ZILOXICUM CAPS 60MG/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ZILOXICUM 60MG/CAP
Συμπτωματική θεραπεία του άλγους και της φλεγμονής σε:
-
οξεία αρθρίτιδα (περιλαμβανομένης ουρικής αρθρίτιδας)
-
χρόνια αρθρίτιδα, ιδίως σε ρευματοειδή αρθρίτιδα (χρόνια πολυαρθρίτιδα)
-
αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα (Νόσος του Bechterew) και άλλες φλεγμονώδεις ρευματικές παθήσεις της σπονδυλικής στήλης
-
οστεοαρθρίτιδα
-
φλεγμονώδεις ρευματικές παθήσεις μαλακών ιστών
-
επώδυνη φλεγμονή και οίδημα εξαιτίας τραύματος
Δοσολογία με εφάπαξ και ημερήσιες δόσεις:
Οι δόσεις της ασεμετασίνης εξαρτώνται από τη σοβαρότητα της πάθησης.
Ενήλικες:
Η συνιστώμενη δόση κυμαίνεται μεταξύ 60 και 180 mg ανά ημέρα διαιρούμενα σε 1–3 εφάπαξ δόσεις.
| Ηλικία: | Εφάπαξ δόση: | Ημερήσια δόση |
| Ενήλικες | 60 mg Ασεμετασίνης | 60-180 mg Ασεμετασίνης |
Ο γιατρός πρέπει να αποφασίσει σχετικά με τη διάρκεια της θεραπείας.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για τη μικρότερη διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 4.4).
Για τη θεραπεία των ρευματικών παθήσεων ενδέχεται να απαιτηθεί λήψη του Ziloxicum για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Οξεία ουρική αρθρίτιδα:
Για τη θεραπεία της οξείας ουρικής αρθρίτιδας συνιστάται ημερήσια δόση 180 mg έως ότου υποχωρήσουν τα συμπτώματα.
Περιστασιακά, μπορεί να απαιτούνται υψηλότερες δόσεις για τις πρώτες 24 έως 48 ώρες. Η θεραπεία με ημερήσια δόση υψηλότερη από 180 mg πρέπει να πραγματοποιείται μόνο υπό στενή παρακολούθηση από τον θεράποντα γιατρό.
Ηλικιωμένοι:
Οι ηλικιωμένοι διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο από τις σοβαρές επιπτώσεις των ανεπιθύμητων ενεργειών. Εάν η λήψη ενός Μη Στεροειδούς Αντιφλεγμονώδους Φαρμάκου (ΜΣΑΦ) κρίνεται απαραίτητη, πρέπει να χρησιμοποιηθεί η κατώτατη αποτελεσματική δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται τακτικά για γαστρεντερική αιμορραγία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΜΣΑΦ.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Το Ziloxicum δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους καθώς δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα σε αυτή την ομάδα ασθενών.
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση.
Το Ziloxicum πρέπει να καταπίνεται αμάσητο και με επαρκή ποσότητα υγρού. Το Ziloxicum δεν πρέπει να λαμβάνεται με άδειο στομάχι.
Οι ασθενείς με ευαισθησία στομάχου συνιστάται να λαμβάνουν το Ziloxicum κατά τη διάρκεια ενός γεύματος.
-
υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στην ινδομεθακίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
γνωστές αντιδράσεις βρογχόσπασμου, κρίσεων άσθματος, ρινίτιδας, αγγειοοιδήματος ή κνίδωσης ως απόκριση στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή σε άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (ΜΣΑΦ)
-
διαταραχή αιμοποίησης άγνωστης αιτιολογίας
-
ενεργό πεπτικό έλκος/αιμορραγία, ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού έλκους/αιμορραγίας (τουλάχιστον δύο ή περισσότερα διαφορετικά επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας)
-
ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, συσχετιζόμενο με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ
-
αγγειακή εγκεφαλική αιμορραγία ή άλλη ενεργός αιμορραγία
-
σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
-
σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια και σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
Το Ziloxicum επίσης αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για τη μικρότερη διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 4.2, και παρακάτω στους κινδύνους για το γαστρεντερικό και το καρδιαγγειακό).
Ασφάλεια του γαστρεντερικού:
Η χρήση του Ziloxicum σε συνδυασμό με άλλα ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, πρέπει να αποφεύγεται.
Ηλικιωμένοι:
Οι ηλικιωμένοι παρουσιάζουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στα ΜΣΑΦ ειδικότερα γαστρεντερικής αιμορραγίας και διάτρησης που μπορεί να αποβούν θανατηφόρες (βλ. παράγραφο 4.2).
Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση και διάτρηση:
Με όλα τα ΜΣΑΦ έχουν αναφερθεί γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση ή διάτρηση, που μπορεί να αποβούν θανατηφόρες, και μπορεί να συμβούν σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών συμβαμάτων από το γαστρεντερικό.
Ο κίνδυνος για γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση ή διάτρηση είναι υψηλότερος με αυξημένες δόσεις ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ιδιαίτερα εάν υπήρχαν επιπλοκές με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. παράγραφο 4.3), και στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία στην κατώτερη διαθέσιμη δόση. Για αυτούς τους ασθενείς, καθώς επίσης και για ασθενείς στους οποίους απαιτείται ταυτόχρονη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος σε χαμηλή δόση, ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία είναι πιθανό να αυξήσουν το γαστρεντερικό κίνδυνο, πρέπει να εξετάζεται η θεραπεία συνδυασμού με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων) (βλ. παρακάτω και στην παράγραφο 4.5).
Ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαιτέρως οι ηλικιωμένοι, πρέπει να αναφέρουν οποιοδήποτε ασυνήθιστο κοιλιακό σύμπτωμα (ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία), κυρίως στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτοχρόνως φάρμακα, τα οποία ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο για εξέλκωση ή αιμορραγία, όπως τα από στόματος κορτικοστεροειδή, τα αντιπηκτικά όπως η βαρφαρίνη, οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή οι αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. παράγραφο 4.5).
Όταν εμφανίζεται γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν Ziloxicum, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται.
Τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (π.χ. ελκώδη κολίτιδα, νόσο του Crohn) καθώς η κατάστασή τους μπορεί να επιδεινωθεί (βλ. παράγραφο 4.8).
Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις:
Σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή με ήπια έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια απαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση και ενημέρωση καθώς έχουν αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδηλώνουν ότι η χρήση ορισμένων
ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) μπορεί να συσχετίζεται με μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβαμάτων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να αποκλεισθεί ένας τέτοιος κίνδυνος για την ασεμετασίνη.
Ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο, και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με ασεμετασίνη μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση. Παρόμοια εκτίμηση χρειάζεται να γίνεται πριν από την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμα).
Δερματικές επιδράσεις:
Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές από τις οποίες ήταν θανατηφόρες, σε σχέση με τη χρήση των ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για τέτοιες αντιδράσεις στα αρχικά στάδια της θεραπείας, με την έναρξη αυτών να εμφανίζεται στις περισσότερες των περιπτώσεων εντός του πρώτου μήνα της θεραπείας. Το Ziloxicum πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου, ή με κάθε άλλη ένδειξη υπερευαισθησίας.
Νεφρική και Ηπατική Δυσλειτουργία:
Η χορήγηση ενός ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει μία δοσο-εξαρτώμενη μείωση στο σχηματισμό της προσταγλανδίνης και να επισπεύσει τη νεφρική ανεπάρκεια. Οι ασθενείς που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για αυτή την αντίδραση είναι εκείνοι με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, καρδιακή δυσλειτουργία, ηπατική δυσλειτουργία, εκείνοι που λαμβάνουν διουρητικά και οι ηλικιωμένοι. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).
Το Ziloxicum πρέπει να χορηγείται μόνο μετά προσεκτική εκτίμηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου σε ασθενείς
-
με οξεία πορφυρία
-
με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ) ή μικτή νόσο συνδετικού ιστού (βλ. παράγραφο 4.8)
Απαιτείται ιδιαίτερη παρακολούθηση από γιατρό σε ασθενείς
-
με νεφρική δυσλειτουργία
-
με ηπατική δυσλειτουργία
-
αμέσως μετά από μείζονα χειρουργική επέμβαση
-
με αλλεργική ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες ή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια εξαιτίας του μεγαλύτερου κινδύνου εμφάνισης αλλεργικών αντιδράσεων, όπως οξεία κρίση άσθματος (άσθμα που προκαλείται από αναλγητικά), οίδημα του Quincke ή κνίδωση
-
με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε άλλες ουσίες εξαιτίας του μεγαλύτερου κινδύνου εμφάνισης αλλεργικής αντίδρασης στο Ziloxicum
Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, π.χ. αναφυλακτική καταπληξία, είναι πολύ σπάνιες. Το Ziloxicum πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση οποιασδήποτε ένδειξης σοβαρής υπερευαισθησίας. Ανάλογα με τα συμπτώματα, πρέπει να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία από τους επαγγελματίες υγείας.
Το Ziloxicum μπορεί να προκαλέσει παροδική αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων. Επομένως, ασθενείς με διαταραχές στην πήξη του αίματος πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Ασθενείς που λαμβάνουν παρατεταμένη θεραπεία πρέπει να εξετάζονται τακτικά ως προς τις νεφρικές και ηπατικές παραμέτρους και τις αιματολογικές τιμές.
Ιδιαίτερη προσοχή συνιστάται πριν από χειρουργικές επεμβάσεις.
Εξαιτίας της μακροχρόνιας θεραπείας με αναλγητικά μπορεί να εμφανιστεί κεφαλαλγία, η οποία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με υψηλότερες δόσεις της προσβάλλουσας ουσίας.
Γενικά, η συνήθης χρήση αναλγητικών, ειδικότερα ο συνδυασμός διαφορετικών αναλγητικών ουσιών, μπορεί να οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη νεφρική δυσλειτουργία με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας (νεφροπάθεια επαγόμενη από αναλγητικά).
Η ταυτόχρονη λήψη ΜΣΑΦ και οινοπνευματωδών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την ασεμετασίνη, ιδιαίτερα ανεπιθύμητων αντιδράσεων που αφορούν το γαστρεντερικό σωλήνα ή το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Τα ΜΣΑΦ μπορεί να συγκαλύψουν συμπτώματα λοίμωξης και πυρετού.
Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με ινδομεθακίνη, τον κύριο ενεργό μεταβολίτη της ασεμετασίνης, περιστασιακά παρατηρήθηκαν μεταβολές στον αμφιβληστροειδή του οφθαλμού (μελαγχρωστική εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς) και θολερότητα του κερατοειδούς. Μια ένδειξη αυτών των μεταβολών μπορεί να είναι η θαμπή όραση και απαιτεί διεξοδική οφθαλμολογική εξέταση. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ασεμετασίνη ως μακροχρόνια θεραπεία πρέπει να υποβάλλονται τακτικά σε οφθαλμολογικές εξετάσεις, καθώς αυτές οι μεταβολές μπορεί να είναι και ασυμπτωματικές και η θεραπεία πρέπει να διακοπεί εάν αυτές εμφανιστούν.
Για πληροφορίες σχετικά με τη γυναικεία γονιμότητα βλ. παράγραφο 4.6.
Το Ziloxicum περιέχει αζορουμπίνη (Ε122). Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
Το Ziloxicum περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά καψάκιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Όπως συμβαίνει και με τα άλλα ΜΣΑΦ, συνιστάται προσοχή όταν η ασεμετασίνη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τις ακόλουθες δραστικές ουσίες:
Άλλα ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων σαλικυλικών:
Η ταυτόχρονη λήψη ορισμένων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμακευτικών προϊόντων περιλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικής εξέλκωσης και αιμορραγίας εξαιτίας συνεργιστικών επιδράσεων. Επομένως, η ταυτόχρονη χρήση της ασεμετασίνης με άλλα ΜΣΑΦ πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.4).
Διγοξίνη, φαινυτοΐνη ή λίθιο:
Η ταυτόχρονη χρήση του Ziloxicum με διγοξίνη, φαινυτοΐνη ή λίθιο μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα αυτών των ενώσεων στο πλάσμα. Ο έλεγχος των επιπέδων του λιθίου στον ορό είναι απαραίτητος.
Διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των β-υποδοχέων και ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ:
Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν την επίδραση των διουρητικών και των αντιυπερτασικών. Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένοι ασθενείς ή ηλικιωμένοι ασθενείς) η ταυτόχρονη λήψη αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των β-υποδοχέων και ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ με μία δραστική ουσία που αναστέλλει την κυκλοοξυγενάση μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας (συνήθως αναστρέψιμη). Επομένως, αυτός ο συνδυασμός πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, ειδικά στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τη διασφάλιση λήψης επαρκούς ποσότητας υγρών. Μετά την έναρξη της θεραπείας συνδυασμού πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο τακτικού ελέγχου των νεφρικών παραμέτρων.
Η ταυτόχρονη λήψη του Ziloxicum με καλιοσυντηρητικά διουρητικά μπορεί να οδηγήσει σε υπερκαλιαιμία. Επομένως, ο έλεγχος των επιπέδων καλίου στον ορό είναι απαραίτητος.
Γλυκοκορτικοστεροειδή:
Η ταυτόχρονη χρήση γλυκοκορτικοστεροειδών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναστολείς της συσσώρευσης αιμοπεταλίων όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ και εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (ΕΑΕΣ):
Ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων της συσσώρευσης αιμοπεταλίων όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ και ΕΑΕΣ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Μεθοτρεξάτη:
Το Ziloxicum, όταν λαμβάνεται εντός 24 ωρών πριν ή μετά τη χορήγηση μεθοτρεξάτης, μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της μεθοτρεξάτης στο αίμα και επομένως να αυξήσει τις τοξικές επιδράσεις της μεθοτρεξάτης.
Κυκλοσπορίνη:
Ο κίνδυνος νεφροπαθητικών επιδράσεων της κυκλοσπορίνης αυξάνεται με την ταυτόχρονη χορήγηση ορισμένων ΜΣΑΦ. Αυτή η επίδραση δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί για τον συνδυασμό κυκλοσπορίνης και ασεμετασίνης.
Αντιπηκτικά:
Τα ΜΣΑΦ μπορεί να ενισχύσουν τις επιδράσεις των αντιπηκτικών όπως η βαρφαρίνη (βλ. παράγραφο 4.4). Επομένως, σε περίπτωση ταυτόχρονης θεραπείας συνιστάται έλεγχος της κατάστασης πηκτικότητας του αίματος.
Σουλφονυλουρίες:
Κλινικές μελέτες έχουν δείξει αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε ορισμένα ΜΣΑΦ και από στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες (π.χ. σουλφονυλουρίες). Παρόλο που τέτοιες αλληλεπιδράσεις δεν έχουν περιγραφεί για την ασεμετασίνη και τις σουλφονυλουρίες, κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χρήσης συνιστάται έλεγχος της γλυκόζης του αίματος.
Προβενεσίδη ή σουλφινπυραζόνη:
Φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν προβενεσίδη ή σουλφινπυραζόνη μπορεί να καθυστερήσουν την αποβολή της ασεμετασίνης.
Φουροσεμίδη:
Η φουροσεμίδη επιταχύνει την αποβολή της ασεμετασίνης.
Τριαμτερένη:
Το Ziloxicum δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με τριαμτερένη. Μετά από ταυτόχρονη χορήγηση τριαμτερένης κατά τη διάρκεια θεραπείας με ινδομεθακίνη, τον κύριο μεταβολίτη της ασεμετασίνης, παρατηρήθηκαν περιστατικά οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.
Διφλουνιζάλη:
Το Ziloxicum δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με διφλουνιζάλη επειδή αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα ινδομεθακίνης στο πλάσμα, του κύριου μεταβολίτη της ασεμετασίνης, οδηγώντας σε αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Αντιβιοτικά πενικιλίνης:
Η ασεμετασίνη μπορεί να επιβραδύνει την αποβολή των αντιβιοτικών πενικιλίνης.
Η ταυτόχρονη λήψη του Ziloxicum και άλλων κεντρικώς δρώντων φαρμακευτικών προϊόντων ή οινοπνευματωδών απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή (βλ. παράγραφο 4.4).
Κύηση:
Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδίνης μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την κύηση και/ή την ανάπτυξη του εμβρύου/κυήματος. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακών δυσπλασιών και γαστροσχιστίας μετά από χρήση των αναστολέων της σύνθεσης προσταγλανδίνης στα πρώτα στάδια της κύησης. Εικάζεται ότι ο κίνδυνος αυξάνεται με τη χορηγούμενη δόση και με τη διάρκεια της θεραπείας.
Στα ζώα, η χορήγηση αναστολέων της σύνθεσης προσταγλανδίνης έχει αποδειχτεί ότι οδηγεί σε αυξημένη απώλεια πριν και μετά την εμφύτευση και θνησιμότητα του εμβρύου/κυήματος. Επιπλέον, σε ζώα στα οποία χορηγήθηκαν αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδίνης κατά τη διάρκεια της περιόδου οργανογένεσης, έχει αναφερθεί αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαφόρων δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων καρδιαγγειακών ανωμαλιών.
Από την 20η εβδομάδα της κύησης και έπειτα, η χρήση του Ziloxicum μπορεί να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο ως αποτέλεσμα της νεφρικής δυσλειτουργίας του εμβρύου. Αυτό μπορεί να συμβεί λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμο με τη διακοπή της θεραπείας. Επιπλέον, έχουν υπάρξει αναφορές περιστατικών στένωσης του αρτηριακού πόρου μετά από θεραπεία στο δεύτερο τρίμηνο, τα περισσότερα εκ των οποίων υποχώρησαν μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Συνεπώς, η ασεμετασίνη δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια του πρώτου και δευτέρου τριμήνου της κύησης εκτός εάν αυτό κρίνεται απολύτως απαραίτητο. Εάν η ασεμετασίνη χρησιμοποιηθεί από γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει, ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και δευτέρου τριμήνου της κύησης, η δόση πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερη και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατόν βραχύτερη.
Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διεξαγωγής προγεννητικού ελέγχου για ολιγοϋδράμνιο και στένωση του αρτηριακού πόρου μετά από έκθεση στο Ziloxicum για αρκετές ημέρες από την εβδομάδα 20 της κύησης και έπειτα. Το Ziloxicum θα πρέπει να διακοπεί εάν εντοπιστεί ολιγοϋδράμνιο ή στένωση του αρτηριακού πόρου.
Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδίνης:
-
μπορεί να εκθέσουν το έμβρυο σε:
-
καρδιοαναπνευστική τοξικότητα (πρώιμη στένωση/σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση)
-
νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραπάνω)
-
-
μπορεί να εκθέσουν τη μητέρα και το νεογνό, στο τελικό στάδιο της κύησης, σε:
-
πιθανή παράταση του χρόνου ροής, μία αντισυσσωρευτική επίδραση που μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και σε πολύ χαμηλές δόσεις
-
αναστολή των συσπάσεων της μήτρας με αποτέλεσμα καθυστερημένο ή παρατεταμένο τοκετό.
-
Επομένως, η ασεμετασίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.3).
Θηλασμός:
Μικρές ποσότητες ασεμετασίνης και των μεταβολιτών της είναι ανιχνεύσιμες στο μητρικό γάλα. Η θεραπεία με Ziloxicum πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα:
Όπως περιγράφεται για άλλες δραστικές ουσίες που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τη σύνθεση της κυκλοοξυγενάσης/προσταγλανδίνης, η χρήση του Ziloxicum μπορεί να επηρεάσει τη γυναικεία
γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που δυσκολεύονται να συλλάβουν ή υποβάλλονται σε έλεγχο για στειρότητα, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής του Ziloxicum.
ν
Το Ziloxicum μπορεί να έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων καθώς σε υψηλές δόσεις μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα όπως υπνηλία και ζάλη.
Η ταυτόχρονη χρήση με οινοπνευματώδη ενισχύει τις επιδράσεις αυτές.
Οι συχνότητες εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών κατατάσσονται ως εξής: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως
≤1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τη δόση και διαφέρουν μεταξύ των ατόμων.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρούνται πιο συχνά είναι γαστρεντερικής φύσεως. Μπορεί να εμφανιστούν πεπτικά έλκη, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποβούν θανατηφόρα, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 4.4). Μετά τη χορήγηση έχουν αναφερθεί ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, μέλαινα, αιματέμεση, ελκώδης στοματίτιδα, παρόξυνση κολίτιδας και νόσος του Crohn (βλ. παράγραφο 4.4). Λιγότερο συχνά, έχει παρατηρηθεί γαστρίτιδα.
Ο κίνδυνος για γαστρεντετερική αιμορραγία εξαρτάται ιδίως από τη δόση που χορηγείται και τη διάρκεια της θεραπείας.
Σε συνδυασμό με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ έχουν αναφερθεί οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια.
Κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) μπορεί να σχετίζεται με μικρή αύξηση του κινδύνου αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) (βλ. παράγραφο 4.4).
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Πολύ σπάνιες: επιδείνωση λοιμώδους φλεγμονής (π.χ. ανάπτυξη νεκρωτικής περιτονιίτιδας) σε χρονική συσχέτιση με τη συστηματική χορήγηση των ΜΣΑΦ. Η επίδραση αυτή μπορεί να σχετίζεται με τον τρόπο δράσης των ΜΣΑΦ.
Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Ziloxicum εμφανιστούν ή επιδεινωθούν τα σημεία της λοίμωξης, πρέπει να συνιστάται στον ασθενή να επικοινωνήσει αμέσως με ένα γιατρό. Πρέπει να αξιολογηθεί εάν αιτιολογείται η έναρξη αντιμολυσματικής/αντιβιοτικής θεραπείας.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Πολύ σπάνιες: αιμολυτική αναιμία, διαταραχή στην παραγωγή αίματος (αναιμία περιλαμβανομένης απλαστικής αναιμίας, λευκοπενίας, ακοκκιοκυτταραιμίας, θρομβοπενίας). Τα πρώτα συμπτώματα μπορεί να είναι πυρετός, πόνος στο λαιμό, αφθώδη έλκη, συμπτώματα παρόμοια με της γρίπης, μη φυσιολογική κόπωση, επίσταξη, και εκχύμωση.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να διακόπτεται αμέσως, και να αναζητείται ιατρική συμβουλή. Δεν πρέπει να πραγματοποιείται αυτοθεραπεία του ασθενή με αναλγητικά και αντιπυρετικά. Σε περίπτωση μακροχρόνιας θεραπείας, η παρακολούθηση των παραμέτρων του αίματος πρέπει να πραγματοποιείται σε τακτική βάση. Είναι πιθανόν να υπάρξει επίδραση στη
συσσώρευση αιμοπεταλίων και αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Συχνές: αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως δερματικό εξάνθημα και κνησμός. Όχι συχνές: κνίδωση.
Πολύ σπάνιες: σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει οίδημα του προσώπου και των βλεφάρων, διογκωμένη γλώσσα, οίδημα του λάρυγγα με στένωση των αεραγωγών (αγγειονευρωτικό οίδημα), δύσπνοια έως και κρίση άσθματος, ταχυκαρδία, και πτώση της αρτηριακής πίεσης έως και καταπληξία απειλητική για τη ζωή.
Αυτές οι καταστάσεις, που μπορεί να συμβούν ακόμα και μετά την πρώτη χορήγηση, απαιτούν άμεση ιατρική παρέμβαση.
Πολύ σπάνιες: αλλεργική αγγειίτιδα και πνευμονίτιδα.
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Πολύ σπάνιες: υπεργλυκαιμία, γλυκοζουρία.
Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: διέγερση.
Σπάνιες: ευερεθιστότητα.
Πολύ σπάνιες: ψυχολογικές διαταραχές, αποπροσανατολισμός, άγχος, εφιάλτες, τρέμουλο, ψύχωση, ψευδαισθήσεις, κατάθλιψη και παροδική απώλεια των αισθήσεων έως και κώμα.
Μη γνωστές: Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Ziloxicum μπορεί να παρουσιαστεί ενίσχυση των συμπτωμάτων των ψυχιατρικών καταστάσεων.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συχνές: διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως κεφαλαλγία, κόπωση, υπνηλία και ζάλη.
Πολύ σπάνιες: διαταραχή αισθητικότητας, μυική αδυναμία, υπερίδρωση, διαταραχή της γεύσης, διαταραχή μνήμης, αϋπνία, σπασμοί.
Μη γνωστές: Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Ziloxicum μπορεί να υπάρξει πιθανή επιδείνωση των συμπτωμάτων επιληψίας και της νόσου του Parkinson.
Οφθαλμικές διαταραχές
Όχι συχνές: διπλωπία, για την ινδομεθακίνη, τον κύριο μεταβολίτη της ασεμετασίνης, μελαγχρωστική εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς και θολερότητα του κερατοειδούς έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας. Η θαμπή όραση μπορεί να είναι ένα σύμπτωμα αυτών (βλ. παράγραφο 4.4).
Πολύ σπάνιες: οπτικές διαταραχές (όραση με χρωματικές κηλίδες)
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Πολύ σπάνιες: εμβοές και παροδικές ακουστικές διαταραχές.
Καρδιακές διαταραχές
Πολύ σπάνιες: αίσθημα παλμών, θωρακικό άλγος (παρόμοιο με της στηθάγχης), καρδιακή ανεπάρκεια
Αγγειακές διαταραχές Πολύ σπάνιες: υπέρταση.
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Πολύ συχνές: γαστρεντερικά συμπτώματα όπως ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, ήσσονος σημασίας απώλεια αίματος από το γαστρεντερικό (σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει αναιμία).
Συχνές: δυσπεψία, μετεωρισμός, κοιλιακές κράμπες, απώλεια όρεξης, εξέλκωση στομάχου ή εντέρου (σε ορισμένες περιπτώσεις με αιμορραγία και διάτρηση).
Όχι συχνές: αιματέμεση, μέλαινα ή αιμορραγική διάρροια.
Πολύ σπάνιες: στοματίτιδα, γλωσσίτιδα, αλλοιώσεις του οισοφάγου, ενοχλήσεις στην κάτω κοιλιακή χώρα (π.χ. μη ειδική αιμορραγική κολίτιδα, επιδείνωση της νόσου του Crohn ή ελκώδης κολίτιδα),
δυσκοιλιότητα, στένωση του εντέρου παρόμοια με του διαφράγματος, παγκρεατίτιδα.
Σε περίπτωση έντονου κοιλιακού άλγους, μέλαινας ή αιματέμεσης, πρέπει να συστήνεται στον ασθενή να διακόπτει άμεσα τη λήψη του φαρμακευτικού προϊόντος και να αναζητά ιατρική συμβουλή.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Συχνές: αύξηση των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες).
Όχι συχνές: ηπατική βλάβη (τοξική ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο).
Πολύ σπάνιες: κεραυνοβόλος ηπατική ανεπάρκεια, επίσης χωρίς πρόδρομα συμπτώματα.
Επομένως τα ηπατικά ένζυμα πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτική βάση. Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Όχι συχνές: τριχόπτωση.
Πολύ σπάνιες: έκζεμα, ενάνθημα, ερύθημα, φωτοευαισθησία, εκχύμωση και δερματική αιμορραγία (που επίσης προκαλείται από υπερευαισθησία), σοβαρές δερματικές αντιδράσεις όπως πομφολυγώδεις αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένων Συνδρόμου Stevens Johnson, Τοξικής Επιδερμικής Νεκρόλυσης (σύνδρομο Lyell) και αποφολιδωτικής δερματίτιδας.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Όχι συχνές: οίδημα (π.χ. περιφερικό οίδημα), ειδικά σε ασθενείς με υπέρταση ή διαταραγμένη νεφρική λειτουργία.
Πολύ σπάνιες: διαταραχές ούρησης, αύξηση της ουρίας στον ορό, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, πρωτεϊνουρία, αιματουρία ή νεφρική βλάβη (διάμεση νεφρίτιδα, νεφρωσικό σύνδρομο, θηλοειδής νέκρωση). Επομένως η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται τακτικά.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Πολύ σπάνιες: κολπική αιμορραγία.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 213 2040380/337, Φαξ: + 30 210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
α) Συμπτώματα
Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως κεφαλαλγία, ζάλη, υπνηλία, αποπροσανατολισμό, λήθαργο, μειωμένη ουδό σπασμών και απώλεια των αισθήσεων έως και κώμα.
Μπορεί επίσης να εμφανιστούν κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετος, γαστρεντερική αιμορραγία, εφίδρωση, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, υπέρταση, οίδημα του αστραγάλου, ολιγουρία, αιματουρία, αναπνευστική καταστολή καθώς και ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία.
β) Θεραπευτικά μέτρα
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας, συνιστώνται συμπτωματικά μέτρα. Ανάλογα με την κατάσταση του ασθενή, μπορεί να απαιτηθεί παρακολούθηση και αντιμετώπιση σε μονάδα εντατική θεραπείας. Ενδείκνυται η λήψη μέτρων για τη μείωση της απορρόφησης και την αναπλήρωση των ηλεκτρολυτών.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ZILOXICUM 60MG/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιφλεγμονώδη και αντιρευματικά φάρμακα, μη στεροειδή, παράγωγα οξικού οξέος και συγγενείς ενώσεις
κωδικός ATC: Μ01ΑΒ11
Η ασεμετασίνη ανήκει στην ομάδα παραγώγων του ινδολοξικού οξέος. Οι θεραπευτικές της επιδράσεις προκαλούνται κυρίως από τον ενεργό μεταβολίτη της, την ινδομεθακίνη. Η ασεμετασίνη είναι μία μη στεροειδής αντιφλεγμονώδης/αντιρευματική δραστική ουσία. Η δράση της οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδίνης όπως έχει αποδειχτεί σε συνήθη μοντέλα πειραματόζωων για τη φλεγμονή. Στους ανθρώπους, η ασεμετασίνη ελαττώνει το άλγος, το οίδημα και τον πυρετό που προκαλούνται από τη φλεγμονή. Επιπλέον, η ασεμετασίνη αναστέλλει την επαγόμενη από τη διφωσφορική αδενοσίνη (ADP) συσσώρευση αιμοπεταλίων.
Μετά από στόματος χορήγηση της γαστροανθεκτικής φαρμακοτεχνικής μορφής, η ασεμετασίνη απορροφάται ταχέως και πλήρως. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι σχεδόν 100% μετά από πολλαπλή χορήγηση δόσης (τρεις φορές την ημέρα για έως και 10 ημέρες).
Η ασεμετασίνη μεταβολίζεται στον ενεργό μεταβολίτη ινδομεθακίνη.
Οι φαρμακολογικά ανενεργοί μεταβολίτες που ανιχνεύονται είναι: τα O-desmethyl-, desp- chlorbenzoyl- και O-desmethyl-des-p-chlorbenzoyl παράγωγα ασεμετασίνης και ινδομεθακίνης καθώς και τα γλυκουρονικά συζεύγματά τους.
Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα των περίπου 2 mg/l ασεμετασίνης και 1,4 mg/l του ενεργού μεταβολίτη ινδομεθακίνη επιτυγχάνονται μετά από 1-16 ώρες, ανάλογα με τη διάρκεια της γαστρικής διέλευσης, με μέσο όρο μετά από 2-3 ώρες.
Περίπου το 50% της δραστικής ουσίας μεταβολίζεται και απεκκρίνεται στα κόπρανα. Περίπου το 40% απεκκρίνεται μέσω των νεφρών μετά από ηπατικό μεταβολισμό στους φαρμακολογικά ανενεργούς μεταβολίτες (υδροξυλίωση και σύζευξη).
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι ισχυρή.
Η ασεμετασίνη συσσωρεύεται στις φλεγμένουσες περιοχές. Μετά από θεραπεία 6 ημερών, ανιχνεύτηκαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα της δραστικής ουσίας στο αρθρικό υγρό, στην αρθρική μεμβράνη, στους μύες και στα οστά από ότι στο αίμα 6 ώρες μετά την τελευταία χορήγηση.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το 2009 πραγματοποιήθηκε μία συγκριτική μελέτη βιοδιαθεσιμότητας με το Acemetacin forte 60 mg καψάκια σε 28 άτομα. Σε αυτή τη μελέτη ελήφθησαν οι ακόλουθες μέσες τιμές (SD) αποτελεσμάτων σε σύγκριση με ένα Προϊόν Αναφοράς από τέσσερις περιόδους της μελέτης (πανομοιότυπου σχεδιασμού).
| Acemetacin forte 60 mg καψάκια | Προϊόν αναφοράς | |||
| Θεραπεία | A1 | A2 | R1 | R2 |
| AUC0-t (ng /ml.h) | 645,97(208,41) | 653,73(211,74) | 678,02(217,00) | 693,30(219,27) |
| Cmax (ng/ml) | 238,62(117,97) | 257,35(101,19) | 321,45(147,53) | 339,01(222,63) |
| tmax (h) | 4,63(1,70) | 4,52(0,70) | 4,63 (1,32) | 4,70(1,37) |
| t1/2 (h) | 2,80 | 2,79 | 3,54 (6,44) | 3,01 |
| (3,62) | (5,50) | (4,17) |
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ZILOXICUM 60MG/CAP
Περιεχόμενο καψακίου:
Λακτόζη μονοϋδρική Νάτριο λαουρυλοθειικό Τάλκης
Μαγνήσιο στεατικό
Κολλοειδές οξείδιο του πυριτίου, άνυδρο
Κέλυφος καψακίου:
Ζελατίνη
Τιτανίου διοξείδιο (E171) Αζορουμπίνη (Ε122) Κυανό (E131)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)
To Ziloxicum συσκευάζεται σε blister (κυψέλη) (φύλλο PVC/PE/PVDC και φύλλο αλουμινίου). To Ziloxicum διατίθεται σε συσκευασίες των 20, 50 και 100 καψακίων, σκληρών.
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.