UROMITEXAN INJ.SOL 400MG/4ML AMP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - UROMITEXAN 400MG/4ML
Το UROMITEXAN συνιστάται ως ένας προφυλακτικός παράγοντας για τη μείωση της αιμορραγικής κυστίτιδας η οποία προκαλείται από οξαζαφωσφορίνες (ιφωσφαμίδη, κυκλοφωσφαμίδη, τροφωσφαμίδη).
To UROMITEXAN πρέπει πάντα να χορηγείται με ιφωσφαμίδη. Όταν χρησιμοποιούνται κυκλοφωσφαμίδη ή τροφωσφαμίδη, το UROMITEXAN πρέπει πάντα να δίνεται σε δόσεις άνω των 10mg/kg οξαζαφωσφορίνης και σε όλους τους ασθενείς υψηλού κινδύνου. Οι κυριότεροι παράγοντες κινδύνου είναι: προηγούμενη ακτινοθεραπεία της πυέλου, κυστίτιδα που προέρχεται από προηγούμενη θεραπεία με ιφωσφαμίδη, θεραπεία με κυκλοφωσφαμίδη ή τροφωσφαμίδη ή ιστορικό διαταραχών των ουροφόρων οδών.
Θα πρέπει να χορηγούνται επαρκείς ποσότητες UROMITEXAN, έτσι ώστε να προστατεύεται επαρκώς ο ασθενής από την ουροτοξική δράση των οξαζαφωσφορινών.
H ουροφόρος απέκκριση θα πρέπει να διατηρείται στα 100ml/ώρα (όπως απαιτείται για τη θεραπεία οξαζαφωσφορίνης) και τα ούρα θα πρέπει να ελέγχονται για αιματουρία και πρωτεϊνουρία καθ’όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
Η διάρκεια της θεραπείας με UROMITEXAN, θα πρέπει να είναι η ίδια με εκείνη της θεραπείας με οξαζαφωσφορίνες, αυξημένη κατά το χρόνο που απαιτείται για τη μείωση των συγκεντρώσεων των μεταβολιτών των οξαζαφωσφορινών στα ούρα σε μη τοξικά επίπεδα. Τούτο λαμβάνει συνήθως χώρα μέσα σε 8-12 ώρες μετά το πέρας της θεραπείας με οξαζαφωσφορίνες, μπορεί όμως και να ποικίλλει, ανάλογα με το δοσολογικό σχήμα χορήγησης της οξαζαφωσφορίνης.
Εκτός εάν οριστεί αλλιώς, το UROMITEXAN χορηγείται ενδοφλεβίως σε ενήλικους σε δόση 20% της αντίστοιχης δόσης των οξαζαφωσφορινών και στο χρόνο 0 (μαζί με την οξαζαφωσφορίνη) και στη συνέχεια μετά από 4 και 8 ώρες.
Παράδειγμα χορήγησης Uromitexan με έγχυση οξαζαφωσφορινής
| Ώρες (π.χ χρόνος) | 0 (8:00 ώρα) | 4 (12:00 ώρα) | 8 (16:00 ώρα) |
| Δόση Οξαζαφωσφορίνης | 2,4 g/m2 επιφάνειας σώματος | - | - |
| Δόση Uromitexan | 480 g/m2 επιφάνειαςσώματος | 480 g/m2 επιφάνειαςσώματος | 480 g/m2 επιφάνειαςσώματος |
Σε περίπτωση χορήγησης πολύ μεγάλων δόσεων οξαζαφωσφορινών, (όπως π.χ. πριν από μεταμόσχευση μυελού των οστών ), η συνολική δόση UROMITEXAN μπορεί να αυξάνεται από το 120 έως το 160% της δόσης της οξαζαφωσφορίνης. Συνιστάται, μετά την χορήγηση του 20% UROMITEXAN (σε σχέση με τη δόση οξαζαφωσφορίνης) σε χρόνο 0, η υπολογισμένη δόση που έχει απομείνει να χορηγείται ενδοφλεβίως, για μια περίοδο 24 ωρών με συνεχής φλεβική έγχυση. Εναλλακτικά μια διαλείπουσαέγχυση bolus είναι δυνατή: Για ενήλικες 3 x 40% ( σε χρόνους 0, 4, 8 ώρες) ή 4 x 40% ( σε χρόνους 0, 3, 6, 9 ώρες) αντίστοιχα. Αντί για bolus ένεση, σύντομες εγχύσεις διάρκειας 15 λεπτών είναι εφικτές.
Με συνεχή έγχυση ιφωσφαμίδης έχει αποδειχθεί, ότι είναι καλύτερο να χορηγείται UROMITEXAN σε χρόνο 0 μετά από μια αρχική 20% bolus ένεση (έναρξη της έγχυσης, χρόνος 0), ακολουθούμενη από έγχυση έως το 100% της δόσης της ιφωσφαμίδης ώστε να συνεχιστεί η ουροπροστατευτική δράση στις επόμενες 6 - 12 ώρες μετά το τέλος της έγχυσης της ιφωσφαμίδης.
Παράδειγμα χορήγησης mesna με 24ωρη έγχυση ιφωσφαμίδης
| Ώρες (π.χ χρόνος) | 0 24 30 36 |
| Δόση ιφωσφαμίδης | 5 g/m2 επιφάνειας σώματος |
| Δόση bolus Uromitexan | 1 g/m2 επιφάνειας σώματος |
| Έγχυση Uromitexan | Μέχρι 5 g/m2 επιφάνειας Μέχρι 2,5 g/m2 επιφάνειας σώματος σώματοςΕπιπρόσθετο στην έγχυση ιφωσφαμίδης |
Ειδικές δοσολογικές συστάσεις:
Παιδιά
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του UROMITEXAN σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχει αποδειχθεί. Κατά τη χορήγηση του προϊόντος σε παιδιά μπορεί να είναι απαραίτητο να μειωθούν τα μεσοδιαστήματα των δόσεων και/ή να αυξηθεί ο αριθμός των μεμονωμένων δόσεων, εξαιτίας του ότι τα παιδιά γενικά έχουν αυξημένη διούρηση. Η κλινική εμπειρία σε συμβατικές δόσεις απέδειξε ότι είναι ωφέλιμο σε ατομικές περιπτώσεις να δοθεί UROMITEXAN σε μικρότερα διαστήματα (π.χ κάθε τρεις ώρες, συνολική δόση UROMITEXAN = 60% της δόσης της οξαζαφωσφορίνης). Κατά τη θεραπεία με πολύ υψηλές δόσεις οξαζαφωσφορίνης (π.χ. πριν τη μεταμόσχευση μυελού των οστών), οι bolus ενέσεις του UROMITEXAN θα πρέπει πάντα να δίνονται σε σύντομα διαστήματα (π.χ. 20% σε χρόνους 0, 1, 3, 6, 9,12 ώρες). Αντί για μια bolus ένεση, σύντομες εγχύσεις διάρκειας 15 λεπτών είναι εφικτές.
Ηλικιωμένοι
Οι κλινικές μελέτες του UROMITEXAN δεν περιείχαν ικανοποιητικό αριθμό υποκειμένων ηλικίας
65 ετών και άνω ώστε να προσδιοριστεί εάν ανταποκρίνονται διαφορετικά από νεότερους ασθενείς. Γενικά, η επιλογή της δόσης οξαζαφωσφορίνης για ηλικιωμένους ασθενείς θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, αντανακλώντας τη μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή
καρδιακής λειτουργίας και συνυπαρχόντων νόσων ή άλλων φαρμακευτικών αγωγών. Παρόλα αυτά, η αναλογία UROMITEXAN προς την οξαζαφωσφορίνη θα πρέπει να παραμένει σταθερή.
Ασθενείς υψηλού κινδύνου
Σε ασθενείς με ήδη προσβεβλημένο επιθήλιο του ουροποιητικού από προηγούμενη θεραπεία με οξαζαφωσφορίνες ή ακτινοβολία της πυέλου ή σε ασθενείς που δεν προστατεύονται επαρκώς με τη συνήθη δόση του UROMITEXAN π.χ. ασθενείς με ιστορικό νόσου του ουροποιητικού, η δόση του 40% κατά βάρος της οξαζαφωσφορίνης θα πρέπει να δίνεται σε διαστήματα μικρότερα των 4 ωρών και/ ή να αυξάνεται ο αριθμός των δόσεων.
To UROMITEXAN αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στο UROMITEXAN ή σε οποιονδήποτε άλλο συστατικό ή σε άλλους παράγοντες που περιέχουν ελεύθερη θειολική ομάδα.
Για χρήση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού, βλέπε 4.6
Έχει αναφερθεί εμφάνιση αντιδράσεων υπερευαισθησίας μετά από θεραπεία με UROMITEXAN. Λόγω της πιθανότητας αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, θα πρέπει να εξασφαλίζεται επαρκής επείγουσα φαρμακευτική αγωγή.
Ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα που είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία με κυκλοφωσφαμίδη και UROMITEXAN, εμφανίζουν να έχουν αυξημένη συχνότητα αντιδράσεων υπερευαισθησίας: δερματικές αντιδράσεις και αντιδράσεις των βλεννογόνων ποικίλης έκτασης και σοβαρότητας (κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση, σχηματισμός φλυκταινών, σύνδρομο Lyell και σύνδρομο Stevens- Johnson), τοπική διόγκωση ιστών (οίδημα από κνίδωση), επιπεφυκίτιδα, σπάνιες περιπτώσεις υπότασης που συνδέονται με αντιδράσεις στο κυκλοφορικό και αυξημένο ρυθμό σφυγμών πάνω από 100/λεπτό (ταχυκαρδία) καθώς και αυξημένη αναπνευστική συχνότητα (ταχύπνοια) λόγω σοβαρών οξέων αντιδράσεων υπερευαισθησίας (αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις), υπέρταση, ανάσπαση διαστήματος ST, μυαλγία και επίσης, παροδική άνοδος συγκεκριμένων δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας (π.χ. τρανσαμινάσες). Επομένως, προστασία των ουροφόρων οδών με UROMITEXAΝ θα πρέπει να παρέχεται σε τέτοιους ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα μόνο μετά από προσεχτική αξιολόγηση της σχέσης κινδύνου – οφέλους και υπό ιατρική παρακολούθηση. .
Το UROMITEXAN έχει αναπτυχθεί ως ένας παράγοντας για τη μείωση του κινδύνου αιμορραγικής κυστίτιδας προκαλούμενης από οξαζαφωσφορίνες. Δεν θα εμποδίσει ή ανακουφίσει οποιεσδήποτε άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες ή τοξικότητες που συνδέονται με τη θεραπεία οξαζαφωσφορινών.
Το UROMITEXAN δεν προλαμβάνει την αιμορραγική κυστίτιδα σε όλους τους ασθενείς. Ως εκ τούτου, ένα πρωινό δείγμα ούρων θα πρέπει να εξετάζεται για την παρουσία αιματουρίας (μικροσκοπική απόδειξη παρουσίας ερυθροκυττάρων) κάθε μέρα πριν τη θεραπεία οξαζαφωσφορινών. Σε περίπτωση αιματουρίας κατά τη χορήγηση UROMITEXAN με οξαζαφωσφορίνες, σύμφωνα με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα, ανάλογα με τη σοβαρότητα της αιματουρίας, θα πρέπει να ξεκινήσει μείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας με οξαζαφωσφορίνη.
Οι συστηματικές δράσεις των οξαζαφωσφορινών δεν επηρεάζονται από τη χορήγηση του UROMITEXAN. Σε κλινικές μελέτες αποδείχθηκε ότι, και οι εξαιρετικά υψηλές ακόμη δόσεις του UROMITEXAN, δε μειώνουν την οξεία και υποξεία τοξικότητα, τη λευκοκυτταρική τοξικότητα και την ανοσοκατασταλτική δράση των οξαζαφωσφορινών. Μελέτες με ιφωσφαμίδη και κυκλοφωσφαμίδη σε πειραματόζωα με ποικιλία όγκων, έδειξαν επίσης ότι το UROMITEXAN δεν
παρεμβάλλεται στην αντινεοπλασματική δραστικότητα των προηγούμενων.
Επιπλέον, το UROMITEXAN δεν επηρεάζει την αντινεοπλασματική δραστικότητα (και) άλλων κυτταροστατικών π.χ. αδριαμυκίνης, BCNU, μεθοτρεξάτης, βινκριστίνης, ούτε τα θεραπευτικά αποτελέσματα άλλων φαρμάκων, όπως οι καρδιοτονωτικές γλυκοσίδες.
Η θεραπεία με UROMITEXAN μπορεί να προκαλέσει ψευδώς θετικά αποτελέσματα για κετονοσώματα, όταν αυτά ανιχνεύονται με εμβαπτιζόμενες ταινίες (π.χ. δοκιμασία του Rothera, N- Multistix ταινία αντιδραστηρίου) και ψευδώς θετικά ή ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα, κατά την ανίχνευση ερυθροκυττάρων στα ούρα, πάλι με τη μέθοδο των εμβαπτιζόμενων ταινιών. Η χρωματική αντίδραση για τις κετόνες είναι μάλλον ερυθροπόρφυρη παρά πορφυρή, είναι λιγότερο σταθερή και εξαφανίζεται αμέσως με την προσθήκη κρυσταλλικού οξικού οξέος. Για να διευκρινιστεί η ύπαρξη ή όχι αιματουρίας, συνιστάται μικροσκοπική εξέταση των ούρων.
Καθώς το UROMITEXAN χρησιμοποιείται ως αποτοξικωτικός παράγοντας στα πλαίσια της κυτταροστατικής θεραπείας με οξαζαφωσφορίνες, η χρήση του κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας ακολουθεί τα ίδια κριτήρια με αυτά της κυτταροστατικής θεραπείας.
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν αποκάλυψαν ενδείξεις εμβρυοτοξικών ή τερατογόνων δράσεων του UROMITEXAN. Επειδή οι μελέτες αναπαραγωγής σε πειραματόζωα δεν μπορούν πάντα να προβλέψουν την ανθρώπινη ανταπόκριση, αυτό το φάρμακο θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μόνο εάν σαφώς απαιτείται.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό εάν το mesna ή dimesna εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και λόγω των πιθανών ανεπιθύμητων αντιδράσεων από το UROMITEXAN στα νεογνά που θηλάζουν, θα πρέπει να ληφθεί απόφαση για τη διακοπή του θηλασμού ή τη διακοπή του φαρμάκου, λαμβάνοντας υπόψη τη σπουδαιότητα του φαρμάκου για τη μητέρα.
Επειδή το UROMITEXAN χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με οξαζαφωσφορίνες ή σε συνδυασμούς χημειοθεραπείας περιλαμβάνοντας οξαζαφωσφορίνες, είναι συχνά πολύ δύσκολο να διακρίνουμε τις ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες μπορεί να οφείλονται στο UROMITEXAN, από αυτές που προκαλούνται από ταυτόχρονη χορήγηση κυτταροτοξικών παραγόντων.
Συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες ή/και αυθόρμητες αναφορές είναι ναυτία, έμετος, μετεωρισμός, διάρροια, δυσκοιλιότητα, κωλικός (π.χ. κοιλιακό άλγος), ανορεξία, γριππώδεις αντιδράσεις, πυρετός, ρίγη, έξαψη, βήχας, φαρυγγίτιδα, ζάλη, υπνηλία, κεφαλαλγία, οσφυαλγία, αρθραλγία. Μερικές άλλες συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως, λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, αναιμία, αλωπεκία και πνευμονία, δεν φαίνονται να συνδέονται με τη χορήγηση UROMITEXAN και πρέπει να εξετάζονται ως ανεπιθύμητες αντιδράσεις των συγχορηγούμενων κυτταροτοξικών φαρμάκων.
Ανεπιθύμητες ενέργειες: Συμβάντα
| Κατηγορία | Πολύ συχνές | Συχνές >1/100 - | Όχι συχνές >1/1000 - | Σπάνιες >1/10.000 | Πολύ σπάνιες | >1/10.000 | ||||
| συμπεριλαμβανομένων | των | |||||||||
| Οργάνου | >1/10 | <1/10 | <1/100 | - <1/1000 | ||||||
| μεμονωμένων αναφορών | ||||||||||
| Συστήματος | ||||||||||
| Λοιμώξεις και | Φαρυγγίτιδα | |||||||||
| παρασιτώσεις | ||||||||||
| Διαταραχές του | Θρομβοπενία (υπερευαισθησία) | |||||||||
| αιμοποιητικού | ||||||||||
| και λεμφικού | ||||||||||
| συστήματος | ||||||||||
| Διαταραχές του | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, | |||||||||
| ανοσοποιητικού | αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις | |||||||||
| συστήματος | ||||||||||
| Διαταραχές του | Ανορεξία | |||||||||
| μεταβολισμού | ||||||||||
| και της θρέψης | ||||||||||
| Διαταραχές του | Ζάλη, υπνηλία, | |||||||||
| νευρικού | κεφαλαλγία | |||||||||
| συστήματος | ||||||||||
| Οφθαλμικές | Επιπεφυκίτιδα | |||||||||
| διαταραχές | ||||||||||
| Καρδιακές | Ανάσπαση διαστήματος ST, | |||||||||
| διαταραχές | ταχυκαρδία | |||||||||
| Αγγειακές | Έξαψη | Κυκλοφορικές αντιδράσεις, | ||||||||
| διαταραχές | υπόταση, υπέρταση | |||||||||
| Διαταραχές | Βήχας | Ταχύπνοια | ||||||||
| αναπνευστικού | ||||||||||
| συστήματος | ||||||||||
| Διαταραχές του | Ναυτία, έμετος, | |||||||||
| γαστρεντερικού | διάρροια, | |||||||||
| συστήματος | δυσκοιλιότητα, | |||||||||
| κωλικός, | ||||||||||
| κοιλιακό άλγος, | ||||||||||
5
UROMITEXAN 400 mg AMP_SPC_CCDS Sept05_Final_09022010.doc
| μετεωρισμός | |||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Δερματικές αντιδράσεις και αντιδράσεις της βλεννογόνου ς: εξάνθημα, κνησμός, ερυθρότητα, σχηματισμός φλυκταινών, σύνδρομο Lyell, σύνδρομο Stevens-Johnson, οίδημα από κνίδωση, τοπική διόγκωση ιστών | ||||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος καιτου συνδετικού ιστού | Αρθραλγία, οσφυαλγία | Μυαλγία, πόνος άκρων και αρθρώσεων | |||
| Γενικές διαταραχές καικαταστάσεις της οδού χορήγησης | Πυρετός, ρίγη, γριππώδεις αντιδράσεις | Αντιδράσεις στη θέση ένεσης | Αδυναμία, αντιδράσεις της βλεννογόνου, έλλειψη ενέργειας, εξάντληση | ||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μείωση αριθμού των αιμοπεταλίων, αυξημένη αναπνευστική συχνότητα, άνοδος συγκεκριμένων δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας, αύξηση τωντρανσαμινασών. |
6
Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις αντιδράσεων υπερευαισθησίας που σχετίζονται εν μέρει με όργανα, π.χ. σε ορισμένες περιπτώσεις που σχετίζονται με μείωση των αριθμών αιμοπεταλίων (θρομβοπενία), δερματικές αντιδράσεις και αντιδράσεις της βλεννογόνου ποικίλης έκτασης και σοβαρότητας (εξάνθημα, κνησμός, ερυθρότητα, σχηματισμός φλυκταινών, σύνδρομο Lyell, σύνδρομο Stevens-Johnson), τοπική διόγκωση ιστών (οίδημα από κνίδωση), επιπεφυκίτιδα. Πολύ σπάνιες περιπτώσεις υπέρτασης σχετιζόμενες με αντιδράσεις του κυκλοφορικού και αύξηση του ρυθμού σφυγμών παλμών πάνω από 100/λεπτό (ταχυκαρδία) καθώς και αύξηση της αναπνευστικής συχνότητας (ταχύπνοια) λόγω σοβαρών οξέων αντιδράσεων υπερευαισθησίας (αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις), υπέρταση, ανάσπαση διαστήματος ST, μυαλγία και επίσης, παροδική άνοδος συγκεκριμένων δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας (π.χ. τρανσαμινάσες) έχουν αναφερθεί.
Οι κλινικές μελέτες περιελάμβαναν ασθενείς άνω των 65 ετών και δεν αναφέρθηκαν ειδικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις για αυτήν την ηλικία.
Σε σπάνιες περιπτώσεις υπάρχει φλεβικός ερεθισμός στην θέση ένεσης.
Δεν είναι γνωστή η ύπαρξη κάποιου συγκεκριμένου αντιδότου για το UROMITEXAN. Εξαιτίας της πιθανότητας αναφυλακτοειδών αντιδράσεων όπως περιγράφεται στις παραγράφους 4.3 και 4.8, θα πρέπει να εξασφαλιστεί μια επαρκής επείγουσα φαρμακευτική αγωγή.
Η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει στις αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν σε μια μελέτη ανεκτικότητας σε υγιείς εθελοντές στους οποίους χορηγήθηκαν ημερησίως εφάπαξ δόσεις της τάξης των 60-70mg/kg mesna: ναυτία, έμετος, κωλικός, διάρροια, κεφαλαλγία, κόπωση, πόνος στα άκρα και στις αρθρώσεις, έλλειψη ενέργειας όπως εξάντληση και αδυναμία, κατάθλιψη, ευερεθιστότητα, εξάνθημα, υπόταση και ταχυκαρδία.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - UROMITEXAN 400MG/4ML
Κατάταξη κατά ATC : V03AF01
Tο UROMITEXAN (mesna) είναι ένας αποτοξικωτικός παράγοντας και προσφέρει τη δυνατότητα αξιόπιστης πρόληψης των υποτονικών ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τις οξαζαφωσφορίνες. Το δραστικό συστατικό mesna είναι ένα συνθετικό μείγμα σουλφυδρυλίου χαρακτηριζόμενο ως νάτριο – 2- μερκαπτοαιθανικό άλας σουλφονικού οξέος με μοριακό τύπο C2H5NaO3S2 και μοριακό βάρος 164,18. Ο μοριακός τύπος είναι ο παρακάτω:
HS-CH2-CH2SO3-Na+
Εκτεταμένες και ευρέως κυμαινόμενες φαρμακολογικές και τοξικολογικές έρευνες έχουν αποδείξει πως το mesna στερείται εγγενούς φαρμακοδυναμικής δράσης και διαθέτει χαμηλή τοξικότητα. Η φαρμακολογική και τοξικολογική «αδράνεια» του mesna στη συστηματική του χρήση, καθώς και η εξαίρετη αποτοξικωτική του δράση στις απαγωγές της ουροφόρου οδού και στην ουροδόχο κύστη, οφείλονται στη φύση των φαρμακοκινητικών του ιδιοτήτων.
Αναλόγως προς το φυσιολογικό σύστημα κυστεΐνης-κυστίνης, το mesna οξειδώνεται γρήγορα προς το σημαντικότερο μεταβολίτη του, το διθειώδες mesna (dimesna). Το διθειώδες mesna παραμένει στο ενδοαγγειακό διαμέρισμα και αποβάλλεται ταχέως από τους νεφρούς.
Στο νεφρό, το διθειώδες mesna ανάγεται σε ένωση με ελεύθερη θειολική ομάδα, mesna, η οποία αντιδρά χημικά με τους ουροτοξικούς μεταβολίτες των οξαζαφωσφορινών (ακρολεΐνη και 4- υδρόξυλο-ιφωσφαμίδη ή 4- υδρόξυλο -κυκλοφωσφαμίδη, αντίστοιχα) με συνέπεια την
αποτοξίκωσή τους. Το πρώτο βήμα στη διαδικασία αποτοξίκωσης είναι η σύνδεση του mesna στον 4- υδρόξυλο μεταβολίτη διαμορφώνοντας έναν μη ουροτοξικό 4 – σουλφοαιθυλόθειο μεταβολίτη. Το UROMITEXAN δεσμεύεται επίσης στους διπλούς δεσμούς της ακρολεΐνης και σε άλλους ουροτοξικούς μεταβολίτες. Σε πολλαπλά μοντέλα μελετών περιορισμένου πεδίου ανθρώπινων ξενομοσχευμάτων ή όγκων τρωκτικών χρησιμοποιώντας τις i.v ή i.p. οδούς χορήγησης, το UROMITEXAN σε συνδυασμό με ιφωσφαμίδη (σε αναλογίες δόσεων έως και το 20πλάσιο της συνιστώμενης δόσης, χορηγούμενες ως εφάπαξ ή πολλαπλά δοσολογικά σχήματα) απέτυχε να καταδείξει παρέμβαση με την αντικαρκινική αποτελεσματικότητα.
Το UROMITEXAN μετατρέπεται εύκολα και γρήγορα μέσω αυτοοξείδωσης στο μοναδικό του μεταβολίτη, το διθειώδες mesna (mesna disulphide-dimesna). To dimesna παραμένει στο ενδαγγειακό διαμέρισμα και μεταφέρεται ταχέως στους νεφρούς. Εκεί ανάγεται στο επιθήλιο των νεφρικών σωληναρίων σε ουσία με ελεύθερη θειολική ομάδα, η οποία ακολούθως, έχει την ικανότητα να αντιδρά χημικώς στα ούρα με τους τοξικούς μεταβολίτες των οξαζαφωσφορινών.
Σε δόσεις 2-4 g/m2, η τελική ημίσεια ζωή απέκκρισης της ιφωσφαμίδης είναι περίπου 4-8 ώρες. Ως αποτέλεσμα, προκειμένου να διατηρηθούν επαρκή επίπεδα mesna στην ουροδόχο κύστη κατά τη διάρκεια της απέκκρισης των ουροτοξικών μεταβολιτών των οξαζαφωσφορινών, απαιτούνται επαναλαμβανόμενες δόσεις mesna.
Η δέσμευση του mesna στις πρωτεΐνες είναι σε ένα μέτριο εύρος (69-75%).
Ενδοφλέβιο – Ενδοφλέβιο – Ενδοφλέβιο σχήμαΜετά από την ενδοφλέβια χορήγηση μιας δόσης 800 mg, οι ημίσειες ζωές του mesna και του dimesna στο αίμα είναι 0,36 ώρες και 1,17 ώρες, αντίστοιχα. Περίπου 32% και 33% της χορηγηθείσας δόσης απεβλήθη στα ούρα σε 24 ώρες ως mesna και dimesna, αντίστοιχα. Η πλειοψηφία της δόσης που ανακτήθηκε απεβλήθη μέσα σε 4 ώρες. Το mesna έχει μια κάθαρση πλάσματος 1,23 l/ώρα/kg.
Ενδοφλέβια από του στόματος – από του στόματος σχήμαΜετά από του στόματος χορήγηση, η απορρόφηση πραγματοποιείται στο λεπτό έντερο. Οι μέσες συγκεντρώσεις αιχμής των ελευθέρων θειολών στα ούρα εμφανίζονται μεταξύ 2 - 4 ωρών μετά από λήψη της δόσης. Περίπου 25 ± 10% της δοθείσας δόσης εμφανίζεται ως ελεύθερο mesna στα ούρα στις πρώτες 4 ώρες.
Η ημίσεια ζωή του mesna κυμάνθηκε από 1,2 έως 8,3 ώρες μετά από τη χορήγηση των ενδοφλεβίων συν των από του στόματος χορηγούμενων δόσεων mesna. Η ουρική βιοδιαθεσιμότητα του από του στόματος χορηγούμενου mesna κυμάνθηκε από 45-79% του ενδοφλεβίως χορηγούμενου mesna. H λήψη τροφής δεν έχει επίπτωση στην ουρική διαθεσιμότητα του από του στόματος χορηγούμενου mesna. Περίπου 18-26% της συνδυασμένης ενδοφλέβιας και από του στόματος δόσης mesna εμφανίζεται ως ελεύθερο mesna στα ούρα. Όταν συγκρίνεται με το ενδοφλεβίως χορηγούμενο mesna, το ενδοφλέβιο συν από του στόματος δοσολογικό σχήμα αυξάνει τις συστηματικές εκθέσεις (150%) και παρέχει περισσότερο παρατεταμένη απέκκριση του mesna στα ούρα μέσα σε μια 24ωρη περίοδο. Περίπου το 5% της δόσης mesna απεκκρίνεται κατά τη διάρκεια του μεσοδιαστήματος των 12-24 ωρών, σε σύγκριση με τις αμελητέες ποσότητες στους ασθενείς στους οποίους χορηγείται το ενδοφλέβιο δοσολογικό σχήμα. Το κλάσμα της χορηγηθείσας δόσης mesna που απεκκρίνεται στα ούρα είναι ανεξάρτητο της δόσης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - UROMITEXAN 400MG/4ML
Το mesna είναι ασύμβατο in vitro με τη cisplatin, carboplatin και nitrogen mustard (ΝΗ2).
Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (<250C).
Φύσιγγα DIN B 5, άχρωμες, 5 ml με ένα άσπρο δακτυλίδι σπασίματος, 1η τάξη υδρολυτικό. Κουτί που περιέχει 15 αμπούλες με 4ml διαλύματος η κάθε μία.