρξη της μελέτης | 72 κύτταρα/mm3 |
a DRV (δισκίο δόσης 600 mg ή δισκία δόσης 600 mg+75 mg, με βάση το σωματικό βάρος), COBI (150 mg), F/TAF FDC (200/25 mg)
Μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης υπό συνθήκες σίτισης σε υγιείς συμμετέχοντες (N = 96), τεκμηριώθηκε βιοϊσοδυναμία για όλα τα συστατικά του Symtuza 800 mg/150 mg/200 mg/10 mg σε σύγκριση με τη δαρουναβίρη 800 mg, την κομπισιστάτη 150 mg και την εμτρισιταβίνη/τενοφοβίρη αλαφεναμίδη 200/10 mg συγχορηγούμενων ως ξεχωριστά σκευάσματα. Bιοϊσοδυναμία παρατηρήθηκε επίσης ανάμεσα στο Symtuza 675 mg/150 mg/200 mg/10 mg ως FDC και τη δαρουναβίρη 675 mg, κομπισιστάτη 150 mg και εμτρισιταβίνη/τενοφοβίρη αλαφεναμίδη 200 mg/10 mg συγχορηγούμενων ως ξεχωριστά σκευάσματα υπό συνθήκες σίτισης σε υγιείς συμμετέχοντες (N = 32).
Απορρόφηση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μιας εφάπαξ δόσης δαρουναβίρης 600 mg χορηγούμενης μεμονωμένα ήταν περίπου 37% και αυξήθηκε σε περίπου 82% παρουσία 100 mg ριτοναβίρης χορηγούμενης δύο φορές την ημέρα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του καψακίου εμτρισιταβίνης 200 mg ήταν 93%.
Η απορρόφηση όλων των συστατικών ήταν ταχεία μετά την από στόματος χορήγηση του Symtuza σε υγιείς συμμετέχοντες. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης, της κομπισιστάτης, της εμτρισιταβίνης και της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης στο πλάσμα επετεύχθησαν στις 4,00, 4,00, 2,00 και 1,50 ώρες μετά από τη χορήγηση της δόσης, αντίστοιχα. Η βιοδιαθεσιμότητα των συστατικών του Symtuza δεν επηρεάστηκε όταν χορηγήθηκε από στόματος ως τεμαχισμένο δισκίο σε σύγκριση με την από στόματος χορήγηση ολόκληρου του δισκίου.
Η έκθεση στη δαρουναβίρη και στη κομπισιστάτη χορηγούμενες ως Symtuza ήταν 30-45% χαμηλότερη και 16-29% χαμηλότερη, αντίστοιχα, σε συνθήκες νηστείας έναντι συνθηκών σίτισης. Για την εμτρισιταβίνη, η Cmax ήταν 1,26 φορές υψηλότερη σε συνθήκες νηστείας, ενώ η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) ήταν συγκρίσιμη σε συνθήκες νηστείας και σίτισης. Για την τενοφοβίρη αλαφεναμίδη, η Cmax ήταν 1,82 φορές υψηλότερη σε συνθήκες νηστείας, ενώ η AUC ήταν 20% χαμηλότερη έως συγκρίσιμη σε συνθήκες νηστείας σε σύγκριση με συνθήκες σίτισης. Τα δισκία Symtuza θα πρέπει να λαμβάνονται μαζί με τροφή. Το είδος της τροφής δεν επηρεάζει την έκθεση στο Symtuza.
Κατανομή
Δαρουναβίρη
Η δαρουναβίρη δεσμεύεται σε ποσοστό 95% περίπου στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η δαρουναβίρη δεσμεύεται κυρίως στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη του πλάσματος.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής της δαρουναβίρης, χορηγούμενης μεμονωμένα, ήταν 88,1 ± 59,0 l (μέση τιμή ± SD) και αυξήθηκε σε 131 ± 49,9 l (μέση τιμή ± SD) παρουσία ριτοναβίρης 100 mg δύο φορές την ημέρα.
Κομπισιστάτη
Η κομπισιστάτη δεσμεύεται κατά 97% έως 98% στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος και ο λόγος της μέσης συγκέντρωσης στο πλάσμα προς τη συγκέντρωση στο αίμα ήταν περίπου 2.
Εμτρισιταβίνη
Η in vitro σύνδεση της εμτρισιταβίνης με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν < 4% και ανεξάρτητη της συγκέντρωσης στο εύρος 0,02-200 mcg/ml. Στη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα, ο λόγος της μέσης συγκέντρωσης στο πλάσμα προς τη συγκέντρωση στο αίμα ήταν περίπου 1,0 και ο λόγος της μέσης συγκέντρωσης στο σπέρμα προς τη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν περίπου 4,0.
Τενοφοβίρη αλαφεναμίδη
Η in vitro σύνδεση της τενοφοβίρης με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι < 0,7% και είναι ανεξάρτητη της συγκέντρωσης στο εύρος 0,01-25 mcg/ml. Η ex vivo σύνδεση της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος σε δείγματα που συλλέχτηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών ήταν περίπου 80%.
Βιομετασχηματισμός
Δαρουναβίρη
In vitro πειράματα με ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα (HLMs) δείχνουν ότι η δαρουναβίρη υπόκειται κυρίως σε οξειδωτικό μεταβολισμό. Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται εκτεταμένα από το ηπατικό σύστημα του CYP και σχεδόν αποκλειστικά από το ισοένζυμο CYP3Α4. Μία δοκιμή της [14C]-δαρουναβίρης σε υγιείς συμμετέχοντες έδειξε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της ραδιενέργειας στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση δαρουναβίρης με ριτοναβίρη 400/100 mg οφειλόταν στη μητρική δραστική ουσία. Έχουν ταυτοποιηθεί τουλάχιστον 3 οξειδωτικοί μεταβολίτες της δαρουναβίρης στον άνθρωπο. Όλοι έδειξαν δράση, η οποία ήταν τουλάχιστον 10 φορές μικρότερη από τη δράση της δαρουναβίρης κατά του αρχέγονου τύπου HIV.
Κομπισιστάτη
Η κομπισιστάτη μεταβολίζεται μέσω της διαμεσολαβούμενης από το CYP3A (μείζονα)- και το CYP2D6 (ελάσσονα)-οξείδωσης και δεν υφίσταται γλυκουρονιδίωση. Μετά την από στόματος χορήγηση [14C]-κομπισιστάτης, το 99% της κυκλοφορούσας ραδιενέργειας στο πλάσμα ήταν αμετάβλητη κομπισιστάτη. Χαμηλά επίπεδα μεταβολιτών παρατηρούνται στα ούρα και στα κόπρανα και δεν συμβάλλουν στην ανασταλτική δράση της κομπισιστάτης στο CYP3A.
Εμτρισιταβίνη
Μελέτες in vitro δείχνουν ότι η εμτρισιταβίνη δεν είναι αναστολέας των ανθρώπινων ενζύμων CYP. Μετά τη χορήγηση [14C]-εμτρισιταβίνης, πλήρης ανάκτηση της δόσης της εμτρισιταβίνης επετεύχθη στα ούρα (περίπου 86%) και στα κόπρανα (περίπου 14%). Το 13% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως τρεις θεωρούμενοι μεταβολίτες. Ο βιομετασχηματισμός της εμτρισιταβίνης περιλαμβάνει την οξείδωση του δακτυλίου των θειολών προς σχηματισμό των 3’-sulfoxide διαστερεομερών (περίπου 9% της δόσης) και τη σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ προς σχηματισμό του 2’-O-γλυκουρονιδίου (περίπου 4% της δόσης). Δεν αναγνωρίστηκαν άλλοι μεταβολίτες.
Τενοφοβίρη αλαφεναμίδη
Ο μεταβολισμός αποτελεί μία κύρια οδό αποβολής για την τενοφοβίρη αλαφεναμίδη στους ανθρώπους, αντιπροσωπεύοντας > 80% της από στόματος χορηγούμενης δόσης. Σε μελέτες in vitro έχει καταδειχθεί ότι η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη μεταβολίζεται σε τενοφοβίρη (κύριος μεταβολίτης) από την καθεψίνη A στα PBMCs (συμπεριλαμβανομένων των λεμφοκυττάρων και άλλων κυττάρων-στόχων του HIV) και στα μακροφάγα, καθώς και από την καρβοξυλεστεράση-1 στα ηπατοκύτταρα. In vivo, η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη υδρολύεται εντός των κυττάρων σχηματίζοντας τενοφοβίρη (κύριος μεταβολίτης), η οποία φωσφορυλιώνεται στον ενεργό μεταβολίτη διφωσφορική τενοφοβίρη.
In vitro, η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη δεν μεταβολίζεται από τα CYP1A2, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19 ή CYP2D6. Η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη μεταβολίζεται ελάχιστα από το CYP3A4. Κατά τη συγχορήγηση με τον μέτριο επαγωγέα του CYP3A εφαβιρένζη, η έκθεση στην τενοφοβίρη αλαφεναμίδη δεν επηρεάστηκε σημαντικά. Μετά τη χορήγηση της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης, η [14C]-ραδιενέργεια πλάσματος επέδειξε χρονοεξαρτώμενο προφίλ με την τενοφοβίρη αλαφεναμίδη να είναι το πιο άφθονο είδος κατά τις πρώτες λίγες ώρες και το ουρικό οξύ κατά την υπόλοιπη περίοδο.
Αποβολή
Δαρουναβίρη
Μετά από μία δόση 400/100 mg [14C]-δαρουναβίρης με ριτοναβίρη, περίπου το 79,5% και 13,9% της χορηγηθείσας δόσης της [14C]-δαρουναβίρης μπόρεσε να ανακτηθεί στα κόπρανα και στα ούρα, αντίστοιχα. Η αμετάβλητη δαρουναβίρη αποτελούσε περίπου το 41,2% και το 7,7% της χορηγηθείσας δόσης στα κόπρανα και στα ούρα, αντίστοιχα.
Η ενδοφλέβια κάθαρση της δαρουναβίρης χορηγούμενης μεμονωμένα (150 mg) και παρουσία χαμηλής δόσης (100 mg) ριτοναβίρης ήταν 32,8 l/h και 5,9 l/h, αντίστοιχα. Η διάμεση τελική ημίσεια ζωή της δαρουναβίρης στο πλάσμα μετά από χορήγηση του Symtuza είναι 5,5 ώρες.
Κομπισιστάτη
Μετά την από στόματος χορήγηση [14C]-κομπισιστάτης, το 86% και το 8,2% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα και στα ούρα, αντίστοιχα Η διάμεση τελική ημίσεια ζωή της κομπισιστάτης στο πλάσμα μετά από χορήγηση του Symtuza είναι 3,6 ώρες.
Εμτρισιταβίνη
Η εμτρισιταβίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών με πλήρη ανάκτηση της δόσης στα ούρα (περίπου 86%) και στα κόπρανα (περίπου 14%). Το 13% της δόσης της εμτρισιταβίνης ανακτήθηκε στα ούρα με τη μορφή τριών μεταβολιτών. Η συστηματική κάθαρση της εμτρισιταβίνης ήταν κατά μέσο όρο 307 mL/min. Μετά την από στόματος χορήγηση του Symtuza, η διάμεση τελική ημίσεια ζωή για την αποβολή της εμτρισιταβίνης ήταν 17,2 ώρες.
Τενοφοβίρη αλαφεναμίδη
Η τενοφοβίρη αλαφεναμίδη αποβάλλεται κυρίως μετά από μεταβολισμό σε τενοφοβίρη. Η διάμεση τελική ημίσεια ζωή για την αποβολή της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης ήταν 0,3 ώρες όταν χορηγήθηκε ως Symtuza. Η τενοφοβίρη αποβάλλεται από τον οργανισμό από τους νεφρούς μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληναριακής απέκκρισης. Η διάμεση ημίσεια ζωή της τενοφοβίρης στο πλάσμα είναι περίπου 32 ώρες. Η νεφρική απέκκριση της αναλλοίωτης τενοφοβίρης αλαφεναμίδης αποτελεί δευτερεύουσα οδό με λιγότερο από το 1% της δόσης να αποβάλλεται στα ούρα. Η ημίσεια ζωή του φαρμακολογικά ενεργού μεταβολίτη διφωσφορική τενοφοβίρη είναι 150-180 ώρες εντός των PBMCs.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Tα διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής για τα διαφορετικά συστατικά του Symtuza υποδεικνύουν ότι οι εκθέσεις ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 ετών και άνω, με σωματικό βάρος τουλάχιστον 25 kg, ήταν συγκρίσιμες.
Ηλικιωμένοι
Στους ηλικιωμένους (ηλικίας ≥ 65 ετών) διατίθενται περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη φαρμακοκινητική του Symtuza καθώς και των επιμέρους συστατικών του.
Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε ασθενείς με λοίμωξη από HIV έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν διαφέρει σημαντικά στο ηλικιακό εύρος (18 έως 75 ετών) που αξιολογήθηκε σε ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV (N = 12, ηλικία ≥ 65 ετών) (βλ. παράγραφο 4.4).
Δεν έχουν προσδιοριστεί κλινικά σχετιζόμενες φαρμακοκινητικές διαφορές λόγω της ηλικίας για την κομπισιστάτη, την εμτρισιταβίνη ή την τενοφοβίρη αλαφεναμίδη στο ηλικιακό φάσμα ≤65 ετών.
Φύλο
Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού έδειξε ελαφρώς υψηλότερη έκθεση στη δαρουναβίρη (16,8%) σε γυναίκες σε σύγκριση με τους άντρες με λοίμωξη από τον HIV-1. Η διαφορά αυτή δεν είναι κλινικά σχετιζόμενη.
Δεν έχουν προσδιοριστεί κλινικά σχετιζόμενες διαφορές στη φαρμακοκινητική λόγω του φύλου για την κομπισιστάτη, την εμτρισιταβίνη ή την τενοφοβίρη αλαφεναμίδη.
Νεφρική δυσλειτουργία
Το Symtuza δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Υπάρχουν δεδομένα φαρμακοκινητικής για τα (επιμέρους) συστατικά του Symtuza.
Δαρουναβίρη
Τα αποτελέσματα από μία μελέτη ισοζυγίου μάζας με [14C]-δαρουναβίρη με ριτοναβίρη έδειξαν ότι το 7,7% περίπου της χορηγηθείσας δόσης της δαρουναβίρης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
Παρόλο που η δαρουναβίρη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν επηρεάστηκε σημαντικά σε ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (eGFRCG μεταξύ 30-60 ml/min, N = 20) (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Κομπισιστάτη
Διεξήχθη μια δοκιμή φαρμακοκινητικής της κομπισιστάτης σε μη προσβεβλημένα από τον HIV-1 άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFRCG < 30 ml/min). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της κομπισιστάτης μεταξύ των ατόμων με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και των υγιών ατόμων, γεγονός που συνάδει με τη χαμηλή νεφρική κάθαρση της κομπισιστάτης.
Εμτρισιταβίνη
Η μέση συστηματική έκθεση στην εμτρισιταβίνη ήταν υψηλότερη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFRCG < 30 ml/min) (33,7 mcg•h/ml) σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (11,8 mcg•h/ml).
Τενοφοβίρη αλαφεναμίδη
Σε μελέτες της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης ή της τενοφοβίρης μεταξύ υγιών ατόμων και ασθενών με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFRCG > 15 αλλά < 30 ml/min). Δεν διατίθενται δεδομένα φαρμακοκινητικής για την τενοφοβίρη αλαφεναμίδη σε ασθενείς με eGFRCG < 15 ml/min.
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
Το Symtuza δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας. Υπάρχουν δεδομένα φαρμακοκινητικής για τα (επιμέρους) συστατικά του Symtuza.
Δαρουναβίρη
Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται και απομακρύνεται κυρίως από το ήπαρ. Σε μια δοκιμή πολλαπλών δόσεων με δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (600/100 mg) δύο φορές την ημέρα, καταδείχθηκε ότι οι συνολικές συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης στο πλάσμα σε άτομα με ήπια (Κατηγορία Α κατά Child-Pugh, N = 8) και μέτρια (Κατηγορία Β κατά Child-Pugh, N = 8) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ήταν συγκρίσιμες με αυτές των υγιών ατόμων. Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις της μη δεσμευμένης δαρουναβίρης ήταν περίπου κατά 55% (Κατηγορία Α κατά Child-Pugh) και 100% (Κατηγορία B κατά Child-Pugh) υψηλότερες, αντίστοιχα. Η κλινική σημασία αυτής της αύξησης δεν
είναι γνωστή. Η επίδραση της σοβαρής έκπτωσης της ηπατικής λειτουργίας στη φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν έχει μελετηθεί (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.4).
Κομπισιστάτη
Η κομπισιστάτη μεταβολίζεται και απομακρύνεται κυρίως από το ήπαρ. Διεξήχθη μια δοκιμή φαρμακοκινητικής της κομπισιστάτης σε μη προσβεβλημένα από τον HIV-1 άτομα με μέτρια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (Κατηγορία Β κατά Child-Pugh). Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της κομπισιστάτης μεταξύ των ατόμων με μέτρια δυσλειτουργία και των υγιών ατόμων. Η επίδραση της σοβαρής έκπτωσης της ηπατικής λειτουργίας (Κατηγορία C κατά Child-Pugh) στη φαρμακοκινητική της κομπισιστάτης δεν έχει μελετηθεί.
Εμτρισιταβίνη
Η φαρμακοκινητική της εμτρισιταβίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με έκπτωσης της ηπατικής λειτουργίας, ωστόσο, η εμτρισιταβίνη δεν μεταβολίζεται σημαντικά από τα ηπατικά ένζυμα, ως εκ τούτου, η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας θα πρέπει να είναι περιορισμένη.
Τενοφοβίρη αλαφεναμίδη
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στη φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια έκπτωσης της ηπατικής λειτουργίας. Η επίδραση της σοβαρής έκπτωσης της ηπατικής λειτουργίας (Κατηγορία C κατά Child-Pugh) στη φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης δεν έχει μελετηθεί.
Συλλοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β και/ή της ηπατίτιδας C
Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα στις κλινικές δοκιμές ήταν ανεπαρκή για τον προσδιορισμό της επίδρασης της λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας B και/ή C στη φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης, της κομπισιστάτης, της εμτρισιταβίνης ή της τενοφοβίρης αλαφεναμίδης (ανατρέξτε στις παραγράφους 4.4 και 4.8).
Κύηση και μεταγεννητική περίοδος
Η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg μία φορά την ημέρα κατά τη διάρκεια της κύησης οδηγεί σε χαμηλή έκθεση στη δαρουναβίρη (βλ. Πίνακα 9). Στις γυναίκες που έλαβαν δαρουναβίρη/κομπισιστάτη κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της κύησης, οι μέσες τιμές της Cmax, της AUC24h και της Cmin της ολικής δαρουναβίρης για το ίδιο άτομο ήταν χαμηλότερες σε σύγκριση με αυτές μετά τον τοκετό κατά 49%, 56% και 92%, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης οι τιμές της Cmax, της AUC24h και της Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν χαμηλότερες σε σύγκριση με μετά τον τοκετό κατά 37%, 50% και 89%, αντίστοιχα. Το μη δεσμευμένο κλάσμα επίσης μειώθηκε σημαντικά, συμπεριλαμβανομένης μείωσης κατά 90% περίπου των επιπέδων της Cmin. Η κύρια αιτία αυτών των χαμηλών τιμών έκθεσης είναι η σημαντική μείωση της έκθεσης στην κομπισιστάτη λόγω της σχετιζόμενης με την κύηση επαγωγής ενζύμων (βλ. παρακάτω).
| Πίνακας 9 | |||
| Φαρμακοκινητικά αποτελέσματα της ολικής δαρουναβίρης μετά τη χορήγηση δαρουναβίρης/κομπισιστάτης 800/150 mg μία φορά την ημέρα ως μέρος ενός αντιρετροϊκού σχήματος κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της κύησης, του τρίτου τριμήνου τηςκύησης και μετά τον τοκετό | |||
| Φαρμακοκινητική της ολικής δαρουναβίρης(μέση τιμή ± SD) | Δεύτερο τρίμηνο της κύησης(N=7) | Τρίτο τρίμηνο τηςκύησης (N=6) | Μετά τον τοκετό(6-12 εβδομάδες) (N=6) |
| Cmax, ng/ml | 4.340 ± 1.616 | 4.910 ± 970 | 7.918 ± 2.199 |
| AUC24h, ng.h/ml | 47.293 ± 19.058 | 47.991 ± 9.879 | 99.613 ± 34.862 |
| Cmin, ng/ml | 168 ± 149 | 184 ± 99 | 1.538 ± 1.344 |
Η έκθεση στην κομπισιστάτη ήταν χαμηλότερη κατά τη διάρκεια της κύησης, οδηγώντας ενδεχομένως σε υποβέλτιστη ενίσχυση της δαρουναβίρης. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου της κύησης η Cmax, η AUC24h και η Cmin της κομπισιστάτης ήταν χαμηλότερες σε σύγκριση με μετά τον τοκετό κατά 50%, 63% και 83%, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης η Cmax, η AUC24h και η Cmin της κομπισιστάτης ήταν χαμηλότερες σε σύγκριση με μετά τον τοκετό κατά 27%, 49% και 83%, αντίστοιχα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα για την εμτρισιταβίνη και την τενοφοβίρη αλαφεναμίδη κατά τη διάρκεια της κύησης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - SYMTUZA 00+150+200+10
Symtuza 800 mg/150 mg/200 mg/10 mg δισκία
Πυρήνας δισκίου
Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική (E460(i)) Διασταυρούμενη νατριούχος καρμελλόζη (E468) Στεατικό μαγνήσιο (E572)
Διοξείδιο του πυριτίου, κολλοειδές άνυδρο (E551)
Επικάλυψη του δισκίου Πολυαιθυλενογλυκόλη 4.000 Πολυβινυλαλκοόλη (μερικώς υδρολυμένη) Τάλκης (E553b)
Διοξείδιο του τιτανίου (E171) Οξείδιο σιδήρου κίτρινο (E172)
Symtuza 675 mg/150 mg/200 mg/10 mg δισκία
Πυρήνας δισκίου
Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική (E460(i)) Διασταυρούμενη νατριούχος καρμελλόζη (E468) Στεατικό μαγνήσιο (E572)
Διοξείδιο του πυριτίου, κολλοειδές άνυδρο (E551)
Επικάλυψη του δισκίου
Macrogol 3350 (Πολυαιθυλενογλυκόλη) Πολυβινυλαλκοόλη (μερικώς υδρολυμένη) Τάλκης (E553b)
Διοξείδιο του τιτανίου (E171) Οξείδιο σιδήρου μέλαν (E172)
Symtuza 800 mg/150 mg/200 mg/10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 3 χρόνια
Μετά το πρώτο άνοιγμα: 6 εβδομάδες
Symtuza 675 mg/150 mg/200 mg/10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία. 3 χρόνια
Μετά το πρώτο άνοιγμα: 6 εβδομάδες
Symtuza 800 mg/150 mg/200 mg/10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 30 °C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία με αφυγραντικό στη φιάλη για να προστατεύονται τα δισκία από την υγρασία. Διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη.
Symtuza 675 mg/150 mg/200 mg/10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25 °C.
Μετά το πρώτο άνοιγμα της φιάλης: Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25 °C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία με αφυγραντικό στη φιάλη για να προστατεύονται τα δισκία από την υγρασία. Διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη.
Symtuza 800 mg/150 mg/200 mg/10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Λευκή φιάλη από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας (HDPE) με αφυγραντικό γέλης πυριτίου (περιέχεται σε ξεχωριστό φακελίσκο ή κάνιστρο) με πώμα ασφαλείας για τα παιδιά από πολυπροπυλένιο (PP) με επαγωγική σφράγιση.
Κάθε φιάλη περιέχει 30 δισκία.
Συσκευασία μίας φιάλης ή τριών φιαλών ανά κουτί. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
Symtuza 675 mg/150 mg/200 mg/10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Λευκή φιάλη από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας (HDPE) με αφυγραντικό γέλης πυριτίου (περιέχεται σε ξεχωριστό φακελίσκο ή κάνιστρο) με πώμα ασφαλείας για τα παιδιά από πολυπροπυλένιο (PP) με επαγωγική σφράγιση.
Κάθε φιάλη περιέχει 30 δισκία. Συσκευασία μίας φιάλης.