DULOXETINE/LICONSA GR.CAP 90MG/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - DULOXETINE/LICONSA 90MG/CAP
Θεραπεία της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής. Θεραπεία της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής.
Η ντουλοξετίνη ενδείκνυται σε ενήλικες.
Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. παράγραφο 5.1.
Δοσολογία
Μείζων καταθλιπτική διαταραχή
Η δόση έναρξης και η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 60 mg άπαξ ημερησίως με ή χωρίς τροφή. Δοσολογίες άνω των 60 mg άπαξ ημερησίως έως την μέγιστη δόση των 120 mg ανά ημέρα έχουν αξιολογηθεί ως προς την ασφάλεια σε κλινικές δοκιμές. Εντούτοις, δεν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις που να υποδηλώνουν ότι οι ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στην αρχική συνιστώμενη δόση μπορεί να ωφεληθούν από τις αυξήσεις της δόσης.
Η θεραπευτική ανταπόκριση παρατηρείται συνήθως μετά από 2-4 εβδομάδες θεραπείας.
Μετά την παγίωση της αντικαταθλιπτικής ανταπόκρισης, συνιστάται η συνέχιση της θεραπείας για αρκετούς μήνες, ώστε να αποφευχθεί η υποτροπή. Σε ασθενείς που ανταποκρίνονται στην ντουλοξετίνη, και έχουν ιστορικό επαναλαμβανόμενων επεισοδίων μείζονος κατάθλιψης, θα μπορούσε να εξετασθεί η περαιτέρω μακροχρόνια θεραπεία με δόσεις 60 έως 120 mg/ημέρα.
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή
Η συνιστώμενη δόση έναρξης σε ασθενείς με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή είναι 30 mg άπαξ ημερησίως με ή χωρίς τροφή. Σε ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση, η δόση θα πρέπει να αυξάνεται στα 60 mg, που είναι η συνήθης δόση συντήρησης στους περισσότερους ασθενείς.
Σε ασθενείς με συνυπάρχουσα μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, η δόση έναρξης και συντήρησης είναι 60 mg άπαξ ημερησίως (παρακαλείσθε να δείτε επίσης τη συνιστώμενη δοσολογία ανωτέρω).
Δόσεις έως και 120 mg ανά ημέρα έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές και έχουν αξιολογηθεί ως προς την ασφάλεια σε κλινικές δοκιμές. Σε ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση στα 60 mg, πρέπει επομένως να εξετάζεται η αύξηση της δόσης έως τα 90 mg ή τα 120 mg. Οι αυξήσεις της δόσης πρέπει να βασίζονται στην κλινική ανταπόκριση και ανεκτικότητα.
Μετά την παγίωση της ανταπόκρισης, συνιστάται η συνέχιση της θεραπείας για αρκετούς μήνες, ώστε να αποφευχθεί η υποτροπή.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι
Δεν συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς αποκλειστικά βάσει της ηλικίας. Εντούτοις, όπως και με κάθε φάρμακο, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη θεραπεία των ηλικιωμένων, ιδιαίτερα με Duloxetine 120 mg ανά ημέρα για τη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή ή τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, για τις οποίες τα δεδομένα είναι περιορισμένα (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ντουλοξετίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ηπατική νόσο που οδηγεί σε ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30 έως 80 ml/min). Η ντουλοξετίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min, βλ. παράγραφο 4.3).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ντουλοξετίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών για τη θεραπεία της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής λόγω προβληματισμών σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8 και 5.1).
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ντουλοξετίνης για τη θεραπεία της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 7-17 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Τα επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 4.8, 5.1 και 5.2.
Διακοπή της θεραπείας
H απότομη διακοπή πρέπει να αποφεύγεται. Κατά τη διακοπή της θεραπείας με ντουλοξετίνη, η δόση πρέπει να μειώνεται σταδιακά για διάστημα τουλάχιστον μίας έως δύο εβδομάδων ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων απόσυρσης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Εάν εμφανισθούν μη ανεκτά συμπτώματα μετά τη μείωση της δόσης ή κατά τη διακοπή της
θεραπείας, πρέπει να εξετάζεται η επιστροφή στην προηγουμένως συνταγογραφηθείσα δόση. Έπειτα, ο γιατρός μπορεί να συνεχίσει μειώνοντας τη δόση, αλλά με πιο σταδιακό ρυθμό.
Για δόσεις που δεν μπορούν να επιτευχθούν με αυτή την περιεκτικότητα, είναι διαθέσιμες άλλες περιεκτικότητες αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος και άλλων προϊόντων που περιέχουν ντουλοξετίνη.
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος χρήση.
Το καψάκιο μπορεί να καταποθεί ολόκληρο με νερό, ή εναλλακτικά το περιεχόμενο του καψακίου (σφαιρίδια) μπορεί να πασπαλιστεί σε μια μικρή ποσότητα (κουταλάκι του γλυκού) σάλτσας μήλου. Το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χορηγείται αμέσως μετά το πασπάλισμα στη σάλτσα μήλου, να καταπίνεται ολόκληρο, και να μην φυλάσσεται για μελλοντική χρήση. Το μάσημα ή ο θρυμματισμός πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να καταστρέψει την εντερική επικάλυψη των σφαιριδίων, και η ντουλοξετίνη είναι ασταθής σε όξινες συνθήκες (π.χ. στο στομάχι).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Η ταυτόχρονη χρήση της ντουλοξετίνης με μη εκλεκτικούς, μη αναστρέψιμους αναστολείς της μονοαμινοοξειδάσης (MAOIs) αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.5).
Ηπατική νόσος που οδηγεί σε ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).
Η ντουλοξετίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με φλουβοξαμίνη, σιπροφλοξασίνη ή ενοξασίνη (δηλαδή ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2), καθώς ο συνδυασμός οδηγεί σε αυξημένες συγκεντρώσεις ντουλοξετίνης στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.5).
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min) (βλ. παράγραφο 4.4).
Η έναρξη της θεραπείας με ντουλοξετίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση που θα μπορούσε να εκθέσει τους ασθενείς σε ενδεχόμενο κίνδυνο υπερτασικής κρίσης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
Μανία και επιληπτικές κρίσεις
Η ντουλοξετίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό μανίας ή με διάγνωση διπολικής διαταραχής, και/ή επιληπτικών κρίσεων.
Μυδρίαση
Η μυδρίαση έχει αναφερθεί σε σχέση με την ντουλοξετίνη, επομένως, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της ντουλοξετίνης σε ασθενείς με αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, ή σε εκείνους που διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης οξέος γλαυκώματος κλειστής γωνίας.
Αρτηριακή πίεση και καρδιακός ρυθμός
H ντουλοξετίνη έχει συσχετισθεί με μία αύξηση της αρτηριακής πίεσης και με κλινικά σημαντική υπέρταση σε μερικούς ασθενείς. Αυτό ενδέχεται να οφείλεται στη νοραδρενεργική δράση της ντουλοξετίνης. Περιπτώσεις υπερτασικών κρίσεων έχουν αναφερθεί με ντουλοξετίνη, ειδικά σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υπέρταση. Επομένως, σε ασθενείς με γνωστή υπέρταση και/ή άλλη καρδιακή νόσο, συνιστάται η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, ειδικά κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της θεραπείας. Η ντουλοξετίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς των οποίων οι παθήσεις θα μπορούσαν να επιδεινωθούν από αυξημένο καρδιακό ρυθμό ή από αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Προσοχή πρέπει να δίνεται επίσης όταν η ντουλοξετίνη χρησιμοποιείται με φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό της (βλ.
παράγραφο 4.5). Σε ασθενείς που εμφανίζουν μία διαρκή αύξηση της αρτηριακής πίεσης ενόσω λαμβάνουν ντουλοξετίνη, πρέπει να εξετάζεται είτε η μείωση της δόσης είτε η σταδιακή διακοπή (βλ. παράγραφο 4.8). Σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, δεν θα πρέπει να ξεκινά η θεραπεία με ντουλοξετίνη (βλ. παράγραφο 4.3).
Νεφρική δυσλειτουργία/Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
Αυξημένες συγκεντρώσεις της ντουλοξετίνης στο πλάσμα εμφανίζονται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min). Για ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, βλ. παράγραφο 4.3. Για πληροφορίες για ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, βλ. παράγραφο 4.2.
Σύνδρομο σεροτονίνης
Όπως και με άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντες, το σύνδρομο σεροτονίνης ή κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο (NMS), μια κατάσταση δυνητικά απειλητική για τη ζωή, ενδέχεται να εμφανισθεί με τη θεραπεία με ντουλοξετίνη, ιδιαίτερα κατά την ταυτόχρονη χρήση με άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντες (συμπεριλαμβανομένων των SSRIs, των SNRIs, των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών ή των τριπτανών), με παράγοντες που επηρεάζουν το μεταβολισμό της σεροτονίνης, όπως οι MAOIs ή με αντιψυχωσικά ή άλλους ανταγωνιστές της ντοπαμίνης που ενδέχεται να επηρεάσουν τα συστήματα σεροτονινεργικών νευροδιαβιβαστών (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).
Τα συμπτώματα του συνδρόμου σεροτονίνης μπορεί να περιλαμβάνουν μεταβολές της νοητικής κατάστασης (π.χ., διέγερση, ψευδαισθήσεις, κώμα), αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (π.χ., ταχυκαρδία, ασταθής πίεση αίματος, υπερθερμία), νευρομυϊκές διαταραχές (π.χ., υπεραντανακλαστικότητα, έλλειψη συντονισμού) και/ή γαστρεντερικά συμπτώματα (π.χ., ναυτία, έμετος, διάρροια). Το σύνδρομο σεροτονίνης στην πιο σοβαρή του μορφή μπορεί να μοιάζει με το NMS, το οποίο περιλαμβάνει υπερθερμία, μυϊκή ακαμψία, αυξημένα επίπεδα κρεατινικής κινάσης ορού, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος με πιθανή ταχεία διακύμανση των ζωτικών σημείων και μεταβολές της νοητικής κατάστασης.
Εάν η ταυτόχρονη θεραπεία με ντουλοξετίνη και άλλους σεροτονινεργικούς/νευροληπτικούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τα σεροτονινεργικά και/ή τα ντοπαμινεργικά συστήματα νευροδιαβιβαστών είναι κλινικά δικαιολογημένη, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και τις αυξήσεις της δόσης.
Βαλσαμόχορτο (St John’s wort)
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να είναι πιο συχνές κατά την ταυτόχρονη χρήση ντουλοξετίνης και φυτικών σκευασμάτων που περιέχουν St John’s wort (Hypericum perforatum).
Αυτοκτονία
Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή και Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή: Η κατάθλιψη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας (συμβάντα σχετιζόμενα με αυτοκτονία). Ο κίνδυνος αυτός παραμένει έως ότου επέλθει σημαντική ύφεση. Καθώς μπορεί να μην εμφανιστεί βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων ή περισσότερων εβδομάδων θεραπείας, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά έως ότου επέλθει τέτοια βελτίωση. Αποτελεί γενική κλινική εμπειρία ότι ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί κατά τα πρώιμα στάδια ανάρρωσης.
Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες συνταγογραφείται η ντουλοξετίνη, μπορούν επίσης να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο συμβάντων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να εμφανίζουν συννοσηρότητα με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Για το λόγο αυτό, οι ίδιες προφυλάξεις που λαμβάνονται κατά τη θεραπεία ασθενών με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, πρέπει να λαμβάνονται και κατά τη θεραπεία ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές.
Ασθενείς με ιστορικό συμβάντων σχετιζόμενων με αυτοκτονία ή εκείνοι που παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό πριν από την έναρξη της θεραπείας είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αυτοκτονικής συμπεριφοράς, και
πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μια μετα-ανάλυση, ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών αντικαταθλιπτικών φαρμακευτικών προϊόντων σε ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετών.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αυτοκτονικών σκέψεων και αυτοκτονικών συμπεριφορών κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ντουλοξετίνη ή νωρίς μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).
Στενή επίβλεψη των ασθενών, και ιδιαίτερα αυτών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο, πρέπει να συνοδεύει τη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές της δόσης. Οι ασθενείς (και οι φροντιστές των ασθενών) πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και ασυνήθιστες αλλαγές στη συμπεριφορά και να αναζητούν ιατρική συμβουλή αμέσως εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα.
Χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών
H ντουλοξετίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στη θεραπεία παιδιών και εφήβων κάτω των 18 ετών. Συμπεριφορές σχετιζόμενες με αυτοκτονία (απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκτονικές σκέψεις), και εχθρότητα (κυρίως επιθετικότητα, εναντιωματική συμπεριφορά και οργή) παρατηρήθηκαν πιο συχνά σε κλινικές δοκιμές μεταξύ παιδιών και εφήβων που έλαβαν θεραπεία με αντικαταθλιπτικά συγκριτικά με εκείνους που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Εάν παρόλα αυτά, βάσει κλινικής ανάγκης, ληφθεί απόφαση χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για την εμφάνιση αυτοκτονικών συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 5.1). Επιπλέον, δεν υπάρχουν μακροχρόνια δεδομένα ασφάλειας σε παιδιά και έφηβους αναφορικά με τη σωματική ανάπτυξη, την ωρίμανση και τη γνωστική και συμπεριφορική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 4.8).
Αιμορραγία
Έχουν υπάρξει αναφορές αιμορραγικών ανωμαλιών, όπως εκχυμώσεις, πορφύρα και γαστρεντερική αιμορραγία με εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) και με αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης/νοραδρεναλίνης (SNRIs), συμπεριλαμβανομένης της ντουλοξετίνης. Η ντουλοξετίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας μετά τον τοκετό (βλ. παράγραφο 4.6). Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά και/ή φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων (π.χ. ΜΣΑΦ ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ASA)), και σε ασθενείς με γνωστές αιμορραγικές τάσεις.
Υπονατριαιμία
Υπονατριαιμία έχει αναφερθεί όταν χορηγείται ντουλοξετίνη, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων με νάτριο ορού μικρότερο των 110 mmol/l. Η υπονατριαιμία ενδέχεται να οφείλεται σε σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH). Η πλειονότητα των περιπτώσεων υπονατριαιμίας αναφέρθηκαν σε ηλικιωμένους, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με πρόσφατο ιστορικό, ή κατάσταση που προδιαθέτει σε διαταραχή του ισοζυγίου υγρών. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο υπονατριαιμίας, όπως οι ηλικιωμένοι, οι ασθενείς με κίρρωση ήπατος, ή οι αφυδατωμένοι ασθενείς ή αυτοί που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά.
Διακοπή της θεραπείας
Συμπτώματα απόσυρσης είναι συχνά όταν διακόπτεται η θεραπεία, ιδιαίτερα όταν η διακοπή είναι απότομη (βλ. παράγραφο 4.8). Σε κλινικές δοκιμές, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με την απότομη διακοπή της θεραπείας εμφανίστηκαν περίπου στο 45% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ντουλοξετίνη και στο 23% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Ο κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων απόσυρσης που παρατηρούνται με τους SSRIs και SRNIs μπορεί να εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας
και της δόσης της θεραπείας και του ρυθμού μείωσης της δόσης. Οι πιο συχνά αναφερόμενες αντιδράσεις παρατίθενται στην παράγραφο 4.8. Γενικά, τα συμπτώματα αυτά είναι ήπια έως μέτρια, ωστόσο, σε μερικούς ασθενείς ενδέχεται να είναι σοβαρής έντασης. Συνήθως εμφανίζονται εντός των πρώτων λίγων ημερών από τη διακοπή της θεραπείας, αλλά έχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές τέτοιων συμπτωμάτων σε ασθενείς που εκ παραδρομής παρέλειψαν μία δόση. Γενικά, τα συμπτώματα αυτά είναι αυτoπεριοριζόμενα και συνήθως παρέρχονται εντός 2 εβδομάδων, αν και σε ορισμένα άτομα μπορεί να είναι παρατεταμένα (2-3 μήνες ή περισσότερο). Επομένως, συνιστάται η σταδιακή μείωση της ντουλοξετίνης κατά τη διακοπή της θεραπείας για ένα διάστημα τουλάχιστον 2 εβδομάδων, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.2).
Ηλικιωμένοι
Τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση 120 mg ντουλοξετίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και γενικευμένη αγχώδη διαταραχή είναι περιορισμένα. Επομένως, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη θεραπεία ηλικιωμένων με τη μέγιστη δοσολογία (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Ακαθησία/ψυχοκινητική ανησυχία
Η χρήση της ντουλοξετίνης έχει συσχετισθεί με την ανάπτυξη ακαθησίας, που χαρακτηρίζεται από μία υποκειμενικά δυσάρεστη ή ενοχλητική ανησυχία και ανάγκη για κίνηση που συχνά συνοδεύεται από αδυναμία του ασθενούς να καθίσει ή να παραμείνει σε ακινησία. Αυτό είναι πιθανότερο να συμβεί εντός των πρώτων λίγων εβδομάδων της θεραπείας. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν τα συμπτώματα αυτά, η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
Φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ντουλοξετίνη
Η ντουλοξετίνη χρησιμοποιείται με διαφορετικά εμπορικά σήματα σε διάφορες ενδείξεις (θεραπεία του διαβητικού νευροπαθητικού άλγους, της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής, της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής και της ακράτειας ούρων από προσπάθεια). Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση περισσότερων του ενός από αυτά τα προϊόντα.
Ηπατίτιδα/αυξημένα ηπατικά ένζυμα
Περιπτώσεις ηπατικής κάκωσης, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών αυξήσεων των ηπατικών ενζύμων (>10 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο), ηπατίτιδας και ίκτερου έχουν αναφερθεί με την ντουλοξετίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Οι περισσότερες από αυτές εμφανίσθηκαν κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της θεραπείας. Η μορφή της ηπατικής βλάβης ήταν κυρίως ηπατοκυτταρική. Η ντουλοξετίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με ηπατική κάκωση.
Σεξουαλική δυσλειτουργία
Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs)/αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης (SNRIs) ενδέχεται να προκαλέσουν συμπτώματα σεξουαλικής δυσλειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.8). Έχουν υπάρξει αναφορές μακροχρόνιας σεξουαλικής δυσλειτουργίας, όπου τα συμπτώματα συνεχίστηκαν παρά τη διακοπή των SSRIs/SNRIs.
Σακχαρόζη
Τα σκληρά γαστροανθεκτικά καψάκια Duloxetine περιέχουν σακχαρόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σακχαράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Νάτριο
Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά καψάκιο, δηλαδή ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
Αλκοόλ
Θα πρέπει να είστε προσεκτικοί εάν πίνετε αλκοόλ ενώ λαμβάνετε θεραπεία με Duloxetine (βλ. παράγραφο 4.5)
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟIs): Λόγω του κινδύνου του συνδρόμου σεροτονίνης, η ντουλοξετίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μη εκλεκτικούς μη αναστρέψιμους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟIs), ή εντός τουλάχιστον 14 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με έναν ΜΑΟI. Με βάση το χρόνο ημιζωής της ντουλοξετίνης, πρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον 5 ημέρες μετά τη διακοπή της ντουλοξετίνης και πριν από την έναρξη της θεραπείας με έναν ΜΑΟI (βλ. παράγραφο 4.3).
Η ταυτόχρονη χρήση του Duloxetine/Liconsa με εκλεκτικούς, αναστρέψιμους αναστολείς MAOIs, όπως η μοκλοβεμίδη, δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4). Το αντιβιοτικό λινεζολίδη είναι ένας αναστρέψιμος μη εκλεκτικός MAOI και δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με ντουλοξετίνη (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναστολείς του CYP1A2: Επειδή το CYP1A2 εμπλέκεται στο μεταβολισμό της ντουλοξετίνης, η ταυτόχρονη χρήση της ντουλοξετίνης με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2 είναι πιθανό να επιφέρει υψηλότερες συγκεντρώσεις ντουλοξετίνης. Η φλουβοξαμίνη (100 mg άπαξ ημερησίως), ένας ισχυρός αναστολέας του CYP1A2, μείωσε τη φαινομενική κάθαρση της ντουλοξετίνης στο πλάσμα περίπου κατά 77% και αύξησε την AUCο-t κατά 6 φορές. Επομένως, η ντουλοξετίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2, όπως η φλουβοξαμίνη (βλ. παράγραφο 4.3).
Φαρμακευτικά προϊόντα του ΚΝΣ: Ο κίνδυνος χρήσης της ντουλοξετίνης σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που δρουν στο ΚΝΣ, εκτός των περιπτώσεων που περιγράφονται στην παρούσα παράγραφο, δεν έχει συστηματικά αξιολογηθεί. Επομένως, συνιστάται προσοχή όταν η ντουλοξετίνη λαμβάνεται σε συνδυασμό με άλλα κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα ή ουσίες, συμπεριλαμβανομένων του οινοπνεύματος και των κατασταλτικών φαρμακευτικών προϊόντων (π.χ. βενζοδιαζεπίνες, μορφινομιμητικά, αντιψυχωσικά, φαινοβαρβιτάλη, κατασταλτικά αντιισταμινικά).
Σεροτονινεργικοί παράγοντες: Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχει αναφερθεί σύνδρομο σεροτονίνης σε ασθενείς που χρησιμοποιούσαν SSRIs/SNRIs ταυτόχρονα με σεροτονινεργικούς παράγοντες. Συνιστάται προσοχή εάν η ντουλοξετίνη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με σεροτονινεργικούς παράγοντες, όπως οι SSRIs, οι SNRIs, τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, όπως η χλωριμιπραμίνη ή η αμιτριπτυλίνη, οι MAOIs, όπως η μοκλοβεμίδη ή η λινεζολίδη, το St John’s wort (Hypericum perforatum) ή οι τριπτάνες, η τραμαδόλη, η πεθιδίνη και η τρυπτοφάνη (βλ. παράγραφο 4.4).
Επίδραση της ντουλοξετίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP1A2: Η φαρμακοκινητική της θεοφυλλίνης, ενός υποστρώματος του CYP1A2, δεν επηρεάστηκαν σημαντικά από τη συγχορήγηση με ντουλοξετίνη (60 mg δύο φορές ημερησίως).
Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP2D6: Η ντουλοξετίνη είναι ένας μέτριος αναστολέας του CYP2D6. Όταν η ντουλοξετίνη χορηγήθηκε σε δόση 60 mg δύο φορές ημερησίως με μία εφάπαξ δόση δεσιπραμίνης, ενός υποστρώματος του CYP2D6, η AUC της δεσιπραμίνης αυξήθηκε κατά 3 φορές. Η συγχορήγηση της ντουλοξετίνης (40 mg δύο φορές ημερησίως) αυξάνει την AUC της τολτεροδίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση (2 mg δύο φορές ημερησίως) κατά 71%, αλλά δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική του ενεργού 5-υδροξυ μεταβολίτη της και δεν συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας. Συνιστάται προσοχή εάν η ντουλοξετίνη συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6 (ρισπεριδόνη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά [TCAs], όπως νορτριπτυλίνη,
αμιτριπτυλίνη, και ιμιπραμίνη), ειδικά αν έχουν στενό θεραπευτικό δείκτη (όπως φλεκαϊνίδη, προπαφαινόνη και μετοπρολόλη).
Από του στόματος αντισυλληπτικά και άλλοι στεροειδείς παράγοντες: Τα αποτελέσματα in vitro μελετών αποδεικνύουν ότι η ντουλοξετίνη δεν επάγει την καταλυτική δραστηριότητα του CYP3A. Ειδικές in vivo μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων δεν έχουν πραγματοποιηθεί.
Αντιπηκτικά και αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες: Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η ντουλοξετίνη συνδυάζεται με από του στόματος αντιπηκτικά ή αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες εξαιτίας του δυνητικά αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας που αποδίδεται σε φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί αυξήσεις στις τιμές του INR όταν η ντουλοξετίνη συγχορηγήθηκε σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με βαρφαρίνη. Εντούτοις, η ταυτόχρονη χορήγηση ντουλοξετίνης με βαρφαρίνη σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης, σε υγιείς εθελοντές, ως μέρος μίας κλινικής φαρμακολογικής μελέτης, δεν επέφερε κλινικά σημαντική μεταβολή του INR από την αρχική τιμή ή της φαρμακοκινητικής της R- ή της S- βαρφαρίνης.
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στην ντουλοξετίνη
Αντιόξινα και Η2 ανταγωνιστές: Η συγχορήγηση της ντουλοξετίνης με αντιόξινα που περιέχουν αργίλιο και μαγνήσιο ή της ντουλοξετίνης με τη φαμοτιδίνη δεν είχε σημαντική επίδραση στο ρυθμό ή την έκταση της απορρόφησης της ντουλοξετίνης μετά τη χορήγηση μίας από του στόματος δόσης 40 mg.
Επαγωγείς του CYP1A2: Φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού έχουν δείξει ότι οι καπνιστές έχουν περίπου 50% χαμηλότερες συγκεντρώσεις ντουλοξετίνης στο πλάσμα συγκριτικά με μη καπνιστές.
Γονιμότητα
Σε μελέτες σε ζώα, η ντουλοξετίνη δεν είχε καμία επίδραση στην ανδρική γονιμότητα, και επιδράσεις στις γυναίκες ήταν εμφανείς μόνο σε δόσεις που προκάλεσαν μητρική τοξικότητα.
Κύηση
Μελέτες σε ζώα έδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα σε επίπεδα συστηματικής έκθεσης (AUC) της ντουλοξετίνης χαμηλότερα από τη μέγιστη κλινική έκθεση (βλ. παράγραφο 5.3).
Δύο μεγάλες μελέτες παρατήρησης δεν υποδηλώνουν συνολικό αυξημένο κίνδυνο μείζονος συγγενούς δυσπλασίας (μία από τις ΗΠΑ συμπεριλάμβανε 2.500 που εκτέθηκαν σε ντουλοξετίνη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου και μία από την ΕΕ συμπεριλάμβανε 1.500 που εκτέθηκαν σε ντουλοξετίνη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου). Η ανάλυση για συγκεκριμένες δυσπλασίες, όπως καρδιακές δυσπλασίες, δείχνει ασαφή αποτελέσματα.
Στη μελέτη της ΕΕ, η έκθεση της μητέρας στην ντουλοξετίνη κατά τη διάρκεια της προχωρημένης κύησης (οποιαδήποτε στιγμή από την ηλικία κύησης των 20 εβδομάδων έως τον τοκετό) συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού (λιγότερο από 2 φορές, που αντιστοιχεί σε περίπου 6 επιπλέον πρόωρες γεννήσεις ανά 100 γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με ντουλοξετίνη σε προχωρημένη κύηση). Η πλειοψηφία εμφανίστηκε μεταξύ των 35 και 36 εβδομάδων κύησης. Αυτή η συσχέτιση δεν παρατηρήθηκε στη μελέτη των ΗΠΑ.
Τα δεδομένα παρατήρησης των ΗΠΑ παρείχαν στοιχεία για αυξημένο κίνδυνο (λιγότερο από 2 φορές) για αιμορραγία μετά τον τοκετό μετά από έκθεση σε ντουλοξετίνη εντός του τελευταίου μήνα πριν από τη γέννηση.
Επιδημιολογικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η χρήση των SSRIs κατά την κύηση, ιδιαίτερα κατά το τέλος της κύησης, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο της επίμονης πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού (PPHN). Παρόλο που καμία μελέτη δεν έχει διερευνήσει τη συσχέτιση της PPHN με τη θεραπεία με SNRIs, αυτός ο δυνητικός κίνδυνος με την ντουλοξετίνη δεν μπορεί να αποκλειστεί, λαμβάνοντας υπόψη το σχετικό μηχανισμό δράσης (αναστολή της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης).
Όπως συμβαίνει με άλλα σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα, συμπτώματα εκ διακοπής ενδέχεται να εμφανισθούν στο νεογνό μετά από χρήση ντουλοξετίνης από τη μητέρα κοντά στον τοκετό. Τα συμπτώματα εκ διακοπής που παρατηρούνται με ντουλοξετίνη μπορεί να περιλαμβάνουν υποτονία, τρόμο, εκνευρισμό, προβλήματα σίτισης, αναπνευστική δυσχέρεια και επιληπτικές κρίσεις. Η πλειονότητα των περιπτώσεων έχουν συμβεί είτε κατά τη γέννηση ή εντός λίγων ημερών από τη γέννηση.
Η ντουλοξετίνη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση μόνον εάν το ενδεχόμενο όφελος δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Οι γυναίκες πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώνουν τον γιατρό τους εάν μείνουν έγκυες, ή προτίθενται να μείνουν έγκυες, κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Θηλασμός
Η ντουλοξετίνη απεκκρίνεται ελάχιστα στο ανθρώπινο γάλα βάσει μίας μελέτης 6 γαλουχουσών ασθενών, οι οποίες δεν θήλαζαν τα παιδιά τους. Η εκτιμώμενη ημερήσια δόση στα βρέφη σε mg/kg είναι περίπου 0,14% της μητρικής δόσης (βλ. παράγραφο 5.2). Καθώς η ασφάλεια της ντουλοξετίνης στα βρέφη δεν είναι γνωστή, η χρήση της ντουλοξετίνης κατά τη διάρκεια του θηλασμού δεν συνιστάται.
ν
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Η ντουλοξετίνη ενδέχεται να σχετίζεται με καταστολή και ζάλη. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται να αποφεύγουν δυνητικά επικίνδυνες εργασίες, όπως η οδήγηση ή ο χειρισμός μηχανημάτων, εάν παρουσιάσουν καταστολή ή ζάλη.
α. Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ντουλοξετίνη ήταν ναυτία, κεφαλαλγία, ξηροστομία, υπνηλία, και ζάλη. Εντούτοις, η πλειονότητα των συχνών ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν ήπιες έως μέτριες, εμφανίζονταν συνήθως νωρίς μετά την έναρξη της θεραπείας, και οι περισσότερες είχαν την τάση να υποχωρούν ακόμη και με τη συνέχιση της θεραπείας.
β. Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Ο πίνακας 1 περιλαμβάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν από αυθόρμητες αναφορές και σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές.
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες
Εκτίμηση συχνότητας: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστές |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |||||
| Λαρυγγίτιδα | |||||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |||||
| Αναφυλακτική αντίδρασηΔιαταραχή υπερευαισθησίας | |||||
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | |||||
| Υποθυρεοειδισμό ς | |||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |||||
| Μειωμένη όρεξη | Υπεργλυκαιμία (αναφέρθηκε ειδικάσε διαβητικούς ασθενείς) | Αφυδάτωση Υπονατριαιμία SIADH6 | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |||||
| Αϋπνία Διέγερση Γενετήσια ορμή μειωμένη Άγχος Οργασμός μη φυσιολογικός Μηφυσιολογικά όνειρα | Αυτοκτονικός ιδεασμός5,7 Διαταραχή ύπνου Βρουξισμός Αποπροσανατολισμ όςΑπάθεια | Αυτοκτονική συμπεριφορά5,7 Μανία Ψευδαισθήσεις Επιθετικότητα και θυμός4 | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |||||
| Κεφαλαλγία Υπνηλία | Ζάλη Λήθαργος Τρόμος Παραισθησία | Μυόκλονος Ακαθησία7 Νευρικότητα Διαταραχή στην προσοχή Δυσγευσία Δυσκινησία Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών Κακής ποιότηταςύπνος | Σύνδρομο σεροτονίνης6 Σπασμός1 Ψυχοκινητική ανησυχία6 Εξωπυραμιδικά συμπτώματα6 | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | |||||
| Θαμπή όραση | Μυδρίαση Οπτική δυσλειτουργία | Γλαύκωμα | |||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | |||||
| Εμβοές1 | Ιλιγγος Ωταλγία | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | |||||
| Αίσθημα παλμών | Ταχυκαρδία Υπερκοιλιακή αρρυθμία, κυρίως κολπικήμαρμαρυγή | Μυοκαρδιοπά θεια επαγόμενη από στρες(μυοκαρδιο- | |||
| πάθεια Takotsubo) | |||||
| Αγγειακές διαταραχές | |||||
| Αύξηση της αρτηριακής πίεσης3 Ερυθρίαση | Συγκοπή2 Υπέρταση3,7 Ορθοστατική υπόταση2Περιφερική ψυχρότητα | Υπερτασική κρίση3,6 | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | |||||
| Χασμουρητό | Συσφιγκτικό αίσθημα στο λαιμό Επίσταξη | Διάμεση πνευμονοπάθεια10 Ηωσινοφιλικήπνευμονία6 | |||
| Γαστρεντερικές διαταραχές | |||||
| Ναυτία Ξηροστομία | Δυσκοιλιότητα Διάρροια Κοιλιακό άλγος ΈμετοςΔυσπεψία Μετεωρισμός | Γαστρεντερική αιμορραγία7 Γαστρεντερίτιδα ΕρυγήΓαστρίτιδα Δυσφαγία | Στοματίτιδα Αιματοχεσία Απόπνοια Μικροσκοπική κολίτιδα9 | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |||||
| Ηπατίτιδα3 Αυξημένα ηπατικά ένζυμα (ALT, AST, αλκαλική φωσφατάση)Οξεία ηπατική κάκωση | Ηπατική ανεπάρκεια6 Ίκτερος6 | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |||||
| Εφίδρωση αυξημένη Εξάνθημα | Νυκτερινοί ιδρώτες Κνίδωση Δερματίτιδα εξ επαφήςΚρύος ιδρώτας Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας Αυξημένη τάση γιαμωλωπισμό | Σύνδρομο Stevens-Johnson6 Αγγειονευρωτικό οίδημα6 | Δερματική αγγειίτιδα | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |||||
| Μυοσκελετικό άλγοςΜυϊκός σπασμός | Μυϊκό σφίξιμο Μυϊκές δεσμιδώσεις | Τρισμός | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |||||
| Δυσουρία Πολλακιουρία | Κατακράτηση ούρωνΔυσχερής έναρξη ούρησης Νυκτουρία Πολυουρία Μειωμένη ροή τωνούρων | Οσμή ούρων μη φυσιολογική | |||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | |||||
| Στυτική δυσλειτουργία Διαταραχή εκσπερμάτισης Καθυστερημένη εκσπερμάτιση | Γυναικολογική αιμορραγία Διαταραχή εμμήνου ρύσηςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΆλγος όρχεων | Συμπτώματα εμμηνόπαυσης Γαλακτόρροια Υπερπρολακτιναι μίαΑιμορραγία μετά τον τοκετό6 | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |||||
| Πτώσεις8 Κόπωση | Θωρακικό άλγος7 Αίσθημα μη φυσιολογικό Αίσθηση ψυχρού ΔίψαΡίγηΑίσθημα κακουχίας ΑίσθησηθερμούΔιαταραχή βάδισης | ||||
| Παρακλινικές εξετάσεις | |||||
| Μείωση σωματικού βάρους | Αύξηση σωματικού βάρουςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκιν άση αίματος Αυξημένο κάλιοαίματος | Αυξημένη χοληστερόλη αίματος | |||
1 Περιπτώσεις σπασμών και περιπτώσεις εμβοών έχουν επίσης αναφερθεί μετά τη διακοπή της θεραπείας.
2 Περιπτώσεις ορθοστατικής υπότασης και συγκοπής έχουν αναφερθεί ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας.
3 Βλ. παράγραφο 4.4.
4 Περιπτώσεις επιθετικότητας και θυμού έχουν αναφερθεί ιδιαίτερα νωρίς στη θεραπεία ή μετά τη διακοπή της θεραπείας.
5 Περιπτώσεις αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικών συμπεριφορών έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ντουλοξετίνη ή νωρίς μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
6 Εκτιμώμενη συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά. Δεν παρατηρήθηκαν στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές.
7 Δεν διαφέρει στατιστικά σημαντικά από το εικονικό φάρμακο.
8 Οι πτώσεις ήταν πιο συχνές στους ηλικιωμένους (≥65 ετών).
9 Εκτιμώμενη συχνότητα με βάση όλα τα δεδομένα κλινικών δοκιμών.
10Εκτιμώμενη συχνότητα με βάση ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές.
γ. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η διακοπή της ντουλοξετίνης (ιδιαίτερα όταν είναι απότομη) συχνά οδηγεί σε συμπτώματα απόσυρσης. Ζάλη, αισθητηριακές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένων παραισθησίας ή αίσθησης προσομοιάζουσας με ηλεκτροπληξία, ιδιαίτερα στο κεφάλι), διαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένων αϋπνίας και έντονων ονείρων), κόπωση, υπνηλία, διέγερση ή άγχος, ναυτία και/ή έμετος, τρόμος, κεφαλαλγία, μυαλγία, ευερεθιστότητα, διάρροια, υπεριδρωσία και ίλιγγος είναι οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Γενικά, για τους SSRIs και SNRIs, αυτά τα συμβάντα είναι ήπια έως μέτρια και αυτοπεριοριζόμενα, ωστόσο, σε μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρά και/ή παρατεταμένα. Ως εκ τούτου, συνιστάται όταν δεν απαιτείται πλέον η θεραπεία με ντουλοξετίνη, να πραγματοποιείται η σταδιακή διακοπή της θεραπείας με μείωση της δόσης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Το διορθωμένο ως προς τον καρδιακό ρυθμό QT διάστημα στους ασθενείς υπό θεραπεία με ντουλοξετίνη δεν διέφερε από εκείνο που παρατηρήθηκε στους ασθενείς υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στις μετρήσεις των QT, PR, QRS ή QTcB μεταξύ των ασθενών υπό θεραπεία με ντουλοξετίνη και εκείνων υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο.
δ. Παιδιατρικός πληθυσμός
Συνολικά 509 παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 7 έως 17 ετών με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και 241 παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 7 έως 17 ετών με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή έλαβαν θεραπεία με ντουλοξετίνη σε κλινικές δοκιμές. Γενικά, το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών της ντουλοξετίνης σε παιδιά και εφήβους ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στους ενήλικες.
Συνολικά 467 παιδιατρικοί ασθενείς που αρχικά τυχαιοποιήθηκαν σε ντουλοξετίνη σε κλινικές δοκιμές, παρουσίασαν μέση μείωση του σωματικού βάρους κατά 0,1 kg στις 10 εβδομάδες σε σύγκριση με μέση αύξηση κατά 0,9 kg σε 353 ασθενείς υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο.
Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της περιόδου επέκτασης τεσσάρων έως έξι μηνών, οι ασθενείς κατά μέσο όρο έτειναν προς την ανάκτηση της αναμενόμενης εκατοστιαίας αρχικής τιμής του σωματικού τους βάρους βάσει δεδομένων πληθυσμού αντίστοιχων σε ηλικία και φύλο ατόμων. Σε μελέτες διάρκειας έως και 9 μηνών, συνολική μέση μείωση 1% στην εκατοστιαία θέση του ύψους (μείωση 2% σε παιδιά (7-11 ετών) και αύξηση 0,3% σε εφήβους (12-17 ετών)) παρατηρήθηκε στους παιδιατρικούς ασθενείς, υπό θεραπεία με ντουλοξετίνη (βλ. παράγραφο 4.4).
Aναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος.
Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr, Τηλ: + 30 213 2040337.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπερδοσολογίας, μόνης ή σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, με δόσεις ντουλοξετίνης 5400 mg. Έχουν συμβεί κάποιοι θάνατοι, κυρίως με συνδυασμένη υπερδοσολογία, αλλά επίσης και μόνο με ντουλοξετίνη σε δόση περίπου 1000 mg. Σημεία και συμπτώματα υπερδοσολογίας (με ντουλοξετίνη μόνο ή σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα) περιλάμβαναν υπνηλία, κώμα, σύνδρομο σεροτονίνης, επιληπτικές κρίσεις, έμετο και ταχυκαρδία.
Δεν είναι γνωστό ειδικό αντίδοτο για τη ντουλοξετίνη, αλλά εάν εμφανιστεί σύνδρομο σεροτονίνης, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο ειδικής θεραπείας (όπως με κυπροεπταδίνη και/ή έλεγχο θερμοκρασίας). Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας ελεύθερος αεραγωγός. Συνιστάται η παρακολούθηση των καρδιακών και ζωτικών σημείων, μαζί με κατάλληλα συμπτωματικά και υποστηρικτικά μέτρα. Η πλύση στομάχου μπορεί να ενδείκνυται εάν γίνει αμέσως μετά την κατάποση ή σε συμπτωματικούς ασθενείς. Ο ενεργός άνθρακας μπορεί να είναι χρήσιμος στον περιορισμό της απορρόφησης. Η ντουλοξετίνη έχει μεγάλο όγκο κατανομής και η εξαναγκασμένη διούρηση, η αιμοπροσρόφηση, και η αιμάτωση ανταλλαγής είναι απίθανο να είναι ωφέλιμες.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - DULOXETINE/LICONSA 90MG/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντικαταθλιπτικά. Κωδικός ATC: N06AX21. Μηχανισμός δράσης
Η ντουλοξετίνη είναι ένας συνδυασμένος αναστολέας της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (5- ΗΤ) και της νοραδρεναλίνης (ΝΑ). Αναστέλλει ασθενώς την επαναπρόσληψη της ντοπαμίνης και δεν έχει σημαντική συγγένεια με τους ισταμινεργικούς, τους ντοπαμινεργικούς, τους χολινεργικούς και τους αδρενεργικούς υποδοχείς. Η ντουλοξετίνη προκαλεί δοσο-εξαρτώμενες αυξήσεις των εξωκυτταρικών επιπέδων σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου ζώων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η ντουλοξετίνη επανέφερε στο φυσιολογικό τον ουδό του άλγους σε αρκετά προκλινικά μοντέλα νευροπαθητικού και φλεγμονώδους άλγους και εξασθένισε την προκύπτουσα από το άλγος συμπεριφορά σε ένα πρότυπο επιμένοντος άλγους. Η ανασταλτική δράση της ντουλοξετίνης στο άλγος πιστεύεται ότι είναι αποτέλεσμα ενίσχυσης των κατιουσών ανασταλτικών οδών του άλγους στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή
Η ντουλοξετίνη μελετήθηκε σε ένα κλινικό πρόγραμμα που περιλάμβανε 3.158 ασθενείς (1.285 ασθενείς-έτη έκθεσης) που πληρούσαν τα κριτήρια DSM-IV για τη μείζονα κατάθλιψη. Η αποτελεσματικότητα της ντουλοξετίνης στη συνιστώμενη δόση των 60 mg μία φορά την ημέρα αποδείχθηκε στο σύνολο των τριών τυχαιοποιημένων, διπλά-τυφλών, ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών σταθερής δόσης οξείας φάσης σε ενήλικες περιπατητικούς ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Συνολικά, η αποτελεσματικότητα της ντουλοξετίνης έχει αποδειχθεί σε ημερήσιες δόσεις μεταξύ 60 mg και 120 mg στο σύνολο των πέντε από τις επτά τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, σταθερής δόσης οξείας φάσης μελέτες σε ενήλικες περιπατητικούς ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή.
Η ντουλοξετίνη έδειξε στατιστική ανωτερότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου όπως μετρήθηκε από τη βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στην Κλίμακα Αξιολόγησης Κατάθλιψης 17 στοιχείων του Hamilton (HAM-D) (που περιλαμβάνει τόσο τα συναισθηματικά όσο και τα σωματικά συμπτώματα της κατάθλιψης). Τα ποσοστά ανταπόκρισης και ύφεσης ήταν επίσης στατιστικά σημαντικά υψηλότερα με την ντουλοξετίνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Μόνο ένα μικρό ποσοστό ασθενών που συμμετείχαν στις βασικές κλινικές δοκιμές είχαν σοβαρή κατάθλιψη (HAM-D>25 κατά την έναρξη).
Σε μελέτη πρόληψης των υποτροπών, οι ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στην 12 εβδομάδων οξεία θεραπεία ανοιχτής επισήμανσης με ντουλοξετίνη 60 mg άπαξ ημερησίως, τυχαιοποιήθηκαν είτε σε ντουλοξετίνη 60 mg άπαξ ημερησίως είτε σε εικονικό φάρμακο για επιπλέον 6 μήνες. Η ντουλοξετίνη 60 mg άπαξ ημερησίως έδειξε στατιστικά σημαντική ανωτερότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου (p=0,004) στη μέτρηση της κύριας έκβασης, την πρόληψη των υποτροπών της κατάθλιψης, όπως μετρήθηκε από το χρόνο μέχρι την υποτροπή. Η επίπτωση των υποτροπών κατά τη διάρκεια της 6μηνης διπλά τυφλής περιόδου παρακολούθησης ήταν 17% και 29% για την ντουλοξετίνη και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα.
Κατά τη διάρκεια 52 εβδομάδων ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο διπλά-τυφλής θεραπείας, οι ασθενείς υπό θεραπεία με ντουλοξετίνη με υποτροπιάζουσα ΜΚΔ παρέμειναν ελεύθεροι
συμπτωμάτων για σημαντικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (p<0,001) συγκριτικά με τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο. Όλοι οι ασθενείς είχαν προηγουμένως ανταποκριθεί στην ντουλοξετίνη κατά τη διάρκεια θεραπείας ανοιχτής επισήμανσης με ντουλοξετίνη (28 έως 34 εβδομάδες) σε δόσεις 60 έως 120 mg/ημέρα. Κατά τη διάρκεια της 52 εβδομάδων ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο διπλά-τυφλής φάσης θεραπείας, το 14,4% των ασθενών υπό θεραπεία με ντουλοξετίνη και το 33,1% των ασθενών υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο παρουσίασαν επανεμφάνιση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων τους (p<0,001).
Η επίδραση της ντουλοξετίνης 60 mg άπαξ ημερησίως σε ηλικιωμένους καταθλιπτικούς ασθενείς (≥65 ετών) έχει ειδικά εξετασθεί σε μία μελέτη, η οποία έδειξε στατιστικά σημαντική διαφορά στη μείωση της βαθμολογίας στην HAMD17 για τους ασθενείς υπό θεραπεία με ντουλοξετίνη συγκριτικά με εκείνους υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Η ανεκτικότητα της ντουλοξετίνης 60 mg άπαξ ημερησίως σε ηλικιωμένους ασθενείς ήταν συγκρίσιμη με εκείνη που παρατηρήθηκε σε νεότερους ενήλικες. Ωστόσο, τα δεδομένα σχετικά με την έκθεση ηλικιωμένων ασθενών στη μέγιστη δόση (120 mg ανά ημέρα) είναι περιορισμένα και έτσι, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία του πληθυσμού αυτού.
Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή
Η ντουλοξετίνη κατέδειξε στατιστικά σημαντική ανωτερότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου στο σύνολο των πέντε μελετών, συμπεριλαμβανομένων και των τεσσάρων τυχαιοποιημένων, διπλά-τυφλών, ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών οξείας φάσης καθώς και στη μελέτη πρόληψης της υποτροπής σε ενήλικους ασθενείς με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή.
Η ντουλοξετίνη κατέδειξε στατιστικά σημαντική ανωτερότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου, όπως μετρήθηκε από τη βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στην Κλίμακα Άγχους Hamilton (HAM-Α) και από τη βαθμολογία σφαιρικής λειτουργικής έκπτωσης στην Κλίμακα Αναπηρίας Sheehan (SDS). Τα ποσοστά ανταπόκρισης και ύφεσης ήταν επίσης υψηλότερα με την ντουλοξετίνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η ντουλοξετίνη έδειξε συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα με τη βενλαφαξίνη όσον αφορά τη βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στην HAM-Α.
Σε μια μελέτη πρόληψης των υποτροπών, οι ασθενείς που ανταποκρίθηκαν σε 6 μήνες οξείας θεραπείας με ντουλοξετίνη ανοιχτής επισήμανσης, τυχαιοποιήθηκαν είτε σε ντουλοξετίνη είτε σε εικονικό φάρμακο για επιπλέον 6 μήνες. Η ντουλοξετίνη 60 mg έως 120 mg άπαξ ημερησίως έδειξε στατιστικά σημαντική ανωτερότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου (p<0,001) στην πρόληψη των υποτροπών, όπως μετρήθηκε από το χρόνο μέχρι την υποτροπή. Η επίπτωση των υποτροπών κατά τη διάρκεια της 6μηνης διπλά-τυφλής περιόδου παρακολούθησης ήταν 14% για την ντουλοξετίνη και 42% για το εικονικό φάρμακο.
Η αποτελεσματικότητα 30-120 mg ντουλοξετίνης (ευέλικτη δοσολογία) άπαξ ημερησίως σε ηλικιωμένους ασθενείς (>65 ετών) με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή αξιολογήθηκε σε μελέτη που κατέδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στην κλίμακα HAM- A για τους ασθενείς υπό θεραπεία με ντουλοξετίνη σε σύγκριση με τους ασθενείς υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια 30-120 mg ντουλοξετίνης άπαξ ημερησίως σε ηλικιωμένους ασθενείς με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή ήταν παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν σε μελέτες σε νεότερους ενήλικες ασθενείς. Ωστόσο, τα δεδομένα σχετικά με την έκθεση ηλικιωμένων ασθενών στη μέγιστη δόση (120 mg ανά ημέρα) είναι περιορισμένα και, ως εκ τούτου, συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιείται αυτή η δόση σε ηλικιωμένο πληθυσμό.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ντουλοξετίνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 7 ετών.
Δύο τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές, παράλληλες κλινικές δοκιμές πραγματοποιήθηκαν σε 800 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 7 έως 17 ετών με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή (βλ. παράγραφο 4.2). Οι δύο αυτές μελέτες περιλάμβαναν μία οξεία φάση 10 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και ενεργό φάρμακο (φλουοξετίνη) ακολουθούμενη από 6μηνη περίοδο επέκτασης ελεγχόμενης με ενεργό φάρμακο θεραπείας. Ούτε η ντουλοξετίνη (30-120 mg) ούτε
το σκέλος ενεργού φαρμάκου (φλουοξετίνη 20-40 mg) διαφοροποιήθηκαν στατιστικά από το εικονικό φάρμακο αναφορικά με τη μεταβολή από την έναρξη έως το καταληκτικό σημείο της συνολικής βαθμολογίας στην Αναθεωρημένη Κλίμακα Αξιολόγησης Παιδικής Κατάθλιψης (CDRS-R). Η διακοπή λόγω ανεπιθύμητων συμβάντων ήταν πιο συχνή στους ασθενείς που λάμβαναν ντουλοξετίνη σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν θεραπεία με φλουοξετίνη, κυρίως λόγω της ναυτίας. Κατά τη διάρκεια της περιόδου οξείας θεραπείας 10 εβδομάδων, αναφέρθηκαν αυτοκτονικές συμπεριφορές (ντουλοξετίνη 0/333 [0%], φλουοξετίνη 2/225 [0,9%], εικονικό φάρμακο 1/220 [0,5%]). Σε όλη τη διάρκεια των 36 εβδομάδων της μελέτης, 6 από τους 333 ασθενείς που είχαν αρχικά τυχαιοποιηθεί σε ντουλοξετίνη και 3 από τους 225 ασθενείς που είχαν αρχικά τυχαιοποιηθεί σε φλουοξετίνη, παρουσίασαν αυτοκτονική συμπεριφορά (η προσαρμοσμένη στην έκθεση επίπτωση ήταν 0,039 συμβάντα ανά έτη ασθενών για την ντουλοξετίνη, και 0,026 για τη φλουοξετίνη). Επιπλέον, ένας ασθενής που μετέβη από εικονικό φάρμακο σε ντουλοξετίνη παρουσίασε αυτοκτονική συμπεριφορά ενόσω λάμβανε ντουλοξετίνη.
Μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 272 ασθενείς ηλικίας 7-17 ετών με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή. Η μελέτη περιλάμβανε μια οξεία φάση 10 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, ακολουθούμενη από μια περίοδο επέκτασης θεραπείας 18 εβδομάδων. Ένα ευέλικτο δοσολογικό σχήμα χρησιμοποιήθηκε σε αυτή τη μελέτη, προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα σταδιακής αύξησης της δόσης από 30 mg άπαξ ημερησίως σε μεγαλύτερες δόσεις (μέγιστη 120 mg άπαξ ημερησίως). Η θεραπεία με ντουλοξετίνη έδειξε στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση των συμπτωμάτων της ΓΑΔ, όπως μετρήθηκε από το βαθμό σοβαρότητας στην PARS για τη ΓΑΔ (μέση διαφορά μεταξύ ντουλοξετίνης και εικονικού φαρμάκου 2,7 βαθμοί [95% CI 1,3-4,0]), μετά από 10 εβδομάδες θεραπείας. Η διατήρηση της επίδρασης δεν έχει αξιολογηθεί. Δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά στη διακοπή της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων συμβάντων μεταξύ των ομάδων ντουλοξετίνης και εικονικού φαρμάκου κατά τη διάρκεια των 10 εβδομάδων της οξείας φάσης της θεραπείας. Δύο ασθενείς οι οποίοι μετέβησαν από εικονικό φάρμακο σε ντουλοξετίνη μετά την οξεία φάση παρουσίασαν αυτοκτονική συμπεριφορά ενόσω λάμβαναν ντουλοξετίνη κατά τη διάρκεια της φάσης επέκτασης. Δεν έχει τεκμηριωθεί κάποιο συμπέρασμα σχετικά με την συνολική σχέση οφέλους/κινδύνου σε αυτή την ηλικιακή ομάδα (βλ. επίσης παραγράφους 4.2 και 4.8).
Μία μεμονωμένη μελέτη πραγματοποιήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς με σύνδρομο νεανικής πρωτοπαθούς ινομυαλγίας (JPFS), στην οποία η ομάδα που έλαβε θεραπεία με ντουλοξετίνη δεν διαφοροποιήθηκε από την ομάδα που έλαβε εικονικό φάρμακο ως προς την κύρια μέτρηση της αποτελεσματικότητας. Συνεπώς, δεν υπάρχουν ενδείξεις αποτελεσματικότητας σε αυτόν τον παιδιατρικό πληθυσμό ασθενών. Η τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, παράλληλη μελέτη της ντουλοξετίνης διεξήχθη σε 184 εφήβους ηλικίας 13 έως 18 ετών (μέση ηλικία 15,53 έτη) με JPFS. Η μελέτη περιλάμβανε μια διπλά-τυφλή περίοδο 13 εβδομάδων κατά την οποία οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε ντουλοξετίνη 30 mg/60 mg, ή σε εικονικό φάρμακο ημερησίως. Η ντουλοξετίνη δεν έδειξε αποτελεσματικότητα στη μείωση του άλγους, όπως μετρήθηκε από τη μέτρηση της κύριας έκβασης του καταληκτικού σημείου της μέσης βαθμολογίας άλγους της κλίμακας Brief Pain Inventory (BPI): η μέση αλλαγή των ελαχίστων τετραγώνων (LS) από την αρχική τιμή της μέσης βαθμολογίας άλγους στην κλίμακα BPI στις 13 εβδομάδες ήταν -0,97 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, σε σύγκριση με το -1,62 στην ομάδα της ντουλοξετίνης 30/60 mg (p = 0,052). Τα αποτελέσματα ασφαλείας αυτής της μελέτης ήταν σύμφωνα με το γνωστό προφίλ ασφαλείας της ντουλοξετίνης.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το προϊόν αναφοράς που περιέχει ντουλοξετίνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής και της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής. Βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.
Η ντουλοξετίνη χορηγείται ως μοναδικό εναντιομερές. Η ντουλοξετίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα από οξειδωτικά ένζυμα (CYP1A2 και το πολυμορφικό CYP2D6), και ακολουθεί σύζευξη. Η φαρμακοκινητική της ντουλοξετίνης εμφανίζει μεγάλη διατομική μεταβλητότητα (γενικά 50-60%), εν μέρει λόγω του φύλου, της ηλικίας, του καπνίσματος και της κατάστασης μεταβολισμού του CYP2D6.
Απορρόφηση
Η ντουλοξετίνη απορροφάται καλά μετά την από του στόματος χορήγηση και η Cmax επιτυγχάνεται 6 ώρες μετά τη δόση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορηγούμενης ντουλοξετίνης κυμαίνεται από 32% έως 80% (μέση τιμή 50%). Η λήψη τροφής καθυστερεί το χρόνο επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης από 6 σε 10 ώρες και μειώνει οριακά την έκταση της απορρόφησης (περίπου 11%). Οι αλλαγές αυτές δεν έχουν καμία κλινική σημασία.
Κατανομή
Η ντουλοξετίνη δεσμεύεται κατά περίπου 96% στις πρωτεΐνες του πλάσματος στον άνθρωπο. Η ντουλοξετίνη συνδέεται τόσο με τη λευκωματίνη όσο και με την άλφα-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Η πρωτεϊνική σύνδεση δεν επηρεάζεται από νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
Βιομετασχηματισμός
Η ντουλοξετίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Τόσο τα κυτοχρώματα P450-2D6 όσο και το 1A2 καταλύουν το σχηματισμό των δύο κύριων μεταβολιτών, της συζευγμένης με γλυκουρονίδιο 4-υδροξυ ντουλοξετίνης και της συζευγμένης με θειικό 5-υδροξυ 6-μεθοξυ ντουλοξετίνης. Με βάση in vitro μελέτες, οι κυκλοφορούντες μεταβολίτες της ντουλοξετίνης θεωρούνται φαρμακολογικά αδρανείς. Η φαρμακοκινητική της ντουλοξετίνης σε ασθενείς με περιορισμένη μεταβολική ικανότητα όσον αφορά το CYP2D6 δεν έχει ειδικώς μελετηθεί. Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα επίπεδα της ντουλοξετίνης στο πλάσμα είναι υψηλότερα σε αυτούς τους ασθενείς.
Αποβολή
Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής της ντουλοξετίνης κυμαίνεται από 8 έως 17 ώρες (μέση τιμή 12 ώρες). Μετά από μια ενδοφλέβια δόση, η κάθαρση της ντουλοξετίνης από το πλάσμα κυμαίνεται από 22 l/hr έως 46 l/hr (μέση τιμή 36 l/hr). Μετά από μια από του στόματος δόση, η φαινομενική κάθαρση της ντουλοξετίνης από το πλάσμα κυμαίνεται από 33 έως 261 l/hr (μέση τιμή 101 l/hr).
Ειδικοί πληθυσμοί
Φύλο: Φαρμακοκινητικές διαφορές έχουν διαπιστωθεί μεταξύ ανδρών και γυναικών (η φαινομενική κάθαρση πλάσματος είναι περίπου 50% χαμηλότερη στις γυναίκες). Με βάση την αλληλοεπικάλυψη στο εύρος της κάθαρσης, οι φαρμακοκινητικές διαφορές με βάση το φύλο του ασθενούς δεν δικαιολογούν τη σύσταση για χρήση χαμηλότερης δόσης για γυναίκες ασθενείς.
Ηλικία: Φαρμακοκινητικές διαφορές έχουν διαπιστωθεί μεταξύ νεότερων και ηλικιωμένων γυναικών (≥65 ετών) (η AUC αυξάνεται περίπου κατά 25% και ο χρόνος ημιζωής είναι περίπου κατά 25% μεγαλύτερος στους ηλικιωμένους), αν και το μέγεθος των μεταβολών αυτών δεν είναι επαρκές ώστε να δικαιολογεί προσαρμογές στη δόση. Ως γενική σύσταση, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη θεραπεία των ηλικιωμένων (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Νεφρική δυσλειτουργία: Οι ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD) που υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση είχαν 2 φορές υψηλότερες τιμές Cmax και AUC ντουλοξετίνης σε σύγκριση με υγιή άτομα. Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα της ντουλοξετίνης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία είναι περιορισμένα.
Ηπατική δυσλειτουργία: Η μέτρια ηπατική νόσος (Κατηγορίας Β κατά Child Pugh) επηρέασε τη φαρμακοκινητική της ντουλοξετίνης. Συγκριτικά με υγιή άτομα, η φαινομενική κάθαρση της ντουλοξετίνης από το πλάσμα ήταν κατά 79% χαμηλότερη, ο φαινομενικός τελικός χρόνος ημιζωής ήταν 2,3 φορές μεγαλύτερος, και η AUC ήταν 3,7 φορές υψηλότερη στους ασθενείς με μέτρια ηπατική νόσο. Η φαρμακοκινητική της ντουλοξετίνης και των μεταβολιτών της δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ήπια ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
Μητέρες που θηλάζουν: Η διάθεση της ντουλοξετίνης έχει μελετηθεί σε 6 θηλάζουσες γυναίκες που βρίσκονταν τουλάχιστον 12 εβδομάδες μετά τον τοκετό. Η ντουλοξετίνη ανιχνεύεται στο μητρικό γάλα, και οι συγκεντρώσεις σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο μητρικό γάλα είναι περίπου το ένα τέταρτο των αντίστοιχων στο πλάσμα. Η ποσότητα της ντουλοξετίνης στο μητρικό γάλα είναι περίπου 7 μg/ημέρα ενώ με δοσολογία 40 mg δύο φορές ημερησίως. Η γαλουχία δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της ντουλοξετίνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η φαρμακοκινητική της ντουλοξετίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 7 έως 17 ετών με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή μετά την από του στόματος χορήγηση δοσολογικού σχήματος 20 έως 120 mg άπαξ ημερησίως χαρακτηρίστηκε χρησιμοποιώντας αναλύσεις πληθυσμιακών μοντέλων βάσει δεδομένων από 3 μελέτες. Οι προβλεπόμενες από το μοντέλο συγκεντρώσεις της ντουλοξετίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα παιδιατρικών ασθενών ήταν ως επί το πλείστον εντός του εύρους συγκεντρώσεων που έχει παρατηρηθεί στους ενήλικες ασθενείς.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - DULOXETINE/LICONSA 90MG/CAP
-
Περιεχόμενο καψακίου:
-
σφαιρίδια ζάχαρης (σιρόπι ζάχαρης, άμυλο καλαμποκιού, σακχαρόζη)
-
διασπορά συμπολυμερούς μεθακρυλικού οξέος-ακρυλικού αιθυλεστέρα (1:1) 30%
-
υπρομελλόζη
-
σακχαρόζη
-
άνυδρο κολλοειδές πυρίτιο
-
τάλκης
-
κιτρικός τριαιθυλεστέρας
-
μονοστεατικό γλυκερύλιο
-
κιτρικός τριαιθυλεστέρας
-
πολυσορβικό 80
-
-
Κέλυφος καψακίου:
-
Καψάκια 90 mg:
-
διοξείδιο του τιτανίου (E171)
-
ζελατίνη
-
FCF - FD&C Blue 1 (brilliant blue FCF)
-
FD&C Blue 2 (indigo carmine)
-
-
Καψάκια 120 mg:
-
διοξείδιο του τιτανίου (E171)
-
ζελατίνη
-
FD&C Blue 2 (indigo carmine)
-
κίτρινο οξείδιο σιδήρου (E172)
-
-
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30ºC
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία κυψέλης (blister) για να προστατεύεται από την υγρασία.
Κυψέλες αλουμινίου/αλουμινίου
Το σκληρό γαστροανθεκτικό καψάκιο Duloxetine/Liconsa 90 mg διατίθεται σε συσκευασίες των 28 και 98 καψακίων.
Το σκληρό γαστροανθεκτικό καψάκιο Duloxetine/Liconsa 120 mg διατίθεται σε συσκευασίες των 28 και 98 καψακίων.
Διαφανής κυψέλη PVC/PCTFE/φύλλο αλουμινίου
Το σκληρό γαστροανθεκτικό καψάκιο Duloxetine/Liconsa 90 mg διατίθεται σε συσκευασίες των 28 και 98 καψακίων.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.