Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ZEPOSIA 0.23MG/CAP
Πολλαπλή σκλήρυνση
Το Zeposia ενδείκνυται για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με υποτροπιάζουσα διαλείπουσα πολλαπλή σκλήρυνση (ΥΔΠΣ) με ενεργή νόσο όπως ορίζεται από κλινικά ή απεικονιστικά χαρακτηριστικά.
Ελκώδης κολίτιδα
Το Zeposia ενδείκνυται για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με μέτρια έως βαριάς μορφής ενεργό ελκώδη κολίτιδα (ΕΚ) οι οποίοι είχαν ανεπαρκή ανταπόκριση, απώλεια ανταπόκρισης ή δυσανεξία είτε στη συμβατική θεραπεία είτε σε έναν βιολογικό παράγοντα.
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στη διαχείριση της πολλαπλής σκλήρυνσης (ΠΣ) ή της ελκώδους κολίτιδας (ΕΚ).
Δοσολογία
Το αρχικό δοσολογικό σχήμα κλιμάκωσης της οζανιμόδης από την Ημέρα 1 έως την Ημέρα 7 απαιτείται και φαίνεται παρακάτω στον Πίνακα 1. Έπειτα από την 7ήμερη κλιμάκωση δόσης, η συνιστώμενη δόση είναι 0,92 mg οζανιμόδης άπαξ ημερησίως, ξεκινώντας από την Ημέρα 8.
Πίνακας 1: Δοσολογικό σχήμα κλιμάκωσης
| Ημέρες 1 – 4 | 0,23 mg άπαξ ημερησίως |
| Ημέρες 5 – 7 | 0,46 mg άπαξ ημερησίως |
| Ημέρα 8 και εφεξής | 0,92 mg άπαξ ημερησίως |
Επανέναρξη της θεραπείας έπειτα από τη διακοπή της
Το ίδιο δοσολογικό σχήμα κλιμάκωσης που περιγράφεται στον Πίνακα 1 συνιστάται όταν η θεραπεία διακόπτεται για:
-
1 ή περισσότερες ημέρες κατά τη διάρκεια των πρώτων 14 ημερών θεραπείας.
-
περισσότερες από 7 διαδοχικές ημέρες μεταξύ της Ημέρας 15 και της Ημέρας 28 της θεραπείας.
-
περισσότερες από 14 διαδοχικές ημέρες μετά την Ημέρα 28 της θεραπείας.
Αν η διακοπή της θεραπείας είναι μικρότερης διάρκειας από την παραπάνω, η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται με την επόμενη δόση, όπως είχε προγραμματιστεί.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ενήλικες ηλικίας άνω των 55 ετών και ηλικιωμένος πληθυσμός
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς με ΥΔΠΣ ηλικίας > 55 ετών και για ασθενείς με ΕΚ ηλικίας ≥ 65 ετών. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας άνω των 55 ετών. Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή σε ασθενείς με ΠΣ ηλικίας άνω των 55 ετών και σε ασθενείς με ΕΚ ηλικίας άνω των 65 ετών, δεδομένου ότι υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα και πιθανότητα αυξημένου κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στον συγκεκριμένο πληθυσμό, ιδιαίτερα με τη μακροχρόνια θεραπεία (βλ. παραγράφους 5.1 και 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Οι ασθενείς με ήπια ή μέτρια χρόνια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία A ή B κατά Child-Pugh) συνιστάται να ολοκληρώσουν το 7ήμερο σχήμα κλιμάκωσης δόσης και κατόπιν να λαμβάνουν 0,92 mg μία φορά κάθε δεύτερη ημέρα (βλ. παράγραφο 5.2).
Η οζανιμόδη δεν αξιολογήθηκε σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh) δεν πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με οζανιμόδη (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Zeposia σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση.
Τα καψάκια μπορούν να ληφθούν με ή χωρίς τροφή.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Ανοσοανεπάρκεια που προδιαθέτει για συστηματικές ευκαιριακές λοιμώξεις (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Ασθενείς οι οποίοι τους τελευταίους 6 μήνες εμφάνισαν έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΕΜ), ασταθή στηθάγχη, εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΠΙΕ), μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια που απαιτεί νοσηλεία ή καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας III/IV κατά την Καρδιολογική Εταιρεία Νέας Υόρκης (NYHA).
-
Ασθενείς με ιστορικό ή παρουσία δεύτερου βαθμού κολποκοιλιακού (AV) αποκλεισμού τύπου II ή τρίτου βαθμού κολποκοιλιακού αποκλεισμού ή συνδρόμου νοσούντος φλεβόκομβου εκτός εάν ο ασθενής έχει λειτουργικό βηματοδότη.
-
Βαριάς μορφής ενεργές λοιμώξεις, ενεργές χρόνιες λοιμώξεις, όπως ηπατίτιδα και φυματίωση (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Ενεργές κακοήθειες.
-
Βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh).
-
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης οι οποίες δε χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.6).
Βραδυαρρυθμία
Έναρξη θεραπείας με οζανιμόδη
Πριν από την έναρξη της θεραπείας με οζανιμόδη, θα πρέπει να διενεργείται ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) σε όλους τους ασθενείς ώστε να προσδιορίζεται η παρουσία τυχόν προϋπαρχουσών καρδιακών ανωμαλιών. Στους ασθενείς με ορισμένες προϋπάρχουσες παθήσεις, συνιστάται η παρακολούθηση μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης (βλ. παρακάτω).
Η έναρξη της οζανιμόδης μπορεί να οδηγήσει σε παροδικές μειώσεις της καρδιακής συχνότητας (HR) (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1) και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να ακολουθείται το αρχικό δοσολογικό σχήμα κλιμάκωσης προκειμένου να επιτευχθεί η δόση συντήρησης (0,92 mg) την ημέρα 8 (βλ. παράγραφο 4.2).
Μετά την αρχική δόση οζανιμόδης των 0,23 mg, η μείωση της HR ξεκίνησε την Ώρα 4, με τη μεγαλύτερη μέση μείωση να σημειώνεται την Ώρα 5, επιστρέφοντας προς την αρχική τιμή την Ώρα 6. Με συνεχή κλιμάκωση της δόσης, δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές μειώσεις της HR. Δεν παρατηρήθηκαν καρδιακές συχνότητες χαμηλότερες των 40 παλμών το λεπτό. Αν είναι απαραίτητο, η επαγόμενη από την οζανιμόδη μείωση της HR μπορεί να αναστραφεί με παρεντερικές δόσεις ατροπίνης ή ισοπρεναλίνης.
Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την έναρξη της οζανιμόδης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με κάποιον βήτα αναστολέα ή αναστολέα των διαύλων ασβεστίου (π.χ. διλτιαζέμη και βεραπαμίλη) λόγω της πιθανότητας πρόσθετης επίδρασης στη μείωση της HR. Η θεραπεία με βήτα αναστολείς και αναστολείς των διαύλων ασβεστίου μπορεί να ξεκινά σε ασθενείς που λαμβάνουν σταθερές δόσεις οζανιμόδης.
Η συγχορήγηση οζανιμόδης σε ασθενείς που λαμβάνουν έναν βήτα αναστολέα σε συνδυασμό με έναν αναστολέα των διαύλων ασβεστίου δεν έχει μελετηθεί (βλ. παράγραφο 4.5).
Παρακολούθηση μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης σε ασθενείς με ορισμένες προϋπάρχουσες καρδιακές παθήσεις
Λόγω του κινδύνου παροδικών μειώσεων της HR με την έναρξη της οζανιμόδης, συνιστάται παρακολούθηση για 6 ώρες μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης για σημεία και συμπτώματα συμπτωματικής βραδυκαρδίας σε ασθενείς με HR ηρεμίας <55 bpm, δεύτερου βαθμού [τύπου Ι κατά Mobitz] κολποκοιλιακό αποκλεισμό ή ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή καρδιακής ανεπάρκειας (βλ. παράγραφο 4.3).
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται με ωριαία μέτρηση των σφυγμών και της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια αυτής της 6ώρης περιόδου. Συνιστάται ΗΚΓ πριν από αυτήν την 6ώρη περίοδο, καθώς και στο τέλος της.
Επιπλέον παρακολούθηση συνιστάται σε ασθενείς εάν στις 6 ώρες μετά τη δόση:
-
η καρδιακή συχνότητα είναι χαμηλότερη των 45 bpm
-
η τιμή της καρδιακής συχνότητας είναι η χαμηλότερη μετά τη δόση, υποδηλώνοντας ότι μπορεί να μην έχει σημειωθεί ακόμα η μέγιστη μείωση της HR
-
υπάρχουν στοιχεία νεοεμφανιζόμενου κολποκοιλιακού αποκλεισμού δεύτερου βαθμού ή υψηλότερου στο ΗΚΓ που διενεργείται 6 ώρες μετά τη δόση
-
έχουν διάστημα QTc ≥500 msec
Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να ξεκινά κατάλληλη διαχείριση και η παρακολούθηση να συνεχίζεται έως ότου υποχωρήσουν τα συμπτώματα/ευρήματα. Αν απαιτείται θεραπεία, η παρακολούθηση θα πρέπει να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της νύχτας και η 6ώρη περίοδος παρακολούθησης θα πρέπει να επαναλαμβάνεται μετά τη δεύτερη δόση της οζανιμόδης.
Θα πρέπει να λαμβάνεται συμβουλή καρδιολόγου πριν από την έναρξη της οζανιμόδης στους εξής ασθενείς ώστε να αποφασιστεί αν μπορεί να γίνει ασφαλής έναρξη της οζανιμόδης και για να προσδιοριστεί η καταλληλότερη στρατηγική παρακολούθησης
-
ιστορικό καρδιακής ανακοπής, εγκεφαλοαγγειακής νόσου, μη ελεγχόμενης υπέρτασης ή βαριάς μορφής μη θεραπευμένης υπνικής άπνοιας, ιστορικό υποτροπιαζόντων συγκοπτικών επεισοδίων ή συμπτωματικής βραδυκαρδίας,
-
προϋπάρχουσα σημαντική παράταση του διαστήματος QT (QTc μεγαλύτερο από 500 msec) ή άλλοι κίνδυνοι παράτασης του QT, και ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα πέραν των βήτα αναστολέων και των αναστολέων των διαύλων ασβεστίου, τα οποία ενδέχεται να επιτείνουν τη βραδυκαρδία,
-
ασθενείς που λαμβάνουν αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα κατηγορίας Iα (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) ή κατηγορίας III (π.χ. αμιοδαρόνη, σοταλόλη), τα οποία έχουν συσχετιστεί με περιπτώσεις κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου σε ασθενείς με βραδυκαρδία, δεν έχουν μελετηθεί με την οζανιμόδη.
Ηπατική βλάβη
Αυξήσεις των αμινοτρανσφερασών, της γ-γλουταμυλοτρανσφεράσης (GGT) και της χολερυθρίνης έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη (βλ. παράγραφο 4.8).
Κλινικά σημαντική ηπατική βλάβη έχει εμφανιστεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με οζανιμόδη μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Σημεία ηπατικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένων αυξημένων ηπατικών ενζύμων στον ορό και αυξημένης ολικής χολερυθρίνης έχουν εμφανιστεί ήδη δέκα ημέρες μετά την πρώτη δόση. Η σοβαρή ηπατική βλάβη μπορεί να οδηγήσει στην ανάγκη για μεταμόσχευση ήπατος (βλ. παράγραφο 4.8).
Πριν από την έναρξη θεραπείας με οζανιμόδη, θα πρέπει να είναι διαθέσιμες πρόσφατες (δηλ. εντός των τελευταίων 6 μηνών) μετρήσεις των τρανσαμινασών και της χολερυθρίνης. Ελλείψει κλινικών συμπτωμάτων, τα επίπεδα των ηπατικών τρανσαμινασών και της χολερυθρίνης θα πρέπει να ελέγχονται τους Μήνες 1, 3, 6, 9 και 12 της θεραπείας και, στη συνέχεια, περιοδικά. Αν οι ηπατικές τρανσαμινάσες αυξηθούν άνω του 5πλάσιου του ανώτατου φυσιολογικού ορίου (Upper Limit of Normal – ULN), θα πρέπει να ξεκινά συχνότερος έλεγχος, ο οποίος θα περιλαμβάνει χολερυθρίνη και αλκαλική φωσφατάση (ALP) ορού. Αν επιβεβαιωθούν τιμές ηπατικών τρανσαμινασών άνω του
5πλάσιου του ULN ή τουλάχιστον 3πλάσιες του ULN συσχετιζόμενες με αύξηση της χολερυθρίνης ορού άνω του 2πλάσιου του ULN, η θεραπεία με οζανιμόδη θα πρέπει να διακόπτεται και να ξεκινά εκ νέου μόνο αφού οι τιμές των ηπατικών τρανσαμινασών επανέλθουν στα φυσιολογικά επίπεδα (αυτό περιλαμβάνει και την περίπτωση που ανακαλύπτεται άλλη αιτία της ηπατικής δυσλειτουργίας).
Στους ασθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα δηλωτικά ηπατικής δυσλειτουργίας, όπως ανεξήγητη ναυτία, έμετο, κοιλιακό άλγος, κόπωση, ανορεξία ή ίκτερο ή/και σκουρόχρωμα ούρα, θα πρέπει να ελέγχονται τα ηπατικά ένζυμα, και η θεραπεία με οζανιμόδη θα πρέπει να διακόπτεται εφόσον επιβεβαιωθεί σημαντική ηπατική βλάβη. Η επανέναρξη της θεραπείας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα προσδιοριστεί κάποια άλλη αιτία ηπατικής βλάβης και από τα οφέλη που θα αποκομίσει ο ασθενής από την επανέναρξη της θεραπείας έναντι των κινδύνων επανεμφάνισης της ηπατικής δυσλειτουργίας. Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αυξημένων ηπατικών ενζύμων κατά τη λήψη οζανιμόδης (βλ. παράγραφο 4.2).
Η οζανιμόδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με βαριάς μορφής προϋπάρχουσα ηπατική βλάβη (κατηγορία C κατά Child-Pugh) και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.3).
Ανοσοκατασταλτικές επιδράσεις
Η οζανιμόδη ασκεί ανοσοκατασταλτική δράση η οποία προδιαθέτει τους ασθενείς σε κίνδυνο για λοίμωξη, συμπεριλαμβανομένων των ευκαιριακών λοιμώξεων, ενώ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένων των δερματικών. Οι ιατροί θα πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά τους ασθενείς, ειδικά εκείνους με συνυπάρχουσες παθήσεις ή γνωστούς προδιαθεσικούς παράγοντες, όπως η προηγούμενη ανοσοκατασταλτική θεραπεία. Αν πιθανολογείται αυτός ο κίνδυνος, το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας θα πρέπει να μελετάται από τον ιατρό κατά περίπτωση (βλ. παράγραφο 4.3).
Λοιμώξεις
Η οζανιμόδη προκαλεί μια μέση μείωση του αριθμού των περιφερικών λεμφοκυττάρων περίπου στο 45% της αρχικής τους τιμής λόγω αναστρέψιμης κατακράτησης των λεμφοκυττάρων στους λεμφικούς ιστούς. Ως εκ τούτου, η οζανιμόδη ενδέχεται να αυξήσει την ευαισθησία σε λοιμώξεις (βλ. παράγραφο 4.8).
Πριν από την έναρξη της οζανιμόδης, θα πρέπει να είναι διαθέσιμη μία πρόσφατη (δηλ. διενεργηθείσα εντός 6 μηνών ή μετά τη διακοπή προηγούμενης θεραπείας για την ΠΣ ή την ΕΚ) γενική εξέταση αίματος (CBC), συμπεριλαμβανομένου του αριθμού λεμφοκυττάρων.
Συνιστάται επίσης η περιοδική διενέργεια γενικής εξέτασης αίματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εφόσον επιβεβαιωθεί απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων <0,2 x 109/l, θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με οζανιμόδη, έως ότου το επίπεδο επανέλθει σε >0,5 x 109/l, όπου μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της οζανιμόδης.
Η έναρξη χορήγησης οζανιμόδης σε ασθενείς με οποιαδήποτε ενεργή λοίμωξη θα πρέπει να καθυστερεί μέχρι την αποδρομή της λοίμωξης.
Θα πρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως στον ιατρό τους τυχόν συμπτώματα λοίμωξης. Θα πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικές διαγνωστικές και θεραπευτικές στρατηγικές στους ασθενείς με συμπτώματα λοίμωξης κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Αν κάποιος ασθενής αναπτύξει σοβαρή λοίμωξη, θα πρέπει να μελετάται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με οζανιμόδη.
Λόγω του ότι μπορεί να χρειαστούν έως και 3 μήνες για την απομάκρυνση της οζανιμόδης από τον οργανισμό μετά τη διακοπή λήψης της, η παρακολούθηση για λοιμώξεις θα πρέπει να συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Προηγούμενη και ταυτόχρονη θεραπεία με αντινεοπλασματικές, μη κορτικοστεροειδικές ανοσοκατασταλτικές ή ανοσορρυθμιστικές θεραπείες
Σε κλινικές μελέτες της ΠΣ και της ΕΚ, οι ασθενείς που λάμβαναν οζανιμόδη δεν έπρεπε να λαμβάνουν ταυτόχρονα αντινεοπλασματικές, μη κορτικοστεροειδικές ανοσοκατασταλτικές (π.χ. αζαθειοπρίνη και 6-μερκαπτοπουρίνη στην ΕΚ) ή ανοσορρυθμιστικές θεραπείες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ΠΣ και της ΕΚ. Η ταυτόχρονη χρήση της οζανιμόδης με οποιαδήποτε από αυτές τις θεραπείες θα αναμενόταν να αυξήσει τον κίνδυνο ανοσοκαταστολής και θα πρέπει να αποφεύγεται.
Σε κλινικές μελέτες της ΕΚ, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών επιτρεπόταν και δε φάνηκε να επηρεάζει την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα της οζανιμόδης. Ωστόσο, τα μακροχρόνια δεδομένα σχετικά με την ταυτόχρονη χρήση της οζανιμόδης με κορτικοστεροειδή εξακολουθούν να είναι περιορισμένα. Κατά τη μετάβαση στην οζανιμόδη από ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος ημίσειας ζωής και ο τρόπος δράσης προκειμένου να αποφεύγεται η πρόσθετη επίδραση στο ανοσοποιητικό, ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο επανενεργοποίησης της νόσου.
Η οζανιμόδη μπορεί, σε γενικές γραμμές, να ξεκινήσει αμέσως μετά τη διακοπή της ιντερφερόνης (IFN) ή της γλατιραμέρης.
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)
Η PML είναι μια ευκαιριακή ιογενής λοίμωξη του εγκεφάλου η οποία προκαλείται από τον ιό John Cunningham (JCV), εμφανίζεται συνήθως σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς και μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο ή σε βαριάς μορφής αναπηρία. PML έχει αναφερθεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με οζανιμόδη (βλ. παράγραφο 4.8). Η λοίμωξη από JCV με αποτέλεσμα την εμφάνιση PML έχει συσχετιστεί με ορισμένους παράγοντες κινδύνου (π.χ. πολυθεραπεία με ανοσοκατασταλτικά, βαρέως ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς). Τα συνήθη συμπτώματα που σχετίζονται με την PML ποικίλουν, εξελίσσονται εντός μερικών ημερών έως μερικών εβδομάδων και περιλαμβάνουν προοδευτική αδυναμία στη μία πλευρά του σώματος ή αδεξιότητα των άκρων, διαταραχή της όρασης, καθώς και μεταβολές της σκέψης, της μνήμης και του προσανατολισμού οδηγώντας σε σύγχυση και μεταβολές στην προσωπικότητα.
Οι ιατροί θα πρέπει να παραμένουν σε εγρήγορση για κλινικά συμπτώματα ή ευρήματα MRI που μπορεί να είναι δηλωτικά PML. Τα ευρήματα MRI μπορεί να είναι φανερά πριν από τα κλινικά σημεία ή συμπτώματα. Αν πιθανολογείται PML, η θεραπεία με οζανιμόδη θα πρέπει να αναστέλλεται έως ότου αποκλειστεί το ενδεχόμενο ύπαρξης PML. Εφόσον η νόσος επιβεβαιωθεί, η θεραπεία με οζανιμόδη θα πρέπει να διακόπτεται.
Έχει αναφερθεί φλεγμονώδες σύνδρομο ανοσολογικής ανασύστασης (IRIS) σε ασθενείς με ΠΣ που έλαβαν θεραπεία με τροποποιητές του υποδοχέα S1P, οι οποίοι ανέπτυξαν PML και ακολούθως διέκοψαν τη θεραπεία. Το σύνδρομο IRIS εκδηλώνεται ως κλινική επιδείνωση της κατάστασης του ασθενούς, η οποία μπορεί να είναι ταχεία, να οδηγήσει σε σοβαρές νευρολογικές επιπλοκές ή σε θάνατο και συχνά συσχετίζεται με χαρακτηριστικές αλλαγές στην MRI. Το σύνδρομο IRIS σε ασθενείς με PML εκδηλώνεται συνήθως εντός διαστήματος εβδομάδων έως μηνών μετά τη διακοπή του τροποποιητή του υποδοχέα S1P. Συνιστάται παρακολούθηση για την εμφάνιση συνδρόμου IRIS και κατάλληλη θεραπεία της συσχετιζόμενης φλεγμονής.
Εμβολιασμοί
Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια εμβολιασμών σε ασθενείς που λαμβάνουν οζανιμόδη. Η χρήση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια και για 3 μήνες μετά τη θεραπεία με οζανιμόδη.
Εάν απαιτείται χορήγηση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων, αυτή θα πρέπει να γίνεται τουλάχιστον 1 μήνα πριν από την έναρξη της οζανιμόδης. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με οζανιμόδη,
συνιστάται εμβολιασμός έναντι του ιού ανεμοβλογιάς ζωστήρα (VZV) σε ασθενείς χωρίς τεκμηριωμένη ανοσία στον VZV.
Δερματικά νεοπλάσματα
Το ήμισυ των νεοπλασμάτων που αναφέρθηκαν με την οζανιμόδη στις ελεγχόμενες μελέτες φάσης 3 της ΠΣ αποτελούνταν από μη μελανωματικές δερματικές κακοήθειες, με το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα να αποτελεί το πιο συχνό εμφανιζόμενο δερματικό νεόπλασμα και που αναφέρθηκε με παρόμοια ποσοστά εμφάνισης στις συνδυασμένες ομάδες της οζανιμόδης (0,2%, 3 ασθενείς) και της IFN ß-1a (0,1%, 1 ασθενής).
Σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με οζανιμόδη στις ελεγχόμενες κλινικές μελέτες της ΕΚ, ένας ασθενής (0,2%) είχε καρκίνωμα του δέρματος από πλακώδες επιθήλιο στην περίοδο επαγωγής, ενώ ένας ασθενής (0,4%) είχε βασικοκυτταρικό καρκίνωμα, στην περίοδο συντήρησης. Δεν υπήρξαν περιπτώσεις σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Δεδομένης της ύπαρξης του δυνητικού κινδύνου κακοήθων δερματικών εξεργασιών, οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με οζανιμόδη θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να μην εκτίθενται στο ηλιακό φως χωρίς προστασία. Αυτοί οι ασθενείς δε θα πρέπει να υποβάλλονται σε ταυτόχρονη φωτοθεραπεία με ακτινοβολία UV B ή φωτοχημειοθεραπεία PUVA.
Οίδημα της ωχράς κηλίδας
Οίδημα της ωχράς κηλίδας με ή χωρίς οφθαλμικά συμπτώματα παρατηρήθηκε με την οζανιμόδη (βλ. παράγραφο 4.8) σε ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου ή συννοσηρότητες.
Οι ασθενείς με ιστορικό ραγοειδίτιδας ή σακχαρώδους διαβήτη ή υποκείμενης/συνυπάρχουσας αμφιβληστροειδοπάθειας διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο οιδήματος της ωχράς κηλίδας (βλ. παράγραφο 4.8). Συνιστάται οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, ραγοειδίτιδα ή ιστορικό αμφιβληστροειδοπάθειας να υποβάλλονται σε οφθαλμολογική αξιολόγηση πριν από την έναρξη της θεραπείας με οζανιμόδη και σε επαναληπτικές αξιολογήσεις κατά τη λήψη της θεραπείας.
Οι ασθενείς που εμφανίζουν οφθαλμικά συμπτώματα οιδήματος της ωχράς κηλίδας θα πρέπει να αξιολογούνται και, εφόσον η νόσος επιβεβαιωθεί, η θεραπεία με οζανιμόδη θα πρέπει να διακόπτεται. Η απόφαση για το αν θα πρέπει να γίνει επανέναρξη της οζανιμόδης μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα δυνητικά οφέλη και τους κινδύνους για τον εκάστοτε ασθενή.
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES)
Το PRES είναι ένα σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από την αιφνίδια έναρξη έντονης κεφαλαλγίας, σύγχυσης, επιληπτικών κρίσεων και απώλειας της όρασης. Τα συμπτώματα του PRES είναι συνήθως αναστρέψιμα, αλλά μπορεί να εξελιχθούν σε ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο ή σε εγκεφαλική αιμορραγία. Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές της ΠΣ με την οζανιμόδη, αναφέρθηκε μία περίπτωση PRES σε έναν ασθενή με σύνδρομο Guillain-Barré. Εφόσον πιθανολογείται PRES, η θεραπεία με οζανιμόδη θα πρέπει να διακόπτεται.
Επιδράσεις στην αρτηριακή πίεση
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες της ΠΣ και της ΕΚ, υπέρταση αναφέρθηκε συχνότερα σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη απ’ ό,τι σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με IFN β-1a ενδομυϊκά (ΕΜ) (ΠΣ) ή εικονικό φάρμακο (ΕΚ) και σε ασθενείς που λάμβαναν ταυτόχρονα οζανιμόδη και SSRI ή SNRI (βλ. παράγραφο 4.8). Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με οζανιμόδη.
Επιδράσεις στο αναπνευστικό
Η οζανιμόδη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με βαριάς μορφής αναπνευστική νόσο, πνευμονική ίνωση και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια.
Συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα
Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση της οζανιμόδης με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO) ή επαγωγέα του CYP2C8 (ριφαμπικίνη) (βλ. παράγραφο 4.5).
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Λόγω του κινδύνου για το έμβρυο, η οζανιμόδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καθώς και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία οι οποίες δε χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Πριν από την έναρξη της θεραπείας, οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο για το έμβρυο, πρέπει να έχουν αρνητική δοκιμασία κύησης και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, και για
3 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.6 και τις πληροφορίες που περιέχονται στον κατάλογο ελέγχου επαγγελματία υγείας).
Επιστροφή της ενεργότητας της νόσου της ΠΣ μετά τη διακοπή της οζανιμόδης
Έχει αναφερθεί σπάνια βαριάς μορφής παρόξυνση της νόσου, συμπεριλαμβανομένης επανεμφάνισης της νόσου, μετά τη διακοπή άλλου ρυθμιστή του υποδοχέα S1P. Στη μακροπρόθεσμη μελέτη επέκτασης, μετά τη μόνιμη διακοπή της οζανιμόδης, αναφέρθηκαν κλινικές υποτροπές στο 3,3% των ασθενών, χωρίς βαριάς μορφής παρόξυνση της νόσου ή σοβαρή εξέλιξη της αναπηρίας. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρατηρούνται για επιστροφή της ενεργότητας της νόσου μετά τη διακοπή της οζανιμόδης και θα πρέπει να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία ανάλογα με τις ανάγκες.
Μετά τη διακοπή της οζανιμόδης στα πλαίσια της PML, συνιστάται η παρακολούθηση των ασθενών για ανάπτυξη του φλεγμονώδους συνδρόμου ανοσολογικής αποκατάστασης (PML-IRIS) (βλ.
«Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια» παραπάνω). Περιεκτικότητα σε νάτριο
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά καψάκιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Περιεκτικότητα σε κάλιο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol καλίου (39 mg) ανά καψάκιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο καλίου».
Αντινεοπλασματικές, ανοσορρυθμιστικές ή μη κορτικοστεροειδικές ανοσοκατασταλτικές θεραπείες
Λόγω του κινδύνου προσθετικών επιδράσεων στο ανοσοποιητικό, δεν θα πρέπει να συγχορηγούνται αντινεοπλασματικές, ανοσορρυθμιστικές ή μη κορτικοστεροειδικές ανοσοκατασταλτικές θεραπείες (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Εμβολιασμός
Κατά τη διάρκεια και για έως και 3 μήνες μετά τη θεραπεία με οζανιμόδη, οι εμβολιασμοί ενδέχεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί. Η χρήση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων ενδέχεται να ενέχει τον κίνδυνο λοιμώξεων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια και για έως και 3 μήνες μετά τη θεραπεία με οζανιμόδη (βλ. παράγραφο 4.4).
Επίδραση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) στην οζανιμόδη
Η πιθανότητα κλινικής αλληλεπίδρασης με αναστολείς της MAO δεν έχει μελετηθεί. Ωστόσο, η συγχορήγηση με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης Β (MAO-B) μπορεί να μειώσει την έκθεση των μειζόνων ενεργών μεταβολιτών και μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη κλινική ανταπόκριση. Δεν συνιστάται η συγχορήγηση αναστολέων της ΜΑΟ (π.χ. σελεγιλίνης, φαινελζίνης) με την οζανιμόδη (βλ. παράγραφο 4.4).
Επίδραση επαγωγέων του CYP2C8 στην οζανιμόδη
Η συγχορήγηση ριφαμπικίνης (ενός ισχυρού επαγωγέα του CYP3A και της P-gp και μέτριου επαγωγέα του CYP2C8) 600 mg άπαξ ημερησίως σε σταθερή κατάσταση και εφάπαξ δόσης οζανιμόδης 0,92 mg μείωσε την έκθεση (AUC) των μειζόνων ενεργών μεταβολιτών κατά περίπου 60% μέσω επαγωγής του CYP2C8, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη κλινική ανταπόκριση. Δεν συνιστάται η συγχορήγηση επαγωγέων του CYP2C8 (δηλ. ριφαμπικίνης) με την οζανιμόδη (βλ. παράγραφο 4.4).
Επιδράσεις της οζανιμόδης σε φαρμακευτικά προϊόντα που επιβραδύνουν την καρδιακή συχνότητα ή την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα (π.χ. βήτα αναστολείς ή αναστολείς των διαύλων ασβεστίου)
Σε υγιή άτομα, μια εφάπαξ δόση της οζανιμόδης 0,23 mg με σταθερής κατάστασης μακράς δράσης προπρανολόλη 80 mg άπαξ ημερησίως ή διλτιαζέμη 240 mg άπαξ ημερησίως δεν οδήγησε σε καμία επιπλέον κλινικά σημαντική μεταβολή της HR και του διαστήματος PR σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία είτε με προπρανολόλη είτε με διλτιαζέμη. Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την έναρξη της οζανιμόδης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με κάποιον βήτα αναστολέα ή αναστολέα των διαύλων ασβεστίου (βλ. παράγραφο 4.4). Οι ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα για τη βραδυκαρδία και αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα (τα οποία έχουν συσχετιστεί με περιπτώσεις κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου σε ασθενείς με βραδυκαρδία) δεν έχουν μελετηθεί με την οζανιμόδη.
Επίδραση αναστολέων του CYP2C8 στην οζανιμόδη
Η συγχορήγηση γεμφιβροζίλης (ενός ισχυρού αναστολέα του CYP2C8) 600 mg δις ημερησίως σε σταθερή κατάσταση και εφάπαξ δόσης οζανιμόδης 0,46 mg αύξησε την έκθεση (AUC) των μειζόνων ενεργών μεταβολιτών κατά περίπου 47% έως 69%. Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χρήση της οζανιμόδης με ισχυρούς αναστολείς του CYP2C8 (π.χ. γεμφιβροζίλη, κλοπιδογρέλη).
Επίδραση αναστολέων της πρωτεΐνης αντίστασης στον καρκίνο του μαστού (BCRP) στην οζανιμόδη
Η συγχορήγηση της οζανιμόδης με κυκλοσπορίνη, έναν ισχυρό αναστολέα της BCRP, δεν είχε καμία επίδραση στην έκθεση στην οζανιμόδη και στους μείζονες ενεργούς μεταβολίτες της (CC112273 και CC1084037).
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία / Αντισύλληψη στις γυναίκες
Το Zeposia αντενδείκνυται στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία οι οποίες δε χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (βλ. παράγραφο 4.3). Ως εκ τούτου, πριν από την έναρξη της θεραπείας σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, πρέπει να υπάρχει επιβεβαιωμένο αρνητικό αποτέλεσμα δοκιμασίας κύησης και να επαναλαμβάνεται σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Θα πρέπει να παρέχεται συμβουλευτική αναφορικά με τον κίνδυνο για το έμβρυο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με οζανιμόδη και για 3 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Συγκεκριμένα μέτρα περιλαμβάνονται επίσης στον κατάλογο ελέγχου επαγγελματία υγείας. Αυτά τα μέτρα πρέπει να εφαρμόζονται πριν συνταγογραφηθεί η οζανιμόδη σε γυναίκες ασθενείς και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Όταν γίνεται διακοπή της θεραπείας με οζανιμόδη για τον προγραμματισμό μιας εγκυμοσύνης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η πιθανή επιστροφή της ενεργότητας της νόσου (βλ. παράγραφο 4.4).
Κύηση
Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα από τη χρήση της οζανιμόδης στις έγκυες γυναίκες.
Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων της απώλειας του εμβρύου και των ανωμαλιών του εμβρύου, ειδικότερα δυσπλασιών των αιμοφόρων αγγείων, γενικευμένου οιδήματος (ανά σάρκα) και έκτοπων όρχεων και αποκλίνουσας θέσης σπονδύλων (βλέπε παράγραφο 5.3). Η 1-φωσφορική σφιγγοσίνη είναι γνωστό ότι συμμετέχει στον αγγειακό σχηματισμό κατά την εμβρυογένεση (βλ. παράγραφο 5.3).
Συνεπώς, το Zeposia αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. παράγραφο 4.3). Το Zeposia θα πρέπει να διακόπτεται 3 μήνες πριν από τον προγραμματισμό μιας εγκυμοσύνης (βλ.
παράγραφο 4.4). Αν μια γυναίκα μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, το Zeposia πρέπει να διακοπεί. Πρέπει να δίνονται ιατρικές συμβουλές σχετικά με τον κίνδυνο σχετιζόμενων με τη θεραπεία επιβλαβών επιδράσεων στο έμβρυο και θα πρέπει να πραγματοποιούνται εξετάσεις υπερηχογραφίας.
Θηλασμός
Η οζανιμόδη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο γάλα ζώων που λάμβαναν θεραπεία κατά τη διάρκεια της γαλουχίας (βλέπε παράγραφο 5.3). Λόγω του ενδεχόμενου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στην οζανιμόδη/στους μεταβολίτες σε θηλάζοντα βρέφη, οι γυναίκες που λαμβάνουν οζανιμόδη δεν πρέπει να θηλάζουν.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη γονιμότητα στον άνθρωπο. Σε μελέτες σε ζώα, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
ν
Το Zeposia δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ενήλικες είναι ρινοφαρυγγίτιδα (12,3%), αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT) αυξημένη (5%) και γ-γλουταμυλοτρανσφεράση (GGT) αυξημένη (5,4%). Η έναρξη της οζανιμόδης μπορεί να οδηγήσει σε παροδική βραδυκαρδία, η οποία συνήθως υποχωρεί έως το τέλος της πρώτης εβδομάδας. Άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν σοβαρές ευκαιριακές λοιμώξεις (έχει αναφερθεί PML σε ασθενείς που λαμβάνουν οζανιμόδη), οίδημα της ωχράς κηλίδας (βλ. παράγραφο 4.4), υπέρταση, και σπάνιες περιπτώσεις κλινικά σημαντικής ηπατικής βλάβης (βλ. παράγραφο 4.4).
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας σχετίζονταν με αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων (1,1%) στις κλινικές μελέτες της ΠΣ. Αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων που οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας εμφανίστηκαν στο 0,4% των ασθενών, στις ελεγχόμενες κλινικές μελέτες της ΕΚ.
Το συνολικό προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο για τους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση και ελκώδη κολίτιδα.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με οζανιμόδη στις κλινικές μελέτες της ΠΣ και της ΕΚ και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων αυθόρμητων αναφορών περιστατικών, παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα (SOC) και συχνότητα για όλες τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Εντός κάθε SOC και ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000).
Πίνακας 2: Ανεπιθύμητες ενέργειες
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Πολύ συχνές | Ρινοφαρυγγίτιδα |
| Συχνές | Φαρυγγίτιδα | |
| Ιογενής λοίμωξη της αναπνευστικής οδού***** | ||
| Ουρολοίμωξη*,***** | ||
| Έρπης ζωστήρας***** | ||
| Απλός έρπης***** | ||
| Σπάνιες | Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ συχνές | Λεμφοπενία***** |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι συχνές | Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένων του εξανθήματος και της κνίδωσης*) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Κεφαλαλγία |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Όχι συχνές | Οίδημα της ωχράς κηλίδας** |
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές | Βραδυκαρδία*,***** |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Υπέρταση*†,***** |
| Ορθοστατική υπόταση | ||
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Συχνές | Αλανινική αμινοτρανσφεράση αυξημένη***** |
| Γ‑γλουταμυλοτρανσφεράση αυξημένη***** | ||
| Χολερυθρίνη αίματος αυξημένη***** | ||
| Σπάνιες | Ηπατική βλάβη**** | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Συχνές | Περιφερικό οίδημα |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Συχνές | Δοκιμασία πνευμονικής λειτουργίας παθολογική***,***** |
* Τουλάχιστον μία από αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκε ως σοβαρή
† Περιλαμβάνει την υπέρταση, την ιδιοπαθή υπέρταση και την αυξημένη αρτηριακή πίεση (βλ. παράγραφο 4.4).
** για τους ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες (βλ. παράγραφο 4.4)
*** συμπεριλαμβανομένων της μειωμένης δοκιμασίας πνευμονικής λειτουργίας, της παθολογικής σπιρομέτρησης, της μειωμένης δυναμικής ζωτικής χωρητικότητας, της μειωμένης διαχυτικής ικανότητας μονοξειδίου του άνθρακα, του μειωμένου ταχέως εκπνεόμενου όγκου
**** Ανεπιθύμητες ενέργειες από αναφορές μετά την κυκλοφορία στην αγορά
***** βλ. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
Σε κλινικές μελέτες της ΠΣ, αυξήσεις της ALT έως 5πλάσιες του ανώτατου φυσιολογικού ορίου (ULN) ή μεγαλύτερες σημειώθηκαν στο 1,6% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg και στο 1,3% των ασθενών που έλαβαν IFN β-1a ΕΜ. Αυξήσεις 3πλάσιες του ULN ή
μεγαλύτερες σημειώθηκαν στο 5,5% των ασθενών που έλαβαν οζανιμόδη και στο 3,1% των ασθενών που έλαβαν IFN β-1a ΕΜ. Ο διάμεσος χρόνος έως την 3πλάσια αύξηση του ULN ήταν 6 μήνες. Η πλειονότητα (79%) των ασθενών συνέχισε τη θεραπεία με οζανιμόδη με τις τιμές να επιστρέφουν στο
<3πλάσιο του ULN εντός περίπου 24 εβδομάδων. H οζανιμόδη διεκόπη λόγω επιβεβαιωμένης αύξησης άνω της 5πλάσιας του ULN. Συνολικά, το ποσοστό διακοπής λόγω αυξήσεων στα ηπατικά ένζυμα ήταν το 1,1% των ασθενών με ΠΣ που έλαβαν οζανιμόδη 0,92 mg και το 0,8% των ασθενών που ελάμβαναν IFN β-1a ΕΜ.
Στις κλινικές μελέτες της ΕΚ, κατά τη διάρκεια της περιόδου επαγωγής, αυξήσεις της ALT έως 5πλάσιες του ULN ή μεγαλύτερες σημειώθηκαν στο 0,9% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg και στο 0,5% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, ενώ στην περίοδο συντήρησης αυξήσεις σημειώθηκαν στο 0,9% των ασθενών και σε κανέναν ασθενή, αντίστοιχα. Στην περίοδο επαγωγής, αυξήσεις της ALT έως 3πλάσιες του ULN ή μεγαλύτερες σημειώθηκαν στο 2,6% των ασθενών με ΕΚ που έλαβαν θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg και στο 0,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο, ενώ στην περίοδο συντήρησης αυξήσεις σημειώθηκαν στο 2,3% των ασθενών και σε κανέναν ασθενή, αντίστοιχα. Σε ελεγχόμενες και μη ελεγχόμενες κλινικές μελέτες της ΕΚ, η πλειονότητα (96%) των ασθενών με ALT μεγαλύτερη από το 3πλάσιο του ULN συνέχισαν τη θεραπεία με οζανιμόδη με τις τιμές να επιστρέφουν σε λιγότερο από το 3πλάσιο του ULN εντός περίπου 2 έως 4 εβδομάδων.
Συνολικά, το ποσοστό διακοπής λόγω αυξήσεων στα ηπατικά ένζυμα ήταν 0,4% στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg και μηδενικό στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο στις ελεγχόμενες κλινικές μελέτες της ΕΚ.
Σοβαρή ηπατική βλάβη έχει αναφερθεί μετά την κυκλοφορία στην αγορά (βλ. παράγραφο 4.4).
Βραδυαρρυθμία
Μετά την αρχική δόση της οζανιμόδης 0,23 mg, η μέγιστη μέση μείωση από την αρχική τιμή στην HR σε καθιστή/ύπτια θέση έλαβε χώρα την Ώρα 5 την ημέρα 1 (μείωση κατά 1,2 bpm στις κλινικές μελέτες της ΠΣ και κατά 0,7 bpm στις κλινικές μελέτες της ΕΚ), επιστρέφοντας προς την αρχική τιμή την Ώρα 6. Με συνεχή κλιμάκωση της δόσης, δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές μειώσεις της HR.
Σε κλινικές μελέτες της ΠΣ, βραδυκαρδία αναφέρθηκε στο 0,5% των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη έναντι του 0% των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με IFN β-1a ΕΜ την ημέρα έναρξης της θεραπείας (Ημέρα 1). Μετά την Ημέρα 1, η επίπτωση της βραδυκαρδίας ήταν 0,8% για την οζανιμόδη έναντι 0,7% για την IFN β-1a ΕΜ. (βλ. παράγραφο 5.1). Οι ασθενείς που εμφάνισαν βραδυκαρδία ήταν σε γενικές γραμμές ασυμπτωματικοί. Δεν παρατηρήθηκαν καρδιακές συχνότητες κάτω των 40 παλμών ανά λεπτό.
Σε κλινικές μελέτες της ΠΣ, πρώτου βαθμού κολποκοιλιακός αποκλεισμός αναφέρθηκε στο 0,6% (5/882) των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη έναντι του 0,2% (2/885) των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με IFN β1a ΕΜ. Από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν με την οζανιμόδη, το 0,2% αναφέρθηκε την Ημέρα 1 και το 0,3% αναφέρθηκε μετά την Ημέρα 1.
Σε κλινικές μελέτες της ΕΚ, κατά τη διάρκεια της περιόδου επαγωγής, βραδυκαρδία αναφέρθηκε την ημέρα έναρξης της θεραπείας (Ημέρα 1), στο 0,2% των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη και σε κανέναν από τους ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Μετά την Ημέρα 1, βραδυκαρδία αναφέρθηκε στο 0,2% των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη. Κατά τη διάρκεια της περιόδου συντήρησης, δεν αναφέρθηκε βραδυκαρδία.
Αυξημένη αρτηριακή πίεση
Σε κλινικές μελέτες της ΠΣ, οι ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη είχαν μια μέση αύξηση περίπου 1-2 mm Hg στη συστολική πίεση έναντι των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με IFN β-1a ΕΜ και περίπου 1 mm Hg στη διαστολική πίεση έναντι των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με IFN β-1a ΕΜ. Η αύξηση στη συστολική πίεση ανιχνεύθηκε για πρώτη φορά περίπου 3 μήνες από την έναρξη της θεραπείας και παρέμεινε σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
Τα σχετιζόμενα με την υπέρταση συμβάντα (υπέρταση, ιδιοπαθής υπέρταση και αρτηριακή πίεση αυξημένη) αναφέρθηκαν ως ανεπιθύμητη ενέργεια στο 4,5% των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg και στο 2,3% των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με IFN β1a ΕΜ.
Σε κλινικές μελέτες της ΕΚ, κατά τη διάρκεια της περιόδου επαγωγής, οι ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη είχαν μέση αύξηση 1,4 mm Hg στη συστολική πίεση έναντι του εικονικού φαρμάκου (3,7 έναντι 2,3 mm Hg) και 1,7 mm Hg στη διαστολική πίεση έναντι του εικονικού φαρμάκου (2,3 έναντι 0,6 mm Hg). Κατά τη διάρκεια της περιόδου συντήρησης, οι ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη είχαν μια μέση αύξηση 3,6 mm Hg στη συστολική πίεση έναντι του εικονικού φαρμάκου (5,1 έναντι 1,5 mm Hg) και 1,4 mm Hg στη διαστολική πίεση έναντι του εικονικού φαρμάκου (2,2 έναντι 0,8 mm Hg).
Υπέρταση αναφέρθηκε ως ανεπιθύμητη ενέργεια στο 1,2% των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg και σε κανέναν από τους ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο στην περίοδο επαγωγής. Στην περίοδο συντήρησης, αναφέρθηκε υπέρταση
στο 2,2% των ασθενών σε κάθε σκέλος θεραπείας. Υπερτασική κρίση αναφέρθηκε σε δύο ασθενείς που ελάμβαναν οζανιμόδη, οι οποίοι ανάρρωσαν χωρίς διακοπή της θεραπείας, και σε έναν ασθενή που ελάμβανε εικονικό φάρμακο.
Μείωση του αριθμού των λεμφοκυττάρων στο αίμα
Στις κλινικές μελέτες της ΠΣ, το 3,3% των ασθενών και στις ελεγχόμενες κλινικές μελέτες της ΕΚ, το 3% των ασθενών εμφάνισαν αριθμούς λεμφοκυττάρων κάτω από 0,2 x 109/l με τις τιμές να
επανέρχονται, σε γενικές γραμμές, σε πάνω από 0,2 x 109/l ενώ παρέμεναν σε θεραπεία με οζανιμόδη.
Λοιμώξεις
Σε κλινικές μελέτες της ΠΣ, το συνολικό ποσοστό λοιμώξεων (35%) με την οζανιμόδη 0,92 mg ήταν παρόμοιο με αυτό της IFN β-1a ΕΜ. Το συνολικό ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων ήταν παρόμοιο μεταξύ της οζανιμόδης (1%) και της IFN β-1a ΕΜ (0,8%) σε κλινικές μελέτες της ΠΣ.
Σε κλινικές μελέτες της ΕΚ, κατά τη διάρκεια της περιόδου επαγωγής, το συνολικό ποσοστό λοιμώξεων και το ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη ή εικονικό φάρμακο ήταν παρόμοια (9,9% έναντι 10,7% και 0,8% έναντι 0,4%, αντίστοιχα). Κατά τη διάρκεια της περιόδου συντήρησης, το συνολικό ποσοστό λοιμώξεων στους ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη ήταν υψηλότερο απ’ ό,τι στους ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο (23% έναντι 12%), ενώ το ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων ήταν παρόμοιο (0,9% έναντι 1,8%).
Η οζανιμόδη αύξησε τον κίνδυνο ερπητικών λοιμώξεων, λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος και ουρολοιμώξεων.
Ερπητικές λοιμώξεις
Σε κλινικές μελέτες της ΠΣ, έρπης ζωστήρας αναφέρθηκε ως ανεπιθύμητη ενέργεια στο 0,6% των ασθενών που έλαβαν οζανιμόδη 0,92 mg και στο 0,2% των ασθενών που έλαβαν IFN β-1a ΕΜ.
Σε κλινικές μελέτες της ΕΚ, έρπης ζωστήρας αναφέρθηκε στο 0,4% των ασθενών που έλαβαν οζανιμόδη 0,92 mg και σε κανέναν από τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο στην περίοδο επαγωγής. Στην περίοδο συντήρησης, έρπης ζωστήρας αναφέρθηκε στο 2,2% των ασθενών που έλαβαν οζανιμόδη 0,92 mg και στο 0,4% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Καμία από αυτές τις λοιμώξεις δεν ήταν σοβαρή ή διάχυτη.
Αναπνευστικό σύστημα
Ελάσσονες δοσοεξαρτώμενες μειώσεις του ταχέως εκπνεόμενου όγκου σε 1 δευτερόλεπτο (FEV1) και στη δυναμική ζωτική χωρητικότητα (FVC) παρατηρήθηκαν με τη θεραπεία με οζανιμόδη. Τους
μήνες 3 και 12 της θεραπείας στις κλινικές μελέτες της ΠΣ, οι διάμεσες μεταβολές από την αρχική τιμή στον FEV1 (την FVC) στην ομάδα της οζανιμόδης 0,92 mg ήταν –0,07 l και – 0,1 l (- 0,05 l και – 0,065 l) αντίστοιχα, με μικρότερες μεταβολές από την αρχική τιμή στην ομάδα της IFN ß-1a (FEV1: - 0,01 l και – 0,04 l, FVC: 0,00 l και -0,02 l).
Όπως και στις κλινικές μελέτες της ΠΣ, μικρές μέσες μειώσεις στις δοκιμασίες της πνευμονικής λειτουργίας παρατηρήθηκαν με την οζανιμόδη σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (FEV1 και FVC) κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών της ΕΚ, στην περίοδο επαγωγής. Δεν υπήρξαν περαιτέρω μειώσεις με την πιο μακροχρόνια θεραπεία με οζανιμόδη, στην περίοδο συντήρησης, και αυτές οι μικρές μεταβολές στις δοκιμασίες της πνευμονικής λειτουργίας ήταν αναστρέψιμες στους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν εκ νέου στο εικονικό φάρμακο.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Παρακολουθείτε τους ασθενείς με υπερδοσολογία της οζανιμόδης για σημεία και συμπτώματα βραδυκαρδίας, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης καθ’ όλη τη διάρκεια της νύκτας. Απαιτούνται τακτικές μετρήσεις της HR και της αρτηριακής πίεσης, ενώ θα πρέπει να διενεργούνται ΗΚΓ (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1). Η επαγόμενη από την οζανιμόδη μείωση της HR μπορεί να αναστραφεί με παρεντερική ατροπίνη ή ισοπρεναλίνη.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ZEPOSIA 0.23MG/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, τροποποιητές των υποδοχέων της φωσφορικής-σφιγγοσίνης-1 (S1P), κωδικός ATC: L04AΕ02
Μηχανισμός δράσης
Η οζανιμόδη είναι ισχυρός τροποποιητής των υποδοχέων της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης (S1P), ο οποίος δεσμεύεται με υψηλή συγγένεια με τους υποδοχείς 1 και 5 της 1-φωσφορικής σφιγγοσίνης. Η δράση της οζανιμόδης στους υποδοχείς S1P2, S1P3 και S1P4 είναι ελάχιστη ή μηδενική. In vitro, η οζανιμόδη και οι μείζονες ενεργοί μεταβολίτες της επέδειξαν παρόμοια δράση και εκλεκτικότητα για τους S1P1 και S1P5. Ο μηχανισμός με τον οποίο η οζανιμόδη ασκεί θεραπευτική δράση στην ΠΣ και την ΕΚ είναι άγνωστος, αλλά ενδέχεται να περιλαμβάνει την ελάττωση της μετανάστευσης των λεμφοκυττάρων στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) και το έντερο.
Η επαγόμενη από την οζανιμόδη μείωση των λεμφοκυττάρων στην περιφερική κυκλοφορία έχει διαφορικές επιδράσεις στους υποπληθυσμούς των λευκοκυττάρων, με μεγαλύτερες μειώσεις στα κύτταρα που συμμετέχουν στην επίκτητη ανοσολογική ανταπόκριση. Η οζανιμόδη επηρεάζει ελάχιστα τα κύτταρα που συμμετέχουν στην εγγενή ανοσολογική ανταπόκριση, τα οποία συνεισφέρουν στην ανοσοεπιτήρηση.
Η οζανιμόδη μεταβολίζεται εκτενώς στον άνθρωπο, σχηματίζοντας μια σειρά κυκλοφορούντων ενεργών μεταβολιτών, συμπεριλαμβανομένων δύο μειζόνων μεταβολιτών (βλ. παράγραφο 5.2). Στον άνθρωπο, περίπου το 94% της έκθεσης στις κυκλοφορούσες συνολικές ενεργές ουσίες αντιπροσωπεύεται από την οζανιμόδη (6%) και τους δύο μείζονες μεταβολίτες, τον CC112273 (73%) και τον CC1084037 (15%) (βλ. παράγραφο 5.2).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μείωση των λεμφοκυττάρων στο περιφερικό αίμα
Σε ελεγχόμενες με ενεργό φάρμακο κλινικές μελέτες της ΠΣ και ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες της ΕΚ, οι μέσοι αριθμοί των λευκοκυττάρων μειώθηκαν περίπου στο 45% της αρχικής τιμής έως τους 3 μήνες (κατά προσέγγιση μέσος αριθμός λεμφοκυττάρων στο αίμα
0,8 x 109/l) και παρέμειναν σταθεροί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με οζανιμόδη. Μετά τη διακοπή της οζανιμόδης 0,92 mg, ο διάμεσος χρόνος έως την αποκατάσταση των λεμφοκυττάρων περιφερικού αίματος στο φυσιολογικό εύρος ήταν περίπου 30 ημέρες, με περίπου το 80% έως το 90% των ασθενών να επανέρχονται στο φυσιολογικό εντός 3 μηνών (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
Μείωση της καλπροτεκτίνης κοπράνων (FCP)
Στους ασθενείς με ΕΚ, η θεραπεία με οζανιμόδη οδήγησε σε μείωση του φλεγμονώδους δείκτη, της καλπροτεκτίνης κοπράνων (FCP), κατά τη διάρκεια της περιόδου επαγωγής, η οποία στη συνέχεια διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου συντήρησης.
Καρδιακή συχνότητα και καρδιακός ρυθμός
Η οζανιμόδη μπορεί να προκαλέσει παροδική μείωση της HR κατά την έναρξη χορήγησης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Αυτή η αρνητική χρονοτρόπος επίδραση σχετίζεται, σε επίπεδο μηχανισμού, με την ενεργοποίηση των διαύλων καλίου εσωτερικής ανόρθωσης συζευγμένων με G πρωτεΐνες (GIRK) μέσω της διέγερσης των υποδοχέων S1P1 από την οζανιμόδη και τους ενεργούς μεταβολίτες της, που οδηγεί σε κυτταρική υπερπόλωση και μειωμένη διεγερσιμότητα με τη μέγιστη επίδραση στην HR να παρατηρείται εντός 5 ωρών από τη χορήγηση δόσης. Λόγω του λειτουργικού του ανταγωνισμού στους υποδοχείς S1P1, ένα σχήμα κλιμάκωσης δόσης με οζανιμόδη 0,23 mg, ακολουθούμενη από 0,46 mg και 0,92 mg διαδοχικά απευαισθητοποιεί τους διαύλους GIRK μέχρι να επιτευχθεί η δόση συντήρησης. Μετά την περίοδο κλιμάκωσης της δόσης, με συνεχή χορήγηση οζανιμόδης, η HR επιστρέφει στην αρχική τιμή.
Δυναμικό παράτασης του διαστήματος QT
Σε μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με σύνηθες και εικονικό φάρμακο, διεξοδική μελέτη του διαστήματος QT, η οποία χρησιμοποίησε ένα διάρκειας 14 ημερών σχήμα κλιμάκωσης δόσης 0,23 mg ημερησίως για 4 ημέρες, 0,46 mg ημερησίως για 3 ημέρες, 0,92 mg ημερησίως για 3 ημέρες και
1,84 mg ημερησίως για 4 ημέρες σε υγιή άτομα, δεν παρατηρήθηκαν στοιχεία παράτασης του διαστήματος QTc, όπως καταδείχθηκε από το ανώτατο όριο του μονόπλευρου 95% διαστήματος εμπιστοσύνης (CI) το οποίο ήταν κάτω από τα 10 ms. Η ανάλυση συγκέντρωσης-QTc για την οζανιμόδη και τους μείζονες ενεργούς μεταβολίτες CC112273 και CC1084037, με χρήση δεδομένων από μια άλλη μελέτη φάσης 1, έδειξε ότι το ανώτατο όριο του 95% CI για το παραγόμενο από το μοντέλο διάστημα QTc (διορθωμένο ως προς το εικονικό φάρμακο και την τιμή έναρξης) κάτω από τα 10 ms στις μέγιστες συγκεντρώσεις επιτεύχθηκε με δόσεις οζανιμόδης ≥ 0,92 mg άπαξ ημερησίως.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Πολλαπλή σκλήρυνση
Η οζανιμόδη αξιολογήθηκε σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, διπλού εικονικού φαρμάκου, παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενες με ενεργό φάρμακο κλινικές δοκιμές φάσης 3 με παρόμοιο σχεδιασμό και καταληκτικά σημεία, σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα ΠΣ (ΥΔΠΣ). Η μελέτη 1 – SUNBEAM, ήταν μια διάρκειας 1 έτους μελέτη με ασθενείς οι οποίοι συνέχιζαν την καθορισμένη θεραπεία πέραν του μήνα 12 έως την ολοκλήρωση της μελέτης από τον τελευταίο ενταχθέντα ασθενή. Η μελέτη 2 – RADIANCE ήταν μια μελέτη διάρκειας 2 ετών.
Η δόση της οζανιμόδης ήταν 0,92 mg και 0,46 mg χορηγούμενη από του στόματος άπαξ ημερησίως, με μια δόση έναρξης 0,23 mg τις ημέρες 1-4, ακολουθούμενη από μια κλιμάκωση στα 0,46 mg τις ημέρες 5-7 και ακολουθούμενη από την καθορισμένη δόση την ημέρα 8 και εφεξής. Η δόση της IFN β-1a, του ενεργού παράγοντα σύγκρισης, ήταν 30 mcg χορηγούμενα ενδομυϊκώς άπαξ εβδομαδιαίως.
Αμφότερες οι μελέτες συμπεριέλαβαν ασθενείς με ενεργή νόσο όπως ορίστηκε από την ύπαρξη τουλάχιστον μίας υποτροπής εντός του προηγούμενου έτους ή μίας υποτροπής εντός των προηγούμενων δύο ετών με στοιχεία τουλάχιστον μιας Gd προσλαμβάνουσας (GdE) βλάβης το προηγούμενο έτος και βαθμολογίας στη Διευρυμένη Κλίμακα Κατάστασης Αναπηρίας (EDSS) από 0 έως 5,0.
Νευρολογικές αξιολογήσεις διενεργούνταν κατά την έναρξη, κάθε 3 μήνες και κατά τον χρόνο πιθανολογούμενης υποτροπής. Τομογραφίες MRI διενεργούνταν κατά την έναρξη (μελέτες 1 και 2), στους 6 μήνες (SUNBEAM), στο 1 έτος (μελέτες 1 και 2) και στα 2 έτη (RADIANCE).
Το κύριο αποτέλεσμα τόσο της μελέτης SUNBEAM όσο και της μελέτης RADIANCE ήταν το ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών (ARR) εντός της περιόδου θεραπείας (τουλάχιστον 12 μηνών) για τη μελέτη SUNBEAM και 24 μηνών για τη μελέτη RADIANCE. Τα κύρια δευτερεύοντα μέτρα έκβασης περιελάμβαναν 1) τον αριθμό νέων ή διευρυνόμενων υπέρπυκνων βλαβών στην T2 ακολουθία της MRI εντός διαστήματος 12 και 24 μηνών, 2) τον αριθμό των GdE βλαβών στην T1 ακολουθία της MRI εντός διαστήματος 12 και 24 μηνών, και 3) τον χρόνο έως την επιβεβαιωμένη εξέλιξη της αναπηρίας, η οποία οριζόταν ως αύξηση τουλάχιστον 1 βαθμού στη βαθμολογία EDSS από την αρχική αξιολόγηση, η οποία παρέμεινε σταθερή για 12 εβδομάδες. Η επιβεβαιωμένη εξέλιξη της αναπηρίας αξιολογήθηκε προοπτικά σε μια συγκεντρωτική ανάλυση των μελετών 1 και 2.
Στη μελέτη SUNBEAM, 1.346 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για τη λήψη οζανιμόδης 0,92 mg (n = 447), οζανιμόδης 0,46 mg (n = 451) ή IFN β-1a ΕΜ (n = 448). Τη μελέτη ολοκλήρωσε το 94% των ασθενών που έλαβε θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg, το 94% των ασθενών που έλαβε θεραπεία με οζανιμόδη 0,46 mg και το 92% των ασθενών που έλαβε θεραπεία με IFN β-1a ΕΜ. Στη μελέτη RADIANCE, 1.313 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για τη λήψη οζανιμόδης 0,92 mg (n = 433), οζανιμόδης 0,46 mg (n = 439) ή IFN β-1a ΕΜ (n = 441). Τη μελέτη ολοκλήρωσε το 90% των ασθενών που έλαβε θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg, το 85% των ασθενών που έλαβε θεραπεία με οζανιμόδη 0,46 mg και το 85% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με IFN β-1a ΕΜ. Οι ασθενείς που εντάχθηκαν στις 2 μελέτες είχαν μέση ηλικία τα 35,5 έτη (εύρος 18-55), το 67% εξ αυτών ήταν γυναίκες, ενώ ο μέσος χρόνος από την εμφάνιση των συμπτωμάτων της ΠΣ ήταν τα 6,7 έτη. Η διάμεση βαθμολογία EDSS κατά την έναρξη ήταν 2,5. Περίπου το ένα τρίτο των ασθενών είχε λάβει κάποια τροποποιητική της νόσου θεραπεία (DMT), κατά κύριο λόγο ιντερφερόνη ή οξική γλατιραμέρη. Κατά την έναρξη, ο μέσος αριθμός υποτροπών μέσα στο προηγούμενο έτος ήταν 1,3, ενώ το 45% των ασθενών είχε μία ή περισσότερες Gd προσλαμβάνουσες βλάβες στην T1 ακολουθία (μέση τιμή 1,7).
Τα αποτελέσματα των μελετών SUNBEAM και RADIANCE παρουσιάζονται στον Πίνακα 3. Η αποτελεσματικότητα έχει καταδειχθεί για την οζανιμόδη 0,92 mg με τη σχέση δόσης-αποτελέσματος που παρατηρήθηκε για τα καταληκτικά σημεία της μελέτης, τα οποία παρουσιάζονται στον Πίνακα 3. Η κατάδειξη της αποτελεσματικότητας για τα 0,46 mg ήταν λιγότερο ισχυρή, καθώς αυτή η δόση δεν έδειξε σημαντική επίδραση για το κύριο καταληκτικό σημείο στη μελέτη RADIANCE λαμβανόμενης υπόψη της προτιμώμενης στρατηγικής αρνητικού διωνυμικού μοντέλου.
Πίνακας 3: Κύρια κλινικά καταληκτικά σημεία και καταληκτικά σημεία MRI στους ασθενείς με ΥΠΣ από τη μελέτη 1 - SUNBEAM και τη μελέτη 2 - RADIANCE
| Καταληκτικά σημεία | SUNBEAM(≥ 1 έτος)* | RADIANCE(2 έτη) | ||
| Οζανιμόδη 0,92 mg(n = 447)% | IFN β-1a ΕΜ30 mcg(n = 448)% | Οζανιμόδη 0,92 mg(n = 433)% | IFN β-1a ΕΜ30 mcg(n = 441)% | |
| Κλινικά καταληκτικά σημεία | ||||
| Ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών (Κύριο καταληκτικό σημείο) Σχετική μείωση | 0,181 | 0,350 | 0,172 | 0,276 |
| 48% (p<0,0001) | 38% (p<0,0001) | |||
| Ποσοστό ασθενών ελεύθερων υποτροπής** | 78%(p = 0,0002)1 | 66% | 76%(p = 0,0012)1 | 64% |
| Ποσοστό με επιβεβαιωμένη εξέλιξη της αναπηρίας στους 3 μήνες (CDP)†2Αναλογία κινδύνου (95% CI)Ποσοστό με CDP στους6 μήνες†2#Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 7,6% οζανιμόδη έναντι 7,8% IFN β-1a ΕΜ 0,95 (0,679, 1,330)5,8% οζανιμόδη έναντι 4,0% IFN β-1a ΕΜ 1,413 (0,922, 2,165) | |||
| Καταληκτικά σημεία MRI | ||||
| Μέσος αριθμός νέων ή διευρυνόμενων υπέρπυκνων βλαβών στην T2 ακολουθία της MRI3Σχετική μείωση | 1,465 | 2,836 | 1,835 | 3,183 |
| 48% (p<0,0001) | 42% (p<0,0001) | |||
| Μέσος αριθμός Gd προσλαμβανουσών βλαβών στην T1 ακολουθία4 Σχετική μείωση | 0,160 | 0,433 | 0,176 | 0,373 |
| 63% (p<0,0001) | 53% (p<0,0006) | |||
* Η μέση διάρκεια ήταν 13,6 μήνες
** Ονομαστική τιμή p για τα καταληκτικά σημεία που δεν συμπεριλήφθηκαν στον ιεραρχικό έλεγχο υπόθεσης και δεν προσαρμόστηκαν για πολλαπλότητα
† Ως εξέλιξη της αναπηρίας ορίζεται η αύξηση κατά 1 βαθμό στη βαθμολογία EDSS, επιβεβαιωμένη 3 μήνες ή 6 μήνες αργότερα
# Σε μια εκ των υστέρων ανάλυση της CDP 6 μηνών που περιλάμβανε δεδομένα από την επέκταση ανοικτής επισήμανσης (μελέτη 3), βρέθηκε ότι η HR (95% CI) ήταν 1,040 (0,730, 1,482).
1 Τεστ Log-rank
2 Προοπτικού σχεδιασμού συγκεντρωτική ανάλυση των μελετών 1 και 2
3 Σε διάστημα 12 μηνών για τη μελέτη 1 και σε διάστημα 24 μηνών για τη μελέτη 2
4 Στους 12 μήνες για τη μελέτη 1 και στους 24 μήνες για τη μελέτη 2
Στις μελέτες SUNBEAM και RADIANCE, η θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg οδήγησε σε μειώσεις της μέσης ποσοστιαίας μεταβολής από την έναρξη στον κανονικοποιημένο όγκο του εγκεφάλου συγκριτικά με την IFN β-1a ΕΜ (-0,41% έναντι -0,61%, και -0,71% έναντι -0,94%, αντίστοιχα, ονομαστική τιμή p <0,0001 για αμφότερες τις μελέτες).
Στις μελέτες εντάχθηκαν πρωτοθεραπευόμενοι και μη πρωτοθεραπευόμενοι με DMT ασθενείς με ενεργή νόσο, όπως ορίστηκε από κλινικά ή απεικονιστικά χαρακτηριστικά. Εκ των υστέρων αναλύσεις πληθυσμών ασθενών με διαφορετικά επίπεδα ενεργότητας νόσου κατά την έναρξη, συμπεριλαμβανομένης της ενεργού και της πολύ ενεργού νόσου, έδειξαν ότι η αποτελεσματικότητα της οζανιμόδης στα κλινικά και απεικονιστικά καταληκτικά σημεία ήταν συνεπής με τον συνολικό πληθυσμό.
Μακροπρόθεσμα δεδομένα
Ασθενείς με ΥΔΠΣ που ολοκλήρωναν τις μελέτες SUNBEAM, RADIANCE, επέκτασης φάσης 2 ή ΦΚ/ΦΔ φάσης 1 μπορούσαν να εισέλθουν σε μια μελέτη επέκτασης ανοικτής επισήμανσης
(Μελέτη 3 - DAYBREAK) και έλαβαν οζανιμόδη 0,92 mg άπαξ ημερησίως, προκειμένου να αξιολογηθεί η μακροπρόθεσμη ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της οζανιμόδης. Συνολικά, 2494 συμμετέχοντες έλαβαν στο πλαίσιο της μελέτης DAYBREAK οζανιμόδη 0,92 mg άπαξ ημερησίως (736 ασθενείς μετέβησαν από ιντερφερόνη βήτα-1a ΕΜ 30 mcg άπαξ εβδομαδιαίως, 877 μετέβησαν από οζανιμόδη 0,46 mg άπαξ ημερησίως και 881 συνέχισαν με οζανιμόδη 0,92 mg
άπαξ ημερησίως) με διάμεση διάρκεια θεραπείας τους 68 μήνες και, κατά μέγιστο, για έως 81 μήνες. Το προσαρμοσμένο ARR για το σύνολο των συμμετεχόντων κατά την περίοδο θεραπείας ήταν 0,098 (95% CI: 0,082, 0,117), με το 69,1% των ασθενών να παραμένουν χωρίς υποτροπή. Οι συμμετέχοντες που συνέχισαν με οζανιμόδη 0,92 mg στο πλαίσιο της μελέτης DAYBREAK είχαν ARR 0,090
(95% CI: 0,073, 0,111). Συνολικά 379 (15,2%) συμμετέχοντες παρουσίασαν επιβεβαιωμένη εξέλιξη της αναπηρίας στους 6 μήνες κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Ελκώδης κολίτιδα
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της οζανιμόδης αξιολογήθηκαν σε δύο πολυκεντρικές, τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες [TRUENORTH-I (περίοδος επαγωγής) και TRUENORTH-M (περίοδος συντήρησης)] σε ενήλικες ασθενείς, ηλικίας κάτω των 75 ετών, με μέτρια έως βαριάς μορφής ενεργό ελκώδη κολίτιδα. Η μελέτη TRUENORTH-I περιλάμβανε ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 2:1 σε λήψη οζανιμόδης 0,92 mg ή εικονικού φαρμάκου. Η περίοδος επαγωγής διάρκειας 10 εβδομάδων (TRUENORTH-I) ακολουθήθηκε από μια τυχαιοποιημένη περίοδο απόσυρσης συντήρησης διάρκειας 42 εβδομάδων (TRUENORTH-M) για συνολικά 52 εβδομάδες θεραπείας. Η οζανιμόδη χορηγήθηκε ως μονοθεραπεία (δηλαδή χωρίς ταυτόχρονη χρήση βιολογικών παραγόντων και μη κορτικοστεροειδικών ανοσοκατασταλτικών θεραπειών) για την ΕΚ. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς με ΕΚ ηλικίας ≥ 65 ετών
Η μελέτη περιλάμβανε ασθενείς με μέτριας έως βαριάς μορφής ενεργό ελκώδη κολίτιδα που ορίστηκε κατά την έναρξη (εβδομάδα 0) ως βαθμολογία Mayo της τάξης του 6 έως 12, συμπεριλαμβανομένης υποβαθμολογίας Mayo ≥ 2 για την ενδοσκόπηση.
TRUENORTH-I (μελέτη επαγωγής)
Στη μελέτη TRUENORTH-I, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν είτε στην οζανιμόδη 0,92 mg χορηγούμενη από του στόματος άπαξ ημερησίως (n = 429) είτε στο εικονικό φάρμακο (n = 216) ξεκινώντας με τιτλοποίηση της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2). Οι ασθενείς ελάμβαναν συγχορηγούμενα αμινοσαλικυλικά (π.χ. μεσαλαζίνη 71%, σουλφασαλαζίνη 13%) ή/και από του στόματος κορτικοστεροειδή (33%) σε σταθερή δόση πριν από και κατά τη διάρκεια της περιόδου επαγωγής.
Το 30% των ασθενών είχαν ανεπαρκή ανταπόκριση, απώλεια ανταπόκρισης ή δυσανεξία στους αποκλειστές παράγοντα νέκρωσης όγκων (TNF). Εξ αυτών των ασθενών που έλαβαν προηγούμενη θεραπεία με βιολογικούς παράγοντες, το 63% έλαβαν τουλάχιστον δύο ή περισσότερους βιολογικούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένων των αποκλειστών TNF, το 36% δεν ανταποκρίθηκαν ποτέ σε τουλάχιστον έναν αποκλειστή TNF, το 65% παρουσίασαν απώλεια της ανταπόκρισης σε έναν αποκλειστή TNF και το 47% έλαβαν έναν αποκλειστή των υποδοχέων ιντεγκρίνης (π.χ. βεδολιζουμάμπη). Το 41% των ασθενών δεν ανταποκρίθηκαν ή/και είχαν δυσανεξία σε ανοσορρυθμιστικούς παράγοντες. Κατά την έναρξη της μελέτης, οι ασθενείς είχαν διάμεση βαθμολογία Mayo 9, το 65% των ασθενών είχαν βαθμολογία μικρότερη ή ίση του 9 και το 35% είχαν βαθμολογία μεγαλύτερη του 9.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η κλινική ύφεση την εβδομάδα 10 και τα κύρια δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία την εβδομάδα 10 ήταν η κλινική ανταπόκριση, η ενδοσκοπική βελτίωση και η επούλωση του βλεννογόνου.
Σημαντικά μεγαλύτερη αναλογία ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με οζανιμόδη πέτυχαν κλινική ύφεση, κλινική ανταπόκριση, ενδοσκοπική βελτίωση και επούλωση του βλεννογόνου συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο την εβδομάδα 10 όπως φαίνεται στον Πίνακα 4.
Πίνακας 4: Αναλογία ασθενών που πληρούσαν τα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας στην περίοδο επαγωγής από τη μελέτη TRUENORTH-I (την εβδομάδα 10)
| Οζανιμόδη 0,92 mg(N = 429) | Εικονικό φάρμακο(N = 216) | % Διαφοράς θεραπείαςα (95% CI) | |||
| n | % | n | % | ||
| Κλινική ύφεσηβ | 79 | 18% | 13 | 6% | 12%(7,5, 17,2)στ |
| Χωρίς προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 66/299 | 22% | 10/151 | 7% | |
| Προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 13/130 | 10% | 3/65 | 5% | |
| Κλινική ανταπόκρισηγ | 205 | 48% | 56 | 26% | 22%(14,4, 29,3)στ |
| Χωρίς προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 157/299 | 53% | 44/151 | 29% | |
| Προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 48/130 | 37% | 12/65 | 19% | |
| Ενδοσκοπική βελτίωσηδ | 117 | 27% | 25 | 12% | 16%(9,7, 21,7)στ |
| Χωρίς προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 97/299 | 32% | 18/151 | 12% | |
| Προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 20/130 | 15% | 7/65 | 11% | |
| Επούλωση βλεννογόνουε | 54 | 13% | 8 | 4% | 9%(4,9, 12,9)ζ |
| Χωρίς προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 47/299 | 16% | 6/151 | 4% | |
| Προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 7/130 | 5% | 2/65 | 3% | |
CI = διάστημα εμπιστοσύνης, TNF = παράγοντας νέκρωσης όγκων.
α Διαφορά θεραπείας (προσαρμοσμένη ως προς τους παράγοντες στρωματοποίησης της προηγούμενης έκθεσης σε αποκλειστή TNF και της χρήσης κορτικοστεροειδών κατά την έναρξη).
β Η κλινική ύφεση ορίζεται ως: υποβαθμολογία αιμορραγίας του ορθού (RBS) = 0, υποβαθμολογία συχνότητας κενώσεων (SFS) ≤ 1 (και μείωση κατά ≥ 1 βαθμό από την αρχική τιμή SFS) και υποβαθμολογία ενδοσκόπησης ≤ 1 βαθμό χωρίς ευθρυπτότητα.
γ Η κλινική ανταπόκριση ορίζεται ως μια μείωση από την έναρξη στη βαθμολογία Mayo 9 σημείων κατά ≥ 2 βαθμούς και
≥ 35%, καθώς και μείωση από την έναρξη στην τιμή RBS κατά ≥ 1 βαθμό ή απόλυτη τιμή RBS ≤ 1 βαθμό.
δ Η ενδοσκοπική βελτίωση ορίζεται ως βαθμολογία Mayo για την ενδοσκόπηση της τάξης του ≤ 1 χωρίς ευθρυπτότητα.
ε Η επούλωση του βλεννογόνου ορίζεται τόσο ως βαθμολογία Mayo για την ενδοσκόπηση της τάξης του ≤ 1 βαθμού χωρίς ευθρυπτότητα, όσο και ως ιστολογική ύφεση (βαθμολογία δείκτη Geboes < 2,0 η οποία υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις επιθηλιακές κρύπτες ή την υποβλεννογόνια στοιβάδα, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων και απουσία καταστροφής κρυπτών, διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού).
στ p < 0,0001.
ζ p < 0,001.
Υποβαθμολογίες αιμορραγίας του ορθού (RBS) και συχνότητας κενώσεων (SFS)
Μειώσεις στις υποβαθμολογίες αιμορραγίας του ορθού και συχνότητας κενώσεων παρατηρήθηκαν ήδη από την εβδομάδα 2 (δηλ. 1 εβδομάδα μετά την ολοκλήρωση της απαιτούμενης 7ήμερης τιτλοποίησης της δόσης) στους ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη. Μια ονομαστικά σημαντικά μεγαλύτερη αναλογία ατόμων πέτυχε ύφεση των συμπτωμάτων, που ορίζεται ως RBS=0 και SFS ≤1 με μείωση ≥1 από την αρχική τιμή, με την οζανιμόδη 0,92 mg σε σχέση με το εικονικό φάρμακο την εβδομάδα 5 (27% έναντι 15%) και την εβδομάδα 10 της περιόδου επαγωγής (37,5% έναντι 18,5%).
Οι ασθενείς που είχαν μείωση από την αρχική τιμή στην SFS ή/και στην τιμή RBS κατά τουλάχιστον 1 μονάδα, αλλά δεν πέτυχαν κλινική ανταπόκριση ή κλινική ύφεση την εβδομάδα 10 της μελέτης TRUENORTH-I, είχαν ένα αυξημένο ποσοστό ύφεσης των συμπτωμάτων μετά από
5 επιπλέον εβδομάδες θεραπείας με οζανιμόδη, 21% (26/126). Το ποσοστό ύφεσης των συμπτωμάτων
σε αυτούς τους ασθενείς συνέχισε να αυξάνεται κατά τη διάρκεια 46 επιπλέον εβδομάδων θεραπείας, 50% (41/82).
TRUENORTH-M (μελέτη συντήρησης)
Προκειμένου να τυχαιοποιηθούν στη θεραπεία στη μελέτη συντήρησης (TRUENORTH-M), οι ασθενείς έπρεπε να έχουν λάβει οζανιμόδη 0,92 mg και να έχουν επιδείξει κλινική ανταπόκριση την εβδομάδα 10 της περιόδου επαγωγής. Οι ασθενείς μπορούσαν να προέρχονται είτε από τη μελέτη TRUENORTH-I είτε από μια ομάδα που ελάμβανε οζανιμόδη 0,92 mg ανοιχτής επισήμανσης. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (εκ νέου) με διπλά τυφλό τρόπο (αναλογία 1:1) σε λήψη οζανιμόδης 0,92 mg (n = 230) ή εικονικού φαρμάκου (n = 227) για 42 εβδομάδες. Η συνολική διάρκεια της μελέτης ήταν 52 εβδομάδες, συμπεριλαμβανομένων αμφότερων της περιόδου επαγωγής και της περιόδου συντήρησης. Οι αξιολογήσεις της αποτελεσματικότητας διενεργήθηκαν την εβδομάδα 52. Απαιτούνταν ταυτόχρονη χορήγηση αμινοσαλικυλικών για τη διατήρηση της σταθερότητας έως την εβδομάδα 52. Οι ασθενείς που ελάμβαναν ταυτόχρονα κορτικοστεροειδή έπρεπε να μειώσουν σταδιακά τη δόση τους μετά την είσοδό τους στην περίοδο συντήρησης.
Κατά την είσοδο στη μελέτη, το 35% των ασθενών βρισκόταν σε κλινική ύφεση, το 29% των ασθενών ελάμβαναν κορτικοστεροειδή και το 31% των ασθενών είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε θεραπεία με αποκλειστές του TNF.
Όπως φαίνεται στον Πίνακα 5, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η αναλογία των ασθενών που βρίσκονταν σε κλινική ύφεση την εβδομάδα 52. Τα κύρια δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία την εβδομάδα 52 ήταν η αναλογία των ασθενών με κλινική ανταπόκριση, η ενδοσκοπική βελτίωση, η διατήρηση της κλινικής ύφεσης την εβδομάδα 52 στο υποσύνολο των ασθενών σε ύφεση την εβδομάδα 10, η ελεύθερη κορτικοστεροειδών κλινική ύφεση, η επούλωση του βλεννογόνου και η ανθεκτική κλινική ύφεση.
Πίνακας 5: Αναλογία ασθενών που πληρούσαν τα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας στην περίοδο συντήρησης στη μελέτη TRUENORTH-Μ (την εβδομάδα 52)
| Οζανιμόδη 0,92 mg(N = 230) | Εικονικό φάρμακο(N = 227) | % Διαφοράς θεραπείαςα (95% CI) | |||
| n | % | n | % | ||
| Κλινική ύφεσηβ | 85 | 37% | 42 | 19% | 19%(10,8, 26,4)θ |
| Χωρίς προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 63/154 | 41% | 35/158 | 22% | |
| Προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 22/76 | 29% | 7/69 | 10% | |
| Κλινική ανταπόκρισηγ | 138 | 60% | 93 | 41% | 19%(10,4, 28,0)θ |
| Χωρίς προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 96/154 | 62% | 76/158 | 48% | |
| Προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 42/76 | 55% | 17/69 | 25% | |
| Ενδοσκοπική βελτίωσηδ | 105 | 46% | 60 | 26% | 19%(11,0, 27,7)ι |
| Χωρίς προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 77/154 | 50% | 48/158 | 30% | |
| Προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 28/76 | 37% | 12/69 | 17% | |
| Διατήρηση κλινικής ύφεσης την εβδομάδα 52 στο υποσύνολο ασθενών με ύφεση την εβδομάδα 10ε | 41/79 | 52% | 22/75 | 29% | 24%(9,1, 38,6)ια |
| Χωρίς προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 37/64 | 58% | 19/58 | 33% | |
| Προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 4/15 | 27% | 3/17 | 18% | |
| Οζανιμόδη 0,92 mg(N = 230) | Εικονικό φάρμακο(N = 227) | % Διαφοράς θεραπείαςα (95% CI) | |||
| n | % | n | % | ||
| Ελεύθερη κορτικοστεροειδών κλινική ύφεσηστ | 73 | 32% | 38 | 17% | 15%(7,8, 22,6)ι |
| Χωρίς προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 55/154 | 36% | 31/158 | 20% | |
| Προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 18/76 | 24% | 7/69 | 10% | |
| Επούλωση βλεννογόνουζ | 68 | 30% | 32 | 14% | 16%(8,2, 22,9)ι |
| Χωρίς προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 51/154 | 33% | 28/158 | 18% | |
| Προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 17/76 | 22% | 4/69 | 6% | |
| Ανθεκτική κλινική ύφεσηη | 41 | 18% | 22 | 10% | 8%(2,8, 13,6)ιβ |
| Χωρίς προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 37/154 | 24% | 19/158 | 12% | |
| Προηγούμενη έκθεση σε αποκλειστή TNF | 4/76 | 5% | 3/69 | 4% | |
CI = διάστημα εμπιστοσύνης, TNF = παράγοντας νέκρωσης όγκων.
α Διαφορά θεραπείας (προσαρμοσμένη ως προς τους παράγοντες στρωματοποίησης της κλινικής ύφεσης και της ταυτόχρονης χρήσης κορτικοστεροειδών την εβδομάδα 10).
β Η κλινική ύφεση ορίζεται ως: RBS = 0 βαθμοί και SFS ≤ 1 βαθμό (και μείωση κατά ≥ 1 βαθμό από την αρχική τιμή SFS) και υποβαθμολογία ενδοσκόπησης ≤ 1 βαθμό χωρίς ευθρυπτότητα.
γ Η κλινική ανταπόκριση ορίζεται ως: μείωση από την έναρξη στη βαθμολογία Mayo 9 σημείων κατά ≥ 2 βαθμούς και
≥ 35%, καθώς και μείωση από την έναρξη στην RBS κατά ≥ 1 βαθμό ή απόλυτη τιμή RBS ≤ 1 βαθμός.
δ Η ενδοσκοπική βελτίωση ορίζεται ως: υποβαθμολογία ενδοσκόπησης ≤ 1 βαθμό χωρίς ευθρυπτότητα.
ε Η διατήρηση της ύφεσης ορίζεται ως κλινική ύφεση την εβδομάδα 52 στο υποσύνολο ασθενών με κλινική ύφεση την εβδομάδα 10.
στ Η ελεύθερη κορτικοστεροειδών ύφεση ορίζεται ως κλινική ύφεση την εβδομάδα 52 ενώ δεν γίνεται λήψη κορτικοστεροειδών για ≥ 12 εβδομάδες.
ζ Η επούλωση του βλεννογόνου ορίζεται ως βαθμολογία Mayo για την ενδοσκόπηση ≤ 1 βαθμό χωρίς ευθρυπτότητα και ιστολογική ύφεση (βαθμολογία δείκτη Geboes < 2,0 η οποία υποδεικνύει απουσία ουδετερόφιλων στις επιθηλιακές κρύπτες ή την υποβλεννογόνια στοιβάδα, απουσία αύξησης των ηωσινόφιλων και απουσία καταστροφής κρυπτών, διαβρώσεων, εξελκώσεων ή κοκκιώδους ιστού).
η ανθεκτική κλινική ύφεση ορίζεται ως η κλινική ύφεση την εβδομάδα 10 και την εβδομάδα 52 σε όλους τους ασθενείς που εισήλθαν στην περίοδο συντήρησης.
θ p < 0,0001.
ι p < 0,001.
ια p = 0,0025.
ιβ p = 0,0030.
Ελεύθερη στεροειδών επούλωση του βλεννογόνου και ελεύθερη στεροειδών (2 υποβαθμολογίες) ύφεση των συμπτωμάτων
Σημαντικά μεγαλύτερη αναλογία ασθενών που υποβάλλονταν συνεχόμενα σε θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg έναντι ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν εκ νέου στο εικονικό φάρμακο πέτυχε ελεύθερη κορτικοστεροειδών (τουλάχιστον 12 εβδομάδες) ύφεση των συμπτωμάτων (42,2% στην οζανιμόδη έναντι 30,4% στο εικονικό φάρμακο) και ελεύθερη κορτικοστεροειδών (τουλάχιστον 12 εβδομάδες) ενδοσκοπική βελτίωση (40,0% στην οζανιμόδη έναντι 23,3% στο εικονικό φάρμακο) την
εβδομάδα 52.
Ιστολογική ύφεση την εβδομάδα 10 και 52
Η ιστολογική ύφεση (ορίζεται ως βαθμολογία δείκτη Geboes < 2,0 μονάδες) αξιολογήθηκε την εβδομάδα 10 της μελέτης TRUENORTH-I και την εβδομάδα 52 της μελέτης TRUENORTH-M. Την εβδομάδα 10, μια σημαντικά μεγαλύτερη αναλογία ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg πέτυχαν ιστολογική ύφεση (18%) συγκριτικά με τους ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο (7%). Την εβδομάδα 52, παρατηρήθηκε διατήρηση αυτής της επίδρασης με σημαντικά μεγαλύτερη αναλογία σε ιστολογική ύφεση στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με οζανιμόδη 0,92 mg (34%) συγκριτικά με τους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο (16%).
Μακροπρόθεσμα δεδομένα
Οι ασθενείς που δεν πέτυχαν κλινική ανταπόκριση στο τέλος της περιόδου επαγωγής, εμφάνισαν απώλεια της ανταπόκρισης στην περίοδο συντήρησης ή ολοκλήρωσαν τη μελέτη TRUENORTH ήταν επιλέξιμοι προς ένταξη σε μια μελέτη επέκτασης ανοικτής επισήμανσης (OLE) και έλαβαν οζανιμόδη 1 mg άπαξ ημερησίως, προκειμένου να αξιολογηθεί η μακροπρόθεσμη ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της οζανιμόδης. Συνολικά, 878 συμμετέχοντες εντάχθηκαν και 877 έλαβαν θεραπεία στη μελέτη OLE, και 284 (32,3%) ολοκλήρωσαν τη θεραπεία OLE (εβδομάδα 238) με διάμεση διάρκεια θεραπείας τους 35 μήνες και, κατά μέγιστο, για έως 89 μήνες. Μεταξύ των ασθενών που είχαν κλινική ανταπόκριση κατά την ένταξη στην OLE, οι κλινικές εκβάσεις που παρατηρήθηκαν την εβδομάδα 46 γενικά διατηρήθηκαν έως την εβδομάδα 238. Στους ασθενείς που ολοκλήρωσαν τις αντίστοιχες επισκέψεις, 73% των ασθενών πέτυχαν κλινική ύφεση την εβδομάδα 46 και 67% τη διατήρησαν την εβδομάδα 238, 96% πέτυχαν κλινική ανταπόκριση την εβδομάδα 46 και 93% τη διατήρησαν την εβδομάδα 238. Η ιστολογική ύφεση και η επούλωση του βλεννογόνου παρουσίασαν σταδιακή αύξηση από 41% και 34% την εβδομάδα 46 σε 66% και 57% την εβδομάδα 238, αντίστοιχα. Δεν εντοπίστηκαν νέες ανησυχίες για την ασφάλεια σε αυτήν τη μελέτη επέκτασης σε ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την οζανιμόδη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην ΠΣ και την ΕΚ (βλέπε παράγραφο 4.2).
Η οζανιμόδη μεταβολίζεται εκτενώς στον άνθρωπο, σχηματίζοντας μια σειρά κυκλοφορούντων ενεργών μεταβολιτών, συμπεριλαμβανομένων δύο μειζόνων ενεργών μεταβολιτών, των CC112273 και CC1084037, με παρόμοια δραστικότητα και επιλεκτικότητα για τους S1P1 και S1P5 σε σχέση με τη μητρική ουσία. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) για την οζανιμόδη, τον CC112273 και τον CC1084037 αυξήθηκε αναλογικά εντός του δοσολογικού εύρους της οζανιμόδης 0,46 mg έως 0,92 mg (0,5 έως 1 φορά η συνιστώμενη δόση).
Έπειτα από πολλαπλή χορήγηση δόσεων, περίπου το 94% της έκθεσης στις κυκλοφορούσες συνολικές ενεργές ουσίες αντιπροσωπεύεται από την οζανιμόδη (6%), τον CC112273 (73%) και τον CC1084037 (15%). Σε δόση 0,92 mg από του στόματος άπαξ ημερησίως σε άτομα με ΥΔΠΣ, ο γεωμετρικός μέσος όρος [συντελεστής διακύμανσης (CV%)] Cmax και AUC0-24h σε σταθερή κατάσταση ήταν 231,6 pg/ml (37,2%) και 4 223 pg*h/ml (37,7%), αντίστοιχα, για την οζανιμόδη και
6 378 pg/ml (48,4%) και 132 861 pg*h/ml (45,6%), αντίστοιχα, για τον CC112273. Η Cmax και η AUC0-24h για τον CC1084037 είναι περίπου το 20% αυτών για τον CC112273. Οι παράγοντες που επηρεάζουν τον CC112273 ισχύουν και για τον CC1084037, καθώς αποτελούν αλληλομετατρεπόμενους μεταβολίτες. Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού υπέδειξε ότι δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές σε αυτές τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους στους ασθενείς με υποτροπιάζουσα ΠΣ ή ΕΚ.
Απορρόφηση
Η tmax της οζανιμόδης είναι περίπου 6–8 ώρες. Η tmax του CC112273 είναι περίπου 10 ώρες.
Η χορήγηση της οζανιμόδης με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και υψηλής θερμιδικής αξίας δεν επηρέασε την έκθεση στην οζανιμόδη (Cmax και AUC). Ως εκ τούτου, η οζανιμόδη μπορεί να ληφθεί ανεξαρτήτως γευμάτων.
Κατανομή
Ο μέσος (CV%) φαινόμενος όγκος κατανομής της οζανιμόδης (Vz/F) ήταν 5.590 l (27%), υποδηλώνοντας εκτενή κατανομή στους ιστούς. Η δέσμευση της οζανιμόδης στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος είναι περίπου 98,2%. Η δέσμευση των CC112273 και CC1084037 στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος είναι περίπου 99,8% και 99,3%, αντίστοιχα.
Βιομετασχηματισμός
Η οζανιμόδη μεταβολίζεται ευρέως από πολλαπλά μονοπάτια βιομετασχηματισμού, συμπεριλαμβανομένων της αλδεϋδικής αφυδρογονάσης και της αλκοολικής αφυδρογονάσης (ALDH/ADH), των ισομορφών 3A4 και 1A1 του κυτοχρώματος P450 (CYP), καθώς και της μικροχλωρίδας του γαστρεντερικού, ενώ κανένα μεμονωμένο ενζυμικό σύστημα δεν κυριαρχεί στον συνολικό μεταβολισμό. Έπειτα από χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων, οι AUC των δύο μειζόνων ενεργών μεταβολιτών CC112273 και CC1084037 ξεπερνούσαν την AUC της οζανιμόδης κατά 13 φορές και 2,5 φορές, αντίστοιχα. In vitro μελέτες υπέδειξαν ότι η MAO-B ευθύνεται για τον σχηματισμό του CC112273 (μέσω ενός ενδιάμεσου ελάσσονος ενεργού μεταβολίτη, του RP101075), ενώ το CYP2C8 και οι οξειδοαναγωγάσες συμμετέχουν στον μεταβολισμό του CC112273. Ο CC1084037 σχηματίζεται απευθείας από τον CC112273 και υφίσταται αναστρέψιμο μεταβολισμό στον CC112273. Η αλληλομετατροπή αυτών των 2 ενεργών μεταβολιτών μεσολαβείται από καρβόνυλο-αναγωγάσες (CBR), την αλδο-κετο αναγωγάση (AKR) 1C1/1C2, ή/και την 3β- και την 11β-υδροξυστεροειδική αφυδρογονάση (HSD).
Αποβολή
Η μέση (CV%) φαινόμενη κάθαρση της από του στόματος οζανιμόδης ήταν περίπου 192 l/h (37%). Ο μέσος (CV%) χρόνος ημιζωής της οζανιμόδης στο πλάσμα (t1/2) ήταν περίπου 21 ώρες (15%). Η σταθερή κατάσταση της οζανιμόδης επιτεύχθηκε εντός 7 ημερών, με την εκτιμώμενη αναλογία συσσώρευσης έπειτα από επανειλημμένη από του στόματος χορήγηση 0,92 mg άπαξ ημερησίως να είναι περίπου 2.
Ο βασιζόμενος σε μοντέλο μέσος (CV%) αποτελεσματικός χρόνος ημιζωής (t1/2) του CC112273 ήταν περίπου 11 ημέρες (104%) στους ασθενείς με ΥΠΣ, με μέσο (CV%) χρόνο έως την σταθερή κατάσταση περίπου 45 ημερών (45%) και αναλογία συσσώρευσης περίπου 16 (101%) υποδεικνύοντας τον CC112273 ως επικρατέστερο της οζανιμόδης. Τα επίπεδα του CC112273 και του άμεσου, αλληλομετατρεπόμενου μεταβολίτη του CC1084037 στο πλάσμα μειώθηκαν παράλληλα στην τελική φάση, αποδίδοντας παρόμοιους t1/2 για αμφότερους τους μεταβολίτες. Η επίτευξη σταθερής κατάστασης και η αναλογία συσσώρευσης για τον CC1084037 αναμένονται να είναι παρόμοιες με αυτές του CC112273.
Έπειτα από εφάπαξ από του στόματος δόση 0,92 mg [14C]-οζανιμόδης, περίπου το 26% και το 37% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε από τα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα, αποτελούμενη κατά κύριο λόγο από ανενεργούς μεταβολίτες. Οι συγκεντρώσεις της οζανιμόδης, του CC112273 και του CC1084037 στα ούρα ήταν αμελητέες, υποδεικνύοντας ότι η νεφρική κάθαρση δεν αποτελεί σημαντική οδό απέκκρισης για την οζανιμόδη, τον CC112273 και τον CC1084037.
Φαρμακοκινητική σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε μια ειδική δοκιμή για τη νεφρική δυσλειτουργία, έπειτα από εφάπαξ από του στόματος δόση
0,23 mg της οζανιμόδης, οι εκθέσεις (AUClast) για την οζανιμόδη και τον CC112273 ήταν περίπου 27% υψηλότερες και 23% χαμηλότερες, αντίστοιχα, στους ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (n = 8) συγκριτικά με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (n = 8). Με βάση αυτή τη μελέτη, η νεφρική δυσλειτουργία δεν είχε καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της οζανιμόδης ή του CC112273. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε μελέτες εφάπαξ δόσης και πολλαπλών δόσεων σε ασθενείς με χρόνια ηπατική νόσο, δεν υπήρξε σημαντική επίδραση της ήπιας ή μέτριας χρόνιας ηπατικής δυσλειτουργίας (κατηγορία A ή B κατά Child-Pugh) στη φαρμακοκινητική της οζανιμόδης ή του μείζονος μεταβολίτη CC112273 την Ημέρα 1, την Ημέρα 5 ή την Ημέρα 8 της χορήγησης δόσης. Μετά την κλιμάκωση της δόσης στη δεύτερη δοκιμή, η χορήγηση 0,92 mg οζανιμόδης οδήγησε σε αυξημένη μέση AUC0-last (μετρηθείσα
έως και 64 ημέρες μετά τη δόση) των μη δεσμευμένων CC112273 και CC1084037 σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια χρόνια ηπατική δυσλειτουργία κατά 99,64% έως 129,74% σε σχέση με υγιείς μάρτυρες. Οι ασθενείς με ήπια ή μέτρια χρόνια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία A ή B κατά Child-Pugh) συνιστάται να ολοκληρώσουν το 7ήμερο σχήμα κλιμάκωσης δόσης και κατόπιν να λαμβάνουν
0,92 mg μία φορά κάθε δεύτερη ημέρα (βλ. παράγραφο 4.2).
Η φαρμακοκινητική της οζανιμόδης δεν αξιολογήθηκε σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία. Η χρήση σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh) αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).
Ηλικιωμένοι
Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού έδειξε ότι η έκθεση σταθερής κατάστασης (AUC) του CC112273 στους ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών ήταν περίπου 3 - 4% μεγαλύτερη απ’ ό,τι στους ασθενείς ηλικίας 45 - 65 ετών και 27% μεγαλύτερη απ’ ό,τι στους ενήλικες ασθενείς ηλικίας κάτω των 45 ετών. Δεν υπάρχει σημαντική διαφορά στη φαρμακοκινητική στους ηλικιωμένους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη χορήγηση της οζανιμόδης σε παιδιατρικούς ή έφηβους ασθενείς (ηλικίας < 18 ετών).
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ZEPOSIA 0.23MG/CAP
Περιεχόμενο καψακίων
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Πυρίτιο, κολλοειδές άνυδρο
Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη Μαγνήσιο στεατικό
Κέλυφος καψακίου
Zeposia 0,23 mg και 0,46 mg
Ζελατίνη
Τιτανίου διοξείδιο (E171) Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (Ε172) Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172) Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (Ε172).
Zeposia 0,92 mg
Ζελατίνη
Τιτανίου διοξείδιο (E171) Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (Ε172) Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (Ε172).
Μελάνι εκτύπωσης
Κόμμεα λάκκας (E904) Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172) Προπυλενογλυκόλη (E1520)
Διάλυμα αμμωνίας, πυκνό (E527) Καλίου υδροξείδιο (E525)
Κυψέλες από χλωριούχο πολυβινύλιο (pVC)/ πολυχλωροτριφθοροαιθυλένιο (PCTFE) / φύλλο αλουμινίου.
Συσκευασία έναρξης της θεραπείας: Zeposia 0,23 mg και 0,46 mg
Μέγεθος συσκευασίας των 7 σκληρών καψακίων (4 x 0,23 mg, 3 x 0,46 mg) Συσκευασία συντήρησης: Zeposia 0,92 mg
Μέγεθος συσκευασίας 28 ή 98 σκληρών καψακίων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.