Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - XOLAIR 75MG/VIAL
Αλλεργικό άσθμα
Το Xolair ενδείκνυται για χρήση σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά (6 έως <12 ετών).
Η θεραπεία με Xolair θα πρέπει να εξετάζεται μόνο στους ασθενείς με πειστικές ενδείξεις άσθματος στο οποίο εμπλέκεται η IgE (ανοσοσφαιρίνη Ε) (βλ. παράγραφο 4.2).
Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 12 ετών και άνω)
Το Xolair ενδείκνυται ως επιπρόσθετη θεραπεία για τη βελτίωση του ελέγχου του άσθματος σε ασθενείς με σοβαρό επίμονο αλλεργικό άσθμα, οι οποίοι είναι θετικοί σε δερματική δοκιμασία ή in vitro αντίδραση σε ένα χρόνιο αερομεταφερόμενο αλλεργιογόνο και οι οποίοι έχουν μειωμένη πνευμονική λειτουργία (FEV1 <80%), εμφανίζουν συχνά συμπτώματα κατά τη διάρκεια της ημέρας ή νυχτερινές αφυπνίσεις και οι οποίοι παρουσίασαν πολλαπλές τεκμηριωμένες σοβαρές παροξύνσεις άσθματος παρά τη χορήγηση υψηλών, ημερησίων δόσεων, εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών και μακράς δράσης εισπνεόμενου βήτα-2 αγωνιστή.
Παιδιά (6 έως <12 ετών)
Το Xolair ενδείκνυται ως επιπρόσθετη θεραπεία για τη βελτίωση του ελέγχου του άσθματος σε ασθενείς με σοβαρό επίμονο αλλεργικό άσθμα, οι οποίοι είναι θετικοί σε δερματική δοκιμασία ή σε in vitro αντιδραστικότητα σε ένα χρόνιο αερομεταφερόμενο αλλεργιογόνο, καθώς και σε συχνά συμπτώματα κατά τη διάρκεια της ημέρας ή σε νυχτερινές αφυπνίσεις και οι οποίοι παρουσίασαν πολλαπλές τεκμηριωμένες σοβαρές παροξύνσεις άσθματος παρά τη χορήγηση υψηλών ημερησίων δόσεων εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών, μαζί με μακράς δράσης εισπνεόμενου βήτα-2 αγωνιστή.
Χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες (CRSwNP)
To Xolair ενδείκνυται ως πρόσθετη θεραπεία με ενδορρινικά κορτικοστεροειδή (INC) για τη θεραπεία σε ενήλικες (18 ετών και άνω) με σοβαρή CRSwNP για τους οποίους η θεραπεία με INC δεν παρέχει επαρκή έλεγχο της νόσου.
Η θεραπεία θα πρέπει να πραγματοποιείται από ιατρούς πεπειραμένους στη διάγνωση και θεραπεία του σοβαρού επίμονου άσθματος ή της χρόνιας ρινοκολπίτιδας με ρινικούς πολύποδες (CRSwNP).
Δοσολογία
Η δοσολογία για το αλλεργικό άσθμα και τη CRSwNP ακολουθεί τις ίδιες αρχές δοσολογίας. Η κατάλληλη δόση και η συχνότητα του omalizumab για αυτές τις παθήσεις καθορίζεται από τη βασική τιμή αναφοράς IgE (IU/ml), που έχει μετρηθεί πριν από την έναρξη της αγωγής και το σωματικό βάρος (kg). Πριν τη χορήγηση της αρχικής δόσης, θα πρέπει να έχουν προσδιορισθεί τα επίπεδα IgE στους ασθενείς με οποιαδήποτε εφαρμοσμένη δοκιμασία ολικής IgE ορού, για τον καθορισμό της δόσης τους. Με βάση τις μετρήσεις αυτές, μπορεί να απαιτηθεί για κάθε χορήγηση 75 έως 600 mg omalizumab σε 1 έως 4 ενέσεις.
Οι ασθενείς με αλλεργικό άσθμα με αρχικά επίπεδα IgE χαμηλότερα από 76 IU/ml έχουν μικρότερη πιθανότητα να ωφεληθούν (βλ. παράγραφο 5.1). Οι συνταγογραφούντες ιατροί πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι ενήλικες και έφηβοι ασθενείς με IgE χαμηλότερη από 76 IU/ml και τα παιδιά (6 έως <12 ετών)με IgE χαμηλότερη από 200 IU/ml παρουσιάζουν σαφή in vitro αντιδραστικότητα (RAST) σε ένα χρόνιο αερομεταφερόμενο αλλεργιογόνο πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Βλέπε τον Πίνακα 1 για το διάγραμμα μετατροπής και τους Πίνακες 2 και 3 για τα διαγράμματα καθορισμού της δόσης.
Σε ασθενείς, των οποίων τα επίπεδα IgE της βασικής τιμής αναφοράς ή το σωματικό βάρος σε kg είναι εκτός των ορίων του δοσολογικού πίνακα, δεν πρέπει να χορηγείται omalizumab.
Η συνιστώμενη μέγιστη δόση είναι 600 mg omalizumab κάθε δύο εβδομάδες.
Πίνακας 1 Μετατροπή από τη δόση σε αριθμό φιαλιδίων, αριθμό ενέσεων και συνολικό όγκο σε κάθε χορήγηση
| Δόση (mg) | Αριθμός φιαλιδίων75 mg a 150 mg b | Αριθμός ενέσεων | Συνολικός ενέσιμος όγκος (ml) | |
| 75 | 1c | 0 | 1 | 0,6 |
| 150 | 0 | 1 | 1 | 1,2 |
| 225 | 1c | 1 | 2 | 1,8 |
| 300 | 0 | 2 | 2 | 2,4 |
| 375 | 1c | 2 | 3 | 3,0 |
| 450 | 0 | 3 | 3 | 3,6 |
| 525 | 1c | 3 | 4 | 4,2 |
| 600 | 0 | 4 | 4 | 4,8 |
a 0,6 ml = μέγιστος χορηγούμενος όγκος ανά φιαλίδιο (Xolair 75 mg).
b 1,2 ml = μέγιστος χορηγούμενος όγκος ανά φιαλίδιο (Xolair 150 mg).
c ή χρησιμοποιήστε 0,6 ml από ένα φιαλίδιο των 150 mg.
Πίνακας 2 ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΑ 4 ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ. Δόσεις Omalizumab (milligram ανά δόση) χορηγούμενες με υποδόρια ένεση κάθε 4 εβδομάδες
| αναφοράςIgE (IU/ml | ≥20-25* | >25-30* | >30-40 | >40-50 | >50-60 | >60-70 | >70-80 | >80-90 | >90-125 | >125-150 |
| ≥30-100 | 75 | 75 | 75 | 150 | 150 | 150 | 150 | 150 | 300 | 300 |
| >100-200 | 150 | 150 | 150 | 300 | 300 | 300 | 300 | 300 | 450 | 600 |
| >200-300 | 150 | 150 | 225 | 300 | 300 | 450 | 450 | 450 | 600 | |
| >300-400 | 225 | 225 | 300 | 450 | 450 | 450 | 600 | 600 | ||
| >400-500 | 225 | 300 | 450 | 450 | 600 | 600 | ||||
| >500-600 | 300 | 300 | 450 | 600 | 600 | |||||
| >600-700 | 300 | 450 | 600 | |||||||
| >700-800 | ||||||||||
Σωματικό βάρος (kg)
Τιμή>800-900
>900-
1.000
>1.000-
1.100
ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΚΑΘΕ 2 ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΒΛΕΠΕ ΠΙΝΑΚΑ
*Τα σωματικά βάρη κάτω των 30 kg δεν μελετήθηκαν στις βασικές δοκιμές για CRSwNP
Σωματικό βάρος (kg)
ΤιμήΠίνακας 3 ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΝΑ 2 ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ. Δόσεις Omalizumab (milligram ανά δόση) χορηγούμενες με υποδόρια ένεση κάθε 2 εβδομάδες
| αναφοράςIgE (IU/ml) | ≥20-25* | >25-30* | >30-40 | >40-50 | >50- 60 | >60-70 | >70-80 | >80-90 | >90-125 | >125-150 |
| ≥30-100 ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΚΑΘΕ 4 ΕΒΔΟΜΑΔΕΣΒΛΕΠΕ ΠΙΝΑΚΑ 2 | ||||||||||
| >100-200 | ||||||||||
| >200-300 | 375 | |||||||||
| >300-400 | 450 | 525 | ||||||||
| >400-500 | 375 | 375 | 525 | 600 | ||||||
| >500-600 | 375 | 450 | 450 | 600 | ||||||
| >600-700 | 225 | 375 | 450 | 450 | 525 | |||||
| >700-800 | 225 | 225 | 300 | 375 | 450 | 450 | 525 | 600 | ||
| >800-900 | 225 | 225 | 300 | 375 | 450 | 525 | 600 | |||
| >900- | 225 | 300 | 375 | 450 | 525 | 600 | |
| 1.000 | |||||||
| >1.000- | 225 | 300 | 375 | 450 | 600 | ||
| 1.100 | |||||||
| >1.100- | 300 | 300 | 450 | 525 | 600 | Ανεπαρκή δεδομένα για σύσταση δόσης | |
| 1.200 | |||||||
| >1.200- | 300 | 375 | 450 | 525 | |||
| 1.300 | |||||||
| >1.300- | 300 | 375 | 525 | 600 | |||
| 1.500 | |||||||
*Τα σωματικά βάρη κάτω των 30 kg δεν μελετήθηκαν στις βασικές δοκιμές για CRSwNP
Διάρκεια θεραπείας, παρακολούθηση και ρυθμίσεις της δόσης Αλλεργικό άσθμα
Το Xolair προορίζεται για μακροχρόνια θεραπεία. Οι κλινικές δοκιμές έχουν δείξει πως χρειάζονται τουλάχιστον 12 με 16 εβδομάδες θεραπείας για να εμφανιστεί η αποτελεσματικότητα. Στις
16 εβδομάδες μετά την έναρξη της αγωγής με Xolair, οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται από τον ιατρό τους σχετικά με την αποτελεσματικότητα της αγωγής πριν τους χορηγηθούν επιπλέον ενέσεις. Η απόφαση για τη συνέχιση της θεραπείας μετά την περίοδο των 16 εβδομάδων, ή σε επακόλουθες περιστάσεις, θα πρέπει να βασιστεί στο εάν παρατηρείται μια εμφανής βελτίωση στο συνολικό έλεγχο του άσθματος (βλ. παράγραφο 5.1, Συνολική αξιολόγηση του ιατρού για την αποτελεσματικότητα της αγωγής).
Χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες (CRSwNP)
Σε κλινικές μελέτες για CRSwNP, παρατηρήθηκαν αλλαγές στη βαθμολογία των ρινικών πολύποδων (NPS) και στη βαθμολογία της ρινικής συμφόρησης (NCS) στις 4 εβδομάδες. Η ανάγκη για συνεχή θεραπεία πρέπει να επανεξετάζεται περιοδικά με βάση τη σοβαρότητα της νόσου του ασθενούς και το επίπεδο ελέγχου των συμπτωμάτων.
Αλλεργικό άσθμα και χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες (CRSwNP)
Η διακοπή της θεραπείας έχει γενικά ως αποτέλεσμα την επάνοδο σε υψηλά επίπεδα ελεύθερης IgE και στα σχετιζόμενα συμπτώματα. Τα συνολικά επίπεδα IgE είναι αυξημένα κατά τη διάρκεια της αγωγής και παραμένουν αυξημένα έως και ένα έτος μετά τη διακοπή της αγωγής. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο επανέλεγχος των επιπέδων IgE κατά τη διάρκεια της αγωγής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως οδηγός για τον καθορισμό της δόσης. Ο καθορισμός της δόσης μετά από διακοπές της αγωγής που διαρκούν λιγότερο από ένα έτος πρέπει να βασίζεται στα επίπεδα IgE στον ορό που ελήφθησαν κατά τον αρχικό καθορισμό της δόσης. Τα συνολικά επίπεδα της IgE ορού μπορούν να επανελέγχονται για τον καθορισμό της δόσης, μόνον εάν η αγωγή έχει διακοπεί για ένα έτος ή περισσότερο.
Οι δόσεις πρέπει να προσαρμόζονται στις σημαντικές αλλαγές στο σωματικό βάρος (βλ. Πίνακες 2
και 3).
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι (ηλικίας άνω των 65 ετών)
Περιορισμένος αριθμός δεδομένων είναι διαθέσιμος για τη χρήση του omalizumab σε ασθενείς άνω των 65 ετών, εντούτοις δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι σε ηλικιωμένους ασθενείς απαιτούνται διαφορετικές δόσεις απ’ ό,τι σε νεότερους ενήλικες.
Νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια
Δεν έχουν γίνει μελέτες όσον αφορά την επίδραση της ανεπαρκούς νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας στην φαρμακοκινητική του omalizumab. Λόγω του ότι η κάθαρση του omalizumab σε κλινικές δόσεις κυριαρχείται από το δικτυοενδοθηλιακό σύστημα (RES) δεν φαίνεται πιθανό αυτή να μεταβάλλεται από τη νεφρική ή την ηπατική ανεπάρκεια. Παρά το ότι δεν συνιστάται συγκεκριμένη προσαρμογή της δόσης σε αυτούς τους ασθενείς, το omalizumab πρέπει να χορηγείται με προσοχή (βλ.
παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στο αλλεργικό άσθμα η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του omalizumab σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Στη CRSwNP η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του omalizumab σε ασθενείς ηλικίας κάτω των
18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Τρόπος χορήγησης
Για υποδόρια χορήγηση μόνο. Το omalizumab δεν πρέπει να χορηγείται μέσω της ενδοφλέβιας ή ενδομυϊκής οδού.
Δόσεις πέραν των 150 mg (Πίνακας 1) πρέπει να κατανέμονται σε δύο ή περισσότερες θέσεις ένεσης.
Το Xolair κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα προορίζεται να χορηγείται μόνο από επαγγελματία υγείας.
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6 και επίσης την παράγραφο πληροφορίες για το νοσηλευτικό προσωπικό του φύλλου οδηγιών.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Γενικά
Το omalizumab δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία των οξέων παροξύνσεων άσθματος, του οξέος βρογχόσπασμου ή του status asthmaticus.
Το omalizumab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σύνδρομο υπερανοσοσφαιριναιμίας Ε, ή αλλεργικής βρογχοπνευμονικής ασπεργίλλωσης, ή για την πρόληψη αναφυλακτικών αντιδράσεων συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκαλούνται από αλλεργία σε τροφές, ατοπική δερματίτιδα, ή αλλεργική ρινίτιδα. Το omalizumab δεν ενδείκνυται για την θεραπεία αυτών των καταστάσεων.
Η θεραπεία με omalizumab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με αυτοάνοσες παθήσεις, νόσους επαγόμενες από ανοσοσυμπλέγματα ή με προϋπάρχουσα νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2). Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται το omalizumab σε αυτούς τους πληθυσμούς ασθενών.
Δε συνιστάται απότομη διακοπή της θεραπείας των συστηματικών ή εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών μετά την έναρξη της θεραπείας με omalizumab σε αλλεργικό άσθμα ή CRSwNP. Οι μειώσεις των κορτικοστεροειδών πρέπει να πραγματοποιούνται υπό την άμεση επίβλεψη ενός ιατρού και μπορεί να χρειάζεται να πραγματοποιούνται σταδιακά.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Αλλεργικές αντιδράσεις τύπου 1
Κατά την χρήση του omalizumab, ενδέχεται να προκύψουν τοπικές ή συστηματικές αλλεργικές
αντιδράσεις τύπου 1, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας και της αναφυλακτικής καταπληξίας, ακόμα και μετά από θεραπεία μακράς διάρκειας. Παρόλα αυτά, οι περισσότερες από αυτές τις αντιδράσεις εμφανίσθηκαν εντός 2 ωρών μετά την πρώτη και μεταγενέστερη χορήγηση omalizumab, ενώ κάποιες εμφανίσθηκαν πέραν των 2 και ακόμα πέραν των 24 ωρών μετά τη χορήγηση. Οι περισσότερες αναφυλακτικές αντιδράσεις εμφανίσθηκαν κατά τις 3 πρώτες δόσεις omalizumab. Ένα ιστορικό αναφυλαξίας που δεν σχετίζεται με το omalizumab μπορεί να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση αναφυλαξίας μετά τη χορήγηση του omalizumab. Γι’ αυτόν τον λόγο, φαρμακευτικά προϊόντα για αντιμετώπιση των αναφυλακτικών αντιδράσεων θα πρέπει να είναι πάντα διαθέσιμες για άμεση χρήση μετά τη χορήγηση του omalizumab. Εάν εμφανισθεί αναφυλακτική ή άλλη σοβαρή αλλεργική αντίδραση, η χορήγηση του omalizumab πρέπει να διακοπεί άμεσα και να δοθεί κατάλληλη θεραπεία. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για το ότι τέτοιες αντιδράσεις είναι πιθανές και ότι θα πρέπει να αναζητούν άμεση ιατρική φροντίδα, σε περίπτωση που εμφανιστούν αλλεργικές αντιδράσεις.
Αντισώματα στο omalizumab έχουν ανιχνευθεί σε ένα μικρό αριθμό ασθενών σε κλινικές δοκιμές (βλ. παράγραφο 4.8). Η κλινική σχετικότητα των αντί-omalizumab αντισωμάτων δεν είναι καλά αντιληπτή.
Ορονοσία
Αντιδράσεις ορονοσίας και τύπου ορονοσίας, οι οποίες είναι επιβραδυνόμενες τύπου ΙΙΙ αλλεργικές αντιδράσεις, έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που έκαναν θεραπεία με εξανθρωποποιημένα μονοκλωνικά αντισώματα περιλαμβανομένου του omalizumab. Ο προτεινόμενος παθοφυσιολογικός μηχανισμός περιλαμβάνει σχηματισμό ανοσο-συμπλέγματος και εναπόθεσης του λόγω της δημιουργίας αντισωμάτων έναντι του omalizumab. Τυπικά η έναρξη είναι 1-5 ημέρες μετά τη χορήγηση της πρώτης ή των επακόλουθων ενέσεων, ακόμη μετά από μακράς διάρκεια θεραπεία.
Συμπτώματα ενδεικτικά της ορονοσίας περιλαμβάνουν αρθρίτιδα/αρθραλγίες, εξάνθημα (κνίδωση ή άλλες μορφές), πυρετός και λεμφαδενοπάθεια. Τα αντιισταμινικά και τα κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι χρήσιμα στην πρόληψη ή τη θεραπεία αυτής της διαταραχής, και οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται να αναφέρουν οποιαδήποτε ύποπτα συμπτώματα.
Σύνδρομο Churg-Strauss και υπερηωσινοφιλικό σύνδρομο
Ασθενείς με σοβαρό άσθμα μπορεί σπάνια να παρουσιάσουν συστηματικό υπερηωσινοφιλικό σύνδρομο ή αλλεργική ηωσινοφιλική κοκκιωματώδη αγγεϊίτιδα (σύνδρομο Churg-Strauss), τα οποία και τα δύο συνήθως θεραπεύονται με συστηματικά κορτικοστεροειδή.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, ασθενείς σε θεραπεία με αντιασθματικά φαρμακευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου και του omalizumab, μπορεί να εμφανίσουν ή αναπτύξουν συστηματική ηωσινοφιλία και αγγεϊίτιδα. Τα συμβάματα αυτά συχνά συσχετίζονται με τη μείωση της θεραπείας με από του στόματος κορτικοστεροειδή.
Στους ασθενείς αυτούς, οι γιατροί θα πρέπει να είναι σε εγρήγορση στην ανάπτυξη ηωσινοφιλίας, αγγειωτικού εξανθήματος, επιδείνωση πνευμονικών συμπτωμάτων, ανωμαλίες κακοήθους νεοπλάσματος παραρρινίων κόλπων, καρδιακών επιπλοκών, και/ή νευροπάθεια.
Η διακοπή του omalizumab θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε όλες τις σοβαρές περιπτώσεις με τις πιο πάνω αναφερόμενες διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος.
Παρασιτικές (ελμινθικές) λοιμώξεις
Η IgE μπορεί να εμπλέκεται στην ανοσολογική απόκριση ορισμένων ελμινθικών λοιμώξεων. Σε ασθενείς που βρίσκονται χρόνια σε υψηλό κίνδυνο ελμινθικής λοίμωξης, μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή έδειξε μια πολύ μικρή αύξηση στο ρυθμό ανάπτυξης λοίμωξης με omalizumab, αν και η πορεία, η σοβαρότητα και η ανταπόκριση στη θεραπεία της λοίμωξης δεν συσχετίσθηκαν. Ο ρυθμός της ελμινθικής λοίμωξης στο συνολικό κλινικό πρόγραμμα, που δεν σχεδιάστηκε για να ανιχνεύει τέτοιες λοιμώξεις ήταν λιγότερο από 1 σε 1.000 ασθενείς. Εντούτοις, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς υψηλού κινδύνου για ελμινθική λοίμωξη ιδιαίτερα όταν ταξιδεύουν σε περιοχές που οι
ελμινθικές λοιμώξεις είναι ενδημικές. Εάν οι ασθενείς δεν ανταποκρίνονται στην συνιστώμενη αντι-ελμινθική αγωγή θα πρέπει να εξετασθεί η διακοπή του omalizumab.
Καθώς η IgE μπορεί να εμπλέκεται στην ανοσολογική απόκριση ορισμένων ελμινθικών λοιμώξεων, το omalizumab μπορεί έμμεσα να μειώσει την αποτελεσματικότητα των φαρμακευτικών προϊόντων για τη θεραπεία των ελμινθικών ή άλλων παρασιτικών λοιμώξεων (βλ. παράγραφο 4.4).
Τα ένζυμα του κυττοχρώματος P450, οι αντλίες εκροής και οι μηχανισμοί πρωτεϊνικής σύνθεσης δεν εμπλέκονται στην κάθαρση του omalizumab, έτσι η πιθανότητα αλληλεπίδρασης είναι ελάχιστη.
Μελέτες αλληλεπίδρασης του omalizumab με φαρμακευτικό προϊόν ή με εμβόλιο δεν έχουν διεξαχθεί. Δεν υπάρχει φαρμακολογικός λόγος να αναμένει κανείς ότι οι συνήθεις αγωγές που συνταγογραφούνται για τη θεραπεία του άσθματος ή της CRSwNP θα αλληλεπιδράσουν με το omalizumab.
Αλλεργικό άσθμα
Σε κλινικές μελέτες, το omalizumab χρησιμοποιήθηκε ευρέως σε συνδυασμό με εισπνεόμενα και από του στόματος κορτικοστεροειδή, εισπνεόμενους βραχείας δράσης και μακράς δράσης βήτα αγωνιστές, τροποποιητές λευκοτριένης, θεοφυλλίνες και από του στόματος αντιισταμινικά. Δεν υπήρξε καμία ένδειξη ότι η ασφάλεια του omalizumab τροποποιήθηκε με αυτά τα συχνά χρησιμοποιούμενα αντιασθματικά φαρμακευτικά προϊόντα. Περιορισμένος αριθμός δεδομένων είναι διαθέσιμος για τη χρήση του omalizumab σε συνδυασμό με ειδική ανοσοθεραπεία (θεραπεία υπο-ευαισθητοποίησης).
Σε μια κλινική δοκιμή όπου το omalizumab συγχορηγούνταν με ανοσοθεραπεία, η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του omalizumab σε συνδυασμό με ειδική ανοσοθεραπεία παρατηρήθηκε να μην είναι διαφορετικές από αυτές του omalizumab μόνο.
Χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες (CRSwNP)
Σε κλινικές μελέτες το omalizumab χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με ενδορρινικό σπρέι μομεταζόνης σύμφωνα με το πρωτόκολλο. Άλλα κοινά χρησιμοποιούμενα ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα περιλάμβαναν άλλα ενδορρινικά κορτικοστεροειδή, βρογχοδιασταλτικά, αντιισταμινικά, ανταγωνιστές υποδοχέα λευκοτριενίων, αδρενεργικά/ συμπαθομιμητικά και τοπικά ρινικά αναισθητικά. Δεν υπήρχε ένδειξη ότι η ασφάλεια του omalizumab μεταβλήθηκε από την ταυτόχρονη χρήση των άλλων αυτών κοινώς χρησιμοποιούμενων φαρμακευτικών προϊόντων.
Κύηση
Ένα μέτριο ποσοστό δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (μεταξύ 300-1.000 αποτελεσμάτων εγκυμοσύνης) βασισμένα στο μητρώο εγκυμοσύνης και σε αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, φανερώνουν τη μη ύπαρξη δυσμορφίας ή τοξικότητας για το έμβρυο/νεογνό. Μια πιθανή μελέτη μητρώου εγκυμοσύνης (EXPECT) σε 250 έγκυες γυναίκες με άσθμα που εκτέθηκαν σε omalizumab έδειξε ότι ο επιπολασμός των κυρίων συγγενών ανωμαλιών ήταν παρόμοιος (8,1% έναντι 8,9%) μεταξύ των ασθενών με EXPECT και των ασθενών με μέτριο και σοβαρό άσθμα. Η ερμηνεία των δεδομένων μπορεί να επηρεαστεί λόγω των μεθοδολογικών περιορισμών της μελέτης, συμπεριλαμβανομένου του μικρού αριθμού δείγματος και του μη τυχαιοποιημένου σχεδιασμού.
Το omalizumab περνά τον φραγμό του πλακούντα. Ωστόσο, μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν είτε άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Το omalizumab έχει συσχετισθεί με ηλικιακά εξαρτώμενες μειώσεις στον αριθμό των αιμοπεταλίων στα μη ανθρώπινα πρωτεύοντα, με μια σχετικά μεγαλύτερη ευαισθησία στα ζώα εφήβους (βλ. παράγραφο 5.3).
Εάν είναι κλινικά απαραίτητο, η χρήση του omalizumab μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Οι ανοσοσφαιρίνες G (IgGs) υπάρχουν στο ανθρώπινο γάλα και ως εκ τούτου αναμένεται ότι το omalizumab θα υπάρχει στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα δεδομένα σε μη ανθρώπινα πρωτεύοντα έδειξαν απέκκριση του omalizumab στο γάλα (βλ. παράγραφο 5.3).
Η μελέτη EXPECT, με 154 βρέφη που είχαν εκτεθεί στο omalizumab κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μέσω του θηλασμού δεν έδειξε ανεπιθύμητες ενέργειες στο βρέφος που θηλάζει. Η ερμηνεία των δεδομένων μπορεί να επηρεαστεί λόγω των μεθοδολογικών περιορισμών της μελέτης, συμπεριλαμβανομένου του μικρού αριθμού δείγματος και του μη τυχαιοποιημένου σχεδιασμού.
Δεδομένης της χορήγησης από το στόμα, οι πρωτεΐνες ανοσοσφαιρίνης G υποβάλλονται σε πρωτεόλυση του εντέρου και έχουν κακή βιοδιαθεσιμότητα. Δεν αναμένονται επιπτώσεις στο έμβρυο/νεογνό που θηλάζει. Επομένως, εάν είναι κλινικά απαραίτητο, η χρήση του omalizumab μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν στοιχεία ανθρώπινης γονιμότητας για το omalizumab. Σε ειδικά σχεδιασμένες μη-κλινικές μελέτες γονιμότητας σε μη ανθρώπινα πρωτεύοντα θηλαστικά, συμπεριλαμβανομένων και των αυθόρμητων μελετών γονιμότητας (mating studies) δεν έχει παρατηρηθεί καμία δυσλειτουργία στην γονιμότητα ανδρών ή γυναικών μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις με επίπεδα δόσης omalizumab μέχρι και 75 mg/kg. Επιπλέον, δεν παρατηρήθηκαν γενοτοξικές επιδράσεις σε μια χωριστή μη κλινική μελέτη γενοτοξικότητας.
ν
Το omalizumab δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Αλλεργικό άσθμα και χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες (CRSwNP)
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών αλλεργικού άσθματος σε ενήλικες και έφηβους ηλικίας
12 ετών και άνω, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κεφαλαλγίες και αντιδράσεις της θέσης ένεσης, συμπεριλαμβανομένου του άλγους της θέσης ένεσης, οίδημα, ερύθημα και κνησμός. Σε κλινικές δοκιμές σε παιδιά ηλικίας 6 έως <12 ετών, οι πιο συχνές αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κεφαλαλγία, πυρεξία και άνω κοιλιακό άλγος. Οι περισσότερες από τις αντιδράσεις ήταν ήπιες έως μέτριες σε σοβαρότητα. Σε κλινικές δοκιμές σε ασθενείς ηλικίας ≥18 ετών σε CRSwNP, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κεφαλαλγία, ζάλη, αρθραλγία, άνω κοιλιακό άλγος και αντιδράσεις της θέσης ένεσης.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Ο πίνακας 4 καταγράφει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες στο συνολικό πληθυσμό ασφάλειας αλλεργικού άσθματος και CRSwNP που έλαβαν αγωγή με Xolair ανά MedDRA κατηγορία οργάνου συστήματος και συχνότητα. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι κατηγορίες των συχνοτήτων καθορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) και πολύ σπάνιες (<1/10.000). Αντιδράσεις που αναφέρθηκαν κατά τη μετεγκριτική περίοδο καταγράφονται με συχνότητα μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 4 Ανεπιθύμητες ενέργειες στο αλλεργικό άσθμα και CRSwNP
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| Όχι συχνές | Φαρυγγίτιδα |
| Σπάνιες | Παρασιτική λοίμωξη |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Μη γνωστές | Ιδιοπαθής θρομβοπενία, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών περιστατικών |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Σπάνιες | Αναφυλακτική αντίδραση, άλλες σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, ανάπτυξη αντισωμάτων κατά του omalizumab |
| Μη γνωστές | Ορονοσία, μπορεί να περιλαμβάνει πυρετό και λεμφαδενοπάθεια |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Συχνές Όχι συχνές | Κεφαλαλγία*Συγκοπή, παραισθησία, υπνηλία, ζάλη # |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Όχι συχνές | Ορθοστατική υπόταση, έξαψη |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Όχι συχνές ΣπάνιεςΜη γνωστές | Αλλεργικός βρογχόσπασμος, βήχας Οίδημα ΛάρυγγαΑλλεργική κοκκιωματώδης αγγεϊίτις (π.χ. σύνδρομοChurg-Strauss) |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| ΣυχνέςΌχι συχνές | Άνω κοιλιακό άλγος**,#Σημεία και συμπτώματα δυσπεψίας, διάρροια, ναυτία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Όχι συχνές ΣπάνιεςΜη γνωστές | Φωτοευαισθησία, κνίδωση, εξάνθημα, κνησμός, ΑγγειοοίδημαΑλωπεκία |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Συχνές ΣπάνιεςΜη γνωστές | Αρθραλγία†Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ) Μυαλγία, οίδημα άρθρωσης |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Πολύ συχνές ΣυχνέςΌχι συχνές | Πυρεξία**Αντιδράσεις της θέσης ένεσης όπως οίδημα, ερύθημα, άλγος, κνησμόςΓριππώδης συνδρομή, οίδημα βραχιόνων, αύξηση βάρους, κόπωση |
*: Πολύ συχνό σε παιδιά ηλικίας 6 έως <12 ετών
**: Σε παιδιά ηλικίας 6 έως <12 ετών
#: Συχνές σε δοκιμές ρινικού πολύποδα
†: Μη γνωστές σε δοκιμές αλλεργικού άσθματος Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. παράγραφο 4.4.
Αναφυλαξία
Σε κλινικές δοκιμές, οι αναφυλακτικές αντιδράσεις ήταν σπάνιες. Ωστόσο, μετά από μια σωρευτική αναζήτηση στη βάση δεδομένων ασφαλείας τα δεδομένα μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά ανέκτησαν συνολικά 898 περιστατικά αναφυλαξίας. Με βάση μια εκτιμώμενη έκθεση 566.923 θεραπευτικά έτη ασθενών, αυτό έχει ως αποτέλεσμα έναν ρυθμό αναφοράς περίπου 0,20%.
Αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια (ΑΤΕ)
Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και κατά τη διάρκεια ενδιάμεσων αναλύσεων μιας μελέτης παρατήρησης, παρατηρήθηκε μια αριθμητική ανισορροπία από ΑΤΕ. Ο ορισμός του σύνθετου καταληκτικού σημείου των ΑΤΕ συμπεριλαμβάνει αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, έμφραγμα του μυοκαρδίου, ασταθής στηθάγχη και καρδιαγγειακός θάνατος (συμπεριλαμβανομένων θανάτων από άγνωστη αιτία). Στην τελική ανάλυση της μελέτης παρατήρησης, το ποσοστό των ΑΤΕ ανά 1.000 έτη ασθενών ήταν 7,52 (115/15.286 έτη ασθενών) για τους ασθενείς που ελάμβαναν Xolair και 5,12 (51/9.963 έτη ασθενών) για τους ασθενείς της ομάδας ελέγχου. Σε μία πολυπαραμετρική ανάλυση με έλεγχο ως προς την αρχική τιμή διαθέσιμων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, ο λόγος κινδύνου ήταν 1,32 (95% διάστημα εμπιστοσύνης 0,91 - 1,91). Σε μία ξεχωριστή συγκεντρωτική ανάλυση κλινικών δοκιμών, η οποία συμπεριέλαβε όλες τις τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές διάρκειας 8 ή περισσότερων εβδομάδων, το ποσοστό των ATE ανά 1.000 έτη ασθενών ήταν 2,69 (5/1.856 έτη ασθενών) για τους ασθενείς που ελάμβαναν Xolair και 2,38 (4/1.680 έτη ασθενών) για τους ασθενείς που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο (αναλογία ποσοστού 1,13, 95% διάστημα εμπιστοσύνης
0,24 - 5,71).
Αιμοπετάλια
Σε κλινικές δοκιμές, λίγοι ασθενείς είχαν αριθμό αιμοπεταλίων κάτω από το κατώτατο όριο του φυσιολογικού εργαστηριακού εύρους. Μεμονωμένα περιπτώσεις ιδιοπαθούς θρομβοπενίας, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών περιστατικών έχουν αναφερθεί στη μετεγκριτική περίοδο.
Παρασιτικές λοιμώξεις
Σε ασθενείς σε χρόνιο υψηλό κίνδυνο ελμινθικής λοίμωξης, μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή έδειξε μια ελαφρώς αριθμητική αύξηση του ποσοστού λοίμωξης με το omalizumab που ήταν στατιστικά μη σημαντική. Η πορεία, η σοβαρότητα και η ανταπόκριση στη θεραπεία των λοιμώξεων δε συσχετίσθηκε (βλ. παράγραφο 4.4).
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
Έχουν αναφερθεί περιστατικά συστηματικού ερυθηματώδους λύκου (ΣΕΛ) κατά τις κλινικές δοκιμές και μετά την κυκλοφορία του προϊόντος σε ασθενείς με μέτριο έως σοβαρό άσθμα και χρόνια αυθόρμητη κνίδωση. Η παθογένεια του ΣΕΛ δεν είναι πλήρως κατανοητή.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Δεν έχει ακόμη καθορισθεί μέγιστη ανεκτή δόση του Xolair. Εφάπαξ ενδοφλέβιες δόσεις έως και
4.000 mg έχουν χορηγηθεί σε ασθενείς χωρίς ένδειξη δοσο-περιοριζόμενης τοξικότητας. Η υψηλότερη αθροιστική δόση που χορηγήθηκε σε ασθενείς ήταν 44.000 mg σε διάστημα
20 εβδομάδων και αυτή η δόση δεν οδήγησε σε οξείες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Εάν υποπτευθεί υπερδοσολογία, θα πρέπει ο ασθενής να παρακολουθείται για οποιοδήποτε σημείο ή σύμπτωμα. Θα πρέπει να αναζητηθεί και να εφαρμοστεί κατάλληλα ιατρική θεραπεία.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - XOLAIR 75MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για αποφρακτικές νόσους των αεραγωγών, άλλα συστηματικά χορηγούμενα φάρμακα στην αποφρακτική πνευμονοπάθεια, κωδικός ATC: R03DX05
Μηχανισμός δράσης
Το omalizumab είναι εξανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα που προκύπτει από ανασυνδυασμένο DNA, το οποίο δεσμεύει εκλεκτικά την ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE)και εμποδίζει τη σύνδεση της IgE με τον FcεRI (υποδοχέας IgE υψηλής συγγένειας) στα βασεόφιλα και ιστιοκύτταρα και κατά συνέπεια μειώνει την ποσότητα ελεύθερης IgE που είναι διαθέσιμη για να δώσει το έναυσμα για τον αλλεργικό καταρράκτη. Το αντίσωμα είναι ένα IgG1 κάππα που περιέχει βασικές ανθρώπινες αλληλουχίες με συμπληρωματικές-καθοριστικές περιοχές γονικού αντισώματος από ποντίκια, που δεσμεύεται στην ανοσοσφαιρίνη Ε.
Η αγωγή των ατοπικών ατόμων με omalizumab είχε ως αποτέλεσμα μια σημαντική προς τα κάτω ρύθμιση των υποδοχέων FcεRI στα βασεόφιλα. Το omalizumab αναστέλλει τη φλεγμονή που προκαλείται από την IgE, όπως αποδεικνύεται από τα μειωμένα ηωσινόφιλα αίματος και ιστού και τους μειωμένους φλεγμονώδεις μεσολαβητές, συμπεριλαμβανομένων των IL-4, IL-5 και IL-13 από έμφυτα, προσαρμοστικά και μη ανοσοποιητικά κύτταρα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Αλλεργικό άσθμα
Η in vitro απελευθέρωση της ισταμίνης που απομονώθηκε από τα βασεόφιλα σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με omalizumab μειώθηκε κατά 90% περίπου μετά από διέγερση με ένα αλλεργιογόνο σε σύγκριση με τις προ θεραπείας τιμές.
Σε κλινικές μελέτες, σε ασθενείς με αλλεργικό άσθμα τα επίπεδα ελεύθερης IgE στον ορό μειώθηκαν κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο εντός 1 ώρας από την πρώτη δόση και διατηρήθηκαν μεταξύ των δόσεων. Ένα έτος μετά τη διακοπή της δοσολογίας του omalizumab, τα επίπεδα IgE επανήλθαν στα επίπεδα προ της θεραπείας χωρίς να παρατηρηθεί φαινόμενο αναπήδησης στα επίπεδα IgE μετά την έκπλυση του φαρμάκου.
Χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες (CRSwNP)
Σε κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με CRSwNP, η θεραπεία με omalizumab οδήγησε σε μείωση της IgE χωρίς ορό (περίπου 95%) και σε αύξηση των συνολικών επιπέδων IgE στον ορό, σε παρόμοιο βαθμό όπως παρατηρήθηκε σε ασθενείς με αλλεργικό άσθμα. Τα συνολικά επίπεδα IgE στον ορό αυξήθηκαν λόγω του σχηματισμού συμπλόκων IgE omalizumab που έχουν βραδύτερο βαθμό αποβολής σε σύγκριση με την ελεύθερη IgE.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Αλλεργικό άσθμα
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας ≥12 ετών
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του omalizumab καταδείχθηκαν σε μια 28 εβδομάδων διπλή τυφλή ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (μελέτη 1) που συμπεριέλαβε 419 σοβαρά αλλεργικούς ασθματικούς, ηλικίας 12-79 ετών, οι οποίοι είχαν μειωμένη πνευμονική λειτουργία (FEV1 40-80% της προβλεπόμενης) και πτωχό έλεγχο συμπτωμάτων του άσθματος παρότι ελάμβαναν υψηλές δόσεις εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών και ενός μακράς δράσης βήτα 2 αγωνιστή. Οι κατάλληλοι για τη θεραπεία ασθενείς είχαν παρουσιάσει πολλαπλές παροξύνσεις άσθματος για τις οποίες απαιτήθηκε συστηματική αγωγή κορτικοστεροειδών ή είχαν νοσηλευτεί ή είχαν παραμείνει στα επείγοντα λόγω σοβαρής παρόξυνσης άσθματος το περασμένο έτος παρόλο που είχαν λάβει συνεχή αγωγή με υψηλές δόσεις εισπνεομένων κορτικοστεροειδών και ενός μακράς δόσης βήτα 2-αγωνιστή. Υποδόριο omalizumab ή εικονικό φάρμακο χορηγήθηκε ως επιπρόσθετη θεραπεία σε
>1.000 μικρογραμμάρια διοπροπιονική βεκλομεταζόνη (ή ισοδύναμο) και ένα μακράς δράσης βήτα 2 αγωνιστή. Οι από του στόματος χορηγούμενες θεραπείες συντήρησης με κορτικοστεροειδή, θεοφυλλίνη και τροποποιητές λευκοτριένης ήταν επιτρεπτές (22%, 27%, και 35% των ασθενών, αντίστοιχα).
Το ποσοστό των παροξύνσεων του άσθματος που απαιτούσε αγωγή με υψηλές δόσεις συστηματικά χορηγούμενων κορτικοστεροειδών ήταν το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο. Το omalizumab μείωσε το ποσοστό των παροξύνσεων του άσθματος κατά 19% (p=0,153). Περαιτέρω αξιολογήσεις που κατέδειξαν στατιστικά σημαντική διαφορά υπέρ του omalizumab (p<0,05) συμπεριλάμβαναν μειώσεις στις σοβαρές παροξύνσεις (όπου η πνευμονική λειτουργία του ασθενούς ήταν μειωμένη κάτω από το 60% της καλύτερης προσωπικής τιμής και απαιτούσε συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών) και των σχετιζόμενων με το άσθμα επισκέψεων στα επείγοντα (αποτελούμενων από νοσηλείες, επισκέψεις στα επείγοντα και μη προγραμματισμένες ιατρικές επισκέψεις) και βελτιώσεις σύμφωνα με την Συνολική Αξιολόγηση του Ιατρού της αποτελεσματικότητας της θεραπείας, Ποιότητα Ζωής σχετιζόμενη με Άσθμα (AQL), συμπτώματα άσθματος και πνευμονική λειτουργία.
Σε μια ανάλυση υποομάδας, οι ασθενείς με ολική πριν από τη θεραπεία IgE ≥76 IU/ml είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν σημαντικό κλινικό όφελος από το omalizumab. Σε αυτούς τους ασθενείς στη μελέτη 1, το omalizumab μείωσε το ποσοστό των παροξύνσεων του άσθματος κατά 40% (p=0,002). Επιπρόσθετα, περισσότεροι ασθενείς παρουσίασαν κλινικά σημαντικές ανταποκρίσεις στον πληθυσμό με ολική IgE ≥76 IU/ml σε όλο το πρόγραμμα σοβαρού άσθματος του omalizumab. Ο πίνακας 5 περιλαμβάνει τα αποτελέσματα πληθυσμού της μελέτης 1
Πίνακας 5 Αποτελέσματα της μελέτης 1
Συνολικός πληθυσμός της μελέτης 1
| OmalizumabN=209 | Εικονικό φάρμακοN=210 | ||
| Παροξύνσεις άσθματοςΣυχνότητα ανά περίοδο | 0,74 | 0,92 | |
| 28 εβδομάδων | |||
| % μείωση, p-value for rate ratio | 19,4%, p = 0,153 | ||
| Σοβαρές παροξύνσεις άσθματοςΣυχνότητα ανά περίοδο | 0,24 | 0,48 | |
| 28 εβδομάδων% μείωση, p-value for rate ratio | 50,1%, p = 0,002 | ||
| Επισκέψεις στα επείγονταΣυχνότητα ανά περίοδο | 0,24 | 0,43 | |
| 28 εβδομάδων% μείωση, p-value for rate ratio | 43,9%, p = 0,038 | ||
| Συνολική αξιολόγηση Ιατρού% ανταποκριθέντες* | 60,5% | 42,8% | |
| p-value** | <0,001 | ||
| AQL βελτίωση% των ασθενών ≥0,5 βελτίωσης | 60,8% | 47,8% | |
| p-value | 0,008 | ||
* σημαντική βελτίωση ή πλήρης έλεγχος
** p-value για τη συνολική κατανομή της αξιολόγησης
Η μελέτη 2 αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του omalizumab σε έναν πληθυσμό 312 σοβαρά αλλεργικών ασθματικών που ταίριαζαν στον πληθυσμό της μελέτης 1. Η θεραπεία με omalizumab σε αυτή τη μελέτη ανοιχτού σχεδιασμού οδήγησε σε 61% κλινικά σημαντική μείωση στο ποσοστό των παροξύνσεων του άσθματος σε σύγκριση με την τρέχουσα θεραπεία του άσθματος μόνη της.
Τέσσερις επιπρόσθετες μεγάλες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο υποστηρικτικές μελέτες διάρκειας από 28 έως 52 εβδομάδες σε 1.722 ενήλικες και εφήβους (μελέτες 3, 4, 5, 6) αξιολόγησαν την
αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του omalizumab σε ασθενείς με σοβαρό επίμονο άσθμα. Οι περισσότεροι ασθενείς ελέγχονταν ανεπαρκώς αλλά ελάμβαναν λιγότερη συμπληρωματική θεραπεία απ’ό,τι οι ασθενείς στις μελέτες 1 ή 2. Οι μελέτες 3-5 είχαν την παρόξυνση ως πρωταρχικό καταληκτικό σημείο ενώ η μελέτη 6 πρωταρχικά αξιολόγησε τη μείωση χρήσης εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών.
Στις μελέτες 3, 4 και 5 οι ασθενείς που έλαβαν omalizumab είχαν αντίστοιχες μειώσεις στα ποσοστά παροξύνσεων του άσθματος κατά 37,5% (p=0,027), 40,3% (p<0,001) και 57,6% (p<0,001) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Στη μελέτη 6, σημαντικά περισσότεροι ασθενείς σε omalizumab με σοβαρό αλλεργικό άσθμα ήταν σε θέση να μειώσουν τη δόση της φλουτικαζόνης τους σε ≤500 μικρογραμμάρια/ημέρα χωρίς επιδείνωση του ελέγχου του άσθματος (60,3%) σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (45,8%, p<0,05).
Οι βαθμολογίες ποιότητας ζωής μετρήθηκαν σύμφωνα με το σχετιζόμενο με το άσθμα ερωτηματολόγιο Juniper Quality of Life. Και στις έξι μελέτες υπήρξε μια στατιστικά σημαντική βελτίωση από την τιμή αναφοράς στη βαθμολογία ποιότητας ζωής για τους ασθενείς με το omalizumab έναντι του εικονικού φαρμάκου ή της ομάδας ελέγχου.
Συνολική αξιολόγηση του ιατρού για την αποτελεσματικότητα της αγωγής:
Η συνολική αξιολόγηση του ιατρού διεξήχθη σε πέντε από τις παραπάνω μελέτες σαν μια αδρή μέτρηση του ελέγχου του άσθματος από το θεράποντα ιατρό. Ο ιατρός μπορούσε να λάβει υπόψη του την τιμή PEF (μέγιστη ροή εκπνοής), τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια ημέρας και νύχτας, τη χρήση φαρμακευτικού προϊόντος διάσωσης, τη σπιρομέτρηση και τις παροξύνσεις. Και στις πέντε μελέτες ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν αγωγή με omalizumab κρίθηκε ότι έχει επιτύχει είτε μια σημαντική βελτίωση ή πλήρη έλεγχο του άσθματός τους σε σύγκριση με τους ασθενείς με εικονικό φάρμακο.
Παιδιά ηλικίας 6 έως <12 ετών
Η πρωταρχική υποστήριξη για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του omalizumab στην ομάδα ηλικίας 6 έως <12 ετών εξάγεται από μια τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη (μελέτη 7).
Η μελέτη 7 ήταν μια μελέτη ελεγχόμενου εικονικού φαρμάκου η οποία περιλάμβανε μια συγκεκριμένη υποομάδα ασθενών (N=235) όπως καθοριζόταν από την επί του παρόντος ένδειξη, οι οποίοι ακολουθούσαν αγωγή με υψηλή δόση εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών (≥500 μg/μέρα ισοδύναμο φλουτικαζόνης) συν μακράς δράσης εισπνεόμενο βήτα αγωνιστή.
Ένας κλινικά σημαντικός παροξυσμός ορίστηκε σαν η επιδείνωση των συμπτωμάτων του άσθματος όπως κρίνονται κλινικά από τον ερευνητή, απαιτώντας διπλασιασμό των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών σε σχέση με την τιμή αναφοράς για τουλάχιστον 3 ημέρες και/ή θεραπεία με συστημικά (από του στόματος ή ενδοφλέβια) κορτικοστεροειδή για τουλάχιστον 3 ημέρες.
Στην συγκεκριμένη υποομάδα των ασθενών που έπαιρναν υψηλή δόση εισπνεόμενων κορτικοστεροείδών, η ομάδα με omalizumab είχε στατιστικά σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό παροξυσμών άσθματος από ότι η ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στις 24 εβδομάδες, η διαφορά στα ποσοστά μεταξύ των θεραπευτικών ομάδων παρουσίασε 34% (ποσοστιαίος λόγος 0,662, p=0,047) μείωση σχετικά με τους ασθενείς με εικονικό φάρμακο προς τους ασθενείς με omalizumab. Στη δεύτερη διπλή-τυφλή αγωγή περιόδου 28 εβδομάδων η διαφορά στα ποσοστά μεταξύ των θεραπευτικών ομάδων παρουσίασε 63% (ποσοστιαίος λόγος 0,37, p<0,001) μείωση σχετικά με τους ασθενείς με εικονικό φάρμακο προς τους ασθενείς με omalizumab.
Κατά την διπλή τυφλή περιόδου 52 εβδομάδων θεραπεία (συμπεριλαμβάνει τη φάση 24 εβδομάδων με σταθερή δόση στεροειδών και τη φάση 28 εβδομάδων προσαρμοσμένων κορτικοστεροειδών) η διαφορά στα ποσοστά μεταξύ των θεραπευτικών ομάδων παρουσίασε 50% (ποσοστιαίος λόγος 0,504, p<0,001) σχετική μείωση των παροξυσμών στους ασθενείς με omalizumab.
Η ομάδα με omalizumab παρουσίασε μεγαλύτερες μειώσεις στη χρήση βήτα αγωνιστών ως φαρμακευτικών προϊόντων διάσωσης από ότι η ομάδα με εικονικό φάρμακο στο τέλος της περιόδου θεραπείας 52 εβδομάδων, παρόλο που οι διαφορά μεταξύ των θεραπευτικών ομάδων δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Για τη συνολική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της αγωγής στο τέλος της 52 εβδομάδων διπλής-τυφλής θεραπευτικής περιόδου στην υποομάδα των σοβαρής κατάστασης ασθενών που έπαιρναν υψηλή δόση εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών και μακράς διάρκειας βήτα αγωνιστές, η αναλογία των ασθενών που είχαν «άριστη» αποτελεσματικότητα θεραπείας ήταν ψηλότερη, και οι αναλογίες που είχαν «μέτρια» ή «φτωχή» αποτελεσματικότητα θεραπείας χαμηλότερες της ομάδα με omalizumab σε σύγκριση με την ομάδα με εικονικό φάρμακο, η διαφορά μεταξύ των ομάδων ήταν στατιστικά σημαντική (p<0,001), ενώ δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των ομάδων omalizumab και εικονικού φαρμάκου στις υποκειμενικές εκτιμήσεις της Ποιότητας Ζωής των ασθενών.
Χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες (CRSwNP)
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του omalizumab αξιολογήθηκαν σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές σε ασθενείς μεCRSwNP (Πίνακας 7). Οι ασθενείς έλαβαν omalizumab ή εικονικό φάρμακο υποδόρια κάθε 2 ή 4 εβδομάδες (βλ.
παράγραφο 4.2). Όλοι οι ασθενείς έλαβαν ενδορρινική θεραπεία μομεταζόνης καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. Δεν απαιτήθηκε προηγούμενη χειρουργική επέμβαση ρινός και παραρρινίων ή συστηματική χρήση κορτικοστεροειδών για συμπερίληψη στις μελέτες. Οι ασθενείς έλαβαν omalizumab ή εικονικό φάρμακο για 24 εβδομάδες ακολουθούμενο από περίοδο παρακολούθησης 4 εβδομάδων. Τα δημογραφικά και αρχικά χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένων των αλλεργικών συννοσηροτήτων περιγράφονται στον Πίνακα 6.
Πίνακας 6 Δημογραφικά και αρχικά χαρακτηριστικά των μελετών ρινικών πολύποδων
| Παράμετρος | Μελέτη ρινικού πολύποδα 1 N=138 | Μελέτη ρινικού πολύποδα 2 N=127 |
| Μέση ηλικία (έτη) (SD) | 51,0 (13,2) | 50,1 (11,9) |
| % Άνδρας | 63,8 | 65,4 |
| Ασθενείς με συστηματικήχρήση κορτικοστεροειδών σε προηγούμενα χρόνια (%) | 18,8 | 26,0 |
| Αμφοτερόπλευρη ενδοσκοπική βαθμολογία ρινικού πολύποδα (NPS): μέσος όρος (SD), εύρος0-8 | 6,2 (1,0) | 6,3 (0,9) |
| Βαθμολογία ρινικήςσυμφόρησης (NCS): μέσος όρος (SD), εύρος 0-3 | 2,4 (0,6) | 2,3 (0,7) |
| Βαθμολογία αίσθησης όσφρησης: μέσος όρος (SD),εύρος 0-3 | 2,7 (0,7) | 2,7 (0,7) |
| συνολική βαθμολογία SNOT-22: μέσος όρος (SD) εύρος 0-110 | 60,1 (17,7) | 59,5 (19,3) |
| Ηωσινόφιλα αίματος (κύτταρα/µl): μέσος όρος (SD) | 346,1 (284,1) | 334,6 (187,6) |
| Σύνολο IgE IU/ml: μέσος όρος(SD) | 160,9 (139,6) | 190,2 (200,5) |
| Άσθμα (%) | 53,6 | 60,6 |
| Ήπιο (%) | 37,8 | 32,5 |
| Μέτριο (%) | 58,1 | 58,4 |
| Σοβαρό (%) | 4,1 | 9,1 |
| Παρόξυνση αναπνευστικής νόσου από ασπιρίνη (%) | 19,6 | 35,4 |
| Αλλεργική ρινίτιδα | 43,5 | 42,5 |
SD = τυπική απόκλιση, SNOT-22 = Ερωτηματολόγιο SNOT 22 (ερωτηματολόγιο αξιολόγησης συμπτωμάτων ρινός και παραρρινίων), IgE = Αντίσωμα E, IU = διεθνής μονάδα. Στα NPS, NCS, και SNOT-22, οι υψηλότερες βαθμολογίες υποδεικνύουν μεγαλύτερη σοβαρότητα της νόσου.
Τα συν-πρωταρχικά τελικά σημεία ήταν η αμφοτερόπλευρη βαθμολογία των ρινικών πολύποδων (NPS) και η μέση βαθμολογία ρινικής συμφόρησης (NCS) την Εβδομάδα 24. Και στις δύο μελέτες ρινικού πολύποδα 1 και 2, οι ασθενείς που έλαβαν omalizumab είχαν στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερες βελτιώσεις από την έναρξη στην Εβδομάδα 24 στο NPS και τον εβδομαδιαίο μέσο όρο NCS από ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Τα αποτελέσματα από τις μελέτες 1 και 2 ρινικού πολύποδα εμφανίζονται στον Πίνακα 7.
Πίνακας 7 Αλλαγή από την έναρξη στην Εβδομάδα 24 στις κλινικές βαθμολογίες από τη μελέτη ρινικού πολύποδα 1, τη μελέτη ρινικού πολύποδα 2, και τα συγκεντρωτικά δεδομένα
| Μελέτη ρινικού πολύποδα 1 | Μελέτη ρινικού πολύποδα 2 | Συγκεντρωτικά αποτελέσματα ρινικού πολύποδα | ||||
| Εικονικό φάρμακο | Οmalizumab | Εικονικό φάρμακο | Οmalizumab | Εικονικό φάρμακο | Οmalizumab | |
| N | 66 | 72 | 65 | 62 | 131 | 134 |
| Βαθμολογία ρινικού πολύποδα | ||||||
| Βασικός μέσος όροςLS μέση αλλαγή την Εβδομάδα 24 | 6,320,06 | 6,19-1,08 | 6,09-0,31 | 6,44-0,90 | 6,21-0,13 | 6,31-0,99 |
| Διαφορά (95% CI)p-τιμή | -1,14 (-1,59, -0.69)<0,0001 | -0,59 (-1,05, -0,12)0,0140 | -0,86 (-1,18, -0,54)<0,0001 | |||
| Μέσος όρος ρινικήςσυμφόρησης 7 ημερών | ||||||
| Βασικός μέσος όροςLS μέση αλλαγή την Εβδομάδα 24 | 2,46-0,35 | 2,40-0,89 | 2,29-0,20 | 2,26-0,70 | 2,38-0,28 | 2,34-0,80 |
| Διαφορά (95% CI)p- τιμή | -0,55 (-0,84, -0,25)0,0004 | -0,50 (-0,80, -0,19)0,0017 | -0,52 (-0,73, -0,31)<0,0001 | |||
| TNSS | ||||||
| Βασικός μέσος όροςLS μέση αλλαγή την Εβδομάδα 24 | 9,33-1,06 | 8,56-2,97 | 8,73-0,44 | 8,37-2,53 | 9,03-0,77 | 8,47-2,75 |
| Διαφορά(95% CI)p- τιμή | -1,91 (-2,85, -0,96)0,0001 | -2,09 (-3,00, -1,18)<0,0001 | -1,98 (-2,63, -1,33)<0,0001 | |||
| SNOT-22 | ||||||
| Βασικός μέσος όροςLS μέση αλλαγή την Εβδομάδα 24 | 60,26-8,58 | 59,82-24,70 | 59,80-6,55 | 59,21-21,59 | 60,03-7,73 | 59,54-23,10 |
| Διαφορά(95% CI)p- τιμή(MID = 8.9) | -16,12 (-21,86, -10,38)<0,0001 | -15,04 (-21,26, -8,82)<0,0001 | -15,36 (-19,57, -11,16)<0,0001 | |||
| UPSIT | ||||||
| Βασικός μέσος όροςLS μέση αλλαγή την Εβδομάδα 24 | 13,560,63 | 12,784,44 | 13,270,44 | 12,874,31 | 13,410,54 | 12,824,38 |
| Διαφορά(95% CI)p- τιμή | 3,81 (1,38, 6,24)0,0024 | 3,86 (1,57, 6,15)0,0011 | 3,84 (2,17, 5,51)<0,0001 | |||
LS=ελάχιστο τετράγωνο, CI = διάστημα εμπιστοσύνης, TNSS = Συνολική βαθμολογία ρινικού συμπτώματος, SNOT-22 = Ερωτηματολόγιο SNOT 22 (ερωτηματολόγιο αξιολόγησης συμπτωμάτων ρινός και παραρρινίων), UPSIT = Δοκιμή Αναγνώρισης Οσμών του Πανεπιστημίου της Πενσιλβανίας, MID = ελάχιστη σημαντική διαφορά.
Εικόνα 1 Μέση αλλαγή από την αρχική τιμή στη βαθμολογία ρινικής συμφόρησης και μέση αλλαγή από την αρχική τιμή στη βαθμολογία ρινικού πολύποδα ανά ομάδα θεραπείας στη μελέτη ρινικού πολύποδα 1 και 2
0,25Μελέτη 1 / Εικονικό φάρμακο
(N=66)
Μελέτη 1 / Omalizumab (N=72)
Μελέτη 2 / Εικονικό φάρμακο(N=65)
Μελέτη 2 / Omalizumab (N=62)
0,25Μελέτη 1 / Εικονικό φάρμακο
(N=66)
Μελέτη 1 / Omalizumab (N=72)
Μελέτη 2 / Εικονικό φάρμακο(N=65)
Μελέτη 2 / Omalizumab (N=62)
0,00 0,00Μέση αλλαγή από την αρχική τιμή στη
Βαθμολογία Ρινικού Πολύποδα
Μέση αλλαγή από την αρχική τιμή στη
Βαθμολογία Ρινικής Συμφόρησης
-0,25 -0,25 -0,50 -0,50 -0,75 -0,75 -1,00 -1,00 -1,25Δευτερεύουσα ανάλυση αποτελεσματικότητας
Κύρια ανάλυση αποτελεσματικότητας
-1,25Δευτερεύουσα ανάλυση αποτελεσματικότητας
Κύρια ανάλυση αποτελεσματικότητας
Αρχική τιμή 4 8 12 16 20 24 Αρχική τιμή 4 8 12 16 20 24 Εβδομάδα ΕβδομάδαΣε μία προκαθορισμένη συγκεντρωτική ανάλυση της θεραπείας διάσωσης (συστηματικά κορτικοστεροειδή για ≥3 συνεχόμενες ημέρες ή εκτομή ρινικού πολύποδα ) κατά τη διάρκεια της εβδομάδας 24 της περιόδου θεραπείας, το ποσοστό των ασθενών που χρειάζονταν θεραπεία διάσωσης ήταν χαμηλότερο στο omalizumab σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (2,3% έναντι 6,2% αντίστοιχα). Ο λόγος πιθανοτήτων στη λήψη θεραπείας διάσωσης στο omalizumab σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 0,38 (95% CI: 0,10, 1,49). Δεν αναφέρθηκαν χειρουργικές επεμβάσεις ρινός και παραρρινίων σε καμία από τις δύο μελέτες.
Η μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του omalizumab σε ασθενείς με CRSwNP που συμμετείχαν στις μελέτες 1 και 2 του ρινικού πολύποδα αξιολογήθηκε σε μια ανοικτή μελέτη επέκτασης. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας από αυτή τη μελέτη εισηγούνται ότι το κλινικό όφελος που παρέχεται την Εβδομάδα 24 διατηρήθηκε μέχρι την Εβδομάδα 52. Τα δεδομένα ασφάλειας ήταν συνολικά σύμφωνα με το γνωστό προφίλ ασφαλείας του omalizumab.
Η φαρμακοκινητική του omalizumab έχει μελετηθεί σε ενήλικες και έφηβους ασθενείς με αλλεργικό άσθμα όπως επίσης και σε ενήλικες ασθενείς με CRSwNP. Τα γενικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά του omalizumab είναι παρόμοια σε αυτούς τους πληθυσμούς ασθενών.
Απορρόφηση
Μετά την υποδόρια χορήγηση, το omalizumab απορροφάται με κατά μέσο όρο απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 62%. Μετά από μια εφάπαξ υποδόρια δόση σε ενήλικες και εφήβους ασθενείς με άσθμα, το omalizumab απορροφάται αργά, επιτυγχάνοντας το μέγιστο των συγκεντρώσεων πλάσματος μετά από διάστημα 7-8 ημερών κατά μέσο όρο. Η φαρμακοκινητική του omalizumab είναι γραμμική σε δόσεις μεγαλύτερες από 0,5 mg/kg. Μετά από πολλαπλές δόσεις omalizumab, η καμπύλη περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου από την Ημέρα 0 στην Ημέρα 14 σε σταθερή κατάσταση ήταν μέχρι και 6 φορές εκείνων μετά την πρώτη δόση.
Η χορήγηση του Xolair παρασκευασμένου είτε ως ένα λυοφιλοποιημένο προϊόν είτε σε υγρή μορφή, είχε σαν αποτέλεσμα παρόμοιο προφίλ συγκέντρωσης του omalizumab στο πλάσμα σε σχέση με το χρόνο.
Κατανομή
In vitro, το omalizumab σχηματίζει συμπλέγματα περιορισμένου μεγέθους με την IgE. Καθιζάνοντα συμπλέγματα και συμπλέγματα μεγαλύτερα από ένα εκατομμύριο Daltons σε μοριακό βάρος δεν παρατηρήθηκαν in vitro ή in vivo. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε ασθενείς μετά από υποδόρια χορήγηση ήταν 78 ± 32 ml/kg.
Αποβολή
Η κάθαρση του omalizumab εμπλέκει τη διαδικασία της κάθαρσης IgG όπως επίσης και την κάθαρση μέσω συγκεκριμένης δέσμευσης και σχηματισμού συμπλέγματος με το στόχο σύνδεσης του, το IgE. Η ηπατική απέκκριση του IgG περιλαμβάνει αποδόμηση στο δικτυοενδοθηλιακό σύστημα και στα ενδοθηλιακά κύτταρα. Ανέπαφη IgG απεκκρίνεται επίσης στη χολή. Σε ασθματικούς ασθενείς, η απέκκριση ημισείας ζωής του omalizumab στον ορό είναι κατά μέσο όρο 26 ημέρες, με εμφανή κάθαρση κατά μέσο όρο 2,4 ± 1,1 ml/kg/ημέρα. Επιπρόσθετα, διπλασιασμός του σωματικού βάρους διπλασίαζε περίπου την εμφανή κάθαρση.
Χαρακτηριστικά σε πληθυσμούς ασθενών
Ηλικία, Γένος/Εθνικότητα, Φύλο, Δείκτης μάζας σώματος
Οι πληθυσμιακές φαρμακοκινητικές του omalizumab αναλύθηκαν για να αξιολογηθούν οι επιδράσεις των δημογραφικών χαρακτηριστικών. Η ανάλυση αυτών των περιορισμένων δεδομένων υποδηλώνει ότι δεν είναι απαραίτητες ρυθμίσεις της δόσης ανάλογα με την ηλικία (6-76 ετών για ασθενείς με αλλεργικό άσθμα, 18 έως 75 ετών για ασθενείς με CRSwNP), το γένος/εθνικότητα, το φύλο ή το δείκτη μάζας σώματος (βλ. παράγραφο 4.2).
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά ή φαρμακοδυναμικά δεδομένα σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2 και 4.4).
Φαρμακευτικές πληροφορίες - XOLAIR 75MG/VIAL
Κόνις
Σακχαρόζη Ιστιδίνη
Ιστιδίνη υδροχλωρική μονοϋδρική Πολυσορβικό 20
Διαλύτης
Ύδωρ για ενέσιμα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
4 χρόνια.
Μετά την ανασύσταση
Η χημική και φυσική σταθερότητα του ανασυσταθέντος φαρμακευτικού προϊόντος έχει καταδειχθεί για 8 ώρες σε 2°C έως 8°C και για 4 ώρες σε 30°C.
Από μικροβιολογικής άποψης, το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μετά την ανασύσταση. Εάν δεν χρησιμοποιείται άμεσα, οι χρόνοι φύλαξης και οι συνθήκες φύλαξης και οι συνθήκες πριν από τη χρήση είναι στην ευθύνη του χρήστη και δεν πρέπει φυσιολογικά να υπερβούν τις 8 ώρες σε 2°C έως 8°C ή τις 2 ώρες σε 25°C.
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C – 8°C).
Μην καταψύχετε.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Φιαλίδιο κόνεως: Διαυγές, άχρωμο, τύπου I υάλινο φιαλίδιο με ελαστικό πώμα εισχώρησης από βουτύλιο και γκρι αποσπώμενη μεμβράνη.
Φύσιγγα διαλύτη: Διαυγής, άχρωμη, τύπου I υάλινη φύσιγγα που περιέχει 2 ml ύδατος για ενέσιμα.
Συσκευασία που περιέχει ένα φιαλίδιο κόνεως για διάλυμα για ένεση και μια φύσιγγα ύδατος για ενέσιμα.
και άλλος χειρισμός
Το Xolair 75 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα διατίθεται σε εφάπαξ χρήσης φιαλίδιο.
Από μικροβιολογικής άποψης, το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί άμεσα μετά την ανασύσταση (βλ. παράγραφο 6.3).
Το λυοφιλοποιημένο φαρμακευτικό προϊόν απαιτεί 15-20 λεπτά για να διαλυθεί, αν και σε μερικές περιπτώσεις απαιτείται περισσότερος χρόνος. Το πλήρες ανασυσταθέν φαρμακευτικό προϊόν θα εμφανισθεί διαυγές έως ελαφρώς οπαλίζον, άχρωμο έως ανοικτό καφέ-κίτρινο και μπορεί να έχει μικρές φυσαλίδες ή αφρό γύρω από τα άκρα του φιαλιδίου. Εξαιτίας του ιξώδους του ανασυσταμένου φαρμακευτικού προϊόντος απαιτείται προσοχή ώστε να ανασύρεται όλο το προϊόν από το φιαλίδιο πριν αποβληθεί ο αέρας ή η περίσσεια διαλύματος από τη σύριγγα ώστε να ληφθούν τα 0,6 ml.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.