JAYPIRCA F.C.TAB 100MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - JAYPIRCA 100MG/TAB
Το Jaypirca ως μονοθεραπεία ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα (ΛΚΜ) που έχουν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αναστολέα της τυροσινικής κινάσης του Bruton (BTK).
Το Jaypirca ως μονοθεραπεία ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με υποτροπιάζουσα ή ανθεκτική χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ) που έχουν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αναστολέα BTK.
Η θεραπεία με το Jaypirca θα πρέπει να ξεκινά και να επιβλέπεται από ιατρούς με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικών θεραπειών.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 200 mg πιρτομπρουτινίμπης άπαξ ημερησίως (QD).
Η δοσολογία του Jaypirca θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά έως την υποχώρηση σε Βαθμού 1 ή στα αρχικά επίπεδα όταν ο ασθενής εμφανίσει το παρακάτω συμβάν:
-
Ουδετεροπενία Βαθμού 3 με πυρετό ή/και λοίμωξη
-
Ουδετεροπενία Βαθμού 4 με διάρκεια ≥ 7 ημερών
-
Θρομβοπενία Βαθμού 3 με αιμορραγία
-
Θρομβοπενία Βαθμού 4
-
Μη αιματολογική τοξικότητα Βαθμού 3 ή 4
Η ασυμπτωματική λεμφοκυττάρωση δεν θεωρείται ανεπιθύμητη ενέργεια και οι ασθενείς που εμφανίζουν αυτό το συμβάν θα πρέπει να συνεχίζουν να λαμβάνουν το Jaypirca.
Στις κλινικές μελέτες, οι ανεπιθύμητες ενέργειες σε ένα περιορισμένο αριθμό ασθενών αντιμετωπίστηκαν με μείωση της δόσης (βλ. παράγραφο 5.1).
Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται έως την εξέλιξη της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας.
Παράλειψη δόσης
Εάν έχουν παρέλθει περισσότερες από 12 ώρες από την παράλειψη μιας δόσης, ο ασθενής θα πρέπει να λάβει οδηγίες σχετικά με την λήψη της επόμενης δόσης στην προγραμματισμένη ώρα. Δεν θα πρέπει να ληφθεί μια επιπρόσθετη δόση. Εάν προκύψει έμετος, ο ασθενής δεν θα πρέπει να λάβει μία επιπρόσθετη δόση αλλά να συνεχίσει με την επόμενη προγραμματισμένη δόση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση την ηλικία (βλ. παράγραφο 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Jaypirca σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το Jaypirca προορίζεται για από στόματος χρήση.
Το δισκίο θα πρέπει να καταποθεί ολόκληρο με ένα ποτήρι νερό, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνεπής απόδοση (οι ασθενείς δεν θα πρέπει να μασούν, να συνθλίβουν ή να διαιρούν τα δισκία πριν από την κατάποση) και μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν τη δόση περίπου την ίδια ώρα κάθε ημέρα.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Λοιμώξεις
Σοβαρές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών, έχουν προκύψει σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Jaypirca. Οι πιο συχνά αναφερθείσες λοιμώξεις Βαθμού 3 και άνω ήταν πνευμονία, πνευμονία COVID-19, COVID-19 και σήψη. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης προφυλακτικής αντιμικροβιακής θεραπείας σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για ευκαιριακές λοιμώξεις. Με βάση τον βαθμό της λοίμωξης και κατά πόσον εμφανίζεται με ουδετεροπενία, μπορεί να απαιτηθεί διακοπή της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2).
Αιμορραγία
Αιμορραγικά συμβάματα, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών, έχουν προκύψει σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Jaypirca, με και χωρίς θρομβοπενία. Έχουν παρατηρηθεί μείζονα αιμορραγικά επεισόδια Βαθμού 3 και άνω, συμπεριλαμβανομένης της γαστρεντερικής αιμορραγίας και ενδοκράνιας αιμορραγίας. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα αιμορραγίας. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικούς ή αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι κίνδυνοι και τα οφέλη της αντιπηκτικής ή αντιαιμοπεταλιακής θεραπείας κατά τη συγχορήγηση με Jaypirca και να εξετάζεται το ενδεχόμενο επιπρόσθετης παρακολούθησης για σημεία αιμορραγίας. Η χρήση του Jaypirca δεν έχει μελετηθεί σε συνδυασμό με βαρφαρίνη ή άλλους ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ.
Ενδέχεται να απαιτηθεί διακοπή της δόσης για αιμορραγικά επεισόδια Βαθμού 3 ή 4 (βλ. παράγραφο 4.2).
Πρέπει να εξετάζεται η σχέση οφέλους-κινδύνου της προσωρινής διακοπής της χορήγησης του Jaypirca για 3 έως 5 ημέρες πριν και μετά από χειρουργική επέμβαση, ανάλογα με τον τύπο της επέμβασης και τον κίνδυνο αιμορραγίας.
Κυτταροπενίες
Κυτταροπενίες Βαθμού 3 ή 4, συμπεριλαμβανομένων της ουδετεροπενίας, της αναιμίας και της θρομβοπενίας, προέκυψαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Jaypirca. Οι ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να παρακολουθούνται με πλήρεις γενικές αίματος όπως ενδείκνυται ιατρικά. Με βάση τον βαθμό της κυτταροπενίας, μπορεί να απαιτηθεί διακοπή της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2).
Κολπική μαρμαρυγή/ πτερυγισμός
Κολπική μαρμαρυγή και κολπικός πτερυγισμός έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Jaypirca, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ιστορικό κολπικής μαρμαρυγής ή/και πολλαπλών καρδιαγγειακών συννοσηροτήτων. Τα σημεία και συμπτώματα κολπικής μαρμαρυγής και κολπικού πτερυγισμού θα πρέπει να παρακολουθούνται στους ασθενείς. Να πραγματοποιείτε ηλεκτροκαρδιογράφημα, όπως ενδείκνυται ιατρικά. Με βάση τον βαθμό της κολπικής μαρμαρυγής/του κολπικού πτερυγισμού, μπορεί να απαιτηθεί διακοπή της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2).
Δεύτερες πρωτοπαθείς κακοήθειες
Δεύτερες πρωτοπαθείς κακοήθειες είναι συνήθεις σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με Jaypirca, και οι πιο συχνοί τύποι είναι οι μη μελανωματικοί καρκίνοι του δέρματος. Οι ασθενείς θα πρέπει να
παρακολουθούνται για την εμφάνιση καρκίνων του δέρματος και συμβουλεύετε για προστασία έναντι της έκθεσης στον ήλιο.
Σύνδρομο λύσης όγκου
Το σύνδρομο λύσης όγκου (TLS) έχει αναφερθεί σπάνια με τη θεραπεία με Jaypirca. Οι ασθενείς που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο TLS είναι εκείνοι με υψηλό φορτίο όγκου πριν από τη θεραπεία. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται για πιθανό κίνδυνο TLS και να παρακολουθούνται στενά όπως ενδείκνυται κλινικά.
Αντισύλληψη σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και σε άνδρες
Με βάση τα ευρήματα σε ζώα και τη γονοτοξικότητα της πιρτομπρουτινίμπης (βλ. παράγραφο 5.3), η πιρτομπρουτινίμπη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε μια έγκυο γυναίκα. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν μια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 5 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση του Jaypirca. Οι άνδρες συνιστάται να χρησιμοποιούν μια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης και να μην τεκνοποιούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 3 μήνες μετά την τελευταία δόση του Jaypirca (βλ. παράγραφο 4.6).
Λακτόζη
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια της λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ημερήσια δόση 200 mg, είναι αυτό που ονομάζουμε ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
Η πιρτομπρουτινίμπη μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο από τα CYP3A4, UGT1A8 και UGT1A9. Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της πιρτομπρουτινίμπης
Αναστολείς CYP3A
Σε μια κλινική μελέτη, η ιτρακοναζόλη, ένας ισχυρός αναστολέας CYP3A4, αύξησε την AUC της πιρτομπρουτινίμπης κατά 48 % και δεν μετέβαλε τη Cmax της πιρτομπρουτινίμπης. Αυτή η αύξηση της έκθεσης στην πιρτομπρουτινίμπη δεν είναι κλινικά σημαντική. Συνεπώς, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του Jaypirca σε συνδυασμό με αναστολείς CYP3A.
Επαγωγείς CYP3A
Σε μια κλινική μελέτη, η ριφαμπίνη, ένας ισχυρός επαγωγέας CYP3A, μείωσε την AUC και τη Cmax της πιρτομπρουτινίμπης κατά 71 % και 42 %, αντίστοιχα. Εάν και αυτή η μείωση της έκθεσης στην πιρτομπρουτινίμπη δεν αναμένεται να είναι κλινικά σημαντική, αποφύγετε, εάν είναι εφικτό, ισχυρούς επαγωγείς CYP3A (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη).
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της πιρτομπρουτινίμπης κατά τη συγχορήγησή της με ομεπραζόλη, έναν αναστολέα αντλίας πρωτονίων.
Επιδράσεις της πιρτομπρουτινίμπης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων (αύξηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα)
Υποστρώματα του CYP2C8
Η πιρτομπρουτινίμπη είναι ένας μέτριος αναστολέας του CYP2C8. Η πιρτομπρουτινίμπη αύξησε την AUC και τη Cmax της ρεπαγλινίδης (ένα υπόστρωμα του CYP2C8) κατά 130 % και 98 %, αντίστοιχα. Συνεπώς, καθώς η πιρτομπρουτινίμπη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των υποστρωμάτων του CYP2C8 στο πλάσμα, συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση με υποστρώματα του CYP2C8 (π.χ. ρεπαγλινίδη, ντασαμπουβίρη, σελεξιπάγκη, ροσιγλιταζόνη, πιογλιταζόνη και μοντελουκάστη).
Υποστρώματα της BCRP
Η πιρτομπρουτινίμπη είναι ένας μέτριος αναστολέας της BCRP. Η πιρτομπρουτινίμπη αύξησε την AUC και τη Cmax της ροσουβαστατίνης (ένα υπόστρωμα της BCRP) κατά 140 % και 146 %, αντίστοιχα. Συνεπώς, καθώς η πιρτομπρουτινίμπη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των υποστρωμάτων της BCRP στο πλάσμα, συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση με υποστρώματα της BCRP (π.χ. ροσουβαστατίνη). Εάν δε μπορεί να αποφευχθεί η συγχορήγηση με υποστρώματα BCRP με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. μεθοτρεξάτη υψηλής δόσης, μιτοξανδρόνη), θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο στενής κλινικής παρακολούθησης.
Υποστρώματα της P-gp
Η πιρτομπρουτινίμπη είναι ένας ασθενής αναστολέας της P-gp.Η πιρτομπρουτινίμπη αύξησε την AUC και τη Cmax της διγοξίνης (ένα υπόστρωμα της P-gp) κατά 35 % και 55 %, αντίστοιχα. Συνεπώς, η πιρτομπρουτινίμπη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των υποστρωμάτων της P-gp στο πλάσμα. Εάν δε μπορεί να αποφευχθεί η συγχορήγηση με υποστρώματα της P-gp με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. ετεξιλική δαμπιγατράνη και διγοξίνη), θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο στενής κλινικής παρακολούθησης.
Υποστρώματα του CYP2C19
Η πιρτομπρουτινίμπη είναι ένας ασθενής αναστολέας του CYP2C19. Η πιρτομπρουτινίμπη αύξησε την AUC και τη Cmax της ομεπραζόλης (ένα υπόστρωμα του CYP2C19) κατά 56 % και 49 %, αντίστοιχα. Συνεπώς, η πιρτομπρουτινίμπη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των υποστρωμάτων του CYP2C19 στο πλάσμα. Εάν δε μπορεί να αποφευχθεί η συγχορήγηση με υποστρώματα του CYP2C19 με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. φαινοβαρβιτάλη και μεφαινυτοΐνη), θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο στενής κλινικής παρακολούθησης.
Υποστρώματα του CYP3Α
Η πιρτομπρουτινίμπη είναι ένας ασθενής αναστολέας του CYP3Α. Η πιρτομπρουτινίμπη αύξησε την AUC και τη Cmax της χορηγούμενης από στόματος μιδαζολάμης (ευαίσθητο υπόστρωμα του CYP3Α) κατά 70 % και 58 %, αντίστοιχα. Η πιρτομπρουτινίμπη δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση της χορηγούμενης ενδοφλεβίως μιδαζολάμης. Συνεπώς, η πιρτομπρουτινίμπη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των υποστρωμάτων του CYP3Α στο πλάσμα. Εάν δε μπορεί να αποφευχθεί η συγχορήγηση με υποστρώματα του CYP3Α με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. αλφαιντανύλη, μιδαζολάμη, τακρόλιμους), θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο στενής κλινικής παρακολούθησης.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/ Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Με βάση τα ευρήματα σε ζώα και τη γονοτοξικότητα της πιρτομπρουτινίμπης (βλ. παράγραφο 5.3), η πιρτομπρουτινίμπη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε μια έγκυο γυναίκα. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν μια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 5 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση του Jaypirca. Οι άνδρες συνιστάται να χρησιμοποιούν μια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης και να μην τεκνοποιούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 3 μήνες μετά την τελευταία δόση του Jaypirca (βλ. παράγραφο 4.4).
Κύηση
Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Jaypirca σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Το Jaypirca δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η πιρτομπρουτινίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Jaypirca και για μία εβδομάδα μετά την τελευταία δόση του Jaypirca.
Γονιμότητα
Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με την επίδραση της πιρτομπρουτινίμπης στην ανθρώπινη γονιμότητα.
ν
Το Jaypirca έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Κόπωση, ζάλη και εξασθένιση έχουν αναφερθεί σε ορισμένους ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Jaypirca και θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν κατά την αξιολόγηση της ικανότητας οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων του ασθενούς.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες οποιουδήποτε βαθμού είναι: ουδετεροπενία (27,7 %), κόπωση (26,2 %), διάρροια (23,8 %), αναιμία (20,7 %), εξάνθημα (18,4 %) και μώλωπες (17,8 %).
Οι πιο συχνές σοβαρές (Βαθμού ≥ 3) ανεπιθύμητες ενέργειες είναι: ουδετεροπενία (23,9 %), αναιμία
(11,2 %), θρομβοπενία (9,7 %) και πνευμονία (9,0 %).
Η συχνότητα διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών είναι 4,2 % και η συχνότητα μειώσεων της δοσολογίας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών είναι 4,8 %.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (αναφέρθηκαν σε περισσότερους από 2 ασθενείς) που οδήγησαν σε μείωση της δόσης είναι ουδετεροπενία (2,5 %), εξάνθημα (0,6 %), διάρροια (0,4 %), κόπωση (0,4 %) και θρομβοπενία (0,4 %). Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (αναφέρθηκαν σε περισσότερους από 2 ασθενείς) που οδήγησαν σε διακοπή της δόσης είναι ουδετεροπενία (1,0 %), αναιμία (1,0 %), πνευμονία (0,9 %), θρομβοπενία (0,7 %) και εξάνθημα (0,4 %).
Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίστηκαν με τη θεραπεία με Jaypirca έχουν εμφανιστεί σε 19,4 % των ασθενών και οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (εμφανίστηκαν σε ≥ 1 % των ασθενών) ήταν πνευμονία (8,0 %), ουδετεροπενία (3,2 %), αναιμία (2,6 %), κολπική μαρμαρυγή/κολπικός πτερυγισμός (1,3 %) και λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος (1,0 %).
Θανατηφόρες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί σε 0,4 % των ασθενών (3 ασθενείς) για πνευμονία, σε 0,3 % των ασθενών (2 ασθενείς) για αιμορραγία και σε 0,1 % των ασθενών (1 ασθενής) για λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Στον Πίνακα 1 αναφέρονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο (ADRs) που σχετίζονται με τη χρήση του Jaypirca ως μονοθεραπεία από δεδομένα κλινικών μελετών και εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εντοπίστηκαν από τις κλινικές
δοκιμές βασίζονται σε συγκεντρωτικά δεδομένα από 690 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Jaypirca ως μονοθεραπεία με δόση έναρξης 200 mg άπαξ ημερησίως χωρίς κλιμάκωση της δόσης σε μία κλινική μελέτη φάσης 1/2, και από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Jaypirca ως μονοθεραπεία με δόση 200 mg άπαξ ημερησίως σε μία μελέτη φάσης 3. Οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία για ΛΚΜ, χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία/ λεμφοκυτταρικό λέμφωμα από μικρά κύτταρα (ΧΛΛ/SLL) και άλλο μη-Hodgkin λέμφωμα (NHL). Οι ασθενείς εκτέθηκαν στο Jaypirca για ένα διάμεσο χρονικό διάστημα
12 μηνών. Οι ADRs αναφέρονται πιο κάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με το MedDRA. Οι κατηγορίες συχνότητας εμφάνισης καθορίζονται με τη χρήση της ακόλουθης σύμβασης: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες
(≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Σε κάθε κατηγορία συχνότητας, οι ADRs παρουσιάζονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1: ADRs ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Jaypircaα
| Κατηγορία/ οργανικό σύστημα (MedDRA) | Ανεπιθύμητη Ενέργεια | Κατηγορία συχνότητας (%)(Όλων των βαθμών) | Βαθμού ≥ 3γ(%) |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Πνευμονία | Πολύ συχνές (13,8) | 9,0 |
| Λοίμωξη ανώτερηςαναπνευστικής οδού | Πολύ συχνές (10,1) | 0,1 | |
| Λοίμωξη ουροποιητικούσυστήματος | Συχνές (9,9) | 1,4 | |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | Ουδετεροπενίαβ | Πολύ συχνές (27,7) | 23,9 |
| Αναιμίαβ | Πολύ συχνές (20,7) | 11,2 | |
| Θρομβοπενίαβ | Πολύ συχνές (16,8) | 9,7 | |
| Λεμφοκυττάρωσηβ | Συχνές (6,4) | 3,9 | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Πολύ συχνές (12,6) | 0,7 |
| Καρδιακές διαταραχές | Κολπική μαρμαρυγή/κολπικός πτερυγισμός | Συχνές (3,8) | 1,7 |
| Αγγειακές διαταραχές | Αιμορραγίαβ | Πολύ συχνές (20,3) | 2,8 |
| Επίσταξη | Συχνές (5,2) | 0,0 | |
| Αιματουρία | Συχνές (4,5) | 0,1 | |
| Αιμάτωμα | Συχνές (1,7) | 0,1 | |
| Αιμορραγία από τον επιπεφυκότα | Συχνές (1,7) | 0,1 | |
| Εκχυμώσειςβ | Πολύ συχνές (19,7) | 0,3 | |
| Μώλωπες | Πολύ συχνές (17,8) | 0,1 | |
| Πετέχειες | Συχνές (5,7) | 0,0 | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Διάρροια | Πολύ συχνές (23,8) | 1,0 |
| Ναυτία | Πολύ συχνές (16,7) | 0,4 | |
| Κοιλιακό άλγος | Πολύ συχνές (10,4) | 1,0 | |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Αυξημένα ηπατικά ένζυμα | Μη γνωστής συχνότητας | Μη γνωστής συχνότητας |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημαβ | Πολύ συχνές (18,4) | 1,2 |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και τουσυνδετικού ιστού | Αρθραλγία | Πολύ συχνές (14,6) | 1,2 |
| Γενικές διαταραχές καικαταστάσεις στη θέση χορήγησης | Κόπωση | Πολύ συχνές (26,2) | 1,9 |
| Οίδημα περιφερικό | Πολύ συχνές (11,6) | 0,3 |
α Οι συχνότητες προέρχονται από την έκθεση ασθενών με Β-κυτταρικές κακοήθειες στο Jaypirca
β Περιλαμβάνει πολλαπλούς όρους ανεπιθύμητων ενεργειών
γ Απόδοση βαθμού βαρύτητας με βάση τα Κριτήρια Συνήθους Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες του Εθνικού Αντικαρκινικού Ινστιτούτου (NCI CTCAE), Έκδοση 5.0
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Δεν επιτεύχθηκε μέγιστη ανεκτή δόση στη μελέτη φάσης 1 στην οποία ασθενείς έλαβαν επαναλαμβανόμενες δόσεις έως και 300 mg άπαξ ημερησίως. Σε μελέτες σε υγιείς εθελοντές, δεν παρατηρήθηκε δοσοεξαρτώμενη τοξικότητα κατά τη χορήγηση μέγιστης εφάπαξ δόσης 900 mg. Δεν έχουν καθιερωθεί σημεία και συμπτώματα υπερδοσολογίας με πιρτομπρουτινίμπη και δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για την υπερδοσολογία πιρτομπρουτινίμπης.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, συνιστάται στενή παρακολούθηση και παροχή κατάλληλης υποστηρικτικής φροντίδας στους ασθενείς.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - JAYPIRCA 100MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01EL05
Μηχανισμός δράσης
Η πιρτομπρουτινίμπη είναι ένας αναστρέψιμος μη ομοιοπολικός αναστολέας της BTK. Η BTK είναι μια σηματοδοτική πρωτεΐνη των μονοπατιών του Β-κυτταρικού αντιγονικού υποδοχέα (BCR) και των υποδοχέων των κυτταροκινών. Στα Β-κύτταρα, η σηματοδότηση της BTK έχει ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση των μονοπατιών που είναι απαραίτητα για τον πολλαπλασιασμό, τη μετακίνηση, τη χημειοταξία και την προσκόλληση των Β-κυττάρων. Η πιρτομπρουτινίμπη προσδένεται στην BTK άγριου τύπου, καθώς και την BTK που φέρει μεταλλάξεις C481 οδηγώντας σε αναστολή της δράσης κινάσης της BTK.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία
Η επίδραση μιας εφάπαξ δόσης πιρτομπρουτινίμπης 900 mg στο διορθωμένο διάστημα QT (QΤc) αξιολογήθηκε σε μια μελέτη με εικονικό φάρμακο και θετικούς ελέγχους σε 30 υγιή άτομα. Η επιλεγμένη δόση είναι ισοδύναμη με περίπου 2 φορές υψηλότερες συγκεντρώσεις από αυτές που επιτεύχθηκαν σε σταθερή κατάσταση με τη συνιστώμενη δοσολογία των 200 mg άπαξ ημερησίως. Η πιρτομπρουτινίμπη δεν επέδειξε κλινικά σημαντική επίδραση στη μεταβολή του διορθωμένου για τον καρδιακό ρυθμό με τη χρήση του τύπου Fridericia διαστήματος QT (QTcF) (δηλ. > 10 ms) και δεν υπήρξε καμία σχέση μεταξύ της έκθεσης στην πιρτομπρουτινίμπη και της μεταβολής του διαστήματος QTc.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Λέμφωμα από Κύτταρα του Μανδύα
Η αποτελεσματικότητα του Jaypirca αξιολογήθηκε σε ενηλίκους ασθενείς με ΛΚΜ σε μια φάσης 1/2, πολυκεντρική, ανοικτής επισήμανσης, ενός σκέλους κλινική μελέτη: Μελέτη 18001 (BRUIN). Η μελέτη αποτελούνταν από δύο μέρη: μια φάσης 1 τιτλοποίηση της δόσης, στην οποία διερευνήθηκε το δοσολογικό εύρος της μονοθεραπείας με πιρτομπρουτινίμπη από 25 mg έως 300 mg άπαξ ημερησίως και μια φάσης 2 επέκταση της δόσης. Ο κύριος πρωταρχικός στόχος της φάσης 1 ήταν ο προσδιορισμός της συνιστώμενης δόσης πιρτομπρουτινίμπης της φάσης 2 , η οποία βρέθηκε ότι είναι 200 mg άπαξ ημερησίως, χωρίς τον καθορισμό μιας μέγιστης ανεκτής δόσης. Ο κύριος πρωταρχικός στόχος της φάσης 2 ήταν η αξιολόγηση της αντινεοπλασματικής δράσης της πιρτομπρουτινίμπης με βάση το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης, όπως αξιολογήθηκε από μια ανεξάρτητη επιτροπή αναθεώρησης. Οι ασθενείς λάμβαναν θεραπεία με Jaypirca από το στόμα καθημερινά έως την εξέλιξη της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας.
Στη Μελέτη 18001 εντάχθηκαν και έλαβαν θεραπεία συνολικά 164 ασθενείς με διάγνωση ΛΚΜ και το σύνολο κύριας ανάλυσης (PAS) για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας βασίστηκε στους πρώτους 90 ασθενείς με ΛΚΜ που εντάχθηκαν στη μελέτη, οι οποίοι δεν παρουσίαζαν γνωστή προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), έλαβαν προηγουμένως θεραπεία με αναστολέα BTK, είχαν λάβει μία ή περισσότερες δόσεις του Jaypirca και είχαν τουλάχιστον
1 εντόπιση ακτινολογικά αξιολογήσιμης νόσου. Η διάμεση ηλικία ήταν 70 έτη (εύρος: 46 έως 87 έτη), 80 % ήταν άνδρες, 84,4 % ήταν Λευκοί, 67,8 % είχαν κατά την ένταξη στη μελέτη κατάσταση απόδοσης 0 κατά τη Συνεργατική Ογκολογική Ομάδα Ανατολικών Πολιτειών των ΗΠΑ (ECOG) και 31,1 % είχαν κατάσταση απόδοσης 1 κατά ECOG. Οι ασθενείς είχαν λάβει διάμεσο αριθμό 3 προηγούμενων γραμμών θεραπείας (εύρος: 1 έως 8), και ο λόγος διακοπής της πιο πρόσφατης προηγούμενης θεραπείας με αναστολέα BTK ήταν η εξέλιξη της νόσου σε 81,1 % των ασθενών και η δυσανεξία σε 13,3 % των ασθενών. 95,6 % των ασθενών έλαβαν προηγούμενη αντι-CD20 θεραπεία, 87,8 % χημειοθεραπεία, 18,9 % αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων, 4,4 % αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων, 15,6 % προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα BCL2 και 4,4 % έλαβαν προηγούμενη θεραπεία με τροποποιημένα με χιμαιρικό αντιγονικό υποδοχέα Τ-λεμφοκύτταρα (CAR-T). 38,9 % των ασθενών παρουσίαζαν εξωλεμφαδενική προσβολή και 26,7 % είχαν όγκο διαστάσεων μεγαλύτερων ή ίσων με 5 cm. Η βαθμολογία στον απλοποιημένο Διεθνή Προγνωστικό Δείκτη ΛΚΜ (sMIPI) ήταν χαμηλή στο 22,2 %, ενδιάμεση στο 55,6 % και υψηλή στο 22,2 % των ασθενών.
Από τους 164 ασθενείς με ΛΚΜ που εντάχθηκαν στη Μελέτη 18001, σε 9 ασθενείς σημειώθηκε μείωση της δόσης, συμπεριλαμβανομένων 6 ανταποκριθέντων που μπόρεσαν να παραμείνουν στη θεραπεία και να διατηρήσουν την ανταπόκριση έπειτα από μείωση δόσης σε 150 mg άπαξ ημερησίως (3), 100 mg άπαξ ημερησίως (2) και 50 mg άπαξ ημερησίως (1).
Η αποτελεσματικότητα του Jaypirca βασίστηκε στην αξιολόγηση της ανταπόκρισης με τη χρήση των κριτηρίων Lugano 2014 για το κακοήθες λέμφωμα. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας για τους ασθενείς που έλαβαν προηγουμένως τουλάχιστον έναν αναστολέα BTK και συμπεριλήφθηκαν στο PAS συνοψίζονται στον Πίνακα 2. Για τους 90 ασθενείς του PAS, 79 έλαβαν τουλάχιστον 1 δόση 200 mg άπαξ ημερησίως. Από αυτούς τους 79 ασθενείς, 77 ξεκίνησαν με 200 mg άπαξ ημερησίως, 1 κλιμάκωσε τη δόση από χαμηλότερη δόση και 1 μείωσε τη δόση από υψηλότερη δόση. Ο διάμεσος χρόνος παραμονής στη θεραπεία ήταν 5,24 μήνες (εύρος: 0,2 έως 39,6 μήνες). Μεταξύ των
51 ανταποκριθέντων, ο διάμεσος χρόνος έως την ανταπόκριση ήταν 1,84 μήνες (εύρος: 1,0 έως 7,5 μήνες).
Ενώ οι αναλύσεις υποομάδων αντιπροσωπεύουν έναν περιορισμένο αριθμό ασθενών, κλινικά σημαντικά δεδομένα αποτελεσματικότητας παρατηρήθηκαν σε σημαντικές υποομάδες, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που διέκοψαν προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα BTK λόγω δυσανεξίας ή εξέλιξης της νόσου και ανεξαρτήτως του αριθμού και του τύπου των προηγούμενων θεραπειών.
Πίνακας 2: Σύνοψη των δεδομένων αποτελεσματικότητας στη Μελέτη 18001 για ασθενείς με ΛΚΜ που είχαν λάβει προηγουμένως τουλάχιστον έναν αναστολέα BTK
| ΠιρτομπρουτινίμπηN=90 | |
| Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (Πλήρης ανταπόκριση + μερική ανταπόκριση) | |
| Ποσοστό (95 % CI) | 56,7 (45,8, 67,1) |
| CR – ποσοστό | 18,9 |
| PR – ποσοστό | 37,8 |
| Διάρκεια της ανταπόκρισης | |
| Διάμεση τιμή - μήνες (95 % CI) | 17,61 (7,29, 27,24) |
Συντομογραφίες: CI = διάστημα εμπιστοσύνης, NE= μη εκτιμήσιμη τιμή, CR = πλήρης ανταπόκριση, PR = μερική ανταπόκριση.
Ημερομηνία διακοπής δεδομένων: 29 Ιουλίου 2022. Ο διάμεσος χρόνος παρακολούθησης για τη διάρκεια της ανταπόκρισης ήταν 12,68 μήνες.
Χρόνια Λεμφοκυτταρική Λευχαιμία
Η αποτελεσματικότητα του Jaypirca σε ασθενείς με ΧΛΛ που έχουν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αναστολέα BTK αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, διεθνή, ανοιχτού σχεδιασμού, ενεργά ελεγχόμενη δοκιμή (BRUIN CLL-321, Μελέτη 20020). Στη δοκιμή εντάχθηκαν 238 ασθενείς με ΧΛΛ/SLL που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αναστολέα BTK. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν είτε Jaypirca χορηγούμενου από στόματος άπαξ ημερησίως σε δόση των 200 mg μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή μη αποδεκτή τοξικότητα, είτε κατ’ επιλογή του Ερευνητή:
-
Idelalisib συν ένα προϊόν rituximab (IR): Idelalisib 150 mg από στόματος δύο φορές ημερησίως μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή μη αποδεκτή τοξικότητα, σε συνδυασμό με 8 εγχύσεις ενός προϊόντος rituximab (375 mg/m2 ενδοφλεβίως την Ημέρα 1 του Κύκλου 1, ακολουθούμενη από 500 mg/m2 κάθε 2 εβδομάδες για 4 δόσεις και στη συνέχεια κάθε 4 εβδομάδες για 3 δόσεις), με διάρκεια κύκλου 28 ημερών.
-
Bendamustine συν ένα προϊόν rituximab (BR): Bendamustine 70 mg/m2 ενδοφλεβίως (Ημέρα 1 και 2 κάθε κύκλου 28 ημερών), σε συνδυασμό με ένα προϊόν rituximab (375 mg/m2 ενδοφλεβίως την Ημέρα 1 του Κύκλου 1, στη συνέχεια 500 mg/m2 την Ημέρα 1 των επόμενων κύκλων), για έως 6 κύκλους.
Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε με βάση την κατάσταση διαγραφής 17p (ναι/όχι) και τη λήψη προηγούμενης θεραπείας με venetoclax (ναι/όχι). Από το σύνολο των 238 ασθενών, 119 ανατέθηκαν σε μονοθεραπεία με Jaypirca, 82 σε IR και 37 σε BR. Μετά την επιβεβαιωμένη εξέλιξη της νόσου, οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε IR ή BR είχαν την επιλογή να περάσουν στη μονοθεραπεία με Jaypirca. Τα χαρακτηριστικά κατά την ένταξη ήταν παρόμοια μεταξύ των σκελών θεραπείας.
Συνολικά, η διάμεση ηλικία ήταν τα 67 έτη (εύρος: 42 έως 90 έτη), το 70 % ήταν άνδρες και το 81 % ήταν Λευκοί. Η κατάσταση απόδοσης κατά ECOG κατά την ένταξη ήταν 0 ή 1 στο 93 % των ασθενών και το 44 % των ασθενών είχαν νόσο σταδίου ΙΙΙ ή IV κατά Rai. Μεταξύ των ασθενών με διαθέσιμες κεντρικές εξετάσεις, το 57 % (101 από τους 176 ασθενείς) είχαν διαγραφή 17p και/ή μετάλλαξη TP53, το 86 % (164 από τους 190 ασθενείς) είχαν μη μεταλλαγμένο IGHV και το 65 % (97 από τους 149) είχαν πολύπλοκο καρυότυπο.
Οι ασθενείς έλαβαν διάμεσο αριθμό 3 προηγούμενων γραμμών θεραπείας (εύρος: 1 έως 13) με το 57 % να έχει λάβει τουλάχιστον 3 προηγούμενες θεραπείες και το 51 % να έχει λάβει προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα BCL2. Οι πιο συχνοί αναστολείς BTK που ελήφθησαν προηγουμένως ήταν
ibrutinib (87 %), acalabrutinib (16 %) και zanubrutinib (7 %). Το 70 % των ασθενών διέκοψε τον πιο πρόσφατο αναστολέα BTK για ανθεκτική ή εξελισσόμενη νόσο, το 15 % διέκοψε λόγω τοξικότητας και το 15 % διέκοψε για άλλους λόγους.
Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε στην επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) της μονοθεραπείας με πιρτομπρουτινίμπη έναντι του σκέλους επιλογής του ερευνητή, όπως αξιολογήθηκε από μια Ανεξάρτητη Επιτροπή Ανασκόπησης (IRC). Η μελέτη πέτυχε το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της στον προκαθορισμένο χρόνο τελικής ανάλυσης για την PFS που αξιολογήθηκε από την IRC
(29 Αυγούστου 2023 ημερομηνία δακοπής). Σε μία επικαιροποιημένη ανάλυση (29 Αυγούστου 2024 ημερομηνία διακοπής) με διάμεση παρακολούθηση 19,4 μηνών (εύρος 0,03 έως 33,3 μήνες) για την πιρτομπρουτινίμπη και 17,7 μηνών (εύρος 0,03 έως 27,9 μήνες) για το σκέλος επιλογής του ερευνητή, παρατηρήθηκε βελτιωμένη PFS αξιολογημένη από IRC με πιρτομπρουτινίμπη σε σύγκριση με το σκέλος της επιλογής του ερευνητή, η οποία ήταν σύμφωνη με την αρχική ανάλυση. Κλινικά σημαντικά δεδομένα αποτελεσματικότητας υπέρ της πιρτομπρουτινίμπης παρατηρήθηκαν σε σημαντικές υποομάδες, συμπεριλαμβανομένων ασθενών που διέκοψαν προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα BTK λόγω δυσανεξίας ή εξέλιξης και ανεξάρτητα από τον αριθμό και τον τύπο των προηγούμενων θεραπειών. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας παρουσιάζονται στον Πίνακα 3. Η καμπύλη Kaplan-Meier για την PFS παρουσιάζεται στο Σχήμα 1.
Πίνακας 3: Δεδομένα αποτελεσματικότητας κατά IRC σε Ασθενείς με ΧΛΛ που έχουν λάβει προηγουμένως θεραπεία με Αναστολέα BTK – ITT Πληθυσμός (Μελέτη 20020)
| Πιρτομπρουτινίμπη 200 mgάπαξ ημερησίως (N = 119) | Επιλογή ερευνητή για Idelalisib συν Rituximab ή Bendamustine συν Rituximab(N = 119) | |
| Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσουα | ||
| Αριθμός Συμβάντων, n | 74 (62 %) | 79 (66 %) |
| Εξέλιξη της νόσου | 60 (50 %) | 66 (55 %) |
| Θάνατος | 14 (12 %) | 13 (11 %) |
| Διάμεση PFS (95 % CI), μήνες β | 14,0 (11,2, 16,6) | 8,7 (8,1, 10,4) |
| HR (95 % CI) γ | 0,54 (0,39, 0,75) | |
| P-value δ | 0,0002 | |
CI: διάστημα εμπιστοσύνης, HR: αναλογία κινδύνου.
Ημερομηνία διακοπής δεδομένων 29 Αυγούστου 2024
α Η αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε με τη χρήση των κατευθυντήριων γραμμών του 2018 του Διεθνούς Εργαστηρίου για τη Χρόνια Λεμφοκυτταρική Λευχαιμία (iwCLL).
β Με βάση την εκτίμηση Kaplan-Meier.
γ Με βάση το στρωματοποιημένο μοντέλο αναλογικών κινδύνων του Cox.
δ Ονομαστική τιμή p 2-όψεων με βάση τη στρωματοποιημένη δοκιμή λογαριθμικής κατάταξης.
Σχήμα 1: Καμπύλη Kaplan-Meier της PFS που αξιολογήθηκε από IRC σε Ασθενείς με ΧΛΛ που έχουν λάβει προηγουμένως θεραπεία με Αναστολέα BTK στη Μελέτη 20020
Με διάμεσο χρόνο παρακολούθησης συνολικής επιβίωσης (OS) 20,4 μήνες για την πιρτομπρουτινίμπη και 19,2 μήνες στο σκέλος επιλογής του ερευνητή, 38 ασθενείς (32,0 %) στο σκέλος της πιρτομπρουτινίμπης και 32 ασθενείς (27,0 %) στο σκέλος επιλογής του ερευνητή, απεβίωσαν. Η διάμεση OS ήταν 29,7 μήνες (95 % CI: 27,1, NE) στο σκέλος της πιρτομπρουτινίμπης και δεν επιτεύχθηκε OS στο σκέλος επιλογής του ερευνητή. Η HR ήταν 1,090 (95 % CI: 0,679, 1,749, p = 0,7202). Η ανάλυση OS μπορεί να συγχέεται από τους 50 εκ των 119 ασθενών που πέρασαν από το σκέλος επιλογής του ερευνητή στην πιρτομπρουτινίμπη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Jaypirca σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στις κακοήθειες από ώριμα Β-κύτταρα (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Έγκριση υπό όρους
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία που αποκαλείται «έγκριση υπό όρους». Αυτό σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες αποδείξεις σχετικά με το φαρμακευτικό προϊόν.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί τουλάχιστον ετησίως τις νέες πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν και η παρούσα Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος θα επικαιροποιείται αναλόγως.
Η φαρμακοκινητική της πιρτομπρουτινίμπης χαρακτηρίστηκε σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με καρκίνο. Οι δόσεις κυμαίνονταν από 25 mg έως 300 mg άπαξ ημερησίως (0,125 έως 1,5 φορές η συνιστώμενη δοσολογία των 200 mg άπαξ ημερησίως), έως και εφάπαξ δόσεις 900 mg. Οι αυξήσεις της έκθεσης στο πλάσμα ήταν περίπου ανάλογες της δόσης. Σταθερή κατάσταση επιτεύχθηκε εντός
5 ημερών από την έναρξη της άπαξ ημερησίως χορηγούμενης δοσολογίας και σε ασθενείς με καρκίνο η μέση [συντελεστής διακύμανσης (CV %)] αναλογία συσσώρευσης μετά τη χορήγηση 200 mg άπαξ ημερησίως ήταν 1,63 (26,7 %) με βάση την AUC. Σε τρεις παράγοντες ασθενούς αποδόθηκαν οι αλλαγές της ΦΚ της πιρτομπρουτινίμπης: σωματικό βάρος, λευκωματίνη ορού και απόλυτο eGFR. Η
αύξηση του σωματικού βάρους από 70 kg σε 120 kg αναμένεται να αυξήσει την κάθαρση της πιρτομπρουτινίμπης κατά 24 %. Η μείωση του απόλυτου eGFR από 90 mL/min σε 30 mL/min αναμένεται να μειώσει την κάθαρση της πιρτομπρουτινίμπης κατά 16 % και η μείωση της λευκωματίνης ορού από 40 g/L σε 30 g/L αναμένεται να αυξήσει την κάθαρση της πιρτομπρουτινίμπης κατά 21 %. Αυτοί οι παράγοντες από μόνοι τους δεν είναι πιθανό να οδηγήσουν σε σημαντικές αλλαγές στη ΦΚ της πιρτομπρουτινίμπης και οι προσαρμογές δόσης δε συνιστώνται.
Η μέση (CV %) AUC και Cmax σταθερής κατάστασης ήταν 92.600 h*ng/mL (39 %) και 6.500 ng/mL (25 %), αντίστοιχα, με τη συνιστώμενη δοσολογία των 200 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με καρκίνο.
Με τη συνιστώμενη δοσολογία, η πιρτομπρουτινίμπη επιτυγχάνει φαρμακοκινητικές εκθέσεις που μπορούν να υπερβούν την IC96 της BTK στα κατώτατα επίπεδα συγκέντρωσης, και συνεπώς παρέχουν τονική στοχευόμενη αναστολή της BTK σε ολόκληρη τη διάρκεια της περιόδου της άπαξ ημερησίως χορηγούμενης δοσολογίας, ανεξαρτήτως του εγγενούς ρυθμού αλλαγών της BTK.
Απορρόφηση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της πιρτομπρουτινίμπης μετά από εφάπαξ από στόματος δόση 200 mg είναι 85,5 % σε υγιή άτομα. Ο διάμεσος χρόνος έως την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (tmax) είναι περίπου 2 ώρες τόσο σε ασθενείς με καρκίνο όσο και σε υγιή άτομα. Δεν υπάρχει εξάρτηση από το pH για την απορρόφηση.
Επίδραση της τροφής
Ένα γεύμα υψηλών λιπαρών και υψηλών θερμίδων που χορηγήθηκε σε υγιή άτομα μείωσε την Cmax της πιρτομπρουτινίμπης κατά 23 % και καθυστέρησε τον tmax κατά 1 ώρα. Δεν σημειώθηκε καμία επίδραση στην AUC της πιρτομπρουτινίμπης. Η πιρτομπρουτινίμπη μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή
Ο μέσος φαινόμενος κεντρικός όγκος κατανομής της πιρτομπρουτινίμπης είναι 34,2 L σε ασθενείς με καρκίνο. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 96 % και ήταν ανεξάρτητη της συγκέντρωσης μεταξύ 0,5 και 50 µM. Στο πλάσμα υγιών ατόμων και ατόμων με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν 96 %. Η μέση αναλογία αίματος προς πλάσμα είναι 0,79.
Βιομετασχηματισμός
Ο ηπατικός μεταβολισμός είναι η κύρια οδός κάθαρσης της πιρτομπρουτινίμπης. Η πιρτομπρουτινίμπη μεταβολίζεται σε αρκετούς αδρανείς μεταβολίτες μέσω των CYP3A4, UGT1A8 και UGT1A9. Δεν υπήρξε κλινικά σημαντική επίδραση της τροποποίησης του CYP3A στις εκθέσεις της πιρτομπρουτινίμπης.
Η πιρτομπρουτινίμπη αναστέλλει τα CYP2C8, CYP2C9 και CYP3A4 in vitro και αναστέλλει ελάχιστα τα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C19 ή CYP2D6 σε συγκέντρωση 60 µM. In vitro η πιρτομπρουτινίμπη επάγει τα CYP3A4, CYP3A5, CYP2C19 και CYP2B6.
Η πιρτομπρουτινίμπη αναστέλλει ελάχιστα τα UGT1A1 in vitro με IC50 = 18 μΜ.
Συγχορήγηση με υποστρώματα/αναστολείς μεταφοράς
In vitro μελέτες υπέδειξαν ότι η πιρτομπρουτινίμπη είναι ένα υπόστρωμα της P-gp και της BCRP.
Η πιρτομπρουτινίμπη είναι ένας in vitro αναστολέας της P-gp και της BCRP. Η πιρτομπρουτινίμπη επηρέασε τη ΦΚ της διγοξίνης, ένα υπόστρωμα της P-gp, και της ροσουβαστατίνης, ένα υπόστρωμα της BCRP, σε κλινικές μελέτες (βλ. παράγραφο 4.5).
Αποβολή
Η μέση εμφανής κάθαρση της πιρτομπρουτινίμπης είναι 2,05 L/h με έναν αποτελεσματικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 19,9 ωρών. Μετά από μια εφάπαξ ραδιοεπισημασμένη δόση πιρτομπρουτινίμπης 200 mg σε υγιή άτομα, 37 % της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα (18 % αμετάβλητη) και 57 % στα ούρα (10 % αμετάβλητη).
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικία, φύλο, φυλή και σωματικό βάρος
Με βάση μια ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με καρκίνο, η ηλικία (εύρος 22-95 έτη), η φυλή, το φύλο και το σωματικό βάρος (εύρος 35,7-152 kg) δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στην πιρτομπρουτινίμπη.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε μια ΦΚ ανάλυση πληθυσμού ασθενών με καρκίνο, ασθενείς με ήπια (eGFR 60 έως < 90 mL/min) ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 30 έως < 60 mL/min), η κάθαρση της πιρτομπρουτινίμπης ήταν κατά 16 % έως 27 % χαμηλότερη έναντι της κάθαρσης σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οδηγώντας σε αναμενόμενη έκθεση της AUC = 94.100 ng*h/mL και Cmax = 6.680 ng/mL σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (16-19 % υψηλότερη έναντι των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία) και AUC = 108.000 ng*h/mL και Cmax = 7.360 ng/mL σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (28 % έως 36 % υψηλότερη έναντι των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία).
Σε μια κλινική φαρμακολογική μελέτη σε κατά τα λοιπά υγιείς εθελοντές, η εμφανής κάθαρση ήταν κατά 35 % χαμηλότερη σε τέσσερις συμμετέχοντες με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 15 έως
< 30 mL/min) έναντι των οχτώ συμμετεχόντων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (eGFR ≥ 90 mL/min), οδηγώντας σε εκθέσεις της AUC0-inf = 115.000 ng*h/mL και
Cmax = 2.980 ng/mL (62 % υψηλότερη και 7 % χαμηλότερη, αντίστοιχα, έναντι των ατόμων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία).
Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση δεν μελετήθηκαν (βλ. παράγραφο 4.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη ΦΚ της πιρτομπρουτινίμπης για ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμού βαρύτητας (με βάση το στάδιο A, B και C κατά Child-Pugh ή οποιαδήποτε τιμή ολικής χολερυθρίνης και οποιαδήποτε τιμή AST). Σε μια μελέτη αποκλειστικά για την ηπατική δυσλειτουργία, η μέση AUC και Cmax της πιρτομπρουτινίμπης ήταν παρόμοιες μεταξύ των ασθενών με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A) και των ασθενών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B) η AUC ήταν 15 % χαμηλότερη έναντι των ατόμων με φυσιολογική ηπατική λειτουργία και η Cmax ήταν παρόμοια. Σε άτομα με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C), η AUC της πιρτομπρουτινίμπης ήταν 21 % χαμηλότερη και η μέση Cmax ήταν 24 % χαμηλότερη έναντι των ατόμων με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Το αδέσμευτο κλάσμα (fu) της πιρτομπρουτινίμπης σε άτομα εν γένει αυξανόταν με την αύξηση της βαρύτητας της ηπατικής δυσλειτουργίας. Συνεπώς, μετά τη διόρθωση των παραμέτρων ΦΚ έκθεσης της πιρτομπρουτινίμπης για το fu, δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική διαφορά στις παραμέτρους ΦΚ έκθεσης της αδέσμευτης πιρτομπρουτινίμπης (AUCu και Cmax,u) μεταξύ ατόμων με ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμού και ατόμων με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες φαρμακοκινητικής με την πιρτομπρουτινίμπη σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - JAYPIRCA 100MG/TAB
Πυρήνας δισκίου Υπρομελλόζη οξική ηλεκτρική Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Λακτόζη μονοϋδρική
Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη Μαγνήσιο στεατικό
Πυριτίου κολλοειδές ένυδρο
Επικάλυψη με λεπτό υμένιο Υπρομελλόζη
Τιτανίου διοξείδιο Τριακετίνη
Ινδικό καρμίνιο (E132)
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
Jaypirca 50 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Συσκευασίες κυψέλης από πολυβινυλοχλωρίδιο/πολυχλωροτριφλουοροαιθυλένιο, σφραγισμένες με αλουμινόφυλλο που περιέχουν 28, 30 ή 84 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
Jaypirca 100 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Συσκευασίες κυψέλης από πολυβινυλοχλωρίδιο/πολυχλωροτριφλουοροαιθυλένιο, σφραγισμένες με αλουμινόφυλλο που περιέχουν 28, 30, 56, 60, 84 ή 168 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.