JORVEZA OR.DISP.TA 0.5MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - JORVEZA 0.5MG/TAB
Το Jorveza ενδείκνυται για τη θεραπεία της ηωσινοφιλικής οισοφαγίτιδας (EoE) σε ενήλικες (ηλικίας άνω των 18 ετών).
Η θεραπεία με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να αρχίζει από γαστρεντερολόγο ή γιατρό έμπειρο στη διάγνωση και θεραπεία της ηωσινοφιλικής οισοφαγίτιδας.
Δοσολογία
Επαγωγή ύφεσης
Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 2 mg βουδεσονίδης ως ένα δισκίο του 1 mg το πρωί και ένα
δισκίο του 1 mg το βράδυ.
Η συνήθης διάρκεια της θεραπείας επαγωγής είναι 6 εβδομάδες. Για ασθενείς οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά κατά τη διάρκεια των 6 εβδομάδων, η θεραπεία μπορεί να επεκταθεί σε έως και 12 εβδομάδες.
Διατήρηση της ύφεσης
Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 1 mg βουδεσονίδης ως ένα δισκίο των 0,5 mg το πρωί και ένα δισκίο των 0,5 mg το βράδυ ή 2 mg βουδεσονίδης ως ένα δισκίο του 1 mg το πρωί και ένα δισκίο του 1 mg το βράδυ, ανάλογα με την ατομική κλινική απαίτηση του ασθενούς.
Δόση συντήρησης 1 mg βουδεσονίδης δύο φορές την ημέρα συνιστάται για ασθενείς με μακροχρόνιο ιστορικό νόσου ή/και υψηλό βαθμό οισοφαγικής φλεγμονής στην οξεία φάση της νόσου τους, βλ. επίσης παράγραφο 5.1.
Η διάρκεια της θεραπείας συντήρησης καθορίζεται από τον θεράποντα ιατρό.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Λόγω του ότι η βουδεσονίδη δεν απεκκρίνεται μέσω των νεφρών, οι ασθενείς με ήπια έως μέτρια δυσλειτουργία μπορούν να λάβουν θεραπεία με προσοχή με τις ίδιες δόσεις όπως οι ασθενείς χωρίς νεφρική δυσλειτουργία. Η βουδεσονίδη δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας ασθενών με ηπατική δυσλειτουργία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν βουδεσονίδη, τα επίπεδα της βουδεσονίδης αυξήθηκαν. Ωστόσο, δεν υπάρχει διαθέσιμη συστηματική μελέτη που διερευνά τα διαφορετικά επίπεδα της ηπατικής δυσλειτουργίας. Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Jorveza δισκία διασπειρόμενα στο στόμα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Το Jorveza 0,2 mg/mL πόσιμο εναιώρημα είναι διαθέσιμο για παιδιατρικούς ασθενείς με EoE.
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση.
Το δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα πρέπει να λαμβάνεται αμέσως μόλις αφαιρεθεί από τη συσκευασία κυψέλης.
Το δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα πρέπει να λαμβάνεται μετά από ένα γεύμα.
Πρέπει να τοποθετείται στην άκρη της γλώσσας και να πιέζεται απαλά επάνω στην υπερώα του στόματος, όπου και θα διαλυθεί. Αυτό συνήθως θα διαρκέσει τουλάχιστον δύο λεπτά, αλλά μπορεί να διαρκέσει έως 20 λεπτά. Η διεργασία αναβρασμού του δισκίου αρχίζει αφού το Joreveza έρθει σε επαφή με το σάλιο και διεγείρει την παραγωγή περαιτέρω σάλιου. Το φορτωμένο με βουδεσονίδη σάλιο πρέπει να καταπίνεται λίγο-λίγο καθώς το δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα διαλύεται. Το δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα δεν πρέπει να λαμβάνεται μαζί με υγρό ή τροφή.
Θα πρέπει να περάσουν τουλάχιστον 30 λεπτά πριν τη λήψη τροφής ή ποτού ή τη διενέργεια στοματικής υγιεινής. Οποιαδήποτε πόσιμα διαλύματα, εκνεφώματα ή μασώμενα δισκία πρέπει να χρησιμοποιούνται τουλάχιστον 30 λεπτά πριν ή μετά τη χορήγηση του Jorveza.
Το δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα δεν πρέπει να μασιέται ή να καταπίνεται αδιάλυτο. Αυτά τα μέτρα διασφαλίζουν τη βέλτιστη έκθεση του οισοφαγικού βλεννογόνου στη δραστική ουσία χρησιμοποιώντας τα προσκολλητικά χαρακτηριστικά των βλεννινών στο σάλιο.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Λοιμώξεις
Η καταστολή της φλεγμονώδους απόκρισης και της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος αυξάνει την ευαισθησία στις λοιμώξεις και τη σοβαρότητά τους. Τα συμπτώματα λοιμώξεων μπορεί να είναι άτυπα ή συγκαλυμένα.
Στις κλινικές μελέτες που διενεργήθηκαν με το Jorveza, στοματικές, στοματοφαρυγγικές και οισοφαγικές λοιμώξεις από candida έχουν παρατηρηθεί με υψηλή συχνότητα (βλ. παράγραφο 4.8).
Εάν ενδείκνυται, η συμπτωματική καντιντίαση του στόματος και του λαιμού μπορεί να αντιμετωπιστεί με τοπική ή συστηματική αντιμυκητιασική θεραπεία ενώ εξακολουθεί να συνεχίζεται η θεραπεία με το Jorveza.
Η ανεμοβλογιά, ο έρπης ζωστήρας και η ιλαρά μπορεί να έχουν σοβαρότερη πορεία σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με γλυκοκορτικοστεροειδή. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν έχουν περάσει αυτές τις ασθένειες, θα πρέπει να ελέγχεται η κατάσταση εμβολιασμού, και απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για να αποφευχθεί η έκθεση.
Εμβόλια
Η συγχορήγηση ζωντανών εμβολίων και γλυκοκορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς είναι πιθανό να μειώσει την ανοσολογική απόκριση στα εμβόλια. Η αντισωματική απόκριση σε άλλα εμβόλια μπορεί να μειωθεί.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με φυματίωση, υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, οστεοπόρωση, πεπτικό έλκος, γλαύκωμα, καταρράκτη, οικογενειακό ιστορικό διαβήτη ή οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος μπορεί να βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο να παρουσιάσουν συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες γλυκοκορτικοστεροειδών (βλ. παρακάτω και παράγραφο 4.8) και θα πρέπει επομένως να παρακολουθούνται για την εμφάνιση τέτοιων επιδράσεων.
Η μειωμένη ηπατική λειτουργία μπορεί να επηρεάσει την αποβολή της βουδεσονίδης, προκαλώντας υψηλότερη συστηματική έκθεση. Ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών (συστηματικές επιδράσεις γλυκοκορτικοστεροειδών) θα είναι αυξημένος. Ωστόσο, δεν υπάρχουν διαθέσιμα συστηματικά δεδομένα. Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία επομένως δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία.
Συστηματικές επιδράσεις γλυκοκορτικοστεροειδών
Συστηματικές επιδράσεις γλυκοκορτικοστεροειδών (π.χ. σύνδρομο Cushing, επινεφριδιακή καταστολή, καθυστέρηση της ανάπτυξης, καταρράκτης, γλαύκωμα, μειωμένη οστική πυκνότητα και ένα ευρύ φάσμα ψυχιατρικών επιδράσεων) μπορεί να εκδηλωθούν (βλ. επίσης παράγραφο 4.8). Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες εξαρτώνται από τη διάρκεια της θεραπείας, την ταυτόχρονη και προηγούμενη θεραπεία με γλυκοκορτικοστεροειδή και την ατομική ευαισθησία.
Αγγειοοίδημα
Αγγειοοίδημα έχει αναφερθεί με τη χρήση του Jorveza, κυρίως ως μέρος αλλεργικών αντιδράσεων που περιλάμβαναν εξάνθημα και κνησμό. Εάν παρατηρηθούν σημεία αγγειοοιδήματος, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Οπτική διαταραχή
Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) και που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
Άλλες προειδοποιήσεις
Τα γλυκοκορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν καταστολή του άξονα υποθάλαμος–υπόφυση–επινεφρίδια και να μειώσουν την αντίδραση στο στρες. Όταν ασθενείς πρόκειται να υποβληθούν σε χειρουργικές επεμβάσεις ή να βρεθούν σε άλλες στρεσογόνες καταστάσεις, συνιστάται επομένως συμπληρωματική συστηματική θεραπεία με γλυκοκορτικοστεροειδή.
Η ταυτόχρονη θεραπεία με κετοκοναζόλη ή άλλους αναστολείς του CYP3A4 πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).
Παρεμβολή στις οροδιαγνωστικές εξετάσεις
Επειδή η επινεφριδική λειτουργία πιθανώς να καταστέλλεται από τη θεραπεία με βουδεσονίδη, μια δοκιμασία διέγερσης της αδρενοκορτικοτρόπου ορμόνης για διάγνωση ανεπάρκειας της υπόφυσης μπορεί να έχει ψευδή αποτελέσματα (χαμηλές τιμές).
Περιεκτικότητα σε νάτριο
Τα Jorveza 0,5 mg και 1 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα περιέχουν 52 mg νατρίου ανά ημερήσια δόση, που ισοδυναμεί με 2,6% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Αναστολείς του CYP3A4
Η ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A όπως κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, ιτρακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, κομπισιστάτη και ο χυμός γκρέιπφρουτ μπορεί να προκαλέσουν έντονη αύξηση της συγκέντρωσης της βουδεσονίδης στο πλάσμα και αναμένεται να αυξήσουν τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών από τα κορτικοστεροειδή και σε αυτή την περίπτωση οι ασθενείς παρακολουθούνται για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες από τα κορτικοστεροειδή.
Δόση κετοκοναζόλης 200 mg από στόματος άπαξ ημερησίως περίπου 6πλασίασε τη συγκέντρωση της βουδεσονίδης στο πλάσμα (3 mg εφάπαξ δόση) κατά την ταυτόχρονη χορήγηση. Όταν η κετοκοναζόλη χορηγήθηκε περίπου 12 ώρες μετά τη βουδεσονίδη, οι συγκεντρώσεις της βουδεσονίδης στο πλάσμα σχεδόν 3πλασιάστηκαν.
Οιστρογόνα, από του στόματος αντισυλληπτικά
Αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και ενισχυμένες δράσεις των γλυκοκορτικοστεροειδών έχουν αναφερθεί σε γυναίκες που λαμβάνουν επίσης οιστρογόνα ή από του στόματος αντισυλληπτικά. Δεν έχει παρατηρηθεί τέτοια επίδραση με τη βουδεσονίδη και την ταυτόχρονη πρόσληψη χαμηλής δόσης από στόματος συνδυασμένων αντισυλληπτικών.
Καρδιακές γλυκοσίδες
Η δράση των γλυκοσιδών μπορεί να ενισχυθεί από την ανεπάρκεια καλίου, το οποίο αποτελεί πιθανή και γνωστή ανεπιθύμητη ενέργεια των γλυκοκορτικοειδών.
Αλατοδιουρητικά
Η ταυτόχρονη χρήση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ενισχυμένη αποβολή καλίου και επιδεινωμένη υποκαλιαιμία.
Κύηση
Η χορήγηση κατά την κύηση πρέπει να αποφεύγεται εκτός και εάν υπάρχουν λόγοι που καθιστούν τη θεραπεία με το Jorveza αναγκαία. Υπάρχουν λίγα δεδομένα σχετικά με την έκβαση κυήσεων έπειτα από στόματος χορήγηση βουδεσονίδης σε ανθρώπους. Παρόλο που δεδομένα από τη χρήση εισπνεόμενης βουδεσονίδης σε μεγάλο αριθμό εκτεθειμένων κυήσεων δεν κατέδειξαν καμία ανεπιθύμητη ενέργεια, η μέγιστη συγκέντρωση της βουδεσονίδης στο πλάσμα αναμένεται να είναι υψηλότερη κατά τη θεραπεία με το Jorveza σε σύγκριση με την εισπνεόμενη βουδεσονίδη. Σε κυοφορούντα ζώα, η βουδεσονίδη, όπως και άλλα γλυκοκορτικοστεροειδή, αποδείχθηκε ότι προκαλεί ανωμαλίες στην εμβρυϊκή ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3). Η σημασία του ευρήματος αυτού στον άνθρωπο δεν έχει τεκμηριωθεί.
Θηλασμός
Η βουδεσονίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα (υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την απέκκριση έπειτα από εισπνεόμενη χρήση). Εντούτοις, μόνο μικρές επιδράσεις αναμένονται στο θηλάζον βρέφος έπειτα από την από στόματος χρήση του Jorveza εντός του εύρους των θεραπευτικών δόσεων. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία με το Jorveza λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της βουδεσονίδης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Σε μελέτες σε ζώα η γονιμότητα δεν επηρεάστηκε έπειτα από αγωγή με βουδεσονίδη (βλ.
παράγραφο 5.3).
Το Jorveza δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Μυκητιασικές λοιμώξεις στο στόμα, τον φάρυγγα και τον οισοφάγο ήταν οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με τη μεγαλύτερη συχνότητα στις κλινικές μελέτες με το Jorveza. Στις κλινικές μελέτες BUL-1/EEA και BUL-2/EER, ένα σύνολο 44 από τους 268 ασθενείς (16,4%) που εκτέθηκαν στο Jorveza παρουσίασαν περιστατικά πιθανολογούμενων μυκητιασικών λοιμώξεων που
συσχετίστηκαν με κλινικά συμπτώματα, τα οποία ήταν όλα ήπιας ή μέτριας έντασης. Ο συνολικός αριθμός των λοιμώξεων (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διαγνώσθηκαν μέσω ενδοσκόπησης και ιστολογικής εξέτασης χωρίς συμπτώματα) ήταν 92, οι οποίες παρουσιάστηκαν σε 72 από τους
268 ασθενείς (26,9%). Η μακροχρόνια θεραπεία με το Jorveza έως 3 έτη (48 εβδομάδες στην BUL-2/EER ακολουθούμενες από θεραπεία ανοικτής επισήμανσης 96 εβδομάδων) δεν αύξησε το ποσοστό των ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένης της τοπικής καντιντίασης.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες με το Jorveza παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα, κατά κατηγορία/οργανικό σύστημα και συχνότητα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA. Οι συχνότητες καθορίζονται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως
<1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) ή μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Kατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένωνMedDRA | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Οισοφαγική καντιντίαση, στοματική ή/και στοματοφαρυγγικήκαντιντίαση | Ρινοφαρυγγίτιδα, φαρυγγίτιδα | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικούσυστήματος | Αγγειοοίδημα | ||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Διαταραχή του ύπνου | Άγχος, διέγερση | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, δυσγευσία | Ζάλη | |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Ξηροφθαλμία | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπέρταση | ||
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχέςμεσοθωρακίου | Βήχας, ξηρότητα του λαιμού, στοματοφαρυγγικόςπόνος | ||
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, ναυτία, παραισθησία του στόματος, δυσπεψία, πόνος στην άνω κοιλιακή χώρα, ξηροστομία, γλωσσοδυνία, διαταραχή της γλώσσας,στοματικός έρπης | Κοιλιακός πόνος, κοιλιακή διάταση, δυσφαγία, διαβρωτική γαστρίτιδα, γαστρικό έλκος, οίδημα των χειλιών, πόνος στα ούλα | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα, κνίδωση | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέσηχορήγησης | Κόπωση | Αίσθημα ξένου σώματος | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μειωμένη κορτιζόλη στο αίμα | Μειωμένηοστεοκαλσίνη, αυξημένο βάρος |
Οι ακόλουθες γνωστές ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπευτικής κατηγορίας (κορτικοστεροειδή, βουδεσονίδη) θα μπορούσαν επίσης να εκδηλωθούν με το Jorveza (συχνότητα = μη γνωστή).
| Kατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένωνMedDRA | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αυξημένος κίνδυνος λοίμωξης |
| Ενδοκρινικές διαταραχές | Σύνδρομο Cushing, επινεφριδιακή καταστολή,καθυστέρηση ανάπτυξης στα παιδιά |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Υποκαλιαιμία, υπεργλυκαιμία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Κατάθλιψη, ευερεθιστότητα, ευφορία, ψυχοκινητικήυπερενεργητικότητα, επιθετικότητα |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ψευδοόγκος εγκεφάλου συμπεριλαμβανομένου του θηλώδους οιδήματος στους εφήβους |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Γλαύκωμα, καταρράκτης (συμπεριλαμβανομένου του υποκαψικού καταρράκτη), όραση θολή, κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) (βλ. επίσηςπαράγραφο 4.4) |
| Αγγειακές διαταραχές | Αυξημένος κίνδυνος θρόμβωσης, αγγειίτιδα (σύνδρομο στέρησης μετά από μακροχρόνια θεραπεία) |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Έλκη στον δωδεκαδάκτυλο, παγκρεατίτιδα, δυσκοιλιότητα |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αλλεργικό εξάνθημα, πετέχειες, καθυστερημένη επούλωση πληγών, δερματίτιδα εξ επαφής, εκχύμωση |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυαλγία και αρθραλγία, μυϊκή αδυναμία και μυϊκές δεσμιδώσεις, οστεοπόρωση, οστεονέκρωση |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Αίσθημα κακουχίας |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - JORVEZA 0.5MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιδιαρροϊκά, εντερικοί αντιφλεγμονώδεις/αντιμολυσματικοί παράγοντες, κορτικοστεροειδή τοπικώς δρώντα, κωδικός ATC: A07EA06
Μηχανισμός δράσης
Η βουδεσονίδη είναι ένα μη αλογονωμένο γλυκοκορτικοστεροειδές, το οποίο έχει κυρίως
αντιφλεγμονώδη δράση μέσω σύνδεσης στον υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών. Στη θεραπεία της EoE με το Jorveza, η βουδεσονίδη αναστέλλει τη διεγειρόμενη από αντιγόνα έκκριση πολλών προφλεγμονωδών μορίων σηματοδότησης όπως η θυμική στρωματική λεμφοποιητίνη, η
ιντερλευκίνη-13 και η ηωταξίνη-3 στο οισοφαγικό επιθήλιο, με αποτέλεσμα σημαντική μείωση στο οισοφαγικό ηωσινοφιλικό φλεγμονώδες διήθημα.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διπλά τυφλή κλινική μελέτη φάσης III (BUL-1/EEA) που συμπεριέλαβε 88 ενήλικες ασθενείς με ενεργό EoE (αναλογία τυχαιοποίησης: 2:1), 1 mg βουδεσονίδης χορηγούμενο δύο φορές την ημέρα ως δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα για
6 εβδομάδες προκάλεσε κλινικοπαθολογική ύφεση (οριζόμενη ως μέγιστη τιμή
< 16 ηωσινοφίλων/mm2 πεδίου υψηλής ισχύος στις βιοψίες οισοφάγου και απουσία ή μόνο ελάχιστη παρουσία συμπτωμάτων δυσφαγίας ή πόνου κατά τη διάρκεια της κατάποσης) σε 34 από 59 ασθενείς (57,6%) έναντι 0/29 ασθενείς (0%) στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Η επέκταση ανοικτής επισήμανσης της θεραπείας με 1 mg βουδεσονίδης ως δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα δύο φορές την ημέρα για 6 περαιτέρω εβδομάδες σε ασθενείς χωρίς ύφεση στη διπλά τυφλή φάση αύξησε το ποσοστό των ασθενών με κλινικοπαθολογική ύφεση σε 84,7%.
Σε μια τυχαιοποημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διπλά τυφλή κλινική μελέτη φάσης III (BUL-2/EER) που συμπεριέλαβε 204 ενήλικες ασθενείς με EoE σε κλινικοπαθολογική ύφεση, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία με 0,5 mg βουδεσονίδης δύο φορές την ημέρα (BID), 1 mg βουδεσονίδης BID, ή εικονικό φάρμακο (όλα χορηγούμενα ως δισκία διασπειρόμενα στο στόμα) για 48 εβδομάδες. Πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό ασθενών χωρίς θεραπευτική αποτυχία, με τη θεραπευτική αποτυχία οριζόμενη ως κλινική υποτροπή (σοβαρότητα της δυσφαγίας ή του πόνου κατά τη διάρκεια της κατάποσης ≥4 βαθμών σε μια αριθμητική κλίμακα αξιολόγησης 0-10, αντίστοιχα), ή/και ιστολογική υποτροπή (μέγιστη τιμή ≥ 48 ηωσινοφίλων/mm2 πεδίου υψηλής ισχύος), ή/και ενσφήνωση τροφής που να απαιτεί ενδοσκοπική παρέμβαση, ή/και ανάγκη για ενδοσκοπική διαστολή, ή/και πρόωρη απόσυρση για οποιονδήποτε λόγο. Σημαντικά περισσότεροι ασθενείς στην ομάδα 0,5 mg BID (73,5%) και στην ομάδα 1 mg BID (75,0%) ήταν χωρίς θεραπευτική αποτυχία κατά την εβδομάδα 48 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (4,4%).
Το πιο αυστηρό δευτερεύον καταληκτικό σημείο «βαθιά ύφεση της νόσου», δηλ. βαθιά κλινική, βαθιά ενδοσκοπική και ιστολογική ύφεση, έδειξε κλινικά σχετική υψηλότερη αποτελεσματικότητα στην ομάδα 1 mg BID (52,9%) σε σύγκριση με την ομάδα 0,5 mg BID (39,7%), υποδεικνύοντας ότι η υψηλότερη δόση βουδεσονίδης αποτελεί πλεονέκτημα για την επίτευξη και διατήρηση βαθιάς ύφεσης της νόσου.
Η διπλά τυφλή περίοδος ακολουθήθηκε από προαιρετική θεραπεία ανοικτής επισήμανσης
96 εβδομάδων με συνιστώμενη δόση 0,5 mg βουδεσονίδης BID ή έως 1 mg βουδεσονίδης BID. Πάνω από το 80% των ασθενών διατήρησαν κλινική ύφεση (που ορίζεται ως εβδομαδιαίος Δείκτης Δραστηριότητας Ηωσινοφιλικής Οισοφαγίτιδας-Pro ≤ 20) κατά τη διάρκεια της περιόδου των
96 εβδομάδων, ενώ μόνο 2/166 ασθενείς (1,2%) παρουσίασαν ενσφήνωση τροφής. Επιπλέον, 40/49 ασθενείς (81,6%) διατήρησαν βαθιά ιστολογική ύφεση (0 ηωσινόφιλα/mm2 πεδίου υψηλής
ισχύος σε όλες τις βιοψίες) από την έναρξη της μελέτης BUL-2/EER έως το τέλος της θεραπείας της περιόδου ανοικτής επισήμανσης 96 εβδομάδων. Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου έως 3 ετών (δηλ. θεραπεία ανοικτής επισήμανσης 96 εβδομάδων με το Jorveza, μετά από διπλά τυφλή θεραπεία συντήρησης 48 εβδομάδων με το Jorveza) δεν παρατηρήθηκε απώλεια της αποτελεσματικότητας.
Για πληροφορίες σχετικά με τις παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, βλ. παράγραφο 4.8.
Απορρόφηση
Μετά τη χορήγηση του Jorveza, η βουδεσονίδη απορροφάται ταχέως. Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσεων 1 mg βουδεσονίδης σε υγιή άτομα σε νηστεία σε δύο διαφορετικές μελέτες δείχνουν διάμεσο χρόνο καθυστέρησης 0,17 ωρών (εύρος 0,00 – 0,52 ώρες) και διάμεσο χρόνο μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα 1,00 – 1,22 ωρών (εύρος 0,50 – 2,00 ώρες). Η μέση
συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν 0,44 ± 0,49 ng/mL (εύρος 0,18 – 1,05 ng/mL) και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου (AUC0-∞) ήταν 1,50 – 2,23 hr*ng/mL (εύρος
0,81 – 5,14 hr*ng/mL).
Φαρμακοκινητικά δεδομένα εφάπαξ δόσεων σε ασθενείς σε νηστεία με EoE είναι διαθέσιμα με 4 mg βουδεσονίδης: Ο διάμεσος χρόνος καθυστέρησης ήταν 0,00 ώρες (εύρος 0,00 – 0,17), ο διάμεσος χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν 1,00 ώρα (εύρος 0,67 – 2,00 ώρες)· η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν 2,56 ± 1,36 ng/mL και η AUC0-12 ήταν 8,96 ± 4,21 hr*ng/mL.
Οι ασθενείς έδειξαν 35% αύξηση στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και 60% αύξηση στην AUC0-12 σε σύγκριση με υγιή άτομα.
Έχει καταδειχθεί η αναλογικότητα δόσης της συστηματικής έκθεσης (Cmax και AUC) από τα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα των 0,5 mg στα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα του 1 mg.
Κατανομή
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής μετά την από του στόματος χορήγηση 1 mg βουδεσονίδης σε υγιή άτομα ήταν 35,52 ± 14,94 l/kg και 42,46 ± 23,90 l/kg μετά τη χορήγηση 4 mg βουδεσονίδης σε ασθενείς με EoE. Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι κατά μέσο όρο 85-90%.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της βουδεσονίδης είναι μειωμένος όταν ασθενείς με EoE συγκρίθηκαν με υγιή άτομα με αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις της βουδεσονίδης στο πλάσμα.
Η βουδεσονίδη υπόκειται σε εκτεταμένο βιομετασχηματισμό από το CYP3A4 στον βλεννογόνο του λεπτού εντέρου και στο ήπαρ σε μεταβολίτες με χαμηλή γλυκοκορτικοστεροειδική δράση. Η γλυκοκορτικοστεροειδική δράση των βασικών μεταβολιτών, 6β-υδροξυβουδεσονίδης και
16α-υδροξυπρεδνιζολόνης, είναι λιγότερη από το 1% αυτής της βουδεσονίδης. Το CYP3A5 δεν συνεισφέρει σημαντικά στον μεταβολισμό της βουδεσονίδης.
Αποβολή
Ο διάμεσος χρόνος ημιζωής της αποβολής είναι 2 - 3 ώρες σε υγιείς εθελοντές (που έλαβαν 1 mg βουδεσονίδης) και 4 - 5 ώρες σε ασθενείς με EoE (που έλαβαν 4 mg βουδεσονίδης). Η κάθαρση της βουδεσονίδης είναι περίπου 13 – 15 l/ώρα/kg σε υγιείς εθελοντές και 6,54 ± 4,4 l/ώρα/kg σε ασθενείς με EoE. Η βουδεσονίδη αποβάλλεται σε ελάχιστες ποσότητες μόνο, εάν όχι καθόλου, από τους νεφρούς. Δεν ανιχνεύθηκε βουδεσονίδη, παρά μόνο μεταβολίτες της βουδεσονίδης στα ούρα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Μια ουσιαστική ποσότητα βουδεσονίδης μεταβολίζεται στο ήπαρ από το CYP3A4. Η συστηματική έκθεση της βουδεσονίδης είναι σημαντικά αυξημένη σε ασθενείς με βαριά επηρεασμένη ηπατική λειτουργία. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες με το Jorveza σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - JORVEZA 0.5MG/TAB
Jorveza 0,5 mg και 1 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα
Όξινο κιτρικό δινάτριο Νατριούχος δοκουσάτη Μακρογόλη (6000) Στεατικό μαγνήσιο Μαννιτόλη (E 421)
Άνυδρο κιτρικό μονονάτριο Ποβιδόνη (K25)
Όξινο ανθρακικό νάτριο Σουκραλόζη
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 °C. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως και την υγρασία.
Κυψέλη αλουμινίου/αλουμινίου.
Jorveza 0,5 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα
Συσκευασίες των 20, 60, 90, 100 ή 200 δισκίων διασπειρόμενων στο στόμα.
Jorveza 1 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα
Συσκευασίες των 20, 30, 60, 90, 100 ή 200 δισκίων διασπειρόμενων στο στόμα. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.