VELSIPITY F.C.TAB 2MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - VELSIPITY 2MG/TAB
Το Velsipity ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών ηλικίας 16 ετών και άνω με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ελκώδη κολίτιδα (ΕΚ) οι οποίοι είχαν ανεπαρκή απόκριση, απώλεια της απόκρισης ή δυσανεξία είτε σε συμβατική θεραπεία ή σε βιολογικό παράγοντα.
Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη ιατρού με πείρα στη διαχείριση της ελκώδους κολίτιδας.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 2 mg ετρασιμόδης μία φορά την ημέρα.
Παράλειψη δόσης
Σε περίπτωση παράλειψης μιας δόσης, η συνταγογραφημένη δόση πρέπει να ληφθεί κατά την επόμενη προγραμματισμένη ώρα λήψης. Η επόμενη δόση δεν πρέπει να διπλασιαστεί.
Προσωρινή διακοπή των δόσεων
Αν η θεραπεία διακοπεί για 7 ή περισσότερες συνεχόμενες ημέρες, συνιστάται επανέναρξη της θεραπείας μαζί με τροφή για τις πρώτες 3 δόσεις.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς άνω των 65 ετών (βλ. παράγραφο 5.2).
Η ετρασιμόδη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς άνω των 65 ετών, λόγω των περιορισμένων διαθέσιμων δεδομένων και της πιθανότητας για αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών στον συγκεκριμένο πληθυσμό.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η ετρασιμόδη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ετρασιμόδης σε παιδιά και εφήβους κάτω των 16 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Δεδομένων των περιορισμένων δεδομένων σε εφήβους ηλικίας 16 ετών και άνω, η ετρασιμόδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, ιδιαίτερα όταν το σωματικό βάρος είναι μικρότερο από 40 kg, λόγω της πιθανότητας αυξημένης έκθεσης (βλ. παράγραφο 5.2).
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση.
Συνιστάται η ετρασιμόδη να χορηγείται μαζί με τροφή για τις 3 πρώτες ημέρες, για να μειωθεί η πιθανότητα παροδικής μείωσης του καρδιακού ρυθμού που σχετίζεται με την έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4). Στη συνέχεια, η ετρασιμόδη μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή (βλ. παράγραφο 5.2)
Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με νερό και δεν θα πρέπει να διαιρούνται, να συνθλίβονται ή να μασώνται, επειδή αυτές οι μέθοδοι δεν έχουν μελετηθεί σε κλινικές δοκιμές.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Κατάσταση ανοσοανεπάρκειας (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Ασθενείς που κατά τους τελευταίους 6 μήνες εμφάνισαν έμφραγμα του μυοκαρδίου, ασταθή στηθάγχη, εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΠΙΕ), μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια που χρειάστηκε νοσηλεία ή καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου III/IV κατά Νew York Heart Association (NYHA).
-
Ασθενείς με ιστορικό ή παρουσία κολποκοιλιακού αποκλεισμού Μobitz τύπου II δευτέρου ή τρίτου βαθμού, συνδρόμου νοσούντος φλεβοκόμβου ή φλεβοκομβο-κολπικού αποκλεισμού, εκτός εάν ο ασθενής έχει λειτουργικό βηματοδότη.
-
Σοβαρές ενεργές λοιμώξεις, ενεργές χρόνιες λοιμώξεις, όπως ηπατίτιδα ή φυματίωση (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Ενεργές κακοήθειες.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Κατά την κύηση και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.6).
Βραδυαρρυθμία και καθυστερήσεις της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας
Έναρξη θεραπείας με ετρασιμόδη
Πριν από την έναρξη της θεραπείας με ετρασιμόδη, πρέπει να διενεργείται ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) σε όλους τους ασθενείς, για να αξιολογείται το ενδεχόμενο προϋπαρχουσών καρδιακών ανωμαλιών. Σε ασθενείς με ορισμένες προϋπάρχουσες παθήσεις, συνιστάται παρακολούθηση κατά την πρώτη δόση (βλ. παρακάτω). Κατά την επανέναρξη της θεραπείας μετά από διακοπή 7 ή περισσότερων συνεχόμενων ημερών, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανάληψης του ΗΚΓ κατά την έναρξη και/ή της παρακολούθησης της έναρξης, ανάλογα με τα αποτελέσματα της πρώτης αξιολόγησης, τη μεταβολή των χαρακτηριστικών του ασθενούς και τη διάρκεια της διακοπής.
Η έναρξη ετρασιμόδης μπορεί να οδηγήσει σε παροδική μείωση του καρδιακού ρυθμού και καθυστερήσεις της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1).
Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη της ετρασιμόδης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με β-αναστολέα, λόγω των πιθανών αθροιστικών επιδράσεων στη μείωση του καρδιακού ρυθμού. Παρόμοια προσοχή θα πρέπει να δίνεται εάν οι ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς διαύλων ασβεστίου, φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT, αντιαρρυθμικά Κατηγορίας Ια και Κατηγορίας ΙΙΙ (βλ. παράγραφο 4.5), καθώς η συγχορήγηση αυτών των ουσιών με την ετρασιμόδη ενδέχεται να προκαλέσει αθροιστικά αποτελέσματα.
Ενδέχεται να χρειαστεί προσωρινή διακοπή της θεραπείας με β-αποκλειστή πριν την έναρξη της θεραπείας με ετρασιμόδη, ανάλογα με τον καρδιακό ρυθμό ηρεμίας πριν την έναρξη της ετρασιμόδης (βλ., επίσης, την παράγραφο παρακάτω και την παράγραφο 4.5).
Εάν θεωρείται απαραίτητη η διακοπή, μπορεί να γίνει επανέναρξη της θεραπείας με β-αναστολέα, ανάλογα με τον χρόνο επίτευξης του καρδιακού ρυθμού κατά την έναρξη. Θεραπεία με β-αναστολέα μπορεί να ξεκινήσει σε ασθενείς που λαμβάνουν σταθερές δόσεις ετρασιμόδης.
Πρέπει να λαμβάνεται η συμβουλή καρδιολόγου πριν από την έναρξη της ετρασιμόδης, για να
προσδιοριστεί η συνολική σχέση οφέλους-κινδύνου και η καταλληλότερη στρατηγική παρακολούθησης σε ασθενείς με τις ακόλουθες παθήσεις:
-
Σημαντική παράταση του διαστήματος QT (QTcF ≥ 450 msec σε άνδρες, ≥ 470 msec σε γυναίκες).
-
Αρρυθμίες οι οποίες χρήζουν θεραπείας με αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα κατηγορίας Iα ή ΙΙΙ.
-
Ασταθής ισχαιμική καρδιοπάθεια, ιστορικό καρδιακής ανακοπής, αγγειακή εγκεφαλική νόσος (η οποία έχει εμφανιστεί περισσότερο από 6 μήνες πριν από την έναρξη της θεραπείας) ή μη ελεγχόμενη υπέρταση.
-
Ιστορικό συμπτωματικής βραδυκαρδίας, υποτροπιάζουσας καρδιογενούς συγκοπής ή σοβαρής μη θεραπευμένης υπνικής άπνοιας.
Παρακολούθηση ασθενών με ορισμένες προϋπάρχουσες καρδιακές παθήσεις κατά την πρώτη δόση Λόγω του κινδύνου παροδικών μειώσεων του καρδιακού ρυθμού με την έναρξη ετρασιμόδης, συνιστάται 4ωρη παρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα συμπτωματικής βραδυκαρδίας μετά την πρώτη δόση σε ασθενείς με καρδιακό ρυθμό σε κατάσταση ηρεμίας < 50 bpm, δευτέρου βαθμού [τύπου Mobitz I] κολποκοιλιακό αποκλεισμό ή ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή καρδιακής ανεπάρκειας (βλ. παράγραφο 4.3).
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται με ωριαίες μετρήσεις σφυγμού και αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια αυτής της 4ωρης περιόδου. Συνιστάται ΗΚΓ πριν από αυτήν την 4ωρη περίοδο και στο τέλος της.
Συνιστάται πρόσθετη παρακολούθηση των ασθενών, αν στο τέλος της 4ωρης περιόδου:
-
Ο καρδιακός ρυθμός είναι < 45 bpm.
-
Ο καρδιακός ρυθμός είναι η χαμηλότερη τιμή μετά τη δόση, κάτι που υποδεικνύει ότι ενδεχομένως να μην έχει σημειωθεί ακόμα η μέγιστη μείωση του καρδιακού ρυθμού.
-
Το ΗΚΓ δείχνει στοιχεία νεοεμφανιζόμενου κολποκοιλιακού αποκλεισμού δευτέρου ή υψηλότερου βαθμού.
-
Το διάστημα QTc είναι ≥ 500 msec.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να ξεκινήσει κατάλληλη διαχείριση και να συνεχιστεί η παρακολούθηση μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα/ευρήματα. Εάν απαιτείται ιατρική θεραπεία, θα πρέπει να συνεχιστεί η παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της νύχτας και θα πρέπει να επαναληφθεί μια 4ωρη περίοδος παρακολούθησης μετά τη δεύτερη δόση ετρασιμόδης.
Λοιμώξεις
Κίνδυνος λοιμώξεων
Η ετρασιμόδη προκαλεί μια μέση μείωση στον αριθμό περιφερικών λεμφοκυττάρων του αίματος από 43% έως 55% σε σύγκριση με τις τιμές κατά την έναρξη σε περίοδο 52 εβδομάδων, λόγω αναστρέψιμης δέσμευσης των λεμφοκυττάρων στους λεμφικούς ιστούς (βλ. παράγραφο 5.1).
Επομένως, η ετρασιμόδη ενδέχεται να αυξήσει την ευαισθησία σε λοιμώξεις (βλ. παράγραφο 4.8).
Πριν από την έναρξη της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθεί ένας πρόσφατος (δηλαδή εντός των τελευταίων 6 μηνών ή μετά τη διακοπή προηγούμενης θεραπείας για ΕΚ) πλήρης αιματολογικός έλεγχος, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού λεμφοκυττάρων.
Συνιστάται επίσης να διενεργείται περιοδικά αιματολογικός έλεγχος κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων < 0,2 x 109/l, η θεραπεία με ετρασιμόδη θα πρέπει να διακοπεί μέχρι το επίπεδό τους να φτάσει σε > 0,5 x 109/l, οπότε μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της ετρασιμόδης (βλ. παράγραφο 4.2).
Η έναρξη ετρασιμόδης σε ασθενείς με οποιαδήποτε ενεργή λοίμωξη θα πρέπει να αναβάλλεται μέχρι να υποχωρήσει η λοίμωξη (βλ. παράγραφο 4.3).
Θα πρέπει να δίνεται στους ασθενείς οδηγία να αναφέρουν εγκαίρως στον γιατρό τους συμπτώματα λοίμωξης. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται αποτελεσματικές διαγνωστικές και θεραπευτικές στρατηγικές σε ασθενείς με συμπτώματα λοίμωξης ενόσω υποβάλλονται σε θεραπεία.
Αν ένας ασθενής αναπτύξει σοβαρή λοίμωξη, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της ετρασιμόδης.
Καθώς υπάρχει περίπτωση υπολειμματικών φαρμακοδυναμικών επιδράσεων, όπως η μείωση του αριθμού περιφερικών λεμφοκυττάρων, για έως και 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή της ετρασιμόδης, θα πρέπει να συνεχιστεί η επαγρύπνηση για λοίμωξη καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου (βλ. παράγραφο 5.1).
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (ΠΠΛ)
Η ΠΠΛ είναι μία ευκαιριακή ιογενής λοίμωξη του εγκεφάλου προκαλούμενη από τον ιό John Cunningham (JVC) η οποία συνήθως εμφανίζεται σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς και μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο ή σε σοβαρή αναπηρία. Τα συνήθη συμπτώματα που σχετίζονται με την ΠΠΛ είναι ποικίλα, εξελίσσονται με την πάροδο ημερών έως εβδομάδων και περιλαμβάνουν προοδευτική αδυναμία σε μία πλευρά του σώματος ή αδεξιότητα των άκρων, διαταραχή της όρασης και μεταβολές στη σκέψη, στη μνήμη και στον προσανατολισμό που οδηγούν σε σύγχυση και μεταβολές προσωπικότητας.
Έχει αναφερθεί ΠΠΛ σε ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με τροποποιητές υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P) και έχει συσχετιστεί με ορισμένους παράγοντες κινδύνου (π.χ. ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς, πολυθεραπεία με ανοσοκατασταλτικά). Οι ιατροί θα πρέπει να επαγρυπνούν για κλινικά συμπτώματα ή ανεξήγητα νευρολογικά ευρήματα τα
οποία μπορεί να υποδεικνύουν ΠΠΛ. Εάν υπάρχει υποψία για ΠΠΛ, θα πρέπει να αναβληθεί η θεραπεία με ετρασιμόδη μέχρι η ΠΠΛ να αποκλειστεί μέσω της κατάλληλης διαγνωστικής αξιολόγησης.
Εάν επιβεβαιωθεί ΠΠΛ, θα πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με ετρασιμόδη.
Προηγούμενη και ταυτόχρονη θεραπεία με αντινεοπλασματικά, ανοσοτροποποιητικά ή μη κορτικοστεροειδή ανοσοκατασταλτικά φάρμακα
Στις κλινικές μελέτες, οι ασθενείς που λάμβαναν ετρασιμόδη δεν επιτρεπόταν να λάβουν ταυτόχρονη θεραπεία με αντινεοπλασματικά, ανοσοτροποποιητικά ή μη κορτικοστεροειδή ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ΕΚ. Στις κλινικές μελέτες, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών επιτρεπόταν, όμως τα μακροπρόθεσμα δεδομένα όσον αφορά την ταυτόχρονη χρήση της ετρασιμόδης με κορτικοστεροειδή είναι περιορισμένα (βλ. παράγραφο 5.1).
Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση ετρασιμόδης και αντινεοπλασματικών, ανοσοτροποποιητικών ή ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων (συμπεριλαμβανομένων των κορτικοστεροειδών) σε ασθενείς, λόγω του κινδύνου αθροιστικών επιδράσεων στο ανοσοποιητικό σύστημα κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.5).
Κατά τη μετάβαση από θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά σε θεραπεία με ετρασιμόδη, η διάρκεια των επιδράσεων και οι μηχανισμοί δράσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν, ώστε να αποφευχθούν ακούσιες αθροιστικές επιδράσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα. Ίσως χρειαστεί να εφαρμοστεί μια κατάλληλη περίοδος έκπλυσης.
Εμβολιασμοί
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των εμβολιασμών σε ασθενείς που λαμβάνουν ετρασιμόδη. Οι εμβολιασμοί μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί, αν χορηγηθούν κατά τη διάρκεια θεραπείας με ετρασιμόδη. Αν απαιτούνται εμβολιασμοί με εμβόλια που περιέχουν εξασθενημένους ζώντες μικροοργανισμούς, αυτά θα πρέπει να χορηγούνται τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν από την έναρξη της ετρασιμόδης. Θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση εμβολίων με εξασθενημένους ζώντες μικροοργανισμούς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετρασιμόδη και για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά τη θεραπεία (βλ. παράγραφο 5.1).
Συνιστάται επικαιροποίηση των εμβολιασμών σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες για τους εμβολιασμούς, πριν από την έναρξη θεραπείας με ετρασιμόδη.
Ηπατική βλάβη
Μπορεί να εμφανιστούν αυξήσεις στις αμινοτρανσφεράσες σε ασθενείς που λαμβάνουν ετρασιμόδη (βλ. παράγραφο 4.8). Πριν από την έναρξη θεραπείας με ετρασιμόδη, θα πρέπει να είναι διαθέσιμα τα πρόσφατα (δηλαδή, εντός 6μήνου) επίπεδα τρανσαμινασών και χολερυθρίνης.
Ελλείψει κλινικών συμπτωμάτων, τα επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασών και χολερυθρίνης πρέπει να παρακολουθούνται κατά τους μήνες 1, 3, 6, 9 και 12 της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά.
Οι ασθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα τα οποία υποδεικνύουν ηπατική δυσλειτουργία, όπως ανεξήγητη ναυτία, έμετο, κοιλιακό άλγος, κόπωση, ανορεξία, ίκτερο και/ή σκουρόχρωμα ούρα θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο των ηπατικών ενζύμων. Η ετρασιμόδη θα πρέπει να διακοπεί, αν επιβεβαιωθεί σημαντική ηπατική βλάβη [για παράδειγμα, αμινοτρανσφεράση αλανίνης (ΑLT) 3πλάσια του ανώτερου φυσιολογικού ορίου (ULN) και ολική χολερυθρίνη 2πλάσια του ULN].
Η επανέναρξη της θεραπείας θα εξαρτηθεί από το αν προσδιοριστεί κάποια άλλη αιτία για την ηπατική βλάβη και από τα οφέλη για τον ασθενή από τη συνέχιση της ετρασιμόδης έναντι των κινδύνων υποτροπής της ηπατικής δυσλειτουργίας. Παρότι δεν υπάρχουν δεδομένα που να τεκμηριώνουν ότι οι ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να
αναπτύξουν αυξημένες τιμές στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας ενόσω λαμβάνουν ετρασιμόδη, απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό σημαντικής ηπατικής νόσου.
Αυξημένη αρτηριακή πίεση
Στις κλινικές μελέτες, υπέρταση αναφέρθηκε με μεγαλύτερη συχνότητα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (βλ.
παράγραφο 4.8). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετρασιμόδη, θα πρέπει να παρακολουθείται η αρτηριακή πίεση και να εφαρμόζεται η κατάλληλη διαχείριση.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Με βάση μελέτες σε ζώα, η ετρασιμόδη μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο έμβρυο (βλ. παραγράφους 4.6 και 5.3). Λόγω του κινδύνου για το έμβρυο, η ετρασιμόδη αντενδείκνυται κατά την κύηση και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.6). Πριν από την έναρξη της θεραπείας, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον εν λόγω κίνδυνο για το έμβρυο, να έχουν αρνητικό τεστ εγκυμοσύνης και να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 14 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.6).
Οίδημα της ωχράς κηλίδας
Οι τροποποιητές των υποδοχέων της S1P, όπως η ετρασιμόδη, έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο οιδήματος της ωχράς κηλίδας. Οίδημα της ωχράς κηλίδας με ή χωρίς οφθαλμικά συμπτώματα έχει αναφερθεί στο 0,3% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με το Velsipity.
Οι ασθενείς με ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, ραγοειδίτιδας και/ή υποκείμενης/συνυπάρχουσας αμφιβληστροειδοπάθειας παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο οιδήματος της ωχράς κηλίδας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετρασιμόδη (βλ. παράγραφο 4.8). Συνιστάται αυτοί οι ασθενείς να υποβάλλονται σε οφθαλμολογική αξιολόγηση πριν από την έναρξη της θεραπείας με ετρασιμόδη και σε επαναληπτικές αξιολογήσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Σε ασθενείς χωρίς τους παραπάνω παράγοντες κινδύνου, συνιστάται οφθαλμολογική αξιολόγηση του βυθού, συμπεριλαμβανομένης της ωχράς κηλίδας εντός 3–4 μηνών μετά την έναρξη της θεραπείας με ετρασιμόδη (τα περιστατικά που αναφέρθηκαν με ετρασιμόδη παρατηρήθηκαν εντός αυτού του χρονικού πλαισίου) και σε οποιαδήποτε στιγμή αν εμφανιστεί αλλαγή στην όραση κατά τη λήψη ετρασιμόδης.
Οι ασθενείς που εμφανίζουν οφθαλμικά συμπτώματα οιδήματος της ωχράς κηλίδας θα πρέπει να αξιολογούνται και, αν αυτό επιβεβαιωθεί, θα πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με ετρασιμόδη. Η απόφαση σχετικά με την επανέναρξη της ετρασιμόδης μετά την υποχώρηση θα πρέπει να λαμβάνεται σύμφωνα με τα δυνητικά οφέλη και τους δυνητικούς κινδύνους για κάθε ασθενή.
Κακοήθειες
Έχουν αναφερθεί κακοήθειες (συμπεριλαμβανομένων κακοηθειών του δέρματος) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τροποποιητές υποδοχέων της S1P. Εάν παρατηρηθεί ύποπτη δερματική βλάβη, θα πρέπει να αξιολογηθεί εγκαίρως.
Καθώς υπάρχει δυνητικός κίνδυνος για κακοήθεις δερματικές εξεργασίες, οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία ετρασιμόδης πρέπει να προσέχουν να μην εκτίθενται στην ηλιακή ακτινοβολία χωρίς προστασία. Αυτοί οι ασθενείς δεν πρέπει να λάβουν ταυτόχρονη φωτοθεραπεία υπεριώδους ακτινοβολίας Β ή φωτοχημειοθεραπεία με PUVA.
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES)
Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά PRES σε ασθενείς που έλαβαν τροποποιητές υποδοχέων της S1P. Εάν κάποιος ασθενής που λαμβάνει θεραπεία με ετρασιμόδη αναπτύξει οποιαδήποτε νευρολογικά ή ψυχιατρικά σημεία/συμπτώματα (π.χ. γνωστικά ελλείμματα, αλλαγές στη συμπεριφορά, οπτικές διαταραχές του φλοιού ή οποιοδήποτε άλλο νευρολογικό σημείο/σύμπτωμα από τον φλοιό), οποιοδήποτε σημείο/σύμπτωμα που υποδεικνύει αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης ή επιταχυνόμενη νευρολογική επιδείνωση, ο γιατρός θα πρέπει να προγραμματίσει εγκαίρως πλήρη σωματική και νευρολογική εξέταση και να εξετάσει το ενδεχόμενο απεικόνισης μαγνητικού συντονισμού (ΜRI). Τα συμπτώματα του PRES είναι συνήθως αναστρέψιμα, αλλά μπορεί να εξελιχθούν σε ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο ή εγκεφαλική αιμορραγία. Καθυστέρηση της διάγνωσης και της θεραπείας μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμα νευρολογικά επακόλουθα. Εάν υπάρχει υποψία για PRES, θα πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με ετρασιμόδη.
Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, πολυμορφισμός CYP2C9
Λόγω του κινδύνου αυξημένης έκθεσης στην ετρασιμόδη (βλ. παράγραφο 4.5), η ετρασιμόδη δεν θα πρέπει να συγχορηγείται με θεραπευτικό παράγοντα ή συνδυασμό παραγόντων οι οποίοι αποτελούν μέτριους έως ισχυρούς αναστολείς δύο ή περισσότερων ενζύμων CYP (CYP2C8, CYP2C9 και CYP3A4).
Λόγω του κινδύνου μειωμένης έκθεσης στην ετρασιμόδη (βλ. παράγραφο 4.5), η χρήση της ετρασιμόδης δεν συνιστάται, όταν συγχορηγείται με θεραπευτικό παράγοντα ή συνδυασμό παραγόντων οι οποίοι αποτελούν μέτριους έως ισχυρούς επαγωγείς δύο ή περισσότερων ενζύμων CYP (CYP2C8, CYP2C9 και CYP3A4).
Η χρήση ετρασιμόδης δεν συνιστάται, σε ασθενείς οι οποίοι είναι γνωστό ή εικάζεται ότι μεταβολίζουν ελάχιστα μέσω του CYP2C9 (< 5% του πληθυσμού) και λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αποτελούν μέτριους ή ισχυρούς αναστολείς του CYP2C8 ή/και του CYP3A4 λόγω του κινδύνου αυξημένης έκθεσης στην ετρασιμόδη (βλ. παράγραφο 4.5).
Αναπνευστικές επιδράσεις
Έχουν παρατηρηθεί μειώσεις στον απόλυτο ταχέως εκπνεόμενο όγκο σε διάστημα 1 δευτερολέπτου (FEV1) και στη δυναμική ζωτική χωρητικότητα (FVC) σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με τροποποιητές υποδοχέων της S1P, συμπεριλαμβανομένης της ετρασιμόδης. Η ετρασιμόδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρές αναπνευστικές παθήσεις (π.χ. πνευμονική ίνωση, άσθμα και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια).
Έκδοχα
Ταρτραζίνη
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει ταρτραζίνη (E102) η οποία μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
Περιεκτικότητα σε νάτριο
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, δηλ. είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
Επίδραση αναστολέων των CYP2C8, CYP2C9 και CYP3A4 στην ετρασιμόδη
Η συγχορήγηση ετρασιμόδης με φλουκοναζόλη σταθερής κατάστασης (μέτριος αναστολέας των CYP2C9 και CYP3A4) αύξησε την έκθεση (περιοχή κάτω από την καμπύλη, AUC) στην ετρασιμόδη κατά 84%. Η συγχορήγηση ετρασιμόδης με θεραπευτικό παράγοντα ή συνδυασμό παραγόντων οι
οποίοι αποτελούν μέτριους έως ισχυρούς αναστολείς δύο ή περισσότερων ενζύμων (CYP2C8, CYP2C9 και CYP3A4) (π.χ. φλουκοναζόλη) αυξάνει την έκθεση στην ετρασιμόδη και δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4).
Επίδραση επαγωγέων των CYP2C8, CYP2C9 και CYP3A4 στην ετρασιμόδη
Η συγχορήγηση ετρασιμόδης με ριφαμπικίνη (ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4 και μέτριος επαγωγέας των CYP2C8 και CYP2C9) μείωσε την έκθεση (AUC) στην ετρασιμόδη κατά 49%. Η συγχορήγηση ετρασιμόδης με θεραπευτικό παράγοντα ή συνδυασμό παραγόντων οι οποίοι αποτελούν μέτριους έως ισχυρούς επαγωγείς δύο ή περισσότερων ενζύμων (CYP2C8, CYP2C9 και CYP3A4) (π.χ. ριφαμπικίνη και ενζαλουταμίδη) μειώνει την έκθεση στην ετρασιμόδη και δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4).
Επίδραση πολυμορφισμού του CYP2C9
Λόγω της πιθανότητας αυξημένης έκθεσης στην ετρασιμόδη, δεν συνιστάται η συγχορήγηση ετρασιμόδης σε ασθενείς οι οποίοι είναι γνωστό ή εικάζεται ότι μεταβολίζουν ελάχιστα μέσω του CYP2C9 (< 5% του πληθυσμού) και λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αποτελούν μέτριους ή ισχυρούς αναστολείς του CYP2C8 ή/και του CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.4).
Β-αναστολείς και αναστολείς διαύλων ασβεστίου
Η έναρξη ενός β-αναστολέα με σταθερή θεραπεία ετρασιμόδης δεν έχει μελετηθεί.
Η επίδραση της συγχορήγησης ετρασιμόδης και ενός αναστολέα διαύλων ασβεστίου δεν έχει μελετηθεί.
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία επιβραδύνουν τον καρδιακό ρυθμό ή την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα λόγω της δυνητικά αθροιστικής επίδρασης στη μείωση του καρδιακού ρυθμού (βλ. παράγραφο 4.4).
Αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα, φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT, φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορεί να μειώσουν τον καρδιακό ρυθμό
Η ετρασιμόδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία παρατείνουν το διάστημα QT.
Τα αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα κατηγορίας Ια (π.χ. κινιδίνη, προκαϊναμίδη) και κατηγορίας III (π.χ. αμιοδαρόνη, σοταλόλη) έχουν συσχετιστεί με περιστατικά πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας (Torsades de Pointes) σε ασθενείς με βραδυκαρδία. Αν εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με ετρασιμόδη σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα κατηγορίας Iα ή κατηγορίας III, θα πρέπει να ζητηθεί η συμβουλή καρδιολόγου (βλ. παράγραφο 4.4).
Λόγω των δυνητικών αθροιστικών επιδράσεων στον καρδιακό ρυθμό, εάν εξετάζεται το ενδεχόμενο έναρξης θεραπείας με ετρασιμόδη σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία παρατείνουν το διάστημα QT, πρέπει να ζητηθεί η συμβουλή καρδιολόγου (βλ. παράγραφο 4.4).
Θεραπείες με αντινεοπλασματικά, ανοσοτροποποιητικά ή μη κορτικοστεροειδή ανοσοκατασταλτικά
Η ετρασιμόδη δεν έχει μελετηθεί σε συνδυασμό με θεραπείες με αντινεοπλασματικά, ανοσοτροποποιητικά ή μη κορτικοστεροειδή ανοσοκατασταλτικά. Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση, λόγω του κινδύνου αθροιστικών επιδράσεων στο ανοσοποιητικό σύστημα κατά τη διάρκεια τέτοιας θεραπείας, καθώς και κατά τις εβδομάδες μετά τη χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.4).
Εμβολιασμός
Οι εμβολιασμοί μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετρασιμόδη και για έως και 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή της. Η χρήση εμβολίων με εξασθενημένους ζώντες μικροοργανισμούς μπορεί να ενέχει τον κίνδυνο λοίμωξης και επομένως πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετρασιμόδη καθώς και για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας με ετρασιμόδη (βλ. παράγραφο 4.4).
Από του στόματος αντισυλληπτικά
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική και στη φαρμακοδυναμική ενός από του στόματος αντισυλληπτικού το οποίο περιείχε 30 μg αιθινυλοιστραδιόλης και 150 μg λεβονοργεστρέλης όταν συγχορηγήθηκε με ετρασιμόδη. Η συγχορήγηση ετρασιμόδης με από του στόματος αντισυλληπτικό το οποίο περιέχει αιθινυλοιστραδιόλη και λεβονοργεστρέλη αυξάνει τις τιμές AUC της αιθινυλοιστραδιόλης και της λεβονοργεστρέλης κατά περίπου 24% και 32%, αντίστοιχα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία / Αντισύλληψη σε γυναίκες
Το Velsipity αντενδείκνυται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας οι οποίες δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (βλ. παράγραφο 4.3). Επομένως, πριν από την έναρξη της θεραπείας σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, πρέπει να υπάρχει τεστ εγκυμοσύνης με αρνητικό αποτέλεσμα και πρέπει να παρέχεται καθοδήγηση σχετικά με τον σοβαρό κίνδυνο για το έμβρυο. Λόγω του χρόνου που χρειάζεται για να εξαλειφθεί η ετρασιμόδη από τον οργανισμό μετά τη διακοπή της θεραπείας, ο δυνητικός κίνδυνος για το έμβρυο μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται και οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετρασιμόδη και για τουλάχιστον 14 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Στον κατάλογο ελέγχου για επαγγελματίες υγείας συμπεριλαμβάνονται επίσης συγκεκριμένα μέτρα. Αυτά τα μέτρα πρέπει να εφαρμόζονται πριν από τη συνταγογράφηση της ετρασιμόδης σε γυναίκες ασθενείς και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση ετρασιμόδης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Η κλινική εμπειρία με άλλον τροποποιητή υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης υπέδειξε διπλάσιο κίνδυνο για μείζονες συγγενείς δυσπλασίες, όταν χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια της κύησης σε σύγκριση με το ποσοστό το οποίο παρατηρείται στον γενικό πληθυσμό. Με βάση την εμπειρία στον άνθρωπο, η ετρασιμόδη πιθανόν να προκαλέσει συγγενείς δυσπλασίες όταν χορηγείται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Τα περιορισμένα δεδομένα στον άνθρωπο που διατίθενται για την ετρασιμόδη υποδηλώνουν επίσης αυξημένο κίνδυνο για μη φυσιολογικές εκβάσεις της κύησης. Συνεπώς, το Velsipity αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. παράγραφο 4.3).
Η ετρασιμόδη θα πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 14 ημέρες πριν τον προγραμματισμό μιας εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν μια γυναίκα μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η ετρασιμόδη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως. Πρέπει να παρέχονται ιατρικές συμβουλές σχετικά με τον κίνδυνο επιβλαβών επιδράσεων στο έμβρυο οι οποίες σχετίζονται με τη θεραπεία και θα πρέπει να διενεργούνται εξετάσεις παρακολούθησης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό αν η ετρασιμόδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτη σε θηλάζοντες αρουραίους υπέδειξε απέκκριση της ετρασιμόδης στο γάλα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η ετρασιμόδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Η επίδραση της ετρασιμόδης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχει αξιολογηθεί. Σε μελέτες σε ζώα, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Η ετρασιμόδη δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Παρόλα αυτά, οι ασθενείς που αισθάνονται ζάλη μετά τη λήψη ετρασιμόδης θα πρέπει να αποφεύγουν την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων μέχρι να υποχωρήσει η ζάλη (βλ. παράγραφο 4.8).
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η λεμφοπενία (11%) και η κεφαλαλγία (7%). Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα (ΚΟΣ) και συχνότητα. Εντός κάθε κατηγορίας οργανικού συστήματος και συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) και σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000).
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα (ΚΟΣ) | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Ουρολοίμωξηα, λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικούσυστήματοςβ | ||
| Διαταραχές του αίματος και τουλεμφικού συστήματος | Λεμφοπενίαγ | Ουδετεροπενία | |
| Μεταβολικές καιδιατροφικές διαταραχές | Υπερχολιστερολαιμίαδ | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, ζάλη | ||
| Διαταραχές του οφθαλμού | Ελάττωση της όρασης | Oίδημα της ωχράς κηλίδας | |
| Καρδιακές διαταραχές | Bραδυκαρδίαε | Kολποκοιλιακός αποκλεισμόςστ |
| Αγγειακές διαταραχές | Yπέρταση | ||
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Aυξημένα ηπατικά ένζυμα |
α Η ουρολοίμωξη συμπεριλαμβάνει την ουρολοίμωξη και την κυστίτιδα.
β Η λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος συμπεριλαμβάνει τη βρογχίτιδα και την πνευμονία. γ Η λεμφοπενία συμπεριλαμβάνει τη λεμφοπενία, τον μειωμένο αριθμό λεμφοκυττάρων και το μειωμένο ποσοστό λεμφοκυττάρων.
ε Η υπερχολιστερολαιμία συμπεριλαμβάνει την υπερχολιστερολαιμία και την αυξημένη χοληστερόλη αίματος. ε Η βραδυκαρδία συμπεριλαμβάνει τη βραδυκαρδία και τη φλεβοκομβική βραδυκαρδία. Βλ. «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω.
στ Ο κολποκοιλιακός αποκλεισμός συμπεριλαμβάνει πρώτου ή δευτέρου βαθμού Mobitz τύπου I. Βλ.
«Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Βραδυαρρυθμία
Στις μελέτες ELEVATE UC 52 και ELEVATE UC 12, αναφέρθηκε βραδυκαρδία ως ανεπιθύμητη ενέργεια την ημέρα έναρξης της θεραπείας στο 1,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη. Την Ημέρα 2, αναφέρθηκε βραδυκαρδία ως ανεπιθύμητη ενέργεια στο 0,4% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη. Η βραδυκαρδία καταγράφηκε πιο συχνά στην παρακολούθηση με ΗΚΓ (βλ. παράγραφο 5.1).
Στις μελέτες ELEVATE UC 52 και ELEVATE UC 12, την ημέρα έναρξης της θεραπείας, συμβάντα πρώτου ή δευτέρου βαθμού κολποκοιλιακού αποκλεισμού Mobitz τύπου I αναφέρθηκαν ως ανεπιθύμητη ενέργεια στο 0,6% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη. Τα συμβάντα κολποκοιλιακού αποκλεισμού ήταν ως επί το πλείστον παροδικά και ασυμπτωματικά. Η παράταση του διαστήματος PR καταγράφηκε πιο συχνά στην παρακολούθηση με ΗΚΓ (βλ. παράγραφο 5.1).
Λοιμώξεις
Στις μελέτες ELEVATE UC 52 και ELEVATE UC 12, το συνολικό ποσοστό λοιμώξεων και το ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη ήταν συγκρίσιμο με το ποσοστό σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (18,8% έναντι 17,7% και 0,6% έναντι 1,9%, αντίστοιχα). Η ετρασιμόδη αύξησε τον κίνδυνο για ουρολοιμώξεις και λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος. (βλ. Πίνακα 1)
Μείωση του αριθμού λεμφοκυττάρων και ουδετερόφιλων στο αίμα
Η ετρασιμόδη παρακωλύει μερικώς και αναστρέψιμα την ικανότητα των λεμφοκυττάρων να εξέρχονται από τα λεμφοειδή όργανα, μειώνοντας έτσι τον αριθμό των λεμφοκυττάρων στο περιφερικό αίμα (βλ. παράγραφο 5.1). Το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη και εμφάνισαν αριθμούς λεμφοκυττάρων κάτω από 0,2 x 109/l ήταν 3,5% στις μελέτες ELEVATE UC 52 και ELEVATE UC 12. Αυτά τα συμβάντα δεν οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας. Η ετρασιμόδη προκάλεσε αναστρέψιμη μείωση στον αριθμό των ουδετερόφιλων. Το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη και παρουσίασαν αριθμό ουδετερόφιλων μικρότερο από 0,5 x 109/L ήταν 0,2% στη μελέτη ELEVATE UC 52 και στη μελέτη ELEVATE UC 12. Αυτά τα συμβάντα δεν οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας.
Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
Στις μελέτες ELEVATE UC 52 και ELEVATE UC 12, προέκυψαν αυξήσεις της ALT σε επίπεδο 5πλάσιο και 3πλάσιο ή και μεγαλύτερο του ULN στο 0,9% και στο 4,0% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη, αντίστοιχα.
Η πλειονότητα (75%) των ασθενών με ALT μεγαλύτερη από το 3πλάσιο του ULN συνέχισε τη θεραπεία με ετρασιμόδη με τις τιμές να επανέρχονται σε επίπεδο κάτω από 3πλάσιο του ULN κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Συνολικά, το ποσοστό διακοπής λόγω αυξήσεων στα ηπατικά ένζυμα ήταν 0,4% στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη.
Τα αυξημένα ηπατικά ένζυμα συμπεριλαμβάνουν την αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση, την αυξημένη αμινοτρανανσφεράση της αλανίνης, την αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, τα αυξημένα ηπατικά ένζυμα, τη μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, την ηπατική διαταραχή, τη μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας και τις αυξημένες τρανσαμινάσες (βλ. Πίνακα 1).
Αυξημένη αρτηριακή πίεση
Στις μελέτες ELEVATE UC 52 και ELEVATE UC 12, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη είχαν μέσο όρο αύξησης περίπου 1 με 4 mm Hg στη συστολική αρτηριακή πίεση και περίπου 1 με 2 mm Hg στη διαστολική αρτηριακή πίεση. Η αύξηση εντοπίστηκε για πρώτη φορά μετά από 2 εβδομάδες θεραπείας και παρέμεινε εντός του προσδιορισμένου μέσου εύρους αύξησης της αρτηριακής πίεσης καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας. Αναφέρθηκε υπέρταση ως ανεπιθύμητη ενέργεια στο 2,1% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη. Όλα τα συμβάντα ήταν ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας.
Οίδημα της ωχράς κηλίδας
Στις μελέτες ELEVATE UC 52 και ELEVATE UC 12, αναφέρθηκε οίδημα της ωχράς κηλίδας στο 0,4% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Οι ασθενείς με υπερδοσολογία ετρασιμόδης πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα βραδυκαρδίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής παρακολούθησης καθ’ όλη τη διάρκεια της νύκτας.
Πρέπει να πραγματοποιούνται τακτικές μετρήσεις του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης και ΗΚΓ. Δεν υπάρχει διαθέσιμο ειδικό αντίδοτο για την ετρασιμόδη. Η επαγόμενη από την ετρασιμόδη μείωση του καρδιακού ρυθμού μπορεί να αντιστραφεί με παρεντερική ατροπίνη.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - VELSIPITY 2MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, τροποποιητές υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P), ετρασιμόδη, κωδικός ATC: L04AE05
Μηχανισμός δράσης
Η ετρασιμόδη είναι ένας τροποποιητής υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P) ο οποίος δεσμεύεται στους υποδοχείς 1, 4 και 5 (S1P1,4,5) της S1P και αποτελεί ισορροπημένο αγωνιστή της G-πρωτεΐνης και της β-αρρεστίνης στην S1P1. Η ετρασιμόδη έχει ελάχιστη δράση στον υποδοχέα
S1P3 και καμία δράση στον υποδοχέα S1P2. Η ετρασιμόδη παρακωλύει μερικώς και αναστρέψιμα την ικανότητα των λεμφοκυττάρων να εξέρχονται από τα λεμφοειδή όργανα, μειώνοντας έτσι τον αριθμό των λεμφοκυττάρων στο περιφερικό αίμα και συνεπώς τον αριθμό των ενεργοποιημένων λεμφοκυττάρων στον ιστό.
Ο μηχανισμός μέσω του οποίου η ετρασιμόδη έχει θεραπευτική επίδραση στην ΕΚ είναι άγνωστος, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει τη μείωση της μετανάστευσης λεμφοκυττάρων σε περιοχές φλεγμονής. Η επαγόμενη από την ετρασιμόδη μείωση των λεμφοκυττάρων στην περιφερική κυκλοφορία έχει διαφορετικές επιδράσεις στους υποπληθυσμούς των λευκοκυττάρων, με τις μεγαλύτερες μειώσεις στα κύτταρα που συμμετέχουν στην επίκτητη ανοσολογική απόκριση η οποία είναι γνωστό ότι εμπλέκεται στην ανάπτυξη της παθολογίας της ΕΚ. Η ετρασιμόδη επηρεάζει ελάχιστα τα κύτταρα που συμμετέχουν στην έμφυτη ανοσολογική απόκριση, τα οποία συνεισφέρουν στην ανοσοεπιτήρηση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Καρδιακή συχνότητα και καρδιακός ρυθμός
Η ετρασιμόδη μπορεί να οδηγήσει σε παροδική μείωση του καρδιακού ρυθμού και της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Κατά την Ημέρα 1, σε ασθενείς με ΕΚ στις μελέτες ELEVATE UC 52 και ELEVATE UC 12, το 33% των ατόμων είχαν βραδυκαρδία [κατώτατη ΚΣ κάτω από 60 χτύπους ανά λεπτό (bpm) μέσα στις πρώτες 4 ώρες) ή σημαντική βραδυκαρδία στο 2,5% (κατώτατη ΚΣ κάτω από 50 bpm). Κανένας ασθενής δεν είχε ΚΣ < 40 bpm μετά την πρώτη δόση. Η μεγαλύτερη μέση μείωση του καρδιακού ρυθμού παρατηρήθηκε στις 2 ή στις 3 ώρες μετά τη δόση. Κατά την Ημέρα 1, η μέση (SD) αλλαγή στο διάστημα PR από την τιμή πριν από τη δόση μέχρι τις 4 ώρες μετά τη δόση ετρασιμόδης ήταν
5,5 msec (18,84). Παράταση του διαστήματος PR > 200 msec καταγράφηκε στο ΗΚΓ στο 5,1% και υψηλότερος βαθμός παράτασης (> 230 msec) στο 1,8% των ατόμων.
Μείωση του αριθμού λεμφοκυττάρων και ουδετερόφιλων στο αίμα
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, ο μέσος αριθμός λεμφοκυττάρων μειώθηκε σχεδόν στο 50% των επιπέδων έναρξης στις 2 εβδομάδες (μέσος αριθμός λεμφοκυττάρων στο αίμα 0,9 x 109/l κατά προσέγγιση), το οποίο συνάδει με τον μηχανισμό δράσης, ενώ ο μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων διατηρήθηκε κατά τη θεραπεία με ετρασιμόδη άπαξ ημερησίως. Μείωση του αριθμού των ουδετερόφιλων παρατηρήθηκε σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με ετρασιμόδη, οι μέσοι αριθμοί ουδετερόφιλων ήταν γενικά στο φυσιολογικό εύρος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετρασιμόδη. Οι μειωμένοι αριθμοί ουδετερόφιλων διατηρήθηκαν κατά τη θεραπεία με ετρασιμόδη και ήταν αναστρέψιμοι με τη διακοπή της θεραπείας.
Τα υποσύνολα των Β κυττάρων [CD19+] και Τ κυττάρων [CD3+], των Τ βοηθητικών κυττάρων [CD3+CD4+] και των κυτταροτοξικών Τ κυττάρων [CD3+CD8+] του περιφερικού αίματος ήταν όλα μειωμένα, ενώ δεν παρατηρήθηκε μείωση στα φυσικά κύτταρα φονείς και στα μονοκύτταρα. Τα
Τ βοηθητικά κύτταρα ήταν πιο ευαίσθητα στις επιδράσεις της ετρασιμόδης από τα κυτταροτοξικά Τ κύτταρα.
Οι απόλυτοι αριθμοί λεμφοκυττάρων του περιφερικού αίματος επέστρεψαν στο φυσιολογικό εύρος στο 90% των ασθενών εντός 1 έως 2 εβδομάδων από τη διακοπή της θεραπείας, βάσει ενός πληθυσμιακού μοντέλου φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα της ετρασιμόδης αξιολογήθηκε σε 2 τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες (ELEVATE UC 52 και ELEVATE UC 12) σε ασθενείς ηλικίας από 16 έως 80 ετών με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ελκώδη κολίτιδα.
Σε αμφότερες τις μελέτες εισήχθησαν ασθενείς που είχαν ανεπαρκή απόκριση, απώλεια της απόκρισης ή μη ανοχή σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες επιλογές θεραπείας: από του στόματος αμινοσαλικυλικά, κορτικοστεροειδή, θειοπουρίνες, αναστολείς κινασών Janus (JAK) ή βιολογική θεραπεία [π.χ. αναστολείς του TNF, αντι-ιντεγκρίνες, αντι-IL12/23]. Οι ασθενείς που συμμετείχαν στις μελέτες είχαν ΕΚ επιβεβαιωμένη μέσω ενδοσκόπησης και ιστοπαθολογικής εξέτασης, ενώ η έκταση της νόσου ήταν ≥ 10 cm από το χείλος του πρωκτού. Στη μελέτη εισήχθησαν ασθενείς με απομονωμένη πρωκτίτιδα, εφόσον πληρούσαν όλα τα υπόλοιπα κριτήρια εισαγωγής.
Οι εγγεγραμμένοι ασθενείς είχαν τροποποιημένο σκορ Mayo (mMS) 4 έως 9, με επιμέρους σκορ ενδοσκόπησης (ES) ≥ 2 και επιμέρους σκορ αιμορραγίας από το ορθό (RB) ≥ 1. Η κύρια αξιολόγηση βασίστηκε στον πληθυσμό με mMS από 5 έως 9. Οι εγγεγραμμένοι ασθενείς και στις δύο μελέτες είχαν μέση ηλικία 40 ετών, με 3 (0,4%) ασθενείς κάτω των 18 ετών και 45 (6%) ασθενείς 65 ετών και άνω, ενώ το 57% ήταν άνδρες, το 82% λευκοί και το 13% Ασιάτες.
Οι ασθενείς σε αυτές τις μελέτες επιτρεπόταν να λάβουν τις ακόλουθες ταυτόχρονες θεραπείες για ΕΚ: σταθερές ημερήσιες από του στόματος δόσεις αμινοσαλικυλικών ή/και κορτικοστεροειδών (≤ 20 mg πρεδνιζόνη, ≤ 9 mg βουδεσονίδη ή ισοδύναμο στεροειδές). Η ταυτόχρονη χρήση με ανοσοτροποποιητικά, βιολογικές θεραπείες, ορθικά αμινοσαλικυλικά (5-ASA) ή ορθικά κορτικοστεροειδή δεν επιτρεπόταν.
ELEVATE UC 52
Η μελέτη ELEVATE UC 52 ήταν μια μελέτη τύπου «treat-through» με συνολικά 433 ασθενείς οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 2:1 για να λάβουν είτε 2 mg ετρασιμόδης είτε εικονικό φάρμακο με χορήγηση από του στόματος μία φορά ημερησίως. Οι ασθενείς παρέμειναν στην τυχαιοποιημένη θεραπεία τους για όλη τη διάρκεια της μελέτης.
Κατά την έναρξη, οι εγγεγραμμένοι ασθενείς είχαν μέσο mMS 7, ενώ το 8% παρουσίαζε απομονωμένη πρωκτίτιδα. Συνολικά το 30% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες / αναστολείς JAK, ενώ συνολικά το 14% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε > 1 βιολογικό παράγοντα / αναστολέα JAK και το 11% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε αντι-ιντεγκρίνες. Στην έναρξη, το 77% των ασθενών λάμβανε αμινοσαλικυλικά από του στόματος και το 31% των ασθενών λάμβανε κορτικοστεροειδή από του στόματος.
Τα συμπρωτεύοντα τελικά σημεία ήταν το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν κλινική ύφεση κατά την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52, με την κλινική ύφεση να ορίζεται ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την εκκίνηση), επιμέρους σκορ RB 0 και επιμέρους σκορ ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα). Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία περιλάμβαναν το ποσοστό ασθενών που πέτυχαν ενδοσκοπική βελτίωση, συμπτωματική ύφεση, ίαση του βλεννογόνου, κλινική απόκριση, κλινική ύφεση με απουσία κορτικοστεροειδών και συνεχιζόμενη κλινική ύφεση. Η κύρια ανάλυση πραγματοποιήθηκε την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52 σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ενεργή νόσο, οριζόμενη ως mMS 5 έως 9 (βλ.
Πίνακα 2).
Από τους 433 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν, το 91,7% και το 86,1% των ασθενών ολοκλήρωσαν την Εβδομάδα 12 στην ομάδα της ετρασιμόδης και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα.
Αρχίζοντας από την Εβδομάδα 12, οι ασθενείς χωρίς καμία βελτίωση από την έναρξη ή οι οποίοι πληρούσαν τα κριτήρια περί επιδείνωσης της νόσου μπορούσαν να διακόψουν κατά την κρίση του ερευνητή και μπορούσαν να συνεχίσουν στην ανοιχτή μελέτη επέκτασης. Σε αυτή τη μελέτη τύπου
«treat-through» το 55,7% και το 31,9% ολοκλήρωσαν τη θεραπεία της Εβδομάδας 52 στην ομάδα της ετρασιμόδης και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα.
Σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη πέτυχε κλινική ύφεση, ενδοσκοπική βελτίωση, συμπτωματική ύφεση και ίαση του βλεννογόνου την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52 καθώς και κλινική ύφεση με απουσία κορτικοστεροειδών και συνεχιζόμενη κλινική ύφεση την Εβδομάδα 52, σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (βλ.
Πίνακα 2).
Πίνακας 2: Ποσοστό ασθενών που πληρούσαν τα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας κατά την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52 στη μελέτη ELEVATE UC 52
| Εικονικό φάρμακο N = 135 | Ετρασιμόδη 2 mgN = 274 | Διαφορά θεραπειών (95% CI)α | |||
| n | % | n | % | ||
| Τελικά σημεία Εβδομάδας 12 | |||||
| Κλινική ύφεσηβ | 10 | 7% | 74 | 27% | 20%(13%, 27%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 9/93 | 10% | 60/194 | 31% | |
| Με πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 1/42 | 2% | 14/80 | 18% | |
| Ενδοσκοπική βελτίωσηγ | 19 | 14% | 96 | 35% | 21%(13%, 29%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 17/93 | 18% | 76/194 | 39% | |
| Με πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 2/42 | 5% | 20/80 | 25% | |
| Συμπτωματική ύφεσηδ | 29 | 22% | 126 | 46% | 25%(15%, 34%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 22/93 | 24% | 101/194 | 52% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 7/42 | 17% | 25/80 | 31% | |
| Ίαση του βλεννογόνουε | 6 | 4% | 58 | 21% | 17%(11%, 23%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 6/93 | 7% | 47/194 | 24% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 0/42 | 0% | 11/80 | 14% | |
| Κλινική ανταπόκρισηστ | 46 | 34% | 171 | 62% | 28%(19%, 38%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 35/93 | 38% | 132/194 | 68% | |
| Με πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 11/42 | 26% | 39/80 | 49% | |
| Τελικά σημεία Εβδομάδας 52 | |||||
| Κλινική ύφεσηβ | 9 | 7% | 88 | 32% | 25%(18%, 32%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 7/93 | 8% | 71/194 | 37% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 2/42 | 5% | 17/80 | 21% | |
| Εικονικό φάρμακο N = 135 | Ετρασιμόδη 2 mgN = 274 | Διαφορά θεραπειών (95% CI)α | |||
| n | % | n | % | ||
| Ενδοσκοπική βελτίωσηγ | 14 | 10% | 102 | 37% | 27%(19%, 34%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 12/93 | 13% | 78/194 | 40% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 2/42 | 5% | 24/80 | 30% | |
| Συμπτωματική ύφεσηδ | 25 | 19% | 119 | 43% | 25%(16%, 34%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 19/93 | 20% | 97/194 | 50% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 6/42 | 14% | 22/80 | 28% | |
| Ίαση του βλεννογόνουε | 11 | 8% | 73 | 27% | 18%(11%, 25%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 10/93 | 11% | 55/194 | 28% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 1/42 | 2% | 18/80 | 23% | |
| Κλινική ανταπόκρισηστ | 31 | 23% | 132 | 48% | 25%(16%, 34%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 25/93 | 27% | 103/194 | 53% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 6/42 | 14% | 29/80 | 36% | |
| Συνεχιζόμενη κλινική ύφεσηζ | 3 | 2% | 49 | 18% | 16%(11%, 21%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 2/93 | 2% | 41/194 | 21% | |
| Με πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 1/42 | 2% | 8/80 | 10% | |
| Κλινική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδήη | 9 | 7% | 88 | 32% | 25%(18%, 32%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 7/93 | 8% | 71/194 | 37% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 2/42 | 5% | 17/80 | 21% | |
| Κλινική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδή μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με κορτικοστεροειδή κατά τηνέναρξηθ | 3/40 | 8% | 27/87 | 31% | 23%(10%, 36%)ιβ |
| Εικονικό φάρμακο N = 135 | Ετρασιμόδη 2 mgN = 274 | Διαφορά θεραπειών (95% CI)α | |||
| n | % | n | % | ||
| Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 2/26 | 8% | 22/59 | 37% | |
| Με πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 1/14 | 7% | 5/28 | 18% | |
| Συμπτωματική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδήι | 25 | 19% | 119 | 43% | 25%(16%, 34%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 19/93 | 20% | 97/194 | 50% | |
| Με πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 6/42 | 14% | 22/80 | 28% | |
| Ενδοσκοπική βελτίωση χωρίς κορτικοστεροειδήια | 14 | 10% | 101 | 37% | 26%(19%, 34%)ιβ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείς JAK | 12/93 | 13% | 78/194 | 40% | |
| Με πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/ αναστολείς JAK | 2/42 | 5% | 23/80 | 29% | |
α Διαφορά θεραπειών (προσαρμοσμένη με βάση τους παράγοντες διαστρωμάτωσης κατά πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες / αναστολείς JAK, χρήση κορτικοστεροειδών στην έναρξη και ομάδα mMS στην έναρξη).
β Η κλινική ύφεση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη), επιμέρους σκορ RB 0 και επιμέρους σκορ ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα).
γ Η ενδοσκοπική βελτίωση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ ενδοσκόπησης (ES) ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα).
δ Η συμπτωματική ύφεση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη) και επιμέρους σκορ RB 0.
ε Η ίαση του βλεννογόνου ορίστηκε ως ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα) με ιστολογική ύφεση (σκορ κατά δείκτη Geboes < 2,0 που υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις επιθηλιακές κρύπτες ή στο χόριο του βλεννογόνου, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων, απουσία καταστροφής στις κρύπτες και απουσία διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού).
στ Η κλινική απόκριση ορίστηκε ως μείωση ≥ 2 βαθμών και ≥ 30% από την έναρξη ως προς το mMS και μείωση
≥ 1 βαθμού από την έναρξη στο επιμέρους σκορ RB ή απόλυτο επιμέρους σκορ RB ≤ 1.
ζ Η συνεχιζόμενη κλινική ύφεση ορίστηκε ως κλινική ύφεση σε αμφότερες την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52.
η Η κλινική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδή ορίστηκε ως κλινική ύφεση την Εβδομάδα 52 χωρίς να ληφθούν κορτικοστεροειδή για τουλάχιστον 12 εβδομάδες αμέσως πριν από την Εβδομάδα 52.
θ Η κλινική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδή των μεταξύ ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με κορτικοστεροειδή στην έναρξη ορίστηκε ως κλινική ύφεση κατά την Εβδομάδα 52 χωρίς τη λήψη κορτικοστεροειδών για τουλάχιστον 12 εβδομάδες ακριβώς πριν από την Εβδομάδα 52 μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με κορτικοστεροειδή κατά την έναρξη.
ι Η συμπτωματική ύφεση χωρίς κορτικοστεροειδή ορίστηκε ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη) και επιμέρους σκορ RB 0 για τουλάχιστον 12 εβδομάδες ακριβώς πριν από την Εβδομάδα 52.
ια Η ενδοσκοπική βελτίωση χωρίς κορτικοστεροειδή ορίστηκε ως ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα) για τουλάχιστον 12 εβδομάδες ακριβώς πριν από την Εβδομάδα 52.
ιβ p < 0,001.
Συμπληρωματική ανάλυση του mMS 4
Τα στοιχεία αποτελεσματικότητας στους ασθενείς με σκορ 4 κατά mMS (με επιμέρους σκορ ES ≥ 2 και RB ≥ 1) ήταν συνεπή με τα αποτελέσματα της κύριας ανάλυσης.
Απομονωμένη πρωκτίτιδα
Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με απομονωμένη πρωκτίτιδα στην έναρξη που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε κλινική ύφεση κατά την Εβδομάδα 12 (46% έναντι 29%) και την Εβδομάδα 52 (42% έναντι 14%).
Πρώιμη εμφάνιση συμπτωματικής βελτίωσης
Κατά την Εβδομάδα 2 (πρώτη επίσκεψη της μελέτης) το ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη και πέτυχαν συμπτωματική ύφεση ήταν μεγαλύτερο σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου (16% έναντι 11%). Κατά την Εβδομάδα 4, μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε πλήρη συμπτωματική ύφεση (11% έναντι 4%), οριζόμενη ως επιμέρους σκορ SF 0 και RB 0.
Ενδοσκοπική και ιστολογική αξιολόγηση
Η κανονικοποίηση της ενδοσκοπικής εικόνας του βλεννογόνου (ενδοσκοπική ύφεση) ορίστηκε ως ES
0. Μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε ενδοσκοπική ύφεση μέχρι την Εβδομάδα 12 (15% έναντι 4%), την Εβδομάδα 52 (26% έναντι
6%) καθώς σε αμφότερες την Εβδομάδα 12 και την Εβδομάδα 52 (11% έναντι 2%).
Ενδοσκοπική ύφεση και ιστολογικό σκορ κατά Geboes < 2,0 (το οποίο υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις επιθηλιακές κρύπτες ή στο χόριο του βλεννογόνου, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων, απουσία καταστροφής στις κρύπτες και απουσία διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού) επιτεύχθηκαν από μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο την Εβδομάδα 12 (11% έναντι 2%) και την Εβδομάδα 52 (18% έναντι 5%).
Κοιλιακό άλγος και έπειξη για αφόδευση
Κατά την Εβδομάδα 12, μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο είχε απουσία κοιλιακού άλγους (27% έναντι 13%) και απουσία έπειξης για αφόδευση (19% έναντι 7%). Κατά την Εβδομάδα 52, μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο είχε απουσία κοιλιακού άλγους (22% έναντι 7%) και απουσία έπειξης για αφόδευση (19% έναντι 8%).
Ερωτηματολόγιο φλεγμονώδους νόσου του εντέρου (IBDQ)
Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη είχαν μεγαλύτερη βελτίωση από την έναρξη στο συνολικό σκορ του IBDQ έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι αλλαγές στο συνολικό σκορ του IBDQ την Εβδομάδα 12 σε σχέση με την έναρξη για την ετρασιμόδη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 42,8 και 27,4 αντίστοιχα, ενώ οι αλλαγές στο συνολικό σκορ του IBDQ την Εβδομάδα 52 σε σχέση με την έναρξη για την ετρασιμόδη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 55,8 και 38,1 αντίστοιχα.
ELEVATE UC 12
Στη μελέτη ELEVATE UC 12, συνολικά 354 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 2:1 για να λάβουν είτε 2 mg ετρασιμόδης είτε εικονικό φάρμακο από του στόματος μία φορά την ημέρα.
Κατά την έναρξη, οι εγγεγραμμένοι ασθενείς είχαν διάμεσο mMS 7: το 5,6% των ασθενών είχε mMS 4, το 67% mMS 5 έως 7 (μέτρια ενεργή νόσος) και το 27,4% είχε mMS >7 (σοβαρή ενεργή νόσος). Το 8% των εγγεγραμμένων ασθενών παρουσίαζε απομονωμένη πρωκτίτιδα. Συνολικά το 33% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες / αναστολείς JAK, ενώ συνολικά το 18% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε > 1 βιολογικό παράγοντα / αναστολέα JAK και το 12% των ασθενών είχε πρότερη έκθεση σε αντι-ιντεγκρίνες. Στην έναρξη, το 83% των ασθενών λάμβανε αμινοσαλικυλικά από του στόματος και το 28% των ασθενών λάμβανε κορτικοστεροειδή από του στόματος.
Από τους 354 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν, το 89,5% και το 88,8% των ασθενών ολοκλήρωσαν την Εβδομάδα 12 στην ομάδα της ετρασιμόδης και του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα.
Το πρωτεύον τελικό σημείο ήταν το ποσοστό ασθενών με επίτευξη κλινικής ύφεσης την Εβδομάδα
12. Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία περιλάμβαναν το ποσοστό ασθενών που πέτυχαν ενδοσκοπική βελτίωση, συμπτωματική ύφεση, ίαση του βλεννογόνου και κλινική απόκριση την Εβδομάδα 12. Η κύρια ανάλυση πραγματοποιήθηκε την Εβδομάδα 12 σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ενεργή νόσο, οριζόμενη ως mMS 5 έως 9 (βλ. Πίνακα 3).
Σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη πέτυχε κλινική ύφεση, ενδοσκοπική βελτίωση, συμπτωματική ύφεση και ίαση του βλεννογόνου την Εβδομάδα 12 σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (βλ. Πίνακα 3).
Πίνακας 3: Ποσοστό ασθενών που πληρούσαν τα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας κατά την Εβδομάδα 12 στη μελέτη ELEVATE UC 12
| Τελικά σημεία | Εικονικό φάρμακο N = 112 | Ετρασιμόδη 2 mgN = 222 | Διαφορά θεραπειών (95% CI)α | ||
| n | % | n | % | ||
| Κλινική ύφεσηβ | 17 | 15% | 55 | 25% | 10%(1%, 18%)ζ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείςJAK | 12/74 | 16% | 41/148 | 28% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείςJAK | 5/38 | 13% | 14/74 | 19% | |
| Ενδοσκοπική βελτίωσηγ | 21 | 19% | 68 | 31% | 12%(3%, 21%)ζ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείςJAK | 14/74 | 19% | 51/148 | 35% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείςJAK | 7/38 | 18% | 17/74 | 23% | |
| Συμπτωματική ύφεσηδ | 33 | 30% | 104 | 47% | 17%(7%, 28%)ζ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείςJAK | 23/74 | 31% | 73/148 | 49% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείςJAK | 10/38 | 26% | 31/74 | 42% | |
| Ίαση του βλεννογόνουε | 10 | 9% | 36 | 16% | 7%(1%, 14%)ζ |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείςJAK | 8/74 | 11% | 28/148 | 19% | |
| Με πρότερη έκθεση σεβιολογικούς παράγοντες/αναστολείς | 2/38 | 5% | 8/74 | 11% | |
| JAK | |||||
| Κλινική ανταπόκρισηστ | 46 | 41% | 138 | 62% | 21%(10%, 32%)η |
| Χωρίς πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείςJAK | 32/74 | 43% | 97/148 | 66% | |
| Με πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες/αναστολείςJAK | 14/38 | 37% | 41/74 | 55% |
α Διαφορά θεραπειών (προσαρμοσμένη με βάση τους παράγοντες διαστρωμάτωσης κατά πρότερη έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες / αναστολείς JAK, χρήση κορτικοστεροειδών στην έναρξη και ομάδα mMS στην έναρξη).
β Η κλινική ύφεση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη), επιμέρους σκορ RB 0 και επιμέρους σκορ ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα).
γ Η ενδοσκοπική βελτίωση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ ενδοσκόπησης (ES) ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα).
δ Η συμπτωματική ύφεση ορίστηκε ως επιμέρους σκορ συχνότητας κενώσεων (SF) 0 (ή 1 με μείωση ≥ 1 βαθμού από την έναρξη) και επιμέρους σκορ RB 0.
ε Η ίαση του βλεννογόνου ορίστηκε ως ES ≤ 1 (χωρίς να περιλαμβάνεται η ευθρυπτότητα) με ιστολογική ύφεση (σκορ κατά δείκτη Geboes < 2,0 που υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις επιθηλιακές κρύπτες ή στο χόριο του βλεννογόνου, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων, απουσία καταστροφής στις κρύπτες και απουσία διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού).
στ Η κλινική απόκριση ορίστηκε ως μείωση ≥ 2 βαθμών και ≥ 30% από την έναρξη ως προς το mMS και μείωση
≥ 1 βαθμού από την έναρξη στο επιμέρους σκορ RB ή απόλυτο επιμέρους σκορ RB ≤ 1.
ζ p < 0,05.
η p < 0,001.
Συμπληρωματική ανάλυση του mMS 4
Τα στοιχεία αποτελεσματικότητας στους ασθενείς με σκορ 4 κατά mMS (με επιμέρους σκορ ES ≥ 2 και RB ≥ 1) ήταν συνεπή με τα αποτελέσματα της κύριας ανάλυσης.
Απομονωμένη πρωκτίτιδα
Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με απομονωμένη πρωκτίτιδα στην έναρξη που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε κλινική ύφεση κατά την Εβδομάδα 12 (39% έναντι 8%).
Πρώιμη εμφάνιση συμπτωματικής βελτίωσης
Κατά την Εβδομάδα 4, μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε συμπτωματική ύφεση (28% έναντι 16%) και πλήρη συμπτωματική ύφεση (12% έναντι 4%), οριζόμενη ως επιμέρους σκορ SF 0 και επιμέρους σκορ RB 0.
Ενδοσκοπική και ιστολογική αξιολόγηση
Η κανονικοποίηση της ενδοσκοπικής εικόνας του βλεννογόνου (ενδοσκοπική ύφεση) ορίστηκε ως ES 0. Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο πέτυχε ενδοσκοπική ύφεση έως την Εβδομάδα 12 (17% έναντι 8%).
Ενδοσκοπική ύφεση και ιστολογικό σκορ κατά Geboes < 2,0 (το οποίο υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις κρύπτες ή στο χόριο του βλεννογόνου, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων, απουσία καταστροφής στις κρύπτες και απουσία διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού) επιτεύχθηκαν από μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο την Εβδομάδα 12 (10% έναντι 5%).
Κοιλιακό άλγος και έπειξη για αφόδευση
Κατά την Εβδομάδα 12, μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν ετρασιμόδη έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο είχε απουσία κοιλιακού άλγους (32% έναντι 18%) και απουσία έπειξης για αφόδευση (21% έναντι 12%).
Ερωτηματολόγιο φλεγμονώδους νόσου του εντέρου (IBDQ)
Οι ασθενείς που έλαβαν ετρασιμόδη είχαν μεγαλύτερη βελτίωση από την έναρξη στο συνολικό σκορ του IBDQ έναντι όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι αλλαγές στο συνολικό σκορ του IBDQ την Εβδομάδα 12 σε σχέση με την έναρξη για την ετρασιμόδη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 47,5% και 30,2%, αντίστοιχα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την ετρασιμόδη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην ΕΚ (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Μετά από άπαξ δόση ετρασιμόδης από του στόματος, οι τιμές Cmax και AUC αυξήθηκαν σχεδόν δοσοαναλογικά στο υπό μελέτη εύρος δόσεων (0,1 mg έως 5 mg). Μετά από πολλαπλές δόσεις, οι μέσες τιμές Cmax και AUC αυξήθηκαν ελαφρώς περισσότερο από δοσοαναλογικά, από 0,7 mg έως 2 mg. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στο πλάσμα επιτεύχθηκαν εντός 7 ημερών μετά τη δόση 2 mg μία φορά ημερησίως, με μέση Cmax στα 113 ng/ml και AUCtau στα 2.163 h*ng/ml. Η
εκτιμώμενη αναλογία συσσώρευσης της ετρασιμόδης σε σταθερή κατάσταση κυμαίνεται από σχεδόν 2πλάσια έως 3πλάσια. Η φαρμακοκινητική της ετρασιμόδης είναι παρόμοια στα υγιή άτομα και στα άτομα με ΕΚ.
Απορρόφηση
Ο χρόνος (Tmax) που απαιτείται για να επιτευχθούν οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) κατόπιν από του στόματος χορήγησης φαρμακοτεχνικών μορφών ετρασιμόδης άμεσης αποδέσμευσης που χορηγούνται από το στόμα είναι περίπου 4 ώρες (εύρος 2 – 8 ώρες). Η απορρόφηση της ετρασιμόδης είναι εκτεταμένη, βάσει της υψηλής διαπερατότητας και της παρατήρησης σχετικά μικρής ποσότητας άθικτης ετρασιμόδης αποβαλλόμενης στα κόπρανα (11,2% της χορηγηθείσας ραδιενεργής δόσης).
Επίδραση της τροφής
Η πρόσληψη τροφής μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς καθυστερημένη απορρόφηση (ο διάμεσος Tmax αυξήθηκε κατά 2 ώρες). Η τροφή δεν επιδρά στα μέτρα έκθεσης της ετρασιμόδης (Cmax και AUC), επομένως η ετρασιμόδη μπορεί να χορηγηθεί ανεξαρτήτως γευμάτων.
Κατανομή
Η ετρασιμόδη κατανέμεται στους σωματικούς ιστούς με μέσο όγκο κατανομής από του στόματος (Vz/F) 66 l. Η ετρασιμόδη δεσμεύεται ισχυρά στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος (97,9%), κυρίως τη λευκωματίνη, και κατανέμεται κυρίως στο τμήμα πλάσματος του ολικού αίματος με αναλογία αίματος προς πλάσμα 0,7.
Βιομετασχηματισμός
Η ετρασιμόδη μεταβολίζεται εκτενώς μέσω των CYP2C8 (38%), CYP2C9 (37%) και CYP3A4 (22%), με ελάσσονες κατανομές μέσω των CYP2C19 και CYP2J2. Το μείζον κυκλοφορούν συστατικό στο πλάσμα είναι η αμετάβλητη ετρασιμόδηκαι οι κύριοι μεταβολίτες Μ3 και Μ6. Η ετρασιμόδη συμβάλλει στην πλειονότητα της φαρμακολογίας του S1P (> 90%). Η ετρασιμόδη μεταβολίζεται
εκτενώς με οξείδωση, αφυδρογόνωση και σύζευξη με UDP-γλυκουρονοσυλ-τρανσφεράσες (UGT) και σουλφοτρανσφεράσες.
Η ετρασιμόδη δεν αποτελεί υπόστρωμα των μεταφορέων P-gp, BCRP, OATP1B1/3, OAT1/3 ή OCT1/2. Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αποτελούν αναστολείς αυτών των μεταφορέων είναι απίθανο να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική της ετρασιμόδης.
Αποβολή
Μετά από χορήγηση από του στόματος, η φαινόμενη κάθαρση από του στόματος σε σταθερή κατάσταση (CL/F) ήταν περίπου 1 l/h. Ο μέσος αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ετρασιμόδης από το πλάσμα (t1/2) είναι περίπου 30 ώρες.
Απέκκριση
Η ετρασιμόδη αποβάλλεται κυρίως μέσω του ήπατος με 82% ανάκτηση της συνολικής ραδιενεργής δόσης στα κόπρανα και 4,89% στα ούρα. Αμετάβλητη ετρασιμόδη εντοπίστηκε μόνο στα κόπρανα, όχι στα ούρα.
Επίδραση της ετρασιμόδης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι, στη συνιστώμενη δόση των 2 mg μία φορά ημερησίως, η ετρασιμόδη δεν είναι πιθανό να εμφανίσει οποιαδήποτε κλινικά σχετική δυναμική αλληλεπίδρασης με CYP ή μεταφορείς μεμβράνης.
Φαρμακοκινητική σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν χρειάζονται προσαρμογές της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, καθώς οι τιμές Cmax και AUC ήταν συγκρίσιμες μεταξύ των ατόμων με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και των ατόμων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2). Το σύνολο ατόμων με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία περιλάμβανε 2 άτομα με eGFR ≤ 29 mL/min (όχι σε αιμοκάθαρση) και 6 άτομα με ESRD που υποβλήθηκαν σε αιμοκάθαρση πριν από τη χορήγηση ετρασιμόδης. Η επίδραση της αιμοκάθαρσης που πραγματοποιείται μετά τη χορήγηση ετρασιμόδης δεν έχει αξιολογηθεί.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ετρασιμόδη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2). Οι παράμετροι της συνολικής AUC της ετρασιμόδης για την άπαξ δόση των 2 mg που μελετήθηκε ήταν 13%, 29% και 57% υψηλότερες σε άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική λειτουργία του ήπατος.
Ηλικιωμένοι
Οι αναλύσεις πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής έδειξαν ότι η ηλικία δεν είχε επίδραση στη φαρμακοκινητική της ετρασιμόδης σε ασθενείς άνω των 65 ετών [n=40 (3,7%) των ασθενών ήταν ηλικίας ≥ 65]. Δεν υπάρχει σημαντική διαφορά στη φαρμακοκινητική σε ηλικιωμένους ασθενείς σε σύγκριση με νεότερους ασθενείς.
Σωματικό βάρος
Η συστηματική έκθεση της ετρασιμόδης 2 mg δεν μεταβάλλεται από τις διαφορές στο σωματικό βάρος σε κλινικά σημαντική έκταση στους ασθενείς με σωματικό βάρος ≥ 40 kg. Στους ασθενείς με σωματικό βάρος μικρότερο από 40 kg, προβλέπεται αύξηση της έκθεσης κατά περίπου 1,5 φορά (βλ. παράγραφο 4.2).
Φύλο, φυλή και εθνικότητα
Η ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής έδειξε ότι το φύλο, η φυλή και η εθνικότητα δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της ετρασιμόδης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μια ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής προέβλεψε παρόμοιες εκθέσεις στην ετρασιμόδη σε ενήλικους ασθενείς και ασθενείς της ύστερης εφηβείας (16 έως < 18 ετών) με ΕΚ.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη χορήγηση ετρασιμόδης σε παιδιατρικούς ή εφήβους ασθενείς κάτω από την ηλικία των 16 ετών.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - VELSIPITY 2MG/TAB
Πυρήνας δισκίου
Στεατικό μαγνήσιο (E470b) Μαννιτόλη (E421) Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (E460i)
Καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο άμυλο (τύπου Α)
Επικάλυψη δισκίων
Λάκκα αργιλίου λαμπρού κυανού FCF (E133) Λάκκα αργιλίου ινδικοκαρμίνης (E132) Λάκκα αργιλίου ταρτραζίνης (E102) Πολυαιθυλενογλυκόλη 4000 (E1521) Πολυβινυλαλκοόλη (E1203)
Τάλκης (E553b)
Διοξείδιο του τιτανίου (E171)
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για την φύλαξή του. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.
Φιάλη πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας (HDPE) κλεισμένη με πώμα πολυπροπυλενίου, με αποξηραντικό ενσωματωμένο απευθείας στο πώμα. Συσκευασία 30 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.
Ταινία κυψέλης αλουμινίου με πολυστρωματικό υμένιο προσανατολισμένου πολυαμιδίου (oPA) και ενσωματωμένο στρώμα ξηραντικού (HDPE/LDPE) με ενίσχυση αλουμινίου/LDPE. Συσκευασία 28 ή 98 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.