FABHALTA CAPS 200MG/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - FABHALTA 200MG/CAP
Παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία
Το FABHALTA ενδείκνυται ως μονοθεραπεία στη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία (ΠΝΑ) οι οποίοι παρουσιάζουν αιµολυτική αναιµία.
C3 σπειραματοπάθεια
Το FABHALTA ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με C3 σπειραματοπάθεια (C3G) σε συνδυασμό με έναν αναστολέα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης (RAS), ή σε ασθενείς που έχουν δυσανεξία στους αναστολείς RAS, ή για τους οποίους οι αναστολείς RAS αντενδείκνυνται (βλ. παράγραφο 5.1).
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 200 mg λαμβανόμενα από στόματος δύο φορές ημερησίως.
Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να συμβουλεύουν τους ασθενείς για τη σημασία της τήρησης του δοσολογικού σχήματος. Σε ασθενείς με ΠΝΑ, η τήρηση είναι σημαντική για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου αιμόλυσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Εάν παραλειφθούν μία ή περισσότερες δόσεις, θα πρέπει να δίνονται οδηγίες στον ασθενή να λάβει μία δόση το συντομότερο δυνατόν (ακόμα και εάν είναι λίγο πριν από την επόμενη προγραμματισμένη δόση) και έπειτα να συνεχίσει με το τακτικό δοσολογικό σχήμα. Οι ασθενείς με
ΠΝΑ που έχουν παραλείψει πολλές διαδοχικές δόσεις θα πρέπει να παρακολουθούνται για πιθανά σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης.
Η ΠΝΑ είναι μια ασθένεια, η οποία απαιτεί χρόνια θεραπεία. Η διακοπή αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος δεν συνιστάται εκτός εάν αυτό ενδείκνυται κλινικά (βλ. παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με ΠΝΑ που μεταβαίνουν από αντί-C5 θεραπεία (εκουλιζουμάμπη, ραβουλιζουμάμπη) ή άλλες θεραπείες για την ΠΝΑ σε ιπτακοπάνη
Για να ελαττωθεί ο πιθανός κίνδυνος αιμόλυσης με την απότομη διακοπή της θεραπείας:
-
Για ασθενείς, οι οποίοι μεταβαίνουν από εκουλιζουμάμπη, η λήψη της ιπτακοπάνης θα πρέπει να ξεκινήσει το αργότερο 1 εβδομάδα μετά την τελευταία δόση της εκουλιζουμάμπης.
-
Για ασθενείς, οι οποίοι μεταβαίνουν από ραβουλιζουμάμπη, η λήψη της ιπτακοπάνης θα πρέπει να ξεκινήσει το αργότερο 6 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση της ραβουλιζουμάμπης.
Δεν έχει μελετηθεί η μετάβαση από αναστολείς του συμπληρώματος εκτός της εκουλιζουμάμπης και της ραβουλιζουμάμπης.
Ασθενείς με C3G μετά από μεταμόσχευση νεφρού (υποτροπιάζουσα C3G)
Η διάγνωση της υποτροπιάζουσας C3G θα πρέπει να γίνεται με βάση την ιστολογική εναπόθεση C3 στα σπειράματα του μεταμοσχευμένου νεφρού. Η εναπόθεση C3 μπορεί να ανιχνευθεί σε μια βιοψία ρουτίνας μετά τη μεταμόσχευση. Εναλλακτικά, θα πρέπει να γίνει βιοψία όταν τα κλινικά σημεία υποδεικνύουν υποτροπιάζουσα C3G. Όπως έγινε στη μελέτη X2202 (βλ. παράγραφο 5.1), η θεραπεία με ιπτακοπάνη μπορεί να ξεκινήσει πριν από την εμφάνιση κλινικών συμπτωμάτων όπως η μείωση του εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης (eGFR) ή η αύξηση του λόγου πρωτεΐνης ούρων προς κρεατινίνη (UPCR). Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη χρήση της ιπτακοπάνης σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα C3G μετά από μεταμόσχευση σε κλινικές μελέτες (βλ. παράγραφο 5.1).
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (βλ. παράγραφο 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια (eGFR μεταξύ 60 και <90 ml/min) ή μέτρια (eGFR μεταξύ 30 και <60 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν προς το παρόν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή υπό αιμοκάθαρση και δεν μπορούν να δοθούν συστάσεις για τη δόση (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η χρήση της ιπτακοπάνης δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh). Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια
(κατηγορία Α κατά Child-Pugh) ή μέτρια (κατηγορία Β κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ιπτακοπάνης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Για από στόματος χρήση.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή (βλ. παράγραφο 5.2).
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Ασθενείς, οι οποίοι δεν είναι επί του παρόντος εμβολιασμένοι έναντι των Neisseria meningitidis και Streptococcus pneumoniae, εκτός εάν ο κίνδυνος καθυστέρησης της θεραπείας υπερτερεί του κινδύνου ανάπτυξης λοίμωξης από τα συγκεκριμένα ενθυλακωμένα βακτήρια (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Ασθενείς με ανεπίλυτη λοίμωξη που προκαλείται από ενθυλακωμένα βακτήρια, συμπεριλαμβανομένων των Neisseria meningitidis, Streptococcus pneumoniae ή Haemophilus influenzae τύπου B, κατά την έναρξη της θεραπείας.
Σοβαρές λοιμώξεις που προκαλούνται από ενθυλακωμένα βακτήρια
Η χρήση αναστολέων του συμπληρώματος, όπως είναι η ιπτακοπάνη, μπορεί να δημιουργήσει στα άτομα την προδιάθεση για σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες λοιμώξεις που προκαλούνται από ενθυλακωμένα βακτήρια. Προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος λοίμωξης, όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να εμβολιάζονται έναντι ενθυλακωμένων βακτηρίων, συμπεριλαμβανομένων των Neisseria meningitidis και Streptococcus pneumoniae. Συνιστάται ο εμβολιασμός των ασθενών έναντι του Haemophilus influenzae τύπου Β εάν το εμβόλιο είναι διαθέσιμο. Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να ανατρέχουν στις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες για τον εμβολιασμό.
Τα εμβόλια θα πρέπει να χορηγούνται τουλάχιστον 2 εβδομάδες πριν από τη χορήγηση της πρώτης δόσης της ιπτακοπάνης. Εάν η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει πριν από τον εμβολιασμό, οι ασθενείς θα πρέπει να εμβολιάζονται το συντομότερο δυνατό και να τους παρέχεται αντιβακτηριακή προφύλαξη για έως και 2 εβδομάδες μετά τη χορήγηση των εμβολίων.
Εάν είναι απαραίτητο, οι ασθενείς μπορεί να επανεμβολιαστούν σύμφωνα με τις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες για τον εμβολιασμό.
Ο εμβολιασμός μειώνει, αλλά δεν εξαλείφει, τον κίνδυνο σοβαρής λοίμωξης. Η σοβαρή λοίμωξη μπορεί να γίνει γρήγορα απειλητική για τη ζωή ή θανατηφόρος, εάν δεν εντοπιστεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται και να παρακολουθούνται για πρώιμα σημεία και συμπτώματα σοβαρής λοίμωξης. Θα πρέπει να εκτιμάται αμέσως η κατάσταση των ασθενών και να τους χορηγείται θεραπεία εάν υπάρχει υποψία λοίμωξης. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας σοβαρής λοίμωξης, η χρήση της ιπτακοπάνης μπορεί να εξεταστεί μετά από αξιολόγηση των κινδύνων και των οφελών (βλ. παράγραφο 4.8).
Εργαστηριακή παρακολούθηση της ΠΝΑ
Ασθενείς με ΠΝΑ που λαμβάνουν ιπτακοπάνη θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης, συμπεριλαμβανομένης της μέτρησης των επιπέδων γαλακτικής αφυδρογονάσης (LDH).
Παρακολούθηση των εκδηλώσεων ΠΝΑ μετά τη διακοπή της θεραπείας
Εάν πρέπει να διακοπεί η θεραπεία, οι ασθενείς με ΠΝΑ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση. Αυτά τα σημεία και συμπτώματα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αυξημένα επίπεδα LDH μαζί με αιφνίδια μείωση της αιμοσφαιρίνης ή του μεγέθους του κλώνου της ΠΝΑ, κόπωση, αιμοσφαιρινουρία, κοιλιακό άλγος, δύσπνοια, δυσφαγία, στυτική δυσλειτουργία ή μείζονα ανεπιθύμητα αγγειακά συμβάντα (MAVEs), συμπεριλαμβανομένης της φλεβικής ή αρτηριακής θρόμβωσης. Εάν είναι απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας.
Εάν εκδηλωθεί αιμόλυση μετά από τη διακοπή της ιπτακοπάνης, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας.
Συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η ταυτόχρονη χρήση ιπτακοπάνης με ισχυρούς επαγωγείς των CYP2C8, UGT1A1, PgP, BCRP και OATP1B1/3 δεν έχει μελετηθεί κλινικά. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται λόγω της πιθανότητας μειωμένης αποτελεσματικότητας της ιπτακοπάνης (βλ. παράγραφο 4.5). Εάν δεν μπορεί να εντοπιστεί εναλλακτικό συγχορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν, οι ασθενείς με ΠΝΑ θα πρέπει να παρακολουθούνται για πιθανά σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης.
Θεραπεία ασθενών με C3G
Οι ασθενείς με C3G που έλαβαν θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να εμφανίσουν μέτρια μείωση της πρωτεϊνουρίας με ιπτακοπάνη, η οποία πιθανώς συνδέεται με μια πιο ανθεκτική στη θεραπεία φύση της C3G σε αυτούς τους ασθενείς.
Δεν υπάρχει εμπειρία με τη χρήση της ιπτακοπάνης σε ασθενείς με C3G με αυτόχθονα νεφρό που έχουν πρωτεϊνουρία κάτω από 1 g/g κατά την έναρξη της θεραπείας.
Εκπαιδευτικό υλικό
Όλοι οι ιατροί, οι οποίοι προτίθενται να συνταγογραφήσουν το FABHALTA πρέπει να βεβαιωθούν ότι έχουν λάβει και είναι εξοικειωμένοι με τα εκπαιδευτικά υλικά για τον ιατρό. Οι ιατροί πρέπει να εξηγούν και να συζητούν τα οφέλη και τους κινδύνους της θεραπείας με FABHALTA με τον ασθενή και να του παρέχουν το πακέτο πληροφοριών για τον ασθενή. Ο ασθενής θα πρέπει να λάβει οδηγίες να αναζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα εάν εκδηλώσει οποιοδήποτε σημείο ή σύμπτωμα σοβαρής λοίμωξης ή σοβαρής αιμόλυσης (ασθενείς με ΠΝΑ) μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στην ιπτακοπάνη
Ισχυροί επαγωγείς των CYP2C8, UGT1A1, PgP, BCRP και OATP1B1/3
Αν και η ταυτόχρονη χορήγηση ιπτακοπάνης με ισχυρούς επαγωγείς των CYP2C8, UGT1A1, PgP, BCRP και OATP1B1/3, όπως η ριφαμπικίνη, δεν έχει μελετηθεί κλινικά, ταυτόχρονη χρήση με ιπτακοπάνη δεν συνιστάται λόγω της πιθανότητας μειωμένης αποτελεσματικότητας της ιπτακοπάνης (βλ. παράγραφο 4.4).
Επιδράσεις της ιπτακοπάνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Υποστρώματα CYP3A4
Δεδομένα in vitro έδειξαν ότι η ιπτακοπάνη έχει δυνατότητα επαγωγής του CYP3A4 και μπορεί να μειώσει την έκθεση σε ευαίσθητα υποστρώματα του CYP3A4. Η ταυτόχρονη χρήση ιπτακοπάνης και ευαίσθητων υποστρωμάτων του CYP3A4 δεν έχει μελετηθεί κλινικά. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή εάν απαιτείται συγχορήγηση ιπτακοπάνης με ευαίσθητα υποστρώματα του CYP3A4, ειδικά για εκείνα με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. καρβαμαζεπίνη, κυκλοσπορίνη, εργοταμίνη, φαιντανύλη, πιμοζίδη, κινιδίνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους).
Υποστρώματα CYP2C8
Δεδομένα in vitro έδειξαν ότι η ιπτακοπάνη έχει δυνατότητα για χρονοεξαρτώμενη αναστολή του CYP2C8 και μπορεί να αυξήσει την έκθεση σε ευαίσθητα υποστρώματα του CYP2C8, όπως η ρεπαγλινίδη, η ντασαβουβίρη ή η πακλιταξέλη. Η ταυτόχρονη χρήση ιπτακοπάνης και ευαίσθητων υποστρωμάτων του CYP2C8 δεν έχει μελετηθεί κλινικά. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή εάν απαιτείται συγχορήγηση ιπτακοπάνης με ευαίσθητα υποστρώματα του CYP2C8.
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της ιπτακοπάνης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε εκθέσεις μεταξύ 2 και 8 φορές της ανθρώπινης έκθεσης στη μέγιστη συνιστώμενη δόση για τον άνθρωπο (MRHD) (βλ. παράγραφο 5.3).
Η ΠΝΑ στην κύηση σχετίζεται με ανεπιθύμητα συμβάντα στη μητέρα, συμπεριλαμβανομένων των επιδεινούμενων κυτταροπενιών, των θρομβωτικών επεισοδίων, των λοιμώξεων, της αιμορραγίας, των αποβολών και της αυξημένης θνησιμότητας της μητέρας, καθώς και με ανεπιθύμητα συμβάντα στο έμβρυο, συμπεριλαμβανομένων του εμβρυϊκού θανάτου και του πρόωρου τοκετού.
Η C3G κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να σχετίζεται με δυσμενή αποτελέσματα για τη μητέρα, ιδιαίτερα με προεκλαμψία και αποβολή, καθώς και με δυσμενή αποτελέσματα για το έμβρυο, όπως προωρότητα και χαμηλό βάρος γέννησης.
Η χρήση της ιπτακοπάνης σε έγκυες γυναίκες ή σε γυναίκες που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες μπορεί να εξεταστεί μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση του κινδύνου και των οφελών, εάν είναι απαραίτητο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η ιπτακοπάνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της ιπτακοπάνης στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη ή στην παραγωγή γάλακτος.
Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με το FABHALTA, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της ιπτακοπάνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Τα διαθέσιμα μη κλινικά δεδομένα δεν υποδεικνύουν επίδραση της θεραπείας με ιπτακοπάνη στην γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Το FABHALTA δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ενήλικες ασθενείς με ΠΝΑ ήταν η λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού (18,9%), η κεφαλαλγία (18,3%) και η διάρροια (11,0%). Η συχνότερα αναφερόμενη σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος (1,2%).
Η συχνότερα αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια σε ενήλικες ασθενείς με C3G ήταν η λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού (12,9%). Η συχνότερα αναφερόμενη σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η πνευμονιοκοκκική λοίμωξη (1%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Στον Πίνακα 1 παρουσιάζονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες με ιπτακοπάνη σε ασθενείς με ΠΝΑ και C3G. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος (SOC) κατά MedDRA και ανά συχνότητα εμφάνισης, με τη χρήση της ακόλουθης σύμβασης: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως
<1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) ή πολύ σπάνιες (<1/10.000).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες
| Κατηγορία οργανικού συστήματος Ανεπιθύμητη ενέργεια | Κατηγορία συχνότητας | |
| ΠΝΑ | C3G | |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | ||
| Λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού1 | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές |
| Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος2 | Συχνές | |
| Βρογχίτιδα3 | Συχνές | |
| Πνευμονιοκοκκική λοίμωξη4 | Συχνές | |
| Πνευμονία βακτηριακή | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | ||
| Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων | Συχνές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | ||
| Κεφαλαλγία5 | Πολύ συχνές | |
| Ζάλη | Συχνές | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | ||
| Διάρροια | Πολύ συχνές | |
| Κοιλιακό άλγος6 | Συχνές | |
| Ναυτία | Συχνές | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | ||
| Κνίδωση | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του μυoσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | ||
| Αρθραλγία | Συχνές | |
| 1 Η λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού περιλαμβάνει τους προτιμώμενους όρους γρίππη, ρινοφαρυγγίτιδα, φαρυγγίτιδα, ρινίτιδα, παραρρινοκολπίτιδα, λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού και ιογενή λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού.2 Η λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος περιλαμβάνει τους προτιμώμενους όρους ουρολοίμωξη και κυστίτιδα escherichia.3 Η βρογχίτιδα περιλαμβάνει τους προτιμώμενους όρους βρογχίτιδα, βρογχίτιδα από αιμόφιλο και βρογχίτιδα βακτηριακή.4 Πνευμονιοκοκκική λοίμωξη περιλαμβάνει τους προτιμώμενους όρους πνευμονιοκοκκική πνευμονία και πνευμονιοκοκκική σήψη.5 Η κεφαλαλγία περιλαμβάνει τους προτιμώμενους όρους κεφαλαλγία και δυσφορία στο κεφάλι.6 Το κοιλιακό άλγος περιλαμβάνει τους προτιμώμενους όρους κοιλιακό άλγος, άλγος άνω κοιλιακής χώρας, κοιλιακή ευαισθησία και κοιλιακή δυσφορία. | ||
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Λοιμώξεις
Σε κλινικές μελέτες ΠΝΑ, 1/164 (0,6%) ασθενής με ΠΝΑ ανέφερε σοβαρή βακτηριακή πνευμονία ενώ λάμβανε θεραπεία με ιπτακοπάνη. Ο ασθενής είχε εμβολιαστεί έναντι των Neisseria meningitidis, Streptococcus pneumoniae και Haemophilus influenzae τύπου B, και ανάρρωσε ακολουθώντας θεραπεία με αντιβιοτικά ενώ συνέχιζε τη θεραπεία με ιπτακοπάνη.
Στις ολοκληρωμένες κλινικές μελέτες C3G, 1 ασθενής με C3G ανέφερε σοβαρή πνευμονιοκοκκική λοίμωξη με πνευμονία και σήψη ενώ λάμβανε θεραπεία με ιπτακοπάνη. Ο ασθενής είχε εμβολιαστεί
έναντι των Neisseria meningitidis, Streptococcus pneumoniae και Haemophilus influenzae τύπου B, και ανάρρωσε ακολουθώντας θεραπεία με αντιβιοτικά. Η θεραπεία με ιπτακοπάνη διακόπηκε και άρχισε ξανά μετά την ανάρρωση.
Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων σε ασθενείς με ΠΝΑ
Συμβάντα μείωσης του αριθμού αιμοπεταλίων αναφέρθηκαν σε 12/164 (7%) ασθενείς με ΠΝΑ. Από αυτούς, 5 ασθενείς εκδήλωσαν συμβάντα ήπιας βαρύτητας, 5 εκδήλωσαν συμβάντα μέτριας βαρύτητας και 2 εκδήλωσαν σοβαρά συμβάντα. Οι ασθενείς με σοβαρά συμβάντα είχαν ταυτόχρονα αντιαιμοπεταλιακά αντισώματα ή ιδιοπαθή μυελική απλασία με προϋπάρχουσα θρομβοπενία. Τα συμβάντα άρχισαν εντός των πρώτων 2 μηνών θεραπείας με ιπτακοπάνη σε 7/12 ασθενείς και έπειτα από έκθεση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (111 έως 951 ημέρες) σε 5/12 ασθενείς. Την ημερομηνία αποκοπής των δεδομένων, 7 (58%) ασθενείς είχαν αναρρώσει ή τα συμβάντα υποχωρούσαν και η θεραπεία με ιπτακοπάνη συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια σε όλους τους ασθενείς.
Αύξηση της χοληστερόλης στο αίμα και της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με ΠΝΑ
Σε ασθενείς, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως στο πλαίσιο κλινικών μελετών για την ΠΝΑ, παρατηρήθηκαν μέσες αυξήσεις από την αρχική τιμή κατά περίπου 0,7 mmol/l περίπου τον μήνα 6 στην ολική χοληστερόλη και στην LDL χοληστερόλη. Οι μέσες τιμές παρέμειναν εντός των φυσιολογικών ορίων. Παρατηρήθηκαν αυξήσεις στην αρτηριακή πίεση, ιδιαίτερα στη διαστολική αρτηριακή πίεση (ΔΑΠ) (μέση αύξηση 4,7 mmHg τον μήνα 6). Η μέση ΔΑΠ δεν υπερέβη τα 80 mmHg. Οι αυξήσεις στην ολική χοληστερόλη, στην LDL-χοληστερόλη (LDL-C) και στη ΔΑΠ συσχετίστηκαν με τις αυξήσεις στην αιμοσφαιρίνη (βελτίωση της αναιμίας) σε ασθενείς με ΠΝΑ (βλ. παράγραφο 5.1).
Στην κλινική μελέτη για την C3G, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη συνολική χοληστερόλη, την LDL-χοληστερόλη ή την αρτηριακή πίεση σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Μείωση του καρδιακού ρυθμού σε ασθενείς με ΠΝΑ
Σε κλινικές μελέτες για την ΠΝΑ, παρατηρήθηκε μία μέση μείωση του καρδιακού ρυθμού κατά περίπου 5 bpm τον μήνα 6 (μέσος όρος 68 bpm) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών, μερικοί ασθενείς πήραν έως και 800 mg ιπτακοπάνη ημερησίως το οποίο ήταν καλά ανεκτό. Σε υγιείς εθελοντές, η υψηλότερη δόση ήταν 1.200 mg χορηγούμενα ως εφάπαξ δόση και ήταν καλά ανεκτή.
Σε περίπτωση υποψίας υπερδοσολογίας θα πρέπει να ξεκινήσουν γενικά υποστηρικτικά μέτρα και συμπτωματική αγωγή.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - FABHALTA 200MG/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, αναστολείς συμπληρώματος, κωδικός, ATC: L04AJ08
Μηχανισμός δράσης
Η ιπτακοπάνη είναι ένας αναστολέας του εγγύς συμπληρώματος που στοχεύει στον Παράγοντα Β (FB) με σκοπό την εκλεκτική αναστολή του εναλλακτικού μονοπατιού. Στην ΠΝΑ, η αναστολή του FB στο εναλλακτικό μονοπάτι του καταρράκτη του συμπληρώματος εμποδίζει την ενεργοποίηση της C3 κονβερτάσης και τον επακόλουθο σχηματισμό της C5 κονβερτάσης για τον έλεγχο τόσο της μεσολαβούμενης από το C3 εξωαγγειακής αιμόλυσης (EVH) όσο και της μεσολαβούμενης από το τελικό συμπλήρωμα ενδαγγειακής αιμόλυσης (IVH).
Στην C3G, η υπερενεργοποίηση της εναλλακτικής οδού του συμπληρώματος οδηγεί σε εναπόθεση του C3 μέσα στα σπειράματα, προκαλώντας φλεγμονή, σπειραματική βλάβη και ίνωση των νεφρών. Η ιπτακοπάνη αναστέλλει επιλεκτικά την υπερενεργοποίηση της εναλλακτικής οδού, αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της C3 κονβερτάσης που σχετίζεται με την εναλλακτική οδό, οδηγώντας σε μειωμένη διάσπαση του C3 και μειωμένη εναπόθεση του C3 στους νεφρούς.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η έναρξη της αναστολής του εναλλακτικού μονοπατιού του συμπληρώματος, που μετρήθηκε με τη χρήση μίας ex vivo ανάλυσης του εναλλακτικού μονοπατιού, των επιπέδων του Bb (του τμήματος b του Παράγοντα Β) και των επιπέδων του C5b-9 στο πλάσμα, ήταν ≤2 ώρες μετά από μία εφάπαξ δόση της ιπτακοπάνης σε υγιείς εθελοντές.
Παρατηρήθηκε παρόμοια επίδραση της ιπτακοπάνης σε ασθενείς με ΠΝΑ, οι οποίοι είχαν προηγουμένως εκτεθεί σε αντι-C5 παράγοντες και σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία.
Σε ασθενείς με ΠΝΑ που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία, η ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως μείωσε την LDH κατά >60% σε σύγκριση με την αρχική τιμή μετά από 12 εβδομάδες και διατήρησε την επίδραση έως την ολοκλήρωση της μελέτης.
Σε ασθενείς με C3G, το μέσο επίπεδο του C3 στον ορό αυξήθηκε κατά 249% την ημέρα 14 της θεραπείας με ιπτακοπάνη σε σύγκριση με την αρχική τιμή, αντανακλώντας την αναστολή της παθολογικής διάσπασης του C3. Το διαλυτό στο πλάσμα C5b-9 και το διαλυτό στα ούρα C5b-9 μειώθηκαν από την αρχική τιμή κατά 71,8% και 92,1%, αντίστοιχα, στην πρώτη παρατήρηση την ημέρα 30 της θεραπείας με ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως. Το αποτέλεσμα διατηρήθηκε κατά την περίοδο παρατήρησης των 12 μηνών. Μείωση της σπειραματικής εναπόθεσης C3 στους 6 μήνες παρατηρήθηκε επίσης με βάση την αλλαγή της βαθμολογίας εναπόθεσης C3.
Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία
Σε μία κλινική μελέτη του διαστήματος QTc σε υγιείς εθελοντές, εφάπαξ υπερθεραπευτικές δόσεις ιπτακοπάνης έως και 1.200 mg (οι οποίες παρείχαν πάνω από 4 φορές μεγαλύτερη έκθεση σε σχέση με τη δόση των 200 mg δις ημερησίως), δεν κατέδειξαν καμία επίδραση στην καρδιακή επαναπόλωση ή στο διάστημα QT.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ιπτακοπάνης σε ενήλικες ασθενείς με ΠΝΑ αξιολογήθηκαν σε δύο πολυκεντρικές, ανοικτής επισήμανσης, 24 εβδομάδων μελέτες Φάσης III: μία ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη σύγκρισης (APPLY-PNH) και μία μελέτη μονού σκέλους (APPOINT-PNH).
APPLY-PNH: ασθενείς με ΠΝΑ που έχουν λάβει αντι-C5 θεραπεία
Στην μελέτη APPLY-PNH συμμετείχαν ενήλικες ασθενείς με ΠΝΑ (μέγεθος κλώνου ≥10% στα ερυθρά αιμοσφαίρια) με υπολειπόμενη αναιμία (αιμοσφαιρίνη <10 g/dl) παρά την προηγούμενη θεραπεία σταθερού δοσολογικού σχήματος με αντι-C5 θεραπεία (είτε εκουλιζουμάμπη είτε ραβουλιζουμάμπη) για τουλάχιστον 6 μήνες πριν από την τυχαιοποίηση.
Οι ασθενείς (N=97) τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 8:5 είτε για να λάβουν από στόματος ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως (N=62) είτε για να συνεχίσουν την αντι-C5 θεραπεία (εκουλιζουμάμπη N=23 ή ραβουλιζουμάμπη N=12) καθ’ όλη τη διάρκεια της τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης περιόδου (RCP)
24 εβδομάδων. Η τυχαιοποίηση διαστρωματώθηκε με βάση την προηγούμενη αντι-C5 θεραπεία και το ιστορικό μετάγγισης εντός των τελευταίων 6 μηνών.
Τα δημογραφικά στοιχεία και τα αρχικά χαρακτηριστικά της νόσου ήταν γενικώς καλά ισορροπημένα μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Κατά την έναρξη, οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία (τυπική απόκλιση [SD]) 51,7 (16,9) έτη (εύρος 22-84) και 49,8 (16,7) έτη (εύρος 20-82) στις ομάδες ιπτακοπάνης και anti-C5 θεραπείας, αντίστοιχα και 69% των ασθενών ήταν γυναίκες και στις δύο ομάδες. Η μέση (SD) αιμοσφαιρίνη ήταν 8,9 (0,7) g/dl και 8,9 (0,9) g/dl, στην ομάδα ιπτακοπάνης και anti-C5 θεραπείας, αντίστοιχα. Το πενήντα εφτά τοις εκατό (ομάδα ιπτακοπάνης) και το 60% (ομάδα anti-C5 θεραπείας) των ασθενών έλαβαν τουλάχιστον μία μετάγγιση τους 6 μήνες πριν από την τυχαιοποίηση. Μεταξύ αυτών, ο μέσος αριθμός (SD) μεταγγίσεων ήταν 3,1 (2,6) και 4,0 (4,3) στην ομάδα ιπτακοπάνης και anti-C5 θεραπείας, αντίστοιχα. Το μέσο επίπεδο (SD) της LDH ήταν 269,1 (70,1) U/l στην ομάδα ιπτακοπάνης και 272,7 (84,8) U/l στην ομάδα anti-C5 θεραπείας. Ο μέσος (SD) απόλυτος αριθμός δικτυοερυθροκυττάρων ήταν 193,2 (83,6) 109/l στην ομάδα ιπτακοπάνης και 190,6 (80,9) 109/l στην ομάδα αντι-C5 θεραπείας. Το μέσο (SD) συνολικό μέγεθος κλώνου PNH RBC (Τύπος II + III) ήταν 64,6% (27,5%) στην ομάδα ιπτακοπάνης και 57,4% (29,7%) στην ομάδα αντι-C5 θεραπείας.
Κατά τη διάρκεια της RCP, 1 ασθενής στην ομάδα της ιπτακοπάνης διέκοψε τη θεραπεία λόγω εγκυμοσύνης. Κανένας ασθενής στην ομάδα της αντι-C5 θεραπείας δεν διέκοψε τη θεραπεία.
Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε σε δύο πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία για να καταδειχθεί η υπεροχή της ιπτακοπάνης έναντι της αντι-C5 θεραπείας στην επίτευξη αιματολογικής ανταπόκρισης έπειτα από 24 εβδομάδες θεραπείας, χωρίς ανάγκη μετάγγισης, αξιολογώντας την αναλογία των ασθενών που παρουσιάζουν: 1) σταθερή αύξηση ≥2 g/dl των επιπέδων αιμοσφαιρίνης από την αρχική τιμή (βελτίωση αιμοσφαιρίνης) ή/και 2) σταθερά επίπεδα αιμοσφαιρίνης ≥12 g/dl.
Η ιπτακοπάνη κατέδειξε υπεροχή έναντι της αντι-C5 θεραπείας για τα δύο πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία, καθώς και για αρκετά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, συμπεριλαμβανομένων της αποφυγής της μετάγγισης, των αλλαγών στα επίπεδα αιμοσφαιρίνης σε σχέση με την αρχική τιμή, των βαθμολογιών της Λειτουργικής Αξιολόγησης της Θεραπείας Χρόνιας Νόσου (FACIT)-Κόπωσης, του απόλυτου αριθμού δικτυοερυθροκυττάρων (ARC) και του ετησιοποιημένου ποσοστού κλινικής αιμόλυσης εκ διαφυγής (breakthrough αιμόλυσης) (βλ. Πίνακα 2).
Η επίδραση της θεραπείας με ιπτακοπάνη στην αιμοσφαιρίνη παρατηρήθηκε ήδη από την ημέρα 7 και διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της μελέτης (βλ. Εικόνα 1).
Πίνακας 2 Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για την περίοδο 24 εβδομάδων τυχαιοποιημένης θεραπείας στη μελέτη APPLY-PNH
| Καταληκτικά σημεία | Ιπτακοπάνη(N=62) | Αντι-C5 (N=35) | Διαφορά(95 % ΔΕ)Τιμή p |
| Πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία | |||
| Αριθμός ασθενών που πέτυχε βελτίωση της αιμοσφαιρίνης (συνεχής αύξηση των επιπέδων αιμοσφαιρίνης ≥2 g/dl από την αρχική τιμήa απουσία μεταγγίσεων)Ποσοστό ανταπόκρισηςc (%) | 51/60b82,3 | 0/35b2,0 | 80,2(71,2, 87,6)<0,0001 |
| Αριθμός ασθενών που πέτυχαν σταθερά επίπεδα | 42/60b | 0/35b | |
| αιμοσφαιρίνης ≥12 g/dla απουσία μεταγγίσεων | |||
| Ποσοστό ανταπόκρισηςc (%) | 68,8 | 1,8 | 67,0 |
| (56,4, 76,9) | |||
| <0,0001 | |||
| Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία | |||
| Αριθμός ασθενών που απέφυγαν τη μετάγγισηd,e Ποσοστό αποφυγής μετάγγισηςc (%) | 59/62b94,8 | 14/35b25,9 | 68,9(51,4, 83,9)<0,0001 |
| Μεταβολή του επιπέδου αιμοσφαιρίνης από την αρχική τιμή (g/dl) (προσαρμοσμένος μέσος όροςf) | 3,60 | -0,06 | 3,66(3,20, 4,12)<0,0001 |
| Μεταβολή της βαθμολογίας FACIT-Κόπωσης από την αρχική τιμή (προσαρμοσμένος μέσος όροςg) | 8,59 | 0,31 | 8,29(5,28, 11,29)<0,0001 |
| Κλινική breakthrough αιμόλυσηh,i, % (n/N) Ετησιοποιημένο ποσοστό κλινικής breakthrough αιμόλυσης | 3,2 (2/62)0,07 | 17,1 (6/35)0,67 | RR=0,10 (0,02, 0,61)0,01 |
| Μεταβολή του απόλυτου αριθμού δικτυοερυθροκυττάρων | -115,8 | 0,3 | -116,2 |
| από την αρχική τιμή (109/l) (προσαρμοσμένος μέσος | (-132,0, -100,3) | ||
| όροςg) | <0,0001 | ||
| Αναλογία LDH προς την αρχική τιμή (προσαρμοσμένος γεωμετρικός μέσος όροςg) | 0,96 | 0,98 | Αναλογία = 0,99(0,89, 1,10)0,84 |
| MAVEsh % | 1,6 | 0 | |
| (n/N) | (1/62) | ||
| Ετησιοποιημένο ποσοστό MAVEsh | 0,03 | 0 | 0,03 |
| (-0,03, 0,10) | |||
| 0,32 | |||
| RR: αναλογία ποσοστού, LDH: γαλακτική αφυδρογονάση, MAVEs: μείζονα ανεπιθύμητα αγγειακά συμβάνταa,d,h Αξιολογήθηκε στο μεσοδιάστημα των ημερών 126 και 168(a), 14 και 168(d), 1 και 168(h).b Βάσει των παρατηρηθέντων δεδομένων μεταξύ των αξιολογήσιμων ασθενών. (Σε 2 ασθενείς με μερικώς ελλιπή κεντρικά δεδομένα αιμοσφαιρίνης μεταξύ των ημερών 126 και 168, η αιματολογική ανταπόκριση δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί με σαφήνεια. Η αιματολογική ανταπόκριση προέκυψε με πολλαπλή αναγωγή. Αυτοί οι ασθενείς δεν διέκοψαν τη θεραπεία).c Το ποσοστό ανταπόκρισης αντανακλά το μοντέλο εκτιμώμενης αναλογίας.e Ως αποφυγή μετάγγισης ορίζεται η απουσία χορήγησης μεταγγίσεων συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων στο μεσοδιάστημα των ημερών 14 και 168 ή η εκπλήρωση των κριτηρίων για μετάγγιση στο μεσοδιάστημα των ημερών 14 και 168.f,g Προσαρμοσμένος μέσος όρος που εκτιμήθηκε στο μεσοδιάστημα των ημερών 126 και 168. Οι τιμές εντός διαστήματος 30 ημερών μετά τη μετάγγιση εξαιρέθηκαν(f)/συμπεριλήφθηκαν(g) στην ανάλυση.i Ως κλινική breakthrough αιμόλυση ορίζεται η πλήρωση κλινικών κριτηρίων (είτε μείωση του επιπέδου αιμοσφαιρίνης ≥2 g/dl σε σύγκριση με την τελευταία αξιολόγηση ή εντός 15 ημερών, είτε σημεία ή συμπτώματα βαριάς αιμοσφαιρινουρίας, επώδυνης κρίσης, δυσφαγίας, ή οποιαδήποτε άλλα σημαντικά κλινικά σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενα με την ΠΝΑ) και εργαστηριακών κριτηρίων (LDH >1,5 x ULNκαι αυξημένη σε σύγκριση με τις 2 τελευταίες αξιολογήσεις). | |||
12 g/dl
Αρχική τιμή Ημέρα 7Ημέρα 14
Ημέρα 84
Επίσκεψη
Αντι-C5 Ιπτακοπάνη
Ημέρα 168
Ημέρα 154
Ημέρα 140
Ημέρα 126
Ημέρα 112
Ημέρα 56
Ημέρα 42
Ημέρα 28
Μέσα επίπεδα αιμοσφαιρίνης (SD) g/dl
Εικόνα 1 Μέσο επίπεδο αιμοσφαιρίνης* (g/dl) κατά τη διάρκεια της περιόδου τυχαιοποιημένης θεραπείας διάρκειας 24 εβδομάδων στη μελέτη APPLY-PNH
*Σημείωση: Η εικόνα περιλαμβάνει όλα τα δεδομένα για την αιμοσφαιρίνη που συλλέχθηκαν στη μελέτη, συμπεριλαμβανομένων των τιμών εντός 30 ημερών μετά τη μετάγγιση RBC.
Επέκταση θεραπείας
Συνολικά 95 ασθενείς της APPLY-PNH εισήλθαν στην περίοδο επέκτασης θεραπείας 24 εβδομάδων, όπου όλοι οι ασθενείς έλαβαν ιπτακοπάνη, που οδήγησε σε συνολική έκθεση έως και 48 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας την εβδομάδα 48 ήταν σύμφωνα με εκείνα της εβδομάδας 24 και κατέδειξαν παρατεταμένη αποτελεσματικότητα της θεραπείας με ιπτακοπάνη.
APPOINT-PNH: Μελέτη σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα του συμπληρώματος
Η μελέτη APPOINT-PNH ήταν μία μελέτη μονού σκέλους σε 40 ενήλικες ασθενείς με ΠΝΑ (μέγεθος κλώνου στα ερυθρά αιμοσφαίρια ≥10%) με αιμοσφαιρίνη <10 g/dl και LDH >1,5 x ULN, οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αναστολέα του συμπληρώματος. Και οι 40 ασθενείς έλαβαν από στόματος ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως κατά τη διάρκεια της ανοικτής επισήμανσης, κύριας περιόδου θεραπείας διάρκειας 24 εβδομάδων.
Κατά την έναρξη, οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία (SD) 42,1 (15,9) έτη (εύρος 18-81) και το 43% ήταν γυναίκες. Η μέση (SD) αιμοσφαιρίνη ήταν 8,2 (1,1) g/dl. Το εβδομήντα τοις εκατό των ασθενών έλαβε τουλάχιστον μία μετάγγιση τους 6 μήνες πριν από τη θεραπεία. Μεταξύ αυτών ο μέσος (SD) αριθμός μεταγγίσεων ήταν 3,1 (2,1). Το μέσο επίπεδο (SD) της LDH ήταν 1.698,8 (683,3) U/l και ο μέσος (SD) απόλυτος αριθμός δικτυοερυθροκυττάρων ήταν 154,3 (63,7) 109/l. Το μέσο (SD) συνολικό μέγεθος κλώνου PNH RBC (Τύπος II + III) ήταν 42,7% (21,2%). Κανένας ασθενής δεν διέκοψε από την κύρια περίοδο θεραπείας της μελέτης.
Η αποτελεσματικότητα βασίστηκε στο πρωτεύον καταληκτικό σημείο που αξιολόγησε την επίδραση της θεραπείας με ιπτακοπάνη στο ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν βελτίωση της αιμοσφαιρίνης (σταθερή αύξηση ≥2 g/dl στα επίπεδα αιμοσφαιρίνης από την αρχική τιμή, χωρίς ανάγκη για μετάγγιση RBC, μετά από 24 εβδομάδες).
Βλ. Πίνακα 3 για τα λεπτομερή αποτελέσματα αποτελεσματικότητας και βλ. Εικόνα 2 για τη μέση αλλαγή στα επίπεδα LDH κατά τη διάρκεια της κύριας περιόδου θεραπείας διάρκειας 24 εβδομάδων.
Πίνακας 3 Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για την κύρια περίοδο θεραπείας διάρκειας
24 εβδομάδων στη μελέτη APPOINT-PNH
| Καταληκτικά σημεία | Ιπτακοπάνη(N=40)95% ΔΕ |
| Κύριο καταληκτικό σημείο | |
| Αριθμός ασθενών που πέτυχαν βελτίωση της αιμοσφαιρίνης (συνεχής | 31/33b |
| αύξηση στα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης ≥2 g/dl από την αρχική εκτίμησηa | |
| απουσία μεταγγίσεων) | |
| Ποσοστό ανταπόκρισηςc (%) | 92,2 |
| (82,5, 100,0)d | |
| Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία | |
| Αριθμός ασθενών που πέτυχαν σταθερά επίπεδα αιμοσφαιρίνης ≥12 g/dla | 19/33b |
| απουσία μεταγγίσεων | |
| Ποσοστό ανταπόκρισηςc (%) | 62,8 |
| (47,5, 77,5) | |
| Αριθμός ασθενών που απέφυγαν τη μετάγγισηe,f | 40/40b |
| Ποσοστό αποφυγής μετάγγισηςc (%) | 97,6 |
| (92,5, 100,0) | |
| Αλλαγή στο επίπεδο αιμοσφαιρίνης από την αρχική εκτίμηση (g/dl) | +4,3 |
| (προσαρμοσμένος μέσος όροςg) | (3,9, 4,7) |
| Κλινική breakthrough αιμόλυσηi,j, % (n/N) | 0/40 |
| Ετησιοποιημένο ποσοστό κλινικής breakthrough αιμόλυσης | 0,0 |
| (0,0, 0,2) | |
| Αλλαγή στον απόλυτο αριθμό δικτυοερυθροκυττάρων από την αρχική | -82,5 |
| εκτίμηση (ARC) (109/l) | (-89,3, -75,6) |
| (προσαρμοσμένος μέσος όροςh) | |
| Ποσοστιαία μεταβολή της LDH από την αρχική εκτίμηση | -83,6 |
| (προσαρμοσμένος μέσος όροςh) | (-84,9, -82,1) |
| Ποσοστό ασθενών με MAVEsj | 0,0 |
| a,e,j Αξιολογήθηκε στο μεσοδιάστημα των ημερών 126 και 168(a), 14 και 168(e), 1 και 168(j).b Βάσει των παρατηρηθέντων δεδομένων μεταξύ των αξιολογήσιμων ασθενών. (Σε 7 ασθενείς με μερικώς ελλιπή κεντρικά δεδομένα αιμοσφαιρίνης μεταξύ των ημερών 126 και 168, η αιματολογική ανταπόκριση δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί με σαφήνεια. Η αιματολογική ανταπόκριση προέκυψε με πολλαπλή αναγωγή. Αυτοί οι ασθενείς δεν διέκοψαν τη θεραπεία).c Το ποσοστό ανταπόκρισης αντανακλά το μοντέλο εκτιμώμενης αναλογίας.d Το όριο για την κατάδειξη οφέλους ήταν 15% αντιπροσωπεύοντας το ποσοστό που θα αναμενόταν στην αντι-C5 θεραπεία.f Η αποφυγή μετάγγισης ορίζεται ως η απουσία χορήγησης μεταγγίσεων συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων στο μεσοδιάστημα των ημερών 14 και 168 ή ως η πλήρωση των κριτηρίων για μετάγγιση στο μεσοδιάστημα των ημερών 14 και 168.g,h Προσαρμοσμένος μέσος όρος που εκτιμήθηκε μεταξύ των ημερών 126 και 168, οι τιμές εντός διαστήματος30 ημερών μετά τη μετάγγιση αποκλείστηκαν(g)/συμπεριλήφθηκαν(h) στην ανάλυση.i Ως κλινική breakthrough αιμόλυση ορίζεται η πλήρωση κλινικών κριτηρίων (είτε μείωση του επιπέδου αιμοσφαιρίνης ≥2 g/dl σε σύγκριση με την τελευταία αξιολόγηση ή εντός 15 ημερών, είτε σημεία ή συμπτώματα βαριάς αιμοσφαιρινουρίας, επώδυνης κρίσης, δυσφαγίας, ή οποιαδήποτε άλλα σημαντικά κλινικά σχετιζόμενα με την ΠΝΑ σημεία και συμπτώματα) και εργαστηριακών κριτηρίων (LDH>1,5 x ULN και αυξημένη σε σύγκριση με τις 2 τελευταίες αξιολογήσεις). | |
Εικόνα 2 Μέσο επίπεδο LDH (U/l) κατά τη διάρκεια της κύριας περιόδου θεραπείας διάρκειας 24 εβδομάδων στη μελέτη APPOINT-PNH
Μέσα επίπεδα LDH (SD) U/l
375 U/l (1,5 x ULN)
Επισκέψεις Θεραπεία: Ιπτακοπάνη
Επέκταση θεραπείας
Και οι 40 ασθενείς της APPOINT-PNH εισήλθαν στην περίοδο επέκτασης θεραπείας 24 εβδομάδων, όπου όλοι οι ασθενείς έλαβαν ιπτακοπάνη, που οδήγησε σε συνολική έκθεση έως και 48 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας την εβδομάδα 48 ήταν σύμφωνα με εκείνα της εβδομάδας 24 και κατέδειξαν παρατεταμένη αποτελεσματικότητα της θεραπείας με ιπτακοπάνη.
C3 σπειραματοπάθεια
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ιπτακοπάνης στη θεραπεία της C3G αξιολογήθηκαν συνολικά σε 101 ασθενείς με C3G σε μια κύρια μελέτη φάσης III (APPEAR-C3G, σε ασθενείς με αυτόχθονες νεφρούς, Ν=74) και δύο υποστηρικτικές μελέτες ανοιχτής επισήμανσης (μελέτη X2202 σε ασθενείς με αυτόχθονες νεφρούς (N=16) και σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα C3G (N=11), και μία roll-over μελέτη επέκτασης).
APPEAR-C3G
Η APPEAR-C3G, μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, συμπεριέλαβε 74 ενήλικες ασθενείς με επιβεβαιωμένη μέσω βιοψίας C3G, UPCR ≥1 g/g και eGFR ≥30 ml/min/1,73 m2.
Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (1:1) για να λάβουν είτε ιπτακόπανη 200 mg από στόματος δις ημερησίως (N=38) είτε εικονικό φάρμακο (N=36) για 6 μήνες, ακολουθούμενη από μια περίοδο ανοιχτής θεραπείας 6 μηνών κατά την οποία οι ασθενείς έλαβαν ιπτακόπανη 200 mg από στόματος δις ημερησίως. Και οι 74 ασθενείς ολοκλήρωσαν τη διπλά τυφλή περίοδο και 73 ασθενείς ολοκλήρωσαν την ανοιχτή περίοδο θεραπείας με ιπτακόπανη.
Οι ασθενείς λάμβαναν σταθερή μέγιστη ανεκτή δόση ενός αναστολέα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης (RAS). Η τυχαιοποίηση διαστρωματώθηκε με βάση το εάν οι ασθενείς λάμβαναν ή όχι ταυτόχρονη ανοσοκατασταλτική θεραπεία (δηλαδή κορτικοστεροειδή ή/και μυκοφαινολάτη μοφετίλ/ μυκοφαινολικό νάτριο [MMF/MPS]). Όλες αυτές οι θεραπείες (δηλαδή αναστολείς RAS, κορτικοστεροειδή και MMF/MPS) έπρεπε να είναι σε σταθερές δόσεις 90 ημέρες πριν από την τυχαιοποίηση και καθ'όλη τη διάρκεια της μελέτης.
Κατά την έναρξη, οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία (τυπική απόκλιση [SD]) 26,1 (10,4) έτη (εύρος 18-52) και 29,8 (10,8) έτη (εύρος 18-60) στις ομάδες ιπτακοπάνης και εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Κατά τη διάγνωση της C3G, το 40% (ιπτακοπάνη) και το 17% (εικονικό φάρμακο) των ασθενών ήταν
<18 ετών. Οι γυναίκες ήταν 29% (ιπτακοπάνη) και 44% (εικονικό φάρμακο). Ο γεωμετρικός μέσος όρος UPCR ήταν 3,33 g/g και 2,58 g/g στις ομάδες ιπτακοπάνης και εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Η μέση μοντελοποιημένη προγενέστερη κλίση του eGFR πριν από την τυχαιοποίηση ήταν -10,75 έναντι -7,64 ml/min/1,73 m2 ετησίως στα σκέλη ιπτακοπάνης και εικονικού φάρμακου, αντίστοιχα.
Η μέση (SD) τιμή του eGFR ήταν 89,3 (35,2) ml/min/1,73 m2 και 99,2 (26,9) ml/min/1,73 m2 στις ομάδες ιπτακοπάνης και εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Οι υποτύποι ήταν C3 σπειραματονεφρίτιδα (C3GN) στο 68% (ιπτακοπάνη) και 89% (εικονικό φάρμακο), και νόσο των πυκνών εναποθέσεων
(DDD) στο 23,7% (ιπτακοπάνη) και 2,8% (εικονικό φάρμακο). Χρησιμοποιήθηκε σταθερή δόση ανοσοκατασταλτικής θεραπείας με κορτικοστεροειδή ή/και MMF/MPS από το 42% (ιπτακοπάνη) και 47% (εικονικό φάρμακο) των ασθενών.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η ποσοστιαία μείωση στον UPCR 24ώρου σε σύγκριση με την αρχική τιμή μετά από 6 μήνες θεραπείας.
Η ιπτακοπάνη ήταν ανώτερη του εικονικού φαρμάκου, με στατιστικά σημαντική μείωση από την αρχική τιμή κατά 35,1% (95% ΔΕ: 13,8%, 51,1%, 1-sided p=0.0014) στον UPCR 24ώρου σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο μετά από 6 μήνες θεραπείας (-30,2% και +7,6% για την ιπτακοπάνη και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα). Το αποτέλεσμα της ιπτακοπάνης στον UPCR 24ώρου διατηρήθηκε έως και 12 μήνες (-40,0% από την αρχική τιμή). Οι ασθενείς που μεταπήδησαν από το εικονικό φάρμακο στην ιπτακοπάνη κατά την 6μηνη περίοδο ανοικτής θεραπείας παρουσίασαν μείωση κατά 31,0% στον UPCR 24ώρου από τον μήνα 6 έως τον μήνα 12. Η πορεία του UPCR της πρώτης πρωινής ούρησης (FMV) περιγράφεται στο Σχήμα 3.
Σε μια post hoc ανάλυση, η ιπτακοπάνη μείωσε σημαντικά το ποσοστό των ασθενών με πρωτεϊνουρία νεφρωσικού εύρους (που ορίζεται ως UPCR ≥3 g/g) από 55,3% κατά την έναρξη σε 31,6% και 36,8% στους 6 και 12 μήνες, αντίστοιχα. Το ποσοστό των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν στο εικονικό φάρμακο με πρωτεϊνουρία νεφρωσικού εύρους αυξήθηκε από 30,6% κατά την έναρξη σε 41,7% τον μήνα 6. Μετά τη μετάβαση στη θεραπεία με ιπτακοπάνη, μειώθηκε σε 27,8% τον μήνα 12.
Εικόνα 3 Γεωμετρική μέση ποσοστιαία μεταβολή από την αρχική εκτίμηση στην FMV UPCR
έως και 12 μήνες (APPEAR-C3G)
Ποσοστιαία μεταβολή (95% ΔΕ)
Διπλά τυφλή περίοδος
Εικονικό
Περίοδος ανοιχτής θεραπείας
φάρμακο Αλλαγή σε ιπτακοπάνη
Ιπτακοπάνη
BL
Ιπτακοπάνη
Εικονικό φάρμακο - ΙπτακοπάνηΕπίσκεψη (ημέρα)
Η θεραπεία με ιπτακοπάνη για 6 μήνες είχε ως αποτέλεσμα αριθμητική βελτίωση κατά
2,2 ml/min/1,73 m2 (95% ΔΕ: -2,7, 7,1, 1-sided p=0,3241) στο eGFR από την αρχική εκτίμηση σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (1,3 και -0,9 ml/min/1,73 m2 για την ιπτακοπάνη και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα). Το eGFR παρέμεινε σταθερό κατά τη διάρκεια των 12 μηνών της μελέτης στην ομάδα θεραπείας με ιπτακοπάνη (+0,4 ml/min/1,73 m2 από την αρχική εκτίμηση).
Η θεραπεία για 6 μήνες με ιπτακοπάνη οδήγησε σε μια μέση διαφορά στην εναπόθεση C3 στα σπειράματα -1,9 (95% ΔΕ: -3,3, -0,5, ονομαστική 1-sided p=0,0053) από την αρχική τιμή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η αλλαγή από την αρχική τιμή για το iptacopan ήταν -0,78 (95% ΔΕ: -1,81, 0,25) σε σύγκριση με αύξηση 1,09 (95% ΔΕ: 0,11, 2,08) με εικονικό φάρμακο.
X2202 και roll-over μελέτη επέκτασης
Η αποτελεσματικότητα της ιπτακοπάνης σε ενήλικες με C3G υποστηρίχθηκε από μια ανοιχτή μελέτη φάσης II X2202 σε ασθενείς με C3G με αυτόχθονες νεφρούς (N=16) και ασθενείς με υποτροπιάζουσα C3G μετά από μεταμόσχευση νεφρού (N=11) για 3 μήνες.
Η διάγνωση της υποτροπιάζουσας C3G απαιτούσε ιστολογική εκτίμηση της έντασης της χρώσης με C3 στο σπείραμα σε πρόσφατη βιοψία του μεταμοσχευμένου νεφρού. Η μέση ηλικία κατά την έναρξη ήταν 35 έτη (εύρος 18-70), η γεωμετρική μέση UPCR ήταν 0,32 g/g, το μέσο (SD) eGFR ήταν
52,2 (17,29) ml/min/1,73 m2 και η διάμεση βαθμολογία εναπόθεσης C3 κατά την έναρξη ήταν 3 σε μια κλίμακα 0-12. Όλοι οι ασθενείς λάμβαναν MMF/MPS ή/και κορτικοστεροειδή επιπλέον των αναστολέων καλσινευρίνης.
Σε ασθενείς με αυτόχθονες νεφρούς, η ιπτακοπάνη είχε ως αποτέλεσμα στατιστικά σημαντική μείωση στους 3 μήνες κατά 45% (-162,6 g/mol) στον UPCR 24ώρου (p=0,0003). Σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα C3G, η ιπτακοπάνη μείωσε σημαντικά τη βαθμολογία εναπόθεσης C3 κατά 2,50 (p=0,0313) στους 3 μήνες.
Οι περισσότεροι (n=26) ασθενείς από τη μελέτη μεταφέρθηκαν σε μια roll-over μελέτη επέκτασης για να λάβουν ιπτακοπάνη 200 mg δις ημερησίως για έως 39 μήνες. Ο μέσος UPCR και το eGFR παρέμειναν σταθερά καθ' όλη τη διάρκεια της μελέτης στους 16 ασθενείς με C3G με αυτόχθονες νεφρούς. Μεταξύ των 10 ατόμων με υποτροπιάζουσα C3G μετά από μεταμόσχευση, 2 ασθενείς διέκοψαν λόγω επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας. Στους άλλους 8 συμμετέχοντες, το eGFR και UPCR παρέμειναν ουσιαστικά σταθερά μέχρι το τέλος της περιόδου παρατήρησης (έως και 48 μήνες).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το FABHALTA σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην ΠΝΑ και στην C3G (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Μετά την από στόματος χορήγηση, η ιπτακοπάνη έφτασε στις μέγιστες συγκεντρώσεις περίπου
2 ώρες μετά από τη δόση. Στο συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα των 200 mg δις ημερησίως, η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται περίπου σε 5 ημέρες με μικρή συσσώρευση (1,4 φορές). Σε υγιείς εθελοντές, η Cmax,ss σταθερής κατάστασης (γεωμετρικός μέσος (%CV)) ήταν ίση με 4.020 ng/ml (23,8%) και η AUCtau,ss ήταν ίση με 25.400 ng*hr/ml (15,2%). Η διακύμανση στη φαρμακοκινητική της ιπτακοπάνης μεταξύ των ατόμων ή στο ίδιο το άτομο είναι χαμηλή έως μέτρια.
Τα αποτελέσματα από μία μελέτη για την επίδραση της τροφής με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και υψηλής θερμιδικής αξίας σε υγιείς εθελοντές κατέδειξαν ότι η Cmax και η περιοχή υπό την καμπύλη (AUC) της ιπτακοπάνης δεν επηρεάστηκαν από την τροφή. Επομένως, η ιπτακοπάνη μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή
Η ιπτακοπάνη κατέδειξε εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος λόγω της δέσμευσης στη συστηματική κυκλοφορία στον στοχευόμενο FB. Η ιπτακοπάνη δεσμεύτηκε σε πρωτεΐνες κατά 75 έως 93% in vitro στις κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Μετά από τη χορήγηση της ιπτακοπάνης 200 mg δις ημερησίως, ο γεωμετρικός μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση ήταν περίπου 265 λίτρα.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός αποτελεί μία επικρατούσα οδό αποβολής για την ιπτακοπάνη, με περίπου το 50% της δόσης να αποδίδεται σε οξειδωτικές οδούς. Ο μεταβολισμός της ιπτακοπάνης περιλαμβάνει N-απαλκυλίωση, Ο-αποαιθυλίωση, οξείδωση και αφυδρογόνωση, που πραγματοποιούναι κυρίως από το CYP2C8 με μικρή συμβολή του CYP2D6. Η άμεση γλυκουρονίωση (από τα UGT1A1, UGT1A3 και UGT1A8) αποτελεί μία ελάσσονα οδό. Στο πλάσμα, η ιπτακοπάνη ήταν το κύριο συστατικό,
αντιστοιχώντας στο 83% της AUC0-48 h. Δύο ακυλ-γλυκουρονίδια ήταν οι μόνοι μεταβολίτες που εντοπίστηκαν στο πλάσμα και ήταν ελάσσονες, αντιπροσωπεύοντας το 8% και το 5% της AUC0-48 h. Οι μεταβολίτες της ιπτακοπάνης δεν θεωρούνται φαρμακευτικά δραστικοί.
Αποβολή
Σε μία μελέτη σε υγιείς εθελοντές, μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης 100 mg [14C]- ιπτακοπάνης από στόματος, η μέση συνολική αποβολή της ραδιενέργειας (ιπτακοπάνη και μεταβολίτες) ήταν 71,5 % στα κόπρανα και 24,8 % στα ούρα. Συγκεκριμένα, το 17,9 % της δόσης απεκκρίθηκε ως μητρική ιπτακοπάνη στα ούρα και το 16,8 % στα κόπρανα. Η φαινομενική κάθαρση (CL/F) μετά από τη χορήγηση της ιπτακοπάνης 200 mg δις ημερησίως σε σταθερή κατάσταση είναι 7.960 ml/h. Η ημίσεια ζωή (t½) της ιπτακοπάνης σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 25 ώρες μετά από τη χορήγηση της ιπτακοπάνης 200 mg δις ημερησίως.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Σε δόσεις μεταξύ 25 και 100 mg δις ημερησίως, η φαρμακοκινητική της ιπτακοπάνης ήταν συνολικά λιγότερο από ανάλογη προς τη δόση. Ωστόσο, οι από στόματος δόσεις των 100 mg και 200 mg ήταν περίπου δοσοεξαρτώμενες. Η μη γραμμικότητα αποδόθηκε κυρίως στην κορεσμένη σύνδεση της ιπτακοπάνης στο πλάσμα στον στοχευόμενο FB.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων
Μια ειδική μελέτη αλληλεπίδρασης στην οποία η ιπτακοπάνη συγχορηγήθηκε με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα διεξήχθη σε υγιείς εθελοντές και δεν κατέδειξε κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις.
Η ιπτακοπάνη ως υπόστρωμα Αναστολείς του CYP2C8
Όταν η ιπτακοπάνη συγχορηγήθηκε με κλοπιδογρέλη (έναν μέτριο αναστολέα του CYP2C8), η Cmax της ιπτακοπάνης και η AUC αυξήθηκαν κατά 5% και 36%, αντίστοιχα.
Αναστολείς των OATP1B1/OATP1B3
Όταν η ιπτακοπάνη συγχορηγήθηκε με κυκλοσπορίνη (έναν ισχυρό αναστολέα των OATP 1B1/1B3 και έναν αναστολέα των PgP και BCRP), η Cmax της ιπτακοπάνης και η AUC αυξήθηκαν κατά 41% και 50%, αντίστοιχα.
Η ιπτακοπάνη ως αναστολέας Υποστρώματα PgP
Παρουσία ιπτακοπάνης, η Cmax της διγοξίνης (ενός υποστρώματος PgP) αυξήθηκε κατά 8%, ενώ η AUC της παρέμεινε αμετάβλητη.
Υποστρώματα OATP
Παρουσία ιπτακοπάνης, η Cmax και η AUC της ροσουβαστατίνης (ενός υποστρώματος του OATP)
παρέμειναν αμετάβλητες. Ειδικοί πληθυσμοί
Μία ανάλυση φαρμακοκινητικής (ΦΚ) πληθυσμού διεξήχθη με βάση δεδομένα από 234 ασθενείς. Η ηλικία (18 έως 84 ετών), το σωματικό βάρος, το eGFR, η φυλή και το φύλο δεν επηρέασαν σημαντικά τη ΦΚ της ιπτακοπάνης. Οι μελέτες που συμπεριέλαβαν Ασιάτες κατέδειξαν ότι η ΦΚ της ιπτακοπάνης στους Ασιάτες ήταν παρόμοια με αυτή στους Καυκάσιους (λευκούς).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στην κάθαρση της ιπτακοπάνης εκτιμήθηκε μέσω μιας ανάλυσης ΦΚ πληθυσμού. Δεν υπήρχαν κλινικά σχετικές διαφορές στην κάθαρση της ιπτακοπάνης μεταξύ των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και των ασθενών με ήπια (eGFR μεταξύ 60 και 90 ml/min) ή μέτρια (eGFR μεταξύ 30 και 60 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία και δεν απαιτείται
προσαρμογή της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2). Οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή υπό αιμοκάθαρση δεν έχουν μελετηθεί.
Ηπατική δυσλειτουργία
Με βάση μία μελέτη σε άτομα με ήπια (κατηγορία Α κατά Child-Pugh, n=8), μέτρια (κατηγορία Β κατά Child-Pugh, n=8) ή σοβαρή (κατηγορία C κατά Child-Pugh, n=6) ηπατική δυσλειτουργία, παρατηρήθηκε μία αμελητέα επίδραση στην ολική συστημική έκθεση της ιπτακοπάνης σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η Cmax της μη δεσμευμένης ιπτακοπάνης αυξήθηκε κατά 1,4, 1,7 και 2,1 φορές, και η AUCinf της μη δεσμευμένης ιπτακοπάνης αυξήθηκε κατά 1,5, 1,6 και 3,7 φορές σε άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα (βλ. παράγραφο 4.2).
Φαρμακευτικές πληροφορίες - FABHALTA 200MG/CAP
Περίβλημα του καψακίου:
Ζελατίνη
Ερυθρό σιδήρου οξείδιο (E172) Τιτανίου διοξείδιο (E171) Κίτρινο σιδήρου οξείδιο (E172)
Μελάνι εκτύπωσης
Μέλαν σιδήρου οξείδιο (E172) Συμπυκνωμένο αμμωνίας διάλυμα (E527) Καλίου υδροξείδιο (E525) Προπυλενογλυκόλη (E1520)
Κόμμεα λάκκας (E904)
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
Το FABHALTA διατίθεται σε κυψέλες PVC/PE/PVDC με επένδυση από φύλλο αλουμινίου. Συσκευασίες που περιέχουν 28 ή 56 σκληρά καψάκια.
Πολυσυσκευασίες οι οποίες περιέχουν 168 (3 συσκευασίες των 56) σκληρά καψάκια. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.