Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - YGIELLE 1%
Η κλινδαμυκίνη για τοπική χρήση ενδείκνυται για την αντιμετώπιση της ακμής (ιδιαιτέρως της φλεγμονώδους).
Τοπική εφαρμογή διαλύματος 2 φορές την ημέρα στην πάσχουσα περιοχή, σε καθαρό και στεγνό δέρμα.
Δεν απαιτείται εντριβή του δέρματος (μασάζ) για να εισχωρήσει το φάρμακο.
Μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα κατά της ακμής, όμως σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να εφαρμόζεται κάθε φάρμακο σε διαφορετικό χρόνο.
ΠΡΟΣΟΧH: Να αποφεύγεται η επαφή με τα μάτια, το στόμα και διαβρωμένο δέρμα.
Υπερευαισθησία στην κλινδαμυκίνη, τη λινκομυκίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 και σε άτομα με ιστορικό φλεγμονώδους νόσου του εντέρου ή κολίτιδας από αντιβιοτικά.
Η από του στόματος και παρεντερική χορήγηση της κλινδαμυκίνης, όπως και τα περισσότερα άλλα αντιβιοτικά, έχουν συσχετισθεί με σοβαρή διάρροια και ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα (βλ. παράγραφο 4.8). Η χρήση του δερματικού σκευάσματος κλινδαμυκίνης έχει ως αποτέλεσμα την απορρόφηση του αντιβιοτικού από την επιφάνεια του δέρματος (βλ. παράγραφο 5.2). Διάρροια
και κολίτιδα έχουν αναφερθεί σπάνια με την τοπική χρήση της κλινδαμυκίνης. Συνεπώς, ο γιατρός θα πρέπει να είναι σε εγρήγορση για ενδεχόμενη εμφάνιση διάρροιας ή κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά. Εάν παρατηρηθεί σημαντική ή παρατεταμένη διάρροια, το φάρμακο θα πρέπει να διακόπτεται και να εφαρμόζονται οι κατάλληλες διαγνωστικές διαδικασίες, καθώς και να χορηγείται η απαραίτητη θεραπευτική αγωγή.
Έχει παρατηρηθεί ότι η διάρροια, η κολίτιδα και η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα μπορούν να ξεκινήσουν αρκετές εβδομάδες μετά τη διακοπή της από του στόματος ή παρεντερικής θεραπείας με κλινδαμυκίνη.
Το δερματικό διάλυμα κλινδαμυκίνης περιέχει ισοπροπυλική αλκοόλη, που μπορεί να προκαλέσει καύσο και ερεθισμό στους οφθαλμούς, στους βλεννογόνους και στο διαβρωμένο δέρμα. Σε περίπτωση τυχαίας επαφής με ευαίσθητες επιφάνειες (οφθαλμός, διαβρωμένο δέρμα, βλεννογόνοι), ξεπλύνετε τις επιφάνειες που ήρθαν σε επαφή με άφθονο δροσερό νερό.
Σε περίπτωση ερεθισμού πρέπει να διακόπτεται η εφαρμογή του φαρμάκου.
Το διάλυμα αυτό έχει δυσάρεστη γεύση και θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν χρησιμοποιείται γύρω από το στόμα.
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιά κάτω των 12 ετών, δεν έχει αποδειχθεί.
Έκδοχα
Κάθε mL δερματικού διαλύματος περιέχει 50 mg προπυλενογλυκόλη. Η προπυλενογλυκόλη μπορεί να προκαλέσει δερματικό ερεθισμό.
Έχει αποδειχθεί ότι η συστηματική χορήγηση κλινδαμυκίνης έχει ιδιότητες νευρομυϊκού αποκλεισμού, οι οποίες μπορεί να ενισχύσουν τη δράση άλλων νευρομυϊκών αποκλειστών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοιους παράγοντες.
Επιτρέπεται η ταυτόχρονη εφαρμογή κλινδαμυκίνης με άλλα φάρμακα κατά της ακμής, όμως θα πρέπει να εφαρμόζονται διαφορετική ώρα του 24ώρου.
Δεν επιτρέπεται συγχρόνως η εφαρμογή φαρμάκων που περιέχουν σαν δραστικό συστατικό το βενζοϊκό υπεροξείδιο (benzoyl peroxide).
Ανταγωνιστές της βιταμίνης K:
Έχουν αναφερθεί αυξημένες τιμές δοκιμασιών πήξης (PT/INR) και/ή αυξημένη αιμορραγία σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κλινδαμυκίνη σε συνδυασμό με έναν ανταγωνιστή της βιταμίνης K (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη και φλουινδιόνη). Επομένως, οι τιμές των δοκιμασιών πήξης θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της βιταμίνης K.
Κύηση
Μελέτες τοξικότητας στο αναπαραγωγικό σύστημα σε αρουραίους και κουνέλια, με από του στόματος και υποδόρια χορήγηση, δεν ανέδειξαν επηρεασμένη γονιμότητα ή βλάβη στο έμβρυο που να οφείλονται στην κλινδαμυκίνη, εξαιρουμένων των δόσεων που προκάλεσαν τοξικότητα στη μητέρα.
Οι μελέτες αναπαραγωγής στα ζώα δεν προδικάζουν πάντοτε την ανταπόκριση στον άνθρωπο.
Σε κλινικές μελέτες σε εγκύους γυναίκες, η συστηματική χορήγηση της κλινδαμυκίνης κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου δεν έχει συσχετιστεί με αυξημένη συχνότητα συγγενών ανωμαλιών.
Η κλινδαμυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης μόνον εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους γυναίκες κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η κλινδαμυκίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα μετά από τοπική χρήση κλινδαμυκίνης. Έχει αναφερθεί όμως, ότι η κλινδαμυκίνη εμφανίζεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα σε εύρος τιμών από <0,5 έως 3,8 μg/mL μετά από συστηματική χρήση.
Η κλινδαμυκίνη μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες στη γαστρεντερική χλωρίδα του θηλάζοντος βρέφους όπως διάρροια ή αίμα στα κόπρανα, ή εξάνθημα. Εάν απαιτείται η λήψη κλινδαμυκίνης από του στόματος ή ενδοφλέβια από τη θηλάζουσα μητέρα, αυτό δεν αποτελεί λόγο διακοπής του θηλασμού, αλλά ενδέχεται να προτιμηθεί εναλλακτικό φάρμακο. Τα οφέλη του θηλασμού στην ανάπτυξη και την υγεία θα πρέπει να εξετάζονται μαζί με την κλινική ανάγκη της μητέρας για κλινδαμυκίνη και τις τυχόν δυνητικές ανεπιθύμητες ενέργειες στο θηλάζον παιδί από την κλινδαμυκίνη ή από την υποκείμενη κατάσταση της μητέρας.
Γονιμότητα
Μελέτες γονιμότητας σε αρουραίους που έλαβαν θεραπεία με κλινδαμυκίνη από του στόματος δεν κατέδειξαν κάποια επίδραση στη γονιμότητα ή την ικανότητα ζευγαρώματος.
ν
Η επίδραση της κλινδαμυκίνης στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων δεν έχει αξιολογηθεί έπειτα από συστημική χρήση.
Ο παρακάτω πίνακας παραθέτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που ταυτοποιήθηκαν μέσω της εμπειρίας από κλινικές μελέτες και της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που ταυτοποιήθηκαν από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά αποδίδονται με πλάγια γραφή. Η ομαδοποίηση βάσει συχνότητας έχει οριστεί σύμφωνα με την παρακάτω σύμβαση: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1000 έως
<1/100), Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1000), Πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δε μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Δερματικό διάλυμα κλινδαμυκίνης
| Κατηγορία/ΟργανικόΣύστημα | Πολύσυχνές | Συχνές | Όχισυχνές | Σπάνιες | Πολύσπάνιες | Συχνότητα μη γνωστή |
| Λοιμώξεις καιπαρασιτώσεις | Θυλακίτιδα | |||||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Πόνος του οφθαλμού | |||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Γαστρεντε ρική διαταραχή | Κοιλιακό άλγος Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4) | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Ξηροδερμία Ερεθισμός δέρματοςΚνίδωση | Σμηγματόρ ροια | Δερματίτιδα από επαφή |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω:
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Η φωσφορική κλινδαμυκίνη εφαρμοζόμενη τοπικώς μπορεί να απορροφηθεί σε ποσά επαρκή ώστε να προκαλέσει συστηματικές αντιδράσεις (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, γενικά συμπωματικά και υποστηρικτικά μέτρα ενδείκνυνται, όπως απαιτείται.
Η κατά λάθος κατάποση του φαρμάκου μπορεί να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση. Η θεραπεία συνίσταται στην συμπτωματική αντιμετώπιση. Μπορούν να χορηγηθούν κορτικοστεροειδή, αδρεναλίνη, αντιïσταμινικά.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - YGIELLE 1%
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιμικροβιακά για τη θεραπεία της ακμής, ATC Code: DA10AF01
Μηχανισμός δράσης
Η κλινδαμυκίνη είναι ένα λινκοσαμιδικό αντιβιοτικό, το οποίο αναστέλλει τη σύνθεση βακτηριακών πρωτεϊνών. Δεσμεύεται στη ριβοσωμική υπομονάδα 50S και επιδρά τόσο στη συναρμολόγηση του ριβοσώματος όσο και στη διαδικασία μετάφρασης. Παρόλο που η φωσφορική κλινδαμυκίνη είναι ανενεργή in vitro, η ταχεία in vivo υδρόλυση μετατρέπει αυτή την ένωση στην αντιβακτηριακώς ενεργή κλινδαμυκίνη.
Έχει αποδειχθεί ότι η κλινδαμυκίνη έχει in vitro δραστικότητα έναντι απομονωθέντων στελεχών των ακολούθων οργανισμών:
Αναερόβιοι gram θετικοί μη σπορογόνοι βάκιλλοι, συμπεριλαμβανομένου:
Propionibacterium acnes: Έχει αποδειχθεί η in vitro δραστικότητα της κλινδαμυκίνης έναντι όλων των απομονωθέντων στελεχών του Propionibacterium acnes στις εξετασθείσες καλλιέργειες (MICs 0,4 mcg/mL). Η χρησιμότητά της στην καταπολέμηση της ακμής πιθανόν να οφείλεται στο γεγονός αυτό. Τα ελεύθερα λιπαρά οξέα στην επιφάνεια του δέρματος ελαττώθηκαν από 14% σε 2% περίπου μετά από τοπική εφαρμογή κλινδαμυκίνης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η αποτελεσματικότητα σχετίζεται με τη χρονική περίοδο κατά την οποία το επίπεδο του παράγοντα είναι πάνω από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC, minimum inhibitory concentration) του παθογόνου (%T/MIC).
Αντοχή
Η αντοχή στην κλινδαμυκίνη του Propionibacterium acnes μπορεί να προκληθεί από μεταλλάξεις στη θέσης δέσμευσης του αντιβιοτικού στο rRNA ή με μεθυλίωση συγκεκριμένων νουκλεοτιδίων στο 23S RNA της ριβοσωμικής υπομονάδας 50S. Αυτές οι διαφοροποιήσεις μπορούν να καθορίσουν τη διασταυρούμενη αντοχή στα μακρολίδια και τις στρεπτογραμίνες B (φαινότυπος MLSB). Τα απομονωθέντα στελέχη που είναι ανθεκτικά στα μακρολίδια θα πρέπει να εξετάζονται για επαγόμενη αντοχή στην κλινδαμυκίνη με τη χρήση της δοκιμασίας D-ζώνης. Έχει αποδειχθεί διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ κλινδαμυκίνης και λινκομυκίνης.
Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και η πληροφόρηση σε τοπικό επίπεδο γύρω από την αντοχή είναι επιθυμητή, ιδιαίτερα κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπως απαιτείται, θα πρέπει να αναζητείται συμβουλή ειδικού όταν ο επιπολασμός της αντοχής σε τοπικό επίπεδο είναι τέτοιος, ώστε η χρησιμότητα του παράγοντα για τουλάχιστον μερικούς τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση. Ιδιαίτερα σε σοβαρές λοιμώξεις ή σε αποτυχία θεραπείας, συνιστάται
μικροβιολογική διάγνωση με επαλήθευση του παθογόνου και της ευαισθησίας του στην κλινδαμυκίνη.
Η αντοχή συνήθως προσδιορίζεται από ερμηνευτικά κριτήρια ευαισθησίας (όρια ευαισθησίας) που έχουν θεσπιστεί από την EUCAST, μια ρυθμιστική αρχή, για αντιβιοτικά που χορηγούνται συστηματικά. Αυτά τα όρια ευαισθησίας μπορεί να είναι λιγότερο σχετικά για την κλινδαμυκίνη που χορηγείται τοπικά. Παρόλο που η κλινδαμυκίνη δεν αναφέρεται ρητά, η EUCAST έχει συστήσει ότι, για αντιμικροβιακά που εφαρμόζονται τοπικά, η αντοχή θα μπορούσε να προσδιοριστεί καλύτερα από επιδημιολογικές τιμές κατωφλίου (ECOFFS) παρά από τα κλινικά όρια ευαισθησίας που καθορίζονται για τη συστηματική χορήγηση. Παρόλα αυτά, κατανομές MIC και ECOFFS δεν έχουν δημοσιευθεί από την EUCAST για το P. acnes. Βάσει συσχετίσεων μεταξύ κλινικών αποτελεσμάτων σε ασθενείς με ακμή και των MICs της κλινδαμυκίνης για τα απομονωθέντα στελέχη τους P. acnes, τιμές μέχρι και 256 mg/L θεωρούνται ευαίσθητες για την κλινδαμυκίνη η οποία χορηγείται τοπικά.
Μια Βελγική μελέτη επιτήρησης (2011-2012) αναεροβίων βακτηρίων συμπεριέλαβε 22 απομονωθέντα στελέχη P. acnes. Το 95,5% ήταν ευαίσθητα στην κλινδαμυκίνη. Σε μια προγενέστερη Ευρωπαϊκή μελέτη επιτήρησης, η οποία συμπεριέλαβε 304 απομονωθέντα στελέχη
P. acnes, είχε αναφερθεί εύρος αντοχής 15% στην κλινδαμυκίνη. Ωστόσο, αυτή η μελέτη χρησιμοποίησε ένα όριο ευαισθησίας της τάξης του 0,12 mg/L. Χρησιμοποιώντας το τρέχον όριο ευαισθησίας της τάξης των 4 mg/L, δεν υπήρξε κανένα ανθεκτικό απομονωθέν στέλεχος.
Όρια ευαισθησίας
Τα όρια ευαισθησίας της EUCAST για τα Gram-θετικά αναερόβια παρατίθενται παρακάτω. Αυτά τα όρια ευαισθησίας βασίζονται στη χρήση σε συστημικές λοιμώξεις.
Όρια ευαισθησίας της EUCAST για Συστηματικά Χορηγούμενη Κλινδαμυκίνη
| Παθογόνο | Ευαίσθητο | Ανθεκτικό |
| Gram-θετικά αναερόβια (εξαιρουμένου του Clostridium difficile) | ≤4 mg/L | >4 mg/L |
Μετά από πολλαπλές τοπικές εφαρμογές φωσφορικής κλινδαμυκίνης σε συγκεντρώσεις ισοδύναμες με 10 mg/mL κλινδαμυκίνης σε διάλυμα ισοπροπυλικής αλκοόλης και ύδατος τα ανιχνεύσιμα επίπεδα της κλινδαμυκίνης στο ορό του αίματος είναι πολύ χαμηλά (0-3 ng/mL) και λιγότερο από 0,2% της χορηγούμενης δόσης επανακτάται στα ούρα σαν κλινδαμυκίνη.
Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν 1,6% και 2,2% μετά από την πρωινή και μετά από τη βραδινή δόση αντίστοιχα.
Η δραστικότητα της κλινδαμυκίνης έχει αποδειχθεί σε εκκρίματα φαγεσώρων από άτομα με ακμή. Η μέση συγκέντρωση δραστικού αντιβιοτικού σε εκκρίματα φαγεσώρων μετά από τοπική εφαρμογή κλινδαμυκίνης (10 mg/mL) σε διάλυμα ισοπροπυλικής αλκοόλης και ύδατος επί
4 εβδομάδες ήταν 597 mcg/g φαγεσωρικού υλικού (διακύμανση 0-1490 mcg/g).
Φαρμακευτικές πληροφορίες - YGIELLE 1%
Δεν συνιστάται η ανάμειξη του Ygielle για Τοπική Χρήση με άλλα δραστικά συστατικά ή έκδοχα, καθόσον δεν υπάρχουν στοιχεία αναφορικά με τις ασυμβατότητές του.
Να μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.
Διατίθεται σε φιαλίδια - εφαρμοστές των 30ml (10mg κλινδαμυκίνης ανά ml). Ο εφαρμοστής είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε να μπορεί να εφαρμόζεται άμεσα στο πάσχον δέρμα. Εξωτερικά του φιαλιδίου επικολλάται ετικέτα.