VELDOM INJ.SO.INF 150MG/1ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - VELDOM 150MG/1ML
Σοβαρές λοιμώξεις από Gram θετικούς κόκκους (συμπεριλαμβανομένων και σταφυλοκόκκων), διάφορα αναερόβια και ιδίως Bacteroides fragilis (λοιμώξεις ενδοπεριτοναϊκές, γυναικολογικές κ.λ.π.), οστεομυελίτιδα.
Τοξοπλασματική εγκεφαλίτις σε ασθενείς με AIDS. Σε ασθενείς στους οποίους η συμβατική θεραπεία δεν είναι καλά ανεκτή, η κλινδαμυκίνη σε συνδυασμό με πυριμεθαμίνη έχει αποδειχθεί αποτελεσματική.
Πνευμονία από Pneumocystis jirovecii σε ασθενείς με AIDS. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν ανέχονται ικανοποιητικά ή δεν ανταποκρίνονται στη συμβατική θεραπεία, η κλινδαμυκίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με πριμακίνη.
Η χρήση της κλινδαμυκίνης πρέπει να περιορίζεται σε απόλυτες ενδείξεις ή όταν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν άλλα ασφαλέστερα αντιβιοτικά, εξαιτίας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών και κυρίως της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδος.
Δοσολογία
Ενήλικες
Φωσφορική κλινδαμυκίνη (ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση):
Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 600 mg έως 2400 mg χορηγούμενη σε 2, 3 ή 4 ίσες δόσεις. Άπαξ ενδομυϊκή χορήγηση δόσης άνω των 600 mg δεν συνιστάται.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Φωσφορική κλινδαμυκίνη (ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση): 15 έως 40 mg/kg/ημέρα σε 3 ή 4 ίσες δόσεις.
Θεραπεία της τοξοπλασμικής εγκεφαλίτιδας σε ασθενείς με AIDS:
Φωσφορική κλινδαμυκίνη ενδοφλεβίως ή υδροχλωρική κλινδαμυκίνη από του στόματος 600 έως 1200 mg κάθε 6 ώρες επί δύο εβδομάδες και ακολούθως υδροχλωρική κλινδαμυκίνη 300 έως 600 mg από του στόματος κάθε 6 ώρες. Η συνήθης συνολική διάρκεια της θεραπείαςείναι 8 έως 10 εβδομάδες. Η δόση της πυριμεθαμίνης είναι 25 έως 75 mg από του στόματος ημερησίως επί 8 έως 10 εβδομάδες. Με υψηλότερες δόσεις πυριμεθαμίνης θα πρέπει να χορηγείται φολινικό οξύ 10 έως 20 mg ημερησίως.
Θεραπεία της πνευμονίας από Pneumocystis jiroveci (παλαιότερα γνωστή ως Pneumocystis carinii) σε ασθενείς με AIDS:
Φωσφορική κλινδαμυκίνη ενδοφλεβίως 600 έως 900 mg κάθε 6 ώρες ή 900 mg ενδοφλεβίως κάθε 8 ώρες ή υδροχλωρική κλινδαμυκίνη 300 έως 450 mg από του στόματος κάθε 6 ώρες επί 21 ημέρες και πριμακίνη από του στόματος σε άπαξ δόση 10 έως 30 mg ημερησίως επί 21ημέρες.
Τρόπος χορήγησης
Η φωσφορική κλινδαμυκίνη για ενδομυϊκή χορήγηση δεν πρέπει να αραιώνεται.
Η φωσφορική κλινδαμυκίνη για ενδοφλέβια χορήγηση πρέπει να αραιώνεται (βλ. παράγραφο 6.6) με ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή δεξτρόζης.
Σημαντική πληροφορία
Δεν χρειάζεται ειδικό εργαλείο κοπής για το άνοιγμα της φύσιγγας. Ο αυχένας της φύσιγγαςείναι σημειωμένος στο σημείο κοπής.
Ρυθμός διάλυσης και έγχυσης
Η συγκέντρωση της κλινδαμυκίνης στο διαλυτικό μέσο για έγχυση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 18mg ανά ml και Ο ΡΥΘΜΟΣ ΕΓΧΥΣΗΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΑ 30mg ΑΝΑ ΠΡΩΤΟ
ΛΕΠΤΟ. Ο συνήθης ρυθμός έγχυσης είναι ως ακολούθως:
| Δόση | Διαλυτικό μέσο | Χρόνος |
| 300mg | 50ml | 10 πρώτα λεπτά |
| 600mg | 50ml | 20 πρώτα λεπτά |
| 900mg | 50 – 100ml | 30 πρώτα λεπτά |
| 1200mg | 100ml | 40 πρώτα λεπτά |
Χορήγηση περισσοτέρων από 1200mg σε εφάπαξ ωριαία έγχυση δεν συνιστάται.
Υπερευαισθησία στην κλινδαμυκίνη ή στη λινκομυκίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, διαρροϊκά σύνδρομα, ιστορικό κολίτιδας ή εντερίτιδας ή κολίτιδας από αντιβιοτικά.
Προσοχή στη χορήγηση
Να αποφεύγεται η ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση (κίνδυνος καρδιακής ανακοπής) και η άπαξ ενδομυϊκή
χορήγηση δόσης μεγαλύτερης των 600 mg. Η ενδομυϊκή ένεση να διενεργείται βαθιά ενδομυϊκά.
Να χορηγείται με προσοχή σε άτομα που εμφανίζουν αλλεργία σε φάρμακα ή άλλα αλλεργιογόνα.
Οξεία νεφρική βλάβη, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, αναφέρθηκε σπάνια. Σε ασθενείς που πάσχουν από προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία ή λαμβάνουν ταυτόχρονα νεφροτοξικά φάρμακα, πρέπει να γίνεται έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.8).
Ειδικές προειδοποιήσεις
Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών δερματικών αντιδράσεων όπως είναι η φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), και η οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με κλινδαμυκίνη. Εάν συμβούν αντίδραση υπερευαισθησίας ή σοβαρή δερματική αντίδραση, η κλινδαμυκίνη πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η ενδεδειγμένη θεραπεία (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.8).
Έχει αναφερθεί διάρροια που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridium difficile (CDAD) με τη χρήση σχεδόν όλων των αντιβακτηριακών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της κλινδαμυκίνης, και η οποία ενδέχεται να ποικίλλει σε βαρύτητα από ελαφρά διάρροια έως θανατηφόρο κολίτιδα.
Η θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες προκαλεί αλλαγές στη φυσιολογική εντερική χλωρίδα, γεγονός που οδηγεί σε υπερανάπτυξη του Clostridium difficile.
Το Clostridium difficile παράγει τοξίνες Α και Β, οι οποίες συμβάλλουν στην εμφάνιση διάρροιας που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridium difficile (CDAD). Αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε κολίτιδα, συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας (βλ. παράγραφο 4.8), η οποία μπορεί να κυμαίνεται από ήπια έως και θανατηφόρος. Αν πιθανολογείται ή έχει επιβεβαιωθεί διάρροια εξ αντιβιοτικών ή κολίτιδα εξ αντιβιοτικών, η θεραπεία με κλινδαμυκίνη, πρέπει να διακόπτεται και να λαμβάνονται αμέσως τα κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα. Τα φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό δεν ενδείκνυνται σε αυτήν την περίπτωση. Στελέχη C. difficile που υπερπαράγουν τοξίνες σχετίζονται με αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα, καθώς προκαλούν λοιμώξεις που μπορεί να είναιανθεκτικές στην αντιμικροβιακή θεραπεία και ενδέχεται να οδηγήσουν σε κολεκτομή.
Η πιθανότητα εμφάνισης διάρροιας που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridium difficile πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε όλους τους ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικών. Η λήψη αναλυτικού ιατρικού ιστορικού είναι απαραίτητη, δεδομένουότι έχει αναφερθεί ότι η CDAD μπορεί να εμφανιστεί έως και δύο μήνες μετά τη χορήγηση αντιβακτηριακών παραγόντων.
Η κλινδαμυκίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της μηνιγγίτιδας, καθώς το φάρμακο δεν διαχέεται ικανοποιητικά στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Σε περιπτώσεις παρατεταμένης θεραπείας, πρέπει να ελέγχεται η νεφρική και η ηπατική λειτουργία.
Η χρήση της κλινδαμυκίνης ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών, ιδίως μυκήτων.
Η φωσφορική κλινδαμυκίνη δεν θα πρέπει να ενίεται ενδοφλεβίως αδιάλυτη ως ένεση εφόδου (bolus), αλλά θα πρέπει να εγχύεται σε χρόνο περισσότερο από 10-60 λεπτά τουλάχιστον, σύμφωνα με τις οδηγίες στην παράγραφο 4.2.
Έκδοχα
Το ενέσιμο διάλυμα VELDOM® περιέχει βενζυλική αλκοόλη (9 mg/ml) ως συντηρητικό. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
Η ενδοφλέβια χορήγηση της βενζυλικής αλκοόλης έχει συσχετιστεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και θανάτους σε νεογνά (σύνδρομο βαριάς αναπνοής). Παρόλο που οι ενδεδειγμένες θεραπευτικές δόσεις αυτού του προϊόντος παρέχουν, συνήθως, ποσότητες βενζυλικής αλκοόλης, σημαντικά μικρότερες από εκείνες που αναφέρθηκαν σε σχέση με το «σύνδρομο βαριάς αναπνοής», η ελάχιστη ποσότητα βενζυλικής αλκοόλης, η οποία ενδέχεται να προκαλέσει τοξικότητα, δεν είναι γνωστή.
Πρόωρα νεογνά και νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας.
Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για περισσότερο από μία εβδομάδα σε μικρά παιδιά (ηλικίας κάτω των 3 ετών) λόγω αυξημένου κινδύνου συσσώρευσης.
Μεγάλοι όγκοι πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και μόνο όταν είναι απαραίτητο, ειδικά σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία, λόγω κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση).
Θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται με προσοχή σε περίπτωση θηλασμού καθώς μεγάλες ποσότητες βενζυλικής αλκοόλης μπορούν να συσσωρευτούν και να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες («μεταβολική οξέωση»).
Η κλινδαμυκίνη μεταβολίζεται κυρίως από το κυτόχρωμα CYP3A4, και σε μικρότερο βαθμό από το κυτόχρωμα CYP3A5, στον πρωτεύοντα μεταβολίτη σουλφοξείδιο της κλινδαμυκίνης και στον δευτερεύοντα μεταβολίτη N-δεσμεθυλοκλινδαμυκίνη. Ως εκ τούτου, οι αναστολείς των CYP3A4 και CYP3A5 κυτοχρωμάτων μπορεί να μειώσουν την κάθαρση της κλινδαμυκίνης και οι επαγωγείς αυτών των ισοενζύμων μπορεί να αυξήσουν την κάθαρση τηςκλινδαμυκίνης. Κατά την παρουσία ισχυρών επαγωγέων του κυτοχρώματος CYP3A4, όπως ηριφαμπικίνη, συνιστάται παρακολούθηση για πιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας. Μελέτες in vitro καταδεικνύουν ότι η κλινδαμυκίνη δεν αναστέλλει τα κυτοχρώματα CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2E1 και CYP2D6 και αναστέλλει μόνο μετρίως το CYP3A4. Ως εκ τούτου, δεν είναι πιθανό να παρατηρηθούν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της κλινδαμυκίνης και των συγχορηγούμενων φαρμάκων που μεταβολίζονται από τα ένζυμα των παραπάνω κυτοχρωμάτων.
Έχει αποδειχθεί ότι η ενέσιμα χορηγούμενη κλινδαμυκίνη έχει ιδιότητες νευρομυϊκού αποκλεισμού, οι οποίες μπορεί να ενισχύσουν τη δράση άλλων νευρομυϊκών αποκλειστών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοιουςπαράγοντες.
Ανταγωνιστές της βιταμίνης K: Έχουν αναφερθεί αυξημένες τιμές δοκιμασιών πήξης (PT/INR) και/ή αυξημένη αιμορραγία σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κλινδαμυκίνη σε συνδυασμό με έναν ανταγωνιστή της βιταμίνης K (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη και φλουινδιόνη). Επομένως, οι τιμές των δοκιμασιών πήξης θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της βιταμίνης K.
Η χλωραμφαινικόλη ανταγωνίζεται τη δράση της.
Κύηση
Μελέτες τοξικότητας στο αναπαραγωγικό σύστημα σε αρουραίους και κουνέλια, με από του στόματος και υποδόρια χορήγηση, δεν ανέδειξαν επηρεασμένη γονιμότητα ή βλάβη στο έμβρυο που να οφείλονται στην κλινδαμυκίνη, εξαιρουμένων των δόσεων που προκάλεσαν τοξικότητα στη μητέρα. Οι μελέτες αναπαραγωγής στα ζώα δεν προδικάζουν πάντοτε την ανταπόκριση στον άνθρωπο.
Η κλινδαμυκίνη διαπερνά τον πλακούντα στους ανθρώπους. Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων, οι συγκεντρώσεις στο αμνιακό υγρό ήταν περίπου στο 30% των συγκεντρώσεων στομητρικό αίμα.
Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε κλινικές μελέτες σε εγκύους γυναίκες, η συστηματική χορήγηση της κλινδαμυκίνης κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου δεν έχει συσχετιστεί με αυξημένη συχνότητα συγγενών ανωμαλιών. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από καλά ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους γυναίκες κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης.
Η κλινδαμυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την εγκυμοσύνη, μόνον όταν είναι σαφώς απαραίτητο.
Θηλασμός
Η από του στόματος και παρεντερικά χορηγούμενη κλινδαμυκίνη έχει αναφερθεί ότι εμφανίσθηκε στο ανθρώπινο μητρικό γάλα σε εύρος τιμών από <0, 5-3,8 μg/mL. Η κλινδαμυκίνη μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες στη γαστρεντερική χλωρίδα του θηλάζοντος βρέφους όπως διάρροια ή αίμα στα κόπρανα, ή εξάνθημα. Εάν απαιτείται η λήψη κλινδαμυκίνης από του στόματος ή ενδοφλέβια από τη θηλάζουσα μητέρα, αυτό δεν αποτελεί λόγο διακοπής του θηλασμού, αλλά ενδέχεται να προτιμηθεί εναλλακτικό φάρμακο. Ταοφέλη του θηλασμού στην ανάπτυξη και την υγεία θα πρέπει να εξετάζονται μαζί με την κλινική ανάγκη της μητέρας για κλινδαμυκίνη και τις τυχόν δυνητικές ανεπιθύμητες ενέργειες στο θηλάζον παιδί από την κλινδαμυκίνη ή από την υποκείμενη κατάσταση της μητέρας.
Γονιμότητα
Μελέτες γονιμότητας σε αρουραίους που έλαβαν θεραπεία με κλινδαμυκίνη από του στόματος δεν κατέδειξαν κάποια επίδραση στη γονιμότητα ή την ικανότητα ζευγαρώματος.
ν
Σημειώνεται ότι η επίδραση της κλινδαμυκίνης στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων δεν έχει μελετηθεί συστηματικά.
Ο παρακάτω πίνακας παραθέτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που ταυτοποιήθηκαν μέσω της εμπειρίας από κλινικές μελέτες και της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκουστην αγορά ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Η ομαδοποίηση βάσει συχνότητας έχει οριστεί σύμφωνα με την παρακάτω συνθήκη: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνές ≥ 1/100έως< 1/10 | Όχι συχνές ≥ 1/1000 έως < 1/100 | Σπάνιες ≥ 1/10.000έως < 1/1000 | Πολύ σπάνιες< 1/10.000 | Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορείνα εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα*# | κολίτιδα από Clostridium difficile*, λοίμωξη του κόλπου* | |||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού καιτου λεμφικού συστήματος | Ηωσινοφιλία | ακοκκιοκυτταραιμία*, ουδετεροπενία*, θρομβοπενία*, λευκοπενία* | |||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | αναφυλακτικό σοκ*, αναφυλακτοειδής αντίδραση*, αναφυλακτική αντίδραση*, υπερευαισθησία* | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | δυσγευσία | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | καρδιοαναπνευστική ανακοπή§ | ||||
| Αγγειακές διαταραχές | θρομβοφλεβίτιδα | υπόταση§ |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια | ναυτία, κοιλιακό άλγος,έμετος | |||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | ίκτερος* | ||||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Οξεία νεφρική βλάβη# | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες | κνίδωση | πολύμορφο ερύθημα, κνησμός | τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN)*, σύνδρομο Stevens Johnson (SJS)*, φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)*, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)*,αγγειοοίδημα*, αποφολιδωτική δερματίτιδα*, δερματίτιδα πομφολυγώδης*, εξάνθημα ιλαροειδές* | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | άλγος,απόστημα της θέσης ένεσης | ερεθισμός της θέσης ένεσης* | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές |
* ΑΕ που διαπιστώθηκε από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. # Βλ. παράγραφο 4.4.
§ Σπάνιες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί μετά από πάρα πολύ ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.2).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Η αιμοκάθαρση και η περιτοναϊκή κάθαρση δεν είναι αποτελεσματικές για την απομάκρυνση της κλινδαμυκίνης από τον ορό.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας μπορεί να προκληθεί αλλεργική αντίδραση. Η αντιμετώπιση είναι συμπτωματική. Μπορούν να χορηγηθούν κορτικοστεροειδή, αδρεναλίνη,αντιϊσταμινικά.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - VELDOM 150MG/1ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιμικροβιακά για συστηματική χρήση, κωδικός ATC:J01FF01 Μηχανισμός δράσης
Η κλινδαμυκίνη είναι ένα λινκοσαμιδικό αντιβιοτικό, το οποίο αναστέλλει τη σύνθεση βακτηριακών
πρωτεϊνών. Δεσμεύεται στη ριβοσωμική υπομονάδα 50S και επιδρά τόσο στη συναρμολόγηση του ριβοσώματος όσο και στη διαδικασία μετάφρασης. Παρόλο που η φωσφορική κλινδαμυκίνη είναι ανενεργή in vitro, (σε αντίθεση με την υδροχλωρική κλινδαμυκίνη η οποία είναι δραστική τόσο in vivo όσο και in vitrο), η ταχεία in vivo υδρόλυση μετατρέπει αυτή την ένωση στην αντιβακτηριακώς ενεργή κλινδαμυκίνη. Στις συνήθεις δόσεις, η κλινδαμυκίνη παρουσιάζει in vitro βακτηριοστατική δραστικότητα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η αποτελεσματικότητα σχετίζεται με τη χρονική περίοδο κατά την οποία το επίπεδο του παράγοντα είναι πάνω από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) του παθογόνου (%T/MIC).
Αντοχή
Η αντοχή στην κλινδαμυκίνη οφείλεται συχνότερα σε μεταλλάξεις στο rRNA της θέσης δέσμευσης του αντιβιοτικού ή σε μεθυλίωση συγκεκριμένων νουκλεοτιδίων στο 23S RNA τηςριβοσωμικής υπομονάδας 50S. Αυτές οι διαφοροποιήσεις μπορούν να καθορίσουν την in vitro διασταυρούμενη αντοχή στα μακρολίδια και τις στρεπτογραμίνες B (φαινότυπος MLSB). Η αντοχή περιστασιακά οφείλεται σε διαφοροποιήσεις στις ριβοσωμικές πρωτεΐνες. Η αντοχή στην κλινδαμυκίνη μπορεί να επάγεται από μακρολίδια σε βακτηριακά στελέχη ανθεκτικά στα μακρολίδια. Η επαγόμενη αντοχή μπορεί να καταδειχθεί με μια δοκιμή δίσκου (δοκιμή D- ζώνης) ή σε ζωμό. Οι μηχανισμοί αντοχής που συναντώνται λιγότερο συχνά περιλαμβάνουν την τροποποίηση του αντιβιοτικού και την ενεργό εκροή. Υπάρχει πλήρης διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ κλινδαμυκίνης και λινκομυκίνης. Όπως ισχύει με πολλά αντιβιοτικά, η επίπτωση της αντοχής ποικίλλει ανάλογα με τα βακτηριακά είδη και τη γεωγραφική περιοχή. Η επίπτωση της αντοχής στην κλινδαμυκίνη είναι υψηλότερη μεταξύ των ανθεκτικών στη μεθικιλλίνη απομονωθέντων στελεχών σταφυλοκόκκου και των ανθεκτικών στην πενικιλλίνηαπομονωθέντων στελεχών πνευμονιοκόκκου παρά μεταξύ οργανισμών που είναι ευαίσθητοι σε αυτούς τους παράγοντες.
Αντιμικροβιακή δραστικότητα
Το δραστικό συστατικό του φαρμακευτικού προϊόντος είναι η κλινδαμυκίνη, ένα ημισυνθετικό αντιβιοτικό που παράγεται από την αντικατάσταση με χλώριο στη θέση 7-(S) της 7-(R)-υδροξυλομάδος της μητρικής ένωσης λινκομυκίνης.
Η κλινδαμυκίνη μπορεί να είναι είτε βακτηριοκτόνος είτε βακτηριοστατική, ανάλογα με την ευαισθησία του μικροοργανισμού και τη συγκέντρωση του αντιβιοτικού.
Έχει αποδειχθεί ότι η κλινδαμυκίνη έχει δραστικότητα in vitro εναντίον των περισσοτέρων απομονωθέντων στελεχών των ακολούθων οργανισμών:
Αερόβια βακτήρια Gram-θετικά βακτήρια
-
Staphylococcus aureus (απομονωθέντα στελέχη ευαίσθητα στη μεθικιλλίνη)
-
Σταφυλόκοκκοι αρνητικοί στην κοαγκουλάση (απομονωθέντα στελέχη ευαίσθηταστη μεθικιλλίνη)
-
Streptococcus pneumoniae (απομονωθέντα στελέχη ευαίσθητα στην πενικιλλίνη)
-
Β-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι ομάδων A, B, C και G
-
Στρεπτόκοκκοι ομάδας viridans
-
Corynebacterium spp.
Gram-αρνητικά βακτήρια
-
Chlamydia trachomatis
Αναερόβια βακτήρια
Gram-θετικά βακτήρια
-
Actinomyces spp.
-
Clostridium spp. (εκτός από Clostridium difficile)
-
Eggerthella (Eubacterium) spp.
-
Peptococcus spp.
-
Peptostreptococcus spp. (Finegoldia magna, Micromonas micros)
-
Propionibacterium acnes
Gram-αρνητικά βακτήρια
-
Bacteroides spp.
-
Fusobacterium spp.
-
Gardnerella vaginalis
-
Prevotella spp.
Μύκητες
-
Pneumocystis jirovecii
Πρωτόζωα
-
Toxoplasma gondii
-
Plasmodium falciparum
Οι ακόλουθοι μικροοργανισμοί είναι γενικά ανθεκτικοί στην κλινδαμυκίνη:
-
Εντερόκοκκοι
-
Nocardia spp.
-
Neisseria meningitidis
-
Στελέχη Staphylococcus aureus ανθεκτικού στη μεθικιλλίνη και στελέχη Haemophilus influenzae
(ανάλογα με τις περιοχές όπου είναι γνωστό ότι υπάρχειαντοχή στο αντιβιοτικό). Όρια ευαισθησίας
-
Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και η πληροφόρηση σε τοπικό επίπεδο γύρω από την αντοχή είναι επιθυμητή, ιδιαίτερα κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπως απαιτείται, θα πρέπει να αναζητείται συμβουλή ειδικού όταν ο επιπολασμός της αντοχής σε τοπικό επίπεδο είναι τέτοιος, ώστε η χρησιμότητα του παράγοντα τουλάχιστον για μερικούς τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση. Ιδιαίτερα σε σοβαρές λοιμώξεις ή σε αποτυχία θεραπείας, συνιστάται μικροβιολογική διάγνωση με επαλήθευση τουπαθογόνου και της ευαισθησίας του στην κλινδαμυκίνη.
-
Η αντοχή συνήθως προσδιορίζεται από ερμηνευτικά κριτήρια ευαισθησίας (όρια ευαισθησίας) που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας (EUCAST) για αντιβιοτικά που χορηγούνταισυστημικά.
-
Τα όρια ευαισθησίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας (EUCAST) παρουσιάζονται παρακάτω.
Πίνακας 1. EUCAST Ερμηνευτικά Κριτήρια Ευαισθησίας για την Κλινδαμυκίνη
MIC όρια ευαισθησίας(mg/L) Διάμετρος ζώνης ορίωνευαισθησίας (mm)α Οργανισμός S ≤ R > S ≥ R < Staphylococcus spp. 0,25 0,5 22 19 StreptococcusΟμάδες A, B, C και G 0,5 0,5 17 17 Streptococcuspneumoniae 0,5 0,5 19 19 Στρεπτόκοκκοι ομάδαςviridans 0,5 0,5 19 19 Gram-θετικάαναερόβια 4 4 NA NA Gram-αρνητικάαναερόβια 4 4 NA NA Corynebacterium spp. 0,5 0,5 20 20 αΠεριεχόμενο δίσκου 2 µg κλινδαμυκίνηςNA=δεν εφαρμόζεται, S=ευαίσθητο, R=ανθεκτικό -
Τα Εύρη Ποιοτικού Ελέγχου (QC) σύμφωνα με την EUCAST για τους προσδιορισμούς της MIC και της ζώνης δίσκου παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα.
Πίνακας 2. EUCAST Αποδεκτά Εύρη Ποιοτικού Ελέγχου (QC) για την Κλινδαμυκίνη που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στην Επικύρωση των Αποτελεσμάτων των Δοκιμών
Ευαισθησίας
| QC Στέλεχος | Εύρος Ελάχιστης ΑνασταλτικήςΣυγκέντρωσης (mcg/mL) | Εύρος Διάχυσης Δίσκου(Διάμετροι Ζώνης σε mm) |
| Staphylococcus aureusATCC 29213 | 0,06–0,25 | 23-29 |
| Streptococcus pneumoniae ATCC 49619 | 0,03–0,125 | 22-28 |
| Το ATCC® είναι σήμα κατατεθέν της Αμερικάνικης Συλλογής Καλλιεργειών | ||
Απορρόφηση
Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 600 mg φωσφορικής κλινδαμυκίνης μέγιστες στάθμες κλινδαμυκίνης ορού 9 μg/mL επιτυγχάνονται 1-3 ώρες μετά τη χορήγηση.
Μετά από ενδοφλέβια έγχυση 300 mg σε 10 λεπτά ή αντίστοιχα 600 mg σε 20 λεπτά, μέγιστες στάθμες ορού 7 μg/mL και 10 μg/mL, αντίστοιχα, επιτυγχάνονται κατά το πέρας τηςέγχυσης. Ο πίνακας 1 δίνει τις μέσες μέγιστες στάθμες ορού μετά από χορήγηση φωσφορικής κλινδαμυκίνης. Οι στάθμες κλινδαμυκίνης στον ορό μπορούν να διατηρηθούν σε τιμές ανώτερες της in vitro ελάχιστης ανασταλτικής πυκνότητας για τους πιο ευαίσθητους μικροοργανισμούς με χορήγηση φωσφορικής κλινδαμυκίνης κάθε 8-12 ώρες στους ενήλικες και κάθε 6 - 8 ώρες στα παιδιά ή με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση. Σταθερή στάθμη επιτυγχάνεται μετά από την τρίτη δόση.
| Πίνακας 1Δόση | Κλινδαμυκίνη |
| Ενήλικες (μετά την εξισορρόπηση) | μg/mL |
| 300 mg Ε.Φ. σε 10 λεπτά κάθε 8 ώρες | 7 |
| 600 mg Ε.Φ. σε 20 λεπτά κάθε 8 ώρες | 10 |
| 900 mg Ε.Φ. σε 30 λεπτά κάθε 12 ώρες | 11 |
| 1.200 mg Ε.Φ. σε 45 λεπτά κάθε 12 ώρες | 14 |
| 300 mg Ε.M. κάθε 8 ώρες | 6 |
| 600 mg Ε.M. κάθε 12 ώρες | 9 |
Δόση Κλινδαμυκίνη
Παιδιά (πρώτη δόση) (1) μg/mL
5-7 mg/kg Ε.Φ. σε 1 ώρα 10
3-5 mg/kg Ε.Μ. 4
5-7 mg/kg Ε.Μ. 8
(1) Τα στοιχεία σ' αυτή την ομάδα είναι από ασθενείς υπό θεραπεία για λοίμωξη
Κατανομή
Η σύνδεση με πρωτεΐνες κυμαίνεται από 80% έως 90% της χορηγούμενης δόσεως. Δεν παρατηρείται αθροιστική ικανότητα μετά την από του στόματος χορήγηση. Η κλινδαμυκίνη διεισδύει εύκολα στα περισσότερα υγρά του σώματος και στους ιστούς, περνά μέσω του πλακούντα στο έμβρυο, καθώς και στο μητρικό γάλα. Στον οστίτη ιστό συγκεντρώνεται περίπου το 40% (20%-75%) της στάθμης στον ορό, στο μητρικό γάλα το 50%-100%, στο αρθρικό υγρό το 50%, στα πτύελα το 30%-75%, στο περιτοναϊκό υγρό το 50%, στο εμβρυϊκό αίμα το 40%, στο πύον το 30%, στο πλευριτικό υγρό το 50%-90%. Αντιθέτως, η κλινδαμυκίνη δεν διεισδύει στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, ακόμη και σε περίπτωση μηνιγγίτιδας.
Βιομετασχηματισμός
Η κλινδαμυκίνη έχει χρόνο ημισείας ζωής περίπου 1,5 - 3,5 ώρες. Ο χρόνος ημισείας ζωής αυξάνεται ελαφρώς σε ασθενείς με εκσεσημασμένη έκπτωση της νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας. Το δοσολογικό σχήμα δεν χρειάζεται να τροποποιηθεί επί παρουσία ελαφράς ή μέτριας νεφρικής ή ηπατικής νόσου. Η κλινδαμυκίνη μεταβολίζεται σχετικά δύσκολα. Μελέτες in vitro σε ανθρώπινα ηπατικά και εντερικά μικροσωμάτια κατέδειξαν ότι η κλινδαμυκίνη οξειδώνεται κυρίως από το κυτόχρωμα CYP3A4, με ελάχιστη συμμετοχή από το κυτόχρωμα CYP3A5, προς σουλφοξείδιο της κλινδαμυκίνης και έναν δευτερεύοντα μεταβολίτη, τη N-δεσμεθυλοκλινδαμυκίνη.
Αποβολή
Η αποβολή μικροβιολογικώς ενεργού μορφής στα ούρα ποικίλλει από 10%-20% και στακόπρανα είναι
περίπου 4%. Το υπόλοιπο αποβάλλεται υπό μορφή βιολογικώς ανενεργώνμεταβολιτών. Η αποβολή λαμβάνει χώρα κυρίως μέσω της χολής και των κοπράνων. Η αιμοκάθαρση και η διαπεριτοναϊκή κάθαρση δεν είναι αποτελεσματικές μέθοδοι για τηναπομάκρυνση της κλινδαμυκίνης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - VELDOM 150MG/1ML
Τα ακόλουθα φάρμακα είναι φυσικώς ασύμβατα σε διαλύματα έγχυσης με τη φωσφορική κλινδαμυκίνη: αμπικιλλίνη, νατριούχος φαινυτοΐνη, βαρβιτουρικά, αμινοφυλλίνη, γλυκονικό ασβέστιο, νατριούχος κεφτριαξόνη, σιπροφλοξασίνη, υδροχλωρική ιδαρουβικίνη, υδροχλωρική ρανιτιδίνη και θειικό μαγνήσιο.
Είναι γνωστό ότι η φωσφορική κλινδαμυκίνη είναι φυσικώς και χημικώς συμβατή επί 24ώρες τουλάχιστον σε υδατικό διάλυμα δεξτρόζης 5% και φυσιολογικό ορό, τα οποία περιέχουν τα ακόλουθα αντιβιοτικά στις συνήθως χορηγούμενες συγκεντρώσεις: θειική αμικασίνη, αζτρεονάμη, ναφική κεφαμανδόλη, νατριούχο κεφαζολίνη, νατριούχο κεφοταξίμη, νατριούχο κεφοξιτίνη, νατριούχο κεφταζιδίμη, νατριούχο κεφτιζοξίμη, θειική γενταμικίνη, θειική νετιλμικίνη, πιπερακιλλίνη και τομπραμυκίνη.
Η συμβατότητα και η διάρκεια της σταθερότητας των μιγμάτων των φαρμάκων ποικίλλει ανάλογα με τη συγκέντρωσή τους και διάφορες άλλες συνθήκες.