Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
1
7
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ.ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

VABOREM PD.C.S.INF (1+1)G/VIAL

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΟΝΙΣ ΓΙΑ ΠΥΚΝΟ ΣΚΕΥΑΣΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

MENARINI INTER.OPERAT.LUXEMBURG SA, LUXEMBURG

Τελευταία ενημέρωση SmPC

23/3/2026
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - VABOREM

Ενδείξεις

Το Vaborem ενδείκνυται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων σε ενήλικες (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1):

  • Επιπλεγμένη λοίμωξη της ουροφόρου οδού (cUTI), συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας

  • Επιπλεγμένη ενδοκοιλιακή λοίμωξη (cIAI)

  • Ενδονοσοκομειακή πνευμονία (HAP), συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας σχετιζόμενης με αναπνευστήρα (VAP).

    Θεραπεία ασθενών με βακτηριαιμία η οποία παρουσιάζεται σχετιζόμενη, ή που πιθανολογείται ότι είναι σχετιζόμενη, με οποιαδήποτε από τις λοιμώξεις που αναγράφονται παραπάνω.

    Το Vaborem ενδείκνυται επίσης για τη θεραπεία λοιμώξεων λόγω αερόβιων Gram-αρνητικών οργανισμών σε ενήλικες με περιορισμένες επιλογές θεραπείας (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.1).

    Θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.

Δοσολογία

Το Vaborem θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση λοιμώξεων λόγω αερόβιων

Gram-αρνητικών οργανισμών σε ενήλικες ασθενείς με περιορισμένες επιλογές θεραπείας μόνο κατόπιν

διαβούλευσης με ένα γιατρό με κατάλληλη εμπειρία στη διαχείριση λοιμωδών νόσων (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).

Δοσολογία

Ο Πίνακας 1 δείχνει τη συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης (CrCl)

≥40 ml/λεπτό (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).

Πίνακας 1: Συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης (CrCl)

≥40 ml/λεπτό1

Τύπος λοίμωξης Δόση Vaborem (μεροπενέμη/βαμπορ βακτάμη)2 Συχνότητα Χρόνος έγχυσης Διάρκεια θεραπείας
Επιπλεγμένη λοίμωξη της ουροφόρου οδού (cUTI), συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας 2 g/2 g Κάθε 8 ώρες 3 ώρες 5 έως 10 ημέρες2
cIAI 2 g/2 g Κάθε 8 ώρες 3 ώρες 5 έως 10 ημέρες2
Ενδονοσοκομειακή πνευμονία (HAP), συμπεριλαμβανομένης VAP 2 g/2 g Κάθε 8 ώρες 3 ώρες 7 έως 14 ημέρες
Βακτηριαιμία σχετιζόμενη, ή που πιθανολογείται ότι είναι σχετιζόμενη, με οποιαδήποτε από τις λοιμώξεις που αναγράφονται παραπάνω 2 g/2 g Κάθε 8 ώρες 3 ώρες Διάρκεια σύμφωνα με το σημείο της λοίμωξης
Λοιμώξεις λόγω αερόβιωνGram-αρνητικών οργανισμών σε ασθενείς με περιορισμένες επιλογές θεραπείας 2 g/2 g Κάθε 8 ώρες 3 ώρες Διάρκεια σύμφωνα με το σημείο της λοίμωξης

1 Όπως υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας την εξίσωση Cockcroft-Gault

2 Η θεραπεία ενδέχεται να συνεχίσει για έως και 14 ημέρες

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης βάσει της ηλικίας (βλ. παράγραφο 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Ο Πίνακας 2 δείχνει τις συνιστώμενες ρυθμίσεις της δόσης για ασθενείς με CrCl ≤39 ml/λεπτό.

Η μεροπενέμη και η βαμπορβακτάμη αφαιρούνται μέσω αιμοκάθαρσης (βλ. παράγραφο 5.2). Δόσεις προσαρμοσμένες για νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να χορηγηθούν μετά από μια συνεδρία αιμοκάθαρσης.

Πίνακας 2: Συνιστώμενες ενδοφλέβιες δόσεις για ασθενείς με CrCl ≤39 ml/λεπτό1

CrCl (ml/λεπτό)1 Συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα2 Δοσολογικό μεσοδιάστημα Χρόνος έγχυσης
20 έως 39 1 g/1 g Κάθε 8 ώρες 3 ώρες
10 έως 19 1 g/1 g Κάθε 12 ώρες 3 ώρες
Κάτω από 10 0,5 g/0,5 g Κάθε 12 ώρες 3 ώρες

1 Όπως υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας την εξίσωση Cockcroft-Gault

2 Ανατρέξτε στον Πίνακα 1 για τη συνιστώμενη διάρκεια της θεραπείας

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίας (βλ. παραγράφους 4.4 και

5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας μικρότερης των 18 ετών δεν έχει έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Ενδοφλέβια χρήση.

Το Vaborem χορηγείται μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης επί 3 ώρες.

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Υπερευαισθησία σε οποιονδήποτε αντιβακτηριακό παράγοντα καρβαπενέμης.

Υπερευαισθησία βαριάς μορφής (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση, βαριά δερματική αντίδραση) σε οποιοδήποτε τύπο β-λακταμικού αντιβακτηριακού παράγοντα (π.χ. πεινικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες ή μονοβακτάμες).

Προειδοποιήσεις

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί με μεροπενέμη ή/και με μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8).

Οι ασθενείς που έχουν ιστορικό υπερευαισθησίας σε καρβαπενέμες, πεινικιλλίνες ή άλλους

β-λακταμικούς αντιβακτηριακούς παράγοντες ενδέχεται επίσης να έχουν υπερευαισθησία και στη μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη.Προτού ξεκινήσει θεραπεία με το Vaborem, πρέπει να γίνει προσεκτική έρευνα σχετικά με προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε β-λακταμικά αντιβιοτικά.

Εάν παρουσιαστεί κάποια βαριά αλλεργική αντίδραση, η θεραπεία με το Vaborem πρέπει να διακοπεί αμέσως και πρέπει ξεκινήσει η εφαρμογή επαρκών μέτρων επείγουσας ανάγκης. Σε ασθενείς που λαμβάνουν μεροπενέμη έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR), όπως σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), αντίδραση στο φάρμακο με συμπτώματα ηωσινοφιλίας και συστημικού συνδρόμου (DRESS), πολύμορφο ερύθημα (EM) και οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) (βλέπε παράγραφο 4.8). Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που ενδέχεται να σχετίζονται με αυτές τις αντιδράσεις, η θεραπεία με μεροπενέμη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να χορηγείται εναλλακτική θεραπεία.

Ραβδομυόλυση

Έχει αναφερθεί ραβδομυόλυση με τη χρήση μεροπενέμης, ενός συστατικού της μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης. Εάν παρατηρηθούν σημεία ή συμπτώματα ραβδομυόλυσης, θα πρέπει να διακόψετε τη μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη και να ξεκινήσετε την κατάλληλη θεραπεία.

Επιληπτικοί Σπασμοί

Κρίσεις έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη (βλ. παράγραφο 4.8).

Οι ασθενείς με γνωστές διαταραχές κρίσης θα πρέπει να συνεχίζουν την αντιεπιληπτική θεραπεία. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν εστιακό τρόμο, μυόκλονο, ή κρίσεις θα πρέπει να αξιολογούνται νευρολογικώς και να τίθενται υπό αντιεπιληπτική θεραπεία εάν δεν εφαρμόζεται ήδη. Εάν απαιτείται, η δόση μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης θα πρέπει να ρυθμίζεται βάσει της νεφρικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.2). Εναλλακτικά, η μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη θα πρέπει να διακόπτεται (βλ. παράγραφο 4.5).

Ηπατική βλάβη επαγόμενη από φάρμακο (Drug-Induded Liver Ijury)

Η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη λόγω του κινδύνου DILI (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν παρουσιαστεί βαριάς μορφής DILI, θα πρέπει να εξεταστεί η διακοπή της θεραπείας ως κλινικώς σκόπιμη. Η επανέναρξη της μεροπενέμης θα πρέπει να γίνεται μόνον εφόσον αξιολογηθεί ως απαραίτητη για την θεραπεία.

Σε ασθενείς με προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχές θα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη. Δεν είναι απαραίτητη ρύθμιση της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2).

Ορομετατροπή δοκιμασίας αντισφαιρίνης (δοκιμασία Coombs)

Μια θετική άμεση ή έμμεση δοκιμασία Coombs ενδέχεται να αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη όπως παρατηρείται με τη μεροπενέμη (βλ. παράγραφο 4.8).

Διάρροια που σχετίζεται με το Clostridioides difficile

Διάρροια που σχετίζεται με το Clostridioides difficile έχει αναφερθεί με μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη.Η κατάσταση μπορεί να ποικίλλει σε βαρύτητα από ήπια διάρροια έως θανατηφόρο κολίτιδα και θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς οι οποίοι παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή ακολούθως της χορήγησης Vaborem (βλ. παράγραφο 4.8).Θα πρέπει να μελετάται η διακοπή της θεραπείας με Vaborem και η χορήγηση ειδικής αγωγής για το Clostridioides difficile.Δεν θα πρέπει να δίδονται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περίσταλση.

Ταυτόχρονη χρήση με βαλπροϊκό οξύ/ βαλπροϊκό νάτριο/βαλπρομίδιο

Αναφορές περιστατικών στη βιβλιογραφία έχουν δείξει ότι η συγχορήγηση καρβαπενεμών, συμπεριλαμβανομένης της μεροπενέμης, σε ασθενείς που λαμβάνουν βαλπροϊκο οξύ ή βαλπροϊκό ημινάτριο ενδέχεται να μειώσει τα επίπεδα βαλπροϊκού οξέος στο πλάσμα σε συγκεντρώσεις κάτω από το θεραπευτικό εύρος ως αποτέλεσμα αυτής της αλληλεπίδρασης, επομένως αυξάνοντας τον κίνδυνο παροξυσμικών κρίσεων.Εάν η χορήγηση του Vaborem είναι απαραίτητη, θα πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση συμπληρωματικής αντιεπιληπτικής θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.5).

Περιορισμοί των κλινικών δεδομένων

Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακες λοιμώξεις

Η χρήση του Vaborem για την αντιμετώπιση ασθενών με επιπλεγμένες ενδοκοιλιακες λοιμώξεις βασίζεται στην εμπειρία με τη μεροπενέμη μόνο και σε φαρμακοκινητικές- φαρμακοδυναμικές αναλύσεις μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης.

Ενδονοσοκομειακή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας σχετιζόμενης με αναπνευστήρα Η χρήση του Vaborem για την αντιμετώπιση ασθενών με ενδονοσοκομειακή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας σχετιζόμενης με αναπνευστήρα βασίζεται στην εμπειρία με τη μεροπενέμη μόνο και σε φαρμακοκινητικές- φαρμακοδυναμικές αναλύσεις για μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη.

Ασθενείς με περιορισμένες επιλογές θεραπείας

Η χρήση του Vaborem για την αντιμετώπιση ασθενών με λοιμώξεις εξαιτίας βακτηριακών οργανισμών οι οποίοι έχουν περιορισμένες επιλογές θεραπείας βασίζεται σε φαρμακοκινητικές- φαρμακοδυναμικές αναλύσεις για μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη και σε περιορισμένα δεδομένα από μια τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη στην οποία 32 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με Vaborem και 15 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με τη βέλτιστη διαθέσιμη θεραπεία για λοιμώξεις που προκλήθηκαν από οργανισμούς ανθεκτικούς στη καρβαπενέμη (βλ. παράγραφο 5.1).

Φάσμα δραστηριότητας μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης

Η μεροπενέμη δεν έχει δραστηριότητα έναντι του ανθεκτικού στη μεθικιλλίνηStaphylococcus aureus (MRSA) και Staphylococcus epidermidis (MRSE) ή ανθεκτικών στη βανκομυκίνηΕντερόκοκκων (VRE). Εναλλακτικοί ή επιπρόσθετοι αντιβακτηριακοί παράγοντες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν αυτά τα παθογόνα είναι γνωστό ή πιθανολογείται ότι συμβάλλουν στη λοιμώδη διαδικασία.

Το ανασταλτικό φάσμα της βαμπορβακτάμης περιλαμβάνει καρβαπενεμάσες τάξης Α (όπως η KPC) και β-λακταμάσες τάξης C. Η βαμπορβακτάμη δεν αναστέλλει καρβαπενεμάσες τάξης D όπως η OXA-48 ή μεταλλο-β-λακταμάσες τάξης Β όπως οι NDM και VIM (βλ. παράγραφο 5.1).

Μη ευαίσθητους μικροοργανισμούς

Η χρήση της μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης ενδέχεται να καταλήξει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών, γεγονός που ενδέχεται να απαιτήσει διακοπής της θεραπείας ή άλλων κατάλληλων μέτρων.

Δίαιτα ελεγχόμενου νατρίου

Το Vaborem περιέχει

250 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με 12,5% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής για έναν ενήλικα.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
1
0
7
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Τα δεδομένα in vitro υποδηλώνουν πιθανότητα επαγωγής του CYP1A2 (μεροπενέμη),του CYP3A4 (μεροπενέμη και βαμπορβακτάμη) και δυνητικά άλλων ενζύμων και μεταφορέων που ρυθμίζονται από το PXR (μεροπενέμη και βαμπορβακτάμη). Όταν χορηγείται το Vaborem ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP1A2 (π.χ. θεοφυλλίνη), από το CYP3A4 (π.χ. αλπραζολάμη, μιδαζολάμη, τακρόλιμους, σιρόλιμους, κυκλοσπορίνη, σιμβαστατίνη, ομεπραζόλη, νιφεδιπίνη, κινιδίνη και αιθινυλοιστραδιόλη) και/ή από το CYP2C (π.χ. βαρφαρίνη, φαινυτοΐνη) και/ή μεταφέρονται από την P-gp (π.χ. νταμπιγκατράνη, διγοξίνη) ενδέχεται να υπάρχει κίνδυνος αλληλεπίδρασης που μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και τη δραστηριότητα του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος. Επομένως, οι ασθενείς που λαμβάνουν τέτοια φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να παρακολουθούνται για πιθανά κλινικά σημάδια αλλοιωμένης θεραπευτικής αποτελεσματικότητας

Τόσο η μεροπενέμη όσο και η βαμπορβακτάμη είναι υποστρώματα OAT3 και ως εκ τούτου, η προβενεσίδη ανταγωνίζεται με τη μεροπενέμη για ενεργητική σωληναριακή έκκριση και επομένως αναστέλλει τη νεφρική απέκκριση της μεροπενέμης και ο ίδιος μηχανισμός θα μπορούσε να ισχύει για τη βαμπορβακτάμη. Η συγχορήγηση προβενεσίδης με το Vaborem δεν συνιστάται, καθώς ενδέχεται να καταλήξει σε αυξημένες συγκεντρώσεις μεροπενέμης και βαμπορβακάμης στο πλάσμα.

Η ταυτόχρονη χορήγηση μεροπενέμης και βαλπροϊκού οξέος έχει συσχετιστεί με μειώσεις στις συγκεντρώσεις του βαλπροϊκού οξέος με επακόλουθη απώλεια στον έλεγχο των κρίσεων. Δεδομένα από in vitro μελέτες και μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν ότι οι καρβαπενέμες ενδέχεται να αναστέλλουν την υδρόλυση του μεταβολίτη γλυκουρονιδίου του βαλπροϊκού οξέος (VPA g) σε βαλπροϊκό οξύ, επομένως μειώνοντας τις συγκεντρώσεις του βαλπροϊκού οξέος στον ορό. Επομένως, συμπληρωματική αντιεπιληπτική θεραπεία θα πρέπει να χορηγείται όταν δεν μπορεί να αποφευχθεί ταυτόχρονη χορήγηση βαλπροϊκού οξέος και μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης (βλ. παράγραφο 4.4).

Από του στόματος αντιπηκτικά

Η ταυτόχρονη χορήγηση αντιβακτηριακών παραγόντων με βαρφαρίνη ενδέχεται να αυξήσει τις αντιπηκτικές επιδράσεις της. Έχουν υπάρξει πολλές αναφορές αυξήσεων στις αντιπηκτικές επιδράσεις από του στόματος χορηγούμενων αντιπηκτικών, συμπεριλαμβανομένης της βαρφαρίνης, σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ταυτοχρόνως αντιβακτηριακούς παράγοντες. Ο κίνδυνος μπορεί να ποικίλλει με την υποκείμενη λοίμωξη, την ηλικία και τη γενική κατάσταση του ασθενούς έτσι ώστε η συμβολή του αντιβακτηριακού παράγοντα στην αύξηση σε διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR) να είναι δύσκολο να εκτιμηθεί.Συνιστάται το INR να παρακολουθείται συχνά κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση Vaborem με κάποιο από του στόματος αντιπηκτικό.

Αντισυλληπτικά:

Το Vaborem μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν οιστρογόνα και/ή προγεστερόνη. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν εναλλακτικές αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Vaborem και για περίοδο 28 ημερών μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Κύηση

Κύηση

Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης λιγότερες από 300) από την χρήση μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης στις έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).

Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Vaborem κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός

Η μεροπενέμη έχει αναφερθεί ότι απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η βαμπορβακτάμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα ή στο γάλα των ζώων. Επειδή ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας.

Γονιμότητα

Οι επιδράσεις της μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης στη γονιμότητα στον άνθρωπο δεν έχουν μελετηθεί.Μελέτες σε ζώα που διεξάχθηκαν με μεροπενέμη και βαμπορβακτάμη δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Το Vaborem έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.Κρίσεις έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη μόνο, ειδικά σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αντιεπιληπτικά (βλ. παράγραφο 4.4).Η μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη ενδέχεται να προκαλέσει κεφαλαλγία, παραισθησία, λήθαργο και ζάλη (βλ. παράγραφο 4.8).Επομένως, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρουσιάστηκαν μεταξύ 322 ασθενών από τις συγκεντρωτικές μελέτες φάσης 3 ήταν κεφαλαλγία (8,1%), διάρροια (4,7%), φλεβίτιδα στη θέση έγχυσης (2,2%) και ναυτία (2,2%).

Βαριές ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε δύο ασθενείς (0,6%), μια αντίδραση σχετιζόμενη με έγχυση και μια αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος αντίστοιχα. Σε έναν επιπρόσθετο ασθενή, αναφέρθηκε μια σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια αντίδρασης σχετιζόμενης με έγχυση (0,3%).

Πινακοποιημένος κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με μεροπενέμη μόνο ή/και έχουν ανιχνευθεί κατά τη διάρκεια των μελετών φάσης 3 με το Vaborem. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομήθηκαν κατά συχνότητα και οργανικό σύστημα. Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στον πίνακα με συχνότητα

«μη γνωστή» δεν παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που συμμετείχαν σε μελέτες με Vaborem ή μεροπενέμη αλλά έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του προϊόντος για τη μεροπενέμη μόνο.

Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1 000 έως

≤1/100), σπάνιες (≥1/10 000 έως ≤1/1 000), πολύ σπάνιες (≤1/10 000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας/οργανικού συστήματος , οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 3: Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών κατά κατηγορία/οργανικό σύστημα

Kατηγορία/οργανι κό σύστημα Συχνές(≥ 1/100 έως< 1/10) Όχι συχνές(≥ 1/1.000 έως< 1/100) Σπάνιες(≥ 1/10.000 έως< 1/1.000) Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν μεβάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Κολίτιδα από Clostridioides difficileΑιδοιοκολπική καντιντίασηΚαντιντίαση του στόματος
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος Θρομβοκυτταραιμία Λευκοπενία Ουδετεροπενία ΗωσινοφιλίαΘρομβοπενία Ακοκκιοκυττάρωσ ηΑιμολυτική αναιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Αναφυλακτική αντίδρασηΥπερευαισθησία Αγγειοοίδημα
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές Υποκαλιαιμία Υπογλυκαιμία Μειωμένη όρεξη ΥπερκαλιαιμίαΥπεργλυκαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία Ψευδαίσθηση Παραλήρημα (Ντελίριο)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Τρόμος Λήθαργος ΖάληΠαραισθησία Σπασμοί
Αγγειακές διαταραχές Υπόταση ΦλεβίτιδαΑγγειακό άλγος
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές καιδιαταραχές μεσοθωρακίου Βρογχόσπασμος
Γαστρεντερικές διαταραχές ΔιάρροιαΝαυτία Έμετος Κοιλιακή διάταση Κοιλιακό άλγος
Ηπατοχολικές διαταραχές Αυξημένη αμινοτρανσφεράσητης αλανίνης Αυξημένη χολερυθρίνηαίματος
Kατηγορία/οργανι κό σύστημα Συχνές(≥ 1/100 έως< 1/10) Όχι συχνές(≥ 1/1.000 έως< 1/100) Σπάνιες(≥ 1/10.000 έως< 1/1.000) Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν μεβάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΑυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος Ηπατική βλάβη επαγόμενη από φάρμακο1
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Κνησμός Εξάνθημα Κνίδωση Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN)Σύνδρομο StevensJohnson (SJS)Πολύμορφο ερύθημα (EM)Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS)Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)(βλ. παράγραφο4.4.)
Διαταραχές του μυoσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Ραβδομυόλυση2
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Νεφρική δυσλειτουργίαΑκράτειαΑυξημένη κρεατινίνη αίματος
Kατηγορία/οργανι κό σύστημα Συχνές(≥ 1/100 έως< 1/10) Όχι συχνές(≥ 1/1.000 έως< 1/100) Σπάνιες(≥ 1/10.000 έως< 1/1.000) Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν μεβάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Αυξημένη ουρία αίματος
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης Φλεβίτιδα στη θέση έγχυσηςΠυρεξία Θωρακική δυσφορίαΑντίδραση στη θέση έγχυσηςΕρύθημα στη θέση έγχυσηςΦλεβίτιδα στη θέση ένεσηςΘρόμβωση στη θέση έγχυσηςΆλγος
Παρακλινικές εξετάσεις Αυξημένη φωσφοκινάση της κρεατίνης αίματος Άμεση και έμμεση εξέταση Coombs θετική
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικώνχειρισμών Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση

1 Η DILI περιλαμβάνει ηπατίτιδα και ηπατική ανεπάρκεια.

2 Παρατηρήθηκε μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου με μεροπενέμη, ένα συστατικό του Vaborem Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Δεν υπάρχει εμπειρία υπερδοσολογίας με Vaborem.

Η περιορισμένη εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος με μεροπενέμη μόνο υποδεικνύει ότι εάν συμβούν ανεπιθύμητες ενέργειες έπειτα από υπερδοσολογία, αυτές είναι συνεπείς με το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών που περιγράφεται στην παράγραφο 4.8, είναι γενικά ήπιες σε βαρύτητα και επιλύονται με απόσυρση ή μείωση της δόσης.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, διακόψτε το Vaborem και ξεκινήστε γενική υποστηρικτική θεραπεία. Σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, θα συμβεί ταχεία νεφρική αποβολή.

Η μεροπενέμη και η βαμπορβακτάμη μπορούν να απομακρυνθούν μέσω αιμοκάθαρσης. Σε άτομα με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD) στα οποία χορηγήθηκε 1 g μεροπενέμης και 1 g βαμπορβακτάμης, η μέση ολική ανάκτηση σε διαπίδημα έπειτα από μια συνεδρία αιμοκάθαρσης ήταν 38% και 53% για τη μεροπενέμη και τη βαμπορβακτάμη, αντίστοιχα.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - VABOREM

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες, κωδικός

ATC:J01DH52

Μηχανισμός δράσης

Η μεροπενέμη ασκεί βακτηριοκτόνο δράση αναστέλλοντας τη σύνθεση της πεπτιδογλυκάνης του κυτταρικού τοιχώματος ως αποτέλεσμα της πρόσδεσης της σε βασικές πενικιλλίνο-δεσμευτικές πρωτεΐνες (PBP) και της αναστολής της δραστηριότητας αυτών.

Η βαμπορβακτάμη είναι ένας μη-β-λακταμικός αναστολέας β-λακταμασών σερίνης τάξης A και τάξης C, συμπεριλαμβανομένης της καρβαπενεμάσηςKlebsiella pneumoniae, KPC. Δρα σχηματίζοντας ένα ομοιοπολικό σύμπλοκο με β-λακταμάσες και είναι σταθερή σε υδρόλυση μεσολαβούμενη από τη

β-λακταμάση. Η βαμπορβακτάμη δεν αναστέλλει ένζυμα τάξης Β (μεταλλο-β-λακταμάσες) ή καρβαπενεμάσες τάξης D. Η βαμπορβακτάμη δεν έχει αντιβακτηριακή δράση.

Αντοχή

Οι μηχανισμοί αντοχής σε Gram-αρνητικά βακτήρια τα οποία είναι γνωστό ότι επηρεάζουν τη μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη περιλαμβάνουν οργανισμούς που παράγουν μεταλλο-β-λακταμάσες ή οξακιλλινάσες με δράση καρβαπενεμάσης.

Οι μηχανισμοί βακτηριακής αντίστασης που θα μπορούσαν να μειώσουν την αντιβακτηριακή δράση της μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης περιλαμβάνουν μεταλλάξεις πορίνης που επηρεάζουν τη διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης και την υπερέκφραση των αντλιών εκροής.

Αντιβακτηριακή δράση σε συνδυασμό με άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες

In vitro μελέτες κατέδειξαν μη ανταγωνισμό μεταξύ μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης και λεβοφλοξασίνης, τιγεκυκλίνης, πολυμυξίνης, αμικασίνης, βανκομυκίνης, αζιθρομυκίνης, δαπτοµυκίνης ή λινεζολίδης.

Όρια της δοκιμής ευαισθησίας

Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από το European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST) για την μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en.xlsx

Φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική σχέση

Η αντιμικροβιακή δράση της μεροπενέμης έχει φανεί ότι συσχετίζεται καλύτερα με το ποσοστό του δοσολογικού μεσοδιαστήματος κατά το οποίο οι συγκεντρώσεις της ελεύθερης μεροπενέμης στο πλάσμα υπερβαίνουν την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση. Για τη βαμπορβακτάμη, ο PK-PD δείκτης που

σχετίζεται με την αντιμικροβιακή δράση είναι η αναλογία ελεύθερης βαμπορβακτάμης στο πλάσμα AUC: MIC μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης.

Κλινική αποτελεσματικότητα έναντι ειδικών παθογόνων

Η αποτελεσματικότητα έχει καταδειχτεί σε κλινικές μελέτες έναντι των ακόλουθων παθογόνων τα οποία ήταν ευαίσθητα σε μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη in vitro.

Επιπλεγμένες λοιμώξεις της ουροφόρου οδού, συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας

Gran-αρνητικοί μικροοργανισμοί:

  • Escherichia coli

  • Klebsiella pneumoniae

  • Enterobacter cloacae species σύμπλεγμα

    Η κλινική αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί έναντι των ακόλουθων παθογόνων που είναι σχετικά με τις εγκεκριμένες ενδείξεις παρόλο που in vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι θα ήταν ευαίσθητοι στην μεροπενέμη ή/και σε μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη απουσία επίκτητων μηχανισμών αντοχής.

    Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί:

  • Citrobacter freundii

  • Citrobacter koseri

  • Klebsiella aerogenes

  • Klebsiella oxytoca

  • Morganella morganii

  • Proteus mirabilis

  • Providencia spp.

  • Pseudomonas aeruginosa

  • Serratia marcescens

    Gram-θετικοί μικροοργανισμοί:

  • Staphylococcus saprophyticus

  • Staphylococcus aureus (απομονωθέντα στελέχη ευαίσθητα στη μεθικιλλίνη μόνο)

  • Staphylococcus epidermidis (απομονωθέντα στελέχη ευαίσθητα στη μεθικιλλίνη μόνο)

  • Streptococcus agalactiae

    Αναερόβιοι μικροοργανισμοί:

  • Bacteroides fragilis

  • Bacteroides thetaiotaomicron

  • Clostridium perfringens

  • Peptoniphilus asaccharolyticus

  • Peptostreptococcus species (συμπεριλαμβανομένωντωνP. micros, P anaerobius, P. magnus)

  • Bacteroides caccae

  • Prevotella bivia

  • Prevotella disiens

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Vaborem σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού

πληθυσμού στη θεραπεία λοιμώξεων λόγω αερόβιων Gram-αρνητικών οργανισμών (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Κατανομή

Η πρωτεϊνική δέσμευση της μεροπενέμης στο πλάσμα είναι περίπου 2%.Η πρωτεϊνική δέσμευση της βαμπορβακτάμης στο πλάσμα είναι περίπου 33%.

Ο όγκος κατανομής σταθερής κατάστασης της μεροπενέμης και της βαμπορβακτάμης σε ασθενείς ήταν 20,2 L και 18,6 L, αντίστοιχα, αφότου εγχύθηκαν δόσεις 2 g μεροπενέμης/2 g βαμπορβακτάμης επί 3 ώρες κάθε 8 ώρες, υποδεικνύοντας ότι και οι δύο ενώσεις κατανέμονται σε ένα όγκο κατανομής συνεπή με το χώρο του εξωκυττάριου υγρού.

Τόσο η μεροπενέμη όσο και η βαμπορβακτάμη διεισδύουν στο ανθρώπινο υγρό που επικαλύπτει το βρογχικό επιθήλιο (ELF) σε συγκεντρώσεις γύρω στο 65% και 79% των μη δεσμευμένων συγκεντρώσεως μεροπενέμης και βαμπορβακτάμης στο πλάσμα, αντίστοιχα. Τα προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου είναι παρόμοια για το ELF και το πλάσμα.

Βιομετασχηματισμός

Η μεροπενέμη αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητη.Περίπου το 25% της χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται ως ανενεργή μορφή ανοικτού δακτυλίου.

Η βαμπορβακτάμη δεν υφίσταται μεταβολισμό. Αποβολή

Η τελική ημίσεια ζωή (t½) είναι 2,30 ώρες και 2,25 ώρες για τη μεροπενέμη και τη βαμπορβακτάμη, αντίστοιχα.

Τόσο η μεροπενέμη όσο και η βαμπορβακτάμη απεκκρίνονται κυρίως μέσω των νεφρών.Περίπου το 40-60% μιας δόσης μεροπενέμης απεκκρίνεται αμετάβλητη εντός 24-48 ωρών με περαιτέρω 25% να ανακτάται ως το μικροβιολογικώς ανενεργό προϊόν υδρόλυσης.Η αποβολή της μεροπενέμης από τους νεφρούς κατέληξε σε υψηλές θεραπευτικές συγκεντρώσεις στα ούρα.Η μέση νεφρική κάθαρση για τη μεροπενέμη ήταν 7,7 L/ώρα.Η μέση μη νεφρική κάθαρση για τη μεροπενέμη ήταν 4,8 L/ώρα, η οποία περιλαμβάνει τόσο την αποβολή μέσω κοπράνων (~2% της δόσης) όσο και την αποδόμηση λόγω υδρόλυσης.

Περίπου το 75 έως 95% της βαμπορβακτάμης απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα σε χρονικό διάστημα 24-48 ωρών.Η αποβολή της βαμπορβακτάμης από τους νεφρούς κατέληξε σε υψηλές συγκεντρώσεις στα ούρα.Η μέση νεφρική κάθαρση για τη βαμπορβακτάμη ήταν 10,5 L/ώρα.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Οι Cmax και AUC της μεροπενέμης και της βαμπορβακτάμης είναι γραμμικές στο εύρος δόσης που μελετάται (1 g έως 2 g για τη μεροπενέμη και 0,25 g έως 2 g για τη βαμπορβακτάμη) όταν χορηγούνται ως μία 3ωρη ενδοφλέβια έγχυση.Δεν υπάρχει συσσώρευση μεροπενέμης ή βαμπορβακτάμης έπειτα από πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις χορηγούμενες κάθε 8 ώρες για 7 ημέρες σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Επίδραση της βαμπορβακτάμης/μεροπενέμης σε ένζυμα και μεταφορείς

Ιn vitro ούτε η μεροπενέμη ούτε η βαμπορβακτάμη αναστέλλουν τα ένζυμα του CYP450 σε σχετικές φαρμακολογικές συγκεντρώσεις.

Τόσο η μεροπενέμη όσο και η βαμπορβακτάμη δεν αναστέλλουν τους νεφρικούς ή ηπατικούς μεταφορείς σε σχετικές φαρμακολογικές συγκεντρώσεις.

Ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία

Φαρμακοκινητικές μελέτες με μεροπενέμη και βαμπορβακτάμη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχουν δείξει ότι η κάθαρση στο πλάσμα τόσο για τη μεροπενέμη όσο και για τη βαμπορβακτάμη συσχετίζεται με την κάθαρση κρεατινίνης.

Ηπατική δυσλειτουργία

Καθώς η μεροπενέμη/βαμπορβακτάμη δεν υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό, η συστηματική κάθαρση της μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης δεν αναμένεται να επηρεάζεται από την ηπατική δυσλειτουργία.

Ηλικιωμένοι

Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα από μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού έδειξαν μείωση στην κάθαρσης της μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης στο πλάσμα η οποία συσχετίζεται με σχετιζόμενη με την ηλικία μείωση στην κάθαρση κρεατινίνης.

Φύλο και φυλή

Σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού δεν υπήρχε επίδραση του φύλου ή της φυλής στη φαρμακοκινητική της μεροπενέμης και της βαμπορβακτάμης.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - VABOREM

Κατάλογος εκδόχων

Νάτριο ανθρακικό

Ασυμβατότητες

Το Vaborem δεν είναι χημικά συμβατό με διαλύματα που περιέχουν γλυκόζη. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Διάρκεια ζωής

4 χρόνια

Μετά την ανασύσταση

Το ανασυσταμένο φιαλίδιο θα πρέπει αμέσως να αραιωθεί περαιτέρω. Μετά την αραίωση

Η χημική και φυσική εν χρήση σταθερότητα έχει καταδειχτεί για έως και 4 ώρες στους 25 °C ή εντός 22 ωρών στους 2 – 8 °C.

Από μικροβιολογικής άποψης, το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως έπειτα από ανασύσταση και αραίωση.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 °C.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Γυάλινο διαφανές φιαλίδιο (Τύπου 1) των 50 ml κλεισμένο με ελαστικό (βρωμοβουτυλίου) πώμα εισχώρησης και επιπωματικό από αλουμίνιο με εύκολα αποσπώμενο πώμα.

Το φαρμακευτικό προϊόν παρέχεται σε συσκευασία των 6 φιαλιδίων.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Τυπικές ασηπτικές τεχνικές πρέπει να χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία και τη χορήγηση του διαλύματος.

Η κόνις για πυκνό σκεύασμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να υφίσταται ανασύσταση και να αραιώνεται περαιτέρω πριν από τη χρήση.

Ανασύσταση

20 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) (φυσιολογικός ορός) θα πρέπει να αποσυρθεί από ένα σάκο έγχυσης 250 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) για κάθε φιαλίδιο και να υφίσταται ανασύσταση με τον κατάλληλο αριθμό φιαλιδίων μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης για την αντίστοιχη δοσολογία Vaborem:

  • Ανασύσταση 2 φιαλιδίων για τη δόση Vaborem 2 g/2 g

  • Ανασύσταση 1 φιαλιδίου για τις δόσεις Vaborem 1 g/1 g και Vaborem 0,5 g/0,5 g

Αφότου αναμιχθεί απαλά ώστε να διαλυθεί, το ανασυσταμένο διάλυμα μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης θα έχει κατά προσέγγιση συγκέντρωση μεροπενέμης 0,05 g/ml και κατά προσέγγιση συγκέντρωση βαμπορβακτάμης 0,05 g/ml. Ο τελικός όγκος είναι περίπου 21,3 ml. Το ανασυσταμένο διάλυμα δεν είναι για απευθείας ένεση. Το ανασυσταμένο διάλυμα πρέπει να αραιωθεί πριν από ενδοφλέβια έγχυση.

Αραίωση

Για να προετοιμάσετε τη δόση Vaborem 2 g/2 gγια ενδοφλέβια έγχυση: Αμέσως μετά την ανασύσταση δύο φιαλιδίων, ολόκληρο το περιεχόμενο του ανασυστασμένου φιαλιδίου θα πρέπει να αποσύρεται από κάθε ένα από τα δύο φιαλίδια και να προστίθεται πίσω στο σάκο έγχυσης 250 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) (φυσιολογικός ορός). Η τελική συγκέντρωση έγχυσης μεροπενέμης και βαμπορβακτάμης θα είναι περίπου 8 mg/ml έκαστη.

Για να προετοιμάσετε τη δόση Vaborem 1 g/1 gγια ενδοφλέβια έγχυση: Αμέσως μετά την ανασύσταση ενός φιαλιδίου, ολόκληρο το περιεχόμενο του ανασυστασμένου φιαλιδίου θα πρέπει να αποσύρεται από το φιαλίδιο και να προστίθεται πίσω στο σάκο έγχυσης 250 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) (φυσιολογικός ορός). Η τελική συγκέντρωση έγχυσης μεροπενέμης και βαμπορβακτάμης θα είναι περίπου 4 mg/ml έκαστη.

Για να προετοιμάσετε τη δόση Vaborem 0,5 g/0,5 gγια ενδοφλέβια έγχυση: Αμέσως μετά την ανασύσταση ενός φιαλιδίου, 10,5 ml από το περιεχόμενο του ανασυστασμένου φιαλιδίου θα πρέπει να αποσύρονται από το φιαλίδιο και να προστίθεται πίσω στο σάκο έγχυσης 250 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) (φυσιολογικός ορός). Η τελική συγκέντρωση έγχυσης μεροπενέμης και βαμπορβακτάμης θα είναι 2 mg/ml έκαστη.

Το αραιωμένο διάλυμα θα πρέπει να επιθεωρείται οπτικά για σωματιδιακό υλικό. Το χρώμα του αραιωμένου διαλύματος είναι διαφανές έως υποκίτρινο.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx6 vials
Τιμή
449,13 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.