VIAXAL INJ.SO.INF 50MG/2ML AMP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - VIAXAL 50MG/2ML
Συμπτωματική θεραπεία του οξέος άλγους μέτριας έως έντονης έντασης όταν η χορήγηση από το στόμα δεν είναι η κατάλληλη, όπως μετεγχειρητικός πόνος, κολικός νεφρού και οσφυαλγία.
Δοσολογία
Ενήλικες:
Η συνιστώμενη δοσολογία είναι γενικώς 50 mg κάθε 8-12 ώρες. Εάν είναι απαραίτητο, μία δεύτερη δόση μπορεί να επαναληφθεί μετά από 6 ώρες.
Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 150 mg.
Τo διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal ενδείκνυνται για βραχυχρόνια χρήση και η αγωγή πρέπει να περιορίζεται στην περίοδο που υπάρχουν έντονα συμπτώματα (όχι περισσότερο από 2 ημέρες). Οι ασθενείς πρέπει να αλλάζουν σε από του στόματος χορήγηση αναλγητικών όταν είναι δυνατόν.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν με τη χρήση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης για τη συντομότερη δυνατή διάρκεια απαραίτητη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλέπε παράγραφο 4.4).
Σε περίπτωση μέτριου ή σοβαρού μετεγχειρητικού άλγους, το διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με οπιοειδή αναλγητικά, εάν ενδείκνυται, με τις ίδιες συνιστώμενες για τους ενήλικες δόσεις (βλέπε παράγραφο 5.1).
Ηλικιωμένοι:
Γενικώς δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας στους ηλικιωμένους ασθενείς. Όμως, εξαιτίας της φυσιολογικώς μειούμενης νεφρικής λειτουργίας στους ηλικιωμένους ασθενείς, συνιστάται μειωμένη δοσολογία στις περιπτώσεις ηπίως επηρεασμένης νεφρικής λειτουργίας: 50 mg συνολική ημερήσια δόση (βλέπε παράγραφο 4.4).
Ηπατική δυσλειτουργία:
Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια (Child-Pugh score 5-9) ηπατική ανεπάρκεια, η συνολική ημερήσια δόση πρέπει να μειωθεί στα 50 mg και η ηπατική λειτουργία να ελέγχεται τακτικά (βλέπε παράγραφο 4.4). Το διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh score 10-15) (βλέπε παράγραφο 4.3).
Νεφρική δυσλειτουργία:
Σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 60-89 ml/min) η συνολική ημερήσια δόση πρέπει να μειωθεί στα 50 mg (βλέπε παράγραφο 4.4).
Tο διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤59 ml/min) (βλέπε παράγραφο 4.3).
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Το Viaxal δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά και εφήβους. Επομένως, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους δεν έχει τεκμηριωθεί και το προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους.
Τρόπος χορήγησης
Το διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal μπορεί να χορηγηθεί ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια.
-
Ενδομυϊκή χορήγηση: To περιεχόμενο μίας φύσιγγας (2 ml) πρέπει να ενίεται αργά και βαθιά στους μύες.
-
Ενδοφλέβια χορήγηση:
-
Ενδοφλέβια έγχυση: Το αραιωμένο διάλυμα που παρασκευάζεται όπως περιγράφεται στην παράγραφο 6.6 πρέπει να χορηγείται με αργή ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 10 έως 30 λεπτών. Το διάλυμα πρέπει πάντα να προστατεύεται από το φυσικό φως της ημέρας.
-
Ενδοφλέβια δια μιας χορήγησης: αν είναι απαραίτητο, το περιεχόμενο μίας φύσιγγας (2 ml) χορηγείται με αργή ενδοφλέβια ένεση σε χρόνο όχι λιγότερο από 15 δευτερόλεπτα.
-
Οδηγίες χειρισμού:
Όταν το Viaxal χορηγείται ενδομυϊκά ή με δια μιας ενδοφλέβιας χορήγησης εφόδου, το διάλυμα πρέπει να ενίεται αμέσως μετά το άνοιγμα της έγχρωμης φύσιγγας (βλέπε επίσης παραγράφους 6.2 και 6.6).
Το ενέσιμο διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση πρέπει να αραιώνεται κάτω από άσηπτες συνθήκες και να προστατεύεται από το φως της ημέρας (βλέπε επίσης παραγράφους 6.3 και 6.6).
Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
Tο διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal δεν πρέπει να χορηγείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
-
σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλα ΜΣΑΦ ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
σε ασθενείς, στους οποίους φάρμακα με παρεμφερή δράση (π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ και άλλα ΜΣΑΦ) επιταχύνουν κρίσεις άσθματος, βρογχόσπασμο, οξεία ρινίτιδα ή προκαλούν ρινικούς πολύποδες, κνίδωση ή αγγειονευρωτικό οίδημα.
-
γνωστές φωτοαλλεργικές ή φωτοτοξικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια θεραπείας με κετοπροφαίνη ή φιμπράτες.
-
σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, σχετιζόμενη με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
-
σε ασθενείς με ενεργό γαστρεντερικό έλκος/γαστρεντερική αιμορραγία ή οποιοδήποτε ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκους ή διάτρησης.
-
σε ασθενείς με χρόνια δυσπεψία.
-
σε ασθενείς που έχουν άλλη ενεργή αιμορραγία ή αιμορραγικές διαταραχές.
-
σε ασθενείς με νόσο του Crohn ή ελκώδη κολίτιδα.
-
σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.
-
σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤59 ml/min).
-
σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh score 10-15).
-
σε ασθενείς με αιμορραγική προδιάθεση και άλλες διαταραχές πήξεως του αίματος.
-
σε ασθενείς με σοβαρή αφυδάτωση (που προκαλείται από έμετο, διάρροια ή ανεπαρκή πρόσληψη υγρών).
-
κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης και της περιόδου γαλουχίας (βλέπε παράγραφο 4.6).
Το διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal αντενδείκνυται για νωτιαιομυελική χορήγηση (ενδοραχιαίως ή επισκληριδίως) λόγω της περιεχομένης αλκοόλης.
Πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων.
Η ταυτόχρονη χρήση Viaxal με ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένου των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, πρέπει να αποφεύγεται.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη μικρότερη αποτελεσματική δόση με τη συντομότερη διάρκεια απαραίτητη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλέπε παράγραφο 4.2 και γαστρεντερικοί και καρδιαγγειακοί κίνδυνοι κάτωθι).
Γαστρεντερική ασφάλεια
Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος ή διάτρηση η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρα, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή με προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών γεγονότων. Όταν γαστρεντερική αιμορραγία ή έλκος επέρχονται στους ασθενείς που λαμβάνουν Viaxal, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκους ή διάτρησης είναι υψηλότερος με αυξανόμενες δόσεις ΜΣΑΦ, ιδιαίτερα εάν εμπλέκεται αιμορραγία ή διάτρηση (βλέπε παράγραφο 4.3) και στους ηλικιωμένους.
Οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στα ΜΣΑΦ, κυρίως γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος (βλέπε παράγραφο 4.2). Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να αρχίσουν θεραπεία με τη χαμηλότερη συνιστώμενη δόση.
Στους ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων (ελκώδη κολίτιδα, νόσος του Crohn), τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή επειδή η κατάστασή τους μπορεί να επιδεινωθεί (βλέπε παράγραφο 4.8).
Όπως με όλα τα μη-στεροειδή αντιφλεγμονωδή φάρμακα, οποιοδήποτε ιστορικό οισοφαγίτιδας, γαστρίτιδας και/ή πεπτικού έλκους πρέπει να αναζητηθεί προκειμένου να διασφαλισθεί η ολική ίαση πριν την έναρξη της θεραπείας με dexketoprofen trometamol. Ασθενείς με γαστρεντερικά συμπτώματα ή
ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων θα πρέπει να παρακολουθούνται για πεπτικές διαταραχές, ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία.
Για αυτούς τους ασθενείς πρέπει να ληφθεί υπόψη συνδυασμός θεραπείας με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων), καθώς επίσης για τους ασθενείς που απαιτείται ταυτόχρονα χαμηλή δόση ασπιρίνης ή άλλων φαρμάκων με αυξημένη πιθανότητα γαστρεντερικού κινδύνου (βλέπε παρακάτω και παράγραφο 4.5).
Ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδίως οι ηλικιωμένοι, πρέπει να αναφέρουν τυχόν κοιλιακό σύμπτωμα (ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία), ιδιαίτερα κατά το αρχικό στάδιο της θεραπείας.
Προσοχή θα πρέπει να δοθεί από τους ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή η οποία μπορεί να προκαλέσει αυξημένο κίνδυνο έλκους ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως βαρφαρίνη, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιθρομβωτικοί παράγοντες όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλέπε παράγραφο 4.5).
Νεφρική ασφάλεια
Πρέπει να δοθεί προσοχή σε ασθενείς με διαταραχή νεφρικής λειτουργίας, καθώς και σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή καρδιακής ανεπάρκειας. Σ’ αυτούς τους ασθενείς η χρήση των ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, κατακράτηση υγρών και οίδημα.
Επίσης, απαιτείται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά ή ασθενείς που θα μπορούσαν να εκδηλώσουν υποογκαιμία, καθώς υπάρχει αυξημένος κίνδυνος της νεφροτοξικότητας. Επαρκής πρόσληψη υγρών θα πρέπει να διασφαλίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας για την πρόληψη της αφυδάτωσης και πιθανή συσχετιζόμενη αυξημένη νεφρική τοξικότητα.
Όπως με όλα τα ΜΣAΦ, μπορεί να αυξήσει την ουρία, το άζωτο και την κρεατινίνη του πλάσματος. Όπως και με άλλους αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδινών, μπορεί να σχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες στους νεφρούς που μπορεί να οδηγήσουν σε σπειραματική και διάμεση νεφρίτιδα, νέκρωση των νεφρικών θηλών, νεφρωσικό σύνδρομο και οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς έχουν περισσότερες πιθανότητες να υποφέρουν από νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.2).
Ηπατική ασφάλεια
Προσοχή θα πρέπει να δίδεται σε ασθενείς με διαταραχή ηπατική λειτουργίας. Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, μπορεί να προκαλέσει μικρές παροδικές αυξήσεις στις ηπατικές παραμέτρους και επίσης σημαντική αύξηση των SGOT και SGPT. Σε περίπτωση σχετικής αύξησης τέτοιων παραμέτρων, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς έχουν περισσότερες πιθανότητες να υποφέρουν από ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.2).
Καρδιοαγγειακή και εγκεφαλοαγγειακή ασφάλεια
Παρακολούθηση και συμβουλές απαιτούνται στους ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή ήπια έως μέτρια καρδιακή ανεπάρκεια. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στους ασθενείς με ιστορικό καρδιακής νόσου, ιδιαίτερα σε εκείνους που έχουν παρουσιάσει επεισόδια καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς υπάρχει αυξημένος κίνδυνος έκλυσης καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς η κατακράτηση υγρών και το οίδημα έχουν αναφερθεί ως συσχετιζόμενα με τη ΜΣΑΦ θεραπεία.
Κλινικές μελέτες και επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) ενδέχεται να σχετίζεται με μικρή αύξηση του κινδύνου για
αρτηριακά θρομβωτικά συμβάματα (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να αποκλεισθεί παρόμοιος κίνδυνος για τη δεξκετοπροφαίνη.
Επομένως, ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με δεξκετοπροφαίνη μόνον κατόπιν προσεκτικής εξέτασης. Παρόμοια προσοχή θα πρέπει να δίνεται και πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακό νόσημα (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).
Περιστατικά συνδρόμου Κούνη έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δεξκετοπροφαίνη. Το σύνδρομο Κούνη έχει οριστεί ως καρδιαγγειακά συμπτώματα που προκαλούνται δευτεροπαθώς από αλλεργική αντίδραση ή αντίδραση υπερευαισθησίας που σχετίζεται με συστολή των στεφανιαίων αρτηριών και δυνητικά οδηγεί σε έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Όλα τα μη-εκλεκτικά ΜΣΑΦ μπορεί να παρεμποδίζουν τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και να παρατείνουν την αιμορραγία μέσω της αναστολής της σύνθεσης των προσταγλανδινών. Η ταυτόχρονη χορήγηση δεξκετοπροφαίνης τρομεταμόλης και προφυλακτικών δόσεων ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους κατά τη μετεγχειρητική περίοδο έχει καθοριστεί με ελεγχόμενες κλινικές μελέτες και καμία επίδραση δεν παρατηρήθηκε στις παραμέτρους πηκτικότητας.
Εντούτοις, ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία η οποία παρεμβαίνει στην αιμόσταση, όπως η βαρφαρίνη ή άλλες κουμαρίνες ή ηπαρίνες, πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή (βλέπε παράγραφο 4.5).
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς έχουν περισσότερες πιθανότητες να υποφέρουν από καρδιαγγειακή ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.2).
Δερματικές αντιδράσεις
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές μπορεί να είναι θανατηφόρες, συμπεριλαμβανομένων της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με τη χρήση των ΜΣΑΦ (βλέπε παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς εμφανίζονται να ανήκουν στην κατηγορία υψηλού κινδύνου αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών από την έναρξη της θεραπείας, η έναρξη της ανεπιθύμητης ενέργειας στις περισσότερες περιπτώσεις συμβαίνει μέσα στον πρώτο μήνα της θεραπείας. Με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλαβών του βλεννογόνου ή οποιοδήποτε άλλο σημείο υπερευαισθησίας πρέπει να διακοπεί η χορήγηση του Viaxal.
Απόκρυψη συμπτωμάτων υποκείμενων λοιμώξεων
Το Viaxal μπορεί να αποκρύψει συμπτώματα λοίμωξης, οδηγώντας ενδεχομένως σε καθυστερημένη έναρξη της κατάλληλης αγωγής και, επομένως, επιδεινώνοντας την έκβαση της λοίμωξης. Αυτό έχει παρατηρηθεί σε περιστατικά βακτηριακής πνευμονίας της κοινότητας και βακτηριακών επιπλοκών της ανεμευλογιάς. Όταν το Viaxal χορηγείται για την ανακούφιση από τον πυρετό ή τον πόνο σε σχέση με λοίμωξη, συνιστάται η παρακολούθηση της λοίμωξης. Σε μη νοσοκομειακά περιβάλλοντα, ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλευτεί γιατρό, εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται.
Κατ’ εξαίρεση, η ανεμοβλογιά μπορεί να είναι η προέλευση σοβαρών λοιμωδών επιπλοκών στους δερματικούς και μαλακούς ιστούς. Μέχρι σήμερα, ο ρόλος των ΜΣΑΦ στην επιδείνωση αυτών των λοιμώξεων δεν μπορεί να αποκλειστεί. Επομένως, είναι ενδεδειγμένο να αποφεύγεται η χρήση του Viaxal σε περίπτωση ανεμοβλογιάς.
Άλλες πληροφορίες
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με:
-
κληρονομική διαταραχή του μεταβολισμού της πορφυρίνης (π.χ. οξεία διαλείπουσα πορφυρία)
-
αφυδάτωση
-
αμέσως μετά από μείζονα χειρουργική επέμβαση.
Αν ο γιατρός θεωρεί αναγκαία τη μακρόχρονη θεραπεία με τη δεξκετοπροφαίνη, θα πρέπει τακτικά να ελέγχεται η ηπατική και η νεφρική λειτουργία, καθώς και να γίνεται ανάλυση αίματος.
Σοβαρές οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικό σοκ, για παράδειγμα) έχουν παρατηρηθεί σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις. Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί στα πρώτα σημάδια των σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας σε συνέχεια της πρόσληψης του Viaxal. Ανάλογα με τα συμπτώματα, οποιεσδήποτε απαιτούμενες ιατρικές διαδικασίες θα πρέπει να ξεκινήσουν από ειδικούς επαγγελματίες υγείας.
Οι ασθενείς με άσθμα συνδυασμένο με χρόνια ρινίτιδα, χρόνια ιγμορίτιδα και/ή ρινική πολυποδίαση έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αλλεργίας στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ και/ή ΜΣΑΦ από ότι ο υπόλοιπος πληθυσμός. Χορήγηση αυτού του φαρμάκου μπορεί να προκαλέσει κρίσεις άσθματος ή βρογχόσπασμο, ιδιαίτερα σε υποκείμενα αλλεργικά στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή ΜΣΑΦ (βλέπε παράγραφο 4.3).
Το διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που πάσχουν από διαταραχές του αιμοποιητικού συστήματος, συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή μεικτή νόσο του κολλαγόνου.
Σε μεμονωμένες περιπτώσεις έχει περιγραφεί επιδείνωση της μόλυνσης των μαλακών ιστών η οποία συνδέεται χρονικά με τη χρήση των ΜΣΑΦ.
Έτσι, ο ασθενής εάν εμφανισθούν συμπτώματα βακτηριακής μόλυνσης ή επιδεινωθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει αμέσως να συμβουλευτεί τον γιατρό του.
Αυτό το φάρμακο περιέχει μέχρι 200 mg αλκοόλης (αιθανόλη) σε κάθε φύσιγγα των 2 ml, που είναι ισοδύναμη με 3 mg/kg/δόση (10% w/v). Η ποσότητα ανά μία φύσιγγα (2 ml) αυτού του φαρμάκου είναι ισοδύναμη με 5 ml μπύρας ή 2 ml κρασί.
Η μικρή ποσότητα της αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δε θα έχει αξιοσημείωτες επιδράσεις.
Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, δηλαδή είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφαλής χρήση σε παιδιά και εφήβους δεν έχει τεκμηριωθεί.
Οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις εμφανίζονται με τα μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), γενικώς:
Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί:
-
Άλλα ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένων εκλεκτικών αναστολέων κυκλοοξυγενάσης-2) και υψηλών δόσεων σαλικυλικών (≥ των 3 g ημερησίως): συγχορήγηση πολλών ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικού έλκους και αιμορραγίας μέσω της συνεργικής δράσης.
-
Αντιπηκτικά: τα ΜΣΑΦ μπορεί να εντείνουν την επίδραση των αντιπηκτικών, όπως η βαρφαρίνη (βλέπε παράγραφο 4.4) λόγω της ισχυρής δέσμευσης της δεξκετοπροφαίνης από τις πρωτεΐνες του πλάσματος, της αναστολής της λειτουργίας των αιμοπεταλίων ή βλάβης του βλεννογόνου του δωδεκαδακτύλου. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί ο συνδυασμός, τότε πρέπει να γίνεται κάτω από αυστηρό ιατρικό έλεγχο και να παρακολουθούνται οι εργαστηριακές αναλύσεις.
-
Ηπαρίνες: αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (λόγω της αναστολής της λειτουργίας των αιμοπεταλίων και της βλάβης του βλεννογόνου του δωδεκαδακτύλου). Εάν δεν μπορεί να
αποφευχθεί ο συνδυασμός, τότε πρέπει να γίνεται κάτω από αυστηρό ιατρικό έλεγχο και να παρακολουθούνται οι εργαστηριακές αναλύσεις.
-
Κορτικοστεροειδή: υπάρχει αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή αιμορραγίας (βλέπε παράγραφο 4.4).
-
Λίθιο (περιγράφεται με αρκετά ΜΣΑΦ): Τα ΜΣΑΦ αυξάνουν τα επίπεδα του λιθίου στο αίμα, τα οποία μπορεί να φθάσουν σε τοξικά επίπεδα (μειωμένη νεφρική απέκκριση του λιθίου). Η παράμετρος αυτή απαιτεί έλεγχο κατά την έναρξη, την αναπροσαρμογή και τη διακοπή της αγωγής με δεξκετοπροφαίνη.
-
Η methotrexate, χορηγούμενη σε υψηλές δόσεις ≥15 mg/εβδομαδιαίως: αυξημένη αιματολογική τοξικότητα της methotrexate μέσω μειωμένης νεφρικής κάθαρσής της από τα αντιφλεγμονώδη γενικώς.
-
Υδαντοΐνες και σουφλοναμίδες: οι τοξικές επιδράσεις αυτών των φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν.
Συνδυασμοί που απαιτούν προσοχή:
-
Διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ, αντιμικροβιακές αμινογλυκοσίδες και ανταγωνιστές υποδοχέων της αγγειοτανσίνης ΙΙ: Η δεξκετοπροφαίνη μπορεί να μειώσει τη δράση των διουρητικών και άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων. Σε μερικούς ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένοι ασθενείς ή ηλικιωμένοι με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία), η συγχορήγηση φαρμάκων που αναστέλλουν την κυκλοοξυγενάση και αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές υποδοχέων της αγγειοτανσίνης ΙΙ ή αντιβακτηριακές αμινογλυκοσίδες μπορεί να προκαλέσουν επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης της δεξκετοπροφαίνης και ενός διουρητικού, είναι απαραίτητο να εξασφαλίζεται επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς και να ελέγχεται η νεφρική λειτουργία με την έναρξη της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
- Μεθοτρεξάτη, χορηγούμενη σε χαμηλές δόσεις, λιγότερο από 15 mg εβδομαδιαίως: αυξημένη αιματολογική τοξικότητα της μεθοτρεξάτης μέσω της μειωμένης νεφρικής κάθαρσής της από τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, γενικώς. Εβδομαδιαίος αιματολογικός έλεγχος κατά τις πρώτες εβδομάδες της συγχορήγησης του φαρμάκου.
Χρειάζεται αυξημένη επαγρύπνηση με την παρουσία έστω και ήπιας νεφρικής ανεπάρκειας, καθώς και σε ηλικιωμένους.
-
Πεντοξυφυλλίνη: Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας. Να ενταθεί η κλινική παρακολούθηση και να ελέγχεται συχνότερα ο χρόνος αιμορραγίας.
-
Ζιδοβουδίνη: Κίνδυνος αυξημένης τοξικότητας επί των ερυθρών αιμοσφαιρίων μέσω δράσης στα δικτυοερυθροκύτταρα με την εμφάνιση βαριάς μορφής αναιμίας μία εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας με ΜΣΑΦ.
Να ελέγχεται συνολικώς η γενική εξέταση αίματος, καθώς και τα δικτυοερυθροκύτταρα μία ή δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ΜΣΑΦ.
-
Σουλφονυλουρίες: Tα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν την υπογλυκαιμική δράση των σουλφονυλουριών με την εκτόπιση αυτών από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:
-
Β-αποκλειστές: Η θεραπεία με ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική δράση τους μέσω της αναστολής της σύνθεσης των προσταγλανδινών.
-
Κυκλοσπορίνη και τακρόλιμους: Η νεφροτοξικότητα μπορεί να επιδεινωθεί από τα ΜΣΑΦ μέσω δράσεως επί των νεφρικών προσταγλανδινών. Κατά τη διάρκεια συνδυασμένης θεραπείας, η νεφρική λειτουργία πρέπει να ελέγχεται.
-
Θρομβολυτικά: Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.
-
Αντι-αιμοπεταλιακοί παράγοντες και εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs): αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλέπε παράγραφο 4.4).
-
Προβενεσίδη: Οι συγκεντρώσεις της δεξκετοπροφαίνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν. Η αλληλεπίδραση αυτή ίσως να οφείλεται σε έναν ανασταλτικό μηχανισμό επί της νεφρικής
σωληναριακής έκκρισης και της γλυκορουνικής σύζευξης και απαιτεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας της δεξκετοπροφαίνης.
-
Καρδιακοί γλυκοσίδες: Τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση γλυκοσίδων στο πλάσμα.
-
Μιφεπριστόνη: Υπάρχει ένας θεωρητικός κίνδυνος ότι οι αναστολείς της συνθετάσης των προσταγλανδινών μπορεί να μεταβάλλουν την αποτελεσματικότητα της μιφεπριστόνης. Περιορισμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η συγχορήγηση ΜΣΑΦ την ημέρα χορήγησης της προσταγλανδίνης δεν επηρεάζει αρνητικά τις επιδράσεις της μιφεπριστόνης ή της προσταγλανδίνης στην ωρίμανση του τραχήλου της μήτρας ή τη συσταλτικότητα της μήτρας και δεν μειώνει την κλινική αποτελεσματικότητα στην ιατρογενή διακοπή της κύησης.
-
Αντιβιοτικά της ομάδας των κινολονών: Δεδομένα από ζώα έδειξαν ότι υψηλές δόσεις κινολόνης σε συνδυασμό με ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης σπασμών.
-
Τενοφοβίρη: η ταυτόχρονη χρήση με τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει το άζωτο ουρίας στο πλάσμα και την κρεατινίνη, η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται προκειμένου να ελέγχεται μια δυνητική συνεργική επίδραση στη νεφρική λειτουργία.
-
Δεφερασιρόξη: η ταυτόχρονη χρήση με ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικής τοξικότητας. Απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση όταν η δεφερασιρόξη συνδυάζεται με αυτές τις ουσίες.
-
Πεμετρεξίδη: η ταυτόχρονη χρήση με ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσει την αποβολή της πεμετρεξίδης, επομένως, πρέπει να δίδεται προσοχή όταν χορηγούνται υψηλότερες δόσεις ΜΣΑΦ. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης από 45 έως 79 ml/min), η ταυτόχρονη χορήγηση πεμετρεξίδης με δόσεις ΜΣΑΦ θα πρέπει να αποφεύγεται για 2 ημέρες πριν και 2 ημέρες μετά τη χορήγηση πεμετρεξίδης.
To διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης και της γαλουχίας (βλέπε παράγραφο 4.3).
Κύηση
Αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επιδράσει ενάντια στην κύηση και/ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες έχουν αναφέρει αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακών δυσμορφιών και γαστρόσχιση μετά τη χρήση ενός αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών στην αρχή της κύησης. Ο απόλυτος κίνδυνος καρδιαγγειακών δυσμορφιών αυξήθηκε από λιγότερο του 1% σε περίπου 1,5%. Πιστεύεται ότι ο κίνδυνος αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Στα ζώα, η χορήγηση του αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών έχει δείξει ότι προκαλεί αυξημένη προ- και μετά- απώλεια εμφύτευσης και εμβρυϊκή θνησιμότητα. Επιπλέον, αυξημένα γεγονότα διαφόρων δυσμορφιών, συμπεριλαμβανομένου καρδιαγγειακής, έχουν αναφερθεί σε ζώα στα οποία έχει χορηγηθεί αναστολέας της σύνθεσης των προσταγλανδινών κατά τη διάρκεια της οργανογεννετικής περιόδου. Εντούτοις, μελέτες σε ζώα με δεξκετοπροφαίνη δεν έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Από την 20ή εβδομάδα της εγκυμοσύνης και μετά, η χρήση της δεξκετοπροφαίνης μπορεί να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο που οφείλεται σε νεφρική δυσλειτουργία του εμβρύου. Αυτό μπορεί να εμφανιστεί λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμο μετά τη διακοπή της. Επιπλέον, υπήρξαν αναφορές συστολής του αρτηριακού πόρου μετά από θεραπεία στο δεύτερο τρίμηνο, οι περισσότερες από τις οποίες υποχώρησαν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Επομένως, κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της κύησης, η δεξκετοπροφαίνη δεν πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν θεωρηθεί απαραίτητο. Εάν η δεξκετοπροφαίνη λαμβάνεται από μία γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης, η δόση θα πρέπει να είναι χαμηλή και η διάρκεια της θεραπείας όσο πιο σύντομη γίνεται. Η προγεννητική παρακολούθηση για ολιγοϋδράμνιο και για συστολή αρτηριακού πόρου θα πρέπει να εξετάζεται μετά την έκθεση στη δεξκετοπροφαίνη για αρκετές ημέρες από την 20ή
εβδομάδα κύησης και μετά. Η δεξκετοπροφαίνη θα πρέπει να διακοπεί, αν διαπιστωθεί ολιγοϋδράμνιο ή διαστολή αρτηριακού πόρου.
Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδίνης μπορεί να εκθέσουν το έμβρυο σε:
-
καρδιοπνευμονική τοξικότητα (πρόωρη συστολή/σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση)
-
νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραπάνω).
τη μητέρα και το νεογνό, στο τέλος της κύησης, σε:
-
πιθανή παράταση του χρόνου αιμορραγίας, μία αντι-συσσωρευτική επίδραση η οποία μπορεί να συμβεί και με πολύ χαμηλές δόσεις
-
αναστολή των συστολών της μήτρας το οποίο έχει σαν επακόλουθο την καθυστέρηση ή την παράταση του τοκετού.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η δεξκετοπροφαίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Το Viaxal αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλέπε παράγραφο 4.3).
Γονιμότητα
Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η χρήση της δεξκετοπροφαίνης τρομεταμόλης μπορεί να εξασθενήσουν την γυναικεία γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Θα πρέπει να εξετάζεται η αποχή από τη δεξκετοπροφαίνη τρομεταμόλη σε γυναίκες που έχουν δυσχέρεια σύλληψης ή υπόκεινται σε διερεύνηση υπογονιμότητας.
ν
Το Viaxal διάλυμα για ένεση/έγχυση μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ζάλη, διαταραχές όρασης ή υπνηλία. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να μειωθούν η ικανότητα αντίδρασης και η ικανότητα ενεργής συμμετοχής σε οδική κυκλοφορία και χειρισμού μηχανημάτων.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν ως τουλάχιστον πιθανώς σχετιζόμενες με τη δεξκετοπροφαίνη κατά τις κλινικές μελέτες με δεξκετοπροφαίνη, καθώς και οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν μετά την κυκλοφορία του Viaxal διάλυμα για ένεση/έγχυση στην αγορά ταξινομούνται στον παρακάτω πίνακα κατά οργανικό σύστημα και με τη συχνότητα που εμφανίζονται:
| ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΟΡΓΑΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ | ΣΥΧΝΕΣ(≥1/100 έως<1/10) | ΟΧΙ ΣΥΧΝΕΣ(≥1/1.000 έως <1/100) | ΣΠΑΝΙΕΣ (≥1/10.000έως <1/1.000) | ΠΟΛΥ ΣΠΑΝΙΕΣ (< 1/10.000) | ΜΗ ΓΝΩΣΤΕΣ(δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμαδεδομένα) |
| Διαταραχές | --- | Αναιμία | Ουδετεροπενία | --- | |
| αίματος και | Θρομβοκυτοπεν | ||||
| λεμφικού | ία | ||||
| συστήματος |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | --- | --- | Οίδημα λάρυγγος | Αναφυλακτική αντίδράση, συμπεριλαμβαν ομένου του αναφυλακτικούσοκ | --- |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | --- | --- | Υπεργλυκαιμί α, υπογλυκαιμία, υπερτριγλυκερ ιδαιμία,ανορεξία | --- | --- |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | --- | Αϋπνία | --- | --- | |
| Διαταραχές νευρικού συστήματος | --- | Κεφαλαλγία, ζάλη, υπνηλία | Παραισθησίες, συγκοπή | --- | --- |
| Οφθαλμικές διαταραχές | --- | Θάμβος όρασης | --- | --- | |
| Διαταραχές ώτων και λαβυρίνθου | --- | --- | Εμβοές | --- | --- |
| Καρδιακές διαταραχές | --- | --- | Εκτακτοσυστολές, ταχυκαρδία | --- | Σύνδρομο Κούνη |
| Αγγειακές διαταραχές | --- | Υπόταση, έξαψη | Υπέρταση, επιπολής θρομβοφλεβίτιδα | --- | --- |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακος και τουμεσοθωρακίου | --- | --- | Βραδύπνοια | Βρογχόσπασμος,δύσπνοια | --- |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Ναυτία, έμετος | Κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψία δυσκοιλιότητα αιματέμεση ξηροστομία | Έλκος πεπτικού, αιμορραγία έλκους πεπτικού ή διάτρηση έλκους πεπτικού (βλέπε παράγραφο4.4) | Παγκρεατίτιδα | --- |
| Διαταραχές του ήπατος και τωνχοληφόρων | --- | --- | Ηπατοκυτταρι κή βλάβηίκτερος | --- | --- |
| Διαταραχές του δέρματος και | --- | Δερματίτιδα, εξάνθημα, | Κνίδωση, ακμή | ΣύνδρομοStevens Johnson, τοξική | Σταθερόφαρμακευτικό εξάνθημα |
| τουυποδόριου ιστού | κνησμός, αυξημένη εφίδρωση | επιδερμική νεκρόλυση (Σύνδρομο Lyell’s), αγγειο οίδημα, οίδημα προσώπου, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας | |||
| Διαταραχές μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | --- | --- | Ακαμψία μυών ή αρθρώσεων, επώδυνες μυϊκες συσπάσεις, πόνος στηράχη | --- | --- |
| Διαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος | --- | --- | Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, πολυουρία, άλγη νεφρών, κετονουρία,πρωτεϊνουρία | Νεφρίτιδα ή νεφρωσικό σύνδρομο | --- |
| Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος και μαστών | --- | --- | Διαταραχές εμμήνου ρήσεως, διαταραχές τουπροστάτη | --- | --- |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορηγήσεως | Πόνος στο σημείο της ένεσης, αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης συμπεριλαμβα νομένης της φλεγμονής, μελάνιασμα ήαιμορραγία | Πυρετός, εξασθένιση, άλγος, ρίγη | Ρίγος, περιφερικό οίδημα | --- | --- |
| Εργαστηριακές εξετάσεις | --- | --- | Επηρεασμένες εξετάσεις ήπατικής λειτουργίας | --- | --- |
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γαστρεντερικής φύσεως.
Πεπτικό έλκος, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία μπορούν να συμβούν, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, μερικές φορές θανατηφόρα (βλέπε παράγραφο 4.4). Μετά τη χορήγηση έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες: ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, μέλαινα, αιματέμεση, ελκώδης στοματίτιδα, έξαρση κολίτιδας και της νόσου του Crohn (βλέπε παράγραφο 4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Λιγότερο συχνά έχει
αναφερθεί γαστρίτιδα. Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Όπως και με τα άλλα ΜΣΑΦ, οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανισθούν: Άσηπτη μηνιγγίτιδα που πιθανώς εμφανίζεται κυρίως σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή μικτή νόσο του συνδετικού ιστού και αιματολογικές αντιδράσεις (πορφύρα, απλαστική και αιμολυτική αναιμία, σπανίως ακκοκιοκυτταραιμία και μυελική υποπλασία).
Φυσαλιδώδεις αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων του Σύνδρομου Stevens Johnson και της Τοξικής Επιδερμικής Νεκρόλυσης (πολύ σπάνια):
Κλινική μελέτη και επιδημιολογικά δεδομένα δηλώνουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακρόχρονη θεραπεία) μπορεί να συσχετίζονται με μικρή αύξηση του κινδύνου για αρτηριακά θρομβοτικά συμβάματα (για παράδειγμα, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό) (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει την συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται που αναγράφεται παρακάτω:
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562, Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: +30 21 32040380/337
Φαξ: +30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Η συμπτωματολογία της υπερδοσολογίας δεν είναι γνωστή. Παρόμοια φαρμακευτικά προϊόντα έχουν προκαλέσει γαστρεντερικές (έμετος, ανορεξία, κοιλιακό άλγος) και νευρολογικές (υπνηλία, ίλιγγο, αποπροσανατολισμό, κεφαλαλγία) διαταραχές.
Σε περίπτωση τυχαίας ή υπερβολικής λήψης, ενδείκνυται άμεση συμπτωματική θεραπεία σύμφωνα με την κλινική κατάσταση του ασθενούς.
Η δεξκετοπροφαίνη μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοκάθαρση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - VIAXAL 50MG/2ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγωγα προπιονικού οξέος
ATC code: M01AE
Η δεξκετοπροφαίνη είναι το άλας της τρομεθαμίνης του S-(+)-2-(3-benzoylphenyl) propionic acid, ένα αναλγητικό, αντιφλεγμονώδες και αντιπυρετικό φάρμακο, το οποίο ανήκει στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (M01AE).
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης των μη-στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων συσχετίζεται με τη μείωση της σύνθεσης των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την οδό της κυκλοοξυγονάσης.
Ειδικότερα, υπάρχει μία αναστολή στον μετασχηματισμό του αραχιδονικού οξέος σε κυκλικά ενδουπεροξείδια, PGG2 και PGH2, τα οποία παράγουν τις προσταγλανδίνες PGE1, PGE2, PGF2A και PGD2 και επίσης την προστακυκλίνη PGI2 και τις θρομβοξάνες (ΤxA2 και TxB2). Επιπλέον, η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει και άλλους μεσολαβητές φλεγμονής, όπως τις κινίνες, προκαλώντας μία έμμεση δράση, η οποία είναι πρόσθετη της άμεσης δράσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε πειραματόζωα και σε ανθρώπους έχει αποδειχθεί ότι η δεξκετοπροφαίνη είναι αναστολέας της ενεργότητας των COX-1 και COX-2.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Κλινικές μελέτες που εκτελέστηκαν σε διάφορα πρότυπα πόνου αποδεικνύουν την αποτελεσματική αναλγητική δράση της τρομεθαμιλικής δεξκετοπροφαίνης.
Το αναλγητικό αποτέλεσμα της ενδομυϊκώς και ενδοφλεβίως χορηγούμενης τρομεθαμιλικής δεξκετοπροφαίνης στην αντιμετώπιση μέτριας ή ισχυρής εντάσεως άλγους ερευνήθηκε σε αρκετά πρότυπα χειρουργικού άλγους (ορθοπεδικά και γυναικολογικά/κοιλιακές επεμβάσεις), καθώς επίσης και μυοσκελετικού άλγους (πρότυπο οξείας οσφυαλγίας) και κολικού νεφρού.
Στις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν η εμφάνιση της αναλγητικής δράσης ήταν ταχεία και το μέγιστο αναλγητικό αποτέλεσμα παρατηρήθηκε εντός 45 min. Η διάρκεια του αναλγητικού αποτελέσματος μετά από χορήγηση 50 mg τρομεθαμιλικής δεξκετοπροφαίνης είναι συνήθως 8 ώρες.
Κλινικές μελέτες σε μετεγχειρητικό άλγος έδειξαν ότι όταν το διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal χορηγήθηκε σε συνδυασμό με οπιοειδή μείωσε σημαντικά την κατανάλωση οπιοειδών. Σε μελέτες μετεγχειρητικού άλγους κατά τις οποίες οι ασθενείς έπαιρναν μορφίνη από συσκευή αναλγησίας ελεγχόμενη από τον ασθενή, οι ασθενείς που έπαιρναν δεξκετοπροφαίνη χρειάζονταν σημαντικά λιγότερη μορφίνη (μεταξύ 30-45% λιγότερη) από ότι οι ασθενείς της ομάδας placebo.
Απορρόφηση
Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση της τρομεθαμιλικής δεξκετοπροφαίνης σε ανθρώπους, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται σε 20 λεπτά (κυμαίνεται από 10-45 λεπτά). Για δοσολογία 25 και 50 mg σε εφάπαξ χορήγηση η περιοχή κάτω από την καμπύλη βρέθηκε να είναι ανάλογη μετά από ενδομυϊκή και ενδοφλέβια χορήγηση.
Κατανομή
Όπως και με άλλα φάρμακα με υψηλό ποσοστό σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (99%), ο όγκος κατανομής του έχει μέση τιμή χαμηλότερη από 0,25 l/kg. Η ημιπερίοδος της κατανομής είναι περίπου 0,35 ώρες και η ημιπερίοδος της αποβολής είναι 1-2,7 ώρες.
Σε φαρμακοκινητικές μελέτες πολλαπλών δόσεων παρατηρήθηκε ότι η Cmax και η AUC μετά από την τελευταία ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση δεν διαφέρει από εκείνη που επετεύχθη μετά από εφάπαξ δόση, αποδεικνύοντας ότι το φάρμακο δεν αθροίζεται.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Μετά τη χορήγηση της τρομεθαμιλικής δεξκετοπροφαίνης στα ούρα ανιχνεύεται μόνο το S-(+) εναντιομερές, αποδεικνύοντας ότι δεν γίνεται μετατροπή στο R-(-) εναντιομερές στον άνθρωπο.
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου είναι η γλυκουρονιδική σύζευξη και στη συνέχεια η νεφρική απέκκριση.
Ηλικιωμένοι
Σε υγιείς ηλικιωμένους (πάνω από 65 ετών) η έκθεση ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από ότι σε νέους εθελοντές μετά από απλή και επαναλαμβανόμενη χορήγηση (μέχρι 55%) ενώ δεν υπάρχει στατιστική διαφορά στη μέγιστη συγκέντρωση και στον χρόνο επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης. Η μέση ημιπερίοδος απέκκρισης παρατείνεται μετά από απλή και επαναλαμβανόμενη δόση (μέχρι 48%) και η ολική αποβολή είναι εμφανώς μειωμένη.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - VIAXAL 50MG/2ML
Αιθανόλη (96%) Νάτριο χλωριούχο
Νατρίου υδροξείδιο (για ρύθμιση pH) Ύδωρ για ενέσιμα
Το διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal δεν πρέπει να αναμιγνύεται σε μικρό όγκο (π.χ. σε μία σύριγγα) με διαλύματα ντοπαμίνης, προμεθαζίνης, πενταζοσίνης, πεθιδίνης ή υδροξυζίνης, διότι επιφέρει καθίζηση του διαλύματος.
Τα αραιωμένα διαλύματα για έγχυση που παρασκευάζονται όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6.6 δεν πρέπει να αναμιγνύονται με προμεθαζίνη και πενταζοσίνη.
Το προϊόν αυτό δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φάρμακα, εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
4 χρόνια
Μετά την αραίωση σύμφωνα με τις οδηγίες που δίνονται στο κεφ. 6.6, το αραιωμένο διάλυμα εφόσον προστατεύεται από το φως της ημέρας, έχει αποδειχθεί ότι είναι χημικώς σταθερό για 24 ώρες όταν φυλάσσεται σε θερμοκρασία μέχρι 25°C.
Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως.
Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, τότε ο χρόνος και οι συνθήκες φύλαξης είναι υπό την ευθύνη του χρήστη και οπωσδήποτε δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερος από 24 ώρες σε θερμοκρασία 2-8°C, εκτός εάν η αραίωση έγινε κάτω από αυστηρά ελεγχόμενες και τεκμηριωμένα άσηπτες συνθήκες.
Φυλάσσετε τις φύσιγγες στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.
Έγχρωμες φύσιγγες υάλου τύπου Ι που περιέχουν 2 ml διαλύματος για ένεση/έγχυση. Κουτιά που περιέχουν: 5, 6, 10, 20, 50 ή 100 φύσιγγες.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Το διάλυμα για ένεση/έγχυση Viaxal έχει δειχθεί ότι είναι συμβατό, όταν αναμιγνύεται σε μικρό όγκο (π.χ. μία σύριγγα) με ενέσιμα διαλύματα ηπαρίνης, λιδοκαΐνης, μορφίνης και θεοφυλλίνης.
Για χορήγηση ως ενδοφλέβια έγχυση, το περιεχόμενο μιας φύσιγγας (2 ml) του Viaxal διάλυμα για ένεση/έγχυση πρέπει να αραιωθεί με όγκο 30 έως 100 ml φυσιολογικού ορού, γλυκόζης ή γαλακτικού διαλύματος Ringer. Το διάλυμα πρέπει να παρασκευασθεί ασήπτως και να προστατευθεί από το φυσικό φως της ημέρας (βλέπε επίσης παράγραφο 6.3). Το αραιωμένο διάλυμα είναι διαυγές.
To Viaxal διάλυμα για ένεση/έγχυση αραιωμένο σε όγκο 100 ml φυσιολογικού ορού ή διαλύματος γλυκόζης δείχνει ότι είναι συμβατό με τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα: ντοπαμίνης, ηπαρίνης, υδροξυζίνης, λιδοκαΐνης, μορφίνης, πεθιδίνης και θεοφυλλίνης.
Δεν έχει παρατηρηθεί προσρόφηση της δραστικής όταν αραιωμένα διαλύματα του Viaxal διάλυμα για ένεση/έγχυση διατηρήθηκαν σε πλαστικούς σάκκους ή συσκευές χορήγησης παρασκευασμένους από Ethyl Vinyl Acetate (EVA), Cellulose Propionate (CP), Low Density PolyEthylene (LDPE) και PolyVinyl Chloride (PVC).
To Viaxal διάλυμα για ένεση/έγχυση προορίζεται για μία μόνο χρήση και κάθε περίσσεια φαρμάκου πρέπει να απορρίπτεται. Πριν τη χορήγηση, το διάλυμα πρέπει οπτικά να ελεγχθεί για να βεβαιωθεί ότι είναι διαυγές και άχρωμο, δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση που παρατηρηθούν ότι περιέχει σωματίδια.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.