Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ: ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟ ΜΕ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

XEOMIN PD.INJ.SOL 100 LD50 UNITS/VIAL

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΟΝΙΣ ΓΙΑ ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

MERZ PHARMACEUTICALS GMBH, GERMANY

Τελευταία ενημέρωση SmPC

20/12/18
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - XEOMIN 100 LD50

Ενδείξεις

Το XEOMIN ενδείκνυται για τη συμπτωματική αντιμετώπιση σε ενήλικες

  • του βλεφαρόσπασμου και του ημίσπασμου προσώπου,

  • της αυχενικής δυστονίας επικρατούσας περιστροφικής μορφής (σπασμωδικό ραιβόκρανο),

  • της σπαστικότητας του άνω άκρου,

  • της χρόνιας σιελόρροιας λόγω νευρολογικών διαταραχών.

    Το XEOMIN ενδείκνυται για τη συμπτωματική αντιμετώπιση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 2 έως 17 ετών και βάρους ≥ 12 kg

  • της χρόνιας σιελόρροιας που οφείλεται σε νευρολογικές / νευροαναπτυξιακές διαταραχές.

Δοσολογία

Λόγω διαφορών στις μονάδες τίτλου δραστικότητας, οι δόσεις μονάδων για το XEOMIN δεν μπορούν να εναλλαχθούν με εκείνες για άλλα σκευάσματα βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α.

Για λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις κλινικές μελέτες με XEOMIN σε σύγκριση με συμβατικό σύμπλεγμα βοτουλινικής τοξίνης τύπου A (900 kD), βλ. παράγραφο 5.1.

Το XEOMIN πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από ιατρούς που διαθέτουν την κατάλληλη εκπαίδευση και την απαιτούμενη εμπειρία στην εφαρμογή της βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α.

Η βέλτιστη δόση, συχνότητα και ο αριθμός σημείων ένεσης πρέπει να καθορίζονται από τον ιατρό ατομικά για κάθε ασθενή. Απαιτείται τιτλοποίηση της δόσης.

Οι συνιστώμενες μονήρεις δόσεις του XEOMIN δεν πρέπει να υπερβαίνονται.

Δοσολογία

Βλεφαρόσπασμος και ημίσπασμος προσώπου

Η αρχική συνιστώμενη δόση είναι 1,25-2,5 μονάδες σε κάθε σημείο ένεσης. Η αρχική δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 25 μονάδες ανά οφθαλμό. Η συνολική δοσολογία δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 50 μονάδες ανά οφθαλμό και ανά συνεδρία. Επανάληψη της θεραπείας θα πρέπει γενικά να πραγματοποιείται σε διαστήματα όχι συχνότερα των 12 εβδομάδων. Τα χρονικά διαστήματα θεραπείας θα πρέπει να καθορίζονται με βάση την πραγματική κλινική ανάγκη του κάθε ασθενούς.

Ο μέσος χρόνος έως την πρώτη εμφάνιση δράσης παρατηρείται εντός τεσσάρων ημερών μετά την ένεση. Το αποτέλεσμα της θεραπείας με XEOMIN γενικά διαρκεί περίπου 3-5 μήνες, εντούτοις, μπορεί να διαρκέσει για σημαντικά μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα.

Στις επαναληπτικές συνεδρίες, η δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι δύο φορές, εάν η ανταπόκριση στην αρχική θεραπεία θεωρείται ανεπαρκής. Εντούτοις, δεν φαίνεται να λαμβάνεται πρόσθετο όφελος από την ένεση άνω των 5,0 μονάδων ανά σημείο.

Οι ασθενείς με ημίσπασμο προσώπου θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως στον μονομερή βλεφαρόσμασμο.

Σπασμωδικό ραιβόκρανο

Για τη θεραπεία του σπασμωδικού ραιβόκρανου, η δοσολογία του XEOMIN πρέπει να προσαρμόζεται ειδικά στον κάθε ασθενή, με βάση τη θέση της κεφαλής και του αυχένα του ασθενούς, τον εντοπισμό του ενδεχόμενου πόνου, τη μυϊκή υπερτροφία, το βάρος του ασθενούς και την ανταπόκριση στην ένεση.

Δεν πρέπει να χορηγούνται με ένεση περισσότερες από 200 μονάδες για τον πρώτο κύκλο της θεραπείας, με προσαρμογές να γίνονται στις επόμενες συνεδρίες, ανάλογα με την απόκριση. Δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται η συνολική δόση των 300 μονάδων ανά συνεδρία. Δεν πρέπει να χορηγούνται περισσότερες από 50 μονάδες σε ένα μεμονωμένο σημείο ένεσης.

Η πρώτη εμφάνιση δράσης παρατηρείται κατά μέσο όρο εντός επτά ημερών μετά την ένεση. Το αποτέλεσμα της θεραπείας με XEOMIN γενικά διαρκεί περίπου 3-4 μήνες, εντούτοις, μπορεί να διαρκέσει για σημαντικά μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα. Μεσοδιαστήματα θεραπείας μικρότερα των 10 εβδομάδων δεν συνιστώνται. Τα μεσοδιαστήματα θεραπείας θα πρέπει να καθορίζονται με βάση την πραγματική κλινική ανάγκη του κάθε ασθενούς.

Σπαστικότητα άνω άκρου

Η ακριβής δόση και ο αριθμός των θέσεων ένεσης πρέπει να προσαρμόζεται ειδικά στον κάθε ασθενή, με βάση το μέγεθος, τον αριθμό και τη θέση των μυών που ενέχονται, τη σοβαρότητα της σπαστικότητας και την παρουσία τοπικής μυϊκής αδυναμίας.

Συνιστώμενες δόσεις θεραπείας ανά μυ:

Κλινική εικόνα Μονάδες Αριθμός
Μυς (εύρος) θέσεων
ένεσης ανά
μυ
Κεκαμμένος καρπός
Κερκιδικός καμπτήρας του καρπού 25-100 1-2
Ωλένιος καμπτήρας του καρπού 20-100 1-2
Σφιγμένη γροθιά
Επιπολής καμπτήρας των δακτύλων 25-100 2
Εν τω βάθει καμπτήρας των δακτύλων 25-100 2
Κεκαμμένος αγκώνας
Βραχιονοκερκιδικός 25-100 1-3
Δικέφαλος 50-200 1-4
Βραχιόνιος 25-100 1-2
Πρηνισμός αντιβραχίου
Τετράγωνος πρηνιστής 10-50 1
Στρογγυλός πρηνιστής 25-75 1-2
Αντίχειρας προς την παλάμη
Μακρός καμπτήρας του αντίχειρα 10-50 1
Προσαγωγός του αντίχειρα 5-30 1
Βραχύς καμπτήρας του αντίχειρα/ 5-30 1
Αντιθετικός του αντίχειρα
Προς τα έσω Συστροφή/Έκταση/Προσαγωγή Ώμου
Δελτοειδής, pars clavicularis 20-150 1-3
Πλατύς ραχιαίος 25-150 1-4
Μείζων θωρακικός 20-200 1-6
Υποπλάτιος 15-100 1-4
Μείζων στρογγυλός 20-100 1-2

Η μέγιστη ολική δόση για την θεραπεία της σπαστικότητας άνω άκρου δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 500 μονάδες ανά θεραπευτική συνεδρία και δεν πρέπει να χορηγούνται περισσότερες από 250 μονάδες στους μύες του ώμου.

Οι ασθενείς ανέφεραν την έναρξη της δράσης 4 ημέρες μετά τη θεραπεία. Το μέγιστο αποτέλεσμα ως βελτίωση του μυϊκού τόνου έγινε αντιληπτό εντός 4 εβδομάδων. Γενικά, το αποτέλεσμα της θεραπείας διήρκεσε 12 εβδομάδες, εν τούτοις μπορεί να διαρκέσει σημαντικά περισσότερο ή λιγότερο.

Η επαναλαμβανόμενη θεραπεία δεν θα πρέπει γενικά να πραγματοποιείται σε διαστήματα συχνότερα των 12 εβδομάδων. Τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των θεραπειών πρέπει να καθορίζονται με βάση τις πραγματικές κλινικές ανάγκες κάθε ασθενούς.

Χρόνια σιελόρροια (ενήλικες)

Θα πρέπει να χρησιμοποιείται ανασυσταθέν διάλυμα συγκέντρωσης 5 μονάδων/0,1 ml.

Το XEOMIN χορηγείται με ένεση στους παρωτιδικούς και στους υπογνάθιους αδένες και στις δύο πλευρές (συνολικά 4 ενέσεις ανά θεραπεία). Η δόση διαιρείται σε αναλογία 3:2 μεταξύ των παρωτιδικών και των υπογνάθιων αδένων ως εξής:

Αδένας Μονάδες Όγκος
Παρωτιδικοί αδένες 30 ανά πλευρά 0,6 ml ανά ένεση
Υπογνάθιοι αδένες 20 ανά πλευρά 0,4 ml ανά ένεση

Το σημείο της ένεσης θα πρέπει να είναι κοντά στο κέντρο του αδένα.

Η συνιστώμενη δόση ανά θεραπεία είναι 100 μονάδες. Δε θα πρέπει να υπερβαίνεται η μέγιστη δόση. Τα μεσοδιαστήματα θεραπείας θα πρέπει να καθορίζονται με βάση την πραγματική κλινική ανάγκη του κάθε ασθενούς.

Δεν συνίσταται επανάληψη της θεραπείας σε διαστήματα συχνότερα των 16 εβδομάδων.

Χρόνια σιελόρροια (παιδιά/έφηβοι)

Θα πρέπει να χρησιμοποιείται ανασυσταθέν διάλυμα συγκέντρωσης 2,5 μονάδων/0,1 ml.

Το XEOMIN χορηγείται με ένεση στους παρωτιδικούς και στους υπογνάθιους αδένες και στις δύο πλευρές (συνολικά 4 ενέσεις ανά θεραπεία). Η προσαρμοσμένη σύμφωνα με το σωματικό βάρος δόση διαιρείται σε αναλογία 3:2 μεταξύ των παρωτιδικών και των υπογνάθιων αδένων όπως υποδεικνύεται

στον παρακάτω πίνακα. Δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις για τη δοσολογία για παιδιά με βάρος χαμηλότερο από 12 kg.

Σωματικό βάρος Παρωτιδικός αδένας, κάθε πλευρά Υπογνάθιος αδένας, κάθε πλευρά Συνολική δόση αδένων και στις δύο πλευρές
Δόση ανά αδένα Όγκος ανά ένεση Δόση ανά αδένα Όγκος ανά ένεση
[kg] [Μονάδες] [ml] [Μονάδες] [ml] [Μονάδες]
≥ 12 και < 15 6 0,24 4 0,16 20
≥ 15 και < 19 9 0,36 6 0,24 30
≥ 19 και < 23 12 0,48 8 0,32 40
≥ 23 και < 27 15 0,60 10 0,40 50
≥ 27 και < 30 18 0,72 12 0,48 60
≥ 30 22,5 0,90 15 0,60 75

Το σημείο της ένεσης θα πρέπει να είναι κοντά στο κέντρο του αδένα.

Τα μεσοδιαστήματα θεραπείας θα πρέπει να καθορίζονται με βάση την πραγματική κλινική ανάγκη του κάθε ασθενούς.

Η επανάληψη της θεραπείας θα πρέπει να μην είναι συχνότερη των 16 εβδομάδων.

Όλες οι ενδείξεις

Εάν δεν εμφανιστεί θεραπευτική δράση εντός ενός μηνός από την αρχική ένεση, πρέπει να ληφθούν τα ακόλουθα μέτρα:

  • Κλινική επαλήθευση του αποτελέσματος της νευροτοξίνης στο μυ στον οποίο έγινε η ένεση: π.χ. ηλεκτρομυογραφική διερεύνηση σε εξειδικευμένες εγκαταστάσεις

  • Ανάλυση των λόγων της μη ανταπόκρισης, π.χ. κακή απομόνωση των μυών στους οποίους επρόκειτο να χορηγηθεί η ένεση, πολύ χαμηλή δόση, κακή τεχνική ένεσης, μόνιμη σύσπαση, πολύ ασθενής ανταγωνιστής, ενδεχόμενη ανάπτυξη αντισωμάτων

  • Αναθεώρηση της θεραπείας με βοτουλινική νευροτοξίνη τύπου A ως επαρκούς θεραπείας

  • Σε περίπτωση που δεν εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της αρχικής θεραπείας, ένας επιπρόσθετος κύκλος θεραπείας μπορεί να λάβει χώρα υπό τις ακόλουθες συνθήκες:

1) προσαρμογή της δόσης σε σχέση με την ανάλυση της πιο πρόσφατης αποτυχίας απόκρισης, 2) εντοπισμός των εμπλεκόμενων μυών με τεχνικές όπως η ηλεκτρομυογραφική καθοδήγηση, 3) δεν γίνεται υπέρβαση του συνιστώμενου ελάχιστου διαστήματος μεταξύ της αρχικής και της επαναληπτικής θεραπείας

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του XEOMIN για ενδείξεις εκτός αυτής που περιγράφεται για τον παιδιατρικό πληθυσμό στην ενότητα 4.1 δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν μπορούν να δοθούν συστάσεις δοσολογίας για ενδείξεις εκτός της χρόνιας σιελόρροιας σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 2 έως 17 ετών και βάρους ≥ 12 kg.

Τα διαθέσιμα παιδιατρικά κλινικά δεδομένα για το XEOMIN περιγράφονται στην ενότητα 5.1. Τρόπος χορήγησης

Όλες οι ενδείξεις

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6. Μετά την ανασύσταση, το XEOMIN πρέπει να χρησιμοποιηθεί για μία μόνο συνεδρία ένεσης και για ένα μόνο ασθενή.

Το XEOMIN προορίζεται για ενδομυϊκή και ενδοαδενική (εντός των σιελογόνων αδένων) χορήγηση.

Βλεφαρόσπασμος και ημίσπασμος προσώπου

Μετά την ανασύσταση, το διάλυμα XEOMIN χορηγείται με ένεση στο μύ χρησιμοποιώντας μια κατάλληλη στείρα βελόνη (π.χ. διαμετρήματος 27-30 / διαμέτρου 0,30-0,40 mm/μήκους 12,5 mm). Δεν είναι απαραίτητη ηλεκτρομυογραφική καθοδήγηση. Συνιστάται ενέσιμος όγκος περίπου 0,05 έως 0,1ml.

Το XEOMIN χορηγείται με ένεση στον μέσο και πλευρικό σφιγκτήρα μυ του άνω βλεφάρου και στον πλευρικό σφιγκτήρα μυ του κάτω βλεφάρου. Μπορεί να χορηγηθεί με ένεση σε επιπρόσθετα σημεία στην περιοχή των φρυδιών, του έξω σφιγκτήρα μυ των βλεφάρων και στην άνω περιοχή του προσώπου εάν οι σπασμοί στις περιοχές αυτές εμποδίζουν την όραση.

Σε περιπτώσεις μονομερούς βλεφαρόσπασμου οι ενέσεις θα πρέπει να περιορίζονται στον οφθαλμό που επηρεάζεται.

Οι ασθενείς με ημίσπασμο προσώπου θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως στον μονομερή βλεφαρόσπασμο.

Δεν υπάρχει εμπειρία από ενέσεις στην κατώτερη περιοχή του προσώπου από κλινικές μελέτες με το XEOMIN. Δεν θα πρέπει να πραγματοποιείται ένεση στους μύες της κατώτερης περιοχής του προσώπου λόγω έκδηλου κινδύνου τοπικής αδυναμίας μετά από ενέσεις βοτουλινικής τοξίνης στην περιοχή αυτή σε ασθενείς με ημίσπασμο προσώπου, όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία.

Σπασμωδικό ραιβόκρανο

Μια κατάλληλη στείρα βελόνη (π.χ. διαμετρήματος 25-30 / διαμέτρου 0,30-0,50 mm/μήκους 37 mm) χρησιμοποιείται για ενέσεις στους επιφανειακούς μύες, και μια βελόνη π.χ. διαμετρήματος 22 / διαμέτρου 0,70 mm/μήκους 75 mm μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ενέσεις σε βαθύτερους μύες. Συνιστάται ενέσιμος όγκος περίπου 0,1 έως 0,5 ml ανά σημείο ένεσης.

Για τη θεραπεία του σπασμωδικού ραιβόκρανου, το XEOMIN χορηγείται με ένεση στον στερνοκλειδομαστοειδή, ανελκτήρα της ωμοπλάτης, σκαληνό, σπληνιοειδή κεφαλικό ή/και τραπεζοειδή μυ(-ες). Αυτός ο κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός, καθώς οποιοσδήποτε από τους μύες που είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο της θέσης της κεφαλής ενδέχεται να εμπλέκεται και να απαιτεί συνεπώς θεραπεία. Εάν παρουσιάζονται δυσκολίες στην απομόνωση μεμονωμένων μυών, οι ενέσεις πρέπει να διενεργούνται χρησιμοποιώντας τεχνικές όπως η ηλεκτρομυογραφική καθοδήγηση ή το υπερηχογράφημα. Η μυϊκή μάζα και ο βαθμός υπερτροφίας ή ατροφίας είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή της κατάλληλης δόσης.

Πολλαπλά σημεία ένεσης επιτρέπουν στο XEOMIN την πιο ομοιόμορφη κάλυψη των εννευρωμένων περιοχών των δυστονικών μυών και είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για μεγαλύτερους μύες. Ο ιδανικός αριθμός σημείων ένεσης εξαρτάται από το μέγεθος του μυός που πρόκειται να απονευρωθεί χημικά.

Δεν πρέπει να γίνονται αμφοτερόπλευρες ενέσεις στον στερνοκλειδομαστοειδή, διότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών (ειδικά δυσφαγίας) όταν χορηγούνται αμφοτερόπλευρες ενέσεις ή δόσεις άνω των 100 U στο συγκεκριμένο μυ.

Σπαστικότητα άνω άκρου

Το ανασυσταθέν XEOMIN χορηγείται με ένεση χρησιμοποιώντας κατάλληλη στείρα βελόνη (π.χ. μια βελόνη διαμετρήματος 26 / διαμέτρου 0,45 mm / μήκους 37 mm χρησιμοποιείται για ενέσεις στους επιφανειακούς μύες, και μια μακρύτερη βελόνη π.χ. διαμετρήματος 22 / διαμέτρου 0,70 mm / μήκους 75 mm μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ενέσεις σε βαθύτερους μύες).

Συνιστάται εντοπισμός των εμπλεκόμενων μυών με τεχνικές όπως η ηλεκτρομυογραφική καθοδήγηση και το υπερηχογράφημα σε περίπτωση οποιασδήποτε δυσκολίας στην απομόνωση των μεμονωμένων μυών. Πολλαπλά σημεία ένεσης ενδέχεται να επιτρέπουν στο XΕΟΜΙΝ την πιο ομοιόμορφη επαφή με τις εννευρωμένες περιοχές των μυών και είναι ιδιαίτερα χρήσιμα όταν γίνεται ένεση σε μεγαλύτερους μύες.

Χρόνια σιελόρροια (ενήλικες/παιδιά/έφηβοι)

Μετά από την ανασύσταση το διάλυμα XEOMIN χορηγείται με ένεση ενδοαδενικά, χρησιμοποιώντας κατάλληλη αποστειρωμένη βελόνη (π.χ. βελόνη διαμετρήματος 27-30/διαμέτρου 0,30-0,40 mm/μήκους 12,5 mm).

Για τον εντοπισμό των προς ένεση σιελογόνων αδένων στους ενήλικες μπορεί να γίνεται χρήση είτε ανατομικών οροσήμων είτε καθοδήγησης μέσω υπερήχων, όμως θα πρέπει να προτιμάται η μέθοδος καθοδήγησης με υπερήχους καθώς αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα. (βλ. παράγραφο 5.1).

Για τη θεραπεία των παιδιών και των εφήβων θα πρέπει να χρησιμοποιείται καθοδήγηση μέσω υπερήχων. Στα παιδιά και στους εφήβους πριν από την ένεση μπορεί να χορηγείται τοπική αναισθησία (όπως τοπική αναισθητική κρέμα), ηρεμιστικό φάρμακο ή αναισθησία σε συνδυασμό με ηρεμιστικό φάρμακο, μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου και ανάλογα με την τοπικά ακολουθούμενη πρακτική.

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

  • Γενικευμένες διαταραχές της μυϊκής δραστηριότητας (π.χ. βαριά μυασθένεια, σύνδρομο Lambert-Eaton).

  • Μόλυνση ή φλεγμονή στο προτεινόμενο σημείο της ένεσης.

Προειδοποιήσεις

Ιχνηλασιμότητα:

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος πρέπει να καταγράφονται με σαφήνεια.

Γενικά:

Πριν χορηγήσει το XEOMIN, ο/η ιατρός πρέπει να εξοικειωθεί με την ανατομία του ασθενούς και με οποιεσδήποτε ανατομικές παρεκκλίσεις λόγω προγενέστερων χειρουργικών διαδικασιών.

Θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε να εξασφαλιστεί ότι το XEOMIN δεν εγχύεται μέσα σε αιμοφόρο αγγείο.

Το XEOMIN πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή:

  • Εάν υπάρχουν αιμορραγικές διαταραχές οποιουδήποτε τύπου

  • Σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτική θεραπεία ή άλλες ουσίες που θα μπορούσαν να έχουν αντιπηκτική δράση.

Οι κλινικές επιδράσεις της βοτουλινικής νευροτοξίνης τύπου A μπορεί να αυξηθούν ή να μειωθούν με τις επαναλαμβανόμενες ενέσεις. Οι πιθανοί λόγοι των αλλαγών στο κλινικό αποτέλεσμα είναι οι διαφορετικές τεχνικές ανασύστασης, τα επιλεγόμενα διαστήματα μεταξύ των ενέσεων, τα σημεία ένεσης, καθώς και η οριακά μεταβλητή δραστικότητα της τοξίνης ως αποτέλεσμα της χρησιμοποιούμενης διαδικασίας βιολογικού ελέγχου ή δευτερεύουσας μη απόκρισης.

Τοπική και απομακρυσμένη διασπορά της επίδρασης της τοξίνης

Ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να προκληθούν από λανθασμένο εντοπισμό του σημείου της ένεσης της βοτουλινικής νευροτοξίνης τύπου A, με αποτέλεσμα την προσωρινή παράλυση των γειτονικών μυϊκών ομάδων. Μεγάλες δόσεις ενδέχεται να προκαλέσουν παράλυση σε μύες μακριά από το σημείο της ένεσης.

Υπήρξαν αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών πιθανά σχετιζόμενες με τη διάχυση της βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α σε θέσεις απομακρυσμένες από το σημείο της ένεσης (βλ. παράγραφο 4.8). Μερικές από αυτές μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή και έχουν υπάρξει αναφορές θανάτου, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις σχετίζονταν με δυσφαγία, πνευμονία ή/και σημαντική αδυναμία.

Ασθενείς στους οποίους χορηγούνται θεραπευτικές δόσεις ενδέχεται να παρουσιάσουν υπερβολική μυϊκή αδυναμία. Περιπτώσεις ιατρογενούς αλλαντίασης έχουν αναφερθεί μετά από ένεση προϊόντων βοτουλινικής τοξίνης.

Οι ασθενείς και οι παρέχοντες φροντίδα πρέπει να ενημερώνονται ότι θα πρέπει να ζητήσουν άμεση ιατρική φροντίδα σε περίπτωση που παρουσιάσουν οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα που συνάδουν με την εξάπλωση της επίδρασης της βοτουλινικής τοξίνης ή εάν εμφανιστούν διαταραχές στην κατάποση, στην ομιλία ή αναπνευστικές διαταραχές (βλ παράγραφο 4.9).

Δυσφαγία αναφέρθηκε επίσης μετά από ένεση σε σημεία εκτός του μυϊκού συστήματος του αυχένα. Προ-υπάρχουσες νευρομυϊκές διαταραχές

Ασθενείς με νευρομυϊκές διαταραχές, μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο υπερβολικής μυϊκής αδυναμίας ειδικά όταν η θεραπεία χορηγείται ενδομυϊκά. Το προϊόν βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α πρέπει να χρησιμοποιείται υπό την επίβλεψη εξειδικευμένου ιατρού στους συγκεκριμένους ασθενείς και πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν το όφελος από τη θεραπεία θεωρείται ότι υπερισχύει του κινδύνου.

Γενικά ασθενείς με ιστορικό εισρόφησης ή δυσφαγίας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται όταν αντιμετωπίζονται αυτοί οι ασθενείς για αυχενική δυστονία.

Το XEOMIN πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή:

  • σε ασθενείς που πάσχουν από πλαγία μυατροφική σκλήρυνση

  • σε ασθενείς με άλλες νόσους οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα περιφερική νευρομυϊκή δυσλειτουργία

  • σε μύες-στόχους οι οποίοι εμφανίζουν έντονη αδυναμία ή ατροφία

    Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

    Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί με προϊόντα βοτουλινικής νευροτοξίνης τύπου Α. Αν εμφανιστούν σοβαρές (π.χ. αναφυλακτικές αντιδράσεις) ή / και άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, θα πρέπει να εφαρμοσθεί κατάλληλη ιατρική θεραπεία.

    Δημιουργία αντισωμάτων

    Πολύ συχνές δόσεις μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο δημιουργίας αντισωμάτων, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχία της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.2).

    Η πιθανότητα σχηματισμού αντισωμάτων μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με χρήση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης κατά τα μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα μεταξύ των ενέσεων όπως ενδείκνυται κλινικά.

    Παιδιατρικός πληθυσμός

    Αυθόρμητες αναφορές πιθανής απομακρυσμένης διασποράς της τοξίνης έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια για άλλα σκευάσματα Βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α σε παιδιατρικούς ασθενείς με συνοδά νοσήματα, κυρίως με εγκεφαλική παράλυση. Γενικά η δόση που χρησιμοποιήθηκε σε αυτές τις περιπτώσεις ήταν μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη για τα προϊόντα αυτά.

    Έχουν υπάρξει σπάνιες αυθόρμητες αναφορές θανάτου ορισμένες φορές σχετιζόμενου με πνευμονία από εισρόφηση σε παιδιά με σοβαρή εγκεφαλική παράλυση μετά από θεραπεία με προϊόντα βοτουλινικής τοξίνης, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης χρήσης εκτός ενδείξεων (π.χ. περιοχή του λαιμού). Ο κίνδυνος θεωρείται ιδιαίτερα υψηλός για παιδιατρικούς ασθενείς με κακή υποκείμενη κατάσταση υγείας ή ασθενείς με σοβαρή νευρολογική αδυναμία, δυσφαγία ή ασθενείς με ιστορικό πρόσφατης πνευμονίας από εισρόφηση ή πάθηση των πνευμόνων.

    Προειδοποιήσεις για συγκεκριμένες ενδείξεις

    Βλεφαρόσπασμος και ημίσπασμος προσώπου

    Ενέσεις κοντά στον ανελκτήρα μυ του άνω βλεφάρου πρέπει να αποφεύγονται για να μειωθεί ο κίνδυνος πτώσης. Διπλωπία ενδέχεται να εμφανιστεί ως αποτέλεσμα της διάχυσης της βοτουλινικής νευροτοξίνης τύπου A στον κάτω λοξό μυ. Η αποφυγή έσω ενέσεων στο κάτω βλέφαρο μπορεί να μειώσει αυτήν την ανεπιθύμητη ενέργεια.

    Λόγω του αντιχολινεργικού αποτελέσματος της βοτουλινικής νευροτοξίνης τύπου A, το XEOMIN πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με πιθανότητα εμφάνισης γλαυκώματος κλειστής γωνίας.

    Για να αποφευχθεί το εκτρόπιο, πρέπει να αποφεύγονται ενέσεις στην περιοχή του κάτω βλεφάρου, και απαιτείται εντατική θεραπεία οποιουδήποτε επιθηλιακού ελαττώματος. Αυτή μπορεί να συμπεριλαμβάνει προστατευτικές σταγόνες, αλοιφές, μαλακούς φακούς επαφής, ή κλείσιμο του οφθαλμού με επίθεμα ή άλλα μέσα.

    Το μειωμένο ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων μετά την ένεση του XEOMIN στον σφιγκτήρα μπορεί να οδηγήσει σε έκθεση του κερατοειδούς, επίμονα επιθηλιακά ελαττώματα και έλκη του κερατοειδούς, ειδικά σε ασθενείς με διαταραχές των κρανιακών νεύρων (προσωπικού νεύρου). Προσεκτικός έλεγχος της ευαισθησίας του κερατοειδούς απαιτείται σε ασθενείς με προγενέστερες οφθαλμικές χειρουργικές επεμβάσεις.

    Στους μαλακούς ιστούς του βλεφάρου παρουσιάζεται εύκολα εκχύμωση. Η άμεση απαλή πίεση στο σημείο της ένεσης μπορεί να μειώσει αυτόν τον κίνδυνο.

    Σπασμωδικό ραιβόκρανο

    Το XEOMIN πρέπει να χορηγείται προσεκτικά κατά την έγχυση σε θέσεις κοντά σε ευαίσθητες δομές, όπως οι καρωτιδικές αρτηρίες, οι κορυφές των πνευμόνων και ο οισοφάγος.

    Ασθενείς οι οποίοι προηγουμένως βρίσκονταν σε ακινησία ή με καθιστική ζωή πρέπει να παρακινηθούν να αρχίσουν ξανά σταδιακά τις δραστηριότητές τους μετά την ένεση του XEOMIN .

    Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι οι ενέσεις με XEOMIN για τη θεραπεία του σπασμωδικού ραιβόκρανου μπορεί να προκαλέσουν ήπια έως σοβαρή δυσφαγία με κίνδυνο εισρόφησης και δύσπνοια. Ενδέχεται να χρειαστεί ιατρική παρέμβαση (π.χ. με τη μορφή γαστρικού σωλήνα σίτισης) (βλ. παράγραφο 4.8). Ο περιορισμός της δόσης που χορηγείται με ένεση στον στερνοκλειδομαστοειδή μυ σε λιγότερο από 100 μονάδες μπορεί να μειώσει την εμφάνιση δυσφαγίας. Ασθενείς με μικρότερη αυχενική μυϊκή μάζα, ή ασθενείς που απαιτούν αμφοτερόπλευρες ενέσεις στους στερνοκλειδομαστοειδείς μύες διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο. Η εμφάνιση δυσφαγίας αποδίδεται στη διάχυση του φαρμακολογικού αποτελέσματος του XEOMIN ως αποτέλεσμα της διάχυσης της νευροτοξίνης στο μυϊκό σύστημα του οισοφάγου.

    Σπαστικότητα άνω άκρου

    Το XEOMIN θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή όταν η ένεση πραγματοποιείται σε σημεία κοντά σε ευαίσθητες δομές όπως η καρωτιδική αρτηρία, οι κορυφές των πνευμόνων και ο οισοφάγος.

    Ασθενείς οι οποίοι προηγουμένως βρίσκονταν σε ακινησία ή με καθιστική ζωή πρέπει να παρακινηθούν να αρχίσουν ξανά σταδιακά τις δραστηριότητές τους μετά την ένεση του XEOMIN .

    Το XEOMIN ως θεραπεία για εστιακή σπαστικότητα έχει μελετηθεί σε συνδυασμό με συνήθη πρότυπα θεραπευτικά σχήματα και δεν προορίζεται για αντικατάσταση αυτών των θεραπευτικών σχημάτων. Το XEOMIN δεν είναι πιθανό να είναι αποτελεσματικό στη βελτίωση του εύρους κίνησης μιας άρθρωσης που εμφανίζει μόνιμη μυική σύσπαση.

    Έχουν αναφερθεί νέες επιληπτικές κρίσεις ή επαναλαμβανόμενες κρίσεις, συνήθως σε ασθενείς που έχουν προδιάθεση. Η ακριβής σχέση μεταξύ αυτών των επεισοδίων και της χορήγησης βοτουλινικής τοξίνης δεν έχει τεκμηριωθεί.

    Χρόνια σιελόρροια (ενήλικες/παιδιά/έφηβοι)

    Σε περιπτώσεις σιελόρροιας προκληθείσας από φαρμακευτική αγωγή (π.χ. αριπιπραζόλη, κλοζαπίνη, πυριδοστιγμίνη) θα πρέπει καταρχάς να εξετάζεται η δυνατότητα αντικατάστασης, μείωσης ή ακόμα και διακοπής της φαρμακευτικής αγωγής που την προκαλεί πριν τη χρήση του XEOMIN για τη θεραπεία της σιελόρροιας.

    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του XEOMIN σε ασθενείς με σιελόρροια προκληθείσα από φαρμακευτική αγωγή δεν έχει ερευνηθεί.

    Σε περιπτώσεις ανάπτυξης ξηροστομίας που σχετίζεται με τη χορήγηση του XEOMIN θα πρέπει να εξετάζεται μείωση της δόσης.

    Συστήνεται έλεγχος από οδοντίατρο κατά την έναρξη της θεραπείας. Ο οδοντίατρος θα πρέπει να ενημερώνεται για τη θεραπεία της σιελόρροιας με XEOMIN ώστε να αποφασίσει για τα κατάλληλα μέτρα πρόληψης της εμφάνισης τερηδόνας.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.

Θεωρητικά, το αποτέλεσμα της βοτουλινικής νευροτοξίνης μπορεί να ενισχυθεί από αντιβιοτικά αμινογλυκοσίδης ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που παρεμβάλλονται στη νευρομυϊκή διαβίβαση, π.χ. μυοχαλαρωτικά τύπου τουβοκουραρίνης.

Συνεπώς, η συγχορήγηση του XEOMIN με αμινογλυκοσίδες ή σπεκτινομυκίνη απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Περιφερικά μυοχαλαρωτικά πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, μειώνοντας εάν απαιτείται τη δόση έναρξης του μυοχαλαρωτικού, ή χρησιμοποιώντας μια ουσία ενδιάμεσης δράσης όπως το βεκουρόνιο ή το ατρακούριο αντί ουσιών με πιο μακροχρόνια δράση.

Επίσης, κατά τη χρήση για την αντιμετώπιση της χρόνιας σιελόρροιας, η εφαρμογή ακτινοβολίας στο κεφάλι και τον αυχένα συμπεριλαμβανομένων των σιελογόνων αδένων και/ή η συγχορήγηση αντιχολινεργικών φαρμάκων (π.χ. ατροπίνη, γλυκοπυρρόνιο, σκοπολαμίνη) μπορεί να ενισχύσει τη δράση της τοξίνης. Η θεραπείας της σιελόρροιας με XEOMIN κατά τη διάρκεια ακτινοθεραπείας δεν συνιστάται.

Οι 4-αμινοκινολίνες μπορεί να μειώσουν το αποτέλεσμα του XEOMIN.

Κύηση

Εγκυμοσύνη

Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα από τη χρήση της βοτουλινικής νευροτοξίνης τύπου A σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Συνεπώς, το XEOMIN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο και το ενδεχόμενο όφελος δικαιολογεί τον κίνδυνο.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η βοτουλινική νευροτοξίνη τύπου A απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Συνεπώς, το XEOMIN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.

Γονιμότητα

Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βοτουλινικής νευροτοξίνης τύπου A. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις ως προς τη γονιμότητα αρσενικών ή θηλυκών κουνελιών (βλ. παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Το XEOMIN έχει μικρή ή μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι σε περιπτώσεις εξασθένισης, μυϊκής αδυναμίας, ζάλης,

διαταραχών της όρασης ή πτώσης βλεφάρων, θα πρέπει να αποφεύγουν την οδήγηση ή ενασχόληση με άλλες δυνητικά επικίνδυνες δραστηριότητες.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Συνήθως, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρούνται εντός της πρώτης εβδομάδας μετά τη θεραπεία και είναι παροδικής φύσεως. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να σχετίζονται με τη δραστική ουσία, την τεχνική της ένεσης, ή και τα δυο.

Ανεπιθύμητες ενέργειες ανεξάρτητα από την ένδειξη

Ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την εφαρμογή

Τοπικός πόνος, φλεγμονή, παραισθησία, υπαισθησία, ευαισθησία, διόγκωση, οίδημα, ερύθημα, κνησμός, εντοπισμένη λοίμωξη, αιμάτωμα, αιμορραγία ή/και μώλωπες ενδέχεται να σχετίζονται με την ένεση.

Πόνος σχετιζόμενος με τη βελόνα ή/και άγχος ενδέχεται να προκαλέσουν αντιδράσεις εκ του πνευμονογαστρικού, συμπεριλαμβανομένης παροδικής συμπτωματικής υπότασης, ναυτία, εμβοές και συγκοπή.

Ανεπιθύμητες ενέργειες της κατηγορίας ουσιών της βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α

Η τοπική μυϊκή αδυναμία είναι μια αναμενόμενη φαρμακολογική δράση της βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α.

Διάχυση της τοξίνης

Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη διάχυση της τοξίνης σε απόσταση από το σημείο χορήγησης έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια για να παράγουν συμπτώματα που είναι συμβατά με τις επιδράσεις της βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α (υπερβολική μυϊκή αδυναμία, δυσφαγία και πνευμονία εξ εισροφήσεως με θανατηφόρα έκβαση σε ορισμένες περιπτώσεις) (βλ. παράγραφο 4.4).

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Σοβαρές ή/και άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί σπάνια, συμπεριλαμβανομένων αναφυλαξίας, ορονοσίας, κνίδωσης, οιδήματος μαλακών μορίων και δύσπνοιας. Μερικές από αυτές τις αντιδράσεις έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συμβατικού συμπλόκου βοτουλινικής τοξίνης τύπου A είτε μόνου είτε σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που είναι γνωστό ότι προκαλούν παρόμοιες αντιδράσεις.

Ανεπιθύμητες ενέργειες από την κλινική εμπειρία

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με το XEOMIN. Οι κατηγορίες συχνότητας καθορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως

<1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Βλεφαρόσπασμος

Kατηγορία/οργανικό σύστημα Ανεπιθύμητες ενέργειες Συχνότητα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πονοκέφαλος, πάρεση προσώπου Όχι συχνές
Οφθαλμικές διαταραχές Πτώση βλεφάρου Πολύ συχνές
Ξηροφθαλμία, θολή όραση, διαταραχές όρασης Συχνές
Διπλωπία, αυξημένη δακρύρροια Όχι συχνές
Διαταραχές του γαστρεντερικού Ξηροστομία Συχνές
Δυσφαγία Όχι συχνές
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα Όχι συχνές
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μυϊκή αδυναμία Όχι συχνές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πόνος στο σημείο της ένεσης Συχνές
Κόπωση Όχι συχνές

Ημίσπασμος προσώπου

Για τον ημίσπασμο προσώπου αναμένονται παρόμοιες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως για το βλεφαρόσπασμο.

Σπασμωδικό ραιβόκρανο

Kατηγορία/οργανικό σύστημα Ανεπιθύμητες ενέργειες Συχνότητα
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος Συχνές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία, προσυγκοπή, ζάλη Συχνές
Διαταραχή της ομιλίας Όχι συχνές
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Δυσφωνία, δύσπνοια Όχι συχνές
Διαταραχές του γαστρεντερικού Δυσφαγία Πολύ συχνές
Ξηροστομία, ναυτία Συχνές
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Υπερίδρωση Συχνές
Εξάνθημα Όχι συχνές
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πόνος στον αυχένα, μυϊκή αδυναμία, μυαλγία, μυϊκοί σπασμοί, μυοσκελετική δυσκαμψία Συχνές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πόνος στο σημείο της ένεσης, εξασθένιση Συχνές

Η αντιμετώπιση του σπασμωδικού ραιβόκρανου μπορεί να προκαλέσει δυσφαγία ποικίλου βαθμού σοβαρότητας με το ενδεχόμενο εισρόφησης, το οποίο μπορεί να απαιτεί ιατρική παρέμβαση. Η δυσφαγία ενδέχεται να επιμείνει για δύο έως τρεις εβδομάδες μετά την ένεση, αλλά σε μία περίπτωση αναφέρθηκε διάρκεια πέντε μηνών.

Σπαστικότητα άνω άκρου

Kατηγορία/οργανικό σύστημα Ανεπιθύμητες ενέργειες Συχνότητα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία, υπαισθησία Όχι συχνές
Διαταραχές του γαστρεντερικού Ξηροστομία Συχνές
Δυσφαγία, ναυτία Όχι συχνές
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μυϊκή αδυναμία, πόνος στα άκρα, μυαλγία Όχι συχνές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Εξασθένιση Όχι συχνές
Πόνος στο σημείο της ένεσης Μη γνωστές

Χρόνια σιελόρροια (ενήλικες)

Kατηγορία/οργανικό σύστημα Ανεπιθύμητες ενέργειες Συχνότητα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Παραισθησία Συχνές
Διαταραχές του λόγου Όχι συχνές
Διαταραχές του γαστρεντερικού Ξηροστομία, δυσφαγία Συχνές
Διαφοροποίηση (αύξηση πυκνότητας) της σιέλου, δυσγευσία Όχι συχνές

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις επίμονης ξηροστομίας (> 110 ημέρες) σοβαρής έντασης, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν περαιτέρω επιπλοκές όπως ουλίτιδα, δυσφαγία και τερηδόνα.

Χρόνια σιελόρροια (παιδιά/έφηβοι)

Kατηγορία/οργανικό σύστημα Ανεπιθύμητες ενέργειες Συχνότητα
Διαταραχές του γαστρεντερικού Δυσφαγία Όχι συχνές
Διαφοροποίηση (αύξηση πυκνότητας) της σιέλου, ξηροστομία, στοματικό άλγος, τερηδόνα Μη γνωστές

Εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με μη γνωστή συχνότητα με τη χρήση του XEOMIN μετά την κυκλοφορία στην αγορά ανεξάρτητα από την ένδειξη.

Kατηγορία/οργανικό σύστημα Ανεπιθύμητες ενέργειες
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως διόγκωση, οίδημα (ακόμα και σε απόσταση από το σημείο ένεσης), ερύθημα, κνησμός, εξάνθημα (τοπικό και γενικευμένο) και δύσπνοια
Διαταραχές του μυοσκελετικού Μυϊκή ατροφία
συστήματος και του συνδετικού ιστού
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συμπτώματα ομοιάζοντα με γρίπη

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 213 2040380/337, Φαξ: + 30 210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

Υπερβολική δόση

Παρακαλούμε αναφερθείτε στις πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που σχετίζονται με την τοπική και απομακρυσμένη διασπορά της επίδρασης της τοξίνης στην παράγραφο 4.4.

Συμπτώματα υπερδοσολογίας:

Αυξημένες δόσεις βοτουλινικής νευροτοξίνης τύπου A μπορεί να προκαλέσουν έντονη νευρομυϊκή παράλυση σε απόσταση από το σημείο της ένεσης με μια ποικιλία συμπτωμάτων. Τα συμπτώματα ενδέχεται να περιλαμβάνουν γενικευμένο αίσθημα αδυναμίας, πτώση, διπλωπία, δυσχέρεια στην αναπνοή, δυσχέρεια στην ομιλία, παράλυση των αναπνευστικών μυών ή δυσκολία στην κατάποση με αποτέλεσμα πνευμονία εξ εισροφήσεως.

Μέτρα σε περίπτωση υπερδοσολογίας:

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας ή διάχυσης της τοξίνης, ο ασθενής θα πρέπει να τεθεί υπό ιατρική παρακολούθηση για συμπτώματα υπερβολικής μυϊκής αδυναμίας ή παράλυσης των μυών. Μπορεί να κριθεί αναγκαία συμπτωματική θεραπεία. Σε περίπτωση παράλυσης των αναπνευστικών μυών, μπορεί να χρειαστεί αναπνευστική υποστήριξη.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - XEOMIN 100 LD50

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλα μυοχαλαρωτικά, παράγοντες περιφερικής δράσης, κωδικός ATC: M03AX01

Η βοτουλινική νευροτοξίνη τύπου A αποκλείει τη χολινεργική διαβίβαση στη νευρομυϊκή σύναψη, αναστέλλοντας την απελευθέρωση ακετυλοχολίνης. Οι νευρικές απολήξεις της νευρομυϊκής σύναψης δεν ανταποκρίνονται πλέον στις νευρικές ώσεις, και η έκκριση του νευροδιαβιβαστή στις τελικές κινητικές πλάκες εμποδίζεται (χημική απονεύρωση). Η διαβίβαση της ώσης αποκαθίσταται μέσω της δημιουργίας νέων νευρικών απολήξεων και την επανασύνδεση με τις τελικές κινητικές πλάκες.

Μηχανισμός δράσης

Ο μηχανισμός δράσης μέσω του οποίου η βοτουλινική νευροτοξίνη τύπου A ασκεί τη δράση της στις χολινεργικές νευρικές απολήξεις μπορεί να περιγραφεί από μια ακολουθία τεσσάρων βημάτων, η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

  • Δέσμευση: Η βαριά αλυσίδα της βοτουλινικής νευροτοξίνης τύπου A δεσμεύεται με εξαιρετικά υψηλή επιλεκτικότητα και συγγένεια στους υποδοχείς που απαντώνται μόνο στις χολινεργικές απολήξεις.

  • Εσωτερίκευση: Εγκόλπωση της μεμβράνης της νευρικής απόληξης και πρόσληψη της τοξίνης εντός της νευρικής απόληξης (ενδοκυττάρωση).

  • Μετατόπιση: Το αμινοτελικό τμήμα της βαριάς αλυσίδας της νευροτοξίνης σχηματίζει έναν πόρο στην κυστιδική μεμβράνη, ο δισουλφιδικός δεσμός διασπάται και η ελαφριά αλυσίδα της νευροτοξίνης περνάει μέσω του πόρου στο κυτοσόλιο.

  • Αποτέλεσμα: Μετά την απελευθέρωση της ελαφριάς αλυσίδας, διασπά με μεγάλη εξειδίκευση την πρωτεΐνη-στόχο (SNAP 25), η οποία είναι απαραίτητη για την απελευθέρωση της ακετυλοχολίνης.

Η πλήρης επαναφορά της λειτουργίας της τελικής πλάκας/μετάδοσης των ώσεων μετά την ενδομυϊκή ένεση κανονικά λαμβάνει χώρα εντός 3-4 μηνών, καθώς εκφύονται νευρικές απολήξεις και επανασυνδέονται με την τελική κινητική πλάκα.

Αποτελέσματα των κλινικών μελετών

Θεραπευτική ισοδυναμία του XEOMIN σε σύγκριση με το προϊόν Botox που περιέχει το σύμπλοκο βοτουλινικής τοξίνης τύπου A (οναβοτουλινική τοξίνη A 900 kD) κατεδείχθη σε δύο συγκριτικές μελέτες μονής δόσης Φάσης III, μία σε ασθενείς με βλεφαρόσπασμο (μελέτη MRZ 60201-0003, n=300) και μία σε ασθενείς με αυχενική δυστονία (μελέτη MRZ 60201-0013, n=463). Τα αποτελέσματα της μελέτης δηλώνουν επίσης ότι το XEOMIN και αυτό το προϊόν σύγκρισης έχουν παρόμοιο προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας σε ασθενείς με βλεφαρόσπασμο ή αυχενική δυστονία όταν χρησιμοποιούνται σε αναλογία μετατροπής δόσης 1:1 (βλ. παράγραφο 4.2).

Βλεφαρόσπασμος

Το XEOMIN έχει μελετηθεί σε μια Φάσης ΙΙΙ, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη σε ένα σύνολο 109 ασθενών με βλεφαρόσπασμο. Οι ασθενείς είχαν κλινική διάγνωση καλοήθους ιδιοπαθούς βλεφαρόσπασμου, με αρχική τιμή στην Κλίμακα Βαθμολόγησης Γιάνκοβιτς (Jankovic Rating Scale, JRS) ≥ 2, και μια σταθερή ικανοποιητική θεραπευτική απόκριση σε προηγούμενες χορηγήσεις του υπό σύγκριση προϊόντος (οναβοτουλινική τοξίνη A).

Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (2:1) για να λάβουν μια μεμονωμένη χορήγηση του XEOMIN (n=75) ή εικονικού φαρμάκου (n=34), σε δόση η οποία ήταν παρόμοια (+/- 10%) με αυτή των 2 τελευταίων συνεδριών με Botox πριν την εισαγωγή στη μελέτη. Η υψηλότερη δόση που επιτράπηκε στη μελέτη αυτή ήταν 50 μονάδες ανά οφθαλμό. Η μέση δόση XEOMIN ήταν 32 μονάδες ανά οφθαλμό.

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η μεταβολή στη βαθμολογία σοβαρότητας στην κλίμακα JRS από την αρχική τιμή έως την Εβδομάδα 6 μετά την ένεση, στον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας (ITT), με τις τιμές που λείπουν να αντικαθίστανται από την πιο πρόσφατη τιμή του ασθενούς (προώθηση της τελευταίας παρατήρησης). Στον ITT πληθυσμό, η διαφορά μεταξύ της ομάδας XEOMIN και της ομάδας του εικονικού φαρμάκου στη μεταβολή από την αρχική τιμή της βαθμολογίας σοβαρότητας JRS έως την Εβδομάδα 6 ήταν -1,0 (95% CI: -1,4, -0,5) βαθμοί και ήταν στατιστικά

σημαντική (p <0,001).

Οι ασθενείς μπορούσαν να συνεχίσουν με την Περίοδο Παράτασης εάν μια νέα ένεση απαιτούνταν. Οι ασθενείς έλαβαν έως και πέντε ενέσεις XEOMIN με ελάχιστο μεσοδιάστημα μεταξύ δύο ενέσεων τουλάχιστον έξι εβδομάδων (συνολική διάρκεια μελέτης 48-69 εβδομάδες) και μέγιστη δόση 50 μονάδων ανά οφθαλμό. Κατά τη διάρκεια της συνολικής μελέτης, το μέσο διάστημα μεταξύ ενέσεων σε ασθενείς που έλαβαν ΧΕΟΜΙΝ (ΝΤ 201), κυμαίνονταν μεταξύ 10,14 (1ο διάστημα) και 12,00 εβδομάδες (2ο με 5ο διάστημα).

Μια άλλη διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη Φάσης ΙΙΙ με περίοδο επέκτασης της ανοικτής επισήμανσης διερεύνησε την αποτελεσματικότητα του XEOMIN σε σύνολο 61 ασθενών, με κλινική διάγνωση καλοήθους ιδιοπαθούς βλεφαρόσπασμου, με αρχική τιμή στην Κλίμακα Βαθμολόγησης Γιάνκοβιτς (Jankovic Rating Scale, JRS) ≥ 2, οι οποίοι δεν είχαν υποβληθεί σε καμία θεραπεία με βοτουλινική τοξίνη δηλ. δεν είχαν λάβει καμία θεραπεία με βοτουλινική τοξίνη για το βλεφαρόσπασμο για τουλάχιστον 12 μήνες πριν από τη χορήγηση του XEOMIN. Κατά την κύρια περίοδο (6-20 εβδομάδες), οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν μια μοναδική χορήγηση του XEOMIN σε δόσεις 12,5 μονάδων ανά οφθαλμό (n = 22), 25 μονάδων ανά οφθαλμό (n = 19) ή εικονικό φάρμακο (n = 20 ), αντίστοιχα. Οι ασθενείς που χρειάζονταν νέα ένεση θα μπορούσαν να συνεχίσουν στην περίοδο επέκτασης και έλαβαν μία περαιτέρω ένεση XEOMIN.

Στην κύρια περίοδο, η μέση διάρκεια του διαστήματος θεραπείας ήταν 6 εβδομάδες στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, 11 εβδομάδες στην ομάδα που έλαβε θεραπεία με 12,5 μονάδες ανά οφθαλμό και 20 εβδομάδες στην ομάδα που έλαβε θεραπεία με 25 μονάδες ανά οφθαλμό. Η μέση διαφορά βάσει ANCOVA LS έναντι του εικονικού φαρμάκου (95% CI) στην αλλαγή της τιμής στην Κλίμακα Βαθμολόγησης Γιάνκοβιτς (JRS) από την αρχική τιμή έως την εβδομάδα 6 ήταν -1,2 (-1,9, -0,6) στην ομάδα που έλαβε 25 μονάδες XEOMIN ανά οφθαλμό και ήταν στατιστικά σημαντική, ενώ η αντίστοιχη διαφορά έναντι του εικονικού φαρμάκου στην ομάδα που έλαβε XEOMIN 12,5 μονάδες ήταν -0,5 (-1,1, 0,2) η οποία δεν ήταν στατιστικά σημαντική.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου επέκτασης, οι ασθενείς έλαβαν ένεση XEOMIN (n = 39) σε μια μέση δόση περίπου 25 μονάδες (εύρος: 15 30 μονάδες) ανά οφθαλμό και η μέση διάρκεια του διαστήματος θεραπείας ήταν 19,9 εβδομάδες.

Σπασμωδικό ραιβόκρανο

Το XEOMIN έχει μελετηθεί σε μια Φάσης ΙΙΙ, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη σε σύνολο 233 ασθενών με αυχενική δυστονία. Οι ασθενείς είχαν κλινική διάγνωση αυχενικής δυστονίας επικρατούσας περιστροφικής μορφής, με αρχική τιμή στη συνολική βαθμολογία της Κλίμακας Βαθμολόγησης Σπασμωδικού Ραιβόκρανου Toronto Western (Toronto Western Spasmodic Torticollis Rating Scale, TWSTRS) ≥ 20. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (1: 1:1) για να λάβουν μια μεμονωμένη χορήγηση XEOMIN 240 μονάδων (n = 81), XEOMIN 120 μονάδων (n = 78) ή εικονικό φάρμακο (n = 74). Ο αριθμός και τα σημεία των ενέσεων θα προσδιορίζονταν από τον Ερευνητή.

Η κύρια μεταβλητή αποτελεσματικότητας ήταν η αλλαγή στη μέση τιμή της συνολικής βαθμολογίας TWSTRS με τη μέθοδο LS (least squares) από την έναρξη έως την Εβδομάδα 4 μετά την ένεση, στον πληθυσμό με Πρόθεση θεραπείας (ΙΤΤ) με τις τιμές που λείπουν να έχουν αντικατασταθεί από την αρχική τιμή του ασθενούς (πλήρες στατιστικό μοντέλο). Η αλλαγή στη συνολική βαθμολογία TWSTRS από την αρχική τιμή έως την Εβδομάδα 4 ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στις ομάδες του ΧΕΟΜΙΝ (ΝΤ 201), σε σχέση με την αλλαγή στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p <0,001 σε όλα τα στατιστικά μοντέλα). Οι διαφορές αυτές ήταν επίσης κλινικά σημαντικές: π.χ. -9,0 βαθμοί για την ομάδα των 240 μονάδων έναντι του εικονικού φαρμάκου, και -7,5 βαθμοί για την ομάδα των 120 μονάδων έναντι του εικονικού φαρμάκου στο πλήρες στατιστικό μοντέλο.

Οι ασθενείς μπορούσαν να συνεχίσουν με την Περίοδο Παράτασης εάν μια νέα ένεση απαιτούνταν. Οι ασθενείς έλαβαν έως και πέντε ενέσεις των 120 μονάδων ή 240 μονάδων XEOMIN με ελάχιστο μεσοδιάστημα μεταξύ δύο ενέσεων τουλάχιστον έξι εβδομάδων (συνολική διάρκεια της μελέτης 48-69 εβδομάδες). Με βάση το αίτημα του ασθενούς για επανάληψη της θεραπείας, η διάμεση διάρκεια απόκρισης μετά τη θεραπεία με Xeomin σε αυτή τη μελέτη (τόσο για τη διπλά τυφλή όσο και για την περίοδο επέκτασης ανοικτής επισήμανσης) ήταν 12 εβδομάδες (διατεταρτημοριακό διάστημα: 9 έως 15 εβδομάδες). Στην πλειονότητα των κύκλων ένεσης (96,3%) ο χρόνος για την επανάληψη της θεραπείας ήταν μεταξύ 6 και 22 εβδομάδων και σε μεμονωμένες περιπτώσεις έως 28 εβδομάδες.

Σπαστικότητα των άνω άκρων (ενήλικες)

Στη βασική μελέτη (διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική) που διενεργήθηκε σε ασθενείς με σπαστικότητα άνω άκρου μετά από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, 148 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν XΕΟΜΙΝ (n=73) ή εικονικό φάρμακο (n=75). Η αθροιστική δόση μετά από έως 6 επανειλημμένες θεραπείες σε μια κλινική δοκιμή ήταν κατά μέσο όρο 1333 μονάδες (μέγιστο 2395 μονάδες) σε μια περίοδο έως 89 εβδομάδων.

Όπως προσδιορίστηκε για την κύρια παράμετρο αποτελεσματικότητας (ποσοστά ανταπόκρισης για τους καμπτήρες του καρπού, βαθμολογία κλίμακας Ashworth, την εβδομάδα 4, η ανταπόκριση ορίζεται ως βελτίωση τουλάχιστον 1 βαθμού στη βαθμολογία της κλίμακας Ashworth 5 βαθμών), οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με το XEOMIN (ποσοστό ανταπόκρισης: 68,5%) είχαν 3,97 φορές υψηλότερη πιθανότητα να ανταποκριθούν στην αγωγή σε σχέση με ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο (ποσοστό απόκρισης: 37,3%, 95% CI: 1,90 έως 8,30, p < 0,001, πληθυσμός με πρόθεση θεραπείας, ITT).

Αυτή η μελέτη σταθερής δόσης δεν σχεδιάστηκε για τη διαφοροποίηση μεταξύ γυναικών και ανδρών ασθενών, ωστόσο σε μια ανάλυση post-hoc τα ποσοστά ανταπόκρισης ήταν υψηλότερα σε γυναίκες

(89,3%) σε σύγκριση με άνδρες (55,6%) ασθενείς, με τη διαφορά να είναι στατιστικά σημαντική μόνο για τις γυναίκες. Ωστόσο, τα ποσοστά απόκρισης σε άνδρες ασθενείς στην κλίμακα Ashworth μετά από 4 εβδομάδες σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με το XEOMIN ήταν σταθερά υψηλότερα σε όλες τις ομάδες μυών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Με βάση το αίτημα του ασθενούς για επανάληψη της θεραπείας, η μέση διάρκεια του αποτελέσματος σε αυτήν την βασική μελέτη, την οποία ακολούθησε περίοδος επέκτασης ανοικτής επισήμανσης, ήταν 14 εβδομάδες (Διατεταρτημοριακό διάστημα: 13 έως 17 εβδομάδες) και στην πλειονότητα των κύκλων ένεσης (95,9%) ο χρόνος έως την επανάληψη της θεραπείας κυμάνθηκε μεταξύ 12 και 28 εβδομάδων.

Τα ποσοστά ανταποκρινόμενων στην αγωγή ήταν παρόμοια σε άνδρες σε σύγκριση με γυναίκες στην περίοδο επέκτασης ανοιχτής επισήμανσης της βασικής μελέτης (σε αυτήν την περίοδο δοκιμής ήταν δυνατή η ευελιξία δόσης) στην οποία εγγράφηκαν 145 ασθενείς και πραγματοποιήθηκαν έως 5 κύκλοι ένεσης, καθώς και στην τυφλή για τον παρατηρητή (observer) μελέτη (αριθμός EudraCT 2006-003036-30) στην οποία η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του XEOMIN σε δύο διαφορετικές αραιώσεις σε 192 ασθενείς αξιολογήθηκαν σε ασθενείς με σπαστικότητα άνω άκρου διαφορετικής αιτιολογίας.

Σε μια άλλη διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη φάσης III συμμετείχαν συνολικά 317 πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς με σπαστικότητα του άνω άκρου τουλάχιστον τρεις μήνες μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Κατά την Κύρια Περίοδο (ΚΠ) μία προκαθορισμένη συνολική δόση του XΕΟΜΙΝ (400 μονάδες) χορηγήθηκε ενδομυϊκά στον καθορισμένο πρωταρχικό στόχο με βάση την κλινική εικόνα, επιλέγοντας ανάμεσα σε κεκαμμένο αγκώνα, κεκαμμένο καρπό ή σφιγμένη γροθιά, και σε άλλες πληγείσες ομάδες μυών (n = 210). Η επιβεβαιωτική ανάλυση των μεταβλητών πρωτογενούς και συν-πρωτογενούς αποτελεσματικότητας κατά την τέταρτη εβδομάδα μετά την ένεση έδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση στο ποσοστό ανταπόκρισης στην κλίμακα Ashworth, ή σε μεταβολές από την έναρξη στην κλίμακα Ashworth και στη Συνολική Εκτίμηση του Ερευνητή για τη Μεταβολή (Investigator’s Global Impression of Change, IGIC).

296 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία ολοκλήρωσαν την (ΚΠ) και συμμετείχαν στον πρώτο κύκλο Επέκτασης με Ανοικτή Επισήμανση (OLEX). Κατά την περίοδο επέκτασης στους ασθενείς χορηγήθηκαν έως και τρεις ενέσεις. Κάθε κύκλος Επέκτασης με Ανοικτή Επισήμανση περιλάμβανε μία μόνο συνεδρία θεραπείας (συνολική δόση 400 μονάδες του XΕΟΜΙΝ, κατανεμημένη μεταξύ όλων των προσβεβλημένων μυών) ακολουθούμενη από μία περίοδο παρατήρησης 12 εβδομάδων. Η συνολική διάρκεια της μελέτης ήταν 48 εβδομάδες.

Η θεραπεία των μυών του ώμου μελετήθηκε σε μία μελέτη ανοικτής επισήμανσης Φάσης III που περιλάμβανε 155 ασθενείς με κλινική ανάγκη για θεραπεία της συνδυασμένης σπαστικότητας άνω και κάτω άκρων. Το πρωτόκολλο της μελέτης επέτρεψε τη χορήγηση δόσεων έως 600 μονάδων XEOMIN στο άνω άκρο. Αυτή η μελέτη έδειξε μια θετική σχέση μεταξύ των αυξανόμενων δόσεων του XΕΟΜΙΝ και τη βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς όπως εκτιμήθηκε με την κλίμακα Ashworth και άλλες μεταβλητές αποτελεσματικότητας χωρίς να διακυβεύεται η ασφάλεια του ασθενούς ή η ανεκτικότητα στο XΕΟΜΙΝ.

Σπαστικότητα του κάτω και άνω άκρου λόγω εγκεφαλικής παράλυσης (παιδιά/έφηβοι)

Εκτίμηση κάτω άκρου

Σε μία διπλά-τυφλή κλινική μελέτη παράλληλης ομάδας, δόσης-απόκρισης, Φάσης ΙΙΙ, συμμετείχαν 311 παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 2-17 ετών) με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη σπαστικότητα κάτω άκρων λόγω εγκεφαλικής παράλυσης. Για τη θεραπεία της σπαστικότητας του κάτω άκρου, το XEOMIN χορηγήθηκε σε τρεις ομάδες θεραπείας (4 μονάδες/kg σωματικού βάρους με μέγιστη δόση 100 μονάδων, 12 μονάδες/kg σωματικού βάρους με μέγιστη δόση 300 μονάδων ή 16 μονάδες/kg σωματικού βάρους με μέγιστη δόση 400 μονάδες, αντίστοιχα) για τη θεραπεία δύο επιλεγμένων κλινικών προτύπων κατώτερου άκρου (ιπποποδία, κεκαμμένο γόνατο, προσαγωγή μηρού).

Σε αυτή τη μελέτη, η ομάδα χαμηλής δόσης προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί ως ομάδα ελέγχου. Δεν καταδείχθηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές στη σύγκριση της υψηλής δόσης έναντι της χαμηλής δόσης ούτε όσον αφορά το πρωτεύον ούτε το συν-πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας. Η μέση μεταβολή στους καμπτήρες του πέλματος από την αρχική τιμή βάσει της μεθόδου LS (SE, 95% CI) στην Κλίμακα Ashworth 4 εβδομάδες μετά την ένεση ήταν -0,70 (0,061, 95% CI: -0,82, -0,58)

για την υψηλή δόση και -0,66 (0,084, 95% CI: -0,82, -0,50) για τη χαμηλή δόση με p-value 0,650.

Η βελτίωση του μυϊκού τόνου δεν εκδηλώθηκε με κάποια επίδραση στη λειτουργία ή στη Συνολική Εντύπωση Μεταβολής του Ερευνητή. Δεν μπορεί να προσδιοριστεί επαρκής δοσολογία του XEOMIN για τη θεραπεία της σπαστικότητας των κάτω άκρων σε παιδιά και εφήβους. Δεν παρατηρήθηκαν μη αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στη διπλά τυφλή θεραπεία και στην ανοικτής επισήμανσης μακροχρόνια θεραπεία με XEOMIN για τέσσερις κύκλους ένεσης.

Αξιολόγηση άνω άκρου

Σε μια δεύτερη διπλά-τυφλή μελέτη, παράλληλης ομάδας, δόσης-απόκρισης φάσης ΙΙΙ, υποβλήθηκαν σε θεραπεία με XEOMIN συνολικά 350 παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 2-17 ετών) με σπαστικότητα άνω άκρων μόνο ή με συνδυασμένη σπαστικότητα άνω και κάτω άκρων λόγω εγκεφαλικής παράλυσης. Για τη θεραπεία του άνω άκρου (κεκαμμένος αγκώνας, κεκαμμένος καρπός, σφιγμένη γροθιά, πρηνισμός αντιβραχίου, επίμονη κάμψη του αντίχειρα στην παλάμη) ή συνδυασμού σπαστικότητας άνω και κάτω άκρων (ιπποποδία, κεκαμμένο γόνατο, προσαγωγή μηρού) το XEOMIN χορηγήθηκε σε τρεις ομάδες θεραπείας στην Κύρια Περίοδο με έναν κύκλο ένεσης: 2 έως 5 μονάδες/kg σωματικού βάρους με μέγιστη δόση από 50 έως 125 μονάδες, 6 έως 15 μονάδες/kg σωματικού βάρους με μέγιστη δόση από 150 έως 375 μονάδες και 8 έως 20 μονάδες/kg σωματικού βάρους με μέγιστη δόση από 200 έως 500 μονάδες. Οι ασθενείς συνέχισαν με την υψηλότερη δόση στην επέκταση της περιόδου ανοικτής επισήμανσης της μελέτης με τρεις κύκλους ένεσης.

Παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της χαμηλής και της υψηλής δόσης στη μεταβολή από την αρχική τιμή στην κλίμακα Ashworth για τον καμπτήρα του αγκώνα ή τον καμπτήρα του καρπού την εβδομάδα 4 μετά την ένεση (-0,22 [95% CI -0,4, -0,04] p = 0,017). Οι βελτιώσεις στον μυϊκό τόνο δεν εκδηλώθηκαν με κάποια επίδραση στη λειτουργία και τη Συνολική Εντύπωση Μεταβολής του Ερευνητή. Επομένως δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τη μελέτη αυτή κατάλληλη δοσολογία του XEOMIN για τη θεραπεία της σπαστικότητας του άνω άκρου σε παιδιατρικούς ασθενείς.

Δεν αναφέρθηκαν μη αναμενόμενα ζητήματα ασφαλείας για την θεραπεία της σπαστικότητας του άνω άκρου και κάτω άκρου με το XEOMIN μέχρι τέσσερις κύκλους ένεσης (14 ± 2 εβδομάδες ο καθένας).

Χρόνια σιελόρροια (ενήλικες)

Η βασική διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική δοκιμή Φάσης ΙΙΙ περιλάμβανε συνολικά 184 ασθενείς που έπασχαν τουλάχιστον τρεις μήνες από σιελόρροια οφειλόμενη σε νόσο Parkinson, άτυπο παρκινσονισμό, εγκεφαλικό επεισόδιο ή τραυματική εγκεφαλική βλάβη. Κατά τη διάρκεια της Κύριας Περιόδου (ΚΠ) χορηγήθηκε σταθερή ολική δόση XEOMIN (100 ή 75 μονάδων) ή εικονικό φάρμακο ενδοαδενικά σε καθορισμένη αναλογία δόσης 3: 2 σε παρωτιδικούς και υπογνάθιους σιελογόνους αδένες, αντίστοιχα.

uSFR (g/min) GICS (score points)
Θεραπεία Χρόνος n obs LS mean (SE) n obs LS mean (SE)
Εικονικό Φάρμακο Εβδομάδα 4 36 -0,04 (0,033) 36 0,67 (0,186)
100 μονάδες Εβδομάδα 4 73 -0,13 (0,026) 74 1,25 (0,144)
100 μονάδες Εβδομάδα 8 73 -0,13 (0,026) 74 1,30 (0,148)
100 μονάδες Εβδομάδα 12 73 -0,12 (0,026) 74 1,21 (0,152)
100 μονάδες Εβδομάδα 16 73 -0,11 (0,027) 74 0,93 (0,152)
uSFR: Unstimulated Salivary Flow Rate (ρυθμός ροής σιέλου απουσία ερεθίσματος);GICS: Global Impression of Change Scale (Παγκόσμια Κλίμακα Εντύπωσης Αλλαγής Κατάστασης)n obs: Number observed (Αριθμός παρατηρήσεων); LS: Mean difference to baseline (Μέση μεταβολή από την αρχική κατάσταση); SE: Standard error of the mean (Τυπικό σφάλμα)

Την 4η εβδομάδα παρατηρήθηκε βελτίωση τουλάχιστον 1 βαθμού στο GICS (συν-πρωτεύον καταληκτικό σημείο) στο 73% των ασθενών που έλαβαν 100 μονάδες XEOMIN σε σύγκριση με 44% για τους ασθενείς στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η επιβεβαιωτική ανάλυση αμφοτέρων των πρωτευόντων μεταβλητών αποτελεσματικότητας (uSFR και GICS την εβδομάδα 4 μετά την ένεση) κατέδειξε στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις στην ομάδα θεραπείας των 100 μονάδων σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Βελτιώσεις στις παραμέτρους αποτελεσματικότητας στις εβδομάδες 8 και 12 μετά την ένεση ήταν δυνατό

να παρατηρηθούν και διατηρήθηκαν μέχρι το τελευταίο σημείο παρατήρησης της ΚΠ την εβδομάδα 16. Οι συν-πρωτεύουσες μεταβλητές αποτελεσματικότητας στην 4η εβδομάδα κατέδειξαν καλύτερα αποτελέσματα για την καθοδηγούμενη από υπερήχους εφαρμογή σε σύγκριση με τη μέθοδο με χρήση ανατομικών οροσήμων (τιμή uSFR p 0,019 έναντι 0,099 και GICS 0,003 έναντι 0,171).

173 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία ολοκλήρωσαν την ΚΠ και εισήλθαν στην περίοδο επέκτασης (ΠΕ). Η ΠΕ περιλάμβανε τρεις κύκλους τυφλής δόσης ο καθένας με μία μόνο συνεδρία θεραπείας (100 ή 75 μονάδες συνολικής δόσης XEOMIN, με την ίδια αναλογία δόσης όπως στην ΚΠ) ακολουθούμενη από περίοδο παρατήρησης 16 εβδομάδων. 151 ασθενείς ολοκλήρωσαν την ΠΕ. Τα αποτελέσματα από την ΠΕ επιβεβαίωσαν τα συμπεράσματα της ΚΠ καταδεικνύοντας το όφελος από τη διατήρηση της θεραπείας με 100 μονάδες XEOMIN.

Χρόνια σιελόρροια (παιδιά/έφηβοι)

Σε μία διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική δοκιμή Φάσης ΙΙΙ έλαβαν θεραπεία συνολικά 255 παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 2-17 ετών) με σωματικό βάρος (ΣΒ) τουλάχιστον 12 kg που έπασχαν από χρόνια σιελόρροια σχετιζόμενη με νευρολογικές διαταραχές και/ή νοητική υστέρηση. Κατά τη διάρκεια της Κύριας Περιόδου (ΚΠ), 220 ασθενείς ηλικίας 6-17 ετών έλαβαν θεραπεία με ΧΕΟΜΙΝ σύμφωνα με την κατηγορία του ΣΒ και μέχρι 75 U, ή εικονικό φάρμακο. Η θεραπεία χορηγήθηκε ενδοαδενικά με καθοδήγηση μέσω υπερήχων με καθορισμένη αναλογία δόσης 3:2 στους παρωτιδικούς και στους υπογνάθιους σιελογόνους αδένες, αντίστοιχα.

uSFR (g/min) GICS (score points)
Θεραπεία Χρόνος n obs LS mean (SE) n obs LS mean (SE)
Εικονικό Φάρμακο Εβδομάδα 4 72 -0,07 (0,015) 72 0,63 (0,104)
XEOMINανάλογα με την κατηγορία ΣΒ Εβδομάδα 4 148 -0,14 (0,012) 148 0,91 (0,075)
Εβδομάδα 8 146 -0,16 (0,012) 146 0,94 (0,068)
Εβδομάδα 12 147 -0,16 (0,013) 147 0,87 (0,073)
Εβδομάδα 16 145 -0,15 (0,013) 146 0,77 (0,070)
uSFR: Unstimulated Salivary Flow Rate (ρυθμός ροής σιέλου απουσία ερεθίσματος); GICS: Global Impression of Change Scale (Παγκόσμια Κλίμακα Εντύπωσης Αλλαγής Κατάστασης); ΣΒ: Σωματικό Βάροςn obs: Number observed (Αριθμός παρατηρήσεων); LS: Mean difference to baseline (Μέση μεταβολή από την αρχική κατάσταση); SE: Standard Error (Τυπικό σφάλμα)

Η επιβεβαιωτική ανάλυση των συν-πρωτευόντων μεταβλητών αποτελεσματικότητας (uSFR και GICS την εβδομάδα 4 μετά την ένεση) κατέδειξε στατιστικά και κλινικά σημαντικές βελτιώσεις στην ομάδα του XEOMIN σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Στατιστικά σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν μεταξύ των ομάδων θεραπείας και για τις δύο παραμέτρους αποτελεσματικότητας, μέχρι το τέλος της ΚΠ την εβδομάδα 16.

Τα 35 παιδιά ηλικίας 2-5 ετών υποβλήθηκαν όλα σε θεραπεία με XEOMIN σύμφωνα με την κατηγορία ΣΒ τους, δεν χρησιμοποιήθηκε κανένα σκέλος εικονικού φαρμάκου ως ομάδα ελέγχου, παρουσιάζοντας βελτιώσεις στις υπό διερεύνηση μεταβλητές αποτελεσματικότητας παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στην ομάδα θεραπείας XEOMIN 6-17 ετών.

247 ασθενείς συμμετείχαν στον επόμενο πρώτο κύκλο της περιόδου επέκτασης ανοιχτής επισήμανσης (Open-label Extension Period, OLEX). Η OLEX αποτελείτο από τρεις επιπλέον κύκλους, καθένας με μία μεμονωμένη συνεδρία θεραπείας ακολουθούμενη από περίοδο παρατήρησης 16 εβδομάδων. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν XEOMIN σύμφωνα με το ίδιο προκαθορισμένο σχήμα δοσολογίας και την ίδια αναλογία δόσης που χρησιμοποιήθηκε στην ΚΠ. Συνολικά 222 ασθενείς ολοκλήρωσαν την OLEX. Τα αποτελέσματα από την OLEX επιβεβαίωσαν τα ευρήματα της ΚΠ παρουσιάζοντας συνεχή οφέλη θεραπείας. Δεν εντοπίστηκαν νέα ή μη αναμενόμενα ζητήματα ασφάλειας.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με XEOMIN:

  • σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία της δυστονίας

  • σε βρέφη και νήπια από 0 – 24 μηνών για τη θεραπεία της μυϊκής σπαστικότητας και της χρόνιας σιελόρροιας.

Βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με παιδιατρική χρήση.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Γενικά χαρακτηριστικά της δραστικής ουσίας:

Κλασικές μελέτες κινητικών ιδιοτήτων και κατανομής δεν είναι δυνατόν να διενεργηθούν με την βοτουλινική νευροτοξίνη τύπου A, διότι η δραστική ουσία εφαρμόζεται σε πολύ μικρές ποσότητες (πικογραμμάρια ανά ένεση), και δεσμεύεται γρήγορα και μη αναστρέψιμα στις χολινεργικές νευρικές απολήξεις.

Η φυσική βοτουλινική τοξίνη τύπου Α είναι ένα σύμπλοκο υψηλού μοριακού βάρους, το οποίο, εκτός από τη νευροτοξίνη (150kD) περιέχει άλλες μη τοξικές πρωτεΐνες, όπως αιμοσυγκολλητίνες και μη αιμοσυγκολλητίνες. Σε αντίθεση με τα συμβατικά σκευάσματα που περιέχουν το σύμπλοκο βοτουλινικής τοξίνης τύπου A, το XEOMIN περιέχει καθαρή (150 kD) νευροτοξίνη, επειδή είναι ελεύθερο από συμπλοκοποιητικές πρωτεΐνες και επομένως έχει χαμηλό ξένο πρωτεϊνικό περιεχόμενο. Το χορηγούμενο ξένο πρωτεϊνικό περιεχόμενο θεωρείται ως ένας από τους παράγοντες για δευτερογενή αποτυχία της θεραπείας.

Η βοτουλινική νευροτοξίνη τύπου A καταδείχθηκε ότι υπόκειται σε ανάδρομη αξονική μεταφορά μετά την ενδομυϊκή ένεση. Εντούτοις, δεν έχει εντοπιστεί ανάδρομη διέλευση δραστικής βοτουλινικής νευροτοξίνης τύπου A μεταξύ των συνάψεων, στο κεντρικό νευρικό σύστημα σε θεραπευτικά ικανές δόσεις.

Η βοτουλινική νευροτοξίνη τύπου A δεσμευμένη σε υποδοχείς υφίσταται ενδοκυττάρωση μέσα στη νευρική απόληξη προτού φθάσει στο στόχο της (SNAP 25) και στη συνέχεια αποδομείται ενδοκυτταρικά. Ελεύθερα κυκλοφορούντα μόρια βοτουλινικής νευροτοξίνης τύπου A τα οποία δεν έχουν δεσμευθεί στους προσυναπτικούς υποδοχείς των απολήξεων των χολινεργικών νευρικών κυττάρων υφίστανται φαγοκυττάρωση ή πινοκυττάρωση και αποδομούνται όπως κάθε άλλη ελεύθερη κυκλοφορούσα πρωτεΐνη.

Κατανομή της δραστικής ουσίας στους ασθενείς

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί φαρμακοκινητικές μελέτες με το XEOMIN σε ανθρώπους για τους προαναφερθέντες λόγους.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - XEOMIN 100 LD50

Κατάλογος εκδόχων

Ανθρώπινη λευκωματίνη Σακχαρόζη

Ασυμβατότητες

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Διάρκεια ζωής

XEOMIN, 50 μονάδες, κόνις για ενέσιμο διάλυμα: 3 χρόνια XEOMIN, 100 μονάδες, κόνις για ενέσιμο διάλυμα: 4 χρόνια XEOMIN, 200 μονάδες, κόνις για ενέσιμο διάλυμα: 3 χρόνια

Ανασυσταθέν διάλυμα:

Η χημική και φυσική εντός χρήσης σταθερότητα αποδείχθηκε για 24 ώρες σε θερμοκρασία από 2 έως 8°C.

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα. Αν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, ο χρόνος φύλαξης σε χρήση και οι συνθήκες πριν τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες σε 2 έως 8 °C, εκτός αν η ανασύσταση πραγματοποιήθηκε σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φιαλίδιο (γυαλί τύπου 1) με πώμα εισχώρησης (από βρωμοβουτυλιωμένο ελαστικό) και απαραβίαστο κλείστρο (από αλουμίνιο).

XEOMIN, 50 μονάδες, κόνις για ενέσιμο διάλυμα: Μεγέθη συσκευασίας 1, 2, 3 ή 6 φιαλιδίων, που περιέχουν 50 μονάδες το καθένα.

XEOMIN, 100 μονάδες, κόνις για ενέσιμο διάλυμα: Μεγέθη συσκευασίας 1, 2, 3, 4 ή 6 φιαλιδίων, που περιέχουν 100 μονάδες το καθένα.

XEOMIN, 200 μονάδες, κόνις για ενέσιμο διάλυμα: Μεγέθη συσκευασίας 1, 2, 3, 4 ή 6 φιαλιδίων, που περιέχουν 200 μονάδες το καθένα.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Ανασύσταση

Το XEOMIN πρέπει να ανασυσταθεί πριν τη χρήση με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Η ανασύσταση και η αραίωση πρέπει να γίνονται σύμφωνα με τις οδηγίες ορθής κλινικής πρακτικής, ειδικά όσον αφορά στις συνθήκες ασηψίας.

Αποτελεί ορθή πρακτική η ανασύσταση του περιεχομένου του φιαλιδίου και η προετοιμασία της σύριγγας να γίνεται επάνω σε απορροφητικό χαρτί με πλαστική επένδυση ώστε να συλλεχθούν τυχόν υγρά διασποράς. Η κατάλληλη ποσότητα διαλύματος χλωριούχου νατρίου (βλ. πίνακα αραίωσης) αντλείται μέσα στη σύριγγα. Για την ανασύσταση συνιστάται η χρήση βελόνης 20-27 G με λοξοτομημένο άκρο. Μετά την κάθετη εισαγωγή της βελόνας στο ελαστικό πώμα, ο διαλύτης εγχύεται προσεκτικά μέσα στο φιαλίδιο προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία αφρού. Εάν το κενό δεν επιτρέπει στο διαλύτη να εισέλθει μέσα στο φιαλίδιο, το φιαλίδιο πρέπει να απορρίπτεται. Η σύριγγα θα πρέπει να αφαιρείται από το φιαλίδιο και το XEOMIN θα πρέπει να αναμιγνύεται με τον διαλύτη ανακινώντας προσεκτικά και αναστρέφοντας/αναποδογυρίζοντας το φιαλίδιο. Το φιαλίδιο δεν πρέπει να ανακινείται έντονα. Εάν χρειάζεται, η βελόνα που χρησιμοποιήθηκε για την ανασύσταση θα πρέπει να παραμείνει στο φιαλίδιο και να αντληθεί η απαιτούμενη ποσότητα του διαλύματος με μία νέα αποστειρωμένη σύριγγα κατάλληλη για ένεση.

Το ανασυσταθέν XEOMIN είναι ένα διαυγές και άχρωμο διάλυμα.

Το XEOMIN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εάν το ανασυσταθέν διάλυμα έχει θολή εμφάνιση ή περιέχει κροκιδοειδή ή σωματιδιακή ύλη.

Θα πρέπει να δοθεί προσοχή ώστε να χρησιμοποιηθεί ο σωστός όγκος διαλύτη για την κάθε περιεκτικότητα για να αποφευχθεί ακούσια υπερδοσολογία. Εάν διαφορετικά μεγέθη φιαλιδίων XEOMIN χρησιμοποιούνται ως μέρος μιας διαδικασίας ένεσης, θα πρέπει να δοθεί προσοχή ώστε να χρησιμοποιηθεί η σωστή ποσότητα διαλύτη για την ανασύσταση ενός συγκεκριμένου αριθμού μονάδων ανά 0,1 ml. Η ποσότητα του διαλύτη διαφέρει μεταξύ των XEOMIN 50 μονάδες, XEOMIN 100 μονάδες και XEOMIN 200 μονάδες. Κάθε σύριγγα θα πρέπει να επισημαίνεται αναλόγως.

Οι συνιστώμενες συγκεντρώσεις για τα XEOMIN 50, XEOMIN 100 και XEOMIN 200 μονάδες παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα:

Λαμβανόμενη δόση(σε μονάδες ανά 0,1 ml) Προστιθέμενος διαλύτης(χλωριούχο νάτριο 9 mg/ml (0,9%) ενέσιμο διάλυμα)
Φιαλίδιο με 50 μονάδες Φιαλίδιο με 100 μονάδες Φιαλίδιο με 200 μονάδες
20 μονάδες 0,25 ml 0,5 ml 1 ml
10 μονάδες 0,5 ml 1 ml 2 ml
8 μονάδες 0,625 ml 1,25 ml 2,5 ml
5 μονάδες 1 ml 2 ml 4 ml
4 μονάδες 1,25 ml 2,5 ml 5 ml
2,5 μονάδες 2 ml 4 ml Δεν εφαρμόζεται
2 μονάδες 2,5 ml 5 ml Δεν εφαρμόζεται
1,25 μονάδες 4 ml Δεν εφαρμόζεται Δεν εφαρμόζεται

Κάθε ενέσιμο διάλυμα που έχει παραμείνει αποθηκευμένο για περισσότερο από 24 ώρες, καθώς και κάθε ενέσιμο διάλυμα που δεν έχει χρησιμοποιηθεί πρέπει να απορρίπτεται.

Διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την ασφαλή απόρριψη χρησιμοποιημένων φιαλιδίων, συριγγών και υλικών

Μη χρησιμοποιημένα φιαλίδια, ή υπολείμματα διαλύματος στο φιαλίδιο και/ή σύριγγες πρέπει να αποστειρωθούν σε αυτόκαυστο. Εναλλακτικά, το υπόλοιπο XEOMIN μπορεί να αδρανοποιηθεί χρησιμοποιώντας κάποιο από τα παρακάτω διαλύματα: αιθανόλη 70%, ισοπροπανόλη 50%, SDS 0,1% (ανιονικό απορρυπαντικό), αραιωμένο διάλυμα υδροξειδίου του νατρίου (0,1 N NaOH) ή αραιωμένο διάλυμα υποχλωριώδους νατρίου (τουλάχιστον 0,1% NaOCl).

Μετά την απενεργοποίηση, τα χρησιμοποιημένα φιαλίδια, οι σύριγγες και τα υλικά δεν θα πρέπει να αδειάζονται και θα πρέπει να απορρίπτονται σε κατάλληλους περιέκτες και η διάθεσή τους να γίνεται σύμφωνα με τις τοπικές απαιτήσεις.

Συστάσεις για την περίπτωση που συμβεί οποιοδήποτε ατύχημα κατά τον χειρισμό της βοτουλινικής τοξίνης τύπου Α

  • Υγρά διασποράς του προϊόντος πρέπει να σκουπίζονται: είτε χρησιμοποιώντας απορροφητικό υλικό εμποτισμένο με οποιοδήποτε από τα ανωτέρω αναφερθέντα διαλύματα σε περίπτωση κόνεως ή με ξηρό απορροφητικό υλικό σε περίπτωση ανασυσταμένου προϊόντος.

  • Οι μολυσμένες επιφάνειες θα πρέπει να καθαρίζονται χρησιμοποιώντας απορροφητικό υλικό εμποτισμένο με οποιοδήποτε από τα ανωτέρω αναφερθέντα διαλύματα και κατόπιν να στεγνώνονται.

  • Εάν ένα φιαλίδιο σπάσει, θα πρέπει να προχωρήσετε όπως αναφέρεται παραπάνω συλλέγοντας προσεκτικά τα κομμάτια του σπασμένου γυαλιού και σκουπίζοντας το προϊόν, αποφεύγοντας τραυματισμό του δέρματος.

  • Εάν το προϊόν έρθει σε επαφή με το δέρμα, η εν λόγω περιοχή θα πρέπει να ξεπλυθεί με άφθονο νερό.

  • Εάν το προϊόν έρθει σε επαφή με τους οφθαλμούς, θα πρέπει να ξεπλυθούν με άφθονο νερό ή με ένα διάλυμα οφθαλμικών πλύσεων.

  • Εάν το προϊόν έρθει σε επαφή με τραύμα, δέρμα που έχει κοπεί η διαρραγεί, το δέρμα θα πρέπει να ξεπλυθεί με άφθονο νερό. Θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα ιατρικά μέτρα ανάλογα με την χορηγούμενη με ένεση δόση.

Αυτές οι οδηγίες για τη χρήση, τον χειρισμό και την απόρριψη θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

2BTx1 VIAL
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
3BTx1 VIAL
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
4BTx1 VIAL
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
6BTx1 VIAL
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BTx1 VIAL
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.