REXTOL SOFT.CAPS 4MCG/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - REXTOL 4MCG/CAP
Το Rextol ενδείκνυται για την πρόληψη και τη θεραπεία του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισµού σε ασθενείς µε χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (χρόνια νεφρική νόσος Σταδίου 3 και 4) και ασθενείς µε χρόνια νεφρική ανεπάρκεια υπό αιµοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση (χρόνια νεφρική νόσος Σταδίου 5).
Το Rextol μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.
Χρόνια νεφρική νόσος (ΧΝΝ) Σταδίου 3 και 4
Το Rextol πρέπει να χορηγείται άπαξ ημερησίως, είτε καθημερινά ή τρεις φορές την εβδομάδα λαμβανόμενο κάθε δεύτερη μέρα.
Αρχική δόση
Η αρχική δόση βασίζεται στα αρχικά επίπεδα ακέραιης παραθυρεοειδικής ορμόνης (iPTH).
| Πίνακας 1. Αρχική δόση | ||
| Αρχικά επίπεδα iPTH | Ημερήσια δόση | Δόση Τρεις Φορές την Εβδομάδα* |
| ≤ 500 pg/mL (56 pmol/L) | 1 μικρογραμμάριο | 2 μικρογραμμάρια |
| > 500 pg/mL (56 pmol/L) | 2 μικρογραμμάρια | 4 μικρογραμμάρια |
| *Να χορηγείται όχι συχνότερα από κάθε δεύτερη ημέρα | ||
Τιτλοποίηση δόσης
Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται βάσει των επιπέδων iPTH του ορού ή του πλάσματος, με παρακολούθηση του ασβεστίου και του φωσφόρου του ορού. Ο Πίνακας 2 παρουσιάζει μια προτεινόμενη προσέγγιση για την τιτλοποίηση της δόσης.
| Πίνακας 2. Τιτλοποίηση δόσης | ||
| Επίπεδα iPTH σε σχέση με τα αρχικά | Προσαρμογές δόσης σε διαστήματα 2 έως 4 εβδομάδων | |
| Ημερήσια δόση | Δόση Τρεις Φορές την Εβδομάδα1 | |
| Τα ίδια ή αυξημένα | Αύξηση 1 μικρογραμμάριο | Αύξηση 2 μικρογραμμάρια |
| Μειωμένα κατά < 30% | ||
| Μειωμένα κατά ≥ 30%, ≤ 60% | Διατήρηση | Διατήρηση |
| Μειωμένα > 60% | Μείωση 2 1 μικρογραμμάριο | Μείωση 2 2 μικρογραμμάρια |
| iPTH < 60 pg/mL (7 pmol/L) | ||
| 1 Να χορηγείται όχι συχνότερα από κάθε δεύτερη ημέρα. 2 Εάν ο ασθενής λαμβάνει τη χαμηλότερη δόση στο ημερήσιο ή στο τρεις φορές την εβδομάδα σχήμα και απαιτείται μείωση της δόσης, η συχνότητα της δοσολογίας μπορεί να μειωθεί. | ||
Πρέπει να παρακολουθούνται στενά τα επίπεδα ασβεστίου του ορού μετά την έναρξη της θεραπείας και κατά τη διάρκεια των περιόδων τιτλοποίησης της δόσης. Εάν παρατηρηθεί υπερασβεστιαιμία ή εμμένοντα αυξημένα επίπεδα του γινομένου ασβεστίου-φωσφόρου άνω των 55 mg2/dL2 (4,4 mmol2 /L2), η δόση των παραγόντων δέσμευσης του φωσφόρου που περιέχουν ασβέστιο πρέπει να μειώνεται ή να διακόπτεται. Εναλλακτικά, η δόση του Rextol μπορεί να μειωθεί ή να διακοπεί προσωρινά. Εάν διακοπεί, το φάρμακο πρέπει να επαναλαμβάνεται εκ νέου σε χαμηλότερη δόση, όταν το ασβέστιο του ορού και το γινόμενο ασβεστίου-φωσφόρου είναι στο αποδεκτό εύρος.
Χρόνια Νεφρική Νόσος (ΧΝΝ), Στάδιο 5
Το Rextol πρέπει να χορηγείται τρεις φορές την εβδομάδα κάθε δεύτερη ημέρα.
Αρχική δόση
Η αρχική δόση του Rextol σε μικρογραμμάρια βασίζεται σε εύρος iPTH από αρχικά επίπεδα (pg/ml)/60 [(pmol/l)/7], έως μέγιστη αρχική δόση των 32 μικρογραμμαρίων.
Τιτλοποίηση δόσης
Η επακόλουθη δόση πρέπει να εξατομικεύεται και να βασίζεται στα επίπεδα iPTH, ασβεστίου του ορού και φωσφόρου του ορού. Μια προτεινόμενη ρύθμιση της δόσης των καψακίων παρικαλσιτόλης βασίζεται στον παρακάτω τύπο:
Τιτλοποίηση της δόσης (μικρογραμμάρια) = πιο πρόσφατα επίπεδα iPTH (pg/ml)
60
Ή
Τιτλοποίηση της δόσης (μικρογραμμάρια) = πιο πρόσφατα επίπεδα iPTH (pmol/l)
7
Πρέπει να παρακολουθούνται στενά τα επίπεδα ασβεστίου και φωσφόρου του ορού μετά την έναρξη της θεραπείας, κατά τη διάρκεια περιόδων τιτλοποίησης και μετά από συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων Ρ450 3Α. Εάν παρατηρηθεί αυξημένο επίπεδο ασβεστίου ορού ή αυξημένο γινόμενο Ca x P και ο ασθενής είναι υπό θεραπεία με παράγοντες δέσμευσης φωσφόρου που περιέχουν ασβέστιο, η δόση του παράγοντα δέσμευσης μπορεί να μειωθεί ή να διακοπεί ή μπορεί να γίνει αλλαγή θεραπείας για τον ασθενή σε παράγοντα δέσμευσης φωσφόρου που δεν περιέχει ασβέστιο.
Εάν το ασβέστιο του ορού > 11,0 mg/dl (2,8 mmol/l) ή το Ca × P > 70 mg 2/dl2 (5,6 mmol2/l2) ή η iPTH ≤ 150 pg/ml, η δόση πρέπει να μειωθεί κατά 2 έως 4 μικρογραμμάρια σε σχέση με αυτή που υπολογίστηκε από την πιο πρόσφατη iPTH/60 (pg/ml) [iPTH/7 (pmol/l)]. Εάν απαιτείται επιπρόσθετη ρύθμιση, η δόση των καψακίων παρικαλσιτόλης πρέπει να μειώνεται ή να διακόπτεται μέχρις ότου αυτές οι παράμετροι επανέλθουν σε φυσιολογικά όρια.
Ενόσω η iPTH προσεγγίζει το αποδεκτό εύρος (150-300 pg/ml), μπορεί να είναι απαραίτητες μικρές, εξατομικευμένες ρυθμίσεις της δόσης, προκειμένου να επιτευχθεί σταθερή iPTH. Σε περιπτώσεις όπου η παρακολούθηση των iPTH, Ca ή P πραγματοποιείται λιγότερο συχνά από μία φορά την εβδομάδα, μπορεί να δικαιολογηθεί μια πιο ήπια αναλογία αρχικής δόσης και δόσης τιτλοποίησης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηπατική δυσλειτουργία:
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των καψακίων Rextol σε παιδιατρικούς ασθενείς (βλέπε παράγραφο 5.1).
Ηλικιωμένοι:
Δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές στην ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα μεταξύ ηλικιωμένων ασθενών (65 – 75 ετών) σε σχέση με τους νεότερους ασθενείς, ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μεγαλύτερης ευαισθησίας ορισμένων ηλικιωμένων ατόμων.
Η παρικαλσιτόλη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ένδειξη τοξικότητας στη βιταμίνη D, υπερασβεστιαιμία ή υπερευαισθησία στην παρικαλσιτόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος.
Η υπερβολική καταστολή της παραθυρεοειδικής ορμόνης ενδέχεται να επιφέρει αυξήσεις στα επίπεδα ασβεστίου του ορού και να οδηγήσει σε χαµηλό ρυθµό αποκατάστασης (low-turnover) της νόσου των οστών. Απαιτείται παρακολούθηση των ασθενών και εξατοµικευµένη τιτλοποίηση της δόσης προκειµένου να επιτευχθούν κατάλληλα φυσιολογικά τελικά επίπεδα.
Εάν αναπτυχθεί κλινικά σηµαντική υπερασβεστιαιµία και ο ασθενής λαµβάνει παράγοντα δέσμευσης φωσφόρου που περιέχει ασβέστιο, η δόση του τελευταίου πρέπει να µειώνεται ή να διακόπτεται.
Χρόνια υπερασβεστιαιμία ενδέχεται να σχετίζεται με γενικευμένη αγγειακή αποτιτάνωση και αποτιτάνωση άλλων μαλακών μορίων.
Τα σχετιζόμενα με φώσφορο ή βιταμίνη D φαρμακευτικά προϊόντα δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με παρικαλσιτόλη λόγω αυξημένου κινδύνου υπερασβεστιαιμίας και αύξησης του γινομένου Ca × P (βλ. παράγραφο 4.5).
H τοξικότητα της δακτυλίτιδας ενισχύεται από υπερασβεστιαιµία οποιασδήποτε αιτιολογίας, γι’ αυτό πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν η δακτυλίτιδα συνταγογραφείται ταυτόχρονα µε παρικαλσιτόλη (βλ. παράγραφο 4.5)
Σε ασθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε αιμοκάθαρση, η παρικαλσιτόλη, όπως και άλλοι ενεργοποιητές του υποδοχέα της βιταμίνης D, ενδέχεται να αυξήσει την κρεατινίνη ορού (και συνεπώς να μειώσει τον εκτιμώμενο GFR [eGFR]) χωρίς μεταβολή του πραγματικού ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR).
Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη συγχορήγηση παρικαλσιτόλης µε κετοκοναζόλη (βλ. παράγραφο 4.5).
Προειδοποιήσεις για τα έκδοχα:
Αυτό το φαρµακευτικό προϊόν περιέχει µικρές ποσότητες αιθανόλης (αλκοόλη), κάτω των 100 mg ανά καψάκιο του 1 mcg, των 2 mcg και των 4 mcg, η οποία ενδέχεται να είναι επιβλαβής σε ασθενείς που πάσχουν από αλκοολισµό (ανατρέξτε στις παραγράφους 2 και 4.2). Πρέπει να λαµβάνεται υπόψη σε έγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες, παιδιά και οµάδες υψηλού κινδύνου, όπως ασθενείς µε ηπατική νόσο ή επιληψία.
Κετοκοναζόλη: Είναι γνωστό ότι η κετοκοναζόλη είναι ένας μη ειδικός αναστολέας διαφόρων ενζύμων του κυτοχρώματος Ρ450. Τα διαθέσιμα in vivo και in vitro δεδομένα υποδεικνύουν ότι η κετοκοναζόλη μπορεί να αλληλεπιδρά με ένζυμα τα οποία είναι υπεύθυνα για το μεταβολισμό της παρικαλσιτόλης και άλλων ανάλογων της βιταμίνης D. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν η παρικαλσιτόλη χορηγείται με κετοκοναζόλη.Έχει μελετηθεί η επίδραση πολλαπλών δόσεων κετοκοναζόλης χορηγούμενων ως 200 mg δύο φορές ημερησίως (BID) για 5 ημέρες στη φαρμακοκινητική του καψακίου παρικαλσιτόλης σε υγιή άτομα. Η Cmax της παρικαλσιτόλης επηρεάστηκε ελάχιστα, αλλά η AUC0-∞ περίπου διπλασιάστηκε παρουσία της κετοκοναζόλης. Η μέση ημίσεια ζωής της παρικαλσιτόλης ήταν 17,0 ώρες παρουσία κετοκοναζόλης συγκριτικά με 9,8 ώρες, όταν η παρικαλσιτόλη χορηγήθηκε μεμονωμένα (βλ. ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ Παράγραφο 4.4). Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης υποδεικνύουν ότι μετά από χορήγηση παρικαλσιτόλης είτε από του στόματος ή ενδοφλεβίως, η μέγιστη ενίσχυση της AUCINF της παρικαλσιτόλης από κάποια αλληλεπίδραση με την κετοκοναζόλη δεν είναι πιθανό να είναι μεγαλύτερη από περίπου δύο φορές.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων. H τοξικότητα της δακτυλίτιδας ενισχύεται από υπερασβεστιαιµία οποιασδήποτε αιτιολογίας, γι’ αυτό πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν η δακτυλίτιδα συνταγογραφείται ταυτόχρονα µε παρικαλσιτόλη.
Τα σχετιζόμενα με φώσφορο ή βιταμίνη D φαρμακευτικά προϊόντα δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με παρικαλσιτόλη λόγω αυξημένου κινδύνου υπερασβεστιαιμίας και αύξησης του γινομένου Ca × P (βλ. παράγραφο 4.4).
Υψηλές δόσεις σκευασμάτων που περιέχουν ασβέστιο ή θειαζιδικά διουρητικά ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας.
Σκευάσματα που περιέχουν μαγνήσιο (π.χ. αντιόξινα) δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με σκευάσματα βιταμίνης D, διότι ενδέχεται να παρατηρηθεί υπερμαγνησιαιμία.
Σκευάσματα που περιέχουν αργίλιο (π.χ. αντιόξινα, παράγοντες δέσμευσης φωσφόρου) δεν πρέπει να χορηγούνται χρόνια με φαρμακευτικά προϊόντα βιταμίνης D, δεδομένου ότι ενδέχεται να παρατηρηθούν αυξημένα επίπεδα αργιλίου στο αίμα και τοξικότητα στα οστά από αργίλιο.
Σκευάσματα που επιβραδύνουν την εντερική απορρόφηση λιποδιαλυτών βιταμινών, όπως η χολεστυραμίνη, ενδέχεται να αλληλεπιδράσουν με την απορρόφηση των καψακίων Rextol.
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία σχετικά με τη χρήση της παρικαλσιτόλης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος, συνεπώς η παρικαλστιτόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν κρίνεται σαφώς απαραίτητο.
Γαλουχία:
Δεν είναι γνωστό εάν η παρικαλσιτόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει απέκκριση της παρικαλσιτόλης ή των μεταβολιτών της στο μητρικό γάλα, σε μικρές ποσότητες. Η απόφαση σχετικά με τη συνέχιση/διακοπή του θηλασμού ή τη συνέχιση/διακοπή της θεραπείας με Rextol πρέπει να ληφθεί εξετάζοντας το όφελος του θηλασμού του παιδιού και του οφέλους της θεραπείας με Rextol στη μητέρα.
Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών, εντούτοις, η παρικαλσιτόλη αναμένεται να έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών.
Χρόνια Νεφρική Νόσος, Στάδια 3 και 4
Η ασφάλεια των καψακίων παρικαλσιτόλης έχει αξιολογηθεί σε τρεις, διπλά-τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρικές κλινικές μελέτες διάρκειας 24 εβδομάδων, οι οποίες περιλάμβαναν 220 ασθενείς με Χρόνια Νεφρική Νόσο, Σταδίου 3 και 4. Δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ασθενών υπό θεραπεία με παρικαλσιτόλη και αυτών υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο ως προς τη συχνότητα εμφάνισης υπερασβεστιαιμίας: καψάκια παρικαλσιτόλης (2/106, 2 %) έναντι εικονικού φαρµάκου (0/111, 0 %) ή αυξηµένων επιπέδων γινοµένου ασβεστίου – φωσφόρου, καψάκια παρικαλσιτόλης (13/106, 12%) έναντι εικονικού φαρµάκου (7/111, 6%).
Η συχνότερη ανεπιθύμητη ενέργεια που έχει αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με παρικαλσιτόλη ήταν εξάνθημα, το οποίο παρατηρείται στο 2% των ασθενών.
Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που τουλάχιστον ενδέχεται να σχετίζονται με την παρικαλσιτόλη, τόσο κλινικές όσο και εργαστηριακές, παρατίθενται στον Πίνακα 3 με την Kατηγορία Oργάνου Συστήματος σύμφωνα με το MedDRA, τον Προτιμώμενο Όρο και τη συχνότητα εμφάνισης. Χρησιμοποιούνται οι ακόλουθες κατηγορίες συχνότητας εμφάνισης: πολύ συχνές (≥1/10)· συχνές (≥1/100 έως <1/10)· όχι συχνές (≥1/1,000 έως <1/100)· σπάνιες(≥1/10,000 έως <1/1,000)· πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 3. Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στις Κλινικές Μελέτες ΧΝΝ Σταδίων 3 & 4
| Kατηγορία Oργάνου Συστήματος | Προτιμώμενος Όρος | Συχνότητα εμφάνισης |
| Έρευνες | Μη φυσιολογικά ηπατικά ένζυμα | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη Δυσγευσία | Όχι συχνές Όχι συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Δυσφορία του στομάχου Δυσκοιλιότητα Ξηροστομία | Συχνές Όχι συχνές Όχι συχνές |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα Κνησμός Κνίδωση | Συχνές Όχι συχνές Όχι συχνές |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυϊκοί σπασμοί | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία | Όχι συχνές |
Χρόνια Νεφρική Νόσος, Στάδιο 5
Η ασφάλεια των καψακίων παρικαλσιτόλης έχει αξιολογηθεί σε μία διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική κλινική μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων, η οποία περιλάμβανε 88 ασθενείς με ΧΝΝ Σταδίου 5. Δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ασθενών υπό θεραπεία με παρικαλσιτόλη και αυτών υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο ως προς τη συχνότητα εμφάνισης υπερασβεστιαιμίας: καψάκια παρικαλσιτόλης (1/61, 2 %) έναντι εικονικού φαρµάκου (0/26, 0.0 %) ή αυξηµένων επιπέδων γινοµένου ασβεστίου – φωσφόρου, καψάκια παρικαλσιτόλης (6/61, 10%) έναντι εικονικού φαρµάκου (1/26, 4%).
Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που τουλάχιστον ενδέχεται να σχετίζονται με την παρικαλσιτόλη, τόσο κλινικές όσο και εργαστηριακές, παρατίθενται στον Πίνακα 4 με την Kατηγορία Oργάνου Συστήματος σύμφωνα με το MedDRA, τον Προτιμώμενο Όρο και τη συχνότητα εμφάνισης. Χρησιμοποιούνται οι ακόλουθες κατηγορίες συχνότητας εμφάνισης: πολύ συχνές (≥1/10)· συχνές (≥1/100 έως <1/10)· όχι συχνές (≥1/1,000 έως <1/100)· σπάνιες(≥1/10,000 έως <1/1,000)· πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 4. Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στην πιλοτική μελέτη φάσης ΙΙΙ ΧΝΝ Σταδίου 5
| Kατηγορία Oργάνου Συστήματος | Προτιμώμενος Όρος | Συχνότητα εμφάνισης |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη | Συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Διάρροια Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση | Συχνές Συχνές |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Ακμή | Συχνές |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Υπερασβεστιαιμία Υπασβεστιαιμία Μειωμένη όρεξη | Συχνές Συχνές Συχνές |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Ευαισθησία μαστού | Συχνές |
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες με ενέσιμο διάλυμα παρικαλσιτόλης και μετά την κυκλοφορία.
| Kατηγορία Oργάνου Συστήματος | Προτιμώμενος Όρος | Συχνότητα εμφάνισης |
| Έρευνες | Παρατεταμένος χρόνος αιμορραγίας, αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, μη φυσιολογική εργαστηριακή εξέταση, μείωση βάρους | Όχι συχνές |
| Αυξημένη κρεατινίνη αίματος* | Όχι συχνές | |
| Αυξημένο γινόμενο ασβεστίου-φωσφόρου | Συχνές | |
| Καρδιακές διαταραχές | Καρδιακή ανακοπή, αρρυθμία, κολπικός πτερυγισµός, | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Αναιμία, λευκοπενία, λεµφαδενοπάθεια | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, δυσγευσία | Συχνές |
| Κώμα, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιµικό επεισόδιο,συγκοπή,µυόκλωνος, υπαισθησία,παραισθησία, ζάλη | Όχι συχνές | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Γλαύκωµα, επιπεφυκίτιδα | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Πάθηση του ωτός | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Πνευµονικό οίδηµα, άσθμα, δύσπνοια, επίσταξη, βήχας | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Αιμορραγία από το ορθό, κολίτιδα, διάρροια, γαστρίτιδα, δυσπεψία, δυσφαγία, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, ναυτία, έμετος, ξηροστομία, γαστρεντερική διαταραχή | Όχι συχνές |
| Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός | Συχνές |
| Δερματίτιδα πομφολυγώδης, αλωπεκία, υπερτρίχωση, εξάνθημα, εφίδρωση | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία, δυσκαμψία άρθρωσης, οσφυαλγία, μυϊκές δεσμιδώσεις, μυαλγία | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Υποπαραθυρεοειδισµός | Συχνές |
| Υπερπαραθυρεοειδισµός | Όχι συχνές | |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Υπερασβεστιαιµία, υπερφωσφαταιµία | Συχνές |
| Υπερκαλιαιμία, υποκαλιαιμία, ανορεξία | Όχι συχνές | |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Σηψαιμία, πνευμονία, λοίμωξη, φαρυγγίτιδα, λοίμωξη του κόλπου, γρίπη | Όχι συχνές |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Καρκίνος του μαστού | Όχι συχνές |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπέρταση, υπόταση | Όχι συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Διαταραχές στη βάδιση, περιφερικό οίδημα, άλγος, άλγος της θέσης ένεσης,πυρεξία, θωρακικό άλγος, κατάσταση επιδεινωθείσα, εξασθένιση, αίσθημα κακουχίας, δίψα | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία | Όχι συχνές |
| Οίδηµα λάρυγγα, αγγειοοίδηµα, κνίδωση | Άγνωστες | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Μαστοδυνία, στυτική δυσλειτουργία | Όχι συχνές |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συγχυτική κατάσταση, παραλήρημα, αποπροσωποποίηση, διέγερση, αϋπνία, νευρικότητα | Όχι συχνές |
*Η συγκεκριμένη ανεπιθύμητη ενέργεια έχει παρατηρηθεί σε μελέτες ασθενών που πρόκειτο να υποβληθούν σε αιμοκάθαρση (βλ.επίσης παράγραφο 4.4).
Αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών
Εάν παρατηρήσετε κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, ενημερώστε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας. Αυτό ισχύει και για κάθε πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια που δεν αναφέρεται στο παρόν φύλλο οδηγιών χρήσης. Μπορείτε επίσης να αναφέρετε τις ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναφέρεται παρακάτω. Με την αναφορά των ανεπιθύμητων ενεργειών παρέχετε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια αυτού του φαρμάκου.
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Η υπερβολική χορήγηση καψακίων παρικαλσιτόλης ενδέχεται να προκαλέσει υπερασβεστιαιμία, υπερασβεστιουρία, υπερφωσφαταιμία και υπερβολική καταστολή της παραθυρεοειδικής ορμόνης. Υψηλή πρόσληψη ασβεστίου και φωσφόρου ταυτόχρονα με καψάκια παρικαλσιτόλης ενδέχεται να οδηγήσει σε παρόμοιες ανωμαλίες.
Η θεραπεία ασθενών με κλινικά σημαντική υπερασβεστιαιμία συνίσταται σε άμεση μείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας με παρικαλσιτόλη και περιλαμβάνει δίαιτα χαμηλή σε ασβέστιο, διακοπή των συμπληρωμάτων ασβεστίου, κινητοποίηση του ασθενούς, προσοχή στις διαταραχές του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών, αξιολόγηση των ηλεκτροκαρδιογραφικών ανωμαλιών (κρίσιμη σε ασθενείς που λαμβάνουν δακτυλίτιδα) και αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση με διάλυμα χωρίς ασβέστιο, όπως υποδεικνύεται.
Οι ενδείξεις και τα συμπτώματα δηλητηρίασης με βιταμίνη D σχετιζόμενης με υπερασβεστιαιμία περιλαμβάνουν:
Πρώιμα: Αδυναμία, κεφαλαλγία, υπνηλία, ναυτία, έμετος, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα, μυαλγία, αρθραλγία και μεταλλική γεύση.
Μεταγενέστερα: Ανορεξία, απώλεια σωματικού βάρους, επιπεφυκίτιδα (ασβεστοποιός), παγκρεατίτιδα, φωτοφοβία, ρινόρροια, κνησμός, υπερθερμία, μειωμένη γενετήσια ορμή, αυξημένο άζωτο ουρίας αίματος (BUN), υπερχοληστερολαιμία, αυξημένα AST και ΑLT, έκτοπη ασβεστοποίηση, υπέρταση, καρδιακές αρρυθμίες, υπνηλία, θάνατος και σπάνια, απροκάλυπτη ψύχωση.
Τα επίπεδα ασβεστίου του ορού πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά μέχρις ότου να επιτευχθούν φυσιολογικά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα.
Η παρικαλσιτόλη δεν απομακρύνεται σημαντικά με την αιμοκάθαρση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - REXTOL 4MCG/CAP
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Λοιποί αντιπαραθυρεοειδικοί παράγοντες, Κωδικός ATC: H05BX02
Μηχανισμός δράσης:
Μηχανισμός δράσης
Η παρικαλσιτόλη είναι μια συνθετική, βιολογικά ενεργή βιταμίνη D, ανάλογο της καλσιτριόλης με υποκαταστάσεις στην παράπλευρη αλυσίδα (D2) και στον Α (19-nor) δακτύλιο. Σε αντίθεση με την καλσιτριόλη, η παρικαλσιτόλη είναι ένας εκλεκτικός ενεργοποιητής του υποδοχέα της βιταμίνης D (VDR). Η παρικαλσιτόλη ενεργοποιεί εκλεκτικά τους VDR στους παραθυρεοειδείς αδένες χωρίς την αύξηση των VDR στο έντερο και είναι λιγότερο ενεργή στην οστική απορρόφηση. Η παρικαλσιτόλη επίσης ενεργοποιεί τον υποδοχέα ασβεστίου στους παραθυρεοειδείς αδένες. Ως αποτέλεσμα, η παρικαλσιτόλη μειώνει τα επίπεδα της παραθυρεοειδικής ορμόνης (PTH) αναστέλλοντας τον πολλαπλασιασμό των παραθυρεοειδικών κυττάρων και μειώνοντας τη σύνθεση και την έκκριση της PTH, επιδρώντας ελάχιστα στα επίπεδα του ασβεστίου και του φωσφόρου και μπορεί να δρα κατευθείαν στα κύτταρα των οστών ώστε να διατηρήσει τον όγκο των οστών και να αυξήσει τις επιφάνειες επιμετάλλωσης. Η διόρθωση των μη φυσιολογικών επίπεδων PTH, με την ομαλοποίηση της ομοιόστασης του ασβεστίου και του φωσφόρου, είναι πιθανό να εμποδίσει ή να θεραπεύσει τη μεταβολική οστική νόσο που σχετίζεται με τη χρόνια νεφρική νόσο.
Κλινική Αποτελεσματικότητα
Χρόνια Νεφρική Νόσος, Στάδια 3-4
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας τουλάχιστον δύο συνεχών μειώσεων ≥ 30% από τα αρχικά επίπεδα της iPTH επιτεύχθηκε στο 91% των ασθενών υπό θεραπεία με καψάκια παρικαλσιτόλης και στο 13% των ασθενών υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο (p<0,001). Η οστική αλκαλική φωσφατάση του ορού όπως και η οστεοκαλσίνη ορού, μειώθηκαν σημαντικά (p<0,001) σε ασθενείς υπό θεραπεία με καψάκια παρικαλσιτόλης συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, γεγονός το οποίο σχετίζεται με διόρθωση στον υψηλό οστικό μεταβολισμό λόγω του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού. Δεν παρατηρήθηκε καμία επιδείνωση στις παραμέτρους της νεφρικής λειτουργίας του εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης (μέσω του τύπου MDRD) και στην κρεατινίνη του ορού σε ασθενείς υπό θεραπεία με καψάκια παρικαλσιτόλης συγκριτικά με τους ασθενείς υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Σημαντικά περισσότεροι ασθενείς υπό θεραπεία με καψάκια παρικαλσιτόλης εμφάνισαν μείωση στην πρωτεΐνη ούρων, συγκριτικά με τους ασθενείς υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο, όπως αυτή μετρήθηκε με ημιποσοτική μέθοδο.
Χρόνια νεφρική νόσος, Στάδιο 5
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας τουλάχιστον δύο συνεχών μειώσεων ≥ 30% από τα αρχικά επίπεδα της iPTH επιτεύχθηκε στο 88% των ασθενών υπό θεραπεία με καψάκια παρικαλσιτόλης και στο 13% των ασθενών υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο (p<0,001).
Παιδιατρικά κλινικά στοιχεία με ενέσιμο διάλυμα παρικαλσιτόλης (IV)
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ενδοφλέβιας παρικαλσιτόλης εξετάστηκαν σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διάρκειας 12 εβδομάδων μελέτη 29 παιδιατρικών ασθενών, ηλικίας 5-19 ετών, με τελικό στάδιο νεφρικής νόσου υπό αιμοκάθαρση. Οι έξι νεότεροι ασθενείς υπό θεραπεία με ενδοφλέβια παρικαλσιτόλη στη μελέτη ήταν 5-12 ετών. Η αρχική δόση της ενδοφλέβιας παρικαλσιτόλης ήταν 0,04 mcg/kg 3 φορές την εβδομάδα, βάσει αρχικού επιπέδου iPTH μικρότερου από 500 pg/ml ή 0,08 mcg/kg 3 φορές την εβδομάδα βάσει αρχικού επιπέδου iPTH ≥ 500 pg/ml, αντιστοίχως. Η δόση της ενδοφλέβιας παρικαλσιτόλης ρυθμίστηκε σε αυξήσεις των 0,04 mcg/kg βάσει των επιπέδων της iPTH στον ορό, του ασβεστίου, και του γινομένου Ca x P. To 67% των ασθενών υπό θεραπεία με ενδοφλέβια παρικαλσιτόλης και το 14% των ασθενών υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Το 60% των ατόμων στην ομάδα της ενδοφλέβιας παρικαλσιτόλης σημείωσαν 2 επακόλουθες μειώσεις από τα αρχικά επίπεδα iPTH της τάξεως του 30%, συγκρινόμενο με το 21% των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Το 71% των ασθενών υπό θεραπεία με εικονικό φάρμακο διέκοψαν τη θεραπεία λόγω υπερβολικών αυξήσεων στα επίπεδα iPTH. Δεν υπήρξαν άτομα είτε από την ομάδα της ενδοφλέβιας παρικαλσιτόλης ή από την ομάδα του εικονικού φαρμάκου οι οποίοι να ανέπτυξαν υπερασβεστιαμία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς κάτω των 5 ετών.
Απορρόφηση
Η παρικαλσιτόλη απορροφάται καλώς. Σε υγιή άτομα, μετά την από του στόματος χορήγηση της παρικαλσιτόλης στα 0,24 μικρογραμμάρια/kg, η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν περίπου 72%· η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) ήταν 0,630 ng/ml (1.512 pmol/ml) σε 3 ώρες και η περιοχή κάτω από την καμπύλη χρόνου – συγκέντρωσης (AUC0-∞) ήταν 5,25 ng•h/mL (12,60 pmol•h/mL). Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της παρικαλσιτόλης κατά την αιμοκάθαρση (HD) και κατά την περιτοναϊκή διύλυση (PD) ήταν 79% και 86% αντίστοιχα, με το ανώτερο όριο του 95% διαστήματος εμπιστοσύνης 93% και 112%, αντίστοιχα. Μια μελέτη αλληλεπίδρασης με τροφή σε υγιή άτομα επέδειξε ότι η Cmax και η AUC0-∞ παρέμειναν αμετάβλητες όταν χορηγήθηκε παρικαλσιτόλη με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά συγκριτικά με συνθήκες νηστείας. Επομένως τα καψάκια της παρικαλσιτόλης μπορούν να λαμβάνονται ανεξαρτήτως τροφής.
Οι Cmax και AUC0-∞ της παρικαλσιτόλης αυξήθηκαν αναλογικά εντός του εύρους δόσης των 0,06 έως 0,48 μικρογραμμαρίων/kg σε υγιή άτομα. Μετά από πολλαπλή δοσολογία, είτε ημερησίως ή τρεις φορές την εβδομάδα σε υγιή άτομα, η έκθεση σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτεύχθηκε εντός επτά ημερών.
Κατανομή
Η παρικαλσιτόλη δεσμεύεται ισχυρά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (>99%). Η αναλογία της συγκέντρωσης παρικαλσιτόλης στο αίμα προς τη συγκέντρωση παρικαλσιτόλης στο πλάσμα υπολογίστηκε κατά μέσο όρο σε 0,54 εντός του εύρους συγκέντρωσης των 0,01 έως 10 ng/ml (0,024 έως 24 pmol/ml) υποδεικνύοντας ότι πολύ μικρή ποσότητα φαρμάκου συνδέεται με τα ερυθροκύτταρα. Ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής μετά από χορήγηση παρικαλσιτόλης σε δόση 0,24 μικρογραμμαρίων/kg σε υγιή άτομα ήταν 34 λίτρα.
Μεταβολισμός και Απέκκριση
Μετά την από του στόματος χορήγηση δόσης 0,48 μικρογραμμαρίων/kg 3H-παρικαλσιτόλης, το μητρικό φάρμακο μεταβολίστηκε εκτενώς, με μόνο περίπου το 2% της δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα κόπρανα, ενώ δεν εντοπίστηκε καθόλου μητρικό φάρμακο στα ούρα. Περίπου το 70% της ραδιενέργειας απομακρύνθηκε από τα κόπρανα και το 18% ανακτήθηκε στα ούρα. Η μεγαλύτερη ποσότητα της συστημικής έκθεσης ήταν από το μητρικό φάρμακο. Δύο ήσσονος σημασίας μεταβολίτες, σχετιζόμενοι με την παρικαλσιτόλη, ανιχνεύτηκαν στο ανθρώπινο πλάσμα. Ένας μεταβολίτης ανιχνεύτηκε ως 24(R)-υδρόξυ παρικαλσιτόλη, ενώ ο άλλος μεταβολίτης δεν ανιχνεύτηκε. Ο 24(R)-υδροξυ παρικαλσιτόλη μεταβολίτης είναι λιγότερο δραστικός από την παρικαλσιτόλη σε in vivo μοντέλα καταστολής της PTH σε αρουραίους.
In vitro στοιχεία υποδεικνύουν ότι η παρικαλσιτόλη μεταβολίζεται από πολλαπλά ηπατικά και μη ηπατικά ένζυμα, συμπεριλαμβανομένου του μιτοχονδριακού CYP24, όπως και των CYP3A4 και UGT1A4. Οι μεταβολίτες που ανιχνεύτηκαν περιλαμβάνουν το προϊόν της 24(R)-υδροξυλίωσης, όπως και της 24,26- και 24, 28- διυδροξυλίωσης και της απευθείας γλυκορουνιδίωσης.
Απομάκρυνση
Σε υγιή άτομα, η μέση ημίσεια ζωής απομάκρυνσης της παρικαλσιτόλης είναι πέντε έως επτά ώρες εντός του μελετηθέντος δοσολογικού εύρους των 0,06 έως 0,48 μικρογραμμαρίων/kg. Ο βαθμός συσσώρευσης ήταν σε συμφωνία με την ημίσεια ζωής και τη συχνότητα της δοσολογίας. Η διαδικασία αιμοκάθαρσης δεν είχε πρακτικά καμία επίδραση στην απομάκρυνση της παρικαλσιτόλης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Η φαρμακοκινητική της παρικαλσιτόλης δεν έχει διερευνηθεί σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Η φαρμακοκινητική της παρικαλσιτόλης δεν έχει διερευνηθεί σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Φύλο
Η φαρμακοκινητική της παρικαλσιτόλης μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσεων εντός εύρους δόσης των 0,06 έως 0,48 μικρογραμμαρίων/kg ήταν ανεξάρτητη του φύλου.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε μελέτη η οποία πραγματοποιήθηκε με παρικαλσιτόλη χορηγούμενη ενδοφλεβίως, η διάθεση της παρικαλσιτόλης (0,24 μικρογραμμάρια/kg) συγκρίθηκε σε ασθενείς με ήπια (n = 5) και μέτρια (n = 5) ηπατική δυσλειτουργία (σύμφωνα με τη μέθοδο Child-Pugh) και σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (n = 10). Η φαρμακοκινητική της αδέσμευτης παρικαλσιτόλης ήταν παρόμοια σε όλο το εύρος της ηπατικής λειτουργίας που αξιολογήθηκε σε αυτή τη μελέτη. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η επίδραση σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της παρικαλσιτόλης δεν έχει αξιολογηθεί.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της παρικαλσιτόλης μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης, χαρακτηρίστηκε σε ασθενείς με XNΝ Σταδίου 3 ή μέτρια νεφρική διαταραχή (n = 15, GFR = 36,9 έως 59,1 ml/min/1,73 m2), ΧΝΝ Σταδίου 4 ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (n = 14, GFR = 13,1 έως 29,4 ml/min/1,73 m2) και ΧΝΝ 5 ή τελικό στάδιο νεφρικής νόσου [n = 14 σε αιμοκάθαρση (HD) και n = 8 σε περιτοναϊκή διάλυση (PD)]. Παρόμοια με την ενδογενή 1,25(OH) 2 D3, η φαρμακοκινητική της παρικαλσιτόλης μετά την από του στόματος χορήγηση επηρεάστηκε σημαντικά από τη νεφρική δυσλειτουργία, όπως φαίνεται στον Πίνακα 5. Συγκριτικά με αποτελέσματα σε υγιή άτομα, οι ασθενείς με Χρόνια Νεφρική Νόσο Σταδίου 3, 4 και 5 επέδειξαν μειωμένη CL/F και αυξημένη ημίσεια ζωή.
Πίνακας 5. Σύγκριση των Μέσων ± SD Φαρμακοκινητικών Παραμέτρων σε Διαφορετικά Στάδια Νεφρικής ΔυσλειτουργίαςέναντιΥγιών Ατόμων
| Φαρμακοκινητική παράμετρος | Υγιή άτομα | ΧΝΝ Σταδίου 3 | ΧΝΝ Σταδίου 4 | ΧΝΝ Σταδίου 5 | |
| HD | PD | ||||
| n | 25 | 15 | 14 | 14 | 8 |
| Δόση (μικρογραμμάρια/kg) | 0,240 | 0,047 | 0,036 | 0,240 | 0,240 |
| CL/F (L/h) | 3,6 ± 1,0 | 1,8 ± 0,5 | 1,5 ± 0,4 | 1,8 ± 0,8 | 1,8 ± 0,8 |
| t½(h) | 5,9 ± 2,8 | 16,8 ± 2,6 | 19,7 ± 7,2 | 13,9 ± 5,1 | 17,7 ± 9,6 |
| fu* (%) | 0,06 ± 0,01 | 0,06 ± 0,01 | 0,07 ± 0,02 | 0,09 ± 0,04 | 0,13 ± 0,08 |
| * Μετρήθηκε σε 15 nM συγκέντρωση παρικαλσιτόλης | |||||
Μετά την από του στόματος χορήγηση καψακίων παρικαλσιτόλης, το φαρμακοκινητικό προφίλ της παρικαλσιτόλης για τη χρόνια νεφρική νόσο, Σταδίου 3 έως 5 ήταν συγκρίσιμο. Επομένως, δεν απαιτούνται ειδικές προσαρμογές της δοσολογίας άλλες από αυτές που συνιστώνται (βλ. παράγραφο 4.2).
Φαρμακευτικές πληροφορίες - REXTOL 4MCG/CAP
Περιεχόμενα καψακίου:
Άνυδρος αιθανόλη
Βουτυλυδροξυτολουένιο
Τριγλυκερίδια μέσης αλυσίδας
Κέλυφος καψακίου:
Ζελατίνη
Άνυδρος γλυκερόλη
Διοξείδιο του τιτανίου
Για καψάκια 1 mcg: Σιδήρου οξείδιο μέλαν
Για καψάκια 2 mcg: Σιδήρου οξείδιο, κίτρινο & Σιδήρου οξείδιο, ερυθρό
Για καψάκια 4 mcg: Σιδήρου οξείδιο, κίτρινο
Δεν απαιτούνται ειδικές συνθήκες φύλαξης για αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Κυψέλη με επίστρωση PVC/PE/PVDC και αλουμινίου [AquaBa160 / Alu] .
Κάθε καρτέλα περιέχει 7, 28 ή 30 καψάκια.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.