Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

PRIVIGEN SOL.INF 100MG/ML

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ.ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΣΗ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
4
1
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

PRIVIGEN SOL.INF 100MG/ML

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΔΙΑΛΥΜΑ ΓΙΑ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

CSL BEHRING GMBH, MARBURG, GERMANY

Τελευταία ενημέρωση SmPC

30/7/2026
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - PRIVIGEN 100MG/ML

Ενδείξεις

Θεραπεία υποκατάστασης σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους (ηλικίας 0-18 ετών) σε:

  • Σύνδρομα πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας (PID) με μειωμένη παραγωγή αντισωμάτων (βλ. παράγραφο 4.4).

  • Δευτερογενείς ανοσοανεπάρκειες (SID) σε ασθενείς που πάσχουν από σοβαρές ή υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, αναποτελεσματική αντιμικροβιακή αγωγή και είτε αποδεδειγμένη ανεπάρκεια αντισωμάτων (PSAF)* είτε επίπεδα IgG ορού < 4 g/l.

    * PSAF = αποτυχία επίτευξης τουλάχιστον διπλάσιας αύξησης του τίτλου αντισώματος IgG σε εμβόλια πνευμονιοκοκκικού πολυσακχαρίτη και πολυπεπτιδικού αντιγόνου.

    Προφύλαξη πριν/μετά την έκθεση στην ιλαρά για επίνοσους ενήλικες, παιδιά και εφήβους (0-18 ετών) στους οποίους η ενεργητική ανοσοποίηση αντενδείκνυται ή δεν συνιστάται.

    Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες συστάσεις για την ενδοφλέβια χρήση ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης στην προφύλαξη πριν/μετά την έκθεση στην ιλαρά και την ενεργητική ανοσοποίηση.

    Ανοσορρύθμιση σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους (ηλικίας 0-18 ετών) σε:

  • Πρωτοπαθή αυτοάνοση θρομβοπενία (ITP), σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο αιμορραγίας ή πριν από χειρουργική επέμβαση για τη διόρθωση του αριθμού των αιμοπεταλίων.

  • Σύνδρομο Guillain-Barré.

  • Νόσο Kawasaki (σε συνδυασμό με ακετυλοσαλικυλικό οξύ, βλ. παράγραφο 4.2).

  • Χρόνια φλεγμονώδη απομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια (CIDP). Υπάρχει περιορισμένη μόνο εμπειρία με τη χρήση ενδοφλέβιων ανοσοσφαιρινών σε παιδιά με CIDP.

  • Πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (MMN).

Δοσολογία

Η θεραπεία με IVIg θα πρέπει να ξεκινά και να παρακολουθείται υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στη θεραπεία διαταραχών του ανοσοποιητικού συστήματος.

Δοσολογία

Η δόση και το δοσολογικό σχήμα εξαρτώνται από την ένδειξη.

Η δόση μπορεί να χρειαστεί να εξατομικευτεί για κάθε ασθενή ανάλογα με την κλινική απόκριση. Τα παρακάτω δοσολογικά σχήματα παρατίθενται ως κατευθυντήρια γραμμή. Η δόση με βάση το βάρος σώματος μπορεί να απαιτεί προσαρμογή σε ελλιποβαρείς ή υπέρβαρους ασθενείς.

Τα ακόλουθα δοσολογικά σχήματα παρέχονται ως κατευθυντήρια γραμμή.

Θεραπεία υποκατάστασης σε σύνδρομα πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας (PID)

Με το δοσολογικό σχήμα πρέπει να επιτευχθεί ελάχιστο επίπεδο IgG (που μετράται πριν από την επόμενη έγχυση) τουλάχιστον 6 g/l ή εντός του φυσιολογικού εύρους τιμών για την πληθυσμιακή ηλικία. Απαιτούνται 3-6 μήνες μετά από την έναρξη της θεραπείας για να επέλθει εξισορρόπηση (επίπεδα IgG σταθερής κατάστασης). Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 0,4 έως 0,8 g/kg βάρους σώματος (ΒΣ) χορηγούμενη εφάπαξ, ακολουθούμενη από τουλάχιστον 0,2 g/kg ΒΣ κάθε

3-4 εβδομάδες.

Η δόση που απαιτείται για να επιτευχθεί ένα ελάχιστο επίπεδο IgG 6 g/l είναι της τάξης των

0,2-0,8 g/kg ΒΣ/μήνα. Το δοσολογικό μεσοδιάστημα όταν επιτευχθεί η σταθερή κατάσταση ποικίλλει από 3-4 εβδομάδες.

Τα ελάχιστα επίπεδα IgG θα πρέπει να μετρώνται και να αξιολογούνται σε συνδυασμό με την επίπτωση μόλυνσης. Για να μειωθεί το ποσοστό μικροβιακών μολύνσεων, μπορεί να είναι απαραίτητο να μειωθεί η δοσολογία και να στοχεύονται υψηλότερες τιμές ελαχίστων επιπέδων.

Θεραπεία υποκατάστασης σε δευτερογενείς ανοσοανεπάρκειες (όπως ορίζονται στο 4.1)

Με το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να επιτευχθεί ελάχιστο επίπεδο IgG (που μετράται πριν την επόμενη έγχυση) τουλάχιστον 6 g/l ή εντός του φυσιολογικού εύρους τιμών για την πληθυσμιακή ηλικία. Η συνιστώμενη δόση είναι 0,2-0,4 g/kg ΒΣ κάθε 3-4 εβδομάδες.

Τα ελάχιστα επίπεδα IgG θα πρέπει να μετρώνται και να αξιολογούνται σε συνδυασμό με τη συχνότητα εμφάνισης της μόλυνσης. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται όπως είναι απαραίτητο ώστε να επιτευχθεί η βέλτιστη προστασία από τις λοιμώξεις. Μια αύξηση των δόσεων μπορεί να είναι απαραίτητη σε ασθενείς με επίμονη λοίμωξη. Μπορεί να ληφθεί υπόψη μια μείωση των δόσεων όταν ο ασθενής παραμένει χωρίς μόλυνση.

Προφύλαξη πριν/μετά την έκθεση στην ιλαρά

Προφύλαξη μετά την έκθεση

Εάν ένας επίνοσος ασθενής έχει εκτεθεί στην ιλαρά, μια δόση 0,4 g/kg χορηγούμενη το συντομότερο δυνατόν και εντός 6 ημερών από την έκθεση θα πρέπει να παράσχει αντισώματα στην ιλαρά σε επίπεδο >240 mIU/ml στον ορό, για τουλάχιστον 2 εβδομάδες Τα επίπεδα στον ορό θα πρέπει να ελεγχθούν μετά από 2 εβδομάδες και να καταγραφούν. Μπορεί να είναι απαραίτητη η επαναληπτική χορήγηση και άλλης δόσης των 0,4 g/kg, πιθανώς μία φορά μετά από 2 εβδομάδες, ώστε να διατηρηθεί το επίπεδο >240 mIU/ml στον ορό.

Εάν ένας ασθενής με PID/SID έχει εκτεθεί στην ιλαρά και λαμβάνει τακτικά εγχύσεις IVIg, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης μίας επιπλέον δόσης IVIg το συντομότερο δυνατόν και εντός 6 ημερών από την έκθεση. Μία δόση των 0,4 g/kg θα πρέπει να παράσχει αντισώματα στην ιλαρά σε επίπεδο >240 mIU/ml στον ορό, για τουλάχιστον 2 εβδομάδες.

Προφύλαξη πριν την έκθεση

Εάν ένας ασθενής με PID/SID διατρέχει κίνδυνο μελλοντικής έκθεσης στην ιλαρά και λαμβάνει δόση συντήρησης με IVIg κάτω των 0,53 g/kg κάθε 3-4 εβδομάδες, αυτή η δόση πρέπει να αυξηθεί μία φορά στα 0,53 g/kg. Αυτό θα πρέπει να παράσχει αντισώματα στην ιλαρά σε επίπεδο >240 mIU/ml στον ορό, για τουλάχιστον 22 ημέρες μετά την έγχυση.

Ανοσορρύθμιση σε:

Πρωτοπαθής αυτοάνοση θρομβοπενία (ITP)

Υπάρχουν δύο εναλλακτικά προγράμματα θεραπείας:

  • 0,8-1g/kg ΒΣ χορηγούμενα την ημέρα 1. Αυτή η δόση μπορεί να επαναληφθεί μία φορά εντός

    3 ημερών.

  • 0,4 g/kg ΒΣ χορηγούμενα ημερησίως για 2-5 ημέρες. Η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί εάν εμφανιστεί υποτροπή.

Σύνδρομο Guillain-Barré

0,4 g/kg ΒΣ/ημέρα για περίοδο 5 ημερών (πιθανή επανάληψη της δοσολογίας σε περίπτωση υποτροπής).

Νόσος Kawasaki

2,0 g/kg ΒΣ θα πρέπει να χορηγούνται ως μία εφάπαξ δόση. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με ακετυλοσαλικυλικό οξύ.

Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια (CIDP)*

Δόση έναρξης: 2 g/kg ΒΣ διαιρεμένη σε 2-5 διαδοχικές ημέρες

Δόσεις συντήρησης: 1 g/kg ΒΣ διαιρεμένες σε 1-2 διαδοχικές ημέρες κάθε 3 εβδομάδες.

Η επίδραση της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται μετά από κάθε κύκλο. Εάν παρατηρηθεί ανεπαρκής επίδραση θεραπείας μετά από 6 μήνες, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.

Εάν η θεραπεία είναι αποτελεσματική, η μακροχρόνια θεραπεία θα πρέπει να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των ιατρών με βάση την ανταπόκριση του ασθενούς και την ανταπόκριση στη θεραπεία συντήρησης. Η δοσολογία και τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων μπορεί να πρέπει να προσαρμοστούν ανάλογα με την ατομική εξέλιξη της νόσου.

Πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (MMN)

Δόση έναρξης: 2 g/kg διαιρεμένη σε 2-5 συνεχόμενες ημέρες.

Δόση συντήρησης: 1 g/kg κάθε 2-4 εβδομάδες ή 2 g/kg κάθε 4-8 εβδομάδες.

Η επίδραση της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται μετά από κάθε κύκλο. Εάν δεν παρατηρηθεί επίδραση θεραπείας μετά από 6 μήνες, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.

Εάν η θεραπεία είναι αποτελεσματική, η μακροχρόνια θεραπεία θα πρέπει να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των ιατρών με βάση την ανταπόκριση του ασθενούς και την ανταπόκριση συντήρησης. Η δοσολογία και τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων μπορεί να πρέπει να προσαρμοστούν ανάλογα με την ατομική εξέλιξη της νόσου.

Οι συστάσεις δοσολογίας συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα:

Ένδειξη Δόση Συχνότητα ενέσεων
Θεραπεία υποκατάστασης
Σύνδρομα πρωτοπαθούς Δόση έναρξης:
ανοσοανεπάρκειας (PID) 0,4 – 0,8 g/kg
Δόση συντήρησης: κάθε 3-4 εβδομάδες
0,2 – 0,8 g/kg
Δευτεροπαθείς Ανοσοανεπάρκειες (όπως ορίζονται στο 4.1) 0,2 – 0,4 g/kg κάθε 3-4 εβδομάδες
Προφύλαξη από ιλαρά πριν/μετά την έκθεση:
Προφύλαξη μετά από έκθεση σε επίνοσους ασθενείς 0,4 g/kg Το συντομότερο δυνατόν και εντός 6 ημερών, με πιθανή επανάληψη μία φορά μετά από 2 εβδομάδες για τη διατήρηση του επιπέδου αντισωμάτων στην ιλαρά στον ορό>240 mIU/ml
Προφύλαξη μετά από έκθεση σε ασθενείς με PID/SID 0,4 g/kg Συμπληρωματικά στη θεραπεία συντήρησης, χορηγούμενη ωςεπιπλέον δόση εντός 6 ημερών από την έκθεση
Προφύλαξη πριν από έκθεση σε ασθενείς με PID/SID 0,53 g/kg Εάν ένας ασθενής λαμβάνει δόση συντήρησης κάτω των 0,53 g/kg κάθε 3-4 εβδομάδες, αυτή η δόση θα πρέπει να αυξηθεί μία φορά σε τουλάχιστον 0,53 g/kg
Ανοσορρύθμιση
Πρωτοπαθής αυτοάνοση θρομβοπενία (ITP) 0,8 - 1 g/kgή την ημέρα 1, μπορεί να επαναληφθεί μία φορά εντός 3 ημερών
0,4 g/kg/ημέρα για 2-5 ημέρες
Σύνδρομο Guillain-Barré 0,4 g/kg/ημέρα για 5 ημέρες
Νόσος Kawasaki 2 g/kg σε μία δόση σε συνδυασμό με ακετυλοσαλικυλικό οξύ
Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια (CIDP)* Δόση έναρξης: 2 g/kg σε διαιρεμένες δόσεις για 2-5 ημέρες
Δόση συντήρησης:1 g/kg κάθε 3 εβδομάδες σε διαιρεμένες δόσεις για 1-2 ημέρες
Πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (MMN) Δόση έναρξης: 2 g/kg σε διαιρεμένες δόσειςγια 2-5 συνεχόμενες ημέρες
Δόση συντήρησης:
1 g/kg κάθε 2-4 εβδομάδες
ή ή
2 g/kg κάθε 4-8 εβδομάδες σε διαιρεμένες δόσεις για 2-5 ημέρες

*Η δόση βασίζεται στη δόση που χρησιμοποιήθηκε σε κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν με το Privigen. Η διάρκεια θεραπείας πέραν των 25 εβδομάδων θα πρέπει να εναπόκειται στην κρίση των ιατρών, με βάση την ανταπόκριση του ασθενούς και τη μακροπρόθεσμη απόκριση στη θεραπεία συντήρησης. Η δοσολογία και τα μεσοδιαστήματα ενδέχεται να πρέπει να υιοθετούνται με βάση την πορεία της νόσου σε κάθε ασθενή.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η δοσολογία σε παιδιά και εφήβους (0-18 ετών) δεν διαφέρει από εκείνη των ενηλίκων, καθώς η δοσολογία για κάθε ένδειξη υπολογίζεται με βάση το βάρος σώματος και πρέπει να προσαρμόζεται στην κλινική έκβαση των προαναφερόμενων καταστάσεων.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες ενδείξεις που να απαιτούν προσαρμογή της δόσης.

Νεφρική δυσλειτουργία

Καμία προσαρμογή της δόσης εκτός αν δικαιολογείται κλινικά, βλ. παράγραφο 4.4.

Ηλικιωμένοι

Καμία προσαρμογή δόσης εκτός αν δικαιολογείται κλινικά, βλ. παράγραφο 4.4. Τρόπος χορήγησης

Για ενδοφλέβια χρήση.

Το Privigen θα πρέπει να εγχύεται ενδοφλέβια με αρχικό ρυθμό έγχυσης 0,3 ml/kg/ώρα για περίπου 30 λεπτά. Εάν γίνεται καλά ανεκτός (βλ. παράγραφο 4.4), ο ρυθμός χορήγησης μπορεί να αυξηθεί σταδιακά έως 4,8 ml/kg/ώρα.

Στους ασθενείς με PID, στους οποίους ο ρυθμός έγχυσης των 4,8 ml/kg/ώρα γίνεται καλά ανεκτός, μπορεί να γίνει περαιτέρω σταδιακή αύξησή του έως το μέγιστο των 7,2 ml/kg/ώρα.

Εάν είναι επιθυμητή η αραίωση πριν την έγχυση, το Privigen μπορεί να αραιωθεί με διάλυμα γλυκόζης 5% σε τελική συγκέντρωση 50 mg/ml (5%). Για οδηγίες, δείτε την παράγραφο 6.6.

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία (ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παραγράφους 4.4 και 6.1).

Ασθενείς με επιλεκτική ανεπάρκεια IgA που ανέπτυξαν αντισώματα σε IgA, καθώς η χορήγηση ενός προϊόντος που περιέχει IgA μπορεί να προκαλέσει αναφυλαξία.

Ασθενείς με υπερπρολιναιμία τύπου Ι ή ΙΙ.

Προειδοποιήσεις

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα

και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος θα πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Ορισμένες σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις μπορεί να σχετίζονται με τον ρυθμό έγχυσης. Ο συνιστώμενος ρυθμός έγχυσης που δίδεται στην παράγραφο 4.2 πρέπει να ακολουθείται πιστά. Οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται προσεκτικά και να παρακολουθούνται στενά ως προς οποιαδήποτε συμπτώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου έγχυσης.

Ορισμένες ανεπιθύμητες αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν πιο συχνά:

  • σε περίπτωση υψηλού ρυθμού έγχυσης,

  • σε ασθενείς με υπογαμμασφαιριναιμία ή αγαμμασφαιριναιμία, με ή χωρίς ανεπάρκεια IgA,

  • σε ασθενείς που λαμβάνουν ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη για πρώτη φορά ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, εάν γίνεται αλλαγή στο προϊόν ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης ή όταν έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση.

    Πιθανές επιπλοκές μπορούν συχνά να αποφευχθούν επιβεβαιώνοντας ότι οι ασθενείς:

  • δεν είναι ευαίσθητοι στην ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη εγχύοντας αρχικά το προϊόν αργά (0,3 ml/kg ΒΣ/ώρα),

  • παρακολουθούνται προσεκτικά ως προς οποιαδήποτε συμπτώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου έγχυσης. Ειδικότερα, ασθενείς πρωτοθεραπευόμενοι με ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη, ασθενείς οι οποίοι άλλαξαν από ένα εναλλακτικό προϊόν IVIg ή εάν έχει περάσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση, θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της πρώτης έγχυσης και για την πρώτη ώρα μετά την πρώτη έγχυση προκειμένου να ανιχνευθούν δυνητικά ανεπιθύμητα σημεία. Όλοι οι άλλοι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον 20 λεπτά μετά από τη χορήγηση.

    Σε περίπτωση ανεπιθύμητης αντίδρασης, θα πρέπει είτε να μειωθεί ο ρυθμός χορήγησης είτε να διακοπεί η έγχυση. Η απαιτούμενη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση και τη σοβαρότητα της ανεπιθύμητης αντίδρασης.

    Σε όλους τους ασθενείς, η χορήγηση IVIg απαιτεί:

  • επαρκή ενυδάτωση πριν από την έναρξη της έγχυσης της IVIg

  • παρακολούθηση της παραγωγής ούρων

  • παρακολούθηση των επιπέδων κρεατινίνης στον ορό

  • αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης διουρητικών της αγκύλης (βλ. παράγραφο 4.5).

Για τους πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη, για τους οποίους απαιτείται αραίωση του Privigen σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η παρουσία γλυκόζης στον συνιστώμενο διαλύτη.

Υπερευαισθησία

Οι πραγματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας είναι σπάνιες. Μπορούν να παρουσιαστούν σε ασθενείς με αντισώματα αντι-IgA.

Η IVIg δεν ενδείκνυται σε ασθενείς με επιλεκτική ανεπάρκεια IgA, στους οποίους η ανεπάρκεια σε IgA αποτελεί την μόνη διαταραχή που προκαλεί ανησυχία.

Σπανίως, η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη μπορεί να προκαλέσει πτώση της αρτηριακής πίεσης με αναφυλακτοειδή αντίδραση, ακόμη και σε ασθενείς που είχαν ανεχθεί προηγούμενη θεραπεία με φυσιολογική ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη.

Σε περίπτωση καταπληξίας (σοκ), θα πρέπει να εφαρμόζεται η ισχύουσα ιατρική πρακτική για την καταπληξία.

Αιμολυτική αναιμία

Τα προϊόντα IVIg ενδέχεται να περιέχουν ομάδες αντισωμάτων του αίματος που ενδέχεται να δρουν ως αιμολυσίνες και να προκαλέσουν επικάλυψη in vivo των ερυθρών αιμοσφαιρίων με την

ανοσοσφαιρίνη, προκαλώντας μια θετική άμεση αντίδραση αντισφαιρίνης (τεστ Coomb) και σε σπάνιες περιπτώσεις, αιμόλυση. Η αιμολυτική αναιμία μπορεί να αναπτυχθεί μετά από τη θεραπεία με IVIg λόγω ενισχυμένου διαχωρισμού ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η διαδικασία παραγωγής του Privigen περιλαμβάνει ένα στάδιο χρωματογραφίας ανοσοσυγγένειας (IAC), το οποίο απομακρύνει ειδικά τα αντισώματα στις ομάδες αίματος A και B (ισοσυγκολλητίνες A και B). Τα κλινικά δεδομένα με το Privigen που έχει παρασκευαστεί με το στάδιο IAC δείχνουν στατιστικά σημαντικές μειώσεις της αιμολυτικής αναιμίας (βλ. παράγραφο 4.8, παράγραφο 5).

Έχουν παρουσιασθεί μεμονωμένες περιπτώσεις σχετιζόμενης με αιμόλυση νεφρικής δυσλειτουργίας/ νεφρικής ανεπάρκειας ή διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης και θανάτου.

Οι ακόλουθοι παράγοντες κινδύνου σχετίζονται με την εμφάνιση αιμόλυσης: υψηλές δόσεις, που χορηγούνται είτε εφάπαξ ή σε διαιρεμένες δόσεις για αρκετές ημέρες, ομάδα αίματος εκτός της ομάδας 0, και υποκείμενη φλεγμονώδης κατάσταση. Καθώς αυτό το συμβάν αναφέρθηκε συχνά για ασθενείς με ομάδα αίματος εκτός της ομάδας 0, που λαμβάνουν υψηλές δόσεις IVIg για ενδείξεις εκτός της PID, συνιστάται αυξημένη εγρήγορση. Σπανίως έχει αναφερθεί αιμόλυση σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε θεραπεία υποκατάστασης για PID.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν IVIg πρέπει να παρακολουθούνται για κλινικά σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης. Εάν εμφανισθούν σημεία και/ή συμπτώματα αιμόλυσης κατά τη διάρκεια ή μετά από μια έγχυση IVIg, η διακοπή της θεραπείας με IVIg πρέπει να εξεταστεί από τον θεράποντα γιατρό (δείτε επίσης την παράγραφο 4.8).

Σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας (AMS)

Έχει αναφερθεί η εκδήλωση συνδρόμου άσηπτης μηνιγγίτιδας σε συνδυασμό με τη θεραπεία IVIg (βλ. παράγραφο 4.8). Το σύνδρομο ξεκινά συνήθως εντός μερικών ωρών έως 2 ημερών μετά τη θεραπεία με IVIg. Τα συμπτώματα ενδέχεται να περιλαμβάνουν κεφαλαλγία βαριάς μορφής, αυχενική ακαμψία, υπνηλία, πυρετό, φωτοφοβία, ναυτία και έμετο. Οι μελέτες σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι συχνά θετικές με πλειοκυττάρωση έως και αρκετών χιλιάδων κυττάρων ανά mm3, κυρίως της κοκκιώδους σειράς, και αυξημένα επίπεδα πρωτεϊνών έως αρκετές εκατοντάδες mg/dl.

Το AMS μπορεί να εμφανίζεται συχνότερα σε συνδυασμό με θεραπεία υψηλών δόσεων IVIg (2 g/kg ΒΣ) ή/και ταχεία έγχυση (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).

Οι ασθενείς που παρουσιάζουν τέτοιου είδους σημεία και συμπτώματα θα πρέπει να υποβληθούν σε ενδελεχή νευρολογική εξέταση, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης ΕΝΥ, για να αποκλειστούν άλλες αιτίες μηνιγγίτιδας.

Η διακοπή της θεραπείας με IVIg επέφερε αποδρομή του AMS εντός αρκετών ημερών χωρίς επακόλουθες βλάβες.

Οι ασθενείς με υποτροπιάζον AMS σε συνδυασμό με θεραπεία με IVIg πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση ή την επιδείνωση συμπτωμάτων που ενδέχεται να εξελιχθούν σε εγκεφαλικό οίδημα. Το εγκεφαλικό οίδημα ενέχει τον κίνδυνο θανατηφόρας έκβασης.

Θρομβοεμβολή

Υπάρχουν κλινικές αποδείξεις ότι υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της χορήγησης IVIg και θρομβοεμβολικών επεισοδίων όπως έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλική αγγειακή βλάβη (συμπεριλαμβανομένου του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου), πνευμονική εμβολή και εν τω βάθει φλεβικές θρομβώσεις, τα οποία θεωρείται ότι σχετίζονται με μια σχετική αύξηση της γλοιότητας αίματος μέσω της υψηλής εισροής της ανοσοσφαιρίνης σε ασθενείς σε κίνδυνο. Πρέπει να δίδεται προσοχή στη συνταγογράφηση και έγχυση IVIg σε παχύσαρκους ασθενείς και σε ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου για θρομβωτικά επεισόδια (όπως προχωρημένη ηλικία, υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης και ιστορικό αγγειακής νόσου ή θρομβωτικών επεισοδίων, ασθενείς με επίκτητες ή κληρονομικές θρομβοφιλικές διαταραχές, ασθενείς με παρατεταμένες περιόδους ακινητοποίησης, ασθενείς με σοβαρή υπογκαιμία, ασθενείς με νόσους που αυξάνουν τη γλοιότητα του αίματος).

Σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο θρομβοεμβολικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων, τα προϊόντα IVIg θα πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο ρυθμό έγχυσης και τη χαμηλότερη δόση που εφαρμόζεται

με βάση την κλινική αξιολόγηση.

Οξεία νεφρική ανεπάρκεια

Περιπτώσεις οξείας νεφρικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με IVIg. Στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν διαπιστωθεί παράγοντες κινδύνου, όπως προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδης διαβήτης, υπογκαιμία, υπερβολικό βάρος σώματος, ταυτόχρονη λήψη νεφροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων ή ηλικία άνω των 65 ετών.

Οι νεφρικές παράμετροι θα πρέπει να αξιολογούνται πριν από την έγχυση της IVIg, ιδιαίτερα σε ασθενείς που κρίνεται ότι έχουν αυξημένο δυνητικό κίνδυνο εμφάνισης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, και πάλι σε κατάλληλα μεσοδιαστήματα.

Στην περίπτωση της νεφρικής ανεπάρκειας, η διακοπή της θεραπείας με IVIg πρέπει να εξετάζεται. Ενώ αυτές οι αναφορές νεφρικής δυσλειτουργίας και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας έχουν συσχετιστεί με τη χρήση πολλών από τα εγκεκριμένα προϊόντα IVIg που περιέχουν διάφορα έκδοχα όπως σακχαρόζη, γλυκόζη και μαλτόζη, εκείνα που περιέχουν σακχαρόζη ως σταθεροποιητή αντιπροσωπεύουν ένα δυσανάλογο μέρος του συνολικού αριθμού. Στους ασθενείς σε κίνδυνο, η χρήση των IVIg προϊόντων που δεν περιέχουν σακχαρόζη πρέπει να εξετάζεται για τον λόγο αυτό. Το Privigen δεν περιέχει σακχαρόζη, μαλτόζη ή γλυκόζη.

Στους ασθενείς με κίνδυνο οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, τα προϊόντα IVIg πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο ρυθμό έγχυσης και στην ελάχιστη δόση που εφαρμόζονται με βάση την κλινική αξιολόγηση.

Οξεία πνευμονική βλάβη σχετιζόμενη με μετάγγιση (TRALI)

Σε ασθενείς που λαμβάνουν IVIg, έχουν υπάρξει ορισμένες αναφορές οξέος μη καρδιογενούς πνευμονικού οιδήματος [Οξεία πνευμονική βλάβη σχετιζόμενη με μετάγγιση (TRALI)]. Η TRALI χαρακτηρίζεται από βαριά υποξία, δύσπνοια, ταχύπνοια, κυάνωση, πυρετό και υπόταση. Τα συμπτώματα της TRALI αναπτύσσονται, κατά κανόνα, κατά τη διάρκεια ή εντός 6 ωρών μετά τη μετάγγιση, συχνά εντός 1-2 ωρών. Συνεπώς, όσοι λαμβάνουν IVIg πρέπει να παρακολουθούνται για πνευμονικές ανεπιθύμητες ενέργειες και πρέπει να διακόπτεται αμέσως η έγχυση IVIg σε περίπτωση εμφάνισής τους. Η TRALI είναι μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή πάθηση που απαιτεί άμεση διαχείριση σε μονάδα εντατικής θεραπείας.

Παρεμβολή σε ορολογικές δοκιμασίες

Μετά από τη χορήγηση ανοσοσφαιρίνης, η παροδική αύξηση των διαφόρων παθητικώς μεταφερόμενων αντισωμάτων στο αίμα του ασθενoύς, μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα κατά τις ορολογικές δοκιμασίες.

Η παθητική μεταφορά αντισωμάτων σε αντιγόνα ερυθροκυττάρων, π.χ. A, B, D, μπορεί να παρεμβαίνει σε κάποιες ορολογικές δοκιμασίες για αντισώματα ερυθρoκυττάρων, όπως για παράδειγμα στην άμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης (DAT, άμεση δοκιμασία Coombs).

Μεταδοτικοί παράγοντες

Το Privigen παράγεται από ανθρώπινο πλάσμα. Τα καθιερωμένα μέτρα για την πρόληψη λοιμώξεων που προκαλούνται από τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα περιλαμβάνουν την επιλογή δοτών, τον έλεγχο των μεμονωμένων δωρεών και των δεξαμενών πλάσματος για συγκεκριμένους δείκτες λοιμώξεων και την εισαγωγή αποτελεσματικών σταδίων κατά τη διαδικασία παρασκευής για την αδρανοποίηση/απομάκρυνση ιών. Ωστόσο, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, η πιθανότητα μετάδοσης λοιμογόνων παραγόντων δε μπορεί να αποκλειστεί πλήρως. Αυτό ισχύει επίσης για άγνωστους ή νεοεμφανιζόμενους ιούς και άλλα παθογόνα.

Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται αποτελεσματικά για τους ελυτροφόρους ιούς, όπως ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ο ιός της ηπατίτιδας Β (HBV) και ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV), και για τους μη ελυτροφόρους ιούς, όπως ο ιός της ηπατίτιδας Α (HAV) και ο παρβοϊός B19.

Υπάρχει καθησυχαστική κλινική εμπειρία σχετικά με την έλλειψη μετάδοσης ηπατίτιδας Α ή

παρβοϊού B19 με ανοσοσφαιρίνες και επίσης εικάζεται ότι το περιεχόμενο σε αντισώματα συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στην ασφάλεια από ιούς.

Περιεχόμενο νατρίου

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 2,3 mg νατρίου ανά 100 ml, που ισοδυναμεί με 0,12% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής για έναν ενήλικα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Παρόλο που τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα, αναμένεται να ισχύουν οι ίδιες προειδοποιήσεις, προφυλάξεις και παράγοντες κινδύνου για τον παιδιατρικό πληθυσμό. Σε αναφορές μετά την κυκλοφορία στην αγορά, παρατηρείται ότι οι ενδείξεις IVIg υψηλής δόσης σε παιδιά, ιδιαίτερα με νόσο Kawasaki, σχετίζονται με αυξημένο ποσοστό αναφορών αιμολυτικών αντιδράσεων σε σύγκριση με άλλες IVIg ενδείξεις σε παιδιά.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
4
1
0
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούς

Η χορήγηση ανοσοσφαιρίνης μπορεί να επηρεάσει για περίοδο τουλάχιστον 6 εβδομάδων και έως

3 μηνών την αποτελεσματικότητα των εμβολίων με ζώντες εξασθενημένους ιούς όπως είναι η ιλαρά, η ερυθρά, η παρωτίτιδα και η ανεμοβλογιά. Μετά από τη χορήγηση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος, θα πρέπει να παρέλθει διάστημα 3 μηνών πριν από τον εμβολιασμό με εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούς. Στην περίπτωση της ιλαράς, αυτή η εξασθένιση μπορεί να διαρκέσει μέχρι

1 χρόνο. Για το λόγο αυτό, πρέπει να ελέγχεται η κατάσταση των αντισωμάτων των ασθενών που εμβολιάζονται κατά της ιλαράς.

Διουρητικά αγκύλης

Αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης διουρητικών αγκύλης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Παρόλο που τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα, αναμένεται ότι οι ίδιες αλληλεπιδράσεις ενδέχεται να συμβούν και στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Κύηση

Κύηση

Η ασφάλεια αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος για χρήση κατά την εγκυμοσύνη σε ανθρώπους δεν έχει επιβεβαιωθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και γι’ αυτόν το λόγο θα πρέπει να χορηγείται μόνο με προσοχή σε έγκυες γυναίκες και θηλάζουσες μητέρες. Έχει φανεί ότι τα προϊόντα IVIg διαπερνούν τον πλακούντα, σε αυξανόμενα επίπεδα κατά το τρίτο τρίμηνο. Η κλινική εμπειρία με ανοσοσφαιρίνες υποδηλώνει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στην πορεία της εγκυμοσύνης, ή στο έμβρυο και το νεογνό.

Πειραματικές μελέτες του εκδόχου L- προλίνη οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε ζώα δεν διαπίστωσαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα που επηρεάζει την κύηση, την ανάπτυξη του εμβρύου ή του κυήματος.

Γαλουχία

Οι ανοσοσφαιρίνες εκκρίνονται στο γάλα και ενδέχεται να συμβάλουν στην προστασία του νεογνού από παθογόνους μικροοργανισμούς που χρησιμοποιούν ως πύλη εισόδου τους βλεννογόνους.

Γονιμότητα

Η κλινική εμπειρία με ανοσοσφαιρίνες υποδεικνύει πως δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στη γονιμότητα.

Οδήγηση

ν

Το Privigen έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων, π.χ. ζάλη (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις κατά τη διάρκεια

της θεραπείας, θα πρέπει να περιμένουν την αποδρομή τους προτού οδηγήσουν ή χειριστούν μηχανήματα.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας

Ενδέχεται να εμφανιστούν περιστασιακά ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ρίγη, κεφαλαλγία, ζάλη, πυρετός, έμετος, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, αρθραλγία, χαμηλή αρτηριακή πίεση, και μετρίου βαθμού οσφυαλγία που συνδέονται με την ενδοφλέβια χορήγηση ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης.

Σπάνια οι ανθρώπινες φυσιολογικές ανοσοσφαιρίνες είναι δυνατό να προκαλέσουν μια ξαφνική πτώση της αρτηριακής πίεσης, και σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αναφυλακτική καταπληξία, ακόμη και εάν ο ασθενής δεν έχει εμφανίσει υπερευαισθησία σε προηγούμενη χορήγηση.

Έχουν παρατηρηθεί με την ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη περιπτώσεις αναστρέψιμης άσηπτης μηνιγγίτιδας, και σπάνιες περιπτώσεις παροδικών δερματικών αντιδράσεων (μεταξύ άλλων δερματικός ερυθηματώδης λύκος - συχνότητα μη γνωστή).

Έχουν παρατηρηθεί αναστρέψιμες αιμολυτικές αντιδράσεις σε ασθενείς, ειδικά σε όσους ανήκουν στις ομάδες αίματος Α, Β και ΑΒ και υποβάλλονται σε ανοσορρυθμιστική θεραπεία. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να παρουσιαστεί αιμολυτική αναιμία που απαιτεί μετάγγιση μετά από θεραπεία υψηλών δόσεων IVIg (δείτε την παράγραφο 4.4).

Έχει παρατηρηθεί αύξηση της κρεατινίνης ορού και/ ή οξεία νεφρική ανεπάρκεια.

Πολύ σπάνια: Οξεία πνευμονική βλάβη σχετιζόμενη με μετάγγιση (TRALI) και θρομβοεμβολικές αντιδράσεις όπως έμφραγμα μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, πνευμονική εμβολή και εν τω βάθει φλεβικές θρομβώσεις.

Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων αντιδράσεων

Έχουν διεξαχθεί επτά κλινικές μελέτες με Privigen, που περιελάμβαναν ασθενείς με PID, ITP και CIDP. Στη βασική μελέτη PID, συμπεριλήφθηκαν 80 ασθενείς και έλαβαν αγωγή με Privigen. Από αυτούς, οι 72 συμπλήρωσαν τους 12 μήνες θεραπείας. Στην παράταση της μελέτης PID, συμπεριλήφθηκαν 55 άτομα και έλαβαν αγωγή με Privigen. Μια άλλη κλινική μελέτη συμπεριελάμβανε 11 ασθενείς με PID στην Ιαπωνία. Δύο μελέτες ITP διεξήχθησαν σε 57 ασθενείς η κάθε μια. Δύο μελέτες CIDP διεξήχθησαν σε 28 και 207 ασθενείς, αντίστοιχα.

Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων (ΑΕ) που παρατηρήθηκαν σε επτά κλινικές μελέτες ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας.

Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει μια επισκόπηση των ΑΕ που παρατηρήθηκαν σε επτά κλινικές μελέτες και ταξινομήθηκαν σύμφωνα με την κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRA, το επίπεδο προτιμώμενου όρου και τη συχνότητα.

Οι συχνότητες αξιολογήθηκαν σύμφωνα με τις ακόλουθες συνθήκες: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000). Για αυθόρμητες, μετεγκριτικές ΑΕ, η συχνότητα αναφοράς κατηγοριοποιήθηκε ως μη γνωστή.

Μέσα σε κάθε ομάδα συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά φθίνουσα συχνότητα.

Κατηγορία/Οργανικό σύστημα κατάMedDRA Ανεπιθύμητη ενέργεια Συχνότητα ανά ασθενή Συχνότητα ανά έγχυση
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Άσηπτη μηνιγγίτιδα Όχι συχνές Σπάνιες
Διαταραχές του Αναιμία, αιμόλυση Συχνές Όχι συχνές
αίματος και του λεμφικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένης της αιμολυτικής αναιμίας)β, λευκοπενία,
Ανισοκυττάρωση (συμπεριλαμβανομένης της μικροκυττάρωσης) Όχι συχνές Όχι συχνές
Θρομβοκυττάρωση Σπάνιες
Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων Μη γνωστές Μη γνωστές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία Συχνές Όχι συχνές
Αναφυλακτική καταπληξία Μη γνωστές Μη γνωστές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία (συμπεριλαμβανομένης της κεφαλαλγίας από παραρρινοκολπίτιδα, της ημικρανίας, της δυσανεξίας κεφαλής, της κεφαλαλγίας τάσης) Πολύ συχνές Πολύ συχνές
Ζάλη (συμπεριλαμβανομένου του ιλίγγου) Συχνές Όχι συχνές
Υπνηλία Όχι συχνές Όχι συχνές
Τρόμος Σπάνιες
Καρδιακές διαταραχές Αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία Όχι συχνές Σπάνιες
Αγγειακές διαταραχές Υπέρταση, έξαψη (συμπεριλαμβανομένης της θερμής έξαψης, της υπεραιμίας) Συχνές Όχι συχνές
Υπόταση Σπάνιες
Θρομβοεμβολικά επεισόδια, αγγειίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της περιφερικήςαγγειακής διαταραχής) Όχι συχνές Σπάνιες
Οξεία πνευμονική βλάβη σχετιζόμενη με μετάγγιση Μη γνωστές Μη γνωστές
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου Δύσπνοια (συμπεριλαμβανομένων του θωρακικού άλγους, της θωρακικής δυσφορίας, της επώδυνης αναπνοής) Συχνές Όχι συχνές
Γαστρεντερικές διαταραχές Ναυτία, έμετος, διάρροια Συχνές Συχνές
Κοιλιακό άλγος Όχι συχνές
Ηπατοχολικές διαταραχές Υπερχολερυθριναιμία Συχνές Σπάνιες
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Διαταραχή του δέρματος (συμπεριλαμβανομένων του εξανθήματος, του κνησμού, της κνίδωσης, του κηλιδοβλατιδώδους εξανθήματος, τουερυθήματος, της δερματικής αποφολίδωσης) Συχνές Συχνές
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και τουσυνδετικού ιστού Μυαλγία (συμπεριλαμβανομένων των μυϊκών σπασμών, της μυοσκελετικής δυσκαμψίας, του μυοσκελετικού άλγους) Συχνές Όχι συχνές
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Πρωτεϊνουρία, αυξημένη κρεατινίνης αίματος Όχι συχνές Σπάνιες
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια Μη γνωστές Μη γνωστές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης Άλγος (συμπεριλαμβανομένης της οσφυαλγίας, του πόνου στα άκρα, της αρθραλγίας, της αυχεναλγίας, της προσωπαλγίας), πυρεξία (συμπεριλαμβανομένων των ριγών),γριπώδης συνδρομή Πολύ συχνές Συχνές
(συμπεριλαμβανομένων της ρινοφαρυγγίτιδας, του φαρυγγολαρυγγικού άλγους, τηςστοματοφαρυγγικής φλυκταίνωσης, του συσφιγκτικού αισθήματος λαιμού)
Κόπωση Συχνές Συχνές
Εξασθένιση (συμπεριλαμβανομένης της μυϊκής αδυναμίας) Όχι συχνές
Πόνος στη θέση ένεσης (συμπεριλαμβανομένης της δυσφορίας στηθέση έγχυσης) Όχι συχνές Σπάνιες
Παρακλινικές εξετάσεις Θετική άμεση δοκιμασία Coombs (θετική δοκιμασία Coombs), μειωμένη αιμοσφαιρίνη (συμπεριλαμβανομένων του μειωμένου αιματοκρίτη, της μειωμένης απτοσφαιρίνης), αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος, αυξημένη ασπαρτικήαμινοτρανσφεράση. Συχνές Όχι συχνές

β Η συχνότητα υπολογίζεται με βάση μελέτες που ολοκληρώθηκαν πριν την υλοποίηση του σταδίου απομάκρυνσης των ισοσυγκολλητινών με χρωματογραφία ανοσοσυγγένειας (IAC) στη διαδικασία παραγωγής του Privigen. Σε μια μετεγκριτική μελέτη για την ασφάλεια (PASS): “Χρήση του Privigen και αιμολυτική αναιμία σε ενήλικες και παιδιά και προφίλ ασφάλειας του Privigen σε παιδιά με CIDP – Μια νοσοκομειακή μελέτη παρατήρησης κοόρτης στις ΗΠΑ», κατά την οποία αξιολογήθηκαν δεδομένα 7.759 ασθενών που έλαβαν Privigen εντοπίζοντας 4 περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας μετά από τη χρήση IAC, έναντι 9.439 ασθενών που έλαβαν Privigen εντοπίζοντας 47 περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας πριν τη χρήση IAC (αρχική κατάσταση), καταδείχθηκε στατιστικά σημαντική μείωση σε ποσοστό 89% της συνολικής πιθανότητας εμφάνισης αιμολυτικής αναιμίας με βάση έναν λόγο του ποσοστού επίπτωσης ίσο με 0,11, προσαρμοσμένου για ένδο-/έξω-νοσοκομειακό περιβάλλον, ηλικία, φύλο, δόση του Privigen και ένδειξη για χρήση του Privigen (μονόπλευρη

τιμή p <0,01). Οι πιθανές περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας ορίστηκαν από τον ειδικό για την αιμολυτική αναιμία κωδικό εξιτηρίου της Διεθνούς Ταξινόμησης Νοσημάτων (ICD)-9 ή ICD-10. Οι δυνητικές περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας αποτελούνταν από απροσδιόριστες αντιδράσεις μετά από μετάγγιση, που ταυτοποιήθηκαν μέσω των κωδικών ICD-9 ή ICD-10 ή μέσω της ανασκόπησης των περιγραφών των νοσοκομειακών εισαγωγών, με ταυτόχρονη συσχέτιση με τους εργαστηριακούς ελέγχους απτοσφαιρίνης, άμεσης αντισφαιρίνης ή έμμεσης αντισφαιρίνης που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των διαγνωστικών εξετάσεων για αιμολυτική αναιμία.

Για την ασφάλεια σχετικά με τους μεταδιδόμενους παράγοντες και για πρόσθετες λεπτομέρειες σχετικά με τους παράγοντες κινδύνου, βλ. παράγραφο 4.4.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε κλινικές μελέτες του Privigen με παιδιατρικούς ασθενείς, η συχνότητα, η φύση και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων δεν διέφεραν μεταξύ παιδιών και ενηλίκων. Σε αναφορές μετά την κυκλοφορία στην αγορά, παρατηρείται πως η αναλογία των περιστατικών αιμόλυσης ως προς όλες τις αναφορές περιστατικών που συμβαίνουν σε παιδιά είναι ελαφρώς υψηλότερη απ’ ό,τι σε ενήλικες.

Παρακαλείσθε να ανατρέξετε στην παράγραφο 4.4 για λεπτομέρειες σχετικά με παράγοντες κινδύνου και συστάσεις παρακολούθησης.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V

Υπερβολική δόση

Η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε υπερφόρτωση υγρών και υπεργλοιότητα, ιδιαίτερα σε ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων των βρεφών, των ηλικιωμένων ασθενών ή ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4).

Φαρμακολογικές ιδιότητες - PRIVIGEN 100MG/ML

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: άνοσοι οροί και ανοσοσφαιρίνες: ανοσοσφαιρίνες, φυσιολογικές ανθρώπινες, για ενδοαγγειακή χορήγηση, κωδικός ATC: J06BA02.

Η φυσιολογική ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη περιέχει κυρίως ανοσοσφαιρίνη G (IgG) με ένα ευρύ φάσμα αντισωμάτων έναντι λοιμογόνων παραγόντων.

Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη περιέχει αντισώματα IgG τα οποία υπάρχουν στο φυσιολογικό πληθυσμό. Συνήθως παρασκευάζεται από δεξαμενή πλάσματος από όχι λιγότερους από

1.000 δότες. Έχει κατανομή υποκατηγοριών ανοσοσφαιρίνης G σε στενή αναλογία με εκείνη που υπάρχει στο εγγενές ανθρώπινο πλάσμα. Επαρκείς δόσεις αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος μπορεί να αποκαταστήσουν τα ανώμαλα χαμηλά επίπεδα της ανοσοσφαιρίνης G στο φυσιολογικό εύρος τιμών και έτσι να συνδράμουν στην καταπολέμηση των λοιμώξεων.

Ο μηχανισμός δράσης σε ενδείξεις διαφορετικές από τη θεραπεία υποκατάστασης δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως, συμπεριλαμβάνει όμως ανοσορρυθμιστικές δράσεις.

Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Privigen αξιολογήθηκαν σε 7 προοπτικές, ανοιχτές πολυκεντρικές μελέτες μονού σκέλους οι οποίες διεξήχθησαν στην Ευρώπη (μελέτες ITP, PID και CIDP), στην Ιαπωνία (μελέτες PID και CIDP) και τις ΗΠΑ (μελέτες PID και CIDP).

Επιπρόσθετα δεδομένα ασφάλειας συλλέχθηκαν σε μετεγκριτική μελέτη για την ασφάλεια (PASS), μια πολυκεντρική δοκιμή παρατήρησης σε ασθενείς με διάφορες ανοσολογικές παθήσεις που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ.

PID

Η βασική μελέτη PID συμπεριλάμβανε συνολικά 80 ασθενείς ηλικίας μεταξύ 3 και 69 ετών. 19 παιδιά (ηλικίας 3 έως 11 ετών), 12 έφηβοι (ηλικίας 12 έως 16 ετών) και 49 ενήλικες έλαβαν Privigen για διάστημα 12 μηνών. Χορηγήθηκαν 1038 εγχύσεις, 272 (σε 16 ασθενείς) σύμφωνα με το δοσολογικό σχήμα των 3 εβδομάδων και 766 (σε 64 ασθενείς) σύμφωνα με το δοσολογικό σχήμα των

4 εβδομάδων. Η διάμεση δόση που χορηγήθηκε ήταν σχεδόν ίδια για τα δοσολογικά σχήματα των 3 και των 4 εβδομάδων (428,3 έναντι 440,6 mg IgG/ kg ΒΣ). Η παράταση της μελέτης PID συμπεριλάμβανε συνολικά 55 ασθενείς ηλικίας μεταξύ 4 και 81 ετών. 13 παιδιά (ηλικίας 3 έως

11 ετών), 8 έφηβοι (ηλικίας 12 έως 15 ετών) και 34 ενήλικες έλαβαν Privigen για διάστημα 29 μηνών. Χορηγήθηκαν 771 εγχύσεις και η διάμεση δόση που χορηγήθηκε ήταν 492,3 mg IgG/kg ΒΣ.

ΙΤΡ

Στη βασική μελέτη ITP, σε συνολικά 57 ασθενείς ηλικίας μεταξύ 15 και 69 ετών χορηγήθηκαν

2 εγχύσεις Privigen, με σύνολο 114 εγχύσεις. Η προγραμματισμένη δόση του 1 g/kg ΒΣ ανά έγχυση τηρήθηκε αυστηρά για όλους τους ασθενείς (διάμεση δόση 2 g IgG/kg ΒΣ).

Στη δεύτερη μελέτη ITP, σε 57 ασθενείς με ITP (αριθμός αιμοπεταλίων αναφοράς ≤ 30×109/l) ηλικίας μεταξύ 18 και 65 ετών χορηγήθηκε Privigen 1 g/kg ΒΣ. Την ημέρα 3 οι ασθενείς μπορούσαν να λάβουν μια δεύτερη δόση 1 g/kg ΒΣ ενώ για τους ασθενείς με αριθμό αιμοπεταλίων < 50×109/l την ημέρα 3, αυτή η δεύτερη δόση ήταν υποχρεωτική. Συνολικά, στους 42 ασθενείς (74%) ο αριθμός των αιμοπεταλίων αυξήθηκε τουλάχιστον μια φορά έως ≥ 50×109/l μέσα σε 6 ημέρες μετά την πρώτη έγχυση, που είναι εντός του αναμενόμενου εύρους. Μια δεύτερη δόση στους ασθενείς με αριθμό αιμοπεταλίων ≥ 50×109/l μετά την πρώτη δόση έδωσε ένα πρόσθετο πλεονέκτημα από άποψη υψηλότερων και μεγαλύτερης διάρκειας αυξήσεων στον αριθμό των αιμοπεταλίων σε σχέση με την εφάπαξ δόση. Στους ασθενείς με αριθμό αιμοπεταλίων < 50×109/l μετά την πρώτη δόση, το 30%

έδειξε μια ανταπόκριση ως προς τον αριθμό των αιμοπεταλίων ≥ 50×109/l μετά τη δεύτερη υποχρεωτική δόση.

CIDP

Στην πρώτη μελέτη CIDP, μία προοπτική πολυκεντρική, ανοικτή δοκιμή (Επίδραση του Privigen στην κινητικότητα και την αυτονομία, μελέτη PRIMA), 28 ασθενείς (13 που στο παρελθόν είχαν λάβει IVIG και 15 που δεν είχαν λάβει) έλαβαν δόση έναρξης Privigen 2 g/kg ΒΣ, χορηγούμενη σε 2-5 ημέρες, ακολουθούμενη από 6 δόσεις συντήρησης του 1 g/kg ΒΣ για 1-2 ημέρες, κάθε 3 εβδομάδες.

Στους ασθενείς που είχαν λάβει στο παρελθόν IVIG, η θεραπεία με IVIG διακόπηκε έως ότου να επιβεβαιωθεί επιδείνωση της κατάστασής τους, πριν από την έναρξη χορήγησης του Privigen. Στην προσαρμοσμένη κλίμακα 10 βαθμών, INCAT (Inflammatory Neuropathy Cause and Treatment – Αιτία και Θεραπεία Φλεγμονώδους Νευροπάθειας), παρατηρήθηκε σημαντική κλινική βελτίωση τουλάχιστον 1 σημείου από την έναρξη ως την εβδομάδα θεραπείας 25 παρατηρήθηκε σε 17 από 28 ασθενείς. Το ποσοστό των ασθενών που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία σύμφωνα με την κλίμακα INCAT ήταν 60,7% (95% διάστημα εμπιστοσύνης ([42,41 , 76,4]). 9 ασθενείς ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία μετά τη λήψη της αρχικής δόσης επαγωγής έως την εβδομάδα 4, 16 ασθενείς ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία έως την εβδομάδα 10.

Η μυϊκή ισχύς, μετρούμενη σύμφωνα με τη βαθμολογία MRC (Medical Research Council – Συμβούλιο Ιατρικής Έρευνας) βελτιώθηκε σε όλους τους ασθενείς κατά 6,9 βαθμούς (διάστημα εμπιστοσύνης 95% [4,11, 9,75], σε ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία κατά

6,1 βαθμούς (διάστημα εμπιστοσύνης 95% [2,72, 9,44]) και σε ασθενείς που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία κατά 7,7 βαθμούς (διάστημα εμπιστοσύνης 95% [2,89, 12,44]). Το ποσοστό ανταποκρινόμενων κατά MRC, αύξηση δηλ. κατά τουλάχιστον 3 βαθμούς, ήταν 84,8% και ήταν παρόμοιο σε ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία (81,5% [58,95, 100,00]) και σε ασθενείς που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία (86,7% [69,46, 100,00]).

Σε ασθενείς που χαρακτηρίστηκαν ως μη ανταποκρινόμενοι κατά INCAT, η μυϊκή ισχύς βελτιώθηκε κατά 5,5 βαθμούς (διάστημα εμπιστοσύνης 95% [0,6, 10,2]) σε σύγκριση με τους ανταποκρινόμενους

κατά INCAT (7,4 βαθμοί (διάστημα εμπιστοσύνης 95% [4,0, 11,7])

Σε μια δεύτερη προοπτική, πολυκεντρική τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη (Πολυνευροπάθεια και θεραπεία με Hizentra, κλινική μελέτη PATH), 207 ασθενείς με CIDP έλαβαν Privigen στην πρόδρομη φάση της τυχαιοποιημένης μελέτης. Όλοι οι ασθενείς, που είχαν λάβει θεραπεία με IVIg για τουλάχιστον 8 εβδομάδες και είχαν IVIg-εξάρτηση επιβεβαιωμένη από εμφανή κλινική επιδείνωση κατά την φάση στέρησης της IVIg για 12 εβδομάδες, έλαβαν μια δόση έναρξης του Ρrivigen 2 g/kg ΒΣ ακολουθούμενη από έως 4 δόσεις συντήρησης του Privigen του

1 g/kg ΒΣ κάθε 3 εβδομάδες και για έως 13 εβδομάδες.

Μετά την κλινική επιδείνωση κατά τη φάση στέρησης της IVIg, η κλινική βελτίωση της CIDP αρχικά καθορίστηκε από μείωση της βαθμολογίας στην προσαρμοσμένη κλίμακα INCAT ≥ 1 βαθμό.

Επιπρόσθετα κριτήρια για τη μέτρηση της βελτίωσης της CIDP ήταν η αύξηση της βαθμολογίας στην κλίμακα R-ODS (Rasch-built Overall Disability Scale-Κλίμακα Συνολικής Αναπηρίας) ≥ 4 βαθμούς, μια μέση αύξηση της δύναμης λαβής ≥ 8 kPa ή μια αύξηση της βαθμολογίας στην κλίμακα

MRC ≥ 3 βαθμούς. Συνολικά, το 91% των ασθενών (188 ασθενείς) έδειξαν βελτίωση σε τουλάχιστον 1 από τα παραπάνω κριτήρια έως την εβδομάδα 13.

Στη βαθμολογία της προσαρμοσμένης κλίμακας INCAT, το ποσοστό των ασθενών που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία έως την εβδομάδα 13 ήταν 72,9% (151/207 ασθενείς), με 149 ασθενείς να ανταποκρίνονται ήδη από την εβδομάδα 10. Συνολικά 43 από τους 207 ασθενείς επέτυχαν βελτίωση της CIDP, όπως αξιολογήθηκε με βάση τη βαθμολογία INCAT σε σύγκριση με την κατάστασή τους κατά την έναρξη της μελέτης.

Η μέση βελτίωση στο τέλος της περιόδου θεραπείας σε σύγκριση με τον έλεγχο αναφοράς ήταν

1,4 βαθμοί στη μελέτη PRIMA (1,8 βαθμοί στους ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με IVIg) και 1,2 βαθμοί στη μελέτη PATH.

Στη μελέτη PRIMA, το ποσοστό των ασθενών που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία σύμφωνα με τη συνολική βαθμολογία MRC (Medical Research Council), που ορίστηκε ως αύξηση ≥ 3 βαθμούς, ήταν 85 % (87 % για τους ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως IVIg θεραπεία και 82 % για αυτούς

που είχαν λάβει IVIg θεραπεία) και αντίστοιχα 57 % στη μελέτη PATH. Ο συνολικός μέσος χρόνος για την πρώτη ανταπόκριση στη θεραπεία σύμφωνα με τη βαθμολογία της κλίμακας MRC στη μελέτη PRIMA ήταν 6 εβδομάδες (6 εβδομάδες για τους ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως IVIg θεραπεία και 3 εβδομάδες για αυτούς που είχαν λάβει IVIg θεραπεία) και 9,3 εβδομάδες στη μελέτη PATH. Η συνολική βαθμολογία MRC στη μελέτη PRIMA βελτιώθηκε κατά 6,9 βαθμούς

(7,7 βαθμούς για τους ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως IVIg θεραπεία και 6,1 βαθμούς για αυτούς που είχαν λάβει IVIg θεραπεία) και κατά 3,6 βαθμούς στη μελέτη PATH.

Η δύναμη λαβής στο κυρίαρχο χέρι βελτιώθηκε κατά 14,1 kPa (17,0 kPa στους ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως IVIg θεραπεία και 10,8 kPa σε αυτούς που είχαν λάβει IVIg θεραπεία) στη μελέτη PRIMA, ενώ στη μελέτη PATH η δύναμη λαβής στο κυρίαρχο χέρι βελτιώθηκε κατά

12,2 kPa. Για το μη κυρίαρχο χέρι παρατηρήθηκαν παρόμοια αποτελέσματα και στις δυο μελέτες, την PRIMA και την PATH.

Τα προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας στην μελέτη PRIMA και στη μελέτη PATH στους ασθενείς με CIDP ήταν συνολικά συγκρίσιμα.

Μετεγκριτική μελέτη για την ασφάλεια (PASS)

Σε μια νοσοκομειακή, μετεγκριτική μελέτη παρατήρησης κοορτής για την ασφάλεια (PASS), ο κίνδυνος αιμολυτικής αναιμίας μετά τη θεραπεία με το Privigen αξιολογήθηκε σε ασθενείς με διάφορες ανοσολογικές παθήσεις από την 1η Ιανουαρίου 2008 έως την 30η Απριλίου 2019. Ο κίνδυνος αιμολυτικής αναιμίας αξιολογήθηκε πριν (αρχική κατάσταση) και μετά την υλοποίηση ενός μέτρου ελαχιστοποίησης κινδύνου, της εισαγωγής του σταδίου χρωματογραφίας ανοσοσυγγένειας (IAC) στη διαδικασία παρασκευής του Privigen. Οι πιθανές περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας ορίστηκαν από τον ειδικό για την αιμολυτική αναιμία κωδικό εξιτηρίου ICD-9 ή ICD-10. (Οι δυνητικές περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας αποτελούνταν από απροσδιόριστες αντιδράσεις μετά από μετάγγιση, που ταυτοποιήθηκαν μέσω των κωδικών εξιτηρίου ICD-9 ή ICD-10 ή μέσω της ανασκόπησης των περιγραφών των νοσοκομειακών εισαγωγών, με ταυτόχρονη συσχέτιση με τους εργαστηριακούς ελέγχους απτοσφαιρίνης, άμεσης αντισφαιρίνης ή έμμεσης αντισφαιρίνης που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των διαγνωστικών εξετάσεων για αιμολυτική αναιμία).

Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική μείωση σε ποσοστό 89% της αιμολυτικής αναιμίας (με βάση έναν λόγο του ποσοστού επίπτωσης ίσο με 0,11, προσαρμοσμένου για ένδο-/έξω-νοσοκομειακό περιβάλλον, ηλικία, φύλο, δόση του Privigen και ένδειξη για χρήση του Privigen, μονόπλευρη τιμή p <0,01) μετά από υλοποίηση του σταδίου IAC σε σύγκριση με την αρχική κατάσταση:

Αρχική κατάσταση(Baseline) IAC
Περίοδοςɸ 1 Ιανουαρίου 2008-31 Δεκεμβρίου 2012 1 Οκτωβρίου 2016-30 Απριλίου 2019
Διάμεσοι αντι-A τίτλοι£ 1:32 1:8
Διάμεσοι αντι-Β τίτλοι £ 1:16 1:4
Πιθανές περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίαςα 47 4
Αριθμός ασθενών (n) n=9439 n=7759
Αδρό ποσοστό επίπτωσης πιθανής αιμολυτικής αναιμίας α ανά 10.000ασθενοημέρες σε κίνδυνο 0,7495% CI&: 0,54-0,98 0,0895% CI: 0,02-0,20
Μείωση ποσοστού επίπτωσης πιθανής αιμολυτικής αναιμίας α έναντι της έναρξης - 89%
Προσαρμοσμένοςꝣ λόγος ποσοστού επίπτωσης για αιμολυτική αναιμίαέναντι της έναρξης - 0,1195% CI: 0,04-0,31,μονόπλευρη τιμή p: <0,01

ɸ Η εξαίρεση των δοτών ανθρώπινου πλάσματος αίματος με υψηλούς αντι-A τίτλους που πραγματοποιούνται μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 2013 και 31 Δεκεμβρίου 2015 ως το αρχικό μέτρο ελαχιστοποίησης κινδύνου για την αιμολυτική αναιμία ανέδειξε μείωση σε ποσοστό 38% της πιθανής επίπτωσης της αιμολυτικής αναιμίας έναντι της αρχικής κατάστασης και επακολούθως αντικαταστάθηκε από το στάδιο IAC στη διαδικασία παραγωγής του Privigen, όπως αναφέρεται ανωτέρω.

£ Διάμεσοι τίτλοι ισοσυγκολλητινών που μετριούνται με την άμεση μέθοδο δοκιμασίας σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Φαρμακοποιία.

α Πιθανή περίπτωση αιμολυτικής αναιμίας: οριζόμενη από τον ειδικό για την αιμολυτική αναιμία κωδικό εξιτηρίου ICD-9 ή ICD-10 και την εμφάνιση κατά τη διάρκεια του χρονικού μεσοδιαστήματος από την πρώτη έγχυση έως 30 ημέρες μετά την τελευταία έγχυση, αν χορηγήθηκαν >1 εγχύσεις του Privigen.

& Διάστημα εμπιστοσύνης.

ꝣ Προσαρμοσμένος για: ένδο-/έξω-νοσοκομειακό περιβάλλον, ηλικία, φύλο, δόση του Privigen και ένδειξη για χρήση του Privigen.

Η μείωση του ποσοστού επίπτωσης της πιθανής αιμολυτικής αναιμίας μετά την υλοποίηση της IAC έναντι της αρχικής κατάστασης επικρατούσε ιδιαίτερα σε ασθενείς σε θεραπεία με δόσεις του Privigen ≥0,75 g/kg ΒΣ.

Επιπλέον, 28 παιδιατρικοί ασθενείς με CIDP <18 ετών μελετήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της συνολικής περιόδου της μελέτης από 1η Ιανουαρίου 2008 έως 30 Απριλίου 2019. Κανείς παιδιατρικός ασθενής με CIDP στον οποίο έγιναν συνολικά 486 χορηγήσεις του Privigen δεν παρουσίασε αιμολυτική αναιμία, AMS, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, έντονη αναφυλακτική αντίδραση ή θρομβοεμβολικό συμβάν. Δύο ασθενείς παρουσίασαν μέτρια αναφυλακτική αντίδραση, που ισοδυναμεί με 0,4% όλων των χορηγήσεων του Privigen.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις φαρμακοδυναμικές ιδιότητες και στο προφίλ ασφαλείας μεταξύ των ενηλίκων και των παιδιατρικών ασθενών της μελέτης.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη είναι άμεσα και πλήρως βιοδιαθέσιμη στην κυκλοφορία του παραλήπτη μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.

Κατανομή

Κατανέμεται σχετικά γρήγορα μεταξύ του πλάσματος και του εξωαγγειακού υγρού, μετά από περίπου

3-5 ημέρες επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ των ενδο- και εξωαγγειακών διαμερισμάτων.

Αποβολή

Η IgG και τα συμπλέγματα της IgG διασπώνται σε κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος. Ο χρόνος ημιζωής μπορεί να διαφέρει από ασθενή σε ασθενή. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι του Privigen προσδιορίστηκαν σε μια κλινική μελέτη με ασθενείς με PID (βλέπε παράγραφο 5.1).

Εικοσιπέντε ασθενείς (ηλικίας 13- 69 ετών) συμπεριλήφθηκαν στην φαρμακοκινητική αξιολόγηση. Σε αυτήν τη μελέτη, η μέση ημιζωή του Privigen σε ασθενείς με PID ήταν 36,6 ημέρες. Διενεργήθηκε μια πρόσθετη κλινική μελέτη σε δεκατρείς ασθενείς με PID (ηλικίας 3 – 65 ετών). Σε αυτήν τη μελέτη, η μέση ημιζωή του Privigen ήταν 31,1 ημέρες (βλέπε πίνακα παρακάτω).

Φαρμακοκινητικές παράμετροι του Privigen σε PID ασθενείς

Παράμετρος Βασική μελέτη (N= 25)ZLB03_002CRΜέσο (Εύρος) Παράταση μελέτης (N=13)ZLB05_006CRΜέσο (Εύρος)
Cmax (κορυφή, g/l) 23,4 (10,4-34,6) 26,3 (20,9-32,9)
Cmin (ελάχιστο, g/l) 10,2 (5,8-14,7) 12,3 (10,4-18,8) (σχήμα 3 εβδομάδων)9,4 (7,3-13,2) (σχήμα 4 εβδομάδων)
t½ (ημέρες) 36,6 (20,6-96,6) 31,1 (14,6-43,6)

Cmax, μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος. Cmin, ελάχιστη (ελάχιστο επίπεδο) συγκέντρωση πλάσματος. t½, ημιζωή απομάκρυνσης.

Προφύλαξη πριν/μετά την έκθεση στην ιλαρά

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες σε επίνοσους ασθενείς όσον αφορά στην Προφύλαξη πριν/μετά την έκθεση στην ιλαρά.

Το Privigen πληροί το κατώτατο όριο προδιαγραφών δραστικότητας αντισωμάτων ιλαράς, το οποίο ανέρχεται σε 0,36 x Πρότυπο του Κέντρου Αξιολόγησης και Έρευνας των Βιολογικών Προϊόντων (CBER Standard). Η δοσολογία βασίζεται σε υπολογισμούς φαρμακοκινητικής στους οποίους λαμβάνεται υπόψη το σωματικό βάρος, ο όγκος του αίματος και ο χρόνος ημίσειας ζωής των ανοσοσφαιρινών. Αυτοί οι υπολογισμοί προβλέπουν:

  • Τίτλο στον ορό στις 13,5 ημέρες = 270 mIU/ml (δόση: 0,4 g/kg). Αυτό παρέχει περιθώριο ασφάλειας πάνω από το διπλάσιο σε σχέση με εκείνο του προστατευτικού τίτλου 120 mIU/ml του ΠΟΥ.

  • Τίτλο στον ορό στις 22 ημέρες (t1/2) = 180 mIU/ml (δόση: 0,4 g/kg)

  • Τίτλο στον ορό στις 22 ημέρες (t1/2) = 238,5 mIU/ml (δόση: 0,53 g/kg – προφύλαξη πριν την έκθεση)

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ των ενηλίκων και των παιδιατρικών ασθενών της μελέτης με PID. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Privigen σε παιδιατρικούς ασθενείς με ιλαρά ή CIDP.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - PRIVIGEN 100MG/ML

Κατάλογος εκδόχων

L-προλίνη

Ύδωρ για ενέσιμα

Υδροχλωρικό οξύ (για ρύθμιση του pH) Υδροξείδιο νατρίου (για ρύθμιση του pH)

Ασυμβατότητες

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, αραιωτικά ή διαλύτες εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

Σταθερότητα μετά το πρώτο άνοιγμα:

Μετά το πρώτο άνοιγμα του φιαλιδίου, το περιεχόμενό του θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί άμεσα. Λόγω του ότι το διάλυμα δεν περιέχει συντηρητικό, το Privigen θα πρέπει να εγχύεται αμέσως.

Σταθερότητα μετά την αραίωση:

Εάν το προϊόν αραιωθεί σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις (δείτε την παράγραφο 6.6), συνιστάται η άμεση χρήση του μετά την αραίωση. Η σταθερότητα κατά τη χρήση του Privigen μετά την αραίωση με διάλυμα γλυκόζης 5% σε τελική συγκέντρωση 50 mg/ml (5%) έχει επιδειχθεί για 10 ημέρες σε θερμοκρασία 30°C. Ωστόσο, δεν μελετήθηκε η πτυχή της μικροβιακής μόλυνσης.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 °C. Μην καταψύχετε.

Φυλάσσετε το φιαλίδιο στο εξωτερικό κουτί, για να προστατεύεται από το φως.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το πρώτο άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος και μετά την αραίωση, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

25 ml διαλύματος σε ένα μεμονωμένο φιαλίδιο (γυαλί τύπου I), με ένα πώμα εισχώρησης (ελαστομερές), ένα καπάκι (κρίκος αλουμινίου), έναν αφαιρούμενο δίσκο (πλαστικό), ετικέτα με ενσωματωμένο άγκιστρο.

50 ή 100 ml διαλύματος σε ένα μεμονωμένο φιαλίδιο (γυαλί τύπου I ή II), με ένα πώμα εισχώρησης (ελαστομερές), ένα καπάκι (κρίκος αλουμινίου), έναν αφαιρούμενο δίσκο (πλαστικό), ετικέτα με ενσωματωμένο άγκιστρο.

200 ή 400 ml διαλύματος σε ένα μεμονωμένο φιαλίδιο (γυαλί τύπου II), με ένα πώμα εισχώρησης (ελαστομερές), ένα καπάκι (κρίκος αλουμινίου), έναν αφαιρούμενο δίσκο (πλαστικό), ετικέτα με ενσωματωμένο άγκιστρο.

Μεγέθη συσκευασίας:

1 φιαλίδιο (2,5 g/25 ml, 5 g/50 ml, 10 g/100 ml, 20 g/200 ml ή 40 g/400 ml),

3 φιαλίδια (10 g/100 ml ή 20 g/200 ml).

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Το Privigen παρέχεται ως διάλυμα έτοιμο προς χρήση σε φιαλίδια μίας χρήσης. Το προϊόν θα πρέπει να αποκτήσει θερμοκρασία δωματίου (25°C) πριν από τη χρήση. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια αεριζόμενη γραμμή έγχυσης για τη χορήγηση του Privigen. Η έκπλυση των εύκαμπτων σωλήνων έγχυσης με φυσιολογικό ορό ή διάλυμα γλυκόζης 5% επιτρέπεται. Τρυπάτε πάντοτε το πώμα εισχώρησης στο κέντρο του, εντός της σημαδεμένης περιοχής.

Το διάλυμα θα πρέπει να είναι διαφανές ή ελαφρώς οπαλίζον και άχρωμο ή υποκίτρινο. Διαλύματα που είναι θολά ή έχουν ιζήματα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται.

Εάν επιθυμείται η αραίωση, πρέπει να χρησιμοποιηθεί διάλυμα γλυκόζης 5%. Για την επίτευξη ενός διαλύματος ανοσοσφαιρίνης 50 mg/ml (5%), το Privigen 100 mg/ml (10%) πρέπει να αραιωθεί με ίσο όγκο διαλύματος γλυκόζης 5%. Πρέπει να τηρηθεί αυστηρά άσηπτη τεχνική κατά την αραίωση του Privigen.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT x 1 VIAL x 50ML
Τιμή
437,25 €
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT x 1 VIAL x 100ML
Τιμή
748,57 €
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT x 1 VIAL x 200 ML
Τιμή
1.248,33 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Φάρμακο υψηλού κόστους στον ασφαλιστικό κατάλογο
BT x 1 VIAL x 25 ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT x 1 VIAL x 400 ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT x 3VIALS x 100 ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT x 3VIALS x 200 ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.