ZITHROTEL F.C.TAB 600MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ZITHROTEL 600MG/TAB
Ενδείκνυται μόνο για την προφύλαξη έναντι της λοίμωξης από την ομάδα του Mycobacterium avium-intracellulare (MAC), μίας ευκαιριακής λοίμωξης η οποία συναντάται κυρίως σε HIV ασθενείς που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο, είτε μόνο του είτε σε συνδυασμό με ριφαμπουτίνη.
Η αζιθρομυκίνη 600 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία πρέπει να χορηγείται άπαξ εβδομαδιαίως.
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία αζιθρομυκίνης είναι δυνατόν να λαμβάνονται μαζί ή ανεξάρτητα από την τροφή.
Χρήση σε ενήλικες και εφήβους (>12 ετών)
Για την προφύλαξη έναντι των λοιμώξεων από MAC σε ασθενείς προσβεβλημένους από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), η δόση είναι 1200 mg, άπαξ εβδομαδιαίως.
Παιδιά
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αζιθρομυκίνης στην προφύλαξη της MAC λοίμωξης σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας στους ηλικιωμένους ασθενείς για τους οποίους απαιτείται να λάβουν θεραπεία αζιθρομυκίνης (βλέπε παράγραφο 5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες)
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Δεν συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (GFR 10-80 ml/min). Πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις όταν η αζιθρομυκίνη χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. (GFR <10 ml/min) (βλέπε παραγρ.
4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση και 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες)
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Η αζιθρομυκίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε παραγρ. 4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση)
Η χρήση του προϊόντος αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στην αζιθρομυκίνη, την ερυθρομυκίνη, σε οποιοδήποτε αντιβιοτικό της ομάδας των μακρολιδίων ή των κετολιδίων ή σε οποιαδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Η ταυτόχρονη χορήγηση μακρολιδίων με σιζαπρίδη αντενδείκνυται.
Υπερευαισθησία
Όπως και με την ερυθρομυκίνη και τα άλλα μακρολίδια, έχουν αναφερθεί σπανίως σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, που συμπεριλαμβάνουν το αγγειοοίδημα και την αναφυλαξία (σπανίως θανατηφόρα), Δερματολογικές αντιδράσεις, που συμπεριλαμβάνουν την Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση (AGEP), το Σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), την Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση (TEN) (σπανίως θανατηφόρα) και τη Φαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS). Μερικές από αυτές τις αντιδράσεις που προέκυψαν μετά από χορήγηση αζιθρομυκίνης είχαν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση υποτροπιαζόντων συμπτωμάτων, τα οποία απαιτούσαν μεγαλύτερη περίοδο παρακολούθησης και θεραπείας.
Εάν παρουσιαστεί μία αλλεργική αντίδραση, θα πρέπει να διακοπεί το φάρμακο και να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία. Οι ιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι μπορεί να παρουσιαστεί επανεμφάνιση των αλλεργικών συμπτωμάτων, όταν διακοπεί η συμπτωματική θεραπεία.
Ηπατοτοξικότητα
Επειδή το ήπαρ είναι η κύρια οδός απέκκρισης της αζιθρομυκίνης, πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μη φυσιολογικής ηπατικής λειτουργίας, ηπατίτιδας (περιλαμβανομένης της κεραυνοβόλου ηπατίτιδας), χολοστατικού ίκτερου, ηπατικής νέκρωσης και ηπατικής ανεπάρκειας, μερικές από τις οποίες έχουν οδηγήσει σε θάνατο (βλ. παράγραφο 4.8). Κάποιοι ασθενείς ενδέχεται να είχαν προϋπάρχουσα ηπατική νόσο ή ενδέχεται να είχαν λάβει άλλα ηπατοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα.
Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων και συμπτωμάτων ηπατικής δυσλειτουργίας, όπως ταχεία εξελισσόμενη εξασθένιση σχετιζόμενη με ίκτερο, σκουρόχρωμα ούρα, αιμορραγική τάση ή ηπατική εγκεφαλοπάθεια, θα πρέπει να γίνονται αμέσως εργαστηριακές εξετάσεις της ηπατικής λειτουργίας. Εάν έχει εμφανιστεί ηπατική δυσλειτουργία, η χορήγηση της αζιθρομυκίνης θα πρέπει να διακόπτεται.
Βρεφική υπερτροφική πυλωρική στένωση (IHPS)
Έχει αναφερθεί εμφάνιση βρεφικής υπερτροφικής πυλωρικής στένωσης (IHPS) μετά τη χρήση αζιθρομυκίνης σε νεογνά (θεραπεία έως και τις πρώτες 42 ημέρες ζωής). Οι γονείς και
οι πάροχοι φροντίδας θα πρέπει να ενημερωθούν να επικοινωνούν με τον ιατρό τους, εάν παρατηρηθούν έμετοι ή ευερεθιστότητα κατά τη σίτιση.
Παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας
Σε ασθενείς που λαμβάνουν παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας (Ergot), έχει παρουσιαστεί εργοτισμός, όταν συγχορηγήθηκαν ορισμένα αντιβιοτικά της ομάδας των μακρολιδίων. Δεν υπάρχουν δεδομένα όσον αφορά την πιθανότητα αλληλεπίδρασης μεταξύ των παραγώγων της ερυσιβώδους όλυρας και αζιθρομυκίνης. Εν τούτοις, λόγω της θεωρητικής πιθανότητας εμφάνισης εργοτισμού, δεν πρέπει να συγχορηγείται η αζιθρομυκίνη με παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας.
Επιμόλυνση
Όπως και με οποιοδήποτε άλλο αντιβιοτικό, συνιστάται η παρακολούθηση των ασθενών για την ανάπτυξη σημείων επιμόλυνσης από μη ευαίσθητους μικροοργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των μυκήτων.
Διάρροια οφειλόμενη σε Clostridioides difficile (CDAD)
Έχει αναφερθεί διάρροια που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridioides difficile (CDAD) κατά τη χρήση σχεδόν όλων των αντιμικροβιακών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της αζιθρομυκίνης, η οποία ενδέχεται να ποικίλλει σε βαρύτητα, από ελαφρά διάρροια ως θανατηφόρος κολίτιδα. Η θεραπεία με αντιμικροβιακούς παράγοντες μεταβάλλει τη φυσιολογική εντερική χλωρίδα, γεγονός που οδηγεί σε υπερανάπτυξη του C. difficile.
Το C. difficile παράγει τοξίνες Α και B που συμβάλλουν στην εμφάνιση CDAD. Ορισμένα στελέχη C. difficile παράγουν μεγάλες ποσότητες τοξινών (υπερτοξίνες), γεγονός που αυξάνει τη νοσηρότητα και τη θνητότητα, καθώς αυτές οι λοιμώξεις μπορεί να είναι ανθεκτικές στην αντιμικροβιακή θεραπεία και ενδέχεται να οδηγήσουν σε κολεκτομή. Το ενδεχόμενο CDAD πρέπει να εξετάζεται σε όλους τους ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικών. Επίσης, χρειάζεται να ληφθεί αναλυτικό ιατρικό ιστορικό εφόσον έχει αναφερθεί ότι η CDAD μπορεί να εμφανιστεί ως και 2 μήνες μετά τη χορήγηση αντιμικροβιακών παραγόντων.
Μετά την οριστική διάγνωση της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας, πρέπει να εφαρμοστούν θεραπευτικά μέτρα. Ελαφρές περιπτώσεις ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας συνήθως ανταποκρίνονται στη διακοπή της θεραπείας.
Σε μέτριες ή σοβαρές περιπτώσεις πρέπει να εξετάζεται η ανάγκη χορήγησης υγρών και ηλεκτρολυτών, συμπληρωματικής χορήγησης πρωτεϊνών και θεραπείας με αντιμικροβιακά φάρμακα, που είναι κλινικώς αποτελεσματικά στην κολίτιδα η οποία οφείλεται στο Clostridioides difficile.
Νεφρική Δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR<10 ml/min) έχει παρατηρηθεί αύξηση της συστηματικής έκθεσης στην αζιθρομυκίνη κατά 33% (βλ. παράγραφο 5.2).
Παράταση του διαστήματος QT
Παράταση της καρδιακής επαναπόλωσης και του διαστήματος QT, η οποία ενέχει κίνδυνο ανάπτυξης καρδιακών αρρυθμιών και torsades de pointes (κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου), έχουν παρατηρηθεί σε θεραπεία με μακρολίδια, συμπεριλαμβανομένης της αζιθρομυκίνης (βλ. παράγραφο 4.8). Επομένως, καθώς οι ακόλουθες καταστάσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών (συμπεριλαμβανομένου του torsades de pointes), οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε καρδιακή ανακοπή, η αζιθρομυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με εν εξελίξει προαρρυθμικές καταστάσεις (ιδιαίτερα σε γυναίκες και σε υπερήλικες ασθενείς), όπως σε:
-
Ασθενείς με συγγενή ή τεκμηριωμένη παράταση του διαστήματος QT
-
Ασθενείς οι οποίοι επί του παρόντος λαμβάνουν θεραπεία με άλλες δραστικές ουσίες, οι οποίες είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT, όπως αντιαρρυθμικά Τάξης ΙΑ (κινιδίνη και προκαϊναμίδη) και Τάξης ΙΙΙ (ντοφετιλίδη, αμιωδαρόνη και σοταλολόλη), σιζαπρίδη και τερφεναδίνη, αντιψυχωσικοί παράγοντες (όπως η πιμοζίδη), αντικαταθλιπτικά (όπως η σιταλοπράμη), φθοριοκινολόνες (όπως η μοξιφλοξασίνη και η λεβοφλοξασίνη)
-
Ασθενείς με ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις υποκαλιαιμίας και υπομαγνησιαιμίας
-
Ασθενείς με κλινικά σχετιζόμενη βραδυκαρδία, καρδιακή αρρυθμία ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
Μυασθένεια gravis
Σε ασθενείς, οι οποίοι λάμβαναν θεραπεία με αζιθρομυκίνη, έχουν αναφερθεί εξάρσεις των συμπτωμάτων της μυασθένειας gravis και νέα εμφάνιση συνδρόμου μυασθένειας ( βλέπε παραγρ. 4.8)
Προειδοποιήσεις για τα έκδοχα
Τα δισκία Zithrotel 600 mg περιέχουν λακτόζη.
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Τα Zithrotel 600 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία περιέχουν λιγότερο από
1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο και επομένως χαρακτηρίζονται ως«ελεύθερα νατρίου».
Antacids/Αντιόξινα
Σε φαρμακοκινητική μελέτη στην οποία εξετάσθηκε η επίδραση της ταυτόχρονης χορήγησης αντιόξινων και αζιθρομυκίνης, δεν παρατηρήθηκε επίδραση στην ολική βιοδιαθεσιμότητα του αντιβιοτικού παρότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις του στον ορό του αίματος μειώθηκαν κατά προσέγγιση 25%. Σε ασθενείς που λαμβάνουν παράλληλα αζιθρομυκίνη και αντιόξινα, τα φάρμακα δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα
Cetirizine/Σετιριζίνη
Σε υγιείς εθελοντές η συγχορήγηση πενθήμερου θεραπευτικού σχήματος που περιελάμβανε αζιθρομυκίνη και σετιριζίνη 20mg στη σταθεροποιημένη κατάσταση δεν είχε ως αποτέλεσμα κάποια φαραμκευτική αλληλεπίδραση ή σημαντική αλλαγή στο διάστημα QT.
Didanosine (Dideoxyinosine) / Διδανοσίνη
Η συγχορήγηση 1200mg αζιθρομυκίνης ημερησίως με 400mg διδανοσίνης ημερησίως σε 6 ασθενείς θετικούς στον HIV δεν φάνηκε να επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της διδανοσίνης στη σταθεροποιημένη κατάσταση σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Digoxin/Διγοξίνη (υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης):
Ταυτόχρονη χορήγηση αντιβιοτικών της ομάδας των μακρολιδίων, συμπεριλαμβανομένης της αζιθρομυκίνης, με υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης, όπως η διγοξίνη, έχει αναφερθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα του υποστρώματος της P-γλυκοπρωτεΐνης στον ορό του αίματος. Επομένως, εάν η αζιθρομυκίνη και τα υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης, όπως η διγοξίνη, χορηγούνται ταυτόχρονα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα αύξησης των επιπέδων της διγοξίνης στον ορό του αίματος. Είναι απαραίτητη η κλινική παρακολούθηση, και πιθανώς η παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης στον ορό του αίματος, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αζιθρομυκίνη και μετά τη διακοπή της.
Zidovudine/Ζιδοβουδίνη
Άπαξ δόσεις 1000 mg και πολλαπλές δόσεις 1200 mg ή 600 mg αζιθρομυκίνης είχαν μικρή επίδραση στη φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα ή στην αποβολή αυτής ή του γλυκουρονικού μεταβολίτη της από τα ούρα. Ωστόσο, η χορήγηση αζιθρομυκίνης αύξησε τις συγκεντρώσεις της φωσφορυλιωμένης ζιδοβουδίνης, του κλινικά δραστικού μεταβολίτη της, στα περιφερικά μονοπύρηνα. Η κλινική σημασία του ευρήματος αυτού δεν είναι σαφής, μπορεί όμως να αποδειχθεί ωφέλιμη για τους ασθενείς.
Η αζιθρομυκίνη δεν αλληλεπιδρά σημαντικά με το σύστημα του ηπατικού κυτοχρώματος Ρ450. Πιστεύεται ότι η αζιθρομυκίνη δεν υφίσταται φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις αντίστοιχες με εκείνες της ερυθρομυκίνης ή άλλων μακρολιδίων. Η επαγωγή ή η αδρανοποίηση του ηπατικού κυροχρώματος Ρ450 μέσω του συμπλέγματος κυτοχρώματος – μεταβολίτη δεν συμβαίνει με την αζιθρομυκίνη.
Ergot/Αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυρας
Λόγω της θεωρητικής πιθανότητας εμφάνισης εργοτισμού δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση αζιθρομυκίνης με παράγωγα ερυσιβώδους όλυρας (βλ. παράγραφο 4.4).
Υδροξυχλωροκίνη: Η αζιθρομυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT με δυνατότητα πρόκλησης καρδιακής αρρυθμίας.
Φαρμακοκινητικές μελέτες έχουν διεξαχθεί ανάμεσα στην αζιθρομυκίνη και τα ακόλουθα φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι υφίστανται σημαντικό μεταβολισμό μέσω του κυτοχρώματος Ρ450.
Atorvastatin/Ατορβαστατίνη
Η συγχορήγηση 10mg ατορβαστατίνης ημερησίως και 500 mg αζιθρομυκίνης ημερησίως δεν τροποποίησε τις συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης στο πλάσμα (με βάση μέθοδο προσδιορισμού αναστολής της ΗMG CoA- αναγωγάσης). Ωστόσο, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, έχουν αναφερθεί περιστατικά ραβδομυόλυσης σε ασθενείς που ελάμβαναν αζιθρομυκίνη μαζί με στατίνες.
Carbamazepine/Καρβαμαζεπίνη
Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική επίδραση στα επίπεδα της καρβαμαζεπίνης ή του δραστικού μεταβολίτη της στο πλάσμα σε ασθενείς που ελάμβαναν ταυτόχρονα αζιθρομυκίνη.
Cimetidine/Σιμετιδίνη
Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη στην οποία εξετάσθηκε η επίδραση επί της φαρμακοκινητικής της αζιθρομυκίνης μιας εφάπαξ δόσης σιμετιδίνης, που χορηγήθηκε 2 ώρες πριν από την αζιθρομυκίνη, δεν παρατηρήθηκε μεταβολή της φαρμακοκινητικής της αζιθρομυκίνης.
Coumarin-Type Oral Anticoaqulants/Από του στόματος Κουμαρινικά Αντιπηκτικά
Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη αλληλεπίδρασης, η αζιθρομυκίνη δεν μετέβαλλε αντιπηκτικό αποτέλεσμα μιας εφάπαξ δόσης 15 mg βαρφαρίνης (warfarin), η οποία χορηγήθηκε σε υγιείς εθελοντές. Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά υπήρξαν αναφορές ενίσχυσης του αντιπηκτικού αποτελέσματος μετά από συγχορήγηση αζιθρομυκίνης με από του στόματος κουμαρινικά αντιπηκτικά. Παρόλο που δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση με την αζιθρομυκίνη, πρέπει να δίνεται προσοχή στη συχνότητα παρακολούθησης του χρόνου προθρομβίνης όταν η αζιθρομυκίνη χρησιμοποιείται σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος κουμαρινικά αντιπηκτικά.
Cyclosporin/ Κυκλοσπορίνη
Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη σε υγιείς εθελοντές στους οποίους χορηγήθηκε ημερήσια από τους στόματος δόση αζιθρομυκίνης 500 mg για 3 ημέρες και ακολούθως εφάπαξ δόση κυκλοσπορίνης 10 mg/kg οι απορρέουσες Cmax και AUC0-5 της κυκλοσπορίνης βρέθηκαν να είναι σημαντικά αυξημένες. Συνεπώς, πρέπει να εξετάζεται με προσοχή η ταυτόχρονη χορήγηση των φαρμάκων αυτών. Εάν είναι απαραίτητη η ταυτόχρονη χορήγησή τους, πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης και να προσαρμόζεται ανάλογα η δοσολογία.
Efavirenz/Εφαβιρένζη
Συγχορήγηση εφάπαξ ημερήσιας δόσης 600 mg αζιθρομυκίνης και 400 mg εφαβιρένζης ημερησίως για 7 ημέρες δεν έδειξε καμία κλινικώς σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση. Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης της αζιθρομυκίνης όταν συγχορηγείται με εφαβιρένζη.
Fluconazole/Φλουκοναζόλη
Η συγχορήγηση μίας άπαξ δόσης αζιθρομυκίνης 1200 mg δεν μετέβαλε την φαρμακοκινητική μίας άπαξ δόσης φλουκοναζόλης 800 mg. Η συνολική έκθεση και ο χρόνος ημιζωής της αζιθρομυκίνης, δεν μεταβλήθηκαν από τη συγχορήγηση φλουκοναζόλης, ωστόσο παρατηρήθηκε μία μείωση στη Cmax (18%), η οποία δεν ήταν κλινικά σημαντική.
Indinavir/Ινδιναβίρη
H συγχορήγηση μίας άπαξ δόσης 1200 mg αζιθρομυκίνης δεν είχε στατιστικά σημαντική επίδραση στην φαρμακοκινητική 800 mg ινδιναβίρης, χορηγούμενης τρεiς φορές την ημέρα για 5 ημέρες.
Methylprednisolone/ Μεθυλπρεδνιζολόνη
Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές, η αζιθρομυκίνη δεν προκάλεσε κάποια σημαντική μεταβολή στην φαρμακοκινητική της μεθυλπρεδνιζολόνης.
Midazolam/Μιδαζολάμη
Η συγχορήγηση 500 mg αζιθρομυκίνης ημερησίως για 3 ημέρες σε υγιείς εθελοντές δεν είχε ως αποτέλεσμα κάποια κλινικά σημαντική αλλαγή στη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική μιας εφάπαξ δόσης 15 mg μιδαζολάμης.
Nelfinavir/Νελφιναβίρη
Συγχορήγηση 1200 mg αζιθρομυκίνης και νελφιναβίρης σε σταθεροποιημένη κατάσταση (750 mg τρεις φορές την ημέρα) είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των συγκεντρώσεων της αζιθρομυκίνης. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικώς σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες και η προσαρμογή της δόσης δεν είναι απαραίτητη.
Rifabutin/Ριφαμπουτίνη
Η συγχορήγηση αζιθρομυκίνης με ριφαμπουτίνη δεν επηρέασε τις συγκεντρώσεις των εν λόγω φαρμάκων στον ορό του αίματος.
Έχει παρατηρηθεί ουδετεροπενία σε ασθενείς υπο συγχορηγούμενη θεραπεία αζιθρομυκίνης και ριφαμπουτίνης. Αν και η ουδετεροπενία έχει συσχετιστεί με τη χρήση της ριφαμπουτίνης, δεν έχει τεκμηριωθείαιτιολογική συσχέτιση για τον συνδυασμό της με την αζιθρομυκίνη (βλ. παράγραφο 4.8).
Sildenafil/Σιλντεναφίλη
Σε υγιείς άρρενες εθελοντές δεν υπήρχαν ενδείξεις επίδρασης της αζιθρομυκίνης (500 mg ημερησίως για 3 ημέρες) στην AUC και τη Cmax της σιλντεναφίλης ή του κύριου μεταβολίτη της.
Terfenadine/Τερφεναδίνη
Φαρμακοκινητικές μελέτες δεν έδειξαν στοιχεία κάποιας αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην αζιθρομυκίνη και στην τερφεναδίνη. Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά όπου η πιθανότητα αντίστοιχης αλληλεπίδρασης δεν ήταν δυνατό να αποκλεισθεί εντελώς. Παρόλα αυτά, δεν υπήρξε συγκεκριμένη ένδειξη ότι συνέβη τέτοια αλληλεπίδραση.
Theophylline/Θεοφυλλίνη
Δεν υπάρχουν ενδείξεις κλινικά σημαντικής φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης όταν η αζιθρομυκίνη και η θεοφυλλίνη χορηγούνται ταυτόχρονα σε υγιείς εθελοντές. Εν τούτοις, η συγχορήγηση θεοφυλλίνης και μακρολιδίων έχει συσχετιστεί με αυξημένα επίπεδα θεοφυλλίνης στον ορό. Ως εκ τούτου, συνιστάται η μέτρηση των επιπέδων θεοφυλλίνης επί συγχορήγησης αζιθρομυκίνης.
Triazolam/Τριαζολάμη
Σε 14 υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση 500mg αζιθρομυκίνης την 1η ημέρα και 250mg τη 2η ημέρα με 0,125mg τριαζολάμης τη δεύτερη ημέρα δεν είχε σημαντική επίδραση σε κάποια φαρμακοκινητική μεταβλητή της τριαζολάμης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Trimethoprim-Sulfamethoxazole/Τριμεθοπρίμη-Σουλφαμεθοξαζόλη
Συγχορήγηση του σταθερού συνδυασμού τριμεθοπρίμης/σουλφαμεθοξαζόλης (160 mg/800 mg) επί 7 ημέρες μαζί με 1200 mg αζιθρομυκίνης την 7η ημέρα, δεν είχε σημαντικές επιδράσεις στις μέγιστες συγκεντρώσεις, στη συνολική ποσότητα του φαρμάκου που φθάνει στην κυκλοφορία ή στην απέκκριση από τα ούρα είτε της τριμεθοπρίμης είτε της σουλφαμεθοξαζόλης. Οι συγκεντρώσεις της αζιθρομυκίνης στον ορό ήταν παρόμοιες με αυτές που έχουν παρατηρηθεί σε άλλες μελέτες.
Cisapride /Σιζαπρίδη
Η σιζαπρίδη μεταβολίζεται στο ήπαρ από το ένζυμο CYP3A4. Επειδή τα μακρολίδια αναστέλλουν το ένζυμο αυτό, η σύγχρονη χορήγηση της σιζαπρίδης με τις ουσίες αυτές μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών του καρδιακού ρυθμού (παράταση του διαστήματος QT, κοιλιακές αρρυθμίες, TORSADE DE POINTES). Δια τούτο να μη συγχορηγείται η σιζαπρίδη με τα φάρμακα αυτά.
Εγκυμοσύνη
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της αζιθρομυκίνης σε έγκυες γυναίκες. Σε μελέτες τοξικότητας κατά την αναπαραγωγή σε πειραματόζωα, αποδείχθηκε ότι η αζιθρομυκίνη διαπερνά τον πλακούντα, αλλά δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις τερατογένεσης. Η ασφάλεια της αζιθρομυκίνης δεν έχει επιβεβαιωθεί με βάση τη χρήση της κατά την κύηση. Επομένως, η αζιθρομυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνο εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
Θηλασμός
Περιορισμένες πληροφορίες που είναι διαθέσιμες από τη δημοσιευμένη βιβλιογραφία υποδεικνύουν ότι η αζιθρομυκίνη είναι παρούσα στο ανθρώπινο γάλα σε μια εκτιμώμενη μέγιστη μέση ημερήσια δόση των 0,1 έως 0,7 mg/kg/ημέρα. Δεν παρατηρήθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες της αζιθρομυκίνης στα θηλάζοντα βρέφη.
Πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα γίνει διακοπή/αποχή από τη θεραπεία με αζιθρομυκίνη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Σε μελέτες γονιμότητας, οι οποίες έχουν διεξαχθεί σε αρουραίους, σημειώθηκαν μειωμένα ποσοστά κύησης μετά τη χορήγηση αζιθρομυκίνης. Δεν είναι γνωστή η σχέση αυτού του ευρήματος με τους ανθρώπους.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις που αν υποδεικνύουν ότι η αζιθρομυκίνη μπορεί να έχει επίδραση στην ικανότητα του ασθενούς για οδήγηση ή χειρισμό μηχανημάτων
Ο παρακάτω πίνακας περιέχει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίστηκαν μέσω της εμπειρίας από κλινικές μελέτες και της παρακολούθησης του φαρμάκου μετά την κυκλοφορία του στην αγορά, κατά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίστηκαν μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά αποδίδονται με πλάγια γράμματα. Η κατηγορία συχνότητας εμφάνισης ορίζεται σύμφωνα με την παρακάτω συνθήκη : Πολύ συχνές (≥ 1/100, <1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1000, <1/100), Σπάνιες (≥ 1/10000, 1/10000), Πολύ σπάνιες (<1/10000), και Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Ανεπιθύμητες ενέργειες ενδεχομένως ή πιθανώς σχετιζόμενες με την αζιθρομυκίνη με βάση την εμπειρία από κλινικές μελέτες και την παρακολούθηση του φαρμάκου μετά την κυκλοφορία του στην αγορά
| Κατηγορία Συστήματος | Οργανικού | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα | |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Καντιντίαση, Λοίμωξη του κόλπου, Πνευμονία, ΜυκητιασικήΛοίμωξη, Βακτηριακή Λοίμωξη, Φαρυγγίτιδα, Γαστρεντερίτιδα Διαταραχή αναπνευστικού, Καντιντίαση του στόματος | Όχι συχνές | ||
| Ψευδομεμβρώδης παράγραφο 4.4) | κολίτιδα | (βλ. | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λευκοπενία, ουδετεροπενία,Ηωσινοφιλία | Όχι συχνές | ||
| Θρομβοπενία, αιμολυτική αναιμία | Μη γνωστές | |||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αγγειοοίδημα, υπερευαισθησία | Όχι συχνές | ||
| Αναφυλακτική αντίδραση (βλ. παράγραφο 4.4) | Μη γνωστές | |||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Ανορεξία | Συχνές | ||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Νευρικότητα, Αϋπνία | Όχι συχνές | ||
| Διέγερση | Σπάνιες | |||
| Επιθετικότητα, άγχος, Παραλήρημα, Ψευδαίσθηση | Μη γνωστές | |||
| Διαταραχές συστήματος | του | νευρικού | Κεφαλαλγία | Συχνές |
| Ζάλη, υπνηλία, , Δυσγευσία, Παραισθησία | Όχι συχνές | |||
| Λιποθυμικό επεισόδιο, σπασμοί, | ||||
| Υπαισθησία, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, ανοσμία, αγευσία, παροσμία, Μυασθένεια gravis (βλ. παράγραφο 4.4) | Μη γνωστές | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπτική διαταραχή | Συχνές |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | ||
| Διαταραχή του ωτός, Ίλιγγος | Όχι συχνές | |
| Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας, περιλαμβανομένης της κώφωσης και/ήτων εμβοών | Μη γνωστές | |
| Καρδιακές διαταραχές | Αίσθημα παλμών | Όχι συχνές |
| Torsades de pointes (Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου) (βλ. παράγραφο 4.4), αρρυθμία (βλ. παράγραφο 4.4) περιλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας, Ηλεκτροκαρδιογράφημα, διάστημα QTπαρατεταμένο (βλ. παράγραφο 4.4) | Μη γνωστές | |
| Αγγειακές διαταραχές | Έξαψη | Όχι συχνές |
| Υπόταση | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του Αναπνευστικού Συστήματος, του Θώρακα και του Μεσοθωρακίου | Δύσπνοια, Επίσταξη | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια | Πολύ συχνές |
| Έμετος, Κοιλιακό άλγος, Ναυτία | Συχνές | |
| Δυσκοιλιότητα,Μετεωρισμός, Δυσπεψία, Γαστρίτιδα, Δυσφαγία, Διάταση της κοιλίας, Ξηροστομία, Ερυγή, Εξέλκωση του στόματος, Υπερέκκριση σιέλου | Όχι συχνές | |
| Παγκρεατίτιδα, δυσχρωματισμός της γλώσσας | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | ||
| Ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική, Ίκτερος χολοστατικός | Σπάνιες | |
| Ηπατική ανεπάρκεια (η οποία σπανίως κατέληξε σε θάνατο) (βλ. παράγραφο4.4) , ηπατίτιδα κεραυνοβόλος, ηπατική νέκρωση | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού | Εξάνθημα Κνησμός Κνίδωση Δερματίτιδα Ξηροδερμία Υπεριδρωσία, | Όχι συχνές |
| Αντίδραση από φωτοευαισθησίαΟξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση (AGEP)*§Φαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα(DRESS)*§ | Σπάνιες | |
| Σύνδρομο Stevens-Johnson, | Μη γνωστές |
| Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Οστεοαρθρίτιδα, Μυαλγία, Οσφυαλγία, Αυχεναλγία | Όχι συχνές |
| Αρθραλγία | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Δυσουρία, Άλγος νεφρού | Όχι συχνές |
| Νεφρική ανεπάρκεια οξεία, νεφρίτιδα διάμεση | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του Αναπαραγωγικού Συστήματος και του Μαστού | Μητρορραγία, Διαταραχή όρχεων | Όχι συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | ||
| Οίδημα, Εξασθένιση, Αίσθημα κακουχίας, ΚόπωσηΟίδημα προσώπου, Θωρακικό άλγος, Πυρεξία, Άλγος,Περιφερικό οίδημα | Όχι συχνές | |
| Εργαστηριακές παράμετροι | Αριθμός λεμφοκυττάρων μειωμένος, αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος, διττανθρακικά αίματος μειωμένα, Βασεόφιλα λευκοκύτταρα αυξημένα, Μονοκύτταρα αυξημένα, Ουδετερόφιλααυξημένα | Συχνές |
| Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, αμινοτρανφεράση της αλανίνης αυξημένη, χολερυθρίνη αίματος αυξημένη, ουρία αίματος αυξημένη, κρεατινίνη αίματος αυξημένη, κάλιο αίματος μη φυσιολογικό, Αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη, Χλωριούχα αυξημένα, Γλυκόζη αυξημένη, Αιμοπετάλια αυξημένα, Αιματοκρίτης μειωμένος ,Διττανθρακικά αυξημένα,Νάτριο μη φυσιολογικό | Όχι συχνές | |
| Κακώσεις και δηλητηριάσεις | Επιπλοκή μετά από θεραπευτικό χειρισμό | Όχι συχνές |
*ΑΕ που διαπιστώθηκε από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία
§Η κατηγορία συχνότητας της ΑΕ αντιπροσωπεύεται από το εκτιμώμενο ανώτερο όριο του 95% του διαστήματος εμπιστοσύνης που υπολογίζεται με τη χρήση του «Κανόνα των 3».
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Συμπτώματα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν μετά τη λήψη δόσεων του φαρμάκου μεγαλύτερων των συνιστώμενων, ήταν παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν μετά τη λήψη των συνήθων δόσεων.
Χειρισμός
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας απαιτείται η εφαρμογή γενικών συμπτωματικών και υποστηρικτικών μέτρων θεραπείας, ανάλογα με την περίπτωση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ZITHROTEL 600MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμικροβιακά, Μακρολίδια, Κωδικός ATC: J01FA10
Μηχανισμός δράσης
Η αζιθρομυκίνη είναι το πρώτο αντιβιοτικό μίας υποομάδας των μακρολιδίων, γνωστής ως αζαλίδες, και η οποία είναι χημικά διαφορετική από την ερυθρομυκίνη.
Χημικώς λαμβάνεται από την προσθήκη ενός ατόμου αζώτου στο λακτονικό δακτύλιο της erythromycin A. Η χημική ονομασία της αζιθρομυκίνης είναι 9-deoxy- 9a-aza-9a-methyl-9a- homoerythromycin A. Το μοριακό της βάρος είναι 749,0. Ο μηχανισμός δράσης της αζιθρομυκίνης συνίσταται στην αναστολή της πρωτεινοσύνθεσης των βακτηρίων μέσω σύνδεσής της με τη ριβοσωμιακή υπομονάδα 50ς και παρεμπόδισης της μετατόπισης των πεπτιδίων χωρίς να επηρεάζει τη σύνθεση των πολυνουκλεοτιδίων. Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο (placebo) μελέτη, οι ασθενείς που ελάμβαναν αζιθρομυκίνη είχαν λιγότερες από τις μισές πιθανότητες να εμφανίσουν MAC βακτηριαιμία, σε σχέση με τους ασθενείς που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο (placebo). Η ετήσια αθροιστική συχνότητα εμφάνισης διάσπαρτης MAC νόσου ήταν 8,24% για τους ασθενείς υπό αζιθρομυκίνη και 20,22% στην ομάδα placebo. Σε μία συγκριτική μελέτη, ο κίνδυνος ανάπτυξης MAC βακτηριαιμίας στους ασθενείς που ελάμβαναν αζιθρομυκίνη ήταν μικρότερος από αυτόν που παρατηρήθηκε στους ασθενείς που ελάμβαναν ριφαμπουτίνη. Ο κίνδυνος των ασθενών που ελάμβαναν στο συνδυασμό αζιθρομυκίνης και ριφαμπουτίνης να αναπτύξουν MAC βακτηριαιμία ήταν περίπου ίσος με το ένα τρίτο του αντίστοιχου κινδύνου των ασθενών που ελάμβαναν κάθε φάρμακο ξεχωριστά. Η ετήσια αθροιστική συχνότητα εμφάνισης διάσπαρτης MAC νόσου ήταν 7,62% για τους ασθενείς υπό αζιθρομυκίνη, 15,25% στην ομάδα της ριφαμπουτίνης και 2,75% στους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε συνδυασμός των ανωτέρω παραγόντων. Ωστόσο, οι ασθενείς που ελάμβαναν το συνδυασμό των φαρμάκων είχαν περισσότερες πιθανότητες να διακόψουν τη θεραπεία εξαιτίας πτωχής ανοχής. Σε μελέτες προφύλαξης έναντι της λοίμωξης MAC, η συχνότητα άλλων βακτηριακών λοιμώξεων ήταν επίσης ελαττωμένη με την αζιθρομυκίνη. Η αζιθρομυκίνη παρουσιάζει δραστικότητα in vitro εναντίον μεγάλης ποικιλίας μικροοργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των ακολούθων:
Ευκαιριακά παθογόνα σχετιζόμενα με HIV λοιμώξεις: Mycobacterium avium – intracellulare complex, Pneumonocystis jiroveci και Toxoplasma gondii.
Απορρόφηση
Μετά τη χορήγηση από το στόμα στον άνθρωπο, η αζιθρομυκίνη κατανέμεται ευρέως στο σώμα και η βιοδιαθεσιμότητά της είναι περίπου 37%. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της βιοδιαθεσιμότητας όταν τα δισκία αζιθρομυκίνης χορηγήθηκαν με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος. Ο απαιτούμενος χρόνος για την επίτευξη κορυφαίων πυκνοτήτων στο πλάσμα είναι 2-3 ώρες.
Κατανομή
Μελέτες σε πειραματόζωα απέδειξαν την ύπαρξη υψηλών πυκνοτήτων αζιθρομυκίνης στα φαγοκύτταρα. Σε πειραματικά μοντέλα, υψηλότερες πυκνότητες αζιθρομυκίνης ελευθερώνονται κατά τη διάρκεια της ενεργού φαγοκύτωσης σε σχέση με μη διεγερθέντα φαγοκύτταρα. Στα μοντέλα πειραματόζωων αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προκύπτουν υψηλές πυκνότητες αζιθρομυκίνης στο σημείο της λοίμωξης.
Φαρμακοκινητικές μελέτες απέδειξαν την ύπαρξη σημαντικά υψηλότερων πυκνοτήτων της αζιθρομυκίνης στους ιστούς σε σχέση με το πλάσμα (μέχρι 50 φορές μεγαλύτερες της μέγιστης παρατηρηθείσης πυκνότητας του φαρμάκου στο πλάσμα) γεγονός που υποδεικνύει ότι το φάρμακο δεσμεύεται σε μεγάλο ποσοστό από τους ιστούς. Οι πυκνότητες του φαρμάκου στους ιστούς όπως είναι οι πνεύμονες, οι αμυγδαλές και ο προστάτης υπερβαίνουν τις MIC90 για τα πιθανά παθογόνα μετά τη χορήγηση μιας απλής δόσης του φαρμάκου 500mg.
Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις που παρατηρήθηκαν στα περιφερικά λευκοκύτταρα, την εστία της MAC λοίμωξης, ήταν 140mg/ml και παρέμειναν μεγαλύτερες των 32mg/ml επί 60 περίπου ώρες μετά από τη χορήγηση μίας απλής, από του στόματος δόσης ίσης με 1200mg.
Αποβολή
Ο τελικός χρόνος ημιζωής της αποβολής του φαρμάκου από το πλάσμα εκφράζει με ακρίβεια την ημιπερίοδο αποβολής, αυτού από τους ιστούς, που είναι 2-4 ημέρες. Περίπου 12% της δόσης που χορηγείται ενδοφλεβίως απεκκρίνεται στα ούρα σαν αμετάβλητο φάρμακο σε διάστημα 3 ημερών, το δε μεγαλύτερο ποσοστό αυτού απεκκρίνεται τις πρώτες 24 ώρες. Η απέκκριση της αζιθρομυκίνης από την χολή αποτελεί την κύρια οδό απομάκρυνσης για το αμετάβλητο φάρμακο μετά την από του στόματος χορήγηση. Πολύ υψηλές συγκεντρώσεις του αμετάβλητου φαρμάκου ανευρίσκονται στη χολή, μαζί με10 μεταβολ΄λιτες που σχηματίζονται με Ν-και Ο-απομεθυλίωση, με υδροξυλίωση του δακτυλίου της δεσοζαμίνης και των αγλυκονικών δακτυλίων και με διάσπαση του συμπλόκου της κλαδινόζης. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων της υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης (HPLC) και του μικροβιολογικού προσδιορισμού στους ιστούς, υποδεικνύει ότι οι μεταβολίτες δεν παίζουν κανένα ρόλο στην αντιμικροβιακή δραστηριότητα της αζιθρομυκίνης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών Ηλικιωμένοι
Σε ηλικιωμένους εθελοντές (ηλικίας > 65 ετών) παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση των τιμών AUC μετά θεραπεία 5 ημερών σε σχέση με νέους εθελοντές (ηλικίας <40 ετών), αλλά η αύξηση αυτή δεν θεωρείται κλινικά σημαντική και ως εκ τούτου δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του φαρμάκου.
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Η φαρμακοκινητική της αζιθρομυκίνης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (GFR 10-80 ml/min), δεν επηρεάστηκε μετά από εφάπαξ δόση 1,0γ αζιθρομυκίνης άμεσης αποδέσμευσης συγκριτικά με ασθενείς που έχουν φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Στατιστικά σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν στην AUC0-120 (8,8mg x hr/ml έναντι 11,7mg x hr/ml), Cmax (1,0 mg/ml έναντι 1,6mg/ml) και CLr (2,3ml/min/kg έναντι 0,2ml/min/kg) μεταξύ της ομάδας ατόμων με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR < 10ml/min) και της ομάδας ατόμων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με ήπια (κατηγορία Α) έως μέτρια (κατηγορία Β) ηπατική βλάβη, δεν υπάρχουν ενδείξεις σημαντικής μεταβολής της φαρμακοκινητικής της αζιθρομυκίνης στον ορό σε σχέση με εκείνους που παρουσιάζουν φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Στους ασθενείς αυτούς η νεφρική κάθαρση της αζιθρομυκίνης εμφανίζεται αυξημένη, πιθανώς για να εξισορροπήσει τη μειωμένη ηπατική κάθαρση.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ZITHROTEL 600MG/TAB
Προζελατινοποιημένο άμυλο αραβοσίτου, όξινο φωσφορικό ασβέστιο, κροσποβιδόνη,
μαγνήσιο στεατικό, νάτριο λαουρυλοθειικό.
Η επικάλυψη περιέχει:
λακτόζη μονουδρική, υπρομελλόζη, τριακετίνη και
τιτανίου διοξείδιο (Ε171).
Φυλάσσεται σε θερμοκρασία ≤25°C.
Φύση και συστατικά
Επικαλυμμένα με υμένιο δισκία που περιέχονται σε blister PVC/αλουμινίου. Συσκευασία:8 δισκία (1 blister x 8).