Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
5
1
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

VELTASSA PD.ORA.SUS 8.4g/SACHET

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΟΝΙΣ ΓΙΑ ΠΟΣΙΜΟ ΕΝΑΙΩΡΗΜΑ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

VIFOR FRESENIUS MEDICAL CARE RENAL PHARMA FRANCE, FRANCE

Τελευταία ενημέρωση SmPC

11/6/2024
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - VELTASSA 8.4g/SACHET

Ενδείξεις

Το Veltassa ενδείκνυται για τη θεραπεία της υπερκαλιαιμίας σε ενήλικες και εφήβους ηλικίας 12 έως

17 ετών.

Δοσολογία

Δοσολογία

Η έναρξη δράσης του Veltassa επέρχεται 4–7 ώρες μετά τη χορήγηση. Δεν πρέπει να αντικαθιστά την επείγουσα θεραπεία για απειλητική για τη ζωή υπερκαλιαιμία (βλ. παράγραφο 4.4).

Το Veltassa χορηγείται μία φορά την ημέρα. Η συνιστώμενη δόση έναρξης του Veltassa ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν πολλαπλοί φακελίσκοι για την επίτευξη της επιθυμητής δόσης.

Η ημερήσια δόση μπορεί να προσαρμοστεί σε διαστήματα της μίας εβδομάδας ή μεγαλύτερα, ανάλογα με το επίπεδο καλίου στον ορό και το επιθυμητό εύρος-στόχο. Θα πρέπει να παρακολουθείται το κάλιο ορού όταν ενδείκνυται κλινικά (βλ. παράγραφο 4.4). Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να εξατομικεύεται από τον θεράποντα ιατρό, με βάση την ανάγκη διαχείρισης

του καλίου ορού. Σε περίπτωση που το κάλιο ορού πέσει κάτω από το επιθυμητό εύρος, η δόση θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί.

Η χορήγηση του Veltassa θα πρέπει να απέχει χρονικά 3 ώρες από τη χορήγηση από στόματος άλλων φαρμακευτικών προϊόντων (βλ. παράγραφο 4.5).

Ενήλικες

Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 8,4 g patiromer μία φορά την ημέρα. Η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί κατά 8,4 g, όπως απαιτείται για την επίτευξη του επιθυμητού εύρους-στόχου, έως μέγιστη δόση 25,2 g ημερησίως.

Έφηβοι ηλικίας 12 έως 17 ετών

Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 4 g patiromer μία φορά την ημέρα. Προσαρμόζετε την ημερήσια δόση του patiromer με βάση το επίπεδο του καλίου ορού και το επιθυμητό εύρος-στόχο, έως μέγιστη δόση 25,2 g ημερησίως. Εάν χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις από 7 g, συνιστάται αλλαγή σε φακελίσκους των 8,4 g patiromer.

Παράλειψη δόσεων

Εάν παραλειφθεί μια δόση, η δόση που παραλείφθηκε θα πρέπει να ληφθεί το νωρίτερο δυνατό την ίδια ημέρα. Η δόση που παραλείφθηκε δεν πρέπει να ληφθεί μαζί με την επόμενη δόση.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Δεν συνιστώνται ειδικές κατευθυντήριες οδηγίες αναφορικά με τη δόση και τη χορήγηση για αυτόν τον πληθυσμό.

Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για τη χρήση του patiromer σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση. Σε κλινικές δοκιμές δεν εφαρμόστηκαν ειδικές κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τη δόση και τη χορήγηση για αυτούς τους ασθενείς. Δεν υποβλήθηκε σε θεραπεία με το patiromer κανένας παιδιατρικός ασθενής που υποβάλλονταν σε αιμοδιύλιση.

Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD)

Το Veltassa έχει μελετηθεί μόνο σε περιορισμένο αριθμό ασθενών με εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) < 15 ml/λεπτό/1,73 m².

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του patiromer σε παιδιά ηλικίας έως 12 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Τα δεδομένα σε εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών είναι περιορισμένα σε έκθεση 6 μηνών. Συνεπώς, η θεραπεία πέραν των 6 μηνών θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών (βλ. παράγραφο 4.4).

Τρόπος χορήγησης

Από στόματος χρήση.

Το Veltassa πρέπει να αναμιγνύεται με νερό και να ακολουθεί ανάδευση για το σχηματισμό εναιωρήματος ομοιόμορφης πυκνότητας. Οι συνιστώμενοι συνολικοί όγκοι για την παρασκευή του εναιωρήματος εξαρτώνται από τη δόση:

  • 1 g patiromer: 10 ml

  • 2 g patiromer: 20 ml

  • 3 g patiromer: 30 ml

  • 4 g patiromer: 40 ml

  • > 4 g patiromer: 80 ml

    Το εναιώρημα θα πρέπει να παρασκευάζεται σύμφωνα με τα ακόλουθα βήματα:

  • Το πρώτο μισό του συνιστώμενου όγκου για την απαιτούμενη δόση θα πρέπει να χορηγείται σε ένα ποτήρι και θα πρέπει να προστίθεται η συνιστώμενη δόση patiromer και έπειτα να γίνεται ανάδευση.

  • Το δεύτερο μισό του συνιστώμενου όγκου θα πρέπει να προστίθεται και να γίνεται εκ νέου ανάδευση του εναιωρήματος με σχολαστικό τρόπο.

Η κόνις δεν θα διαλυθεί. Μπορεί να προστεθεί περισσότερο νερό στο μίγμα, όπως απαιτείται, προκειμένου να επιτευχθεί η επιθυμητή πυκνότητα. Ωστόσο, μεγαλύτεροι όγκοι ενδέχεται να οδηγήσουν σε επιτάχυνση της καθίζησης της κόνεως.

Το μίγμα θα πρέπει να λαμβάνεται εντός 1 ώρας από την παρασκευή του αρχικού εναιωρήματος. Εάν παραμένει κόνις στο ποτήρι μετά την κατάποση, θα πρέπει να προστεθεί περισσότερο νερό, να γίνει ανάδευση και το εναιώρημα να ληφθεί αμέσως. Αυτό μπορεί να επαναληφθεί όσες φορές χρειάζεται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι έχει ληφθεί ολόκληρη η δόση.

Ανάλογα με τις προσωπικές προτιμήσεις, τα ακόλουθα υγρά ή μαλακές τροφές μπορούν να χρησιμοποιηθούν αντί για νερό για την προετοιμασία του μείγματος, ακολουθώντας τα ίδια βήματα που περιγράφονται παραπάνω: χυμός μήλου, χυμός κράνων (κράνμπερι), χυμός ανανά, χυμός πορτοκαλιού, χυμός σταφυλιού, χυμός αχλαδιού, νέκταρ βερίκοκου, νέκταρ ροδάκινου, γιαούρτι, γάλα, πηκτική ουσία (για παράδειγμα: άμυλο αραβοσίτου), πουρέ μήλου, πουτίγκα βανίλιας και σοκολάτας.

Η περιεκτικότητα σε κάλιο των υγρών ή των μαλακών τροφών που χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία του μείγματος θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως μέρος των συστάσεων για την πρόσληψη καλίου μέσω διατροφής για κάθε μεμονωμένο ασθενή.

Σε γενικές γραμμές, η πρόσληψη χυμού κράνων (κράνμπερι) θα πρέπει να περιορίζεται σε μέτριες ποσότητες (για παράδειγμα, λιγότερο από 400 ml την ημέρα) λόγω της δυνητικής αλληλεπίδρασής του με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

Αυτό το φάρμακο μπορεί να λαμβάνεται μαζί με ή χωρίς γεύματα. Δεν πρέπει να θερμαίνεται (π.χ. στον φούρνο μικροκυμάτων) ή να προστίθεται σε ζεστές τροφές ή υγρά. Δεν πρέπει να λαμβάνεται στην ξηρή του μορφή.

Χορήγηση μέσω σωλήνα ρινογαστρικής (NG) ή διαδερμικής ενδοσκοπικής γαστροστομίας (PEG): Για δόσεις έως 8,4 g patiromer, το εναιώρημα θα πρέπει να παρασκευάζεται όπως περιγράφεται παραπάνω στην ενότητα σχετικά με την από του στόματος χορήγηση. Για δόσεις μεγαλύτερες από 8,4 mg και έως και 16,8 mg patiromer θα πρέπει να χρησιμοποιείται συνολικός όγκος 160 ml και για δόσεις μεγαλύτερες από 16,8 mg και έως και 25,2 mg patiromer συνολικός όγκος 240 ml. Αυτοί οι όγκοι διασφαλίζουν ότι το εναιώρημα ρέει ελεύθερα μέσα από τους σωλήνες.

Έχει καταδειχθεί συμβατότητα με σωλήνες κατασκευασμένους από πολυουρεθάνη, σιλικόνη και πολυβινυλοχλωρίδιο. Η συνιστώμενη διάμετρος των σωλήνων είναι 2,17 mm (6,5 Fr) ή μεγαλύτερη. Μετά τη χορήγηση θα πρέπει να γίνεται έκπλυση του σωλήνα με νερό. Για οδηγίες σχετικά με την απόρριψη, βλ. παράγραφο 6.6.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Προειδοποιήσεις

Χαμηλό μαγνήσιο

Σε κλινικές δοκιμές παρατηρήθηκαν τιμές μαγνησίου στον ορό < 1,4 mg/dL (0,58 mmol/L) στο 7,1%

των ενήλικων ασθενών που λάμβαναν patiromer με το 0,3% των ασθενών να αναπτύσσει επίπεδα

μαγνησίου στον ορό < 1,0 mg/dL (0,4 mmol/L). Η μέση μείωση του μαγνησίου στον ορό ήταν 0,137 mg/dL (0,0564 mmol/L) ή μικρότερη. Σε μια κλινική δοκιμή που συμπεριέλαβε παιδιατρικούς ασθενείς, η μέση μείωση του μαγνησίου ορού την Εβδομάδα 26 ήταν 0,35 mg/dl (0,1440 mmol/l). Κανένας ασθενής δεν έφθασε επίπεδο μαγνησίου ορού < 1,4 mg/dl (0,58 mmol/l) κατά τη διάρκεια της παιδιατρικής κλινικής δοκιμής.

Το μαγνήσιο ορού θα πρέπει να παρακολουθείται για τουλάχιστον 1 μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας και όπως ενδείκνυται κλινικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρωμάτων μαγνησίου στους ασθενείς που αναπτύσσουν χαμηλά επίπεδα μαγνησίου στον ορό (βλ. παράγραφο 4.8).

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Στις κλινικές δοκιμές δεν συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με ιστορικό απόφραξης του εντέρου ή μείζονος χειρουργικής επέμβασης στο γαστρεντερικό, βαριές διαταραχές του γαστρεντερικού ή διαταραχές κατάποσης. Έχουν αναφερθεί γαστρεντερική ισχαιμία, νέκρωση ή/και διάτρηση του εντέρου με άλλους δεσμευτές του καλίου. Τα οφέλη και οι κίνδυνοι από τη χορήγηση του patiromer θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά σε ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς με τρέχουσες σοβαρές διαταραχές του γαστρεντερικού ή ιστορικό σοβαρών διαταραχών του γαστρεντερικού, πριν από τη θεραπεία και κατά τη διάρκειά της.

Διακοπή του patiromer

Κατά τη διακοπή του patiromer, ενδέχεται να αυξηθούν τα επίπεδα καλίου στον ορό και να οδηγήσουν σε υποτροπιάζουσα υπερκαλιαιμία, ιδίως εάν συνεχίζεται η θεραπεία με αναστολέα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Θα πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς να μην διακόψουν τη θεραπεία χωρίς να συμβουλευτούν τον ιατρό τους. Αυξήσεις του καλίου στον ορό, ενδέχεται να παρατηρηθούν ήδη από τις 2 πρώτες ημέρες της τελευταίας χορήγησης του patiromer. Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα καλίου στον ορό στους παιδιατρικούς ασθενείς μετά τη διακοπή του patiromer.

Επίπεδα καλίου στον ορό

Το κάλιο ορού πρέπει να παρακολουθείται σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική όταν ενδείκνυται κλινικά, καθώς επίσης κατόπιν αλλαγών σε φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τη συγκέντρωση καλίου στον ορό (π.χ. αναστολείς του RAAS ή διουρητικά) και μετά από τιτλοποίηση ή διακοπή της δόσης του patiromer.

Περιορισμός κλινικών δεδομένων

Σοβαρή υπερκαλιαιμία

Η εμπειρία με ασθενείς με συγκεντρώσεις καλίου στον ορό υψηλότερες από 6,5 mmol/l είναι περιορισμένη. Στον παιδιατρικό πληθυσμό, η εμπειρία είναι περιορισμένη στους ασθενείς με μέγιστες συγκεντρώσεις καλίου στον ορό 6,2 mmol/l. Το Veltassa δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως επείγουσα θεραπεία για την απειλητική για τη ζωή υπερκαλιαιμία, λόγω της καθυστερημένης έναρξης της δράσης του (βλ. παράγραφο 4.2).

Μακροχρόνια έκθεση

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από κλινικές δοκιμές σε ενήλικες με έκθεση ενός έτους και μεγαλύτερη. Οι κλινικές δοκιμές σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχουν συμπεριλάβει έκθεση μεγαλύτερη των 6 μηνών. Συνεπώς, θεραπεία πέραν των 6 μηνών θα πρέπει να γίνεται με προσοχή στους εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών.

Πληροφορίες σχετικά με τη σορβιτόλη

Το Veltassa περιέχει σορβιτόλη ως μέρος του συμπλέγματος αντισταθμιστικού ιόντος. Το περιεχόμενο σε σορβιτόλη είναι περίπου 4 g (10,4 kcal) ανά 8,4 g patiromer και περίπου 0,5 g (1,2 kcal) ανά 1 g

patiromer Οι ασθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη (HFI) δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Πληροφορίες σχετικά με το ασβέστιο

Το Veltassa περιέχει ασβέστιο ως μέρος του συμπλέγματος αντισταθμιστικού ιόντος. Το ασβέστιο απελευθερώνεται εν μέρει και ορισμένη ποσότητα ενδέχεται να απορροφηθεί (βλ. παράγραφο 5.1). Τα οφέλη και οι κίνδυνοι της χορήγησης αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά σε ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας. Το ασβέστιο ορού θα πρέπει να παρακολουθείται για τουλάχιστον 1 μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας και όπως ενδείκνυται κλινικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
0
5
1
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Επίδραση του patiromer σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Το patiromer έχει τη δυνατότητα να δεσμεύει ορισμένα από στόματος συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα, γεγονός που θα μπορούσε να μειώσει την απορρόφησή τους από το γαστρεντερικό. Στις μελέτες αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμακευτικών προϊόντων που πραγματοποιήθηκαν δεν παρατηρήθηκε αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα των συγχορηγούμενων φαρμάκων. Καθώς το patiromer δεν απορροφάται ούτε μεταβολίζεται από τον οργανισμό, υπάρχουν περιορισμένες επιδράσεις στη δράση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων.

Συνεπώς, για λόγους προφύλαξης και βάσει των δεδομένων που συνοψίζονται παρακάτω, η χορήγηση του patiromer θα πρέπει να απέχει χρονικά τουλάχιστον 3 ώρες από άλλα από στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα.

In vivo μελέτες:

Η συγχορήγηση του patiromer δεν επηρέασε τη βιοδιαθεσιμότητα, όπως μετρήθηκε μέσω της περιοχής κάτω από την καμπύλη (AUC) της αμλοδιπίνης, της σινακαλσέτης, της κλοπιδογρέλης, της φουροσεμίδης, του λιθίου, της μετοπρολόλης, της τριμεθοπρίμης, της βεραπαμίλης και της βαρφαρίνης. Για αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα δεν απαιτείται χρονική απόσταση.

Η συγχορήγηση του patiromer παρουσίασε μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα της σιπροφλοξασίνης, της λεβοθυροξίνης και της μετφορμίνης. Ωστόσο, δεν υπήρξε αλληλεπίδραση όταν το patiromer και αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα ελήφθησαν με διαφορά 3 ωρών.

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

In vitro μελέτες:

In vitro μελέτες δεν έχουν δείξει πιθανή αλληλεπίδραση του patiromer με τις ακόλουθες δραστικές ουσίες: αλλοπουρινόλη, αμοξικιλλίνη, απιξαμπάνη, ακετυλοσαλικυλικό οξύ, ατορβαστατίνη, αζιλσαρτάνη, μπεναζεπρίλη, βουμετανίδη, καναγλιφλοζίνη, καντεσαρτάνη, καπτοπρίλη, κεφαλεξίνη, δαπαγλιφλοζίνη, διγοξίνη, εμπαγλιφλοζίνη, εναλαπρίλη, επλερενόνη, φινερενόνη, φοσινοπρίλη, γλιπιζίδη, ιρβεσαρτάνη, λισινοπρίλη, λοσαρτάνη, ολμεσαρτάνη, περινδοπρίλη, φαινυτοΐνη, κιναπρίλη, ραμιπρίλη, ριβοφλαβίνη, ριβαροξαμπάνη, σακουμπιτρίλη, σεβελαμέρη, σπιρονολακτόνη, τακρόλιμους, τορασεμίδη, τρανδολαπρίλη και βαλσαρτάνη.

In vitro μελέτες έχουν δείξει πιθανή αλληλεπίδραση του patiromer με τη βισοπρολόλη, την καρβεδιλόλη, τη μυκοφαινολάτη μοφετίλ, τη νεμπιβολόλη, την κινιδίνη και τη τελμισαρτάνη.

Κύηση

Κύηση

Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση του patiromer σε έγκυες γυναίκες.

Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).

Για λόγους προφύλαξης, προτιμάται να αποφεύγεται η χρήση του patiromer στη διάρκεια της κύησης. Θηλασμός

Δεν αναμένονται επιδράσεις στο θηλάζον νεογνό/βρέφος, καθώς η συστημική έκθεση της θηλάζουσας γυναίκας στο patiromer είναι αμελητέα. Η απόφαση για τη διακοπή του θηλασμού ή τη διακοπή/αποφυγή της θεραπείας με patiromer πρέπει να λαμβάνεται σύμφωνα με τα οφέλη του θηλασμού για το παιδί και τα οφέλη της θεραπείας για τη μητέρα.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν δεδομένα όσον αφορά την επίδραση του patiromer στη γονιμότητα στον άνθρωπο. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επιδράσεις στην αναπαραγωγική λειτουργία ή τη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Το patiromer δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών (AR) που αναφέρθηκαν στις δοκιμές σε ενήλικους ασθενείς ήταν υπομαγνησιαιμία (1,8%) και διαταραχές του γαστρεντερικού, ενώ οι AR που αναφέρθηκαν συχνότερα ήταν δυσκοιλιότητα (3,7%), διάρροια (3%), κοιλιακό άλγος (1,4%), ναυτία (1,3%) και μετεωρισμός (1%). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στο γαστρεντερικό ήταν γενικά ήπιες έως μέτριες, δεν έδειξαν να σχετίζονται με τη δόση, γενικά απέδραμαν αυτόματα ή με θεραπεία και καμία δεν αναφέρθηκε ως σοβαρή. Η υπομαγνησιαιμία ήταν ήπια έως μέτρια με 0,3% των ασθενών να αναπτύσσουν επίπεδο μαγνησίου στον ορό < 1,0 mg/dL (0,4 mmol/L) (βλ. παράγραφο 4.4).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στις κλινικές δοκιμές παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα (SOC) και ανά συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10) και όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Σε κάθε κατηγορία συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με το MedDRA

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

Συχνές Όχι συχνές Συχνότητα μη γνωστή

Υπερευαισθησία(1,2)

Υπομαγνησιαιμία

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Δυσκοιλιότητα(3)* Διάρροια(4)* Κοιλιακό άλγος(5) Ναυτία Μετεωρισμός*

Έμετος

*Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν επίσης και στις παιδιατρικές κλινικές δοκιμές

  1. AR που αναφέρθηκαν μετά την κυκλοφορία στην αγορά.

  2. Στις αντιδράσεις υπερευαισθησίας συγκαταλέγονταν εξάνθημα, κνίδωση, οίδημα στη στοματική κοιλότητα και στα χείλη και ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας.

  3. Η δυσκοιλιότητα είναι ένας συγκεντρωτικός όρος που συνδυάζει τους προτιμώμενους όρους δυσκοιλιότητα και σκληρά κόπρανα.

  4. Η διάρροια είναι ένας συγκεντρωτικός όρος για τη διάρροια και τις συχνές κενώσεις.

  5. Το κοιλιακό άλγος είναι ένας συγκεντρωτικός όρος που συνδυάζει τους προτιμώμενους όρους κοιλιακή δυσφορία, κοιλιακό άλγος, κοιλιακό άλγος άνω και κοιλιακό άλγος κάτω.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια του patiromer για τη θεραπεία της υπερκαλιαιμίας έχει μελετηθεί σε μια μεμονωμένη δοκιμή σε 23 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 17 ετών. Το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκε στους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν ευρέως συνεπές με το προφίλ ασφάλειας στους ενήλικες. Η ασφάλεια του patiromer δεν είχε μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 6 ετών.

Ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν για 4 συμμετέχοντες συνολικά. 3 στην ηλικιακή ομάδα 12 έως

< 18 ετών και 1 στην ηλικιακή ομάδα 6 έως < 12 ετών. Σε 2 από αυτούς τους συμμετέχοντες, οι ανεπιθύμητες ενέργειες ανήκαν στην κατηγορία/οργανικό σύστημα των διαταραχών του γαστρεντερικού, δηλαδή διάρροια, δυσκοιλιότητα, συχνές κενώσεις και μετεωρισμός. Οι υπόλοιπες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου ήταν αυξημένο ασβέστιο αίματος και υποκαλιαιμία. Όλες αυτές ήταν μη σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και ήπιας έως μέτριας βαρύτητας.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Δεδομένου ότι οι υπερβολικές δόσεις του patiromer ενδέχεται να επιφέρουν υποκαλιαιμία, τα επίπεδα καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται. Το patiromer απεκκρίνεται έπειτα από περίπου 24 έως 48 ώρες, ανάλογα με τον μέσο χρόνο διάβασης του εντέρου. Εάν καθοριστεί ότι απαιτείται ιατρική παρέμβαση, θα πρέπει να εξεταστούν τα κατάλληλα μέτρα για την αποκατάσταση του καλίου ορού.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δόσεις που υπερβαίνουν τα 25,2 g patiromer ανά ημέρα για εφήβους ηλικίας 12 έως 17 ετών και που υπερβαίνουν τα 12 g για παιδιά ηλικίας 6 έως λιγότερο από 12 ετών δεν έχουν δοκιμαστεί. Δεδομένου ότι οι υπερβολικές δόσεις του patiromer ενδέχεται να επιφέρουν υποκαλιαιμία, τα επίπεδα καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται. Εάν καθοριστεί ότι απαιτείται ιατρική παρέμβαση, μπορεί να εξεταστούν τα κατάλληλα μέτρα για την αποκατάσταση του καλίου ορού.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - VELTASSA 8.4g/SACHET

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για τη θεραπεία της υπερκαλιαιμίας και της υπερφωσφαταιμίας. Κωδικός ATC: V03AE09

Μηχανισμός δράσης

Το patiromer είναι ένα μη απορροφούμενο πολυμερές ανταλλαγής κατιόντων, που περιέχει ένα σύμπλεγμα ασβεστίου-σορβιτόλης ως αντι-ιόν.

Το patiromer αυξάνει την απέκκριση καλίου στα κόπρανα μέσω δέσμευσης του καλίου στον αυλό του γαστρεντερικού σωλήνα. Η δέσμευση καλίου μειώνει τη συγκέντρωση του ελεύθερου καλίου στον αυλό του γαστρεντερικού, οδηγώντας σε μείωση των επιπέδων καλίου στον ορό.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Σε υγιείς ενήλικους συμμετέχοντες, το patiromer προκάλεσε μια δοσοεξαρτώμενη αύξηση της απέκκρισης καλίου στα κόπρανα και μια αντίστοιχη μείωση της απέκκρισης καλίου στα ούρα, χωρίς μεταβολή του καλίου στον ορό. 25,2 g patiromer, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα για 6 ημέρες οδήγησαν σε μέση αύξηση της απέκκρισης καλίου στα κόπρανα κατά 1.283 mg/ημέρα και σε μέση μείωση της απέκκρισης καλίου στα ούρα κατά 1.438 mg/ημέρα. Η ημερήσια απέκκριση ασβεστίου στα ούρα αυξήθηκε κατά 53 mg/ημέρα σε σχέση με την έναρξη.

Σε μια ανοιχτή κλινική μελέτη για την αξιολόγηση του χρόνου ως την έναρξη δράσης του φαρμάκου, παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική μείωση του καλίου ορού στους ασθενείς με υπερκαλιαιμία, στις 7 ώρες μετά την πρώτη δόση. Μετά τη διακοπή του patiromer, τα επίπεδα καλίου παρέμειναν σταθερά για 24 ώρες μετά την τελευταία δόση και στη συνέχεια αυξήθηκαν ξανά στη διάρκεια μιας περιόδου παρατήρησης 4 ημερών.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Συνολικά, στις κλινικές δοκιμές φάσης 2 και 3, το 99,5% των ασθενών λάμβαναν θεραπεία με αναστολείς του RAAS κατά την έναρξη, το 87,0% είχε CKD με eGFR < 60 ml/min/1,73 m², το 65,6% είχε σακχαρώδη διαβήτη και το 47,5% είχε καρδιακή ανεπάρκεια.

Μελέτη 1 (OPAL-HK)

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του patiromer αποδείχθηκαν σε μια μονά τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη απόσυρσης, δύο μερών, που αξιολόγησε αυτή τη θεραπεία σε ενήλικους ασθενείς με υπερκαλιαιμία και χρόνια νεφρική νόσο (CKD) οι οποίοι λάμβαναν σταθερές δόσεις τουλάχιστον ενός αναστολέα του RAAS (δηλ. αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης [ACEI], αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτασίνης II [ARB] ή ανταγωνιστή του υποδοχέα των μεταλλοκορτικοστεροειδών [MRA]).

Στο Μέρος A, 243 ασθενείς έλαβαν patiromer για 4 εβδομάδες. Οι ασθενείς που στην έναρξη είχαν κάλιο ορού 5,1 mEq/l έως < 5,5 mEq/l (mmol/L) έλαβαν δόση έναρξης Veltassa των 8,4 g patiromer την ημέρα (ως διαιρεμένη δόση) και οι ασθενείς που στην έναρξη είχαν κάλιο ορού 5,5 mEq/l έως

< 6,5 mEq/l έλαβαν δόση έναρξης Veltassa των 16,8 g patiromer την ημέρα (ως διαιρεμένη δόση). Η δόση τιτλοποιήθηκε, όπως απαιτείτο, με βάση το επίπεδο καλίου στον ορό, αξιολογήθηκε ξεκινώντας από την Ημέρα 3 και στη συνέχεια σε εβδομαδιαίες επισκέψεις έως το τέλος της περιόδου θεραπείας 4 εβδομάδων, με στόχο τη διατήρηση του καλίου ορού στο εύρος-στόχο (3,8 mEq/l έως < 5,1 mEq/l). Οι μέσες ημερήσιες δόσεις του patiromer ήταν 13 g και 21 g σε ασθενείς με κάλιο ορού 5,1 έως

< 5,5 mEq/l και 5,5 έως < 6,5 mEq/l αντίστοιχα.

Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 64 έτη (54% ηλικίας 65 και άνω, 17% ηλικίας 75 και άνω), το 58% των ασθενών ήταν άνδρες και το 98% ήταν καυκάσιας φυλής. Περίπου το 97% των ασθενών είχε υπέρταση, το 57% είχε διαβήτη τύπου 2 και το 42% είχε καρδιακή ανεπάρκεια.

Τα μέσα επίπεδα καλίου στον ορό και η μεταβολή του καλίου στον ορό από την έναρξη του

Μέρους Α έως την Εβδομάδα 4 του Μέρους Α παρουσιάζονται στον Πίνακα 1. Για τη δευτερεύουσα έκβαση του Μέρους Α, το 76% (95% CI: 70%, 81%) των ασθενών είχε κάλιο ορού εντός του εύρους- στόχου, 3,8 mEq/l έως < 5,1 mEq/l, την Εβδομάδα 4 του Μέρους Α.

Πίνακας 1: Φάση θεραπείας με patiromer (Μέρος A): πρωτεύον καταληκτικό σημείο

Κάλιο στην έναρξη Συνολικός πληθυσμός (n=237)
5,1 έως < 5,5 mEq/l(n=90) 5,5 έως < 6,5 mEq/l(n=147)
Κάλιο ορού (mEq/l)
Έναρξη, μέση τιμή (SD) 5.31 (0.57) 5.74 (0.40) 5.58 (0.51)
Μεταβολή την Εβδομάδα 4 από την έναρξη, μέση τιμή± SE (95% CI) −0.65 ± 0.05(−0.74, −0.55) −1.23 ± 0.04(−1.31, −1.16) −1.01 ± 0.03(−1.07, −0.95)
Τιμή p < 0.001

Στο Μέρος B, 107 ασθενείς που στην έναρξη του Μέρους Α είχαν κάλιο ορού 5,5 mEq/l έως

< 6,5 mEq/l και οι οποίοι την Εβδομάδα 4 του Μέρους Α είχαν κάλιο ορού εντός του εύρους-στόχου (3,8 mEq/l έως < 5,1 mEq/l) και συνέχιζαν να λαμβάνουν θεραπεία με αναστολέα του RAAS τυχαιοποιήθηκαν για να συνεχίσουν τη λήψη του patiromer ή να λάβουν εικονικό φάρμακο για

8 εβδομάδες, προκειμένου να αξιολογηθούν οι επιδράσεις της απόσυρσης του patiromer στο κάλιο ορού. Στους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στη λήψη του patiromer, η μέση ημερήσια δόση ήταν 21 g στην έναρξη του Μέρους B και κατά τη διάρκεια του Μέρους B.

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο του Μέρους B ήταν η μεταβολή του καλίου στον ορό από την έναρξη του Μέρους Β έως την πρώτη επίσκεψη κατά την οποία το κάλιο ορού του ασθενούς θα βρισκόταν εκτός του εύρους των 3,8 έως < 5,5 mEq/l ή έως την Εβδομάδα 4 του Μέρους Β εάν το κάλιο ορού του ασθενούς παρέμενε εντός του εύρους. Στο Μέρος B, το κάλιο ορού παρουσίασε σημαντική αύξηση στους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο συγκριτικά με τους ασθενείς που συνέχισαν το patiromer (p < 0,001).

Στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου ήταν περισσότεροι οι ασθενείς (91% [95% CI: 83%, 99%]) που ανέπτυξαν κάλιο ορού ≥ 5,1 mEq/l σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο στη διάρκεια του Μέρους Β από ό,τι στην ομάδα του patiromer (43% [95% CI: 30%, 56%]), p < 0,001. Στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου ήταν περισσότεροι οι ασθενείς (60% [95% CI: 47%, 74%]) που ανέπτυξαν κάλιο ορού

≥ 5,5 mEq/l σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο στη διάρκεια του Μέρους Β από ό,τι στην ομάδα του

patiromer (15% [95% CI: 6%, 24%]), p < 0,001.

Στο Μέρος Β αξιολογήθηκε επίσης η δυνατότητα του patiromer να επιτρέπει την ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολέα του RAAS: Πενήντα δύο τοις εκατό (52%) των συμμετεχόντων που λάμβαναν εικονικό φάρμακο διέκοψε τη θεραπεία με αναστολέα του RAAS λόγω υποτροπιάζουσας υπερκαλιαιμίας, έναντι 5% των συμμετεχόντων που λάμβαναν patiromer.

Μελέτη 2 (AMETHYST-DN)

Η επίδραση της θεραπείας με patiromer για διάστημα έως 52 εβδομάδων αξιολογήθηκε σε μια ανοιχτή μελέτη 304 ασθενών με υπερκαλιαιμία και με CKD και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν σταθερές δόσεις ενός αναστολέα του RAAS. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 66 έτη (59,9% ηλικίας 65 και άνω, 19,7% ηλικίας 75 και άνω), το 63% των ασθενών ήταν άνδρες και όλοι ήταν καυκάσιας φυλής. Οι μειώσεις του καλίου ορού με τη θεραπεία με patiromer διατηρήθηκαν επί 1 έτος χρόνιας θεραπείας, όπως παρουσιάζεται στην Εικόνα 1, με χαμηλή επίπτωση υποκαλιαιμίας (2,3%), ενώ η πλειονότητα των συμμετεχόντων πέτυχε (97,7%) και διατήρησε τα επίπεδα καλίου ορού-στόχο (συνολικά στη διάρκεια της περιόδου συντήρησης, το κάλιο ορού ήταν εντός του εύρους-στόχου για περίπου το 80% του χρόνου). Στους ασθενείς με κάλιο ορού στην έναρξη > 5,0 έως 5,5 mEq/l οι οποίοι έλαβαν αρχική δόση 8,4 g patiromer την ημέρα, η μέση ημερήσια δόση ήταν 14 g. Στους ασθενείς με κάλιο ορού στην έναρξη > 5,5 έως < 6,0 mEq/l οι οποίοι έλαβαν αρχική δόση16,8 g patiromer την ημέρα, η μέση ημερήσια δόση ήταν 20 g καθ' όλη τη διάρκεια της μελέτης.

K+ ορού στην έναρξη > 5,0 έως 5,5 mEq/l K+ ορού στην έναρξη > 5,5 έως < 6,0 mEq/l

Εικόνα 1: Μέση τιμή (95% CI) καλίου ορού συναρτήσει του χρόνου

Μέση τιμή (95% Cl) καλίου ορού (mEq/l)

κολούθηση

Επίσκεψη της μελέτης (εβδομάδα) Παρα- (ημέρα)

Αριθμός συμμετεχόντων:

Κατώτατο στρώμα K+: 218 199 192 175 168 161 161 163 158 156 151 148 149 145 131 126

Ανώτατο στρώμα K+: 83 73 70 65 62 62 62 61 53 53 53 52 49 49 48 47

Μελέτη 3 (PEARL-HF)

Η δυνατότητα του patiromer να επιτρέπει ταυτόχρονη θεραπεία με τη σπιρονολακτόνη διερευνήθηκε στο πλαίσιο μιας τυχαιοποιημένης, διπλά τυφλής, ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο μελέτης ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια, για τους οποίους η λήψη MRA ενδεικνυόταν κλινικά. Οι ασθενείς ξεκίνησαν τη λήψη σπιρονολακτόνης στα 25 mg/ημέρα κατά το ίδιο χρονικό σημείο έναρξης της τυχαιοποιημένης θεραπείας (patiromer 12,6 g δύο φορές την ημέρα ή εικονικό φάρμακο) και η δόση αυξήθηκε στα 50 mg/ημέρα μετά την Ημέρα 14 όταν το κάλιο ορού ήταν > 3,5 και ≤ 5,1 mEq/l. Στους 105 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν και έλαβαν τη θεραπεία της μελέτης (56 έλαβαν patiromer και 47 εικονικό φάρμακο), η μέση ηλικία ήταν τα 68,3 έτη, το 60,6% ήταν άνδρες, το 97,1% ήταν καυκάσιας φυλής και ο μέσος εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR) ήταν 81,3 ml/λεπτό. Οι μέσες αρχικές τιμές καλίου στον ορό ήταν 4,71 mEq/l για το patiromer και 4,68 mEq/l για το εικονικό φάρμακο.

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας, δηλαδή η μεταβολή του καλίου ορού από την έναρξη έως το τέλος της περιόδου θεραπείας 28 ημερών, ήταν σημαντικά χαμηλότερο (p < 0,001) στην ομάδα του patiromer (μέση μεταβολή με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων (LS) [τυπικό σφάλμα μέσης τιμής (SEM)]: −0,21 [0,07] mEq/l) σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (μέση μεταβολή με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων (LS) [τυπικό σφάλμα μέσης τιμής (SEM)]:

+0,23 [0,07] mEq/l). Επίσης, υπήρχαν λιγότεροι ασθενείς στην ομάδα του patiromer με τιμές καλίου ορού > 5,5 mEq/l (7,3% έναντι 24,5%, p = 0,027) και περισσότεροι ασθενείς που λάμβαναν σπιρονολακτόνη 50 mg/ημέρα (90,9% έναντι 73,5%, p = 0,022).

Μελέτη 4 (AMBER)

Η ικανότητα του patiromer να καθιστά δυνατή την ταυτόχρονη θεραπεία με σπιρονολακτόνη σε ασθενείς με ανθεκτική υπέρταση και CKD διερευνήθηκε περαιτέρω σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε διάστημα 12 εβδομάδων. Οι ασθενείς με φυσιολογικά επίπεδα καλίου στο αίμα ξεκίνησαν σπιρονολακτόνη σε δόση 25 mg ανά ημέρα μαζί με τη θεραπεία στην οποία τυχαιοποιήθηκαν (8,4 g patiromer ή εικονικό φάρμακο ανά ημέρα). Το patiromer/εικονικό φάρμακο τιτλοποιήθηκε εβδομαδιαίως (έως τα 25,2 g ανά ημέρα) για τη διατήρηση των επιπέδων καλίου ≥ 4,0 mEq/l και ≤ 5,1 mEq/l. Κατά την εβδομάδα 3 ή μετέπειτα, η δόση της σπιρονολακτόνης αυξήθηκε στα 50 mg ανά ημέρα για τους ασθενείς με συστολική αρτηριακή πίεση ≥ 120 mmHg και κάλιο ορού ≤ 5,1 mEq/l.

Στους 295 τυχαιοποιημένους ασθενείς που έλαβαν τη θεραπεία της μελέτης (147 έλαβαν patiromer, 148 έλαβαν εικονικό φάρμακο), η μέση ηλικία ήταν τα 68,1 έτη. Το 51,9% ήταν άνδρες, το 98,3% ήταν Καυκάσιοι και ο μέσος eGFR ήταν 35,73 ml/min/1,73 m2. Κατά την τυχαιοποίηση, οι μέσες τιμές καλίου ορού στην έναρξη ήταν 4,74 mEq/l για το patiromer και 4,69 mEq/l για το εικονικό φάρμακο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας, το ποσοστό ασθενών που παρέμειναν στη σπιρονολακτόνη την Εβδομάδα 12, ήταν σημαντικά υψηλότερο (p < 0,0001) στην ομάδα patiromer (85,7%) σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου (66,2%). Σημαντικά περισσότεροι ασθενείς έλαβαν σπιρονολακτόνη 50 mg/ημέρα (69,4% έναντι 51,4%).

Συνολικά, οι ασθενείς στην ομάδα του patiromer παρέμειναν 7,1 περισσότερες ημέρες στη σπιρονολακτόνη (95% CI 2,2–12,0, p = 0,0045) σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου και έλαβαν σημαντικά υψηλότερες αθροιστικές δόσεις σπιρονολακτόνης [2942,3 (SE 80,1) mg έναντι 2580,7 (SE 95,8) mg, p = 0,0021].

Επίσης, υπήρχαν σημαντικά λιγότεροι ασθενείς στην ομάδα του patiromer με τιμές καλίου ορού

≥ 5,5 mEq/l (35,4% έναντι 64,2%, p < 0,001).

Κατά την Εβδομάδα 12, η μέση συστολική αρτηριακή πίεση είχε μειωθεί κατά 11,0 mmHg (SD 15,34) στην ομάδα σπιρονολακτόνης + εικονικού φαρμάκου και κατά 11,3 mmHg (SD 14,11) στην ομάδα σπιρονολακτόνης + patiromer. Οι μειώσεις αυτές από την έναρξη ήταν στατιστικά σημαντικές εντός κάθε ομάδας θεραπείας (p < 0,0001), ωστόσο δεν ήταν σημαντικές μεταξύ των ομάδων.

Επίδραση της τροφής

Σε μια ανοιχτή μελέτη, 114 ασθενείς με υπερκαλιαιμία τυχαιοποιήθηκαν στη λήψη patiromer μία φορά την ημέρα μαζί με τροφή ή χωρίς τροφή. Το κάλιο ορού στο τέλος της θεραπείας, η μεταβολή του καλίου ορού από την έναρξη και η μέση δόση του patiromer ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μια ανοιχτή μελέτη πολλαπλών δόσεων αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και την ανεκτικότητα του patiromer για πόσιμο εναιώρημα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως < 18 ετών με CKD χωρίς αιμοδιύλιση και με υπερκαλιαιμία. Οι ασθενείς με διάγνωση βαριάς μορφής νόσου του γαστρεντερικού ή χειρουργική επέμβαση αποκλείστηκαν. Η μελέτη περιλάμβανε 2 φάσεις θεραπείας: πρώτα, μια αρχική φάση εύρεσης της δόσης διάρκειας 14 ημερών, ακολουθούμενη από μια φάση μακροχρόνιας (LT) θεραπείας διάρκειας έως 24 εβδομάδων με συνολικά έως 26 εβδομάδες θεραπείας.

Η μελέτη αποτελούνταν από δύο ηλικιακές ομάδες 12 έως < 18 ετών και 6 έως < 12 ετών και οι δόσεις έναρξης του patiromer σε κάθε ηλικιακή ομάδα επιλέχθηκαν με βάση τα διάμεσα βάρη. Το patiromer χορηγήθηκε μία φορά την ημέρα με τη μορφή κόνεως για πόσιμο εναιώρημα.

Συνολικά, 23 συμμετέχοντες (14 συμμετέχοντες ηλικίας 12 έως < 18 ετών και 9 συμμετέχοντες ηλικίας 6 έως < 12 ετών) ολοκλήρωσαν τη φάση εύρεσης της δόσης και 21 συμμετέχοντες

(12 συμμετέχοντες ηλικίας 12 έως < 18 ετών και 9 συμμετέχοντες ηλικίας 6 έως < 12 ετών) ολοκλήρωσαν τη φάση μακροχρόνιας θεραπείας. Κανένας συμμετέχων δεν διέκοψε τη μελέτη λόγω προβληματισμών αναφορικά με την ασφάλεια.

Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας αυτής της μελέτης ήταν η μεταβολή από την έναρξη στα επίπεδα καλίου στον ορό την Ημέρα 14. Και στις δύο ηλικιακές ομάδες, παρατηρήθηκε μια μείωση στα επίπεδα καλίου έως την ημέρα 14: η μέση (SD) μεταβολή του καλίου από την έναρξη ήταν -0,50 (0,542) mEq/l στις ηλικίες 12 έως < 18 ετών και -0,14 (0,553) mEq/l στις ηλικίες 6 έως

< 12 ετών και διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της μελέτης ενόσω οι ασθενείς λάμβαναν την θεραπεία (Εικόνα 2).

Τα δεύτερα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό συμμετεχόντων με κάλιο ορού εντός του εύρους-στόχου (3,8 έως 5,0 mEq/l) την Ημέρα 14 (φάση εύρεσης της δόσης) και ανά επίσκεψη σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή έως και τον μήνα 6 (φάση μακροχρόνιας θεραπείας). Στην ομάδα 12 έως < 18 ετών, το 50,0% και το 81,8% των συμμετεχόντων πέτυχε επίπεδα καλίου στον ορό εντός του εύρους-στόχου την Ημέρα 14 και την Εβδομάδα 26, αντίστοιχα. Η δόση patiromer των

4,2 g/ημέρα φαίνεται να αποτελεί κατάλληλη δόση έναρξης για αυτή την ομάδα. Στην ομάδα 6 έως

< 12 ετών, μόνο το 12,5% και το 22,2% των ασθενών πέτυχε επίπεδα καλίου στον ορό εντός του εύρους-στόχου την Ημέρα 14 και την Εβδομάδα 26, αντίστοιχα.

Εικόνα 2. Μέσα (±95% CI) επίπεδα καλίου στον ορό (πληθυσμός ασφαλείας, N=23)

Σημειώσεις: α Η τιμή στην έναρξη ήταν η τελευταία τιμή κεντρικού εργαστηρίου που δεν έλειπε και συλλέχθηκε πριν την ημερομηνία και την ώρα χορήγησης της πρώτης δόσης του patiromer.

β Η επίσκεψη παρακολούθησης 2 ήταν μια προαιρετική επίσκεψη στο κέντρο και θα μπορούσε να είναι τηλεφωνική κλήση.

Τα δεδομένα καλίου ορού κατά την ημερομηνία έναρξης της αιμοδιύλισης ή μεταγενέστερα αποκλείστηκαν

BL=Έναρξη, CI=Διάστημα εμπιστοσύνης, Η=Ημέρα, Π=Παρακολούθηση, Ε=Εβδομάδα.

Στην ομάδα 12 έως < 18 ετών, την Ημέρα 14 και στο τέλος της θεραπείας, η διάμεση συνταγογραφηθείσα δόση patiromer ήταν 4,2 και 8,4 g/ημέρα και η μέση μεταβολή από την έναρξη στο κάλιο του ορού ήταν -0,50 και -1,08 mEq/l, αντίστοιχα. Στην ομάδα 6 έως < 12 ετών, την Ημέρα 14 και στο τέλος της θεραπείας, η διάμεση συνταγογραφηθείσα δόση patiromer ήταν 6,0 και

8,0 g/ημέρα και η μέση μεταβολή από την έναρξη στο κάλιο ήταν -0,14 και -0,50 mEq/l, αντίστοιχα. σε συμμετέχοντες ηλικίας 12 έως 17 ετών, τα αποτελέσματα δόσης-ανταπόκρισης φαινόταν να καταδεικνύουν ποιοτικά ότι μια μεγαλύτερη δόση του patiromer συσχετίστηκε με μεγαλύτερη μείωση του καλίου ορού σε μεσοδιάστημα θεραπείας. Ωστόσο, στην ομάδα 6 έως < 12 ετών, τα αποτελέσματα της εύρεσης δόσης δεν ήταν καταληκτικά. Συνεπώς, απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση του patiromer σε συμμετέχοντες ηλικίας 6 έως < 12 ετών προκειμένου να διαπιστωθεί η αναλογία οφέλους/κινδύνου.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Veltassa σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 6 ετών για τη θεραπεία της υπερκαλιαιμίας (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Το patiromer δρα δεσμεύοντας κάλιο στη γαστρεντερική οδό, συνεπώς η συγκέντρωση στον ορό δεν σχετίζεται με την αποτελεσματικότητά του. Εξαιτίας των χαρακτηριστικών μη διαλυτότητας και μη απορρόφησης αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος, δεν είναι δυνατή η διεξαγωγή πολλών τυπικών μελετών φαρμακοκινητικής.

Το patiromer απεκκρίνεται περίπου 24 με 48 ώρες μετά την πρόσληψη, ανάλογα με τον μέσο χρόνο διάβασης του εντέρου.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - VELTASSA 8.4g/SACHET

Κατάλογος εκδόχων

Κόμμι ξανθάνης (για πληροφορίες σχετικά με τη σορβιτόλη, βλ. παράγραφο 4.4).

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

Διάρκεια ζωής

3 χρόνια

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε και μεταφέρετε σε ψυγείο (2°C – 8 C).

Το Veltassa πρέπει να χρησιμοποιείται εντός 6 μηνών από τη στιγμή που βγει από το ψυγείο, εφόσον φυλάσσεται σε θερμοκρασία δωματίου (κάτω από 25°C).

Για οποιεσδήποτε συνθήκες φύλαξης, το Veltassa δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται μετά την ημερομηνία λήξης που είναι τυπωμένη στον φακελίσκο.

Το μίγμα θα πρέπει να λαμβάνεται εντός 1 ώρας από την παρασκευή του αρχικού εναιωρήματος.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Veltassa 1 g κόνις για πόσιμο εναιώρημα

1 g patiromer ως κόνις σε φακελίσκους που αποτελούνται από πέντε στρώματα: πολυαιθυλένιο, αλουμίνιο, πολυαιθυλένιο, πολυεστέρα και χαρτί.

Μεγέθη συσκευασιών: κουτί των 60 φακελίσκων. Veltassa 8,4 g κόνις για πόσιμο εναιώρημα

8,4 g patiromer ως κόνις σε φακελίσκους που αποτελούνται από πέντε στρώματα: πολυαιθυλένιο, αλουμίνιο, πολυαιθυλένιο, πολυεστέρα και χαρτί.

Μεγέθη συσκευασιών: κουτιά των 30, 60 ή 90 φακελίσκων και σε πολυσυσκευασίες που περιέχουν 3 κουτιά, το καθένα από τα οποία περιέχει 30 φακελίσκους.

Veltassa 16,8 g κόνις για πόσιμο εναιώρημα

16,8 g patiromer ως κόνις σε φακελίσκους που αποτελούνται από πέντε στρώματα: πολυαιθυλένιο, αλουμίνιο, πολυαιθυλένιο, πολυεστέρα και χαρτί.

Μεγέθη συσκευασιών: κουτιά των 30, 60 ή 90 φακελίσκων. Veltassa 25,2 g κόνις για πόσιμο εναιώρημα

25,2 g patiromer ως κόνις σε φακελίσκους που αποτελούνται από πέντε στρώματα: πολυαιθυλένιο, αλουμίνιο, πολυαιθυλένιο, πολυεστέρα και χαρτί.

Μεγέθη συσκευασιών: κουτιά των 30, 60 ή 90 φακελίσκων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTx30 SACHETS (χαρτί/PES/PE/αλουμίνιο/PE)
Τιμή
260,58 €
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx60 SACHETS (χαρτί/PES/PE/αλουμίνιο/PE)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx90 SACHETS (χαρτί/PES/PE/αλουμίνιο/PE)
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.