Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

TIROSOL® OR.SOL.SDC 125MCG περιέκτης μιας δόσης

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
2
30
24
2
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

TIROSOL® OR.SOL.SDC 125MCG περιέκτης μιας δόσης

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΠΟΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΣΕ ΠΕΡΙΕΚΤΗ ΜΙΑΣ ΔΟΣΗΣ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

IBSA FARMACEUTICI ITALIA SRL, ITALY
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - TIROSOL 125MCG

Ενδείξεις

− Θεραπεία της καλοήθους βρογχοκήλης σε ευθυρεοειδικούς ασθενείς.

− Προφυλακτική θεραπεία της υποτροπής μετά από χειρουργική επέμβαση για την ευθυρεοειδική βρογχοκήλη, ανάλογα με τη μετεγχειρητική ορμονική κατάσταση.

− Θεραπεία υποκατάστασης θυρεοειδικής ορμόνης σε υποθυρεοειδισμό.

− Θεραπεία καταστολής σε περίπτωση κακοήθους όγκου του θυρεοειδούς.

− Υποστηρικτική θεραπεία στην αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού με αντιθυρεοειδικά φάρμακα.

− Διαγνωστική χρήση για τον έλεγχο της καταστολής του θυρεοειδούς.

Δοσολογία

Δοσολογία

Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι ασθενείς μπορούν να λάβουν εξατομικευμένη θεραπεία, οι περιέκτες μίας δόσης διατίθενται με δοσολογικές περιεκτικότητες που κυμαίνονται από 13 έως

200 μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης, έτσι ώστε, στην ιδανική περίπτωση, να απαιτείται η λήψη μόνο ενός περιέκτη μίας δόσης την ημέρα.

Οι υποδείξεις για τη δοσολογία αποτελούν μόνο κατευθυντήριες οδηγίες.

Η ατομική ημερήσια δόση θα πρέπει να καθορίζεται με βάση τους διαγνωστικούς εργαστηριακούς ελέγχους και τις κλινικές εξετάσεις.

Καθώς σε ορισμένους ασθενείς παρατηρούνται, ενόσω βρίσκονται σε θεραπεία, αυξημένες συγκεντρώσεις T4 και fT4, η μέτρηση της αρχικής συγκέντρωσης ορού της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) παρέχει μια πιο αξιόπιστη βάση για την απόφαση σχετικά με το επακόλουθο θεραπευτικό σχήμα.

Με την εξαίρεση των νεογνών, στα οποία ενδείκνυται η ταχεία λήψη θεραπείας υποκατάστασης, η θεραπεία με θυρεοειδικές ορμόνες θα πρέπει να αρχίζει με χαμηλή δόση και να αυξάνεται βαθμιαία κάθε 2 έως 4 εβδομάδες, έως την επίτευξη της πλήρους δόσης συντήρησης.

Σε ηλικιωμένους ασθενείς, σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο και σε ασθενείς με σοβαρό ή από μακρού υφιστάμενο υποθυρεοειδισμό, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας με θυρεοειδικές ορμόνες. Θα πρέπει να χορηγείται χαμηλή αρχική δόση (π.χ. 13 μικρογραμμάρια/ημέρα), η οποία θα πρέπει στη συνέχεια να αυξάνεται με βραδύ ρυθμό και με μεγάλα χρονικά μεσοδιαστήματα (π.χ. βαθμιαία αύξηση κατά 13 μικρογραμμάρια/ημέρα κάθε 14 ημέρες) με συχνή παρακολούθηση των τιμών των θυρεοειδικών ορμονών. Θα πρέπει εδώ να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης χαμηλότερης δόσης από εκείνη που απαιτείται για πλήρη θεραπεία υποκατάστασης.

Η εμπειρία καταδεικνύει ότι οι χαμηλότερες δόσεις είναι, επίσης, επαρκείς και σε περιστατικά χαμηλού σωματικού βάρους και μεγάλης αδενωματώδους βρογχοκήλης.

Ενήλικες:

Δόση: βλ. πίνακα.

Ένδειξη Συνιστώμενη δόση (σε μικρογραμμάρια νατριούχου λεβοθυροξίνης/ημέρα)
Καλοήθης βρογχοκήλη σε ευθυροειδικούς ασθενείς 75–200
Θεραπεία πρόληψης της υποτροπής μετά από χειρουργική επέμβαση για ευθυρεοειδική βρογχοκήλη 75–200
Θεραπεία υποκατάστασης των θυρεοειδικών ορμονών σε υποθυρεοειδισμό 25–50100–200
Υποστηρικτική αγωγή στην αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού με αντιθυρεοειδικά φάρμακα 50–100
Θεραπεία καταστολής σε κακοήθη όγκο του θυρεοειδούς 150–300
Διαγνωστική χρήση για τον έλεγχο της καταστολής του θυρεοειδούς 2 x 100 ή 1 x 200(επί 14 ημέρες πριν από τη διεξαγωγή σπινθηρογραφήματος)
  • αρχική

  • δόση συντήρησης

Παιδιατρικοί ασθενείς

Η δόση συντήρησης είναι γενικά 100 έως 150 μικρογραμμάρια ανά m2 εμβαδού επιφάνειας σώματος.

Για τα νεογνά και τα βρέφη με συγγενή υποθυρεοειδισμό, στα οποία η ταχεία υποκατάσταση είναι σημαντική, η αρχική συνιστώμενη δοσολογία είναι 10 έως 15 μικρογραμμάρια ημερησίως ανά χιλιόγραμμο σωματικού βάρους (ΣΒ) για τους 3 πρώτους μήνες. Στη συνέχεια, η δόση θα πρέπει να εξατομικεύεται, σύμφωνα με τα κλινικά ευρήματα και τις τιμές της θυρεοειδικής ορμόνης και της TSH.

Για τα παιδιά με επίκτητο υποθυρεοειδισμό, η αρχική συνιστώμενη δοσολογία είναι 13 έως

50 μικρογραμμάρια ανά ημέρα. Η δόση θα πρέπει να αυξάνεται βαθμιαία κάθε 2 έως 4 εβδομάδες σύμφωνα με τα κλινικά ευρήματα και τις τιμές της θυρεοειδικής ορμόνης και της TSH, έως την επίτευξη της πλήρους δόσης υποκατάστασης.

Διάρκεια χρήσης

Συνήθως, πρόκειται για δια βίου θεραπεία στον υποθυρεοειδισμό, την εκτομή βρογχοκήλης ή τη θυρεοειδεκτομή λόγω κακοήθους όγκου του θυρεοειδούς και την προφύλαξη από υποτροπή μετά από χειρουργική επέμβαση για ευθυρεοειδική βρογχοκήλη. Υποστηρικτική αγωγή για την θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού ενδείκνυται για το διάστημα που χορηγείται το αντιθυρεοειδικό φάρμακο.

Στην καλοήθη βρογχοκήλη σε ευθυρεοειδικούς ασθενείς, απαιτείται θεραπεία για 6 μήνες έως

2 χρόνια. Εάν η φαρμακευτική αγωγή δεν επαρκεί κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χειρουργικής επέμβασης ή θεραπείας με ραδιενεργό ιώδιο για τη βρογχοκήλη.

Τρόπος χορήγησης

Η συνολική ημερήσια δόση της λεβοθυροξίνης λαμβάνεται καλύτερα ως μία δόση, το πρωί σε κατάσταση νηστείας, τουλάχιστον μισή ώρα πριν από το πρωινό.

Στα βρέφη, η συνολική ημερήσια δόση θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον μισή ώρα πριν από το πρώτο γεύμα της ημέρας.

Το TIROSOL μπορεί να χορηγηθεί σε νερό ή απευθείας στο στόμα:

  • Για να χορηγήσετε το διάλυμα σε νερό, το περιεχόμενο ενός περιέκτη μίας δόσης θα πρέπει να αδειάζεται τελείως σε ένα ποτήρι ή φλιτζάνι με νερό. Το αραιωμένο διάλυμα θα πρέπει να αναδεύεται και να λαμβάνεται αμέσως. Το ποτήρι ή φλιτζάνι θα πρέπει να ξεπλένεται με επιπλέον νερό και τα περιεχόμενο να πίνεται, ώστε να διασφαλίζεται η χορήγηση του συνόλου της δόσης. Το TIROSOL δεν πρέπει να διαλύεται σε μέσο άλλο πλην του νερού. Ο περιέκτης μίας δόσης θα πρέπει να ανοίγεται και το διάλυμα να παρασκευάζεται αμέσως πριν από την πρόσληψή του.

  • Για τη χορήγηση του διαλύματος απευθείας (χωρίς νερό), το περιεχόμενο ενός περιέκτη μίας δόσης θα πρέπει να αδειάζεται τελείως στο στόμα ή σε ένα κουτάλι και να καταπίνεται αμέσως. Στα νεογνά και στα βρέφη, το περιεχόμενο ενός περιέκτη μίας δόσης θα πρέπει να αδειάζεται τελείως στο εσωτερικό του μάγουλου ή σε ένα κουτάλι και να καταπίνεται αμέσως.

  • Για την εξαγωγή του διαλύματος από τον περιέκτη μίας δόσης, μετά την αποκοπή του πώματος από το άνω τμήμα του με συστροφή, ο περιέκτης θα πρέπει να αναστρέφεται και το μεσαίο, μαλακότερο τμήμα του θα πρέπει να πιέζεται αργά μεταξύ του δείκτη και του αντίχειρα και κατόπιν η πίεση να σταματά να ασκείται για λίγα δευτερόλεπτα.

  • Κρατώντας τον περιέκτη ανάποδα, αυτό το βήμα θα πρέπει να επαναλαμβάνεται τουλάχιστον 5 φορές, έως ότου να μην εξέρχεται πλέον υγρό από τον περιέκτη.

Αντενδείξεις

Δυσανεξία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που περιέχονται στο TIROSOL.

Φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια που δεν είναι υπό θεραπεία, υποϋποφυσισμός που δεν είναι υπό θεραπεία και υπερθυρεοειδισμός που δεν είναι υπό θεραπεία.

Η θεραπεία με TIROSOL δεν πρέπει να ξεκινά σε περίπτωση οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, οξείας μυοκαρδίτιδας ή οξείας πανκαρδίτιδας.

Η θεραπεία συνδυασμού με λεβοθυροξίνη και αντιθυρεοειδικό φάρμακο δεν ενδείκνυται στον υπερθυρεοειδισμό κατά την κύηση (βλ. παράγραφο 4.6).

Προειδοποιήσεις

Πριν από την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής με θυρεοειδικές ορμόνες ή τον έλεγχο καταστολής του θυρεοειδούς, θα πρέπει να αποκλειστούν ή να υποβληθούν σε θεραπεία οι ακόλουθες διαταραχές ή ιατρικές παθήσεις: ανεπάρκεια στεφανιαίας αρτηρίας, στηθάγχη, αρτηριοσκλήρυνση, υπέρταση, υποϋποφυσισμός και φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια για την πρόληψη της οξείας επινεφριδιακής ανεπάρκειας (βλ. παράγραφο 4.3). Ομοίως, η αυτονομία του θυρεοειδούς θα πρέπει να αποκλειστεί ή να αντιμετωπιστεί πριν από την έναρξη θεραπείας με θυρεοειδικές ορμόνες.

Κατά την έναρξη της θεραπείας με λεβοθυροξίνη σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο ψυχωτικών διαταραχών, συνιστάται εκκίνηση με χαμηλή αρχική δόση λεβοθυροξίνης και η αργή αύξηση της δοσολογίας στην αρχή της θεραπείας. Συνιστάται η παρακολούθηση του ασθενούς. Εάν εμφανιστούν σημεία ψυχωτικών διαταραχών, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης λεβοθυροξίνης.

Σε ασθενείς με ανεπάρκεια της στεφανιαίας αρτηρίας, καρδιακή ανεπάρκεια ή αρρυθμίες με ταχυκαρδία, είναι σημαντικό να αποφεύγεται ακόμα και ο σχετικά ήπιος επαγόμενος από φάρμακα υπερθυρεοειδισμός. Σε αυτά τα περιστατικά, είναι αναγκαία η συχνή παρακολούθηση των παραμέτρων των θυρεοειδικών ορμονών.

Στον δευτεροπαθή υποθυρεοειδισμό, θα πρέπει να προσδιορίζεται το αίτιο πριν από την έναρξη θεραπείας υποκατάστασης. Εάν διαγνωστεί αντιρροπούμενη φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια και εάν απαιτείται, θα πρέπει να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία υποκατάστασης.

Οι αιμοδυναμικές παράμετροι θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά την έναρξη της θεραπείας με λεβοθυροξίνη σε πρόωρα νεογνά με πολύ χαμηλό βάρος κατά τη γέννηση, καθώς ενδέχεται να εμφανιστεί κυκλοφορική κατέρρειψη λόγω της ανώριμης επινεφριδιακής λειτουργίας.

Θα πρέπει να δίνεται εξαιρετική προσοχή, όταν ξεκινά θεραπεία με λεβοθυροξίνη σε πρόωρα νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος κατά τη γέννηση. Λόγω της ανώριμης επινεφριδιακής λειτουργίας, ενδέχεται να συμβεί κυκλοφορική κατέρρειψη.

Θα πρέπει να δίνεται προσοχή, όταν η λεβοθυροξίνη χορηγείται σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό επιληψίας. Επιληπτικές κρίσεις έχουν αναφερθεί σπάνια σε συσχέτιση με την έναρξη θεραπείας λεβοθυροξίνης και ενδέχεται να σχετίζονται με την επίδραση της θυρεοειδικής ορμόνης στην ουδό των κρίσεων.

Εάν υπάρχει υποψία αυτονομίας του θυρεοειδούς, πρέπει να διεξάγεται έλεγχος της TRH ή να λαμβάνεται σπινθηρογράφημα καταστολής.

Στη θεραπεία με λεβοθυροξίνη σε υποθυρεοειδικές μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με υποθυρεοειδισμό και αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης, είναι απαραίτητη η στενή παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς, ώστε να αποφεύγονται συγκεντρώσεις λεβοθυροξίνης ορού υψηλότερες των φυσιολογικών.

Σε υπερθυρεοειδική μεταβολική κατάσταση, δεν πρέπει να χορηγείται λεβοθυροξίνη παρά μόνον ως υποστηρικτική αγωγή στην θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού με αντιθυρεοειδικά φάρμακα.

Οι θυρεοειδικές ορμόνες δεν είναι κατάλληλη αγωγή για απώλεια σωματικού βάρους. Οι φυσιολογικές δόσεις τους δεν προκαλούν απώλεια βάρους σε ασθενείς με ευθυρεοειδισμό. Δόσεις υψηλότερες του φυσιολογικού ενδέχεται να προκαλέσουν σοβαρές ή ακόμα και απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με ορισμένες ουσίες για απώλεια σωματικού βάρους, δηλ. με συμπαθομιμητικές αμίνες (βλ. παράγραφο 4.9).

Εάν απαιτηθεί μετάβαση σε άλλο προϊόν που περιέχει λεβοθυροξίνη, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου υπάρχει ανάγκη για στενή παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένης παρακολούθησης των κλινικών και βιολογικών παραμέτρων, λόγω του δυνητικού κινδύνου εμφάνισης διαταραχής του θυρεοειδούς. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης..

Όταν συγχορηγούνται ορλιστάτη και λεβοθυροξίνη, ενδέχεται να παρουσιαστεί υποθυρεοειδισμός ή/και μειωμένος έλεγχος του υποθυρεοειδισμού (βλ. παράγραφο 4.5). Ασθενείς που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη θα πρέπει να προτρέπονται να συμβουλεύονται τον γιατρό τους πριν ξεκινήσουν ή διακόψουν ή μεταβάλλουν τη θεραπεία με ορλιστάτη, καθώς η ορλιστάτη και η λεβοθυροξίνη ενδέχεται να χρειάζεται να λαμβάνονται σε διαφορετικές ώρες και η δόση της λεβοθυροξίνης μπορεί να πρέπει να προσαρμοστεί. Επιπλέον, συνιστάται η παρακολούθηση των ορμονικών επιπέδων στον ορό.

Για οδηγίες για τους διαβητικούς ασθενείς και τους ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά φάρμακα, βλ. παράγραφο 4.5.

Επιδράσεις στις εργαστηριακές δοκιμές:

Η βιοτίνη ενδέχεται να επηρεάζει τα αποτελέσματα των ανοσοεξετάσεων του θυρεοειδούς οι οποίες βασίζονται σε αλληλεπίδραση βιοτίνης/στρεπταβιδίνης, προκαλώντας εσφαλμένη μείωση ή εσφαλμένη αύξηση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων. Ο κίνδυνος επίδρασης αυξάνεται με υψηλότερες δόσεις βιοτίνης.

Κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών εξετάσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή επίδραση της βιοτίνης, ιδίως όταν τα αποτελέσματα δεν συνάδουν με την κλινική εικόνα.

Όταν απαιτείται εξέταση λειτουργίας του θυρεοειδούς σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν προϊόντα που περιέχουν βιοτίνη, το προσωπικό του εργαστηρίου πρέπει να ενημερώνεται σχετικά. Πρέπει να χρησιμοποιούνται, εφόσον υπάρχουν, εναλλακτικά προϊόντα εξέτασης μη ευαίσθητα στην επίδραση της βιοτίνης (βλ. παράγραφο 4.5).

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά 1 ml πόσιμου διαλύματος, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
2
30
24
2
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αντιδιαβητικά φάρμακα

Η λεβοθυροξίνη ενδέχεται να μειώσει τη δράση των αντιδιαβητικών φαρμάκων. Για το λόγο αυτό, οι συγκεντρώσεις σακχάρου αίματος πρέπει να ελέγχονται τακτικά στην αρχή της θεραπείας με θυρεοειδικές ορμόνες και, εάν απαιτείται, οι δόσεις του αντιδιαβητικού φαρμάκου να προσαρμόζονται.

Κουμαρινικά παράγωγα

Η δράση των αντιπηκτικών ενδέχεται να ενταθεί, καθώς η λεβοθυροξίνη εκτοπίζει τα αντιπηκτικά από τις θέσεις σύνδεσής τους με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Συνεπώς, κατά την έναρξη της θεραπείας με θυρεοειδικές ορμόνες, πρέπει να ελέγχονται τακτικά οι παράμετροι πήξης και, αν είναι απαραίτητο, οι δόσεις του αντιπηκτικού να προσαρμόζονται.

Χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη

Η πρόσληψη ρητινών ανταλλαγής ιόντων, όπως η χολεστυραμίνη και η κολεστιπόλη, αναστέλλει την απορρόφηση της λεβοθυροξίνης. Συνεπώς, η λεβοθυροξίνη πρέπει να λαμβάνεται 4 - 5 ώρες πριν από τη χορήγηση τέτοιων φαρμακευτικών προϊόντων.

Φάρμακα που περιέχουν αργίλιο, σίδηρο ή ασβέστιο

Στη βιβλιογραφία αναφέρεται ότι τα σκευάσματα που περιέχουν αργίλιο (αντιόξινα, σουκραλφάτη) είναι δυνατόν να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της λεβοθυροξίνης. Συνεπώς, η λεβοθυροξίνη θα πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον δύο ώρες πριν από σκευάσματα που περιέχουν αργίλιο.

Το ίδιο ισχύει και για τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν σίδηρο και άλατα ασβεστίου.

Σαλικυλικά, δικουμαρόλη, φουροσεμίδη, κλοφιβράτη, φαινυτοΐνη

Η λεβοθυροξίνη ενδέχεται να εκτοπίζεται από την πρόσδεσή της στις πρωτεΐνες του πλάσματος από τα σαλικυλικά, τη δικουμαρόλη, τη φουροσεμίδη σε υψηλές δόσεις (250 mg), την κλοφιβράτη, τη φαινυτοΐνη και άλλες ουσίες, οδηγώντας σε αύξηση του κλάσματος fT4.

Προπυλοθειοουρακίλη, γλυκοκορτικοειδή, β-συμπαθολυτικοί παράγοντες, αμιωδαρόνη και σκιαγραφικά μέσα που περιέχουν ιώδιο

Οι ουσίες αυτές αναστέλλουν την περιφερική μετατροπή της Τ4 σε Τ3.

Η αμιωδαρόνη έχει υψηλή περιεκτικότητα σε ιώδιο, το οποίο μπορεί να επάγει είτε υπερθυρεοειδισμό είτε υποθυρεοειδισμό. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή στην οζώδη βρογχοκήλη με πιθανώς αδιάγνωστη αυτονομία του θυρεοειδή.

Σερτραλίνη, χλωροκίνη/προγουανίλη:

Αυτές οι ουσίες μειώνουν την αποτελεσματικότητα της λεβοθυροξίνης και οδηγούν σε αύξηση της TSH.

Φάρμακα με επαγωγική δράση για τα ένζυμα δράση:

Τα φάρμακα που μπορούν να επαγάγουν το σύστημα των ηπατικών ενζύμων, όπως τα βαρβιτουρικά και προϊόντα που περιέχουν βαλσαμόχορτο (St John’s Wort) (Hypericum perforatum L.) ενδέχεται να αυξάνουν την ηπατική κάθαρση της λεβοθυροξίνης.

Ως εκ τούτου, εάν αυτά τα προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα, οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία υποκατάστασης του θυρεοειδούς ενδέχεται να χρειάζονται αύξηση της δόσης των θυρεοειδικών ορμονών.

Οιστρογόνα

Σε γυναίκες που λαμβάνουν αντισυλληπτικά που περιέχουν οιστρογόνο ή σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, η ανάγκη για λεβοθυροξίνη ενδέχεται

να αυξηθεί.

Αναστολείς της πρωτεάσης

Οι αναστολείς της πρωτεάσης (π.χ. ριτοναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη) ενδέχεται να επηρεάσουν τη δράση της λεβοθυροξίνης. Συνιστάται στενή παρακολούθηση των παραμέτρων των θυρεοειδικών ορμονών. Εάν απαιτείται, η δοσολογία της λεβοθυροξίνης πρέπει να προσαρμόζεται.

Σεβελαμέρη

Υπάρχουν αναφορές ότι η σεβελαμέρη ενδέχεται να προκαλεί αύξηση των επιπέδων της TSH σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται σεβελαμέρη και λεβοθυροξίνη. Συνεπώς, σε ασθενείς που λαμβάνουν και τα δύο φάρμακα, συνιστάται, στενότερη παρακολούθηση των επιπέδων της TSH.

Αναστολείς της κινάσης της τυροσίνης

Οι αναστολείς της κινάσης της τυροσίνης (π.χ. ιματινίμπη, σουνιτινίμπη, σοραφενίμπη, μοτεσανίμπη) ενδέχεται να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της λεβοθυροξίνης. Ως εκ τούτου, συνιστάται οι ασθενείς να παρακολουθούνται για μεταβολές στη λειτουργία του θυρεοειδούς στην αρχή και στο τέλος της συγχορηγούμενης θεραπείας. Εάν είναι απαραίτητο, η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται.

Ορλιστάτη

Όταν λαμβάνονται ταυτόχρονα ορλιστάτη και λεβοθυροξίνη, ενδέχεται να παρουσιαστεί υποθυρεοειδισμός ή/και μειωμένος έλεγχος του υποθυρεοειδισμού. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε μειωμένη απορρόφηση των αλάτων ιωδίου ή/και της λεβοθυροξίνης.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται έναν γιατρό πριν ξεκινήσουν τη θεραπεία με προϊόντα που περιέχουν ορλιστάτη (π.χ. μη συνταγογραφούμενα), καθώς η ορλιστάτη και η λεβοθυροξίνη ενδέχεται να πρέπει να λαμβάνονται σε διαφορετικές ώρες και η δόση της λεβοθυροξίνης ενδέχεται να πρέπει να προσαρμοστεί.

Αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (ΑΑΠ)

Η συγχορήγηση με ΑΑΠ μπορεί να προκαλέσει μείωση της απορρόφησης των θυρεοειδικών ορμονών, λόγω της αύξησης του ενδογαστρικού pH που προκαλείται από τους ΑΑΠ.

Σε μια μελέτη διασταυρούμενης αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση 40 mg ομεπραζόλης αργής αποδέσμευσης με 600 µg διαλύματος λεβοθυροξίνης από το στόμα, είτε ταυτόχρονα είτε με χρονική διαφορά 12 ωρών, μείωσε την απορρόφηση της λεβοθυροξίνης (Cmax και AUC0-2h) κατά λιγότερο από 10%, χωρίς να επηρεάσει τη συνολική έκθεση 48 ώρες μετά τη χορήγηση (AUC0-48h). Παρόλο που αυτό δεν υποδηλώνει κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ του διαλύματος λεβοθυροξίνης και των αναστολέων αντλίας πρωτονίων (ΑΑΠ), λόγω της μεγάλης μεταβλητότητας στην απόκριση στη λεβοθυροξίνη μεταξύ των ατόμων, ενδέχεται να υπάρχει αλληλεπίδραση σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς και κλινική παρακολούθηση κατά την ταυτόχρονη θεραπεία. Ενδέχεται να χρειαστεί αύξηση της δόσης των θυρεοειδικών ορμονών.

Απαιτείται, επίσης, προσοχή κατά την ολοκλήρωση της θεραπείας με ΑΑΠ.

Επιδράσεις στις εργαστηριακές δοκιμές

Η βιοτίνη ενδέχεται να επηρεάζει τα αποτελέσματα των ανοσοεξετάσεων του θυρεοειδούς οι οποίες βασίζονται σε αλληλεπίδραση βιοτίνης/στρεπταβιδίνης, προκαλώντας εσφαλμένη μείωση ή εσφαλμένη αύξηση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων (βλ. παράγραφο 4.4).

Προϊόντα σόγιας

Τα προϊόντα σόγιας ενδεχομένως να μειώνουν την εντερική απορρόφηση της λεβοθυροξίνης. Ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας ή μετά από δίαιτα που περιέχει σόγια, η δοσολογία της λεβοθυροξίνης ενδέχεται να χρειάζεται να προσαρμοστεί.

Κύηση

Η θεραπεία με λεβοθυροξίνη θα πρέπει να χορηγείται με συνέπεια, και ιδιαίτερα κατά την κύηση ή την γαλουχία. Οι δοσολογικές απαιτήσεις ενδέχεται ακόμη και να αυξηθούν κατά την διάρκεια της

εγκυμοσύνης.

Κύηση

Η εμπειρία στον άνθρωπο δεν υποδεικνύει κίνδυνο δυσπλασιών ή εμβρυοτοξικότητας από τη χρήση λεβοθυροξίνης εντός του συνιστώμενου δοσολογικού εύρους και κατά την διάρκεια της κύησης. Η ανάπτυξη του εμβρύου εξαρτάται από τη λειτουργία του θυρεοειδούς της μητέρας. Η θυροξίνη είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη του εγκεφάλου του βρέφους. Συνεπώς, ειδικά κατά την κύηση, θα πρέπει να συνεχίζεται αδιάλειπτα η θεραπεία με θυρεοειδικές ορμόνες. Κατά την κύηση, ενδέχεται να απαιτηθεί αύξηση της δοσολογίας.

Καθώς αυξήσεις της TSH στον ορό μπορεί να υπάρξουν ήδη από την 4η εβδομάδα της κύησης, οι έγκυες που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη θα πρέπει να μετρούν την TSH τους εντός κάθε τριμήνου, για να επιβεβαιώνουν ότι τα επίπεδα TSH στον μητρικό ορό βρίσκονται εντός του εύρους αναφοράς για το εκάστοτε τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Αυξημένα επίπεδα της TSH στον ορό θα πρέπει να διορθώνονται με αύξηση της δόσης της λεβοθυροξίνης. Δεδομένου ότι τα επίπεδα TSH μετά τον τοκετό είναι παρόμοια με τις τιμές πριν από τη σύλληψη, η δοσολογία της λεβοθυροξίνης αμέσως μετά τον τοκετό θα πρέπει να επιστρέφει στη δοσολογία πριν την εγκυμοσύνη. Το επίπεδο της TSH στον ορό θα πρέπει να μετριέται 6–8 εβδομάδες μετά τον τοκετό.

Θηλασμός

Η λεβοθυροξίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, ωστόσο οι συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται εντός του συνιστώμενου δοσολογικού εύρους δεν επαρκούν για να προκαλέσουν εκδήλωση υπερθυρεοειδισμού ή καταστολή της έκκρισης TSH στα νεογνά.

Η λεβοθυροξίνη μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Χρήση ως υποστηρικτική θεραπεία με αντιθυρεοειδικά φάρμακα

Η λεβοθυροξίνη δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με αντιθυρεοειδικά φάρμακα σε εγκύους με υπερθυρεοειδισμό. Η λεβοθυροξίνη αυξάνει την απαιτούμενη δόση αντιθυρεοειδικών φαρμάκων. Λόγω του ότι τα αντιθυρεοειδικά φάρμακα διαπερνούν τον πλακούντα ευκολότερα από ό,τι η λεβοθυροξίνη, η θεραπεία με το συνδυασμό τους ενδέχεται να επάγει υποθυρεοειδισμό στο έμβρυο. Συνεπώς κατά την κύηση, για τη θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο αντιθυρεοειδικά.

Οδήγηση

ν

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, καθώς η λεβοθυροξίνη είναι πανομοιότυπη με την φυσικά απαντώμενη ορμόνη του θυρεοειδούς, δεν αναμένεται το TIROSOL να έχει επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Με σωστή χρήση και παρακολούθηση των κλινικών ευρημάτων και των διαγνωστικών εργαστηριακών τιμών θα πρέπει να αναμένονται αμελητέες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη θεραπεία με TIROSOL. Όταν η περιεκτικότητα της δόσης δεν είναι ανεκτή ή σε περίπτωση που καταναλωθούν ακούσια εξατομικευμένες δόσεις υψηλότερες του φυσιολογικού (δηλ. σε υπερδοσολογία), τα συμπτώματα που ενδέχεται να παρατηρηθούν είναι του τύπου εκείνων που παρατηρούνται στον υπερθυρεοειδισμό, όπως ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, καρδιακές αρρυθμίες, στηθάγχη, κεφαλαλγία, μυϊκή αδυναμία και κράμπες, έξαψη, πυρετός, έμετος, διαταραχές εμμήνου ρύσης, ψευδο-όγκος του εγκεφάλου, τρόμος, ανησυχία, αϋπνία, υπεριδρωσία, απώλεια σωματικού βάρους και διάρροια.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ημερήσια δόση πρέπει να μειωθεί ή η φαρμακευτική αγωγή να διακοπεί για λίγες ημέρες. Όταν υποχωρήσουν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου με προσεκτική δοσολόγηση.

Σε περιπτώσεις υπερευαισθησίας σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του TIROSOL, ενδέχεται να υπάρξουν αλλεργικές αντιδράσεις του δέρματος και της αναπνευστικής οδού.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες (Πίνακας 1) ταξινομήθηκαν σύμφωνα με τη συχνότητά τους χρησιμοποιώντας την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 1 - Πίνακας με τις ανεπιθύμητες ενέργειες

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Μη γνωστής συχνότητας Αγγειοοίδημα, εξάνθημα, κνίδωση

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: + 30 213 2040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.

Υπερβολική δόση

Ένα αυξημένο επίπεδο Τ3 αποτελεί περισσότερο αξιόπιστο δείκτη υπερδοσολογίας από ότι οι αυξημένες τιμές T4 ή fT4.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, παρατηρούνται συμπτώματα που υποδεικνύουν σημαντική αύξηση της μεταβολικής δραστηριότητας (βλ. παράγραφο 4.8). Ανάλογα με το βαθμό της υπερδοσολογίας, συνιστάται ο ασθενής να σταματήσει τη λήψη του πόσιμου διαλύματος και να υποβληθεί σε γενικές εξετάσεις.

Τα συμπτώματα ενδέχεται να εκδηλωθούν ως σημαντικές β-αδρενεργικές δράσεις, όπως ταχυκαρδία, άγχος, διέγερση και υπερκινητικότητα. Τα συμπτώματα ενδέχεται να μειωθούν με αποκλειστές των β-υποδοχέων. Σε ακραίες δόσεις, η πλασμαφαίρεση μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη.

Μεμονωμένες περιπτώσεις επιληπτικών κρίσεων έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με προδιάθεση και όταν ξεπεράστηκε το ατομικό όριο ανοχής της δόσης.

Η υπερδοσολογία με λεβοθυροξίνη ενδέχεται να επιφέρει συμπτώματα υπερθυρεοειδισμού και μπορεί να προκαλέσει οξεία ψύχωση, ειδικά σε ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης ψυχωσικών διαταραχών.

Μετά από υπερδοσολογία σε ανθρώπους (με πρόθεση αυτοκτονίας), δόσεις 10 mg λεβοθυροξίνης έγιναν ανεκτές χωρίς επιπλοκές.

Υπάρχουν ορισμένες αναφορές για αιφνίδιο καρδιακό θάνατο ασθενών που έκαναν κατάχρηση λεβοθυροξίνης για πολλά χρόνια.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - TIROSOL 125MCG

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: θυρεοειδικές ορμόνες Κωδικός ATC: H03A A01

Η συνθετική λεβοθυροξίνη που περιέχεται στο TIROSOL έχει πανομοιότυπη δράση με τη φυσική θυρεοειδική ορμόνη, που παράγεται κυρίως στον θυρεοειδή αδένα. Μετατρέπεται σε T3 στα περιφερικά όργανα και, όπως και η φυσική ορμόνη, επιδεικνύει τις χαρακτηριστικές της δράσεις πάνω

στους υποδοχείς T3. Ο οργανισμός δεν κάνει διάκριση μεταξύ της ενδογενούς και της εξωγενούς λεβοθυροξίνης.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η από του στόματος χορηγούμενη λεβοθυροξίνη απορροφάται σχεδόν αποκλειστικά από την ανώτερη μοίρα του λεπτού εντέρου. Ανάλογα με τη φύση της φαρμακοτεχνικής μορφής, η απορρόφηση φθάνει έως το μέγιστο 80%. Η Τmax κυμαίνεται μεταξύ 1 και 5 ωρών.

Μετά την έναρξη της θεραπείας από του στόματος, επιδράσεις παρατηρούνται μετά από 3-5 ημέρες. Η λεβοθυροξίνη εμφανίζει εξαιρετικά υψηλή δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος, σε ποσοστό 99,97%. Δεν παρατηρείται ομοιοπολική δέσμευση, έτσι υπάρχει συνεχής και ταχύτατη εναλλαγή μεταξύ της δεσμευμένης ορμόνης στις πρωτεΐνες του πλάσματος και της ελεύθερης ορμόνης.

Λόγω της υψηλής δέσμευσης στις πρωτεΐνες, η λεβοθυροξίνη δεν μπορεί να απομακρυνθεί από το σώμα ούτε με αιμοδιύλιση ούτε με αιμοδιήθηση.

Κατά μέσο όρο, ο χρόνος ημι-αποβολής της λεβοθυροξίνης είναι περίπου 7 ημέρες. Στον υπερθυρεοειδισμό, ο χρόνος αυτός είναι μικρότερος (3-4 ημέρες) ενώ στον υποθυρεοειδισμό είναι μεγαλύτερος (περίπου 9-10 ημέρες). Ο όγκος κατανομής κυμαίνεται στα 10-12 L. To 1/3 της λεβοθυροξίνης εκτός του θυρεοειδούς ανευρίσκεται στο ήπαρ και μπορεί να ανταλλάσσεται ταχύτατα με τη λεβοθυροξίνη στον ορό. Οι θυρεοειδικές ορμόνες μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ, στους νεφρούς, στον εγκέφαλο και στους μύες. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται με τα ούρα και τα κόπρανα. Η μεταβολική κάθαρση είναι περίπου 1,2 L πλάσματος την ημέρα.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - TIROSOL 125MCG

Κατάλογος εκδόχων

Γλυκερόλη 85%

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

Διάρκεια ζωής

18 μήνες

Μετά από το πρώτο άνοιγμα του φακελίσκου: 15 ημέρες

Μετά το πρώτο άνοιγμα του περιέκτη μίας δόσης: το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία, για να προστατεύεται από το φως.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Λευκός, αδιαφανής περιέκτης μίας δόσης του 1 ml, από πολυαιθυλένιο χαμηλής πυκνότητας (LDPE) σε φακελίσκο τερεφθαλικού πολυαιθυλενίου/αλουμινίου/πολυαιθυλενίου (PET/Alu/PE) που περιέχει μία ταινία 5 περιεκτών μίας δόσης

Μέγεθος συσκευασίας: 30 περιέκτες μίας δόσης

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT x 30 περιέκτης μιάς δόσης (σε 6 φακελίσκους x 5 περιέκτες μιας δόσης x 1 ml)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.