Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
19
23
16
52
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο είναι στη λίστα ασφάλισης

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΙΑΤΡΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ ΜΕ ΣΥΜΦΩΝΗ ΓΝΩΜΗ ΚΕΕΛΠΝΟ.ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΓΩΓΗ.ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ ΝΟΣ.

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

DELSTRIGO F.C.TAB (100+300+245)MG/TAB

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΕΠΙΚΑΛΥΜΜΕΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟ ΥΜΕΝΙΟ ΔΙΣΚΙΟ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

MERCK SHARP & DOHME B.V., HAARLEM, NETHERLANDS

Τελευταία ενημέρωση SmPC

3/12/2025
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - DELSTRIGO 00+300+245

Ενδείξεις

Το Delstrigo ενδείκνυται για την θεραπεία σε ενήλικες με λοίμωξη από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1) χωρίς προηγούμενη ή υπάρχουσα ένδειξη αντοχής στην κατηγορία των μη-νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI), στην λαμιβουδίνη, ή στην τενοφοβίρη (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).

Το Delstrigo ενδείκνυται επίσης για την θεραπεία σε εφήβους ηλικίας 12 ετών και άνω με βάρος τουλάχιστον 35 kg με λοίμωξη από τον ιό HIV-1 χωρίς προηγούμενη ή υπάρχουσα ένδειξη αντοχής στην κατηγορία των NNRTI, στην λαμιβουδίνη, ή στην τενοφοβίρη και οι οποίοι έχουν εμφανίσει τοξικότητες που αποκλείουν τη χρήση άλλων θεραπευτικών σχημάτων που δεν περιέχουν δισοπροξίλη της τενοφοβίρης (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).

Δοσολογία

Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται από ιατρό έμπειρο στην αντιμετώπιση της HIV λοίμωξης. Δοσολογία

Η συνιστώμενη δόση του Delstrigo είναι ένα δισκίο των 100/300/245 mg χορηγούμενο από το στόμα άπαξ ημερησίως με ή χωρίς τροφή.

Προσαρμογή της δόσης

Εάν το Delstrigo συγχορηγείται με ριφαμπουτίνη τότε η δόση του doravirine πρέπει να αυξηθεί στα

100 mg δύο φορές ημερησίως. Αυτό επιτυγχάνεται προσθέτοντας ένα δισκίο doravirine των 100 mg (ως μονοθεραπεία) περίπου 12 ώρες μετά τη δόση του Delstrigo (βλ. παράγραφο 4.5).

Η συγχορήγηση του doravirine με άλλους μέτριους CYP3A επαγωγείς δεν έχει αξιολογηθεί αλλά αναμένονται μειωμένες συγκεντρώσεις του doravirine. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η συγχορήγηση με άλλους μέτριους επαγωγείς του CYP3A (π.χ., dabrafenib, λεσινουράδη, bosentan, θειοριδαζίνη,

ναφκιλλίνη, μοδαφινίλη, telotristat ethyl), τότε ένα δισκίο doravirine των 100 mg πρέπει να λαμβάνεται άπαξ ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά τη δόση του Delstrigo (βλ. παράγραφο 4.5).

Παράλειψη δόσης

Εάν ο ασθενής παραλείψει μια δόση του Delstrigo μέσα σε 12 ώρες από τον χρόνο που λαμβάνεται συνήθως τότε ο ασθενής πρέπει να λάβει το Delstrigo το συντομότερο δυνατό και να συνεχίσει με το κανονικό πρόγραμμα δοσολογίας. Εάν ο ασθενής παραλείψει μια δόση του Delstrigo για περισσότερο από 12 ώρες τότε ο ασθενής δεν πρέπει να λάβει την δόση που παραλείφθηκε και αντ' αυτού να λάβει την επόμενη δόση στην τακτικά προγραμματισμένη ώρα. Ο ασθενής δεν πρέπει να λαμβάνει 2 δόσεις την κάθε φορά.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του doravirine, της λαμιβουδίνης και της δισοπροξίλης της τενοφοβίρης σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι ηλικιωμένοι ασθενείς χρειάζονται διαφορετική δόση από τους νεότερους ενήλικες ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2). Συνιστάται ειδική φροντίδα σε αυτή την ηλικιακή ομάδα λόγω αλλαγών που σχετίζονται με την ηλικία, όπως η μείωση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.4).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του Delstrigo σε ασθενείς με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) ≥ 50 ml/λεπτό.

Το Delstrigo δεν πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με εκτιμώμενη CrCl < 50 ml/λεπτό (βλ. παράγραφο 4.4

και 5.2). Το Delstrigo θα πρέπει να διακόπτεται εάν η εκτιμώμενη CrCl μειωθεί κάτω από τα

50 ml/λεπτό (βλ. Παράγραφο 4.4). Σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία απαιτείται προσαρμογή του διαστήματος δόσης της λαμιβουδίνης και της δισοπροξίλης της τενοφοβίρης η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί με το δισκίο συνδυασμού (βλ. παράγραφο 4.4 και 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης σε ασθενείς με ήπια (Child Pugh Κατηγορία A) ή μέτρια (Child Pugh Κατηγορία B) ηπατική δυσλειτουργία. Το doravirine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh Κατηγορία C). Δεν είναι γνωστό εάν η έκθεση στο doravirine θα αυξηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Eπομένως, συνιστάται προσοχή όταν το doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Delstrigo σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών ή με βάρος μικρότερο από 35 kg δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Το Delstrigo πρέπει να χορηγείται από το στόμα άπαξ ημερησίως με ή χωρίς τροφή και να καταπίνεται ολόκληρο (βλ. παράγραφο 5.2).

Αντενδείξεις

Yπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα, αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Η συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ισχυροί επαγωγείς ενζύμων κυτοχρώματος Ρ450 CYP3Α αντενδείκνυται καθώς αναμένεται να σημειωθούν σημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις του doravirine στο πλάσμα και τα οποία ενδέχεται να μειώσουν την αποτελεσματικότητα του Delstrigo (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5). Αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, στα ακόλουθα:

  • καρβαμαζεπίνη, oxcarbazepine, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη

  • ριφαμπικίνη, ριφαπεντίνη

  • Υπερικό (Hypericum perforatum)

  • μιτοτάνη

  • enzalutamide

  • lumacaftor

Προειδοποιήσεις

NNRTI υποκαταστάσεις και χρήση του doravirine

Το doravirine δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με προηγούμενη ιολογική αποτυχία σε οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία. Oι μεταλλάξεις που σχετίζονται με τους NNRTI που ανιχνεύθηκαν κατά τη διαλογή, ήταν μέρος των κριτηρίων αποκλεισμού στις μελέτες Φάσης 2b/3. Δεν έχει τεκμηριωθεί κάποιο σημείο για μείωση της ευαισθησίας, που προκύπτει από διάφορες υποκαταστάσεις NNRTI και που σχετίζεται με μείωση της κλινικής αποτελεσματικότητας (βλ. παράγραφο 5.1). Δεν υπάρχουν επαρκή κλινικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τη χρήση του doravirine σε ασθενείς που έχουν προσβληθεί από τον HIV-1 με ενδείξεις αντοχής στην κατηγορία NNRTI.

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs)

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs), στις οποίες περιλαμβάνονται το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS)/τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), έχουν αναφερθεί κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία με θεραπευτικά σχήματα που περιέχουν doravirine (βλ. παράγραφο 4.8). Κατά τη συνταγογράφηση, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων και συμπτωμάτων που υποδηλώνουν τέτοιες αντιδράσεις, τα θεραπευτικά σχήματα που περιέχουν doravirine πρέπει να διακόπτονται αμέσως και να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας (κατά περίπτωση). Η κλινική κατάσταση θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, και μια κατάλληλη θεραπεία να ξεκινά. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει μια σοβαρή αντίδραση όπως η TEN με τη χρήση θεραπευτικών σχημάτων που περιέχουν doravirine, , η αγωγή με θεραπευτικά σχήματα που περιέχουν doravirine δεν πρέπει να επαναληφθεί σε αυτόν τον ασθενή σε καμία περίπτωση.

Oξεία παρόξυνση της ηπατίτιδας B σε ασθενείς με συνυπάρχουσα HIV-1 και HBV λοίμωξη

Όλοι οι ασθενείς με HIV-1 θα πρέπει να εξετάζονται για την παρουσία του ιού της ηπατίτιδας Β

(HBV) πριν την έναρξη της αντιρετροϊκής θεραπείας.

Oξεία παρόξυνση της ηπατίτιδας B (π.χ, αντιρροπούμενη κίρρωση και ηπατική ανεπάρκεια ) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με συνυπάρχουσα HIV-1 και HBV λοίμωξη και έχουν διακόψει τη χορήγηση λαμιβουδίνης ή της δισοπροξίλης της τενοφοβίρης, δύο από τα συστατικά του Delstrigo. Οι ασθενείς με συνυπάρχουσα HIV-1 και HBV λοίμωξη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, και με κλινική και με εργαστηριακή παρακολούθηση, τουλάχιστον για αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας με το Delstrigo. Εάν ενδείκνυται, μπορεί να δικαιολογηθεί η συνέχιση της θεραπείας κατά της ηπατίτιδας Β, ιδίως σε ασθενείς με προχωρημένη ηπατική νόσο ή κίρρωση, καθώς η έξαρση της ηπατίτιδας μετά από την ολοκλήρωση της θεραπεία, μπορεί να οδηγήσει σε αντιρροπούμενη κίρρωση και ηπατική ανεπάρκεια.

Νέα εκδήλωση ή επιδείνωση της νεφρικής δυσλειτουργίας

Η νεφρική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και του συνδρόμου Fanconi (νεφρική σωληναριακή βλάβη με σοβαρή υποφωσφαταιμία), έχει αναφερθεί με τη χρήση τής δισοπροξίλης της τενοφοβίρης, ενός συστατικού του Delstrigo.

Το Delstrigo θα πρέπει να αποφεύγεται με ταυτόχρονη ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων (π.χ. υψηλή δόση ή πολλαπλά μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντά [ΜΣΑΦ]) (βλέπε παράγραφο 4.5). Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οξείας

νεφρικής ανεπάρκειας μετά την έναρξη της χορήγησης υψηλών δόσεων ή πολλαπλών ΜΣΑΦ σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία που εμφανίστηκαν σταθεροί στη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης. Κάποιοι ασθενείς χρειάστηκαν νοσηλεία και θεραπεία αντιμετώπισης νεφρικής δυσλειτουργίας. Οι εναλλακτικές λύσεις στα ΜΣΑΦ θα πρέπει να εξετάζονται, εάν χρειάζεται, σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας.

Επίμονος ή επιδεινούμενος οστικός πόνος, πόνος στα άκρα, κατάγματα και/ή μυϊκός πόνος ή αδυναμία μπορεί να είναι εκδηλώσεις κεντρικής νεφρικής σωληναριοπάθειας και θα πρέπει να προτρέπει την αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο.

Συνιστάται η αξιολόγηση της εκτιμώμενης CrCl σε όλους τους ασθενείς πριν από την έναρξη της θεραπείας και ως κλινικά κατάλληλη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Delstrigo. Σε ασθενείς με κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που έχουν βιώσει στο παρελθόν νεφρικά συμβάντα ενώ λαμβάνουν αδενοφοβίρη διπιβοξίλη, συνιστάται η εκτιμωμένη CrCl, φώσφορος ορού, γλυκόζη ούρων και πρωτεΐνη ούρων να αξιολογούνται πριν από τη έναρξη με Delstrigo και η πιο συχνή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση ανά ιατρική κατάσταση του ασθενούς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Delstrigo.

Η λαμιβουδίνη και η δισοπροξίλη της τενοφοβίρης απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς. Το Delstrigo θα πρέπει να διακόπτεται εάν η εκτιμώμενη CrCl μειωθεί κάτω από τα 50 mL/λεπτό, καθώς η προσαρμογή του διαστήματος δόσης που απαιτείται για τη λαμιβουδίνη και τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης δεν μπορεί να επιτευχθεί με το δισκίο συνδυασμού σταθερής δόσης (βλ.παράγραφο 4.2).

Επιδράσεις στα οστά στον ενήλικο πληθυσμό

Οστικές διαταραχές όπως οστεομαλακία, οι οποίες μπορούν να εκδηλωθούν ως επίμονο ή επιδεινούμενο οστικό άλγος και, σπάνια, να συντελέσουν σε κατάγματα, ενδεχομένως να συνδέονται με επαγόμενη από τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης εγγύς νεφρική σωληναριοπάθεια (βλ. παράγραφο 4.8).

Μειώσεις της οστικής πυκνότητας (ΟΠ) έχουν παρατηρηθεί με τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές διάρκειας έως 144 εβδομάδων σε ασθενείς με λοίμωξη HIV ή HBV. Αυτές οι μειώσεις της ΟΠ γενικά βελτιώθηκαν μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Σε άλλες μελέτες (προοπτικές και διατμηματικές), οι πιο έντονες μειώσεις της ΟΠ παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δισοπροξίλη της τενοφοβίρης ως μέρος ενός θεραπευτικού σχήματος που περιείχε ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης.

Γενικά, λαμβανομένων υπόψη των οστικών διαταραχών που συνδέονται με τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης και των περιορισμένων μακροπρόθεσμων δεδομένων για την επίδραση της δισοπροξίλης της τενοφοβίρης στην υγεία των οστών και στον κίνδυνο καταγμάτων, θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικά θεραπευτικά σχήματα για ασθενείς με οστεοπόρωση ή με ιστορικό οστικών καταγμάτων.

Επί υπόνοιας ή ανίχνευσης οστικών διαταραχών πρέπει να λαμβάνεται η κατάλληλη επιστημονική συμβουλή.

Επιδράσεις στα οστά στον παιδιατρικό πληθυσμό

Υπάρχουν αβεβαιότητες που σχετίζονται με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της οστικής τοξικότητας. Συνεπώς, συνιστάται μια διεπιστημονική προσέγγιση για την επαρκή εκτίμηση κατά περίπτωση της ισορροπίας οφελών/κινδύνων της θεραπείας, την απόφαση της κατάλληλης παρακολούθησης κατά τη διάρκεια της θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της απόφασης για την απόσυρση από τη θεραπεία) και την εξέταση της ανάγκης για συμπλήρωση.

Η δισοπροξίλη της τενοφοβίρης μπορεί να προκαλέσει μείωση της ΟΠ. Οι επιδράσεις των μεταβολών της ΟΠ που σχετίζονται με τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης στη μακροπρόθεσμη υγεία των οστών και ο κίνδυνος μελλοντικών καταγμάτων δεν είναι γνωστές.

Σε περίπτωση ανίχνευσης ή υποψίας οστικών διαταραχών σε παιδιατρικούς ασθενείς, θα πρέπει να λαμβάνεται η κατάλληλη επιστημονική συμβουλή ενδοκρινολόγου και/ή νεφρολόγου.

Συγχορήγηση με άλλα αντιιικά προϊόντα

To doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμιβουδίνη ή με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν δισοπροξίλης της τενοφοβίρης ή αλαφεναμίδη της τενοφοβίρης ή με αδενοφοβίρη διπιβοξίλη (βλέπε παράγραφο 4.5). To doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με doravirine, εκτός εάν απαιτείται για την προσαρμογή της δόσης (π.χ. με ριφαμπουτίνη) (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5).

Χρήση με CYP3Α επαγωγείς

Συνιστάται προσοχή στη συνταγογράφηση του doravirine με φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να μειώσουν την έκθεση του doravirine (βλ. παράγραφο 4.3 και 4.5).

Σύνδρομο επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος

Σύνδρομο επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας. Κατά την αρχική φάση του συνδυασμού της αντιρετροϊκής αγωγής, οι ασθενείς των οποίων το ανοσοποιητικό σύστημα ανταποκρίνεται μπορεί να αναπτύξουν μια φλεγμονώδη απόκριση σε δύσκολες ή υπολειμματικές ευκαιριακές λοιμώξεις (όπως λοίμωξη από Mycobacterium avium, κυτταρομεγαλοϊό, πνευμονία Pneumocystis jirovecii [PCP] ή φυματίωση) και οι οποίες μπορεί να χρειαστούν περαιτέρω αξιολόγηση και θεραπεία.

Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα, πολυμυοσίτιδα, και σύνδρομο Guillain-Barre) έχουν επίσης αναφερθεί ότι συμβαίνουν κατά τη ρύθμιση της επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος; ωστόσο, ο χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και μπορούν να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.

Λακτόζη

Το Delstrigo περιέχει λακτόζη (ως μονοϋδρική). Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
19
23
16
52
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Το Delstrigo είναι ένα πλήρες θεραπευτικό σχήμα για τη θεραπεία της λοίμωξης HIV-1; επομένως, το Delstrigo δεν πρέπει να χορηγείται με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα. Δεν παρέχονται πληροφορίες σχετικά με πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα.

Οι μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

Το Delstrigo περιέχει doravirine, λαμιβουδίνη και δισοπροξίλη της τενοφοβίρης, συνεπώς οι τυχόν αλληλεπιδράσεις που εντοπίστηκαν για αυτές της ουσίες ξεχωριστά είναι σχετικές με το Delstrigo και παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο doravirine, λαμιβουδίνη, και δισοπροξίλη της τενοφοβίρης

Doravirine

Το Doravirine μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A και τα φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν ή αναστέλλουν το CYP3A αναμένεται να επηρεάσουν την κάθαρση του doravirine (βλ. παράγραφο 5.2). Το doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης δεν πρέπει να συγχορηγείται με

φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ισχυροί επαγωγείς ενζύμων του CYP3A καθώς αναμένεται σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων του doravirine στο πλάσμα, το οποίο μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα του doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης (βλ. παράγράφο 4.3 και 5.2).

Η συγχορήγηση με τον μέτριο επαγωγέα του CYP3A την ριφαμπουτίνη μείωσε τις συγκεντρώσεις του doravirine (βλ. Πίνακα 1). Όταν το Delstrigo συγχορηγείται με ριφαμπουτίνη, πρέπει να χορηγείται ημερησίως δόση των 100 mg του doravirine περίπου 12 ώρες μετά την δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης (βλ. παράγραφο 4.2).

Η συγχορήγηση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης με άλλους μέτριους επαγωγείς του CYP3A δεν έχει αξιολογηθεί αλλά αναμένονται μειωμένες συγκεντρώσεις του doravirine. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η συγχορήγηση με άλλους μέτριους επαγωγείς του CYP3A (π.χ. dabrafenib, λεσινουράδη,, bosentan, θειοριδαζίνη, ναφκιλλίνη, μοδαφινίλη, telotristat ethyl), πρέπει να χορηγηθεί μια δόση doravirine των 100 mg ημερησίως, 12 ώρες μετά την δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης (βλ. παράγραφο 4.2).

Η συγχορήγηση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης και των φαρμακευτικών προϊόντων που είναι αναστολείς του CYP3A μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις του doravirine στο πλάσμα. Ωστόσο, δεν απαιτείται η προσαρμογή της δόσης όταν το doravirine συγχορηγείται με αναστολείς του CYP3A.

Λαμιβουδίνη

Επειδή η λαμιβουδίνη αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς μέσω ενός συνδυασμού σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληναριακής έκκρισης (βλ. παράγραφο 5.2), η συγχορήγηση του doravirine/ λαμιβουδίνη /δισοπροξίλη της τενοφοβίρης με φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική λειτουργία ή ανταγωνίζονται για ενεργό σωληναριακή απέκκριση μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της λαμιβουδίνης στον ορό.

Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης

Επειδή η τενοφοβίρη αποβάλλεται από τους νεφρούς μέσω ενός συνδυασμού σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληναριακής έκκρισης (βλ. παράγραφο 5.2), η συγχορήγηση του doravirine/ λαμιβουδίνη /δισοπροξίλη της τενοφοβίρης με φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική λειτουργία ή ανταγωνίζονται για ενεργό σωληναριακή απέκκριση μέσω των μεταφερουσών πρωτεϊνών OAT 1, OAT 3 ή MRP4, μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της τενοφοβίρης στον ορό.

Λόγω του συστατικού της δισοπροξίλης της τενοφοβίρης του doravirine /λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης, η χρήση του προϊόντος θα πρέπει να αποφεύγεται με ταυτόχρονη ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων. Μερικά παραδείγματα περιλαμβάνουν, αλλά χωρίς να περιορίζονται σε αυτά, ακυκλοβίρη, cidofovir, γανσικλοβίρη, valacyclovir, βαλγκανκυκλοβίρη, αμινογλυκοσίδες (π.χ. γενταμυκίνη), και υψηλών δόσεων ή πολλαπλών ΜΣΑΦ (βλ. παράγραφο 4.4).

Επιδράσεις του doravirine, της λαμιβουδίνης και της δισοπροξίλης της τενοφοβίρης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Doravirine

Το doravirine σε δόση 100 mg άπαξ ημερησίως δεν είναι πιθανό να έχει κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα φαρμακευτικών προϊόντων που εξαρτώνται από τις πρωτεΐνες μεταφοράς για την απορρόφηση και/ή αποβολή ή που μεταβολίζονται από τα ένζυμα CYP.

Ωστόσο, η συγχορήγηση του doravirine και του ευαίσθητου υποστρώματος μιδαζολάμης του CYP3A οδήγησε σε μείωση της έκθεσης σε μιδαζολάμη κατά 18 %, υποδηλώνοντας ότι το doravirine μπορεί να είναι ασθενής επαγωγέας του CYP3A. Επομένως, απαιτείται προσοχή όταν συγχορηγείται το doravirine με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ευαίσθητα υποστρώματα του CYP3A που έχουν επίσης στενό θεραπευτικό παράθυρο (π.χ. tacrolimus και sirolimus).

Λαμιβουδίνη

Η λαμιβουδίνη δεν αναστέλλει ούτε επάγει τα ένζυμα CYP.

Τενοφοβίρη

Με βάση τα αποτελέσματα in vitro πειραμάτων και τη γνωστή οδό απέκκρισης της τενοφοβίρης, η πιθανότητα αλληλεπιδράσεων της τενοφοβίρης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, με τη μεσολάβηση των CYP, είναι μικρή.

Πίνακας αλληλεπιδράσεων

Ο Πίνακας 1 δείχνει τις καθιερωμένες και άλλες πιθανές αλληλεπιδράσεις φαρμακευτικών προϊόντων με τα μεμονωμένα συστατικά του Delstrigo, αλλά δεν είναι πλήρης (η αύξηση συμβολίζεται ως ↑, η μείωση συμβολίζεται ως ↓ και καμία αλλαγή ως ↔). Για τις πιθανές αλληλεπιδράσεις φαρμακευτικών προιόντων με την δισοπροξίλη της τενοφοβίρης ή τη λαμιβουδίνη, (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).

Πίνακας 1: Αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μεμονωμένων συστατικών του Delstrigo και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων

Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτική περιοχή Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμακευτικών προϊόντωνγεωμετρικός μέσος λόγος (90% CI) * Σύσταση όσον αφορά τη συγχορήγηση μεdoravirine/λαμιβουδίνη/δισο προξίλη της τενοφοβίρης
Παράγοντες μείωσης οξύτητας
αντιόξινο (πόσιμο εναιώρημα υδροξειδίου αργιλίου και μαγνησίου) (20 ml άπαξ ημερησίως, doravirine 100 mg άπαξημερησίως) ↔ doravirineAUC 1.01 (0.92, 1.11)Cmax 0.86 (0.74, 1.01)C24 1.03 (0.94, 1.12) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
παντοπραζόλη(40 mg εφάπαξ δόση,doravirine 100 mg άπαξ ημερησίως) ↓ doravirineAUC 0.83 (0.76, 0.91)Cmax 0.88 (0.76, 1.01)C24 0.84 (0.77, 0.92) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
ομεπραζόλη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ doravirine Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτανσίνης
λισινοπρίλη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ λισινοπρίλη Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Αντιανδρογόνα
enzalutamide Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση αντενδείκνυται.
Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτική περιοχή Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμακευτικών προϊόντων γεωμετρικός μέσος λόγος (90%CI) * Σύσταση όσον αφορά τη συγχορήγηση με doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
Αντιβιοτικά
ναφκιλλίνη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg, πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά την δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
Aντισπασμωδικά
καρβαμαζεπίνη οξυκαρβαζεπίνη φαινοβαρβιτάλη φαινυτοΐνη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση αντενδείκνυται.
Αντιδιαβητικά
μετφορμίνη(1 000 mg εφάπαξ δόση, doravirine 100 mg άπαξημερησίως) ↔ μετφορμίνηAUC 0.94 (0.88, 1.00)Cmax 0.94 (0.86, 1.03) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
καναγλιφλοζίνη λιραγλουτίδη σιταγλιπτίνη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ καναγλιφλοζίνη↔ λιραγλουτίδη↔ σιταγλιπτίνη Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Αντιδιαρροϊκά
telotristat ethyl Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg, πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά την δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
Ουρικουρικοί και κατά της ουρικήςνόσου παράγοντες
Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτική περιοχή Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμακευτικών προϊόντων γεωμετρικός μέσος λόγος (90%CI) * Σύσταση όσον αφορά τη συγχορήγηση με doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
λεσινουράδη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg, πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά την δόσηdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπρ οξίλη της τενοφοβίρης
Αντιμυκοβακτηριακά
Εφάπαξ δόση ριφαμπικίνης (600 mg εφάπαξ δόση, doravirine 100 mg εφάπαξ δόση)Πολλαπλή δόσή ριφαμπικίνης(600 mg άπαξ ημερησίως, doravirine 100 mg εφάπαξδόση ↔ doravirineAUC 0.91 (0.78, 1.06)Cmax 1.40 (1.21, 1.63)C24 0.90 (0.80, 1.01)↓ doravirineAUC 0.12 (0.10, 0.15)Cmax 0.43 (0.35, 0.52)C24 0.03 (0.02, 0.04)(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση αντενδείκνυται.
rifapentine Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Expected:↓ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση αντενδείκνυται.
ριφαμπουτίνη(300 mg άπαξ ημερησίως, doravirine 100 mg εφάπαξ δόση) ↓ doravirineAUC 0.50 (0.45, 0.55)Cmax 0.99 (0.85, 1.15)C24 0.32 (0.28, 0.35)(Επαγωγή του CYP3A) Εάν τοdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης συγχορηγείται με ριφαμπουτίνη, μια δόση doravirine των 100 mg, πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά την δόσηdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
Αντινεοπλασματικά
μιτοτάνη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση αντενδείκνυται.
Αντιψυχωσικά
Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτική περιοχή Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμακευτικών προϊόντων γεωμετρικός μέσος λόγος (90%CI) * Σύσταση όσον αφορά τη συγχορήγηση με doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
θειοριδαζίνη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg, πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά την δόσηdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπρ οξίλη της τενοφοβίρης.
Αντιμυκητιασικοί παράγοντες αζολών
κετοκοναζόλη(400 mg άπαξ ημερησίως, doravirine 100 mg εφάπαξ δόση) ↑ doravirineAUC 3.06 (2.85, 3.29)Cmax 1.25 (1.05, 1.49)C24 2.75 (2.54, 2.98)(Επαγωγή του CYP3A) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
φλουκοναζόλη ιτρακοναζόλη ποσακοναζόλη βορικοναζόλη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↑ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
διλτιαζέμη βεραπαμίλη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↑ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Θεραπεία κυστικής ίνωσης
lumacaftor Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση αντενδείκνυται.
Ανταγωνιστές υποδοχέων ενδοθηλίνης
Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτική περιοχή Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμακευτικών προϊόντων γεωμετρικός μέσος λόγος (90%CI) * Σύσταση όσον αφορά τη συγχορήγηση με doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
bosentan Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg, πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά την δόσηdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπρ οξίλη της τενοφοβίρης.
Αντιιικοί παράγοντες ηπατίτιδας C
elbasvir + grazoprevir (50 mg elbasvir άπαξ ημερησίως + 200 mg grazoprevir άπαξ ημερησίως,doravirine 100 mg άπαξ ημερησίως) ↑ doravirineAUC 1.56 (1.45, 1.68)Cmax 1.41 (1.25, 1.58)C24 1.61 (1.45, 1.79)(Αναστολή του CYP3A)↔ elbasvirAUC 0.96 (0.90, 1.02)Cmax 0.96 (0.91, 1.01)C24 0.96 (0.89, 1.04)↔ grazoprevirAUC 1.07 (0.94, 1.23)Cmax 1.22 (1.01, 1.47)C24 0.90 (0.83, 0.96) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
ledipasvir + sofosbuvir (90 mg ledipasvir εφάπαξ δόση + 400 mg sofosbuvir εφάπαξ δόση,doravirine 100 mg εφάπαξ δόση) ↑ doravirineAUC 1.15 (1.07, 1.24)Cmax 1.11 (0.97, 1.27)C24 1.24 (1.13, 1.36)↔ ledipasvirAUC 0.92 (0.80, 1.06)Cmax 0.91 (0.80, 1.02)↔ sofosbuvirAUC 1.04 (0.91, 1.18)Cmax 0.89 (0.79, 1.00)↔ GS-331007AUC 1.03 (0.98, 1.09)Cmax 1.03 (0.97, 1.09)Αναμένεται:↑ tenofovir Οι ασθενείς που λαμβάνουν doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπρ οξίλη της τενοφοβίρης ταυτόχρονα με ledipasvir/sofosbuvir θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτική περιοχή Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμακευτικών προϊόντων γεωμετρικός μέσος λόγος (90%CI) * Σύσταση όσον αφορά τη συγχορήγηση με doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
sofosbuvir/velpatasvir Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ doravirine↑ τενοφοβίρη Οι ασθενείς που λαμβάνουνdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης ταυτόχρονα με το sofosbuvir/velpatasvir θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τηδισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
sofosbuvir Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ doravirine Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
daclatasvir Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ doravirine Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης..
ombitasvir/paritaprevir/ριτοναβίρη και dasabuvir+/-ριτοναβίρη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↑ doravirine(αναστολή του CYP3A λόγω ριτοναβίρης) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
dasabuvir Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ doravirine Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
glecaprevir, pibrentasvir Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↑ doravirine(Aναστολή του CYP3A) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτική περιοχή Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμακευτικών προϊόντων γεωμετρικός μέσος λόγος (90%CI) * Σύσταση όσον αφορά τη συγχορήγηση με doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
ριμπαβιρίνη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ doravirine Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Φυτικά συμπληρώματα
Υπερικό(Hypericum perforatum) Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση αντενδείκνυται.
HIV αντιιικοί παράγοντες
δισοπροξίλη της τενοφοβίρης(300 mg άπαξ ημερησίως, doravirine 100 mg εφάπαξ δόση) ↔ doravirineAUC 0.95 (0.80, 1.12)Cmax 0.80 (0.64, 1.01)C24 0.94 (0.78, 1.12) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
λαμιβουδίνη + δισοπροξίλη της τενοφοβίρης(300 mg λαμιβουδίνη εφάπαξ δόση + 245 mg δισοπροξίλη της τενοφοβίρης εφάπαξ δόση, doravirine 100 mg εφάπαξ δόση) ↔ doravirineAUC 0.96 (0.87, 1.06)Cmax 0.97 (0.88, 1.07)C24 0.94 (0.83, 1.06)↔lamivudineAUC 0.94 (0.88, 1.00)Cmax 0.92 (0.81, 1.05)↔ tenofovirAUC 1.11 (0.97, 1.28)Cmax 1.17 (0.96, 1.42) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Ανοσοκατασταλτικά
tacrolimus sirolimus Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ doravirine↓ tacrolimus, sirolimus(Επαγωγή του CYP3A) Παρακολουθήστε τις συγκεντρώσεις του tacrolimus και του sirolimus στο αίμα καθώς μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης αυτών των παραγόντων.
Αναστολείς της κινάσης
Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτική περιοχή Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμακευτικών προϊόντων γεωμετρικός μέσος λόγος (90%CI) * Σύσταση όσον αφορά τη συγχορήγηση με doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
dabrafenib Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg, πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά την δόσηdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπρ οξίλη της τενοφοβίρης.
Διάφορα
διάλυμα σορβιτόλης (3.2 g,10.2 g,13.4 g)/λαμιβουδίνη εφάπαξ δόση πόσιμου διαλύματος λαμιβουδίνης 300 mgλαμιβουδίνηAUC ↓ 14 %; 32 %; 35 %Cmax ↓28 %; 52 %; 55 % Όταν είναι δυνατόν, αποφύγετε τη χρόνια συγχορήγησηdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν σορβιτόλη ή άλλες ωσμωτικές πολυαλκοόλες (π.χ., ξυλιτόλη, μαννιτόλη, λακτιτόλη, μαλτιτόλη).Εξετάστε συχνότερα την παρακολούθηση του ιικού φορτίου του HIV-1 όταν δενμπορεί να αποφευχθεί η χρόνια συγχορήγηση.
Οπιοειδή αναλγητικά
μεθαδόνη(20-200 mg άπαξ ημερησίως εξατομικευμένη δόση,doravirine 100 mg άπαξ ημερησίως) ↓ doravirineAUC 0.74 (0.61, 0.90)Cmax 0.76 (0.63, 0.91)C24 0.80 (0.63, 1.03)↔ R-μεθαδόνηAUC 0.95 (0.90, 1.01)Cmax 0.98 (0.93, 1.03)C24 0.95 (0.88, 1.03)↔ S-μεθαδόνηAUC 0.98 (0.90, 1.06)Cmax 0.97 (0.91, 1.04)C24 0.97 (0.86, 1.10) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
βουπρενορφίνη ναλοξόνη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ βουπρενορφίνη↔ ναλοξόνη Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Απο στόματος αντισυλληπτικά
Φαρμακευτικά προϊόντα ανά θεραπευτική περιοχή Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμακευτικών προϊόντων γεωμετρικός μέσος λόγος (90%CI) * Σύσταση όσον αφορά τη συγχορήγηση με doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
0.03 mgαιθινυλοιστραδιόλη/0.15 mg λεβονοργεστρέλη εφάπαξ δόση,doravirine 100 mg άπαξ ημερησίως ↔ αιθινυλοιστραδιόληAUC 0.98 (0.94, 1.03)Cmax 0.83 (0.80, 0.87)↑ λεβονοργεστρέληAUC 1.21 (1.14, 1.28)Cmax 0.96 (0.88, 1.05) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
norgestimate/αιθινυλοιστραδιόλη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ norgestimate/αιθινυλοιστραδιόλη Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Ψυχοδιεγερτικά
μοδαφινίλη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↓ doravirine(Επαγωγή του CYP3A) Η συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg, πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά την δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
Κατασταλτικά/υπνωτικά
μιδαζολάμη(2 mg εφάπαξ δόση, doravirine 120 mg άπαξημερησίως) ↓ μιδαζολάμηAUC 0.82 (0.70, 0.97)Cmax 1.02 (0.81, 1.28) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Στατίνες
ατορβαστατίνη(20 mg εφάπαξ δόση,doravirine 100 mg άπαξ ημερησίως) ↔ ατορβαστατίνηAUC 0.98 (0.90, 1.06)Cmax 0.67 (0.52, 0.85) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
ροσουβαστατίνη σιμβαστατίνη Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με doravirine ήdoravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλητης τενοφοβίρης.Αναμένεται:↔ ροσουβαστατίνη↔ σιμβαστατίνη Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
↑ = αύξηση, ↓ = μείωση, ↔ = καμία μεταβολήCI = Διάστημα εμπιστοσύνης; SD = εφάπαξ δόση; QD = άπαξ ημερησίως; BID = Δύο φορές ημερησίως*AUC0-∞ για εφάπαξ δόση, AUC0-24 για Μία φορά ημερησίως.

Κύηση

Κύηση

Δεν υπάρχουν καθόλου ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση του doravirine σε έγκυες γυναίκες. Τα δεδομένα από σχετικά μεγάλο αριθμό εγκύων γυναικών (πάνω από 3.000 αποτελέσματα έκβασης εγκυμοσύνης από το πρώτο τρίμηνο) που λαμβάνουν το μεμονωμένο δραστικό συστατικό λαμιβουδίνη σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φάρμακα, δεν καταδεικνύει τοξική δυσμορφία. Τα δεδομένα από σχετικά περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης μεταξύ 300-1.000) δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη δυσμορφίας ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενης με τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.

Μητρώο κυήσεων υπό Αντιρετροϊική θεραπεία

Για την παρακολούθηση των τελικών επιδράσεων σε μητέρα και έμβρυο ασθενών που εκτίθενται σε αντιρετροϊκούς παράγοντες κατά την διάρκεια της κύησης, έχει δημιουργηθεί ένα Μητρώο Κυήσεων υπό Αντιρετροϊική Θεραπεία. Συνιστάται στους ιατρούς να καταγράφουν τις ασθενείς σε αυτό το μητρώο.

Μελέτες σε ζώα με doravirine δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Μελέτες σε ζώα με δισοπροξίλη της τενοφοβίρης δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Μελέτες σε ζώα με λαμιβουδίνη έδειξαν αύξηση στους πρώιμους εμβρυϊκούς θανάτους σε κουνέλια αλλά όχι σε αρουραίους (βλ. παράγραφο 5.3). Η μετάδοση της λαμιβουδίνης μέσω του πλακούντα έχει αποδειχθεί ότι λαμβάνει χώρα στους ανθρώπους. Η λαμιβουδίνη μπορεί να αναστείλει την αναπαραγωγή κυτταρικού DNA (βλ. παράγραφο 5.3). Η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος είναι άγνωστη.

Ως προληπτικό μέτρο, προτιμάται η αποφυγή χρήσης του Delstrigo κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός

Είναι άγνωστο εάν το doravirine απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση του doravirine στο γάλα (βλ. παράγραφο 5.3).

Η λαμιβουδίνη έχει εντοπιστεί σε νεογνά/βρέφη που θηλάζουν από γυναίκες που ελάμβαναν θεραπεία. Με βάση περισσότερα από 200 ζεύγη μητέρας/παιδιού που έλαβαν θεραπεία για HIV, οι συγκεντρώσεις λαμιβουδίνης στο πλάσμα θηλαζόντων βρεφών των οποίων οι μητέρες ελάμβαναν θεραπεία για HIV είναι πολύ χαμηλές (< 4 % των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της μητέρας), και σταδιακά μειώθηκαν σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα όταν τα θηλάζοντα βρέφη έφθασαν στην ηλικία των 24 εβδομάδων. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την ασφάλεια της λαμιβουδίνης όταν χορηγείται σε βρέφη ηλικίας κάτω των τριών μηνών.

Η τενοφοβίρη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις της τενοφοβίρης στα νεογνά/βρέφη.

Συνιστάται οι γυναίκες που ζούν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του HIV.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ανθρώπινα δεδομένα για την επίδραση του Delstrigo στη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν βλαβερές συνέπειες του doravirine, της λαμιβουδίνης ή της δισοπροξίλης της τενοφοβίρης σε σχέση με τη γονιμότητα σε επίπεδα έκθεσης υψηλότερα από ότι στους ανθρώπους στη συνιστώμενη κλινική δόση (βλ. παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Το Delstrigo επηρεάζει σε μικρό βαθμό την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων. Oι ασθενείς πρέπει να πληροφορούνται ότι αναφέρθηκαν κόπωση, ζάλη και υπνηλία κατά τη διάρκεια αγωγής με Delstrigo (βλ. παράγραφο 4.8). Αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση της ικανότητας του ασθενούς να οδηγεί ή να χειρίζεται μηχανήματα.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Σε κλινικές δοκιμές φάσης 3 με doravirine συν 2 νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs), οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η ναυτία (4 %), και η κεφαλαλγία (3 %).

Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες με doravirine συν 2 NRTIs σε κλινικές δοκιμές φάσης 3 (DRIVE-FORWARD, DRIVE-SHIFT και DRIVE-AHEAD) και κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία, παρουσιάζονται παρακάτω ανά σύστημα, κατηγορία οργάνου και συχνότητα. Για κάθε κατηγορία συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10,000), ή μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 2: Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη χρήση του

doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
Συχνότητα Ανεπιθύμητες ενέργειες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Σπάνιες εξάνθημα φλυκταινώδες
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
Όχι συχνές ουδετεροπενία*, αναιμία*, θρομβοπενία*
Πολύ σπάνιες απλασία της ερυθράς σειράς*
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
Όχι συχνές υποφωσφαταιμία, υποκαλιαιμία*
Σπάνιες υπομαγνησιαιμία, γαλακτική οξέωση*
Ψυχιατρικές διαταραχές
Συχνές ανώμαλα όνειρα, αϋπνία1,
Όχι συχνές εφιάλτης, κατάθλιψη2, άγχος3, ευερεθιστότητα, συγχυτική κατάσταση, ιδεασμός αυτοκτονίας,
Σπάνιες επιθετικότητα, ψευδαίσθηση, διαταραχή προσαρμογής, μεταβολή διάθεσης, υπνοβασία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συχνές κεφαλαλγία, ζάλη, υπνηλία
Όχι συχνές διαταραχή στην προσοχή, επηρεασμένη μνήμη, παραισθησία, υπερτονία, κακή ποιότητα ύπνου
Πολύ σπάνιες περιφερική νευροπάθεια (ή παραισθησία)*
Αγγειακές διαταραχές
Όχι συχνές υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Συχνές βήχας*, ρινικά συμπτώματα*
Σπάνιες δύσπνοια, υπερτροφία αμυγδαλών
Γαστρεντερικές διαταραχές
Συχνές ναυτία, διάρροια, κοιλιακό άλγος4, εμετός, μετεωρισμός
Συχνότητα Ανεπιθύμητες ενέργειες
Όχι συχνές δυσκοιλιότητα, κοιλιακή δυσφορία5, διάταση της κοιλίας, δυσπεψία, κόπρανα μαλακά6, διαταραχήτης κινητικότητας του γαστρεντερικού σωλήνα7, παγκρεατίτιδα*
Σπάνιες τεινεσμός ορθού,
Ηπατοχολικές διαταραχές
Σπάνιες ηπατική στεάτωση*, ηπατίτιδα†
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Συχνές αλωπεκία*, εξάνθημα8
Όχι συχνές κνησμός
Σπάνιες αλλεργική δερματίτιδα, ροδόχρους ακμή αγγειοίδημα*
Μη γνωστής συχνότητας τοξική επιδερµική νεκρόλυση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Συχνές μυϊκές διαταραχές*, μειωμένη οστική πυκνότητα*
Όχι συχνές μυαλγία, αρθραλγία, ραβδομυόλυση*‡, μυική αδυναμία*‡
Σπάνιες μυοσκελετικός πόνος, οστεομαλακία (πουεκδηλώνεται ως οστικό άλγος και συμβάλλει όχι συχνά σε κατάγματα)*, μυοπάθεια*
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Όχι συχνές αυξημένη κρεατινίνη*, κεντρική νεφρικήσωληναριοπάθεια (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi)*
Σπάνιες οξεία νεφρική βλάβη, νεφρική διαταραχή, λίθος ουροφόρων οδών, νεφρολιθίαση, οξεία νεφρική ανεπάρκεια*, νεφρική ανεπάρκεια*, οξεία σωληναριακή νέκρωση*, νεφρίτις (συμπεριλαμβανομένης οξείας διάμεσηςνεφρίτιδας)*, νεφρογενής άποιος διαβήτης*
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
Συχνές κόπωση, πυρετός*
Όχι συχνές καταβολή, αίσθημα κακουχίας
Σπάνιες πόνος του θώρακα, ρίγη, πόνος, δίψα
Παρακλινικές εξετάσεις
Συχνές αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης9
Όχι συχνές αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, λιπάση αυξημένη, αμυλάση αυξημένη, αιμοσφαιρίνη μειωμένη
Σπάνιες κρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη
*Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια δεν παρατηρήθηκε ως ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με το doravirine από τις κλινικές μελέτες Φάσης 3 (DRIVE-FORWARD, DRIVE-AHEAD, DRIVE-SHIFT), αλλά περιλαμβάνεται στον παρόντα πίνακα ως ανεπιθύμητη ενέργεια με βάση την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (ΠΧΠ) των 3TC ή/και TDF. Η κατηγορία υψηλότερων συχνοτήτων που αναφέρεται στην ΠΧΠ 3TC ή TDF χρησιμοποιείται.†Η ανεπιθύμητη αυτή ενέργεια δεν ταυτοποιήθηκε ως ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με το doravirine στις κλινικέςμελέτες Φάσης 3 (DRIVE-FORWARD, DRIVE-AHEAD, DRIVE-SHIFT), αλλά παρατηρήθηκε κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία σε σχήματα που περιέχουν doravirine και αποτελεί ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρεται στην ΠΧΠ των 3TC και TDF. Η κατηγορία υψηλότερων συχνοτήτων που αναφέρεται στην ΠΧΠ 3TC ή TDF χρησιμοποιείται.‡Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια μπορεί να εμφανιστεί ως συνέπεια της κεντρικής νεφρικής σωληναριοπάθειας. Δεν θεωρείται αιτιωδώς συσχετιζόμενη με τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης στην περίπτωση απουσίας αυτής της συνθήκης.1Η αϋπνία περιλαμβάνει: αϋπνία, αρχική αϋπνία και διαταραχή ύπνου.2Η κατάθλιψη περιλαμβάνει: κατάθλιψη, καταθλιπτική διάθεση, μείζονα κατάθλιψη και επιμένουσα καταθλιπτική διαταραχή.
Συχνότητα Ανεπιθύμητες ενέργειες
3Το άγχος περιλαμβάνει: άγχος και γενικευμένη αγχώδης διαταραχή.4Το κοιλιακό άλγος περιλαμβάνει: κοιλιακό άλγος και άλγος άνω κοιλιακής χώρας. 5H κοιλιακή δυσφορία περιλαμβάνει: κοιλιακή δυσφορία και επιγαστρική δυσφορία. 6Τα μαλακά κόπρανα περιλαμβάνουν: μαλακά κόπρανα και μη φυσιολογικά κόπρανα.7Η διαταραχή της κινητικότητας του γαστρεντερικού σωλήνα περιλαμβάνει: διαταραχή της κινητικότητας του γαστρεντερικού σωλήνα και συχνές κενώσεις.8Το εξάνθημα περιλαμβάνει: εξάνθημα, εξάνθημα κηλιδώδες, εξάνθημα ερυθηματώδες, εξάνθημα γενικευμένο, εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, εξάνθημα βλατιδώδες και κνίδωση.9Η αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης περιλαμβάνει: αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης και ηπατοκυτταρικήβλάβη.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Σύνδρομο επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος

Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της CART, μια φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Aυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξή τους ποικίλλει πολύ και αυτά τα συμβάντα μπορεί να εμφανιστούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ.

παράγραφο 4.4).

Γαλακτική οξέωση

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις γαλακτικής οξέωσης, μόνο με τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης ή σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά. Ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες, όπως ασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο ή ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν γαλακτική οξέωση διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρής γαλακτικής οξέωσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δισοπροξίλη της τενοφοβίρης, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων εκβάσεων.

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs)

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs), όπως η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), έχουν αναφερθεί σε συνδυασμό με θεραπευτικά σχήματα που περιέχουν doravirine (βλ.

παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια του doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης αξιολογήθηκε σε

45 παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 ιολογικά κατεσταλμένους ή που δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών έως την Εβδομάδα 48 σε μία ανοικτής-επισήμανσης μελέτη (IMPAACT 2014 (Πρωτόκολλο 027)). Το προφίλ ασφάλειας στους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοιο με εκείνο των ενηλίκων.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

Υπερβολική δόση

Doravirine

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφόρηση για πιθανά οξεία συμπτώματα και ενδείξεις για την αντιμετώπιση υπερδοσολογίας με doravirine.

Λαμιβουδίνη

Επειδή μια αμελητέα ποσότητα λαμιβουδίνης απομακρύνθηκε μέσω αιμοκάθαρσης (4-ώρες), συνεχούς περιπατητικής περιτοναϊκής κάθαρσης και αυτοματοποιημένης περιτοναϊκής κάθαρσης, δεν είναι γνωστό εάν η συνεχής αιμοδιάλυση θα παρείχε κλινικό όφελος σε ένα συμβάν υπερδοσολογίας της λαμιβουδίνης.

Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης

Η δισοπροξίλη της τενοφοβίρης αφαιρείται αποτελεσματικά με αιμοκάθαρση με συντελεστή εκχύλισης περίπου 54 %. Μετά από μία δόση 245 mg δισοπροξίλης της τενοφοβίρης, μια περίοδος αιμοδιύλισης 4 ωρών απομάκρυνε περίπου το 10 % της χορηγούμενης δόσης της τενοφοβίρης.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - DELSTRIGO 00+300+245

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αντιιικά φάρμακα για συστηματική χρήση, κωδικός ATC: J05AR24

Μηχανισμός δράσης

Doravirine

Το doravirine είναι ένας πυριδινόνος αναστολέας της μη-νουκλεοσιδικής ανάστροφης μεταγραφάσης του HIV-1 και αναστέλλει την αναπαραγωγή του ιού HIV-1 μέσω μη-ανταγωνιστικής αναστολής της HIV-1 ανάστροφης μεταγραφάσης (RT). Το doravirine δεν αναστέλλει τις ανθρώπινες κυτταρικές DNA πολυμεράσες α, ß, και την μιτοχονδριακή DNA πολυμεράση γ.

Λαμιβουδίνη

Η λαμιβουδίνη είναι ένα νουκλεοσιδικό ανάλογο. Ενδοκυτταρικά, η λαμιβουδίνη φωσφορυλιώνεται στον ενεργό μεταβολίτη του τριφωσφορικού του 5, την τριφωσφορική λαμιβουδίνη (3TC TP). Ο κύριος τρόπος δράσης του 3TC-TP είναι η αναστολή της RT μέσω τερματισμού της αλυσίδας του DNA μετά την ενσωμάτωση του νουκλεοσιδικού αναλόγου.

Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης

H δισοπροξίλη της τενοφοβίρης είναι ένας άκυκλος νουκλεοζίτης φωσφονικός διεστέρας αναλογικός της μονοφωσφορικής αδενοσίνης. H δισοπροξίλη της τενοφοβίρης απαιτεί αρχική υδρόλυση διεστέρα για μετατροπή της σε τενοφοβίρη και επακόλουθες φωσφορυλιώσεις από κυτταρικά ένζυμα για τον σχηματισμό διφωσφορικής τενοφοβίρης. Η διφωσφορική τενοφοβίρη αναστέλλει τη δραστικότητα της HIV-1 RT με ανταγωνισμό δέσμευσης στο φυσικό υπόστρωμα της τριφωσφορικής δεοξυαδενοσίνης 5´ καθώς και με τερματισμό της αλυσίδας του DNA μετά την ενσωμάτωση στο DNA. H δισοπροξίλη της τενοφοβίρης είναι ένας ασθενής αναστολέας των θηλαστικών DNA πολυµερασών α, β και της µιτοχονδριακής DNA πολυµεράσης γ.

Αντιιική δράση σε καλλιέργεια κυττάρων

Doravirine

Το doravirine παρουσίασε μια τιμη EC50 του 12.0±4.4 nM έναντι εργαστηριακών ιικών στελεχών άγριου τύπου του HIV-1 όταν εξετάσθηκαν με την παρουσία 100 % ανθρώπινου ορού χρησιμοποιώντας MT4-GFP κύτταρα δείκτες. Το doravirine εµφάνίσε αντιιϊκή δραστηριότητα έναντι ευρέως φάσµατος πρωτογενών αποµονωθέντων στελεχών (A, A1, AE, AG, B, BF, C, D, G, H) µε τιµές EC50 να κυµαίνονται από 1.2 nM εως 10.0 nM. Η αντιιική δράση του doravirine δεν ήταν ανταγωνιστική όταν συνδυάστηκε με λαμιβουδίνη και δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.

Λαμιβουδίνη

Η αντιιική δράση της λαμιβουδίνης έναντι του HIV-1 αξιολογήθηκε σε έναν αριθμό κυτταρικών γραμμών που περιλάμβαναν μονοκύτταρα και μονοπύρηνα κύτταρα περιφερικού αίματος (PBMCs) χρησιμοποιώντας πρότυπους προσδιορισμούς ευαισθησίας. Οι τιμές EC50 ήταν στο εύρος από 0.003 έως 15 microM (1 microM = 0,23 μικρογραμμάρια ανά mL). Οι διάμεσες EC50 τιμές της λαμιβουδίνης ήταν 60 nM (εύρος: 20 έως 70 nM), 35 nM (εύρος: 30 έως 40 nM), 30 nM (εύρος: 20 έως 90 nM),

20 nM (εύρος: 3 έως 40 nM) , 30 nM (εύρος: 1 έως 60 nM), 30 nM (εύρος: 20 έως 70 nM), 30 nM

(εύρος: 3 έως 70 nM) και 30 nM (εύρος: 20 έως 90 nM) κατά των HIV-1 κλάδων AG και της ομάδας Ο (n = 3 εκτός n = 2 για τον κλάδο B), αντίστοιχα. Η ριμπαβιρίνη (50 μM) που χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία της χρόνιας λοίμωξης από τον ιό HCV μείωσε την αντιιική HIV-1 δράση της λαμιβουδίνης κατά 3,5 φορές στα κύτταρα ΜΤ-4.

Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης

Η αντιιική δράση της τενοφοβίρης, έναντι εργαστηριακών και κλινικών απομονωμένων στελεχών του HIV-1, αξιολογήθηκε σε Τ λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, πρωτεύοντα μονοκύτταρα/μακροφάγα κύτταρα και λεμφοκύτταρα περιφερικού αίματος. Οι τιμέςEC50για της τενοφοβίρη ήταν στο εύρος από 0,04 σε 8,5 microM. Η τενοφοβίρη παρουσίασε αντιιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια έναντι των HIV-1 κλάδων Α, Β, C, D, Ε, F, G και Ο (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,5 σε 2,2 microM).

Αντοχή

Σε καλλιέργεια Kυττάρων Doravirine

Στελέχη ανθεκτικά στο doravirine επιλέχθηκαν σε κυτταρική καλλιέργεια ξεκινώντας από άγριο τύπο HIV-1 διαφορετικών προελεύσεων και υποτύπων, καθώς και NNRTI-ανθεκτικό HIV-1. Οι προκληθείσες υποκαταστάσεις αμινοξέων της RT που παρατηρήθηκαν περιελάμβαναν: V106A, V106M, V106I, V108I, F227L, F227C, F227I, F227V, H221Y, M230I, L234I, P236L και Y318F. Οι

υποκαταστάσεις V106A, V106M, V108I, H221Y, F227C, M230I, P236L και Y318F επέφεραν μείωσεις στην ευαισθησία στο doravirine κατά 3,4 έως 70 φορές. Η Y318F σε συνδυασμό με την V106A, V106M, V108I ή F227C επέφερε μεγαλύτερες μειώσεις στην ευαισθησία στο doravirine από ότι η Y318F μόνο, η οποία επέφερε μία μείωση στην ευαισθησία στο doravirine κατά 10 φορές. Οι συχνες NNRTI-ανθεκτικές μεταλλάξεις (K103N, Y181C) δεν επιλέχθηκαν στην in vitro μελέτη.

V106A (αποδίδοντας μια αλλαγή περιπου στο 19) εμφανίστηκε ως μια αρχική υποκατάσταση στον υπότυπο ιού B, και V106A ή M στον υπότυπο A και C του ιού. Στη συνέχεια προέκυψαν υποκαταστάσεις των F227(L/C/V) ή L234I επιπροσθέτως με τις υποκαταστάσεις V106 (οι διπλές μεταλλάξεις οδήγησαν σε μια αλλαγή > 100).

Λαμιβουδίνη

Οι ανθεκτικές στην λαμιβουδίνη παραλλαγές του HIV-1 επιλέχθηκαν σε κυτταρική καλλιέργεια και σε άτομα που έλαβαν θεραπεία με λαμιβουδίνη. Η γονοτυπική ανάλυση έδειξε ότι η αντοχή οφειλόταν σε συγκεκριμένη υποκατάσταση αμινοξέων στην HIV-1 RT στο κωδικόνιο 184 αλλάζοντας τη μεθειονίνη σε είτε ισολευκίνη ή σε βαλίνη (Μ184V/Ι).

Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης

Τα απομονωμένα στελέχη HIV-1 που επιλέχθηκαν από την τενοφοβίρη, εξέφρασαν μια υποκατάσταση K65R στην HIV-1 RT και έδειξαν μια μείωση 2-4 φορές στην ευαισθησία στην τενοφοβίρη. Επιπλέον, η υποκατάσταση του K70E στην HIV-1 RT που είχε επιλεγεί από την τενοφοβίρη είχε ως αποτέλεσμα να οδηγήσει σε μια μειωμένη, χαμηλού επιπέδου, ευαισθησία στην αβακαβίρη, την εμτρισιταβίνη, τη λαμιβουδίνη και την τενοφοβίρη.

Σε κλινικές δοκιμές

Ενήλικες ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν

Doravirine

Οι κλινικές μελέτες Φάσης 3, DRIVE-FORWARD και DRIVE-AHEAD, περιελάμβαναν ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν (n = 747) όπου οι παρακάτω υποκαταστάσεις NNRTI

ήταν μέρος των κριτηρίων αποκλεισμού L100I, K101E, K101P, K103N, K103S, V106A, V106I, V106M, V108I, E138A, E138G, E138K, E138Q, E138R, V179L, Y181C, Y181I, Y181V, Y188C, Y188H, Y188L, G190A, G190S, H221Y, L234I, M230I, M230L, P225H, F227C, F227L, F227V.

Η ακόλουθη de novo αντοχή παρατηρήθηκε στο υποσύνολο ανάλυσης αντοχής (δοκιμαζόμενοι με HIV-1 RNA μεγαλύτερο απο 400 αντίγραφα άνα mL σε ιολογική αποτυχία ή πρώιμη διακοπή απο την μελέτη και έχοντας δεδομένα αντοχής).

Πίνακας 3: Ανάπτυξη αντοχής έως την Εβδομάδα 96 σε πληθυσμό με ιολογική αποτυχία βάση πρωτοκόλλου + σε πληθυσμό με πρώιμη διακοπή της θεραπείας

DRIVE-FORWARD DRIVE-AHEAD
DOR +NRTIs* (383) DRV + r +NRTIs* (383) DOR/TDF/3TC (364) EFV/TDF/FTC (364)
Επιτυχής γονότυπος, n 15 18 32 33
Γονοτυπική αντοχή στο
DOR ή έλεγχος (DRV ή EFV) 2 (DOR) 0 (DRV) 8 (DOR) 14 (EFV)
Βασική θεραπεία NRTI 2† 0 6 411 5 401
M184I/V μόνο 2 0
K65R μόνο 0 0
K65R + M184I/V 0 0
*NRTIs στο DOR σκέλος: FTC/TDF (333) ή ABC/3TC (50); NRTIs στο DRV+r σκέλος: FTC/TDF (335) ή ABC/3TC (48)†Στα άτομα χορηγήθηκε FTC/TDFABC= αβακαβίρη; FTC= εμτρισιταβίνη; DRV= δαρουναβίρη; r= ριτοναβίρη

Οι προκληθείσες σχετιζόμενες υποκαταστάσεις αντοχής του doravirine της RT περιελάμβαναν μία ή και περισσότερες απο τις ακόλουθες: A98G, V106I, V106A, V106M/T, Y188L, H221Y, P225H, F227C, F227C/R, και Y318Y/F.

Ιολογικά κατεσταλμένοι ενήλικες ασθενείς

Η μελέτη DRIVE-SHIFT περιελάμβανε ιολογικά κατεσταλμένους ασθενείς (N = 670) χωρίς ιστορικό αποτυχίας της θεραπείας (βλ. παράγραφο, Κλινική εμπειρία). Μια τεκμηριωμένη απουσία γονοτυπικής αντοχής (πριν από την έναρξη της πρώτης θεραπείας) στο doravirine, τη λαμιβουδίνη και την τενοφοβίρη ήταν μέρος των κριτηρίων ένταξης για ασθενείς που άλλαξαν από ΡΙ- ή ΙΝΙ-θεραπευτικό σχήμα. Οι NNRTI υποκαταστάσεις αποκλεισμού ήταν εκείνες που αναφέρονται παραπάνω (DRIVE-FORWARD και DRIVE-AHEAD), με εξαίρεση τις υποκαταστάσεις RT K103N, G190A και Y181C (αποδεκτές στη DRIVE-SHIFT). Η τεκμηρίωση της γονοτυπικής αντοχής πριν τη θεραπεία δεν ήταν απαραίτητη για ασθενείς που άλλαξαν από ένα θεραπευτικό σχήμα βασισμένο σε

NNRTI.

Στην κλινική μελέτη DRIVE-SHIFT, κανένα άτομο δεν εμφάνισε γονοτυπική ή φαινοτυπική αντοχή σε DOR, 3TC ή TDF κατά τη διάρκεια των αρχικών 48 εβδομάδων (άμεση εναλλαγή θεραπείας, N=447) ή 24 εβδομάδων (καθυστερημένη εναλλαγή θεραπείας, N=209) της θεραπείας με Delstrigo. Ένα άτομο ανέπτυξε RT M184M/Ι μετάλλαξη και φαινοτυπική αντοχή στα 3TC και FTC κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το βασικό θεραπευτικό τους σχήμα. Κανένα από τα 24 άτομα (11 στην ομάδα άμεσης εναλλαγής θεραπείας, 13 στην ομάδα καθυστερημένης εναλλαγής θεραπείας) με μεταλλάξεις NNRTI κατά την έναρξη (RT K103N, G190A ή Y181C) δεν εμφάνισε ιολογική αποτυχία κατά την Eβδομάδα 48 ή κατά τη διακοπή.

Παιδιατρικοί ασθενείς

Στην κλινική μελέτη IMPAACT 2014 (Πρωτόκολλο 027), κανένα άτομο το οποίο ήταν ιολογικά κατεσταλμένο κατά την έναρξη δεν πληρούσε τα κριτήρια για ανάλυση αντοχής. Ένα άτομο που δεν

είχε λάβει προηγουμένως θεραπεία και πληρούσε τα κριτήρια ιολογικής αποτυχίας βάσει πρωτοκόλλου (ορίζεται ως 2 διαδοχικά αποτελέσματα δοκιμών HIV-1 RNA πλάσματος

≥200 αντίγραφα/ml την ή μετά την Εβδομάδα 24) αξιολογήθηκε για την ανάπτυξη αντοχής. Δεν ανιχνεύτηκε εμφάνιση γονοτυπικής ή φαινοτυπικής αντοχής στο doravirine, στη λαμιβουδίνη ή στη τενοφοβίρη.

Διασταυρούμενη αντοχή

Δεν καταδείχθηκε σημαντική διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ παραλλαγών HIV-1 ανθεκτικών στο doravirine και της λαμιβουδίνη/εμτρισιταβίνη ή τενοφοβίρη ή μεταξύ παραλλαγών ανθεκτικών στη λαμιβουδίνη ή τενοφοβίρη και του doravirine.

Doravirine

Το doravirine έχει αξιολογηθεί σε περιορισμένο αριθμό ασθενών με αντοχή σε NNRTI (K103N n = 7, G190A n = 1); Όλοι οι ασθενείς ήταν ιολογικά κατεσταλμένοι στα < 40 αντίγραφα/ml την

Εβδομάδα 48. Δεν έχει τεκμηριωθεί κάποιο σημείο για τη μείωση της ευαισθησίας, που προκύπτει από διάφορες υποκαταστάσεις NNRTI και που σχετίζεται με μείωση της κλινικής αποτελεσματικότητας.

Εργαστηριακά στελέχη του HIV-1 που υποθάλπουν τις συχνές NNRTI-σχετιζόμενες μεταλλάξεις K103N, Y181C, ή K103N/Y181C υποκαταστάσεις της RT, παρουσίασαν μια μείωση μικρότερη από 3 φορές στην ευαισθησία στο doravirine σε σύγκριση με τον ιό άγριου τύπου όταν αξιολογήθηκαν με την παρουσία 100 % ανθρώπινου ορού (NHS). Σε in vitro μελέτες το doravirine ήταν σε θέση να καταστείλει τις ακόλουθες NNRTI-σχετίζόμενες υποκαταστάσεις; K103N, Y181C, και G190A σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις.

Μια ομάδα 96 ποικίλων κλινικά απομονωμένων στελεχών που περιείχαν NNRTI-σχετίζόμενες μεταλλάξεις αξιολογήθηκαν για την ευαισθησία τους στο doravirine με την παρουσία 10 % βόειου εμβρυϊκού ορού. Κλινικά απομονωμένα στελέχη που περιείχαν την Y188L υποκατάσταση ή τις V106 υποκαταστάσεις σε συνδυασμό με τις A98G, H221Y, P225H, F227C ή Y318F παρουσίασαν μια μεγαλύτερη από 100 φορές μειωμένη ευαισθησία στο doravirine. Άλλες υποκαταστάσεις οδήγησαν σε μια αλλαγή 5-10 φορές (G190S (5.7), K103N/P225H (7.9), V108I/Y181C, Y181V (5.1)). Η κλινική

σημασία μιας 5-10 φορές μείωσης της ευαισθησίας, δεν είναι γνωστή.

Οι θεραπευτικά σχετιζόμενες ανθεκτικές υποκαταστάσεις του Doravirine μπορεί να προσδίδουν διασταυρούμενη αντοχή στην εφαβιρένζη, ριλπιβιρίνη, νεβιραπίνη και ετραβιρίνη. Απο τα 8 άτομα που παρουσίασαν υψηλά επίπεδα αντοχής στο doravirine κατά την διάρκεια των πιλοτικών μελετών, 6 είχαν φαινοτυπική αντοχή στην EFV και στην νεβιραπίνη, 3 στην ριλπιβιρίνη και 3 είχαν μερική αντοχή στην ετραβιρίνη με βάση τη δοκιμασία Monogram Phenosense.

Λαμιβουδίνη

Έχει παρατηρηθεί διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ των NRTIs. Η υποκατάσταση M184I /V αντοχής στη λαμιβουδίνη προσδίδει αντοχή στην εμτρισιταβίνη. Τα ανθεκτικά στη λαμιβουδίνη μεταλλαγμένα στελέχη του HIV-1 παρουσίασαν επίσης διασταυρούμενη αντοχή στη διδανοσίνη (ddI). Σε ορισμένα άτομα που έλαβαν θεραπεία με ζιδοβουδίνη και διδανοσίνη, εμφανίστηκαν στελέχη που είναι ανθεκτικά σε πολλαπλούς αναστολείς RT, συμπεριλαμβανομένης της λαμιβουδίνης.

Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης

Έχει παρατηρηθεί διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ των NRTIs. Η υποκατάσταση του K65R σε HIV 1 RT που επιλέχθηκε από την τενοφοβίρη επιλέχθηκε επίσης σε μερικούς ασθενείς με HIV-1 που υποβλήθηκαν σε αγωγή με αβακαβίρη ή διδανοσίνη. Τα απομονωμένα στελέχη HIV-1, με την υποκατάσταση K65R έδειξαν επίσης μειωμένη ευαισθησία στην εμτρισιταβίνη και στη λαμιβουδίνη. Συνεπώς, η διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ αυτών των NRTIs μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς των οποίων ο ιός περιθάλπει την υποκατάσταση του K65R. Η υποκατάσταση K70E που επιλέχθηκε κλινικά από τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης οδηγεί σε μειωμένη ευαισθησία στη αβακαβίρη, διδανοσίνη, εμτρισιταβίνη, λαμιβουδίνη και τενοφοβίρη. Απομονωμένα στελέχη του HIV-1 από ασθενείς (n = 20) των οποίων ο HIV-1 παρουσίασε μια μέση τιμη υποκαταστάσεων τύπου 3

ζιδοβουδίνης συσχετιζόμενες RT αντικαταστάσεις αμινοξέων (M41L, D67N, K70R, L210W, T215Y/F ή K219Q/Ε/Ν) έδειξε μια μείωση της ευαισθησίας στην τενοφοβίρη της τάξης του 3.1. Στα άτομα των οποίων ο ιός εξέφραζε υποκατάσταση με L74V RT χωρίς υποκαταστάσεις συσχετιζόμενες με αντοχή στη ζιδοβουδίνη (n = 8) είχαν μειωμένη ανταπόκριση στη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.

Περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα για ασθενείς των οποίων ο ιός εξέφραζε υποκατάσταση με Y115F (n = 3), υποκατάσταση Q151M (n = 2) ή προσθήκη T69 (n = 4) σε HIV-1 RT και όπου όλοι τους είχαν μειωμένη ανταπόκριση στις κλινικές δοκιμές.

Κλινική εμπειρία

Eνήλικα άτομα που δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία

Η αποτελεσματικότητα του doravirine βασίζεται στις αναλύσεις δεδομένων 96 εβδομάδων από δύο τυχαιοποιημένες, πολυκεντρικές, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με δραστικό φάρμακο κλινικές δοκιμές Φάσης 3, (DRIVE-FORWARD και DRIVE-AHEAD) σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν (n = 1 494). Ανατρέξτε στην ενότητα Αντοχή για υποκαταστάσεις NNRTI που ήταν μέρος των κριτηρίων αποκλεισμού.

Στην μελέτη DRIVE-FORWARD, 766 δοκιμαζόμενοι τυχαιοποιήθηκαν και έλαβαν τουλάχιστον 1 δόση είτε doravirine 100 mg ή δαρουναβίρη + ριτοναβίρη 800+100 mg άπαξ ημερησίως, κάθε μια σε συνδυασμό με εμτρισιταβίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης (FTC/TDF) ή αβακαβίρη/λαμιβουδίνη (ABC/3TC) επιλεγμένες από τον ερευνητή. Κατά την έναρξη, η διάμεση ηλικία των δοκιμαζομένων ήταν τα 33 έτη (εύρος 18 έως 69 έτη), 86 % είχαν αριθμό CD4+ T λεμφοκυττάρων μεγαλύτερο απο 200 κύτταρα ανα mm3, 84 % ήταν άνδρες, 27 % ήταν μη-λευκοί, 4 % είχαν συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B και/ή ηπατίτιδας C, 10 % είχε ιστορικό AIDS, 20 % είχε HIV-1 RNA μεγαλύτερο απο 100.000 αντίγραφα άνα mL, στο 13 % είχε χορηγηθεί ABC/3TC και στο 87 % είχε χορηγηθεί FTC/TDF; αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων θεραπείας.

Στην μελέτη DRIVE-AHEAD, 728 δοκιμαζόμενοι τυχαιοποιήθηκαν και έλαβαν τουλάχιστον 1 δόση είτε doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης 100/300/245 mg (DOR/3TC/TDF) ή εφαβιρένζη/εμτρισιταβίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης (EFV/FTC/TDF) άπαξ ημερησίως. Κατά την έναρξη, η διάμεση ηλικία των δοκιμαζομένων ήταν τα 31 έτη (εύρος 18 έως 70 έτη), 85 % ήταν άνδρες, 52 % ήταν μη-λευκοί, 3 % είχαν συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B ή ηπατίτιδας C, 14 % είχε ιστορικό AIDS, 21 % είχε HIV-1 RNA > 100.000 αντίγραφα άνα ml, και

12 % είχε αριθμό CD4+ T λεμφοκυττάρων < 200 κύτταρα άνα mm3; αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων θεραπείας.

Τα αποτελέσματα των μελετών DRIVE-FORWARD και DRIVE-AHEAD κατά την εβδομάδα 48 και 96 παρατίθενται στον Πίνακα 4. Τα θεραπευτικά σχήματα του doravirine παρουσίασαν παρόμοια αποτελεσματικότητα μεταξύ των δημογραφικών και των αρχικών προγνωστικών παραγόντων.

Πίνακας 4: Απόκριση αποτελεσματικότητας (< 40 αντίγραφα/mL, Snapshot προσέγγιση) στις βασικές μελέτες

DRIVE-FORWARD DRIVE-AHEAD
DOR + 2 NRTIs (383) DRV+ r + 2 NRTIs (383) DOR/3TC/TDF (364) EFV/FTC/TDF (364)
Εβδομάδα 48 83 % 79 % 84 % 80 %
Διαφορά (95 % CI) 4.2 % (-1.4%, 9.7 %) 4.1 % (-1.5 %, 9.7 %)
Εβδομάδα 96* 72 % (N=379) 64 % (N=376) 76 % (N=364) 73 % (N=364)
Διαφορά (95 % CI) 7.6 % (1.0 %, 14.2 %) 3.3 % (-3.1 %, 9.6 %)
Αποτέλεσμα Εβδομάδας 48 (<40 αντίγραφα/mL) ανά παράγοντα πριν την έναρξη της θεραπείας
HIV-1 RNA αντίγραφα/mL
DRIVE-FORWARD DRIVE-AHEAD
≤ 100.000 256/285 (90 %) 248/282 (88 %) 251/277 (91 %) 234/258 (91 %)
> 100.000 63/79 (80 %) 54/72 (75 %) 54/69 (78 %) 56/73 (77 %)
Αριθμός κυττάρων CD4, κύτταρα/µL
≤ 200 34/41 (83 %) 43/61 (70 %) 27/42 (64 %) 35/43 (81 %)
> 200 285/323 (88 %) 260/294 (88 %) 278/304 (91 %) 255/288 (89 %)
NRTI υποκείμενη θεραπεία
TDF/FTC 276/316 (87 %) 267/312 (86 %) NA
ABC/3TC 43/48 (90 %) 36/43 (84 %) NA
Υπότυπος Ιού
B 222/254 (87 %) 219/255 (86 %) 194/222 (87 %) 199/226 (88 %)
μη-B 97/110 (88 %) 84/100 (84 %) 109/122 (89 %) 91/105 (87 %)
Μέση Μεταβολή CD4 από τα αρχικά επίπεδα
Εβδομάδα 48 193 186 198 188
Εβδομάδα 96 224 207 238 223

* Κατά την Εβδομάδα 96, τα άτομα με έλλειψη HIV-1 RNA αποκλείστηκαν από την ανάλυση.

Ιολογικά κατεσταλμένοι ενήλικες ασθενείς

Η αποτελεσματικότητα της εναλλαγής θεραπείας από ένα βασικό θεραπευτικό σχήμα αποτελούμενο από δύο αναστολείς νουκλεοσιδικής ανάστροφης μεταγραφάσης σε συνδυασμό με ενισχυμένους αναστολείς πρωτεάσης συνδυασμένους με ριτοναβίρη ή κομπισιστάτη, ή ελβιτεγκραβίρη μετά από ενίσχυση με κομπισιστάτη, ή NNRTI του Delstrigo αξιολογήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, ανοικτής-επισήμανσης μελέτη (DRIVE-SHIFT), σε ιολογικά κατεσταλμένους ενήλικες με HIV-1 λοίμωξη. Οι ασθενείς έπρεπε να είναι ιολογικά κατεσταλμένοι (HIV-1 RNA < 40 αντίγραφα /mL) στο βασικό θεραπευτικό τους σχήμα για τουλάχιστον 6 μήνες πριν την εισαγωγή τους στη μελέτη, χωρίς ιστορικό ιολογικής αποτυχίας και με τεκμηριωμένη απουσία υποκαταστάσεων RT που παρέχουν αντοχή στο doravirine, στη λαμιβουδίνη και στην τενοφοβίρη (βλέπε παράγραφο Αντοχή). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν είτε για να μεταβούν στo Delstrigo κατά την έναρξη της θεραπείας [N = 447, Ομάδα Άμεσης Εναλλαγής Θεραπείας (ΟΑΕΘ)], είτε να παραμείνουν στο βασικό θεραπευτικό τους σχήμα μέχρι την Εβδομάδα 24, οπότε μετέβησαν στο Delstrigo [N = 223, Ομάδα Καθυστερημένης Εναλλαγής Θεραπείας (ΟΚΕΘ)]. Κατά την έναρξη της μελέτης, η διάμεση ηλικία των ατόμων ήταν 43 έτη, το 16 % ήταν γυναίκες και το 24 % ήταν μη-λευκοί.

Στη μελέτη DRIVE-SHIFT, η άμεση μετάβαση σε Delstrigo αποδείχθηκε ότι δεν ήταν κατώτερη κατά την Εβδομάδα 48 σε σύγκριση με τη συνέχιση του βασικού θεραπευτικού σχήματος κατά την Εβδομάδα 24, όπως εκτιμήθηκε από την αναλογία των ατόμων με HIV-1 RNA < 40 αντίγραφα/mL. Τα αποτελέσματα της θεραπείας παρουσιάζονται στον Πίνακα 5. Συμβατά συγκριτικά αποτελέσματα παρατηρήθηκαν σε κάθε ομάδα θεραπείας κατά την Εβδομάδα 24.

Πίνακας 5: Απόκριση αποτελεσματικότητας (Snapshot προσέγγιση) στη μελέτη DRIVE-SHIFT

Αποτέλεσμα DelstrigoΆπαξ Ημερησίως ΟΑΕΘΕβδομάδα 48N=447 Βασικό Θεραπευτικό σχήμα ΟΚΕΘΕβδομάδα 24N=223
HIV-1 RNA < 40 αντίγραφα/ml 90 % 93 %
ΟΑΕΘ-ΟΚΕΘ, Διαφορά (95 % CI)* -3.6 % (-8.0 %, 0.9 %)
Aναλογία (%) ατόμων με HIV-1 RNA < 40 αντίγραφα/mL ανά αγωγή κατά την έναρξη της μελέτης
Eνισχυμένοι αναστολείς πρωτεάσης συνδυασμένοι με ριτοναβίρη ή κομπισιστάτη 280/316 (89 %) 145/156 (93 %)
Ελβιτεγκραβίρη μετά από ενίσχυση με κομπισιστάτη 23/25 (92 %) 11/12 (92 %)
NNRTI 98/106 (92 %) 52/55 (95 %)
Aαναλογία (%) ατόμων με HIV-1 RNA < 40 αντίγραφα/mL ανά αριθμό κυττάρων CD4+ Tλεμφοκυττάρων (κύτταρα/mm3) κατά την έναρξη
< 200 κύτταρα/mm3 10/13 (77 %) 3/4 (75 %)
≥ 200 κύτταρα /mm3 384/426 (90 %) 202/216 (94 %)
HIV-1 RNA ≥ 40 αντίγραφα/ml† 3 % 4 %
Χωρίς ιολογικά δεδομένα εντός της χρονικής περιόδου της μελέτης 8 % 3 %
Διακοπή της μελέτης λόγω AE ή θανάτου‡ 3 % 0
Διακοπή της μελέτης λόγω διαφορετικών αιτιών§ 4 % 3 %
Ελλιπή δεδομένα κατά τη διάρκεια της χρονικής 0 0
περιόδου της μελέτης αλλά συνέχισαν το φάρμακο της
μελέτης
* Το διάστημα εμπιστοσύνης (95 % CI) της διαφοράς θεραπείας υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας τη μέθοδο Mantel-Haenszel†Περιλαμβάνει άτομα που διέκοψαν τη θεραπεία μελέτης ή την μελέτη πριν την Εβδομάδα 48 για ΟΑΕΘ ή πριν την Εβδομάδα 24 για ΟΚΕΘ λόγω έλλειψης ή απώλειας αποτελεσματικότητας και άτομα με HIV-1 RNA ≥ 40 αντίγραφα/ml στο χρονικό παράθυρο της Εβδομάδας 48 για ΟΑΕΘ και στο χρονικό παράθυρο της Εβδομάδας 24 για ΟΚΕΘ.‡Περιλαμβάνει άτομα που διέκοψαν λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας (AE) ή θανάτου, εάν αυτό οδήγησε σε απουσία ιολογικών δεδομένων σχετικά με τη θεραπεία κατά τη διάρκεια του καθορισμένου χρονικού παραθύρου.§Διαφορετικές αιτίες περιλαμβάνουν: απώλεια παρακολούθησης, μη συμμόρφωση με τη θεραπεία μελέτης, απόφαση γιατρού, απόκλιση πρωτοκόλλου, απόσυρση του ατόμου.Βασικό θεραπευτικό σχήμα = ενισχυμένοι αναστολείς πρωτεάσης συνδυασμένοι με ριτοναβίρη ή κομπισιστάτη (συγκεκριμένα αταζαναβίρη, δαρουναβίρη ή λοπιναβίρη), ή ελβιτεγκραβίρη μετά από ενίσχυση με κομπισιστάτη, ήNNRTI (συγκεκριμένα εφαβιρένζη, νεβιραπίνη ή ριλπιβιρίνη), το καθένα χορηγήθηκε με δύο NRTIs.

Διακοπή θεραπείας λόγω Ανεπιθύμητων Ενεργειών

Στην μελέτη DRIVE-AHEAD παρατηρήθηκε ένα χαμηλότερο ποσοστό ασθενων που διέκοψαν λόγω ανεπιθύμητου συμβάντος την Εβδομάδα 48 για την θεραπευτική ομάδα του Delstrigo (3,0 %) σε σύγκριση με την θεραπευτική ομάδα του EFV/FTC/TDF (6,6 %).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η αποτελεσματικότητα του DOR/3TC/TDF αξιολογήθηκε σε μία ανοιχτής επισήμανσης μελέτη ενός σκέλους, σε παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών (IMPAACT 2014 (Πρωτόκολλο 027)).

Κατά την έναρξη, η διάμεση ηλικία των ατόμων ήταν 15 έτη (εύρος: 12 έως 17), 58 % ήταν γυναίκες,

78 % ήταν Ασιάτες και 22 % ήταν Μαύροι, και ο διάμεσος αριθμός CD4+ Τ κυττάρων ήταν 713 κύτταρα ανά mm3 (εύρος: 84 έως 1.397). Μετά την μετάβαση σε DOR/3TC/TDF, το 95 % (41/43) των ιολογικά κατεσταλμένων ατόμων παρέμειναν κατεσταλμένοι (HIV-1 RNA

< 50 αντίγραφα/ml) την Εβδομάδα 24 και το 93 % (40/43) παρέμειναν κατεσταλμένοι (HIV-1 RNA

< 50 αντίγραφα/ml) την Εβδομάδα 48.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με Delstrigo σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για την λοίμωξη από τον Ιό Ανοσοανεπάρκειας-1 στους ανθρώπους (HIV-1). Βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η χορήγηση μιας δόσης ενός δισκίου doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης σε υγιή άτομα (N = 24) σε συνθήκες νηστείας παρείχε συγκρίσιμες εκθέσεις δοραβιρίνης, λαμιβουδίνης και τενοφοβίρης με την χορήγηση δισκίων doravirine (100 mg) συν δισκία λαμιβουδίνης (300 mg) συν δισκία δισοπροξίλης της τενοφοβίρης (245 mg). Η χορήγηση ενός δισκίου Delstrigo με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά σε υγιή άτομα οδήγησε σε 26 % αύξηση τουdoravirine C24, ενώ η AUC και ηCmax δεν επηρεάστηκαν σημαντικά. ΗCmax της λαμιβουδίνης μειώθηκε κατά 19 % με γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, ενώ η AUC δεν επηρεάστηκε σημαντικά. ΗCmax της τενοφοβίρης μειώθηκε κατά 12 % και η AUC αυξήθηκε κατά 27 % με γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά. Αυτές οι διαφορές στη φαρμακοκινητική δεν είναι κλινικά σημαντικές.

Doravirine

Η φαρμακοκινητική του doravirine έχει μελετηθεί σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του doravirine είναι παρόμοιες σε υγιή άτομα και σε άτομα με λοίμωξη HIV-1. Η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτεύχθηκε γενικότερα κατά την ημέρα 2 δοσολογίας άπαξ ημερησίως, με αναλογίες συσσώρευσης 1,2 έως 1,4 για τις συγκεντρώσεις AUC0-24, Cmax και C24. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Doravirine σε σταθεροποιημένη κατάσταση έπειτα απο χορήγηση 100 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1, σύμφωνα με μία φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού, παρατίθενται παρακάτω.

ΠαράμετροςGM ( %CV) AUC0-24µg•h/ml Cmax µg/ml C24µg/ml
Doravirine 100 mgάπαξ ημερησίως 16,1 (29) 0,962 (19) 0,396 (63)
GM: Γεωμετρικός μέσος όρος, %CV: Γεωμετρικός συντελεστής διακύμανσης

Aπορρόφηση

Μετά τη χορήγηση από του στόματος, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 2 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης. Το doravirine έχει απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα που υπολογίστηκε σε περίπου 64 % για το δισκίο των 100 mg.

Κατανομή

Με βάση τη χορήγηση μίας ενδοφλέβιας μικρο-δόσης ο όγκος κατανομής του doravirine είναι

60,5 λίτρα. Το doravirine δεσμεύεται περίπου κατά 76 % στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Βιομετασχηματισμός

Με βάση τα in vitro δεδομένα, το doravirine μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A.

Αποβολή

Doravirine

Το doravirine έχει τελικό χρόνο ημίσειας ζωής (t1/2) περίπου 15 ώρες. Το doravirine αποβάλλεται κυρίως μέσω οξειδωτικού μεταβολισμού μεσολαβούμενου από το CYP3A4. Η χολική απέκκριση του αναλλοίωτου φαρμακευτικού προϊόντος μπορεί να συμβάλλει στην αποβολή του doravirine, αλλά αυτή η οδός απομάκρυνσης δεν αναμένεται να είναι σημαντική. Η απέκκριση του αναλλοίωτου φαρμακευτικού προϊόντος μέσω των ούρων ειναι μικρή.

Λαμιβουδίνη

Μετά τη χορήγηση από του στόματος, η λαμιβουδίνη απορροφάται ταχέως και κατανέμεται εκτεταμένα. Μετά τη χορήγηση από του στόματος πολλαπλών δόσεων λαμιβουδίνης 300 mg άπαξ ημερησίως για 7 ημέρες σε 60 υγιή άτομα, η Cmax σταθεροποιημένης κατάστασης (Cmax,ss) ήταν 2,04

± 0,54 μικρογραμμάρια ανά mL (μέση τιμή ± SD) και η AUC 24-ωρης σταθεροποιημένης κατάστασης(AUC24,ss) ήταν 8,87 ± 1,83 mcg •ανά ώρα ανά ml. Η δέσμευση με την πρωτεΐνη του πλάσματος είναι χαμηλή. Περίπου το 71% μιας ενδοφλέβιας δόσης λαμιβουδίνης ανακτάται ως αμετάβλητο φαρμακευτικό προϊόν στα ούρα. Ο μεταβολισμός της λαμιβουδίνης είναι μια δευτερεύουσα οδός αποβολής. Στον άνθρωπο, ο μόνος γνωστός μεταβολίτης είναι ο μεταβολίτης trans-σουλφοξείδιο (περίπου 5 % μιας δόσης από του στόματος μετά από 12 ώρες). Στις περισσότερες μελέτες εφάπαξ δόσης σε ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη ή σε υγιή άτομα με δειγματοληψία ορού για

24 ώρες μετά τη δοσολόγηση, ο παρατηρούμενος μέσος χρόνος ημίσειας ζωής (t½) κυμάνθηκε από 5 έως 7 ώρες. Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1, η συνολική κάθαρση ήταν 398,5 ± 69,1 ml/λεπτό (μέση τιμή ± SD).

Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης

Μετά από χορήγηση από του στόματος μιας δόσης 245 mg δισοπροξίλης της τενοφοβίρης σε άτομα με λοίμωξη HIV-1 στη κατάσταση νηστείας, ηCmax επιτεύχθηκε σε μία ώρα. Οι τιμέςCmax και AUC ήταν 0,30 ± 0,09 μικρογραμμάρια ανά mL και 2,29 ± 0,69 μg ανά ώρα ανά mL, αντίστοιχα. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της τενοφοβίρης από τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης σε άτομα σε κατάσταση νηστείας είναι περίπου 25 %. Λιγότερο από 0,7 % της τενοφοβίρης συνδέεται με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος in vitro με εύρος από 0,01 έως 25 μικρογραμμάρια ανά mL. Περίπου το 70-80 % της ενδοφλέβιας δόσης τενοφοβίρης ανακτάται ως αμετάβλητο φαρμακευτικό προϊόν στα ούρα εντός 72 ωρών από τη χορήγηση της δόσης. Η τενοφοβίρη αποβάλλεται με συνδυασμό σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληναριακής έκκρισης με νεφρική κάθαρση σε ενήλικες με CrCl μεγαλύτερη από 80 ml ανά λεπτό με 243,5 ± 33,3 ml ανά λεπτό (μέση τιμή ± SD).

Μετά από χορήγηση από του στόματος, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της τενοφοβίρης είναι περίπου 12 έως 18 ώρες. Σε in vitro μελέτες διαπιστώθηκε ότι ούτε η δισοπροξίλη της τενοφοβίρης ούτε η δισοπροξίλη αποτελούν υπόστρωμα των ενζύμων CYP450.

Νεφρική δυσλειτουργία

Doravirine

Η νεφρική απέκκριση του doravirine είναι μικρή. Σε μια μελέτη που συνέκρινε 8 άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία με 8 άτομα χωρίς νεφρική δυσλειτουργία, η έκθεση μονής δόσης του doravirine ήταν 31 % υψηλότερη σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού που περιελάμβανε άτομα με χαμηλα επιπεδα CrCl μεταξύ 17 και 317 ml/λεπτό, η νεφρική λειτουργία δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του doravirine. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Το doravirine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (βλ. παράγραφο 4.2).

Λαμιβουδίνη

Μελέτες με λαμιβουδίνη δείχνουν ότι οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα (AUC) αυξάνονται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία λόγω μειωμένης κάθαρσης. Με βάση τα δεδομένα της λαμιβουδίνης, το

Delstrigo δεν συνιστάται για ασθενείς με CrCl < 50 ml/λεπτό.

Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης

Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της τενοφοβίρης προσδιορίστηκαν μετά τη χορήγηση μίας δόσης δισοπροξίλης της τενοφοβίρης 245 mg σε 40 ασθενείς που δεν είχαν μολυνθεί με HIV και εμφάνιζαν διαφορετικού βαθμού νεφρική ανεπάρκεια που καθορίσθηκε σύμφωνα με την αρχική τιμή CrCl (φυσιολογική νεφρική λειτουργία όταν CrCl > 80 mL/λεπτό, ήπια με CrCl = 50-79 ml/λεπτό; μέτρια με CrCl = 30-49 ml/λεπτό και σοβαρή με CrCl = 10-29 ml/λεπτό).

Σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η μέση έκθεση (% CV) στην τενοφοβίρη αυξήθηκε από 2,185 (12 %) ng ανά ώρα/ml σε άτομα με CrCl > 80 mL/λεπτό σε αντίστοιχα 3,064

(30 %) ng ανά ώρα/ml, 6,009 (42 %) ng ανά ώρα/ml και 15,985 (45 %) ng ανά ώρα/ml σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

Η φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης σε ενήλικα άτομα χωρίς αιμοκάθαρση με CrCl < 10 ml/min και σε άτομα με νεφρική νóσο τελικού σταδίου που διαχειρίζονται με περιτοναϊκές ή άλλες μορφές αιμοκάθαρσης, δεν έχει μελετηθεί.

Ηπατική δυσλειτουργία

Doravirine

Το doravirine μεταβολίζεται και αποβάλλεται κυρίως μέσω του ήπατος. Δεν υπήρχε καμία κλινικά σημαντική διαφορά στη φαρμακοκινητική του doravirine σε μια μελέτη που συνέκρινε 8 άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (ταξινόμημένη κατά Child Pugh βαθμολογία Β κυρίως λόγω της αυξημένης βαθμολογίας εγκεφαλοπάθειας και ασκίτη) με 8 άτομα χωρίς ηπατική δυσλειτουργία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Το doravirine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh βαθμολογία C) (βλ. παράγραφο 4.2).

Λαμιβουδίνη

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της λαμιβουδίνης έχουν προσδιοριστεί σε άτομα με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι δεν μεταβλήθηκαν με μείωση της ηπατικής λειτουργίας. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της λαμιβουδίνης δεν έχουν τεκμηριωθεί παρουσία μη αντιρροπούμενης ηπατικής νόσου.

Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης

Η φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης μετά από δόση δισοπροξίλης της τενοφοβίρης των 245 mg, έχει μελετηθεί σε άτομα χωρίς HIV λοίμωξη με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης μεταξύ ατόμων με ηπατική δυσλειτουργία και σε άτομα χωρίς ηπατική δυσλειτουργία.

Παδιατρικός πληθυσμός

Οι μέσες εκθέσεις σε doravirine ήταν παρόμοιες σε 54 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών και βάρους τουλάχιστον 35 kg οι οποίοι έλαβαν doravirine ή doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης στην IMPAACT 2014 (Πρωτόκολλο 027) σε σχέση με ενήλικες μετά τη χορήγηση doravirine ή doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης. Οι εκθέσεις σε λαμιβουδίνη και τενοφοβίρη των παιδιατρικών ασθενών μετά τη χορήγηση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης ήταν παρόμοιες με εκείνες των ενηλίκων μετά τη χορήγηση λαμιβουδίνης και δισοπροξίλη της τενοφοβίρης (Πίνακας 6).

Πίνακας 6: Φαρμακοκινητικές ιδιότητες του doravirine, της λαμιβουδίνης, και της τενοφοβίρης σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά τη χορήγηση doravirine ή doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης σε παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη HIV ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών και βάρους τουλάχιστον 35 kg

Παράμετρος* Doravirine† Λαμιβουδίνη ‡ Τενοφοβίρη‡
AUC0-24(µg•h/ml) 16,4 (24) 11,3 (28) 2,55 (14)
Cmax (µg/ml) 1,03 (16) 2,1 (24) 0,293 (37)
C24(µg/ml) 0,379 (42) 0,0663 (55) 0,0502 (9)
*Παρουσιάζεται ως γεωμετρικός μέσος όρος (%CV: γεωμετρικός συντελεστής διακύμανσης)†Από την πληθυσμιακή φαρμακοκινητική (PK) ανάλυση (n=54)‡Από την εντατική φαρμακοκινητική (PK) ανάλυση (n=10)Συντομογραφίες: AUC=περιοχή κάτω από την καμπύλη χρόνου συγκέντρωσης, Cmax= μέγιστη συγκέντρωση,C24= συγκέντρωση στις 24 ώρες

Ηλικιωμένοι

Αν και συμπεριλήφθηκε ένας περιορισμένος αριθμός ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω (n = 36), δεν έχουν εντοπιστεί κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του doravirine σε άτομα ηλικίας τουλάχιστον 65 ετών σε σύγκριση με άτομα ηλικίας κάτω των 65 ετών σε μια μελέτη Φάσης 1 ή σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Φύλο

Δεν έχουν εντοπιστεί κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ των ανδρών και των γυναικών για το doravirine, την λαμιβουδίνη και την τενοφοβίρη .

Φυλή

Doravirine

Δεν έχουν εντοπιστεί κλινικά σημαντικές φυλετικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του doravirine με βάση φαρμακοκινητικής ανάλυσης πληθυσμού σε υγιείς και με λοίμωξη HIV-1 άτομα.

Λαμιβουδίνη

Δεν υπάρχουν σημαντικές ή κλινικά σχετικές φυλετικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης

Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης

Υπήρξαν ανεπαρκή στοιχεία από φυλετικές και εθνικές ομάδες, εκτός της Καυκάσιας ομαδας, για τον επαρκή προσδιορισμό των πιθανών φαρμακοκινητικών διαφορών μεταξύ αυτών των πληθυσμών μετά τη χορήγηση της δισοπροξίλης της τενοφοβίρης.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - DELSTRIGO 00+300+245

Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίου

Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη (E468) Υπρομελλόζη οξική-ηλεκτρική

Μαγνήσιο στεατικό (E470b)

Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική (E460) Οξείδιο πυριτίου, κολλοειδές άνυδρο (E551) Νάτριο στεατυλοφουμαρικό

Επικάλυψη λεπτού υμενίου

Κηρός καρναούβης (E903)

Υπρομελλόζη (E464)

Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)

Λακτόζη μονοϋδρική

Τιτανίου διοξείδιο (E171)

Τριακετίνη (E1518)

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

Διάρκεια ζωής

30 μήνες

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε στην αρχική φιάλη και διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη έτσι ώστε να προστατεύεται από την υγρασία. Μην αφαιρείτε το αφυγραντικό μέσο. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ειδικές συνθήκες θερμοκρασίας φύλαξης.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κάθε κουτί περιέχει μια φιάλη από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας (HDPE), με πώμα ασφαλείας για τα παιδιά από πολυπροπυλένιο και με πήγμα οξειδίου του πυριτίου ως αφυγραντικό μέσο.

Διατίθενται τα εξής μεγέθη συσκευασίας:

  • 1 φιάλη με 30 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

  • 90 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία (3 φιάλες των 30 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων)

    Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιµοποίητο φαρµακευτικό προϊόν ή υπόλειµµα πρέπει να απορρίπτεται σύµφωνα µε τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

φιάλη (HDPE) x 30 δισκία
Τιμή
466,18 €
Συμμετοχή
0,00 €

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο είναι στη λίστα ασφάλισης
90 δισκία [3 φιάλες (HDPE) x 30 δισκία]
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.