Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
4
14
20
8
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ.ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

TOBRAMYCIN/VIOSER SOL.INF 1MG/ML

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

ΒΙΟΣΕΡ Α.Ε. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΡΕΝΤΕΡΙΚΩΝ ΔΙΑΛΥΜΑΤΩΝ Δ.Τ. ΒΙΟΣΕΡ Α.Ε.
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - TOBRAMYCIN/VIOSER 1MG/ML

Ενδείξεις

Το Tobramycin VIOSER είναι ενδεδειγμένο για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων που προκαλούνται από παθογόνα ευαίσθητα στην τομπραμυκίνη (βλ. επίσης παράγραφο 5.1) σε ενήλικες και παιδιά άνω της 1 εβδομάδας.

Οι κύριες ενδείξεις για τις αμινογλυκοσίδες είναι οι λοιμώξεις που προκαλούνται από παθογόνα ανθεκτικά σε άλλα, λιγότερο τοξικά φάρμακα, οι σοβαρές λοιμώξεις από gram-αρνητικά παθογόνα, οι λοιμώξεις που αποκτήθηκαν στο νοσοκομείο, και λοιμώξεις σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή και ουδετεροπενία.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το Tobramycin VIOSER 1 mg/ml διάλυμα για έγχυση μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε:

  • Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος

  • Νοσοκομειακή πνευμονία (δεδομένου ότι η πνευμονία σε εξωνοσοκομειακούς ασθενείς προκαλείται κυρίως από πνευμονιόκοκκο, η τομπραμυκίνη δεν αποτελεί φάρμακο πρώτης επιλογής σε αυτές τις περιπτώσεις)

  • Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των λοιμώξεων που αποκτήθηκαν στο νοσοκομείο

  • Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις

  • Ενδοκαρδίτιδα

  • Μηνιγγίτιδα που προκαλείται από gram-αρνητικά παθογόνα

  • Οστεομυελίτιδα και πυώδη αρθρίτιδα

  • Βακτηριαιμία που σχετίζεται ή υπάρχει υποψία ότι σχετίζεται με τις παραπάνω λοιμώξεις

    Πρέπει να τηρούνται οι συνήθεις και γενικά αποδεκτές οδηγίες για την κατάλληλη χρήση αντιβιοτικών κατά τη χρήση του Tobramycin VIOSER 1 mg/ml διαλύματος για έγχυση.

    Σημείωση

    Στο πλαίσιο μιας υπολογισμένης χημειοθεραπείας, προτιμάται συνήθως μια συνδυαστική θεραπεία μαζί με ένα αντιβιοτικό βήτα-λακτάμης ή με ένα αντιβιοτικό που είναι αποτελεσματικό κατά των αναερόβιων βακτηρίων σε περιπτώσεις λοιμώξεων απειλητικών για τη ζωή που προκαλούνται από έναν αρχικά άγνωστο παθογόνο, στην περίπτωση συνδυασμού λοιμώξεων λόγω αναερόβιων και αερόβιων παθογόνων, σε βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα, σε συστημικές λοιμώξεις από ψευδομονάδα, καθώς και στη θεραπεία ασθενών με ανοσοκαταστολή, κυρίως ασθενών με ουδετεροπενία. Και τα δύο αντιβιοτικά μπορούν να δοθούν σε συνιστώμενες δόσεις, ανάλογα με το βαθμό σοβαρότητας της λοίμωξης και την κατάσταση του ασθενούς.

    Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά, ιδιαίτερα όταν τα αντιβιοτικά δίνονται σε υψηλές δόσεις. Μόλις είναι διαθέσιμα τα αποτελέσματα καλλιέργειας και δοκιμών αντοχής, η αντιβιοτική αγωγή πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα.

Δοσολογία

Δοσολογία

Το Tobramycin VIOSER 1 mg/ml διάλυμα για έγχυση διατίθεται με ενδοφλέβια έγχυση. Η συνήθης διάρκεια της ενδοφλέβιας έγχυσης είναι 30 λεπτά, αλλά μπορεί να αυξηθεί σε 60 λεπτά (βλέπε επίσης παράγραφο 5.2).

Δοσολογία

Ενήλικες και εφήβοι (12 έως 17 ετών):

Σοβαρές λοιμώξεις:

3 mg τομπραμυκίνης/kg σωματικού βάρους (bw) ανά ημέρα ως εφάπαξ δόση ή διαιρεμένη σε 3 δόσεις των 1 mg τομπραμυκίνης/ kg σωματικού βάρους κάθε 8 ώρες.

Λοιμώξεις απειλητικές για τη ζωή:

Έως 5 mg τομπραμυκίνης/ kg σωματικού βάρους (bw)/ημέρα ως εφάπαξ δόση ή διαιρεμένη σε 3 δόσεις των 1,66 mg τομπραμυκίνης/ kg σωματικού βάρους κάθε 8 ώρες (σε ορισμένες περιπτώσεις επίσης χορηγούμενη κάθε 6 ώρες). Αυτή η δόση θα πρέπει να μειωθεί μόλις ενδείκνυται κλινικά.

Ημερήσιοι όγκοι έγχυσης σε ενήλικες και εφήβους (12 έως 17 ετών) με φυσιολογική νεφρική λειτουργία

Tobramycin VIOSER 1 mg/ml διάλυμα για ενδοφλέβια χρήση:

Δόση ανά kg Σωματικό σωματικού βάροςβάρους/ημέρα Συνολικός ημερήσιος όγκος έγχυσης
50 kg 60 kg 70 kg 80 kg 90 kg 100 kg
3,0 mg 150 ml 180 ml 210 ml 240 ml 270 ml 300 ml
3,5 mg 175 ml 210 ml 245 ml 280 ml 315 ml 350 ml
4,0 mg 200 ml 240 ml 280 ml 320 ml 360 ml 400 ml
4,5 mg 225 ml 270 ml 315 ml 360 ml 405 ml 450 ml
5,0 mg 250 ml 300 ml 350 ml 400 ml 450 ml 500 ml

Παιδιά (άνω της 1 εβδομάδας)

Τα παιδιά λαμβάνουν 6 - 7,5 mg τομπραμυκίνης/kg σωματικού βάρους/ημέρα ως εφάπαξ δόση ή 2 - 2,5 mg τομπραμυκίνης/kg σωματικού βάρους κάθε 8 ώρες ή περιστασιακά 1,5 - 1,9 mg τομπραμυκίνης/kg σωματικού βάρους κάθε 6 ώρες.

Εφάπαξ ημερήσια δόση:

Το συμβατικό σχήμα δοσολογίας της τομπραμυκίνης διαιρείται σε αρκετές ημερήσιες δόσεις, για παράδειγμα κάθε 8 ώρες. Αντίθετα, όμως, έχει αποδειχθεί ότι μια εφάπαξ ημερήσια δόση είναι ευεργετική ως προς την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια σε πειραματικές και κλινικές μελέτες. Η τομπραμυκίνη έχει παρατεταμένη μετά-αντιβιοτική επίδραση. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες in vitro και in vivo, η διείσδυση των αμινογλυκοσιδών στο νεφρικό φλοιό υπόκειται σε κορεσμό.

Επομένως, σε υψηλά επίπεδα αιχμής στον ορό (μετά από εφάπαξ δόση), εναποτίθεται λιγότερη αμινογλυκοσίδη στα νεφρά από ό,τι με τις συμβατικές πολλαπλές δόσεις. Ακόμα και στη συνδυαστική θεραπεία (π.χ. με μια κανονική δόση ενός αντιβιοτικού βήτα-λακτάμης), είναι δυνατόν να δοθεί ολόκληρη η δόση ως εφάπαξ δόση (βλ. παράγραφο 5.2).

Συνιστάται η χορήγηση του Tobramycin VIOSER 1 mg/ml διαλύματος για έγχυση να πραγματοποείται μια φορά την ημέρα εκτός από τις περιπτώσεις ασθενών με ανοσοκαταστολή (π.χ. ουδετεροπενία), σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, ασκίτη, σοβαρά εγκαύματα (περισσότερο από 20% του δέρματος) και σε γυναίκες που είναι έγκυες.

Νεφρική ανεπάρκεια

Μετά από μια αρχική δόση του 1 mg τομπραμυκίνης/kg σωματικού βάρους, η δόση πρέπει να προσαρμοστεί είτε με τη μείωση της δόσης που χορηγείται κάθε 8 ώρες (σχήμα 1, βλ. πίνακα παρακάτω) είτε με την αύξηση του μεσοδιαστήματος μεταξύ των κανονικών δόσεων (σχήμα 2, βλ. πίνακα παρακάτω).

Εάν δεν είναι δυνατός ο καθορισμός των επιπέδων τομπραμυκίνης στον ορό, η προσαρμογή της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κρεατινίνη του ορού ή στην κάθαρση της κρεατινίνης, δεδομένου ότι υπάρχει καλή συσχέτιση μεταξύ των παραμέτρων και της ημιζωής της τομπραμυκίνης.

Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η δόση συντήρησης καθορίζεται σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα:

Δόση συντήρησης μετά από μια αρχική δόση των 1 mg/kg (*) ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία και το βάρος σώματος (bw):

Νεφρική λειτουργία Σχήμα 1: Μειωμένη δόση που χορηγείται κάθε 8 ώρες Σχήμα 2: Σταθερή δόση με εκτεταμένο μεσοδιάστημαδόσεων
Άζωτο ουρίας σε mg/100 ml Κρεατινίνη ορού σεmg/100 ml Καθαρή κρεατινίνη σεml/min** Βάρος: 50-60kg Βάρος: 60-80 kg kg/Δόση:50-60 kg: 60 mg60-80 kg: 80 mg
Φυσιολογικό ≤20 ≤ 1.3 ≥ 70 60 mg 80 mg κάθε 8 ώρες
21-34 1.4-1.9 69-40 30-60 mg 50-80 mg κάθε 12 ώρες
35-49 2.0-3.3 39-20 20-25 mg 30-45 mg κάθε 18 ώρες
50 - 65 3.4 - 5.3 19 - 10 10 - 18 mg 15 - 24 mg κάθε 24 ώρες
66-74 5.4-7.5 9-5 5-9 mg 7-12 mg κάθε 36 ώρες
≥ 75 ≥ 7.6 ≤ 4 2.5-4.5 mg 3.5-6 mg κάθε 48 ώρες

(*) Σε λοιμώξεις απειλιτικές για τη ζωή, η αρχική δόση μπορεί να φτάσει μέχρι το 50% της συνιστώμενης δόσης για κανονική νεφρική λειτουργία. Μετά τη βελτίωση της κατάστασης των ασθενών, η δόση πρέπει να μειωθεί στην κανονική δόση.

(**) Είναι απαραίτητη η σταθερή νεφρική λειτουργία, π.χ. σταθερά επίπεδα αζώτου ουρίας στο αίμα, για να υπολογιστεί η κάθαρση κρεατινίνης.

Εναλλακτικά, μπορεί κανείς επίσης να υπολογίσει τη μειωμένη εφάπαξ δόση με ένα σταθερό μεσοδιάστημα δόσης 8 ωρών (σε ασθενείς με σταθερή και γνωστή τιμή κρεατινίνης ορού) διαιρώντας την κανονική, συνιστώμενη δόση με το συγκεκριμένο επίπεδο κρεατινίνης (mg/100 ml) του ασθενούς. Για να υπολογιστεί η συχνότητα των δόσεων σε ώρες, αρκεί γενικά να πολλαπλασιαστεί το επίπεδο κρεατινίνης ορού του ασθενούς (mg/100 ml) επί έξι.

Εάν υπάρχει νεφρική ανεπάρκεια σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια και υψηλές δόσεις θεραπείας, σε βρέφη, μικρά παιδιά ή ασθενείς με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου για τοξικές αντιδράσεις, η δόση θα πρέπει να ελέγχεται μέσω μέτρησης των επιπέδων της τομπραμυκίνης στον ορό και να διορθώνεται εάν είναι απαραίτητο.

Η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό, μετρούμενη 30 λεπτά μετά το τέλος της έγχυσης, θα πρέπει να είναι μεταξύ 4 και 10 μg/ml όταν η συνολική ημερήσια δόση διαιρείται σε πολλές μεμονωμένες δόσεις και το κατώτερο επίπεδο στο τέλος του μεσοδιαστήματος δόσης πρέπει να είναι χαμηλότερο των 2 μg/ml για την αποφυγή τοξικών παρενεργειών.

Αιμοκάθαρση:

Μετά από κάθε αιμοκάθαρση, η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται ξεχωριστά με βάση τα επίπεδα τομπραμυκίνης στον ορό. Μια εφάπαξ δόση 50% της αρχικής δόσης συνιστάται συνήθως μετά από κάθε συνεδρία αιμοκάθαρσης.

Ηλικιωμένοι:

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν χαμηλότερη δόση συντήρησης από τους νεότερους ενήλικες για να επιτύχουν θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.

Δοσολογία σε παχύσαρκους ασθενείς:

Για να υπολογίσετε η δόση, προσθέστε το 40% του υπερβολικού βάρους του ασθενούς στο εκτιμώμενο φυσιολογικό βάρος του ασθενούς. Το άθροισμα χρησιμοποιείται στη συνέχεια ως βάση για τον υπολογισμό σε mg/kg.

Διάρκεια χρήσης

Ενδοφλέβια έγχυση:

Η συνήθης διάρκεια θεραπείας είναι 7 έως 10 ημέρες. Μπορεί να απαιτηθεί μακροχρόνια θεραπεία για επίμονες ή επιπλεγμένες λοιμώξεις. Συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής, ακουστικής και αιθουσαίας λειτουργίας των ασθενών, καθώς η πιθανότητα νεφροτοξικότητας και νευροτοξικότητας αυξάνεται κατά τη χρήση για περισσότερες από 10 ημέρες.

Μέθοδος χορήγησης

Για ενδοφλέβια χορήγηση.

Η χορήγηση του ενδοφλεβίου υγρού δεν πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα. Για να αποφευχθούν υψηλές κορυφαίες συγκεντρώσεις, συνιστάται μια χορήγηση για ένα διάστημα 30-60 λεπτών.

Η έγχυση δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα. Προκειμένου να αποφευχθούν οι υψηλές μέγιστες συγκεντρώσεις, συνιστάται έγχυση για περίοδο 30-60 λεπτών.

Η δόση που θα χορηγηθεί και το μέγεθος της φιάλης που θα χρησιμοποιηθεί εξαρτώνται από το βάρος του ασθενούς. Ο όγκος που θα χορηγηθεί δεν πρέπει να υπερβαίνει την καθορισμένη δόση. Πρέπει να είστε απολύτως βέβαιοι ότι η σωστή ποσότητα θα χορηγηθεί στον ασθενή. Για την αποφυγή υπερδοσολογίας, η υπολογιζόμενη δόση θα πρέπει να αφαιρεθεί από τον περιέκτη πριν από τη χορήγηση. Εναλλακτικά, ο όγκος που δεν χρειάζεται θα μπορούσε να αφαιρεθεί από τη φιάλη πριν από τη χορήγηση της υπολογιζόμενης δόσης.

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία και σε οποιοδήποτε άλλο αμινογλυκοσίδιο, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

  • Μυασθένεια Gravis

Προειδοποιήσεις

Γενικές πληροφορίες

Λόγω της νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας των αμινογλυκοσιδών, οι ασθενείς θα πρέπει να παραμένουν υπό αυστηρή κλινική παρακολούθηση κατά τη θεραπεία. Η τομπραμυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε λοιμώξεις απειλητικές για τη ζωή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα δυσλειτουργία του όγδοου κρανιακού νεύρου (π.χ. νευροαισθητήρια βαρηκοΐα). Στο μέτρο του δυνατού, πρέπει να πραγματοποιούνται συνεχώς εξετάσεις ακοομετρίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Δυσλειτουργία του όγδοου κρανιακού νεύρου μπορεί να αναπτυχθεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια και σε παρατεταμένη χορήγηση ή μεγαλύτερες δόσεις από τις συνιστώμενες. Επομένως, η νεφρική λειτουργία και η λειτουργία του όγδοου κρανιακού νεύρου θα πρέπει να παρακολουθούνται σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ή υποψία νεφρικής ανεπάρκειας και σε ασθενείς που εμφανίζουν ενδείξεις μιας τέτοιας ανεπάρκειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Άλλες εκδηλώσεις νευροτοξικότητας μπορεί να περιλαμβάνουν μούδιασμα, μυρμήγκιασμα δέρματος, μυϊκές συσπάσεις και σπασμοί.

Νεφρική ανεπάρκεια:

Οι συγκεντρώσεις της τομπραμυκίνης στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται όποτε είναι δυνατόν, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Ελάχιστες συγκεντρώσεις στον ορό μεγαλύτερες από 2 μg/ml μπορεί να υποδηλώνουν συσσώρευση στους ιστούς και πρέπει να αποφεύγονται είτε μειώνοντας τη δόση είτε αυξάνοντας το μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων. Μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό άνω των 12 μg/ml με πολλαπλές δόσεις για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορεί να οδηγήσουν σε τοξικότητα και θα πρέπει να αποφεύγονται (βλ. παράγραφο 4.2).

Τα υψηλότερα επίπεδα αιχμής μπορούν να επιτευχθούν με εφάπαξ ημερήσια δόση (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2). Τα κατώτερα επίπεδα δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 1 μg/ml μετά από μία εφάπαξ ημερήσια δόση.

Οι συγκεντρώσεις της τομπραμυκίνης στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται μόνο με φλεβοκέντηση και με όχι με συλλογή αίματος από το δάχτυλο. Η επιμόλυνση του δέρματος των δακτύλων με τομπραμυκίνη μπορεί να οδηγήσει σε ψευδείς μετρήσεις αυξημένων συγκεντρώσεων της δραστικής ουσίας στον ορό. Αυτή η επιμόλυνση δεν μπορεί να αποφευχθεί πλήρως ακόμη και με το πλύσιμο των χεριών πριν από την εξέταση.

Τα ούρα πρέπει να εξετάζονται για αυξημένη απέκκριση πρωτεϊνών, κυττάρων και ουρολίθων. Τα επίπεδα κρεατινίνης ορού και η κάθαρση κρεατινίνης θα πρέπει να προσδιορίζονται τακτικά. Τα επίπεδα ασβεστίου, μαγνησίου, νατρίου και καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται. Το σύνδρομο ψευδο-Bartter έχει αναφερθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Ωτοτοξικότητα

Ο κίνδυνος τοξικών επιδράσεων αυξάνεται στην περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας, σε ηλικιωμένους, αφυδατωμένους ασθενείς και σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις ή μακροχρόνια θεραπεία καθώς και πολλαπλούς κύκλους θεραπείας. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με κοχλιακές και αιθουσαίες διαταραχές. Η ταυτόχρονη χορήγηση εξαιρετικά αποτελεσματικών διουρητικών ή ωτοτοξικών ή νεφροτοξικών ουσιών θα πρέπει να αποφεύγεται εάν είναι δυνατόν (βλ. παράγραφο 4.5). Εάν υπάρχουν ενδείξεις νεφροτοξικότητας ή ωτοτοξικότητας, η δόση πρέπει να προσαρμοστεί ή να διακοπεί η θεραπεία.

Ασθενείς με μεταλλάξεις του μιτοχονδριακού DNA, ιδιαίτερα με υποκατάσταση του νουκλεοτιδίου 1555 A σε G στο γονίδιο 12S rRNA μπορεί να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο ωτοτοξικότητας, ακόμη και αν τα επίπεδα αμινογλυκοσιδών στον ορό του ασθενούς ήταν εντός του συνιστώμενου εύρους. Σε περίπτωση οικογενειακού ιστορικού κώφωσης προκαλούμενης από αμινογλυκοσίδες ή γνωστών μεταλλάξεων του μιτοχονδριακού DNA στο γονίδιο 12S rRNA, μπορεί να χρειαστεί να εξεταστούν εναλλακτικές θεραπείες εκτός από τις αμινογλυκοσίδες.

Νευρομυϊκός αποκλεισμός

Σε πειράματα σε ζώα, έχει αναφερθεί νευρομυϊκός αποκλεισμός και αναπνευστική παράλυση μετά από δόσεις αρκετές φορές υψηλότερες από τη θεραπευτική δόση. Η εμφάνιση τέτοιων αντιδράσεων στον άνθρωπο δεν μπορεί να αποκλειστεί, και ιδιαίτερα στην περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης μυοχαλαρωτικών, αναισθητικών ή μαζικών μεταγγίσεων αίματος σε αντιπηκτικό κιτρικό άλας. Ο νευρομυϊκός αποκλεισμός μπορεί να αντιστραφεί με έγχυση αλάτων ασβεστίου. Λόγω των επιδράσεων του νευρομυϊκού αποκλεισμού, οι αμινογλυκοσίδες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με νευρομυϊκές διαταραχές (π.χ. νόσος Πάρκινσον).

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος

Έχουν υπάρξει αναφορές διάρροιας που σχετίζεται με αντιβιοτικά και ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα με τη χρήση της τομπραμυκίνης. Αυτές οι διαγνώσεις πρέπει να λμβάνονται υπόψη σε οποιονδήποτε ασθενή που αναπτύσσει διάρροια κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή εντός δύο μηνών μετά τη θεραπεία. Εάν εμφανιστεί σοβαρή και/ή αιματηρή διάρροια κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει

να διακοπεί η χορήγηση της τομπραμυκίνης και να εφαρμοστεί κατάλληλη αγωγή. Δεν πρέπει να δίνονται αναστολείς του εντερικού περισταλτισμού.

Ασθενείς με εγκαύματα

Η φαρμακοκινητική των αμινογλυκοσιδών μπορεί να αλλοιωθεί (μείωση των συγκεντρώσεων στον ορό) σε ασθενείς με σοβαρά εγκαύματα. Είναι, συνεπώς, σημαντικό να παρακολουθείται η συγκέντρωση στον ορό.

Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αμινογλυκοσίδες

Είναι σημαντικό οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αμινογλυκοσίδες να πίνουν αρκετά υγρά. Οι αμινογλυκοσίδες, όταν εφαρμόζονται με ψεκασμό ή τοπικά, μπορεί να απορροφηθούν από τις επιφάνειες του σώματος σε σημαντικές ποσότητες, προκαλώντας έτσι νευροτοξικότητα ή νεφροτοξικότητα. Αυτή η απορρόφηση πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό της συνολικής δόσης σε περίπτωση συμπτωματικής συστηματικής χορήγησης.

Είναι δυνατή η εμφάνιση διασταυρούμενης αλλεργίας και διασταυρούμενης ανθεκτικότητας σε άλλες αμινογλυκοσίδες.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η τομπραμυκίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε πρόωρα και νεογέννητα βρέφη λόγω της νεφρικής τους ανωριμότηταςꞏ αυτό οδηγεί σε αύξηση του χρόνου ημιζωής της δραστικής ουσίας στον ορό.

Έκδοχα:

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 590,1 mg νάτριο ανά 166,6 ml, ισοδύναμα με 29,5 % της μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου των 2 g που συστήνεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ) για έναν ενήλικα.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
4
14
20
8
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Τομπραμυκίνη/μυοχαλαρωτικά (συμπεριλαμβανομένης της βοτουλινικής τοξίνης) και αιθέρες/αίμα σε κιτρικό άλας (βλ. παράγραφο 4.4):

Οι ιδιότητες νευρομυϊκού αποκλεισμού των αμινογλυκοσιδών ενισχύονται από αιθέρες και μυοχαλαρωτικά ή από μεγάλες ποσότητες αίματος σε κιτρικό άλας. Ο νευρομυϊκός αποκλεισμός που σχετίζεται με τις αμινογλυκοσίδες μπορεί να αντιστραφεί με έγχυση αλάτων ασβεστίου.

Tομπραμυκίνη/Αναισθησία με μεθοξυφθοράνη:

Οι αμινογλυκοσίδες μπορούν να αυξήσουν τις νεφροτοξικές επιδράσεις του μεθοξυφλουρανίου. Με ταυτόχρονη χρήση, υπάρχει πιθανότητα σοβαρής νεφροπάθειας. Ο αναισθησιολόγος πρέπει να ενημερώνεται για τη χρήση αμινογλυκοσιδών πριν από μια χειρουργική επέμβαση.

Τομπραμυκίνη/άλλα δυνητικά νεφρο-ή ωτοτοξικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.4):

Λόγω του αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ή μετέπειτα θεραπεία με δυνητικά ωτοτοξικά ή νεφροτοξικά φάρμακα όπως: αμφοτερικίνη Β, κολιστίνη, κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους, σισπλατίνη, βανκομυκίνη, πολυμυξίνη Β, αμινογλυκοσίδες, κεφαλοθίνη ή διουρητικά όπως το εθακρινικό οξύ και η φουροσεμίδη.

Στην περίπτωση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν σισπλατίνη, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η νεφροτοξικότητα της τομπραμυκίνης μπορεί να αυξηθεί για 3 έως 4 εβδομάδες μετά τη χορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων.

Τομπραμυκίνη/άλλα αντιβιοτικά

Η συνδυαστική θεραπεία με κατάλληλα αντιβιοτικά (π.χ. με βήτα-λακτάμες) μπορεί να οδηγήσει σε συνεργική δράση. Η τομπραμυκίνη και τα αντιβιοτικά βήτα-λακτάμης μπορούν να αντιδράσουν χημικά για να σχηματίσουν ανενεργά αμίδια. Επομένως, δεν πρέπει να χορηγούνται μέσω της ίδιας γραμμής έγχυσης. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η τομπραμυκίνη μπορεί να αδρανοποιηθεί από αντιβιοτικά βήτα-λακτάμης. Αυτή η αδρανοποίηση δεν παρατηρείται όταν οι ασθενείς έχουν φυσιολογική νεφρική λειτουργία και τα δύο αντιβιοτικά χορηγούνται μέσω διαφορετικών οδών.

Τομπραμυκίνη /Διουρητικά

Τα ενδοφλέβια διουρητικά μπορούν να αυξήσουν την τοξικότητα των αμινογλυκοσιδών αλλάζοντας τα επίπεδα του αντιβιοτικού στον ορό και τους ιστούς. Δεδομένου ότι ορισμένα διουρητικά μπορεί από μόνα τους να είναι ωτοτοξικά, η ταυτόχρονη χρήση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο τέτοιων παρενεργειών.

Κύηση

Εγκυμοσύνη

Η τομπραμυκίνη διαπερνά τον πλακούντα. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της τομπραμυκίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν τερατογόνο δράση της τομπραμυκίνης (βλ. παράγραφο 5.3). Ωστόσο, οι αμινογλυκοσίδες μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο (π.χ. συγγενής κώφωση ή νεφροτοξικότητα) όταν επιτυγχάνονται υψηλές συστηματικές συγκεντρώσεις σε έγκυες γυναίκες. Λόγω του δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο, η τομπραμυκίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί του κινδύνου για το έμβρυο. Σε περίπτωση έκθεσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καλό είναι να ελέγχεται η ακοή και η νεφρική λειτουργία του βρέφους.

Θηλασμός:

Η απέκκριση στο μητρικό γάλα είναι χαμηλή. Λόγω της πιθανής ωτοτοξικότητας και νεφροτοξικότητας της τομπραμυκίνης στο βρέφος, πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η τομπραμυκίνη. Η τομπραμυκίνη μπορεί να βλάψει την εντερική χλωρίδα του παιδιού. Εάν το βρέφος που θηλάζει εμφανίσει πεπτικά συμπτώματα (εντερική καντιντίαση, διάρροια), πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η τομπραμυκίνη.

Οδήγηση

ν

Δεν υπάρχουν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην οδήγηση και τη χρήση μηχανημάτων. Στην περίπτωση χρήσης εν κινήσει, συνιστάται προσοχή κατά την οδήγηση ή τη χρήση μηχανημάτων λόγω παρενεργειών όπως η ζάλη.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η τομπραμυκίνη εμφανίζει ωτοτοξικές και/ή νεφροτοξικές επιδράσεις. Περιστασιακά παρατηρείται νεφρική δυσλειτουργία, η οποία συνήθως υποχωρεί μετά τη διακοπή του φαρμάκου. Ο κίνδυνος τοξικών επιδράσεων αυξάνεται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλες ωτοτοξικές ή νεφροτοξικές ουσίες, με μακροχρόνια θεραπεία, επαναλαμβανόμενη θεραπεία ή όταν γίνεται υπέρβαση της συνιστώμενης δόσης. Ο κίνδυνος ωτοτοξικότητας φαίνεται να αυξάνεται με την ηλικία και την αφυδάτωση.

Οι παρενέργειες που τουλάχιστον πιθανώς σχετίζονται με τη θεραπεία παρατίθενται παρακάτω ανά σύστημα οργάνων και συχνότητα.

Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στις ακόλουθες κατηγορίες: Πολύ συχνές: (≥ 1/10)

Συχνές: (≥1/100 έως <1/10)

Όχι συχνές: (≥1/1.000 έως <1/100) Σπάνιες: (≥1/10.000 έως <1/1.000) Πολύ σπάνιες: (<1/10.000)

Άγνωστη συχνότητα: (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα)

Λοιμώξεις και μολύνσεις
Πολύ σπάνιες: στοματική καντιντίαση, μυκητιασικές λοιμώξεις
Συχνότητα άγνωστη: επιμόλυνση από βακτήρια ανθεκτικά στην τομπραμυκίνη, λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος,ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (βλ. επίσης παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
Συχνές: ηωσινοφιλία
Όχι συχνές: λευκοπενία, αναιμία, κοκκιοκυττάρωση, θρομβοπενία, λευκοκυττάρωση
Πολύ σπάνιες: λεμφαδενοπάθεια
Παθήσεις του ανοσοποιητικού συστήματος
Σπάνιες: αλλεργικές αντιδράσεις 1
Πολύ σπάνιες: σοβαρές μορφές αλλεργικών αντιδράσεων 1
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
Σπάνιες: ανορεξία
Συχνότητα άγνωστη: σύνδρομο ψευδο-Bartter (δείτε επίσης παράγραφο 4.4)
Ψυχιατρικές διαταραχές
Σπάνιες: σύγχυση, αποπροσανατολισμός
Παθήσεις του νευρικού συστήματος
Όχι συχνές: κεφαλαλγία
Σπάνιες: ζάλη
Πολύ σπάνιες: παραισθησία, μυρμήγκιασμα δέρματος, μυϊκές συσπάσεις,σπασμοί (βλ. επίσης παράγραφο 4.4), υπνηλία
Συχνότητα άγνωστη: υπνηλία
Παθήσεις του αυτιού και του λαβυρίνθου
Συχνές: κοχλιακές και αιθουσαίες διαταραχές 2 (σε ασθενείς μενεφρική δυσλειτουργία)
Όχι συχνές: κοχλιακές και αιθουσαίες διαταραχές 2 (σε ασθενείς μεφυσιολογική νεφρική λειτουργία)
Πολύ σπάνιες: πόνος στο αυτί
Συχνότητα άγνωστη: ωτίτιδα
Αγγειακές παθήσεις
Συχνές: θρομβοφλεβίτιδα
Παθήσεις του γαστρεντερικού συστήματος
Όχι συχνές: ναυτία, έμετος
Σπάνιες: διάρροια, διαταραχές γεύσης
Πολύ σπάνιες: κοιλιακό άλγος
Παθήσεις του μυοσκελετικού, συνδετικού ιστού και των οστών
Πολύ σπάνιες: νευρομυϊκός αποκλεισμός, πόνος στη μέση
Συχνότητα άγνωστη: μυαλγία
Παθήσεις των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος
Συχνές: διαταραχή νεφρικής λειτουργίας 3 (σε ασθενείς με νεφρικήανεπάρκεια)
Όχι συχνές: διαταραχή νεφρικής λειτουργίας 3 (σε ασθενείς μεφυσιολογική νεφρική λειτουργία)
Πολύ σπάνιες Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Γενικές διαταραχές και διαταραχές στο σημείο χορήγησης
Συχνές: πόνος και τοπικές αντιδράσεις στο σημείο χορήγησης
Σπάνιες: πυρετός, λήθαργος, αδυναμία, πόνος
Πολύ σπάνιες: δυσφορία
Διερευνήσεις
Συχνές: αυξήσεις στην ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) καιστην αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT)
Όχι συχνές: αυξήσεις στην αλκαλική φωσφατάση, τη γαλακτικήαφυδρογονάση και τη χολερυθρίνη ορού
Σπάνιες: μειώσεις στα επίπεδα της ασβεστίου, του μαγνησίου, του νατρίου και του καλίου στον ορό (βλ. επίσης παράγραφο4.4)

1 Αντιδράσεις υπερευαισθησίας διαφόρων βαθμών σοβαρότητας μπορεί να εμφανιστούν, για παράδειγμα, όπως εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός, φαρμακευτικός πυρετός έως αναφυλακτικό σοκ ή ως απολεπιστική δερματίτιδα ή πολύμορφο ερύθημα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση ή σύνδρομο Stevens-Johnson.

2 Έχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητες ενέργειες που επηρεάζουν τόσο τον αιθουσαίο όσο και τον κοχλιακό κλάδο του όγδοου κρανιακού νεύρου. Αυτές εκδηλώνονται με ίλιγγο ή ταλάντευση, παλμικές εμβοές και συριγμοί στα αυτιά και μειωμένη ακοή. Η απώλεια ακοής είναι συνήθως μη αναστρέψιμη και αρχικά εκδηλώνεται ως μειωμένη αντίληψη υψηλών συχνοτήτων.

3 Η διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας εκδηλώνεται με προοδευτική αύξηση των επιπέδων κρεατινίνης, ουρικού αζώτου και υπολειπόμενου αζώτου στον ορό, καθώς και με ολιγουρία, κυλινδρουρία και προοδευτική πρωτεϊνουρία. Έχει παρατηρηθεί ιδιαίτερα σε ασθενείς με ιστορικό νεφρικής νόσου που έλαβαν θεραπεία για μεγάλο χρονικό διάστημα ή σε ασυνήθιστα υψηλές δόσεις. Νεφρική ανεπάρκεια μπορεί επίσης να εμφανιστεί σε ασθενείς με αρχικά φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337

Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr

Υπερβολική δόση

Η τομπραμυκίνη έχει ένα στενό θεραπευτικό δείκτη. Η συσσώρευση (π.χ. λόγω διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας) μπορεί να οδηγήσει σε νεφρική βλάβη και βλάβη στο αιθουσαίο-κοχλιακό νεύρο. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστεί νευρομυϊκό αποκλεισμό ή αναπνευστική παράλυση.

Θεραπευτικά μέτρα σε περίπτωση υπερδοσολογίας:

Η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να διακοπεί. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο αντίδοτο. Η τομπραμυκίνη μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοκάθαρση (η αποβολή είναι πιο αργή και περισσότερο ανομοιόμορφη με την περιτοναϊκή κάθαρση).

Θεραπεία για νευρομυϊκό αποκλεισμό:

Στην περίπτωση νευρομυϊκού αποκλεισμού (που συνήθως προκαλείται από αλληλεπιδράσεις, βλ. παράγραφο 4.5), συνιστάται η ενδοφλέβια χορήγηση χλωριούχου ασβεστίου, με τεχνητή αναπνοή εάν είναι απαραίτητο.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - TOBRAMYCIN/VIOSER 1MG/ML

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, άλλες αμινογλυκοσίδες Κωδικός ATC: J01GB01

Μηχανισμός δράσης:

Η τομπραμυκίνη είναι ένα αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης, το οποίο παράγεται από το Streptomyces tenebrarius. Ο μηχανισμός δράσης της τομπραμυκίνης βασίζεται στη διακοπή της βιοσύνθεσης πρωτεϊνών στο βακτηριακό ριβόσωμα μέσω αλληλεπίδρασης με το rRNA και επακόλουθης αναστολής της μετάφρασης. Αυτό οδηγεί σε βακτηριοκτόνο αποτέλεσμα.

Σχέση μεταξύ φαρμακοκινητικής και φαρμακοδυναμικής

Η αποτελεσματικότητα ουσιαστικά εξαρτάται από τον λόγο της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) και της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) του παθογόνου.

Μηχανισμοί αντίστασης

Η αντίσταση στην τομπραμυκίνη μπορεί να οφείλεται στους ακόλουθους μηχανισμούς:

  • Ενζυματική απενεργοποίηση: Η ενζυματική τροποποίηση των μορίων αμινογλυκοσίδης είναι ο πιο κοινός μηχανισμός αντίστασης. Οι ακετυλοτρανσφεράσες, οι φωσφοτρανσφεράσες ή οι νουκλεοτιδυλοτρανσφεράσες, οι οποίες είναι ως επί το πλείστον κωδικοποιημένες από πλασμίδια, είναι υπεύθυνες για αυτό.

  • Μειωμένη διείσδυση και ενεργή εκροή: Αυτοί οι μηχανισμοί αντίστασης βρίσκονται κυρίως στο Pseudomonas aeruginosa.

  • Αλλαγή στη δομή στόχο: Τροποποιήσεις εντός των ριβοσωμάτων συμβαίνουν ως αιτία αντίστασης. Αυτές προκύπτουν είτε μέσω μετάλλαξης είτε μέσω του σχηματισμού μεθυλοτρανσφερασών. Υπάρχει εκτεταμένη διασταυρούμενη αντίσταση μεταξύ της τομπραμυκίνης και άλλων αμινογλυκοσιδικών αντιβιοτικών.

Όρια

Ορισμοί - S: ευαίσθητο σε τυπική έκθεση. I: ευαίσθητο σε αυξημένη έκθεση. R: ανθεκτικό Η τομπραμυκίνη ελέγχεται χρησιμοποιώντας τη συνήθη σειρά αραιώσεων.

Έχουν καθοριστεί οι ακόλουθες ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις για ευαίσθητα και ανθεκτικά μικρόβια:

Οι τρέχουσες οριακές τιμές για την αξιολόγηση της ευαισθησίας στα παθογόνα (από τον Ιούνιο του 2023) βρίσκονται στον παρακάτω πίνακα

Σημεία διακοπής EUCAST (Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Δοκιμή Αντιμικροβιακής Ευαισθησίας) (έκδοση 13.1)

Παθογόνο S R
Enterobacterales (συστημικές λοιμώξεις) (≤ 2 mg/l) 1) (> 2 mg/l) 1)
Enterobacterales (ουρολοιμώξεις) ≤ 2 mg/l > 2 mg/l
Pseudomonas spp. (συστημικές λοιμώξεις) (≤ 2 mg/l) 1) (> 2 mg/l) 1)
Pseudomonas spp. (λοιμώξεις του ουροποιητικούσυστήματος) ≤ 2 mg/l > 2 mg/l
Acinetobacter spp. (συστημικές λοιμώξεις) (≤ 4 mg/l) 1) (> 4 mg/l) 1)
Acinetobacter spp. (λοιμώξεις του ουροποιητικούσυστήματος) ≤ 4 mg/l > 4 mg/l
Staphylococcus aureus (≤ 2 mg/l) 1) (> 2 mg/l) 1)
Κοαγκουλάση -αρνητικοί σταφυλόκοκκοι (≤ 2 mg/l) 1) (> 2 mg/l) 1)
Όρια μη ειδικά για είδη* ≤ 0.5 mg/l > 0.5 mg/l

1 Για πληροφορίες σχετικά με το πώς να χρησιμοποιείτε τα όρια σε αγκύλες, δείτε

https://www.eucast.org/eucastguidancedocuments

*Βασίζονται κυρίως στη φαρμακοκινητική στον ορό

Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει τοπικά και με την πάροδο του χρόνου για μεμονωμένα είδη. Ως εκ τούτου, απαιτείται τοπική ενημέρωση σχετικά με την κατάσταση αντοχής, ειδικά για την επαρκή θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Εάν η αποτελεσματικότητα της τομπραμυκίνης αμφισβητείται λόγω της κατάστασης τοπικής αντοχής, θα πρέπει να ζητηθεί συμβουλή σχετικά με τη

θεραπεία από ειδικούς. Σε περίπτωση σοβαρών λοιμώξεων ή αποτυχίας της θεραπείας, ειδικότερα, θα πρέπει να αναζητηθεί μικροβιολογική διάγνωση με στοιχεία για το παθογόνο και την ευαισθησία του στην τομπραμυκίνη.

Κοινά ευπαθή είδη (σύμφωνα με το EUCAST)
Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί
Corynebacterium spp.
Listeria monocytogenes
Staphylococcus aureus (MSSA)
Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
Citrobacter koseri
Francisella tularensis
Haemophilus influenzae
Klebsiella oxytoca
Moraxella catarrhalis
Proteus vulgaris
Providencia rettgeri
Salmonella spp.
Shigella spp.
Yersinia spp.
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να είναι πρόβλημα
Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί
Staphylococcus aureus (MRSA)+
Staphylococcus αρνητικός στην κοαγουλάση ++
Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
Acinetobacter baumannii
Citrobacter freundii
Enterobacter aerogenes+
Enterobacter cloacae
Escherichia coli
Klebsiella pneumoniae
Morganella morganii
Proteus mirabilis
Pseudomonas aeruginosa
Serratia marcescens
Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί
Enterococcus spp.
Streptococcus spp.
Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
Alcaligenes denitrificans
Burkholderia cepacia
Legionella pneumophila
Providencia stuartii
Stenotrophomonas maltophilia
Αναερόβιοι μικροοργανισμοί
Όλοι οι αναερόβιοι μικροοργανισμοί
Άλλοι μικροοργανισμοί
Chlamydia spp.
Chlamydophila spp.
Mycoplasma spp.
Rickettsia spp.
Ureaplasma urealyticum

Συντομογραφίες:

MRSA = Staphylococcus aureus ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη MSSA = Staphylococcus aureus ευαίσθητος στη μεθικιλλίνη

+Υψηλά ποσοστά αντοχής (> 50 %) έχουν παρατηρηθεί σε μία ή περισσότερες περιοχές εντός της ΕΕ.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Όπως όλα τα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά, η τομπραμυκίνη πρακτικά δεν απορροφάται από τον υγιή εντερικό βλεννογόνο μετά από χορήγηση από το στόμα. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 1 mg τομπραμυκίνης/kg σωματικού βάρους, μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης 4-6 μg/ml μετρήθηκαν μετά από 30-60 λεπτά. Μετά από σύντομη ενδοφλέβια έγχυση για 15-30 λεπτά, μετρήθηκαν συγκρίσιμες συγκεντρώσεις στον ορό. Σε σοβαρές λοιμώξεις με gram-αρνητικά βακτήρια, όταν η συνολική ημερήσια δόση διαιρείται σε πολλές δόσεις, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό πρέπει να είναι μεταξύ 4 και 10 μg/ml και το κατώτερο επίπεδο πρέπει να είναι κάτω από 2 μg/ml. Με μία εφάπαξ ημερήσια δόση, το κατώτερο επίπεδο πρέπει να είναι κάτω από 1 μg/ml.

Κατανομή

Μετά την παρεντερική χορήγηση, η τομπραμυκίνη διασχίζει ελάχιστα μόνο τον ανέπαφο αιματοεγκεφαλικό φραγμό, έτσι ώστε μόνο χαμηλές συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού βρέθηκαν στο υαλοειδές υγρό, στο υδατοειδές υγρό και στον ιστό του επιπεφυκότα.

Ο μέσος όγκος κατανομής της τομπραμυκίνης 0,22 l/kg αντιστοιχεί περίπου στον όγκο του εξωκυτταρικού χώρου. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις βρίσκονται στον ιστό των νεφρών.

Η επιλεκτική πρόσληψη και/ή η καθυστερημένη απελευθέρωση οδηγεί σε συσσώρευση, ιδιαίτερα στα σωληνοειδή κύτταρα και στο λεμφικό υγρό του έσω αυτιού.

Οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις στους ιστούς μετρώνται στο ΚΝΣ. Η μεταφορά της τομπραμυκίνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι χαμηλή ακόμη και σε φλεγμονώδεις μήνιγγες. Οι συγκεντρώσεις τομπραμυκίνης είναι επίσης χαμηλές στη χολή. Εάν υπάρχουν φλεγμονώδεις διεργασίες, μπορούν να ανιχνευθούν θεραπευτικά αποτελεσματικές συγκεντρώσεις στο περιτοναϊκό, υπεζωκοτικό και αρθρικό υγρό μετά από πολλαπλές δόσεις.

Η τομπραμυκίνη δεν συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Η τομπραμυκίνη διασχίζει τον πλακούντα. Οι συγκεντρώσεις του εμβρύου μπορεί να φτάσουν το 20% των μητρικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Μόνο μικρές ποσότητες αμινογλυκοσιδών περνούν στο μητρικό γάλα.

Βιομετασχηματισμός:

Η τομπραμυκίνη δεν μεταβολίζεται στον οργανισμό.

Αποβολή

Η τομπραμυκίνη απεκκρίνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω των νεφρών σε αμετάβλητη, μικροβιολογικά ενεργή μορφή με σπειραματική διήθηση. Ο χρόνος ημιζωής κατά τη φάση αποβολής είναι κατά μέσο όρο 2 έως 3 ώρες. Η απελευθέρωση από τα βαθύτερα διαμερίσματα ακολουθεί μετά από 8 έως 12 ώρες, π.χ. από τον νεφρικό φλοιό. Μέσα σε 24 ώρες, το 93% της δόσης τομπραμυκίνης αποβάλλεται στα ούρα.

Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, αφαιρείται το 25 έως 70% της χορηγούμενης δόσης, ανάλογα με τη διάρκεια και τον τύπο της αιμοκάθαρσης.

Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί:

Ανάλογα με την ηλικία κύησης, τα πρόωρα και τα νεογέννητα βρέφη έχουν σημαντικά μεγαλύτερο όγκο κατανομής, ο οποίος μειώνεται με την ηλικία. Ο χρόνος ημίζωής της αποβολής είναι κατά μέσο όρο 4,6 ώρες στα τελειόμηνα και 8,7 ώρες στα λιποβαρή νεογέννητα βρέφη.

Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, οι συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού στον ορό είναι συνήθως υψηλότερες. Σε τέτοιους ασθενείς, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα (βλ. παράγραφο 4.2).

Ο χρόνος ημιζωής στον ορό μπορεί να μειωθεί σε ασθενείς με σοβαρά εγκαύματα, με αποτέλεσμα χαμηλότερες από τις αναμενόμενες συγκεντρώσεις στον ορό.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - TOBRAMYCIN/VIOSER 1MG/ML

Κατάλογος εκδόχων

Χλωριούχο νάτριο

Αραιό υδροχλωρικό οξύ 25% (για ρύθμιση pH) Ύδωρ για ενέσιμα

Ασυμβατότητες

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η ανάμιξη αμινογλυκοσιδών σε διάλυμα έγχυσης με αντιβιοτικά βήτα-λακτάμης (π.χ. πενικιλίνες, κεφαλοσπορίνες), καθώς αυτό μπορεί να προκαλέσει χημική-φυσική αδρανοποίηση της συνεργιστικής ουσίας. Όταν η τομπραμυκίνη χορηγείται μαζί με πενικιλλίνη ή κεφαλοσπορίνη και οι δύο ουσίες πρέπει να χορηγούνται χωριστά και η συνιστώμενη δόση πρέπει να χρησιμοποιείται για κάθε φαρμακευτικό προϊόν.

Η τομπραμυκίνη δεν είναι συμβατή με την ηπαρίνη.

Διάρκεια ζωής

36 μήνες

Το προϊόν προορίζεται για άμεση χορήγηση μετά το άνοιγμα..

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί καμία ειδική συνθήκη αποθήκευσης. Για τις συνθήκες αποθήκευσης μετά το άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Το Tobramycin VIOSER 1mg/ml διάλυμα για έγχυση παρέχεται σε όγκο 80 ml, συσκευασμένο σε διαφανείς φιάλες από πολυαιθυλένιο χαμηλής πυκνότητας (LDPE) των 100 ml. Ένα πώμα διπλής ροής από πολυαιθυλένιο συναρμολογείται στις φιάλες που τοποθετούνται σε κουτί από χαρτόνι που περιέχει 10 φιάλες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Για μία μόνο χρήση. Μετά τη χρήση απορρίψτε το δοχείο και οποιαδήποτε υπολείποντα περιεχόμενα. Το αχρησιμοποίητο διάλυμα πρέπει να απορρίπτεται.

Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο διαυγή διαλύματα χωρίς σωματίδια.

Το διάλυμα θα πρέπει να χορηγείται με αποστειρωμένο εξοπλισμό χρησιμοποιώντας άσηπτη τεχνική. Ο εξοπλισμός πρέπει να γεμίσει με το διάλυμα για να αποτραπεί η είσοδος αέρα στο σύστημα.

Το Tobramycin VIOSER 1 mg/ml διάλυμα για έγχυση είναι σκεύασμα έτοιμο για χρήση. Δεν πρέπει να αραιώνεται πριν από τη χορήγηση.

Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στην παράγραφο 4.2.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT X 10 BOTTLES (100ML) (HDPE) X 80ML SOLUTION
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.