DEMOTAXEL MONO C/S.SOL.IN 20MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - DEMOTAXEL 20MG/ML
Καρκίνος του μαστού
Tο DEMOTAXEL MONO σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη και κυκλοφωσφαμίδη ενδείκνυται για την επικουρική θεραπεία ασθενών με:
-
εγχειρίσιμο και θετικούς λεμφαδένες καρκίνο του μαστού
-
εγχειρίσιμο και αρνητικούς λεμφαδένες καρκίνο του μαστού.
Για ασθενείς με εγχειρίσιμο και αρνητικούς λεμφαδένες καρκίνο του μαστού, η συμπληρωματική θεραπεία θα πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς που είναι κατάλληλοι να λάβουν χημειοθεραπεία σύμφωνα με τα διεθνώς εδραιωμένα κριτήρια για την πρωτογενή θεραπεία του πρώιμου καρκίνου του μαστού (βλ. παράγραφο 5.1).
Το DEMOTAXEL MONO σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με τοπικώς προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού οι οποίες δεν έχουν λάβει προηγουμένως κυτταροτοξική θεραπεία για αυτή τη νόσο.
Το DEMOTAXEL MONO ως μονοθεραπεία ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με τοπικώς προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού μετά την αποτυχία κυτταροτοξικής θεραπείας . Η προηγούμενη χημειοθεραπεία θα πρέπει να περιλαμβάνει ανθρακυκλίνη ή αλκυλιωτικό παράγοντα.
To DEMOTAXEL MONO σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού των οποίων οι όγκοι υπερεκφράζουν το HER2 και οι οποίες δεν είχαν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία για μεταστατική νόσο.
Το DEMOTAXEL MONO σε συνδυασμό με καπεσιταβίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με τοπικώς προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνo του μαστού μετά την αποτυχία κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας. Η προηγούμενη θεραπεία θα πρέπει να συμπεριελάμβανε μία ανθρακυκλίνη.
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα
Το DEMOTAXEL MONO ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με τοπικώς προχωρημένο ή μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, μετά την αποτυχία προηγούμενης χημειοθεραπείας.
Tο DEMOTAXEL MONO σε συνδυασμό με σισπλατίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με μη χειρουργήσιμο, τοπικώς προχωρημένο ή μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, σε ασθενείς οι οποίοι δεν έχουν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία για αυτή τη νόσο.
Καρκίνος του προστάτη
Το DEMOTAXEL MONO σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με ορμονοάντοχο μεταστατικό καρκίνο του προστάτη.
Aδενοκαρκίνωμα στομάχου
Το DEMOTAXEL MONO σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με μεταστατικό αδενοκαρκίνωμα στομάχου, συμπεριλαμβανομένου του αδενοκαρκινώματος της γαστροοισοφαγικής συμβολής, οι οποίοι δεν έχουν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία για μεταστατική νόσο.
Καρκίνος κεφαλής και τραχήλου
Το DEMOTAXEL MONO σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη ενδείκνυται για την θεραπεία εισαγωγής των ασθενών με τοπικά προχωρημένο πλακώδες καρκίνωμα κεφαλής και τραχήλου.
Η χρήση της δοσεταξέλης θα πρέπει να περιορίζεται σε μονάδες ειδικευμένες στη χορήγηση κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας και θα πρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ιατρού εξειδικευμένου στη χρήση αντικαρκινικής χημειοθεραπείας (βλ. παράγραφο 6.6).
Συνιστώμενη δόση
Σε καρκίνο του μαστού, σε μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, σε καρκίνο του στομάχου και
σε καρκίνο κεφαλής και τραχήλου μπορεί να χρησιμοποιηθεί η προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή,
η οποία συνίσταται στην από του στόματος χορήγηση κορτικοστεροειδών, όπως 16 mg δεξαμεθαζόνης ημερησίως (π.χ. 8 mg δύο φορές την ημέρα) για 3 ημέρες, αρχίζοντας 1 ημέρα πριν από τη χορήγηση της δοσεταξέλης, εκτός εάν αυτό αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.4).
Προληπτικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί G-CSF προκειμένου να μετριαστεί ο κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας.
Σε καρκίνο του προστάτη, όπου γίνεται συνδυασμένη χρήση πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης, το προκαταρκτικό φαρμακευτικό σχήμα που συνιστάται είναι 8 mg δεξαμεθαζόνης από του στόματος, 12 ώρες, 3 ώρες και 1 ώρα πριν από την έγχυση δοσεταξέλης (βλέπε παράγραφο 4.4).
Η δοσεταξέλη χορηγείται ως έγχυση 1 ώρας κάθε 3 εβδομάδες.
Καρκίνος του μαστού
Στη συμπληρωματική θεραπεία εγχειρίσιμου και θετικών ή αρνητικών λεμφαδένων καρκίνου του μαστού η συνιστώμενη δοσολογία δοσεταξέλης είναι 75 mg/m2 χορηγούμενη 1 ώρα μετά από τη χορήγηση 50 mg/m2 δοξορουβικίνης και 500 mg/m2 κυκλοφωσφαμίδης κάθε 3 εβδομάδες για 6 κύκλους (δοσολογικό σχήμα TAC) (βλ. επίσης «Προσαρμογή της δόσης κατά τη διάρκεια της αγωγής»). Για τη θεραπεία ασθενών με τοπικώς προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού η συνιστώμενη δόση δοσεταξέλης χορηγούμενη ως μονοθεραπεία είναι 100 mg/m2. Ως θεραπεία πρώτης γραμμής η δοσεταξέλη χορηγείται σε δόση 75 mg/m2 σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη (50 mg/m2).
Σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη η συνιστώμενη δόση δοσεταξέλης είναι 100 mg/m2 κάθε τρεις εβδομάδες, με την τραστουζουμάμπη χορηγούμενη εβδομαδιαίως. Στην πιλοτική μελέτη, η αρχική έγχυση δοσεταξέλης άρχισε την επόμενη ημέρα από την πρώτη δόση τραστουζουμάμπης. Οι επόμενες δόσεις δοσεταξέλης χορηγήθηκαν αμέσως μετά από την ολοκλήρωση της έγχυσης τραστουζουμάμπης, εφόσον η προηγηθείσα δόση τραστουζουμάμπης είχε γίνει καλά ανεκτή. Για τη δόση και τη χορήγηση της τραστουζουμάμπης, βλέπε την περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος που αναφέρεται στην τραστουζουμάμπη.
Σε συνδυασμό με καπεσιταβίνη, η συνιστώμενη δόση δοσεταξέλης είναι 75 mg/m2 κάθε τρεις εβδομάδες, συνδυαζόμενη με 1.250 mg/m2 καπεσιταβίνης δύο φορές ημερησίως (μέσα σε 30 λεπτά μετά από ένα γεύμα) για 2 εβδομάδες ακολουθούμενη από μία εβδομάδα διακοπής. Για τον υπολογισμό της δόσης καπεσιταβίνης σύμφωνα με την επιφάνεια σώματος βλέπε την περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος που αναφέρεται στην καπεσιταβίνη.
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα
Στους ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία που λαμβάνουν θεραπεία για μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα είναι 75 mg/m2 δοσεταξέλης ακολουθούμενο από 75 mg/m2 σισπλατίνης για 30-60 λεπτά. Για τη θεραπεία μετά από αποτυχία προηγούμενης χημειοθεραπείας που βασίζεται σε πλατίνα, η συνιστώμενη δόση είναι 75 mg/m2 ως μονοθεραπεία.
Καρκίνος του προστάτη
Η συνιστώμενη δόση είναι 75 mg/m2 δοσεταξέλης. 5 mg πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης χορηγούνται από του στόματος, 2 φορές ημερησίως, συνεχώς (βλέπε παράγραφο 5.1).
Aδενοκαρκίνωμα στομάχου
Η συνιστώμενη δόση δοσεταξέλης είναι 75 mg/m2 ως έγχυση 1 ώρας, που ακολουθείται από σισπλατίνη 75 mg/m2 ως έγχυση 1 έως 3 ωρών (και τα δύο την πρώτη ημέρα), που ακολουθούνται από 5-φθοριοουρακίλη 750 mg/m2 ημερησίως που χορηγούνται ως 24ωρη συνεχής έγχυση για 5 ημέρες, ξεκινώντας από το τέλος της έγχυσης σισπλατίνης. Η αγωγή επαναλαμβάνεται κάθε 3 εβδομάδες. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν προκαταρκτική αγωγή με αντιεμετικά και κατάλληλη ενυδάτωση για τη χορήγηση σισπλατίνης. Προληπτικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί G-CSF προκειμένου να μετριαστεί ο κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας (βλ. επίσης Προσαρμογή της δόσης κατά τη διάρκεια της αγωγής).
Καρκίνος κεφαλής και τραχήλου
Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν προκαταρκτική αγωγή με αντιεμετικά και κατάλληλη ενυδάτωση (πριν από τη χορήγηση σισπλατίνης και μετά από αυτή). Προληπτικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί G-CSF προκειμένου να μετριαστεί ο κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας. Όλοι οι ασθενείς που είναι στο σκέλος της δοσεταξέλης και στις δύο μελέτες, TAX 323 και TAX 324, έλαβαν προληπτικά αντιβιοτικά.
-
Εισαγωγή χημειοθεραπείας ακολουθούμενη από ακτινοθεραπεία (ΤΑΧ 323)
Για τη θεραπεία εισαγωγής του ανεγχείρητου τοπικά προχωρημένου πλακώδους καρκινώματος κεφαλής και τραχήλου (SCCHN), η συνιστώμενη δόση της δοσεταξέλης είναι 75 mg/m2 ως έγχυση διάρκειας 1 ώρας ακολουθούμενη από σισπλατίνη 75 mg/m2 εντός 1 ώρας, κατά την 1η ημέρα, ακολουθούμενη από 5-φθοριοουρακίλη ως μία συνεχής έγχυση 750 mg/m2 την ημέρα για πέντε ημέρες. Αυτό το σχήμα χορηγείται κάθε 3 εβδομάδες για 4 κύκλους θεραπείας. Έπειτα από τη χημειοθεραπεία, οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν ακτινοθεραπεία.
-
Εισαγωγή χημειοθεραπείας ακολουθούμενη από χημειοακτινοθεραπεία (ΤΑΧ 324)
Για τη θεραπεία εισαγωγής ασθενών με τοπικά προχωρημένο (πρακτικά ανεγχείρητο, χαμηλής πιθανότητας ίαση μέσω εγχείρησης και στόχευση διατήρησης του οργάνου) πλακώδες καρκίνωμα κεφαλής και τραχήλου (SCCHN), η συνιστώμενη δόση της δοσεταξέλης είναι 75 mg/m2 ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 1 ώρας κατά την 1η ημέρα, ακολουθούμενη από σισπλατίνη 100 mg/m2 χορηγούμενη με έγχυση διάρκειας 30 λεπτών έως 3 ώρες, ακολουθούμενη από 5-φθοριοουρακίλη ως συνεχής έγχυση 1.000 mg/m2 ημερησίως από την 1η έως την 4η ημέρα. Αυτό το σχήμα χορηγείται κάθε 3 εβδομάδες για 3 κύκλους θεραπείας. Μετά από τη χημειοθεραπεία, οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν χημειοακτινοθεραπεία.
Σχετικά με τις τροποποιήσεις της δόσης της σισπλατίνης και της 5-φθοριοουρακίλης, βλέπε την αντίστοιχη περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος.
Προσαρμογή της δόσης κατά τη διάρκεια της αγωγής
Γενικά
Η δοσεταξέλη πρέπει να χορηγείται όταν ο αριθμός των ουδετεροφίλων είναι > 1.500 κύτταρα/mm3. Σε ασθενείς οι οποίοι κατά τη θεραπεία με δοσεταξέλη παρουσίασαν είτε εμπύρετη ουδετεροπενία, αριθμό ουδετεροφίλων < 500 κύτταρα/mm3 για περισσότερο από μία εβδομάδα, είτε βαριές ή αθροιστικές δερματικές αντιδράσεις ή βαριά περιφερική νευροπάθεια η δόση της δοσεταξέλης θα πρέπει να μειώνεται από 100 mg/m2 σε 75 mg/m2 ή/και από 75 σε 60 mg/m2. Εάν ένας ασθενής συνεχίζει να παρουσιάζει τις αντιδράσεις αυτές κατά τη χορήγηση 60 mg/m2 η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Συμπληρωματική θεραπεία καρκίνου του μαστού
Το ενδεχόμενο χορήγησης πρωτογενούς προφύλαξης με G-CSF θα πρέπει να εξετάζεται στις ασθενείς που λαμβάνουν συμπληρωματική θεραπεία με δοσεταξέλη, δοξορουβικίνη και κυκλοφωσφαμίδη (TAC) για καρκίνο του μαστού. Στις ασθενείς οι οποίες παρουσιάζουν εμπύρετη ουδετεροπενία ή/και ουδετεροπενική λοίμωξη θα πρέπει να μειωθεί η δόση δοσεταξέλης που λαμβάνουν στα 60 mg/m2 σε όλους τους επόμενους κύκλους (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Στις ασθενείς που παρουσιάζεται στοματίτιδα 3ου ή 4ου βαθμού πρέπει να μειώνεται η δόση στα 60 mg/m2.
Σε συνδυασμό με σισπλατίνη
Σε ασθενείς στους οποίους αρχικά η δόση ήταν 75 mg/m2 δοσεταξέλης σε συνδυασμό με σισπλατίνη και των οποίων οι κατώτερες τιμές των αιμοπεταλίων κατά τον προηγούμενο κύκλο της θεραπείας είναι < 25.000 κύτταρα/mm3 ή σε ασθενείς που παρουσιάζουν εμπύρετη ουδετεροπενία ή σε ασθενείς με βαριά, μη αιματολογική τοξικότητα, η δόση της δοσεταξέλης στους επόμενους κύκλους πρέπει να μειωθεί σε 65 mg/m2. Σχετικά με την προσαρμογή της δόσης της σισπλατίνης, ανατρέξτε στην αντίστοιχη περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος.
Σε συνδυασμό με καπεσιταβίνη
-
Για τις τροποποιήσεις της δόσης καπεσιταβίνης, βλέπε την περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος που αναφέρεται στην καπεσιταβίνη.
-
Για ασθενείς οι οποίοι αναπτύσσουν την πρώτη εμφάνιση τοξικότητας βαθμού 2 η οποία επιμένει κατά την επόμενη αγωγή με δοσεταξέλη/καπεσιταβίνη, η αγωγή πρέπει να καθυστερήσει μέχρι η τοξικότητα να μειωθεί σε βαθμού 0-1 και να συνεχιστεί με χορήγηση του 100% της αρχικής δόσης.
-
Για ασθενείς οι οποίοι αναπτύσσουν τη δεύτερη εμφάνιση τοξικότητας βαθμού 2 ή την πρώτη εμφάνιση τοξικότητας βαθμού 3, οποιαδήποτε χρονική περίοδο κατά τη διάρκεια του θεραπευτικού κύκλου, η θεραπεία πρέπει να καθυστερήσει μέχρι η τοξικότητα να υποχωρήσει σε βαθμού 0-1, και μετά θα πρέπει να επαναληφθεί η θεραπεία με 55 mg/m2 δοσεταξέλης.
-
Για κάθε επακόλουθη εμφάνιση τοξικότητας ή για κάθε τοξικότητα βαθμού 4, η δόση της δοσεταξέλης θα πρέπει να διακοπεί.
Για τις τροποποιήσεις της δόσης της τραστουζουμάμπης, βλέπε την περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος που αναφέρεται στην τραστουζουμάμπη.
Σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη
Εάν παρουσιαστεί επεισόδιο εμπύρετης ουδετεροπενίας, παρατεταμένης ουδετεροπενίας ή ουδετεροπενικής λοίμωξης ανεξάρτητα από τη χρήση G-CSF, η δόση της δοσεταξέλης θα πρέπει να ελαττωθεί από 75 mg/m2 σε 60 mg/m2. Εάν παρουσιαστούν επακόλουθα επεισόδια επιπλεγμένης ουδετεροπενίας η δόση της δοσεταξέλης θα πρέπει να μειωθεί από 60 mg/m2 σε 45 mg/m2. Σε περίπτωση θρομβοπενίας σταδίου 4 η δόση δοσεταξέλης θα πρέπει να ελαττωθεί από 75 σε 60 mg/m2. Δεν θα πρέπει να επαναχορηγούνται σε ασθενείς επακόλουθοι κύκλοι δοσεταξέλης μέχρις ότου τα ουδετερόφιλα επανέλθουν σε επίπεδο > 1.500 κύτταρα/mm3 και τα αιμοπετάλια επανέλθουν στο επίπεδο των > 100.000 κύτταρα/mm3. Διακόψτε τη θεραπεία εάν αυτές οι τοξικότητες εμμένουν (βλ. παράγραφο 4.4).
Συνιστώμενες δοσολογικές τροποποιήσεις για τοξικότητες σε ασθενείς υπό αγωγή με δοσεταξέλη σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη (5-FU):
| Τοξικότητα | Προσαρμογή δόσης |
| Διάρροια βαθμού 3 | Πρώτο επεισόδιο: μείωση δόσης 5-FU κατά 20%. Δεύτερο επεισόδιο: στη συνέχεια μείωση της δόσης της δοσεταξέλης κατά 20%. |
| Διάρροια βαθμού 4 | Πρώτο επεισόδιο: μείωση δόσης δοσεταξέλης και 5 -FU κατά 20%. Δεύτερο επεισόδιο: διακοπή αγωγής. |
| Στοματίτιδα/βλεννογονίτιδα βαθμού 3 | Πρώτο επεισόδιο: μείωση δόσης 5-FU κατά 20%. Δεύτερο επεισόδιο: διακοπή μόνο της 5-FU, σε όλους τους επακόλουθους κύκλους. Τρίτο επεισόδιο: μείωση της δόσης της δοσεταξέλης κατά 20%. |
| Στοματίτιδα/βλεννογονίτιδα βαθμού 4 | Πρώτο επεισόδιο: διακοπή μόνο της 5-FU, σε όλους τους επακόλουθους κύκλους. Δεύτερο επεισόδιο: μείωση της δόσης της δοσεταξέλης κατά 20%. |
Για τις προσαρμογές της δόσης στη σισπλατίνη και στην 5-φθοριοουρακίλη, βλ. την αντίστοιχη περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος.
Στις πιλοτικές μελέτες SCCHN σε ασθενείς, οι οποίοι εμφάνιζαν επιπλεγμένη ουδετεροπενία (συμπεριλαμβανομένων παρατεταμένης ουδετεροπενίας, εμπύρετης ουδετεροπενίας ή λοίμωξης), υπήρχε σύσταση για τη χρήση G-CSF για την παροχή προφυλακτικής κάλυψης (π.χ. ημέρα 6-15) σε όλους τους επακόλουθους κύκλους.
Ειδικές κατηγορίες πληθυσμών:
Ασθενείς με ηπατική βλάβη
Με βάση φαρμακοκινητικά δεδομένα για τη δοσεταξέλη ως μονοθεραπεία 100 mg/m2, σε ασθενείς με αύξηση τόσο στις τιμές των τρανσαμινασών (ALΤ και/ή AST) 1,5 φορές μεγαλύτερες από τα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα (ULN) όσο και στις τιμές της αλκαλικής φωσφατάσης 2,5 φορές μεγαλύτερες από τα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα, η προτεινόμενη δοσολογία της δοσεταξέλης είναι 75 mg/m2 (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2). Σε ασθενείς με τιμές χολερυθρίνης στο πλάσμα > ULN και/ή τιμές ALT και AST 3,5 φορές μεγαλύτερες από τα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα και τιμές της αλκαλικής φωσφατάσης 6 φορές μεγαλύτερες από τα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα, δεν μπορεί να γίνει σύσταση για μείωση της δόσεως και η δοσεταξέλη δεν πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν είναι απολύτως ενδεικνυόμενο. Σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη για τη θεραπεία ασθενών με αδενοκαρκίνωμα στομάχου, η πιλοτική κλινική μελέτη απέκλεισε ασθενείς με ALT και/ή AST > 1,5 × ULN σε συνδυασμό με αλκαλική φωσφατάση > 2,5 × ULN, και χολερυθρίνη > 1 × ULN. Για αυτούς τους ασθενείς, δεν μπορεί να συστηθεί μείωση της δόσης και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η δοσεταξέλη εκτός εάν ενδείκνυται αυστηρώς. Δεν υπάρχουν στοιχεία για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία υπό αγωγή με δοσεταξέλη σε συνδυασμό στις άλλες ενδείξεις.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της δοσεταξέλης στο ρινοφαρυγγικό καρκίνωμα σε παιδιά ηλικίας από 1 μηνός έως κάτω των 18 ετών δεν έχει ακόμη εδραιωθεί. Δεν υπάρχει σχετική χρήση της δοσεταξέλης στον παιδιατρικό πληθυσμό στις ενδείξεις του καρκίνου του μαστού, του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα, του καρκίνου του προστάτη, του γαστρικού καρκινώματος και του καρκίνου κεφαλής και τραχήλου, εξαιρουμένου του λιγότερο διαφοροποιημένου ρινοφαρυγγικού καρκινώματος τύπου ΙΙ και ΙΙΙ.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Με βάση μία φαρμακοκινητική ανάλυση που πραγματοποιήθηκε, δεν προκύπτει η ανάγκη ειδικών οδηγιών για τη χρήση της δοσεταξέλης σε ηλικιωμένους.
Κατά τον συνδυασμό με καπεσιταβίνη, σε ασθενείς 60 ετών και άνω, συνιστάται μείωση της αρχικής δόσης της καπεσιταβίνης στο 75% (βλέπε την περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος που αναφέρεται στην καπεσιταβίνη).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ασθενείς με αρχικό αριθμό ουδετεροφίλων < 1.500 κύτταρα/mm3.
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).
Επίσης ισχύουν οι αντενδείξεις των άλλων φαρμακευτικών προϊόντων, όταν αυτά συνδυάζονται με δοσεταξέλη.
Σε καρκίνο του μαστού και σε μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα η προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή η οποία συνίσταται στην από του στόματος χορήγηση κορτικοστεροειδών, όπως 16 mg δεξαμεθαζόνης ημερησίως (δηλ. 8 mg BID), για 3 ημέρες αρχίζοντας 1 ημέρα πριν από τη χορήγηση της δοσεταξέλης, εκτός αν αυτό αντενδείκνυται, δύναται να περιορίσει τη συχνότητα και τη σοβαρότητα της κατακράτησης υγρών , καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αντιδράσεων υπερευαισθησίας. Σε καρκίνο του προστάτη η προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή είναι 8 mg δεξαμεθαζόνης από του στόματος, 12 ώρες, 3 ώρες και 1 ώρα πριν από την έγχυση δοσεταξέλης (βλέπε παράγραφο 4.2).
Αιματολογία
Η ουδετεροπενία είναι η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια της δοσεταξέλης. Ο αριθμός των ουδετεροφίλων πέφτει στις κατώτερες τιμές (ναδίρ) κατά μέσον όρο την έβδομη ημέρα μετά τη χορήγηση της δοσεταξέλης, όμως αυτό το διάστημα μπορεί να είναι μικρότερο σε ασθενείς στους οποίους έχει προηγηθεί εντατική θεραπευτική αγωγή. Κατά τη διάρκεια της αγωγής με δοσεταξέλη πρέπει να διεξάγεται συχνά πλήρης αιματολογικός έλεγχος. Η δοσεταξέλη θα πρέπει να επαναχορηγείται στους ασθενείς όταν ο αριθμός των ουδετεροφίλων επανέλθει σε ένα επίπεδο > 1.500 ουδετερόφιλα /mm3 (βλέπε παράγραφο 4.2).
Σε περίπτωση σοβαρής ουδετεροπενίας (< 500 ουδετερόφιλα/mm3 για επτά ή περισσότερες ημέρες) κατά τη διάρκεια ενός κύκλου θεραπείας με δοσεταξέλη, συνιστάται μείωση της δοσολογίας για τους επόμενους κύκλους θεραπείας ή η χρήση κατάλληλης συμπτωματικής αγωγής για την αντιμετώπισή της (βλέπε παράγραφο 4.2).
Σε ασθενείς υπό αγωγή με δοσεταξέλη σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη (TCF), εμπύρετη ουδετεροπενία και ουδετεροπενική λοίμωξη παρουσιάστηκε σε χαμηλότερα ποσοστά όταν οι ασθενείς λάμβαναν προληπτικά G-CSF. Ασθενείς υπό αγωγή με TCF θα πρέπει να λαμβάνουν προληπτικά G-CSF προκειμένου να μετριαστεί ο κίνδυνος επιπλεγμένης ουδετεροπενίας (εμπύρετη
ουδετεροπενία, παρατεταμένη ουδετεροπενία ή ουδετεροπενική λοίμωξη). Ασθενείς που λαμβάνουν TCF θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).
Σε ασθενείς υπό αγωγή με δοσεταξέλη σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη και κυκλοφωσφαμίδη (TAC), εμπύρετη ουδετεροπενία ή/και ουδετεροπενική λοίμωξη παρουσιάστηκαν σε χαμηλότερα ποσοστά όταν οι ασθενείς λάμβαναν πρωτογενή προφύλαξη με G-CSF. Το ενδεχόμενο χορήγησης πρωτογενούς προφύλαξης με G-CSF θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν συμπληρωματική θεραπεία με TAC για τον καρκίνο του μαστού προκειμένου να μετριαστεί ο κίνδυνος επιπλεγμένης ουδετεροπενίας (εμπύρετη ουδετεροπενία, παρατεταμένη ουδετεροπενία ή ουδετεροπενική λοίμωξη). Ασθενείς που λαμβάνουν TAC θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την πιθανότητα εμφάνισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας ιδιαιτέρως κατά τη διάρκεια της πρώτης και της δεύτερης έγχυσης. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορεί να παρατηρηθούν μέσα σε λίγα λεπτά από την έναρξη της χορήγησης της δοσεταξέλης, συνεπώς θα πρέπει να είναι διαθέσιμα τα απαραίτητα μέσα για την αντιμετώπιση υπότασης και βρογχόσπασμου. Στην περίπτωση εμφάνισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας, τα ήπια συμπτώματα, όπως έξαψη ή εντοπισμένες δερματικές αντιδράσεις, δεν απαιτούν διακοπή της θεραπείας. Ωστόσο, σοβαρές αντιδράσεις όπως σοβαρή υπόταση, βρογχόσπασμος ή γενικευμένο εξάνθημα/ερύθημα, απαιτούν άμεση διακοπή της χορήγησης της δοσεταξέλης και κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση. Ασθενείς που έχουν παρουσιάσει σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας δεν θα πρέπει να υποβληθούν ξανά σε αγωγή με δοσεταξέλη. Ασθενείς οι οποίοι έχουν εμφανίσει προηγουμένως αντίδραση υπερευαισθησίας στην πακλιταξέλη μπορεί να διατρέχουν κίνδυνο ανάπτυξης αντίδρασης υπερευαισθησίας στη δοσεταξέλη, συμπεριλαμβανομένης της αντίδρασης υπερευαισθησίας βαρύτερης μορφής. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά την έναρξη της θεραπείας με δοσεταξέλη.
Δερματικές αντιδράσεις
Παρατηρήθηκε εντοπισμένο δερματικό ερύθημα των άκρων (παλάμες των χεριών και πέλματα των ποδιών) με οίδημα ακολουθούμενο από απολέπιση. Αναφέρθηκαν σοβαρά συμπτώματα, όπως εξανθήματα ακολουθούμενα από απολέπιση, τα οποία οδήγησαν σε προσωρινή ή μόνιμη διακοπή της αγωγής με δοσεταξέλη (βλέπε παράγραφο 4.2).
Κατακράτηση υγρών
Ασθενείς με σοβαρή κατακράτηση υγρών όπως υπεζωκοτική συλλογή, περικαρδιακή συλλογή και ασκίτη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Διαταραχές του αναπνευστικού
Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, διάμεση πνευμονία/πνευμονίτιδα, διάμεση πνευμονοπάθεια, πνευμονική ίνωση και αναπνευστική ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί και μπορεί να
σχετίζονται με θανατηφόρο έκβαση. Περιστατικά πνευμονίτιδας από ακτινοβολία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ακτινοθεραπεία.
Εάν αναπτυχθούν νέα ή επιδεινωθούν τα πνευμονικά συμπτώματα, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, να διερευνώνται άμεσα και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα. Η διακοπή της αγωγής με δοσεταξέλη συστήνεται μέχρι να είναι διαθέσιμη η διάγνωση. Έγκαιρη χρήση υποστηρικτικών μέτρων φροντίδας μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της κατάστασης. Το όφελος της επανάληψης της θεραπείας με δοσεταξέλη θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς που τους έχουν χορηγηθεί 100 mg/m2 δοσεταξέλης ως μονοθεραπεία και έχουν στον ορό τιμές τρανσαμινασών (ALΤ και/ή AST) 1,5 φορές μεγαλύτερες από τα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα και ταυτοχρόνως εμφανίζουν στον ορό τιμές αλκαλικής φωσφατάσης 2,5 φορές μεγαλύτερες από τα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα (ULN), υπάρχει υψηλότερος κίνδυνος εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών όπως θάνατοι λόγω τοξικότητας, συμπεριλαμβανομένης σηψαιμίας και γαστρεντερικής αιμορραγίας που μπορεί να είναι θανατηφόρα, εμπύρετης ουδετεροπενίας, λοιμώξεων, θρομβοπενίας, στοματίτιδας και εξασθένισης. Συνεπώς, η προτεινόμενη δοσολογία της δοσεταξέλης σε ασθενείς με υψηλές τιμές στις εξετάσεις που διεξάγονται για τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας (LFTs) είναι 75 mg/m2 και αυτές οι εξετάσεις (LFTs) πρέπει να διεξάγονται στην αρχή της θεραπείας και πριν την έναρξη κάθε κύκλου (βλέπε παράγραφο 4.2).
Σε ασθενείς με τιμές χολερυθρίνης στον ορό υψηλότερες από τα φυσιολογικά επίπεδα και/ή τιμές ALT και AST 3,5 φορές μεγαλύτερες από τα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα και οι οποίοι ταυτοχρόνως εμφανίζουν στν ορό τιμές αλκαλικής φωσφατάσης 6 φορές μεγαλύτερες από τα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα, δεν μπορεί να γίνει σύσταση για μείωση της δόσεως και η δοσεταξέλη δεν θα πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν είναι απολύτως ενδεικνυόμενο.
Σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη για τη θεραπεία ασθενών με αδενοκαρκίνωμα στομάχου, η πιλοτική κλινική μελέτη απέκλεισε ασθενείς με ALT και/ή AST > 1,5 × ULN σε συνδυασμό με αλκαλική φωσφατάση > 2,5 × ULN, και χολερυθρίνη > 1 × ULN. Για αυτούς τους ασθενείς, δεν μπορεί να συστηθεί μείωση της δόσης και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η δοσεταξέλη εκτός εάν ενδείκνυται αυστηρώς. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με ηπατική βλάβη που έλαβαν θεραπεία δοσεταξέλης σε συνδυασμό στις άλλες ενδείξεις.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας που
έλαβαν θεραπεία δοσεταξέλης.
Νευρικό σύστημα
Η ανάπτυξη σοβαρής περιφερικής νευροτοξικότητας απαιτεί μείωση της δόσης (βλέπε παράγραφο
4.2).
Kαρδιοτοξικότητα
Καρδιακή ανεπάρκεια έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν δοσεταξέλη σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη, ιδιαίτερα μετά από χημειοθεραπεία με ανθρακυκλίνη (δοξορουβικίνη ή επιρουβικίνη). Αυτή μπορεί να είναι μέτρια έως σοβαρή και έχει σχετιστεί με θάνατο (βλ. παράγραφο 4.8).
Όταν οι ασθενείς είναι υποψήφιοι για θεραπεία με δοσεταξέλη σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη θα πρέπει να υποβάλλονται σε αρχική αξιολόγηση της καρδιάς. Η καρδιακή λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται περαιτέρω κατά τη διάρκεια της θεραπείας (π.χ. κάθε τρεις μήνες), προκειμένου να βοηθήσει στην αναγνώριση των ασθενών που αναπτύσσουν καρδιακή δυσλειτουργία. Για περισσότερες λεπτομέρειες, ανατρέξτε στην περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος που αναφέρεται στην τραστουζουμάμπη.
Έχει αναφερθεί κοιλιακή αρρυθμία, συμπεριλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας (μη γνωστής συχνότητας), ενίοτε θανατηφόρος, σε ασθενείς που έλαβαν δοσεταξέλη σε συνδυασμό με άλλα σχήματα που περιλαμβάνουν δοξορουβικίνη, 5-φθοριοουρακίλη και/ή κυκλοφωσφαμίδη. Συνιστάται η καρδιολογική εκτίμηση κατά την έναρξη της αγωγής.
Οφθαλμικές διαταραχές
Κυστεοειδές οίδημα της ωχράς κηλίδας (Cystoid macular oedema, CMO) έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν δοσεταξέλη. Ασθενείς με επηρεασμένη όραση θα πρέπει να υποβληθούν σε άμεση και πλήρη οφθαλμολογική εξέταση. Σε περίπτωση που διαγνωστεί CMO, η αγωγή με δοσεταξέλη θα πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η κατάλληλη θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.8).
Άλλες προειδοποιήσεις
Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας τόσο από τους άνδρες όσο και από τις γυναίκες και για τους άνδρες τουλάχιστον για 6 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.6).
Η ταυτόχρονη χρήση δοσεταξέλης με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ., κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, τελιθρομυκίνη, και βορικοναζόλη) θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).
Επιπρόσθετες προφυλάξεις ως προς τη χρήση σε συμπληρωματική θεραπεία καρκίνου του μαστού
Επιπεπλεγμένη ουδετεροπενία
Σε ασθενείς οι οποίες παρουσιάζουν επιπεπλεγμένη ουδετεροπενία (παρατεταμένη ουδετεροπενία, εμπύρετη ουδετεροπενία ή λοίμωξη) θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η χρήση G-CSF και η μείωση της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2).
Γαστρεντερικές αντιδράσεις
Συμπτώματα όπως πρώιμο κοιλιακό άλγος και ευαισθησία, πυρετός, διάρροια με ή χωρίς ουδετεροπενία μπορεί να είναι πρώιμες εκδηλώσεις σοβαρής τοξικότητας από το γαστρεντερικό και πρέπει να εκτιμώνται και να αντιμετωπίζονται άμεσα.
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΣΚΑ)
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας καθώς και κατά την περίοδο παρακολούθησης. Σε ασθενείς που αντιμετωπίζονται με το σχήμα TAC για καρκίνο του μαστού με θετικούς λεμφαδένες, ο κίνδυνος ΣΚΑ έχει δειχθεί ότι είναι υψηλότερος κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά την αγωγή (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1).
Λευχαιμία
Σε ασθενείς που λαμβάνουν δοσεταξέλη, δοξορουβικίνη και κυκλοφωσφαμίδη (TAC), ο κίνδυνος εμφάνισης όψιμης μυελοδυσπλασίας ή μυελογενούς λευχαιμίας απαιτεί αιματολογική παρακολούθηση.
Ασθενείς με λεμφαδένες 4+
Επειδή το όφελος που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με 4+ λεμφαδένες δεν ήταν στατιστικά σημαντικό
στην ελεύθερη νόσου επιβίωση (DFS) και στη συνολική επιβίωση (OS), η θετική σχέση όφελους/κινδύνου για το TAC σε ασθενείς με λεμφαδένες 4+ δεν καταδείχθηκε πλήρως στην τελική ανάλυση (βλ. παράγραφο 5.1).
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία αναφορικά με τη χρήση της δοσεταξέλης σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη και κυκλοφωσφαμίδη σε ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 70 ετών.
Σε μια μελέτη για καρκίνο του προστάτη, από τους 333 ασθενείς στους οποίους χορηγείτο δοσεταξέλη κάθε 3 εβδομάδες, οι 209 ασθενείς ήταν ηλικίας 65 ετών ή και μεγαλύτεροι και οι 68 ασθενείς ήταν ηλικίας μεγαλύτερης των 75 ετών. Στους ασθενείς στους οποίους χορηγείτο η δοσεταξέλη κάθε 3 εβδομάδες, η επίπτωση αλλοίωσης των νυχιών που σχετίζεται με τη θεραπεία εμφανίστηκε σε ποσοστό > 10%, υψηλότερο των ασθενών που ήταν ηλικίας 65 ετών ή και μεγαλύτεροι έναντι των νεότερων ασθενών. Η επίπτωση πυρετού, διάρροιας, ανορεξίας και περιφερικού οιδήματος που σχετίζεται με τη θεραπεία εμφανίστηκε σε ποσοστό > 10%, υψηλότερο των ασθενών που ήταν ηλικίας 75 ετών ή και μεγαλύτεροι έναντι εκείνων που ήταν ηλικίας μικρότερης των 65 ετών.
Μεταξύ των 300 (221 ασθενείς από τη μελέτη φάσης ΙΙΙ και 79 ασθενείς από τη μελέτη φάσης ΙΙ) ασθενών υπό αγωγή με δοσεταξέλη σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη στη μελέτη για τον καρκίνο του στομάχου, 74 ήταν 65 ετών ή μεγαλύτεροι και 4 ασθενείς ήταν 75 ετών ή μεγαλύτεροι. Η επίπτωση των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν μεγαλύτερη στους ηλικιωμένους ασθενείς σε σύγκριση με τους νεότερους. Η επίπτωση των παρακάτω ανεπιθύμητων ενεργειών (όλοι οι βαθμοί): λήθαργος, στοματίτιδα, ουδετεροπενική λοίμωξη παρουσιάστηκε σε ποσοστά ≥ 10%, υψηλότερα σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών ή μεγαλύτερους σε σύγκριση με νεότερους ασθενείς.
Ηλικιωμένοι ασθενείς υπό αγωγή με TCF θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Έκδοχα
Για το DEMOTAXEL MONO 20 mg/1 mL:Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 50% κ.ό. αιθανόλη άνυδρη (οινόπνευμα), δηλαδή έως και 395 mg αιθανόλη άνυδρη ανά φιαλίδιο, το οποίο ισοδυναμεί με 10 mL μπύρας ή 4 mL κρασιού.
Για το DEMOTAXEL MONO 80 mg/4 mL:Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 50% κ.ό. αιθανόλη άνυδρη (οινόπνευμα), δηλαδή έως και 1,58 g αιθανόλη άνυδρη ανά φιαλίδιο, το οποίο ισοδυναμεί με 40 mL μπύρας ή 17 mL κρασιού.
Για το DEMOTAXEL MONO 160 mg/8 mL:Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 50% κ.ό. αιθανόλη άνυδρη (οινόπνευμα), δηλαδή έως και 3,16 g αιθανόλη άνυδρη ανά φιαλίδιο, το οποίο ισοδυναμεί με 80 mL μπύρας ή 33 mL κρασιού.
Βλαβερό για εκείνα τα άτομα που πάσχουν από αλκοολισμό.
Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες, παιδιά και ομάδες υψηλού κινδύνου όπως είναι οι ασθενείς με ηπατική νόσο ή επιληψία.
Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πιθανές επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Η ποσότητα οινοπνεύματος σε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να επηρεάσει τη δράση άλλων
φαρμακευτικών προϊόντων.
In vitro μελέτες έχουν δείξει ότι ο μεταβολισμός της δοσεταξέλης μπορεί να τροποποιηθεί από την ταυτόχρονη χορήγηση ουσιών οι οποίες επάγουν, αναστέλλουν ή μεταβολίζονται (και επομένως μπορεί να προκαλέσουν ανταγωνιστική αναστολή του ενζύμου) από το κυτόχρωμα P450-3Α όπως κυκλοσπορίνη, κετοκοναζόλη και ερυθρομυκίνη. Κατά συνέπεια, πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη συγχορήγηση της δοσεταξέλης με τα προαναφερθέντα φαρμακευτικά προϊόντα, διότι υπάρχει πιθανότητα σημαντικής αλληλεπίδρασης.
Στην περίπτωση συνδυασμού με αναστολείς του CYP3A4, η εμφάνιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων από την δοσεταξέλη μπορεί να αυξηθεί, ως αποτέλεσμα του μειωμένου μεταβολισμού. Εάν η ταυτόχρονη χρήση ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4 (π.χ., κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, τελιθρομυκίνη, και βορικοναζόλη) δεν μπορεί να αποφευχθεί, απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση και μία προσαρμογή της δοσολογίας της δοσεταξέλης μπορεί να είναι κατάλληλη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.4). Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη με 7 ασθενείς, η συγχορήγηση δοσεταξέλης με τον ισχυρό CYP3A4 αναστολέα κετοκοναζόλη οδηγεί σε μία σημαντική μείωση στην κάθαρση δοσεταξέλης κατά 49%.
Η φαρμακοκινητική της δοσεταξέλης σε παρουσία πρεδνιζόνης μελετήθηκε σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη. Η δοσεταξέλη μεταβολίζεται από το CYP3A4 ενώ η πρεδνιζόνη είναι γνωστό ότι επάγει το CYP3A4. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικώς σημαντική επίδραση της πρεδνιζόνης στη φαρμακοκινητική της δοσεταξέλης.
Η δοσεταξέλη συνδέεται ισχυρώς με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (> 95%). Αν και η πιθανότητα in vivo αλληλεπίδρασης της δοσεταξέλης με ταυτοχρόνως συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα δεν έχει διερευνηθεί επίσημα, in vitro αλληλεπιδράσεις της δοσεταξέλης με παράγοντες που συνδέονται ισχυρά με τις πρωτεΐνες, όπως ερυθρομυκίνη, διφαινυδραμίνη, προπρανολόλη, προπαφαινόνη, φαινυτοΐνη, σαλικυλικά, σουλφαμεθοξαζόλη και βαλπροϊκό νάτριο, δεν επηρεάσαν την πρωτεϊνική σύνδεση της δοσεταξέλη. Επιπροσθέτως, η δεξαμεθαζόνη δεν επηρέασε την πρωτεϊνική σύνδεση της δοσεταξέλης. Η δοσεταξέλη δεν επηρέασε την πρωτεϊνική σύνδεση της διγιτοξίνης.
Οι φαρμακοκινητικές της δοσεταξέλης, της δοξορουβικίνης και της κυκλοφωσφαμίδης δεν επηρεάστηκαν από τη συγχορήγησή τους. Περιορισμένα δεδομένα από μια μη ελεγχόμενη μελέτη υποδεικνύουν μια αλληλεπίδραση μεταξύ της δοσεταξέλης και της καρβοπλατίνης. Κατά τον συνδυασμό με δοσεταξέλη, η κάθαρση της καρβοπλατίνης ήταν κατά 50% περίπου υψηλότερη συγκρινόμενη με τις τιμές που είχαν αναφερθεί κατά τη μονοθεραπεία με καρβοπλατίνη.
Κυήση
Δεν υπάρχουν πληροφορίες από τη χρήση της δοσεταξέλης σε έγκυες γυναίκες. Σε αρουραίους και κουνέλια φάνηκε ότι η δοσεταξέλη είναι εμβρυοτοξική και μειώνει τη γονιμότητα στους αρουραίους. Όπως και άλλα κυτταροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα έτσι και η δοσεταξέλη μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο έμβρυο όταν χορηγηθεί σε εγκύους. Κατά συνέπεια, η δοσεταξέλη δεν πρέπει να χορηγείται στην περίοδο της εγκυμοσύνης εκτός εάν ενδείκνυται σαφώς.
Οι γυναίκες που βρίσκονται σε ηλικία τεκνοποίησης και λαμβάνουν δοσεταξέλη πρέπει να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες και να ειδοποιούν εγκαίρως τον ιατρό τους σε περίπτωση που αυτό συμβεί.
Θηλασμός
Η δοσεταξέλη είναι μία λιπόφιλη ουσία αλλά δεν είναι γνωστό κατά πόσο απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Συνεπώς, λόγω της πιθανότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο νεογνό, ο θηλασμός πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της αγωγής με δοσεταξέλη.
Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Πρέπει να χρησιμοποιείται μία αποτελεσματική μέθοδος αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Γονιμότητα
Σε μη κλινικές μελέτες, η δοσεταξέλη παρουσιάζει γονοτοξικότητα και μπορεί να επηρεάσει την ανδρική γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Επομένως, σε άνδρες που λαμβάνουν δοσεταξέλη συστήνεται να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια και για 6 μήνες μετά τη θεραπεία και να συμβουλευτούν σχετικά με τη διατήρηση σπέρματος πριν τη θεραπεία.
Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Η ποσότητα οινοπονεύματος σε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων (βλέπε παράγραφο 4.4).
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας για όλες τις ενδείξεις
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που θεωρήθηκαν ότι είναι πιθανό ή δυνατό να συνδέονται με τη χορήγηση της δοσεταξέλης συλλέχθηκαν από:
-
1.312 και 121 ασθενείς που έλαβαν 100 mg/m2 και 75 mg/m2 δοσεταξέλης ως μονοθεραπεία, αντίστοιχα.
-
258 ασθενείς που έλαβαν δοσεταξέλη σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη.
-
406 ασθενείς που έλαβαν δοσεταξέλη σε συνδυασμό με σισπλατίνη.
-
92 ασθενείς αντιμετωπίσθηκαν με την δοσεταξέλη σε συνδυασμό με την τραστουζουμάμπη.
-
255 ασθενείς που έλαβαν δοσεταξέλη σε συνδυασμό με καπεσιταβίνη.
-
332 ασθενείς που έλαβαν δοσεταξέλη σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη (παρουσιάζονται οι κλινικά σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την αγωγή).
-
1276 ασθενείς (744 και 532 από την TAX 316 και την GEICAM 9805 αντίστοιχα) που έλαβαν δοσεταξέλη σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη και κυκλοφωσφαμίδη (παρουσιάζονται οι κλινικά σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την αγωγή).
-
300 ασθενείς με αδενοκαρκίνωμα στομάχου (221 ασθενείς από τη μελέτη φάσης ΙΙΙ και 79 ασθενείς από τη μελέτη φάσης ΙΙ) που λάμβαναν δοσεταξέλη σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη (εμφανίστηκαν κλινικά σημαντικές σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
174 και 251 ασθενείς με καρκίνο κεφαλής και τραχήλου υπό αγωγή με δοσεταξέλη σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη (παρουσιάζονται οι κλινικώς σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την αγωγή).
Aυτές οι αντιδράσεις περιγράφονται εφαρμόζοντας τα Κριτήρια Συνήθους Τοξικότητας του National Institute of Canada (NCI) (βαθμός 3 = G3, βαθμός 3-4 = G3/4, βαθμός 4 = G4), την ορολογία COSTART και MedDRA. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (> 1/10), συχνές (> 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (> 1/1.000 έως< 1/100), σπάνιες (> 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά
φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις της δοσεταξέλης μόνο είναι: ουδετεροπενία [η οποία ήταν αντιστρεπτή και μη αθροιστική· Ο μέσος χρόνος για την πτώση στην ελάχιστη τιμή ήταν 7 ημέρες και η μέση διάρκεια της σοβαρής ουδετεροπενίας (< 500 ουδετερόφιλα/mm3) ήταν 7 ημέρες.], αναιμία, αλωπεκία, ναυτία, έμετος, στοματίτιδα, διάρροια και εξασθένηση. Η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών της δοσεταξέλης μπορεί να αυξηθεί όταν η δοσεταξέλη χορηγείται σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες.
Για το συνδυασμό με την τραστουζουμάμπη παρουσιάζονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες (όλοι οι βαθμοί) που αναφέρθηκαν σε ποσοστό ≥ 10%. Παρατηρήθηκε αυξημένο ποσοστό σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (40% έναντι 31%) και ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 4 (34% έναντι 23%) στο σκέλος του συνδυασμού με την τραστουζουμάμπη συγκρινόμενο με την δοσεταξέλη ως μονοθεραπεία.
Για το συνδυασμό με καπεσιταβίνη, παρουσιάζονται οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την αγωγή (≥ 5%) και αναφέρθηκαν σε μία μελέτη φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς με καρκίνο μαστού στις οποίες είχε αποτύχει η θεραπεία με ανθρακυκλίνη (βλέπε την περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος που αναφέρεται στην καπεσιταβίνη).
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρούνται συχνά με δοσεταξέλη:
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν γενικά εμφανιστεί λίγα λεπτά μετά την έναρξη της έγχυσης της δοσεταξέλης ενώ συνήθως ήταν ήπιες έως μέτριες. Τα συχνότερα αναφερθέντα συμπτώματα είναι έξαψη, εξάνθημα με ή χωρίς κνησμό, σφίξιμο στο στήθος, οσφυαλγία, δύσπνοια και πυρετός ή ρίγη. Οι σοβαρές αντιδράσεις χαρακτηρίστηκαν από υπόταση και/ή βρογχόσπασμο ή γενικευμένο εξάνθημα/ερύθημα (βλέπε παράγραφο 4.4).
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Η εμφάνιση σοβαρής περιφερικής νευροτοξικότητας απαιτεί ελάττωση της δόσης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4). Ήπια έως μέτρια νευροαισθητικά σημεία που χαρακτηρίζονται από παραισθησία, δυσαισθησία ή άλγος συμπεριλαμβανομένου αισθήματος καύσου. Νευροκινητικά φαινόμενα που χαρακτηρίζονται κυρίως από αδυναμία.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Αναστρέψιμες δερματικές αντιδράσεις παρατηρήθηκαν και χαρακτηρίστηκαν γενικά ως ήπιες ή μέτριες. Αντιδράσεις χαρακτηριζόμενες από εξάνθημα στο οποίο συμπεριλαμβάνονται εντοπισμένα εξανθήματα κυρίως στα πόδια και στα χέρια (συμπεριλαμβανόμενου σοβαρού συνδρόμου στα χέρια και στα πόδια), όπως επίσης και στους βραχίονες, το πρόσωπο ή το θώρακα και συχνά συνοδεύονται από κνησμό. Γενικά τα εξανθήματα εμφανίζονται εντός μιας εβδομάδας από την έγχυση δοσεταξέλης. Λιγότερο συχνά αναφέρθηκαν σοβαρά συμπτώματα, όπως εξανθήματα ακολουθούμενα από απολέπιση, τα οποία σπανίως οδήγησαν σε προσωρινή ή μόνιμη διακοπή της αγωγής με δοσεταξέλη (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4). Σοβαρές διαταραχές στα νύχια που χαρακτηρίζονται από υπόχρωση ή υπέρχρωση και ορισμένες φορές από άλγος και ονυχόλυση.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Οι αντιδράσεις της θέσης έγχυσης ήταν γενικά ήπιες και συμπεριέλαβαν υπέρχρωση, φλεγμονή, ερυθρότητα ή ξηρότητα του δέρματος, φλεβίτιδα ή εξαγγείωση και φλεβική εξοίδηση.
Έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών συμπεριλαμβανομένων συμβαμάτων όπως περιφερικό οίδημα και λιγότερο συχνά υπεζωκοτική συλλογή, περικαρδιακή συλλογή, ασκίτης και αύξηση βάρους. To περιφερικό οίδημα συνήθως αρχίζει από τα κάτω άκρα και μπορεί να γενικευθεί μαζί με αύξηση βάρους 3 κιλών ή παραπάνω. Η κατακράτηση υγρών είναι αθροιστική όσον αφορά τη συχνότητα και τη σοβαρότητα (βλέπε παράγραφο 4.4).
Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στον καρκίνο του μαστού για τη δοσεταξέλη 100 mg/m2ως μονοθεραπεία
| Κατηγορίες οργανικώνσυστημάτων κατάMedDRA | Πολύ συχνέςανεπιθύμητεςαντιδράσεις | Συχνές ανεπιθύμητεςαντιδράσεις | Όχι συχνέςανεπιθύμητεςαντιδράσεις |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοιμώξεις (G3/4: 5,7%, συμπεριλαμβανομένης της σηψαιμίας και της πνευμονίας, θανατηφόρες στο 1,7% των περιπτώσεων) | Λοίμωξη σχετιζόμενη με G4 ουδετεροπενία (G3/4: 4,6%) | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ουδετεροπενία (G4:76,4%), Αναιμία (G3/4: 8,9%), Εμπύρετη ουδετεροπενία | Θρομβοπενία (G4:0,2%) | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία (G3/4: 5,3%) | ||
| Διαταραχές του | Ανορεξία | ||
| μεταβολισμού και της | |||
| θρέψης | |||
| Διαταραχές του | Περιφερική αισθητική νευροπάθεια (G3: 4,1%), Περιφερική κινητική νευροπάθεια (G3/4: 4%), Δυσγευσία (σοβαρή: 0,07%) | ||
| νευρικού συστήματος | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Αρρυθμία (G3/4: 0,7%) | Καρδιακή ανεπάρκεια | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση, | ||
| Υπέρταση, | |||
| Αιμορραγία | |||
| Διαταραχές του | Δύσπνοια (σοβαρή: 2,7%) | ||
| αναπνευστικού | |||
| συστήματος, του | |||
| θώρακα και του | |||
| μεσοθωράκιου | |||
| Διαταραχές του | Στοματίτιδα (G3/4: 5,3%), Διάρροια (G3/4: 4%), Ναυτία (G3/4: 4%), Έμετος (G3/4: 3%) | Δυσκοιλιότητα | Οισοφαγίτιδα (σοβαρή: 0,4%) |
| γαστρεντερικού | (σοβαρή: 0,2%), | ||
| Κοιλιακό άλγος | |||
| (σοβαρό: 1%), | |||
| Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα | |||
| (σοβαρή: 0,3%) | |||
| Διαταραχές του | Αλωπεκία, | ||
| δέρματος και του | Δερματικές αντιδράσεις | ||
| υποδόριου ιστού | (G3/4: 5,9%), Διαταραχές των ονύχων | ||
| (σοβαρές: 2,6%) | |||
| Διαταραχές του | Μυαλγία (σοβαρή: 1,4%) | Αρθραλγία | |
| μυοσκελετικού | |||
| συστήματος και του | |||
| συνδετικού ιστού | |||
| Κατηγορίες οργανικώνσυστημάτων κατάMedDRA | Πολύ συχνέςανεπιθύμητεςαντιδράσεις | Συχνές ανεπιθύμητεςαντιδράσεις | Όχι συχνέςανεπιθύμητεςαντιδράσεις |
| Γενικές διαταραχές και | Κατακράτηση υγρών | Αντιδράσεις της θέσης | |
| καταστάσεις της οδού | (σοβαρή: 6,5%), | έγχυσης, | |
| χορήγησης | Εξασθένηση (σοβαρή: | Θωρακικό άλγος που | |
| 11,2%), | δεν σχετίζεται με την | ||
| Άλγος | καρδιά (σοβαρό: 0,4%) | ||
| Παρακλινικές εξετάσεις | G3/4 Αύξηση της χολερυθρίνης αίματος (< 5%), G3/4 Αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης αίματος (< 4%), G3/4 Αύξηση της AST (< 3%), G3/4 Αύξηση της ALT (< 2%) | ||
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων στον καρκίνο του μαστού για τη δοσεταξέλη 100 mg/m2ως μονοθεραπεία.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Σπάνιες: Αιμορραγικά επεισόδια συνδεόμενα με βαθμού 3/4 θρομβοπενία.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Δεδομένα αναστρεψιμότητας είναι διαθέσιμα για το 35,3% των ασθενών που ανέπτυξαν νευροτοξικότητα μετά τη χορήγηση μονοθεραπείας δοσεταξέλης 100 mg/m2. Αυτά τα περιστατικά αναστράφηκαν αυτομάτως εντός 3 μηνών.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Πολύ σπάνιες: Μία περίπτωση αλωπεκίας η οποία δεν ήταν αναστρέψιμη στο τέλος της μελέτης. Το 73% των δερματικών αντιδράσεων ήταν αναστρέψιμες μέσα σε 21 ημέρες.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Η μέση αθροιστική δόση έως τη διακοπή της θεραπείας ήταν πάνω από 1.000 mg/m2 και ο μέσος χρόνος έως την αναστροφή της κατακράτησης υγρών ήταν 16,4 εβδομάδες (εύρος 0 έως 42 εβδομάδες). Η έναρξη μέτριας και σοβαρής κατακράτησης υγρών καθυστερεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε προκαταρκτική αγωγή (μέση αθροιστική δόση: 818,9 mg/m2) σε σύγκριση με ασθενείς που δεν υποβλήθηκαν σε προκαταρκτική αγωγή (μέση αθροιστική δόση: 489,7 mg/m2). Εντούτοις, έχει αναφερθεί σε μερικούς ασθενείς κατά τη διάρκεια των πρώτων κύκλων της θεραπείας.
Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα για τη δοσεταξέλη 75 mg/m² ως μονοθεραπεία
| Κατηγορίες οργανικών | Πολύ συχνές ανεπιθύμητες | Συχνές ανεπιθύμητες |
| συστημάτων κατά MedDRA | αντιδράσεις | αντιδράσεις |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοιμώξεις (G3/4: 5%) | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού | Ουδετεροπενία (G4: 54,2%), | Εμπύρετη ουδετεροπενία |
| και του λεμφικού συστήματος | Αναιμία (G3/4: 10,8%), Θρομβοπενία (G4: 1,7%) | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού | Υπερευαισθησία (όχι σοβαρή) | |
| συστήματος | ||
| Διαταραχές του μεταβολισμού | Ανορεξία | |
| και της θρέψης | ||
| Διαταραχές του νευρικού | Περιφερική αισθητική | Περιφερική κινητική |
| συστήματος | νευροπάθεια (G3/4: 0,8%) | νευροπάθεια (G3/4: 2,5%) |
| Καρδιακές διαταραχές | Αρρυθμία (όχι σοβαρή) | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία (G3/4: 3,3%), | Δυσκοιλιότητα |
| Στοματίτιδα (G3/4: 1,7%), | ||
| Έμετος (G3/4: 0,8%), | ||
| Διάρροια (G3/4: 1,7%) | ||
| Διαταραχές του δέρματος και | Αλωπεκία, Δερματικές αντιδράσεις (G3/4: 0,8%) | Διαταραχές των ονύχων |
| του υποδόριου ιστού | (σοβαρές: 0,8%) | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού | Μυαλγία | |
| συστήματος και του συνδετικού | ||
| ιστού | ||
| Γενικές διαταραχές και | Εξασθένηση (σοβαρή: 12,4%), Κατακράτηση υγρών (σοβαρή: 0,8%), Άλγος | |
| καταστάσεις της οδού | ||
| χορήγησης | ||
| Παρακλινικές εξετάσεις | G3/4 Αύξηση της χολερυθρίνης αίματος (< 2%) |
Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στον καρκίνο του μαστού για τη
δοσεταξέλη 75 mg/m² σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη
| Κατηγορίες οργανικών | Πολύ συχνές | Συχνές ανεπιθύμητες | Όχι συχνές |
| συστημάτων κατά | ανεπιθύμητες | αντιδράσεις | ανεπιθύμητες |
| MedDRA | αντιδράσεις | αντιδράσεις | |
| Λοιμώξεις και | Λοίμωξη (G3/4: 7,8%) | ||
| παρασιτώσεις | |||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ουδετεροπενία (G4: 91,7%), Αναιμία (G3/4: 9,4%), Εμπύρετη ουδετεροπενία, Θρομβοπενία (G4:0,8%) | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία (G3/4: 1,2%) | ||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Ανορεξία | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Περιφερική αισθητική νευροπάθεια (G3:0,4%) | Περιφερική κινητική νευροπάθεια (G3/4: 0,4%) | |
| Καρδιακές διαταραχές | Καρδιακή ανεπάρκεια, Αρρυθμία (όχι σοβαρή) | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση | ||
| Διαταραχές του | Ναυτία (G3/4: 5%), Στοματίτιδα (G3/4: 7,8%), Διάρροια (G3/4: 6,2%), Έμετος (G3/4: 5%), Δυσκοιλιότητα | ||
| γαστρεντερικού | |||
| Διαταραχές του | Αλωπεκία, | ||
| δέρματος και του | Διαταραχές των ονύχων | ||
| υποδόριου ιστού | (σοβαρές: 0,4%), Δερματικές αντιδράσεις | ||
| (όχι σοβαρές) | |||
| Διαταραχές του | Μυαλγία | ||
| μυοσκελετικού | |||
| συστήματος και του | |||
| συνδετικού ιστού | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Εξασθένηση (σοβαρή: 8,1%), Κατακράτηση υγρών (σοβαρή: 1,2%), Άλγος | Αντιδράσεις της θέσης έγχυσης | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | G3/4 Αύξηση της χολερυθρίνης αίματος (< 2,5%), G3/4 Αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης αίματος (< 2,5%) | G3/4 Αύξηση της AST (< 1%), G3/4 Αύξηση της ALT (< 1%) |
Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του
πνεύμονα για τη δοσεταξέλη 75 mg/m² σε συνδυασμό με σισπλατίνη
| Κατηγορίες οργανικών | Πολύ συχνές | Συχνές ανεπιθύμητες | Όχι συχνές |
| συστημάτων κατά | ανεπιθύμητες | αντιδράσεις | ανεπιθύμητες |
| MedDRA | αντιδράσεις | αντιδράσεις | |
| Λοιμώξεις και | Λοίμωξη (G3/4: 5,7%) | ||
| παρασιτώσεις | |||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ουδετεροπενία (G4: 51,5%), Αναιμία (G3/4: 6,9%), Θρομβοπενία (G4:0,5%) | Εμπύρετη ουδετεροπενία | |
| Διαταραχές του | Υπερευαισθησία (G3/4: | ||
| ανοσοποιητικού | 2,5%) | ||
| συστήματος | |||
| Διαταραχές του | Ανορεξία | ||
| μεταβολισμού και της | |||
| θρέψης | |||
| Διαταραχές του | Περιφερική αισθητική νευροπάθεια (G3:3,7%), Περιφερική κινητική νευροπάθεια (G3/4: 2%) | ||
| νευρικού συστήματος | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Αρρυθμία (G3/4: 0,7%) | Καρδιακή ανεπάρκεια | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση (G3/4: 0,7%) | ||
| Διαταραχές του | Ναυτία (G3/4: 9,6%), | Δυσκοιλιότητα | |
| γαστρεντερικού | Έμετος (G3/4: 7,6%), | ||
| Διάρροια (G3/4: 6,4%), | |||
| Στοματίτιδα (G3/4: 2%) | |||
| Διαταραχές του | Αλωπεκία, | ||
| δέρματος και του | Διαταραχές των ονύχων | ||
| υποδόριου ιστού | (σοβαρές: 0,7%), Δερματικές αντιδράσεις | ||
| (G3/4: 0,2%) | |||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυαλγία (σοβαρή: 0,5%) | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Εξασθένηση (σοβαρή: 9,9%), Κατακράτηση υγρών (σοβαρή: 0,7%), Πυρετός (G3/4: 1,2%) | Αντιδράσεις της θέσης έγχυσης, Άλγος | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | G3/4 Αύξηση της χολερυθρίνης αίματος (2,1%), G3/4 Αύξηση της ALT (1,3%) | G3/4 Αύξηση της AST (0,5%), G3/4 Αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης αίματος (0,3%) |
Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στον καρκίνο του μαστού για τη
δοσεταξέλη 100 mg/m² σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη
| Κατηγορίες οργανικώνσυστημάτων κατά MedDRA | Πολύ συχνές ανεπιθύμητεςαντιδράσεις | Συχνές ανεπιθύμητεςαντιδράσεις |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ουδετεροπενία (G3/4: 32%), Εμπύρετη ουδετεροπενία (συμπεριλαμβάνεται η ουδετεροπενία που σχετίζεται με τον πυρετό και τη χρήση αντιβιοτικών) ή ουδετεροπενική σηψαιμία | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Ανορεξία | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Αϋπνία | |
| Διαταραχές του νευρικού | Παραισθησία, κεφαλαλγία, | |
| συστήματος | δυσγευσία, υπαισθησία | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Δακρύρροια αυξημένη, | |
| επιπεφυκίτιδα | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Καρδιακή ανεπάρκεια | |
| Αγγειακές διαταραχές | Λεμφοίδημα | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού | Επίσταξη, φαρυγγολαρυγγικό | |
| συστήματος,του θώρακα και του | άλγος, ρινοφαρυγγίτιδα, | |
| μεσοθωράκιου | δύσπνοια, βήχας, ρινόρροια | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία, διάρροια, έμετος, | |
| δυσκοιλιότητα, στοματίτιδα, | ||
| δυσπεψία, κοιλιακό άλγος | ||
| Διαταραχές του δέρματος και | Αλωπεκία, ερύθημα, εξάνθημα, | |
| του υποδόριου ιστού | διαταραχές των ονύχων | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού | Μυαλγία, αρθραλγία, άλγος στα | |
| συστήματος και του συνδετικού | άκρα, οστικός πόνος, οσφυαλγία | |
| ιστού | ||
| Γενικές διαταραχές και | Εξασθένηση, περιφερικό | Λήθαργος |
| καταστάσεις της οδού | οίδημα, πυρετός, κόπωση, | |
| χορήγησης | φλεγμονή βλεννογόνου, άλγος, | |
| νόσος ομοιάζουσα με γρίππη, | ||
| θωρακικό άλγος, ρίγη | ||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αύξηση σωματικού βάρους |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων στον καρκίνο του μαστού για τη δοσεταξέλη 100 mg/m² σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Πολύ συχνές: Η τοξικότητα του αίματος ήταν αυξημένη στις ασθενείς που έλαβαν τραστουζουμάμπη και δοσεταξέλη συγκρινόμενη με την δοσεταξέλη ως μονοθεραπεία (32% ουδετεροπενία βαθμού 3/4 έναντι 22%, εφαρμόζοντας τα κριτήρια NCI-CTC). Αυτό είναι πιθανό να αποτελεί υποτίμηση της κατάστασης εφόσον η δοσεταξέλη μόνη της σε δόση 100 mg/m2 είναι γνωστό ότι οδηγεί σε ουδετεροπενία στο 97% των ασθενών, 76% βαθμού 4, με βάση τις χαμηλότερες αιματολογικές εξετάσεις. Η συχνότητα εμπύρετης ουδετεροπενίας/ουδετεροπενικής σηψαιμίας επίσης αυξήθηκε σε ασθενείς που έλαβαν Herceptin μαζί με δοσεταξέλη (23% έναντι 17% των ασθενών που έλαβαν δοσεταξέλη ως μονοθεραπεία).
Καρδιακές διαταραχές
Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια αναφέρθηκε στο 2,2% των ασθενών που έλαβαν δοσεταξέλη μαζί με τραστουζουμάμπη συγκρινόμενη με 0% των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε δοσεταξέλη ως μονοθεραπεία. Στο σκέλος της δοσεταξέλης μαζί με τραστουζουμάμπη ποσοστό 64% έλαβαν προηγουμένως ανθρακυκλίνη ως συμπληρωματική θεραπεία σε σύγκριση με ποσοστό 55% στο σκέλος της δοσεταξέλης, ως μονοθεραπεία.
Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στον καρκίνο του μαστού για τη
δοσεταξέλη 75 mg/m² σε συνδυασμό με καπεσιταβίνη
| Κατηγορίες οργανικών | Πολύ συχνές ανεπιθύμητες | Συχνές ανεπιθύμητες |
| συστημάτων κατά MedDRA | αντιδράσεις | αντιδράσεις |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Καντιντίαση του στόματος | |
| (G3/4: < 1%) | ||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού | Ουδετεροπενία (G3/4: 63%), | Θρομβοπενία (G3/4: 3%) |
| και του λεμφικού συστήματος | Αναιμία (G3/4: 10%) | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού | Ανορεξία (G3/4: 1%), | Αφυδάτωση (G3/4: 2%) |
| και της θρέψης | Μειωμένη όρεξη | |
| Διαταραχές του νευρικού | Δυσγευσία (G3/4: < 1%), | Ζάλη, Κεφαλαλγία (G3/4: < 1%), Περιφερική νευροπάθεια |
| συστήματος | Παραισθησία (G3/4: < 1%) | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Δακρύρροια αυξημένη | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού | Φαρυγγολαρυγγικό άλγος | Δύσπνοια (G3/4: 1%), |
| συστήματος, του θώρακα και | (G3/4: 2%) | Βήχας (G3/4: < 1%), |
| του μεσοθωράκιου | Επίσταξη (G3/4: < 1%) | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Στοματίτιδα (G3/4: 18%), | Άλγος άνω κοιλιακής χώρας, |
| Διάρροια (G3/4: 14%), | Ξηροστομία | |
| Ναυτία (G3/4: 6%), | ||
| Έμετος (G3/4: 4%), | ||
| Δυσκοιλιότητα (G3/4: 1%), | ||
| Κοιλιακό άλγος (G3/4: 2%), | ||
| Δυσπεψία | ||
| Διαταραχές του δέρματος και | Σύνδρομο χεριού-ποδιού (G3/4: | Δερματίτιδα, |
| του υποδόριου ιστού | 24%), | Ερυθηματώδες εξάνθημα (G3/4: |
| Αλωπεκία (G3/4: 6%), | < 1%), | |
| Διαταραχές των ονύχων (G3/4: | Δυσχρωματισμός ονύχων, | |
| 2%) | Ονυχόλυση (G3/4: 1%) | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού | Μυαλγία (G3/4: 2%), | Άλγος στα άκρα (G3/4: < 1%), |
| συστήματος και του συνδετικού | Αρθραλγία (G3/4: 1%) | Οσφυαλγία (G3/4: 1%) |
| ιστού | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Εξασθένηση (G3/4: 3%), Πυρετός (G3/4: 1%), Κόπωση/αδυναμία (G3/4: 5%), Περιφερικό οίδημα (G3/4: 1%) | Λήθαργος, Άλγος |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μειωμένο σωματικό βάρος, G3/4 Αύξηση της χολερυθρίνης αίματος (9%) |
Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στον καρκίνο του προστάτη για τη δοσεταξέλη 75 mg/m² σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη
| Κατηγορίες οργανικών | Πολύ συχνές ανεπιθύμητες | Συχνές ανεπιθύμητες |
| συστημάτων κατά MedDRA | αντιδράσεις | αντιδράσεις |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοίμωξη (G3/4: 3,3%) | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού | Ουδετεροπενία (G3/4: 32%), | Θρομβοπενία (G3/4: 0,6%), |
| και του λεμφικού συστήματος | Αναιμία (G3/4: 4,9%) | Εμπύρετη ουδετεροπενία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού | Υπερευαισθησία (G3/4: 0,6%) | |
| συστήματος | ||
| Διαταραχές του μεταβολισμού | Ανορεξία (G3/4: 0,6%) | |
| και της θρέψης | ||
| Διαταραχές του νευρικού | Περιφερική αισθητική | Περιφερική κινητική |
| συστήματος | νευροπάθεια (G3/4: 1,2%), | νευροπάθεια (G3/4: 0%) |
| Δυσγευσία (G3/4: 0%) | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Δακρύρροια αυξημένη | |
| (G3/4: 0,6%) | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Μείωση της λειτουργίας της | |
| αριστερής κοιλίας της καρδιάς | ||
| (G3/4: 0,3%) | ||
| Διαταραχές του αναπνευστικού | Επίσταξη (G3/4: 0%), | |
| συστήματος, του θώρακα και | Δύσπνοια (G3/4: 0,6%), | |
| του μεσοθωράκιου | Βήχας (G3/4: 0%) | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία (G3/4: 2,4%), | |
| Διάρροια (G3/4: 1,2%), | ||
| Στοματίτιδα/Φαρυγγίτιδα (G3/4: | ||
| 0,9%), | ||
| Έμετος (G3/4: 1,2%) | ||
| Διαταραχές του δέρματος και | Αλωπεκία, | Αποφολιδωτικό εξάνθημα |
| του υποδόριου ιστού | Διαταραχές των ονύχων (όχι | (G3/4: 0,3%) |
| σοβαρές) | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού | Αρθραλγία (G3/4: 0,3%), | |
| συστήματος και του συνδετικού | Μυαλγία (G3/4: 0,3%) | |
| ιστού | ||
| Γενικές διαταραχές και | Κόπωση (G3/4: 3,9%), | |
| καταστάσεις της οδού | Κατακράτηση υγρών (σοβαρή: | |
| χορήγησης | 0,6%) |
Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στην επικουρική θεραπεία με δοσεταξέλη 75 mg/m² σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη και κυκλοφωσφαμίδη σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και θετικούς λεμφαδένες (TAX 316) ή αρνητικούς λεμφαδένες (GEICAM 9805) - συγκεντρωτικά δεδομένα
| Κατηγορίες οργανικών | Πολύ συχνές | Συχνές ανεπιθύμητες | Όχι συχνές |
| συστημάτων κατά | ανεπιθύμητες | αντιδράσεις | ανεπιθύμητες |
| MedDRA | αντιδράσεις | αντιδράσεις | |
| Λοιμώξεις και | Λοίμωξη (G3/4: 2,4%), | ||
| παρασιτώσεις | Ουδετεροπενική | ||
| λοίμωξη (G3/4: 2,6%) | |||
| Διαταραχές του | Αναιμία (G3/4: 3%), Ουδετεροπενία (G3/4: 59,2%), Θρομβοπενία (G3/4: 1,6%), Εμπύρετη ουδετεροπενία (G3/4: NA) | ||
| αιμοποιητικού και του | |||
| λεμφικού συστήματος | |||
| Διαταραχές του | Υπερευαισθησία (G3/4: | ||
| ανοσοποιητικού | 0,6%) | ||
| συστήματος | |||
| Διαταραχές του | Ανορεξία (G3/4: 1,5%) | ||
| μεταβολισμού και της | |||
| θρέψης | |||
| Διαταραχές του | Δυσγευσία (G3/4: | Περιφερική κινητική | Συγκοπή (G3/4: 0%) |
| νευρικού συστήματος | 1,5%), | νευροπάθεια (G3/4: | Νευροτοξικότητα |
| Περιφερική αισθητική | 0%) | (G3/4: 0%) | |
| νευροπάθεια (G3/4: | Υπνηλία (G3/4: 0%) | ||
| <0,1%) | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Επιπεφυκίτιδα (G3/4: | Αυξημένη δακρύρροια | |
| <0,1%) | (G3/4: <0,1%), | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Αρρυθμία (G3/4: 0,2%), | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Εξάψεις (G3/4: 0,5%) | Υπόταση (G3/4: 0%) | Λεμφοίδημα (G3/4: |
| Φλεβίτιδα (G3/4: 0%), | 0%) | ||
| Διαταραχές του | Βήχας (G3/4: 0%) | ||
| αναπνευστικού | |||
| συστήματος, του | |||
| θώρακα και του | |||
| μεσοθωράκιου | |||
| Διαταραχές του | Ναυτία (G3/4: 5,0%), | Κοιλιακό άλγος (G3/4: | |
| γαστρεντερικού | Στοματίτιδα (G3/4: | 0,4%) | |
| 6,0%), | |||
| Έμετος (G3/4: 4,2%), | |||
| Διάρροια (G3/4: 3,4%), | |||
| Δυσκοιλιότητα (G3/4: | |||
| 0,5%) | |||
| Διαταραχές του | Αλωπεκία ( | ||
| δέρματος και του | εμμένουσα: <3% ), | ||
| υποδόριου ιστού | Διαταραχή του | ||
| δέρματος (G3/4: 0,6%), Διαταραχές των ονύχων | |||
| (G3/4: 0,4%) | |||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυαλγία (G3/4: 0,7%), Αρθραλγία (G3/4: 0,2%) | ||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Αμηνόρροια (G3/4: NA) | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Εξασθένηση (G3/4: 10,0%), Πυρεξία (G3/4: NA), Περιφερικό οίδημα (G3/4: 0,2%) | ||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αύξηση σωματικού βάρους (G3/4: 0%) Μείωση σωματικού βάρους (G3/4: 0,2%) |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων στην επικουρική θεραπεία με δοσεταξέλη 75 mg/m² σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη και κυκλοφωσφαμίδη σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και θετικούς λεμφαδένες (TAX 316) ή αρνητικούς λεμφαδένες (GEICAM 9805)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης παρατηρήθηκε ότι η περιφερική αισθητική νευροπάθεια συνεχιζόταν σε 10 ασθενείς από τις 84 που είχαν εμφανίσει περιφερική αισθητική νευροπάθεια στο τέλος της χημειοθεραπείας στη μελέτη του καρκίνου του μαστού με θετικούς λεμφαδένες (TAX316).
Καρδιακές διαταραχές
Στη μελέτη TAX316, 26 ασθενείς (3,5%) στο σκέλος TAC και 17 ασθενείς (2,3%) στο σκέλος FAC εμφάνισαν συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Όλες εκτός από μια ασθενή σε κάθε σκέλος διαγνώστηκαν με ΣΚΑ σε περισσότερο από 30 ημέρες από την περίοδο της αγωγής. Δύο ασθενείς στο σκέλος TAC και 4 ασθενείς στο σκέλος FAC απεβίωσαν λόγω καρδιακής ανεπάρκειας.
Στη μελέτη GEICAM9805, 3 ασθενείς (0,6%) στο σκέλος TAC και 3 ασθενείς (0,6%) στο σκέλος FAC ανέπτυξαν συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια κατά την περίοδο παρακολούθησης. Ένας ασθενής στο σκέλος TAC απεβίωσε λόγω διατατικής μυοκαρδιοπάθειας.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Στη μελέτη TAX316, αλωπεκία που επέμεινε στη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης μετά το τέλος της χημειοθεραπείας παρατηρήθηκε σε 687 από τους 744 ασθενείς σε TAC και σε 645 από τους 736 ασθενείς σε FAC.
Στο τέλος της περιόδου παρακολούθησης (πραγματική διάμεση περίοδος παρακολούθησης 96 μηνών) η αλωπεκία παρατηρήθηκε ότι συνεχιζόταν σε 29 ασθενείς TAC (3,9%) και 16 ασθενείς FAC (2,2%).
Στη μελέτη GEICAM 9805, η αλωπεκία παρέμεινε στην περίοδο παρακολούθησης (διάμεση περίοδος παρακολούθησης 10 ετών και 5 μηνών) και παρατηρήθηκε ότι συνεχιζόταν σε 49 ασθενείς (9,2%) στο σκέλος TAC και σε 35 ασθενείς (6,7%) στο σκέλος FAC. Η αλωπεκία που σχετιζόταν με το φάρμακο της μελέτης ξεκίνησε ή επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης σε 42 ασθενείς (7,9%) στο σκέλος TAC και σε 30 ασθενείς (5,8%) στο σκέλος FAC.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης παρατηρήθηκε ότι η αμηνόρροια συνεχιζόταν σε 121 ασθενείς από τις 202 που είχαν εμφανίσει αμηνόρροια στο τέλος της χημειοθεραπείας στη μελέτη TAX316.
Στη μελέτη GEICAM 9805, η αμηνόρροια παρέμεινε στην περίοδο παρακολούθησης (διάμεση περίοδος παρακολούθησης 10 ετών και 5 μηνών) και παρατηρήθηκε ότι συνεχιζόταν σε 18 ασθενείς (3,4%) στο σκέλος TAC και σε 5 ασθενείς (1,0%) στο σκέλος FAC.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Στη μελέτη TAX316, παρατηρήθηκε ότι το περιφερικό οίδημα συνεχιζόταν σε 19 ασθενείς από τις 119 που είχαν εμφανίσει περιφερικό οίδημα στο σκέλος TAC και 4 ασθενείς από τις 23 ασθενείς με περιφερικό οίδημα στο σκέλος FAC.
Στη μελέτη GEICAM 9805, παρατηρήθηκε ότι το λεμφοίδημα συνεχιζόταν σε 4 από τις 5 ασθενείς
στο σκέλος TAC και σε 1 από τις 2 ασθενείς στο σκέλος FAC στο τέλος της χημειοθεραπείας και δεν
υποχώρησε κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης (διάμεση περίοδος παρακολούθησης 10
ετών και 5 μηνών). Η εξασθένιση παρέμεινε στην περίοδο παρακολούθησης (διάμεση περίοδος
παρακολούθησης 10 ετών και 5 μηνών) και παρατηρήθηκε ότι συνεχιζόταν σε 12 ασθενείς (2,3%)
στο σκέλος TAC και σε 4 ασθενείς (0,8%) στο σκέλος FAC.
Οξεία λευχαιμία/Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο
Μετά από 10 χρόνια παρακολούθησης στη μελέτη TAX316, οξεία λευχαιμία αναφέρθηκε σε 4 από τις 744 ασθενείς σε TAC και σε 1 από τις 736 ασθενείς σε FAC. Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο αναφέρθηκε σε 2 από τις 744 ασθενείς σε TAC και σε 1 από τις 736 ασθενείς σε FAC.
Μετά από περίοδο παρακολούθησης 10 ετών της μελέτης GEICAM 9805, οξεία λευχαιμία παρουσιάστηκε σε 1 από τις 532 (0,2%) ασθενείς στο σκέλος TAC. Δεν αναφέρθηκαν περιστατικά σε ασθενείς στο σκέλος FAC. Δεν διαγνώστηκε καμία ασθενής με μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο σε καμία από τις ομάδες θεραπείας.
Επιπλοκές της ουδετεροπενίας
Ο πίνακας που δίνεται πιο κάτω καταδεικνύει ότι η επίπτωση της ουδετεροπενίας βαθμού 4, της εμπύρετης ουδετεροπενίας και της ουδετεροπενικής λοίμωξης ήταν μειωμένη σε ασθενείς που λάμβαναν πρωτογενή προφύλαξη με G-CSF αφού κατέστη υποχρεωτική στο σκέλος TAC – μελέτη GEICAM.
Ουδετεροπενικές επιπλοκές σε ασθενείς που λάμβαναν TAC με ή χωρίς πρωτογενή προφύλαξη με G-CSF (GEICAM 9805)
| Χωρίς πρωτογενή προφύλαξη με G-CSF(n = 111)n (%) | Με πρωτογενή προφύλαξη με G-CSF(n = 421)n (%) | |
| Ουδετεροπενία (Βαθμού 4) | 104 (93,7) | 135 (32,1) |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | 28 (25,2) | 23 (5,5) |
| Ουδετεροπενική λοίμωξη | 14 (12,6) | 21 (5,0) |
| Ουδετεροπενική λοίμωξη (Βαθμού 3-4) | 2 (1,8) | 5 (1,2) |
Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στο αδενοκαρκίνωμα στομάχου για τη δοσεταξέλη 75 mg/m² σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη
| Κατηγορίες οργανικών | Πολύ συχνές ανεπιθύμητες | Συχνές ανεπιθύμητες |
| συστημάτων κατά MedDRA | αντιδράσεις | αντιδράσεις |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Ουδετεροπενική λοίμωξη, | |
| Λοίμωξη (G3/4: 11,7%) | ||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού | Αναιμία (G3/4: 20,9%), | |
| και του λεμφικού συστήματος | Ουδετεροπενία (G3/4: 83,2%), | |
| Θρομβοπενία (G3/4: 8,8%), | ||
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού | Υπερευαισθησία (G3/4: 1,7%) | |
| συστήματος | ||
| Διαταραχές του μεταβολισμού | Ανορεξία (G3/4: 11,7%) | |
| και της θρέψης | ||
| Διαταραχές του νευρικού | Περιφερική αισθητική | Ζάλη (G3/4: 2,3%), |
| συστήματος | νευροπάθεια (G3/4: 8,7%) | Περιφερική κινητική |
| νευροπάθεια (G3/4: 1,3%) | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Δακρύρροια αυξημένη (G3/4: | |
| 0%) | ||
| Διαταραχές του ωτός και του | Έκπτωση της ακουστικής | |
| λαβυρίνθου | οξύτητας (G3/4: 0%) | |
| Καρδιακές διαταραχές | Αρρυθμία (G3/4: 1,0%) | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια (G3/4: 19,7%), Ναυτία (G3/4: 16%), Στοματίτιδα (G3/4: 23,7%), Έμετος (G3/4: 14,3%) | Δυσκοιλιότητα (G3/4: 1,0%), Γαστρεντερικό άλγος (G3/4: 1,0%), Οισοφαγίτιδα/δυσφαγία/οδυνο-φαγία (G3/4: 0,7%) |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αλωπεκία (G3/4: 4,0%) | Εξάνθημα κνησμώδες (G3/4: 0,7%), Διαταραχές των ονύχων (G3/4: 0,7%), Δερματική απολέπιση (G3/4: 0%) |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Λήθαργος (G3/4: 19,0%), Πυρετός (G3/4: 2,3%), Κατακράτηση υγρών (σοβαρή/απειλητική για τη ζωή: 1%) |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων στο αδενοκαρκίνωμα στομάχου για τη δοσεταξέλη 75 mg/m² σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Εμπύρετη ουδετεροπενία και ουδετεροπενική λοίμωξη παρουσιάστηκε σε 17,2% και 13,5% των ασθενών αντίστοιχα, ανεξάρτητα από τη χρήση G-CSF. Το G-CSF χρησιμοποιήθηκε για δευτερογενή πρόληψη σε 19,3% των ασθενών (10,7% των κύκλων). Εμπύρετη ουδετεροπενία και ουδετεροπενική λοίμωξη παρουσιάστηκε σε 12,1% και 3,4% των ασθενών αντίστοιχα όταν οι ασθενείς έλαβαν προληπτικά G-CSF, σε 15,6% και 12,9% των ασθενών χωρίς προληπτική χρήση G-CSF (βλ. παράγραφο 4.2).
Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στον καρκίνο κεφαλής και τραχήλου για τη δοσεταξέλη 75 mg/m² σε συνδυασμό με σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη
-
Εισαγωγή χημειοθεραπείας ακολουθούμενη από ακτινοθεραπεία (ΤΑΧ 323)
| Κατηγορίες οργανικώνσυστημάτων κατάMedDRA | Πολύ συχνέςανεπιθύμητεςαντιδράσεις | Συχνές ανεπιθύμητεςαντιδράσεις | Όχι συχνέςανεπιθύμητεςαντιδράσεις |
| Λοιμώξεις και | Λοίμωξη (G3/4: 6,3%), | ||
| παρασιτώσεις | Ουδετεροπενική | ||
| λοίμωξη | |||
| Νεοπλάσματα καλοήθη, | Καρκινικό άλγος (G3/4: | ||
| κακοήθη και μη | 0,6%) | ||
| καθορισμένα | |||
| (περιλαμβάνονται | |||
| κύστεις και πολύποδες) | |||
| Διαταραχές του | Ουδετεροπενία (G 3/4: | Εμπύρετη | |
| αιμοποιητικού και του | 76,3%), | ουδετεροπενία | |
| λεμφικού συστήματος | Αναιμία (G 3/4: 9,2%), | ||
| Θρομβοπενία (G 3/4: | |||
| 5,2%) | |||
| Διαταραχές του | Υπερευαισθησία (όχι | ||
| ανοσοποιητικού | σοβαρή) | ||
| συστήματος | |||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Ανορεξία (G3/4: 0,6%) | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Δυσγευσία/Παροσμία, Περιφερική αισθητική νευροπάθεια (G 3/4: 0,6%) | Ζάλη | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Αυξημένη δακρύρροια, Επιπεφυκίτιδα | ||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Ισχαιμία του μυοκαρδίου (G3/4: 1,7%) | Αρρυθμία (G3/4: 0,6%) | |
| Αγγειακές διαταραχές | Φλεβική διαταραχή (G3/4: 0,6%) | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία (G 3/4: 0,6%), Στοματίτιδα (G 3/4: 4,0%), Διάρροια (G 3/4: 2,9%), Έμετος (G 3/4: 0,6%) | Δυσκοιλιότητα, Οισοφαγίτιδα / δυσφαγία / οδυνοφαγία (G 3/4: 0,6%), Κοιλιακό άλγος, Δυσπεψία, Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα (G 3/4: 0,6%) | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αλωπεκία (G 3/4: 10,9%) | Κνησμώδες εξάνθημα, Ξηροδερμία, Απολέπιση (G 3/4: 0,6%) | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυαλγία (G 3/4: 0,6%) | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Λήθαργος, Πυρεξία (G 3/4: 0,6%), Κατακράτηση υγρών, Οίδημα | ||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αύξηση σωματικού βάρους |
-
Εισαγωγή χημειοθεραπείας ακολουθούμενη από χημειοακτινοθεραπεία (ΤΑΧ 324)
| Κατηγορίες οργανικώνσυστημάτων κατάMedDRA | Πολύ συχνέςανεπιθύμητεςαντιδράσεις | Συχνές ανεπιθύμητεςαντιδράσεις | Όχι συχνέςανεπιθύμητεςαντιδράσεις |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοίμωξη (G3/4: 3,6%) | Ουδετεροπενική λοίμωξη | |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Καρκινικό άλγος (G3/4: 1,2%) | ||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ουδετεροπενία (G3/4: 83,5%), Αναιμία (G3/4: 12,4%), Θρομβοπενία (G3/4: 4,0%), Εμπύρετη ουδετεροπενία | ||
| Διαταραχές του | Υπερευαισθησία | ||
| ανοσοποιητικού | |||
| συστήματος | |||
| Διαταραχές του | Ανορεξία (G3/4: | ||
| μεταβολισμού και της | 12,0%) | ||
| θρέψης | |||
| Διαταραχές του | Δυσγευσία/Παροσμία | Ζάλη (G3/4: 2,0%), | |
| νευρικού συστήματος | (G3/4: 0,4%), | Περιφερική κινητική | |
| Περιφερική αισθητική | νευροπάθεια (G3/4: | ||
| νευροπάθεια (G3/4: | 0,4%) | ||
| 1,2%) | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Αυξημένη δακρύρροια | Επιπεφυκίτιδα | |
| Διαταραχές του ωτός | Έκπτωση της | ||
| και του λαβυρίνθου | ακουστικής οξύτητας | ||
| (G3/4: 1,2%) | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Αρρυθμία (G3/4: 2,0%) | Ισχαιμία του | |
| μυοκαρδίου | |||
| Αγγειακές διαταραχές | Φλεβική διαταραχή | ||
| Κατηγορίες οργανικώνσυστημάτων κατάMedDRA | Πολύ συχνέςανεπιθύμητεςαντιδράσεις | Συχνές ανεπιθύμητεςαντιδράσεις | Όχι συχνέςανεπιθύμητεςαντιδράσεις |
| Διαταραχές του | Ναυτία (G3/4: 13,9%), | Δυσπεψία (G3/4: 0,8%), | |
| γαστρεντερικού | Στοματίτιδα (G3/4: | Γαστρεντερικό άλγος | |
| 20,7%), | (G3/4: 1,2%), | ||
| Έμετος (G3/4: 8,4%), | Aιμορραγία του | ||
| Διάρροια (G3/4: 6,8%), | γαστρεντερικού σωλήνα | ||
| Οισοφαγίτιδα / | (G3/4: 0,4%) | ||
| δυσφαγία / οδυνοφαγία | |||
| (G3/4: 12,0%), | |||
| Δυσκοιλιότητα (G3/4: | |||
| 0,4%) | |||
| Διαταραχές του | Αλωπεκία (G3/4: | Ξηροδερμία, | |
| δέρματος και του | 4,0%), | Απολέπιση | |
| υποδόριου ιστού | Κνησμώδες εξάνθημα | ||
| Διαταραχές του | Μυαλγία (G3/4: 0,4%) | ||
| μυοσκελετικού | |||
| συστήματος και του | |||
| συνδετικού ιστού | |||
| Γενικές διαταραχές και | Λήθαργος (G3/4: | ||
| καταστάσεις της οδού | 4,0%), | ||
| χορήγησης | Πυρεξία (G3/4: 3,6%), Κατακράτηση υγρών | ||
| (G3/4: 1,2%), | |||
| Οίδημα (G3/4: 1,2%) | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μείωση σωματικού | Αύξηση σωματικού | |
| βάρους | βάρους |
Εμπειρία μετά την κυκλοφορία
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
Έχουν αναφερθεί περιστατικά οξείας μυελογενούς λευχαιμίας και μυελοδυσπλαστικού συνδρόμου σχετιζόμενα με δοσεταξέλη όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες και/ή ακτινοθεραπεία.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Αναφέρθηκαν καταστολή του μυελού των οστών καθώς και άλλες αιματολογικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Έχει αναφερθεί διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC), συχνά σε συνδυασμό με σηψαιμία ή πολυοργανική ανεπάρκεια.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Έχουν αναφερθεί ορισμένα περιστατικά αναφυλακτικής καταπληξίας, μερικές φορές θανατηφόρα.
Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συχνότητα μη γνωστή) με τη δοσεταξέλη σε ασθενείς οι οποίοι είχαν εμφανίσει προηγουμένως αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην πακλιταξέλη.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Κατά τη χορήγηση δοσεταξέλης έχουν παρατηρηθεί σπάνιες περιπτώσεις σπασμών ή παροδικής απώλειας της συνείδησης. Οι αντιδράσεις αυτές εμφανίζονται μερικές φορές κατά τη διάρκεια της έγχυσης του φαρμακευτικού προϊόντος.
Οφθαλμικές διαταραχές
Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις παροδικών διαταραχών της όρασης (λάμψεις, αίσθηση φώτων που αναβοσβήνουν, σκότωμα) οι οποίες κατά κανόνα εμφανίστηκαν κατά την έγχυση του φαρμακευτικού προϊόντος και σε συνδυασμό με αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Αυτές ήταν αναστρέψιμες μετά τη διακοπή της έγχυσης. Σπάνια έχουν αναφερθεί περιπτώσεις δακρύρροιας με ή χωρίς επιπεφυκίτιδα καθώς και περιπτώσεις απόφραξης του δακρυϊκού πόρου έχοντας ως επακόλουθο την εμφάνιση υπερβολικών δακρύων.Περιπτώσεις κυστεοειδούς οιδήματος της ωχράς κηλίδας (CMO) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν δοσεταξέλη.
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις ωτοτοξικότητας, έκπτωσης της ακουστικής οξύτητας και/ή απώλεια ακοής.
Καρδιακές διαταραχές
Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις εμφράγματος του μυοκαρδίου.
Έχει αναφερθεί κοιλιακή αρρυθμία, συμπεριλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας (συχνότητα μη γνωστή), ενίοτε θανατηφόρος, σε ασθενείς που έλαβαν δοσεταξέλη σε συνδυασμό με άλλα σχήματα που περιλαμβάνουν δοξορουβικίνη, 5-φθοριοουρακίλη και/ή κυκλοφωσφαμίδη.
Αγγειακές διαταραχές
Σπάνια έχουν αναφερθεί φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Οξύ σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας και περιπτώσεις διάμεσου πνευμονίας/πνευμονίτιδας, διαμέσου πνευμονοπάθειας, πνευμονικής ίνωσης και αναπνευστικής ανεπάρκειας μερικές φορές θανατηφόρες έχουν αναφερθεί σπανίως. Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις πνευμονίτιδας από ακτινοβολία σε ασθενείς που λάμβαναν ταυτόχρονα ακτινοθεραπεία.
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά αφυδάτωσης ως συνέπεια γαστρεντερικών συμβαμάτων, διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα, ισχαιμική κολίτιδα, κολίτιδα και ουδετεροπενική εντεροκολίτιδα. Αναφέρθηκαν σπάνιες περιπτώσεις ειλεού και εντερικής απόφραξης.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις ηπατίτιδας, μερικές φορές θανατηφόρες κατ’ αρχήν σε ασθενείς με προϋπάρχουσες διαταραχές του ήπατος.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Έχουν αναφερθεί με δοσεταξέλη πολύ σπάνιες περιπτώσεις δερματικού ερυθυματώδους λύκου και φυσαλιδώδους εξανθήματος όπως πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να έχουν συμβάλλει άλλοι παράλληλοι παράγοντες στην ανάπτυξη αυτών των φαινομένων. Μεταβολές ομοιάζουσες με σκληρόδερμα, των οποίων συνήθως προηγούνταν το περιφερικό λεμφοίδημα έχουν αναφερθεί με την δοσεταξέλη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μόνιμης αλωπεκίας (συχνότητα μη γνωστή).
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Νεφρική δυσλειτουργία και νεφρική ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί. Σε περίπου 20% αυτών των περιπτώσεων δεν υπήρχαν παράγοντες κινδύνου για οξεία νεφρική ανεπάρκεια όπως συγχορήγηση νεφροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων και γαστρεντερικών διαταραχών.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Αντίδραση ανάμνησης από ακτινοβολία έχει αναφερθεί σπανίως.
Έχει παρατηρηθεί αναμνηστική αντίδραση στη θέση ένεσης, σε σημείο προηγούμενης εξαγγείωσης (επανεμφάνιση δερματικής αντίδρασης στο σημείο μιας προηγούμενης εξαγγείωσης μετά τη χορήγηση δοσεταξέλης σε διαφορετική θέση) (συχνότητα μη γνωστή).
Η κατακράτηση υγρών δεν συνοδεύτηκε από οξέα περιστατικά ολιγουρίας ή υπότασης. Αφυδάτωση και πνευμονικό οίδημα σπάνια αναφέρθηκαν.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ηλεκτρολυτικών διαταραχών.Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπονατριαιμίας, που σχετίζονται κυρίως με αφυδάτωση, έμετο και πνευμονία. Έχουν παρατηρηθεί υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία και υπασβεστιαιμία, συνήθως σε συνδυασμό με γαστρεντερικές διαταραχές και ιδιαίτερα με διάρροια.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr .
Υπήρξαν κάποιες αναφορές υπερδοσολογίας. Δεν υπάρχει γνωστό αντίδοτο για τη λήψη υπερβολικής
δόσης δοσεταξέλης. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής θα πρέπει να νοσηλεύεται σε ειδική μονάδα κάτω από στενή παρακολούθηση των ζωτικών λειτουργιών. Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας, μπορεί να αναμένεται επίταση των ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι κύριες αναμενόμενες επιπλοκές υπερδοσολογίας συνίστανται σε καταστολή του μυελού των οστών, περιφερική νευροτοξικότητα και βλεννογονίτιδα. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπευτικώς G-CSF το συντομότερο δυνατό αφού γίνει αντιληπτή η υπερδοσολογία. Άλλα κατάλληλα συμπτωματικά μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται, όπως απαιτείται.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - DEMOTAXEL 20MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ταξάνες, κωδικός ATC: L01CD02
Μηχανισμός δράσης
Η δοσεταξέλη είναι αντινεοπλασματικός παράγοντας που δρα προάγοντας τη συνάθροιση της τουμπουλίνης σε σταθερούς μικροσωληνίσκους και αναστέλλει την αποδόμησή τους, προκαλώντας σημαντική ελάττωση της ελεύθερης τουμπουλίνης. Η σύνδεση της δοσεταξέλης στους μικροσωληνίσκους δεν μεταβάλλει τον αριθμό των πρωτονηματίων.
Έχει δειχθεί in vitro ότι η δοσεταξέλη διαρρηγνύει το μικροσωληναριακό δίκτυο των κυττάρων το οποίο είναι απαραίτητο για ζωτικές μιτωτικές και διάμεσης φάσης κυτταρικές λειτουργίες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η δοσεταξέλη έδειξε in vitro κυτταροτοξική δράση σε κυτταρικές σειρές προερχόμενες από διάφορους όγκους ποντικών ή ανθρώπου, καθώς επίσης και σε προσφάτως αφαιρεθέντες ανθρώπινους όγκους σε κλωνογενείς δοκιμασίες. Η δοσεταξέλη επιτυγχάνει υψηλές ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις με μακρό χρόνο παραμονής στο κύτταρο. Επιπροσθέτως, η δοσεταξέλη βρέθηκε ότι είναι δραστική σε μερικές, αλλά όχι σε όλες τις κυτταρικές σειρές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από αυξημένη έκφραση της p- γλυκοπρωτεΐνης που κωδικοποιείται από το γονίδιο που ευθύνεται για την ανάπτυξη πολλαπλής αντίστασης σε φάρμακα (multidrug resistance). In vivo, η δράση της δοσεταξέλης είναι ανεξάρτητη από το θεραπευτικό σχήμα και έχει ευρύ φάσμα πειραματικής αντινεοπλασματικής δράσης σε προχωρημένα μοσχεύματα όγκων ποντικών ή ανθρώπων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Καρκίνος του μαστού
DEMOTAXELMONOσε συνδυασμό με δοξορουβικίνη και κυκλοφωσφαμίδη: συμπληρωματική θεραπεία
Ασθενείς με εγχειρίσιμο και θετικούς λεμφαδένες καρκίνο του μαστού (TAX 316)
Τα δεδομένα από μια πολυκεντρική, ανοικτή, τυχαιοποιημένη μελέτη υποστηρίζουν τη χρήση της δοσεταξέλης ως συμπληρωματική θεραπεία ασθενών με εγχειρίσιμο και θετικούς λεμφαδένες καρκίνο του μαστού και KPS > 80%, ηλικίας 18-70 ετών. Μετά τη στρωματοποίηση βάσει του αριθμού των θετικών λεμφαδένων (1-3, 4+), 1491 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε 75 mg/m2 δοσεταξέλης μία ώρα μετά από τη χορήγηση 50 mg/m2 δοξορουβικίνης και 500 mg/m2 κυκλοφωσφαμίδης (σκέλος TAC) ή 50 mg/m2 δοξορουβικίνης ακολουθούμενο από 500 mg/m2 φθοριοουρακίλη ς και 500 mg/m2 κυκλοφωσφαμίδης (σκέλος FAC). Και τα δύο σχήματα χορηγήθηκαν εφάπαξ κάθε 3 εβδομάδες για 6 κύκλους. Η δοσεταξέλη χορηγήθηκε με έγχυση, διάρκειας μίας ώρας, ενώ όλα τα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως ως δόση εφόδου κατά την 1η ημέρα. Το G-CSF χορηγήθηκε ως δευτερεύουσα πρόληψη σε ασθενείς που παρουσίασαν επιπεπλεγμένη ουδετεροπενία (εμπύρετη ουδετεροπενία, παρατεταμένη ουδετεροπενία ή λοίμωξη). Οι ασθενείς που ήταν στο σκέλος TAC έλαβαν αντιβιοτική προφυλακτική θεραπεία με σιπροφλοξασίνη 500 mg, από του στόματος, δύο φορές ημερησίως για 10 ημέρες, αρχίζοντας από την 5η ημέρα του κάθε κύκλου ή αντίστοιχο αντιβιοτικό. Και στα δύο σκέλη, μετά από τον τελευταίο κύκλο χημειοθεραπείας, οι ασθενείς που είχαν θετικούς υποδοχείς οιστρογόνων ή/και προγεστερόνης έλαβαν 20 mg ταμοξιφένης ημερησίως για 5 χρόνια. Η συμπληρωματική θεραπεία ακτινοβολίας περιγράφηκε σύμφωνα με τις επίκαιρες κατευθυντήριες οδηγίες των συμμετεχόντων ιδρυμάτων και εφαρμόστηκε σε 69% των ασθενών που έλαβαν TAC και σε 72% των ασθενών που έλαβαν FAC.
Πραγματοποιήθηκαν δύο ενδιάμεσες αναλύσεις και μια τελική ανάλυση. Η πρώτη ενδιάμεση ανάλυση σχεδιάστηκε 3 χρόνια μετά την ημερομηνία κατά την οποία είχε γίνει η στρατολόγηση των μισών ασθενών στη μελέτη. Η δεύτερη ενδιάμεση ανάλυση έγινε αφότου είχαν καταγραφεί συνολικά
400 συμβάντα DFS, τα οποία οδήγησαν σε διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 55 μηνών. Η τελική ανάλυση έγινε όταν όλες οι ασθενείς έφτασαν την επίσκεψη παρακολούθησης των 10 ετών (εκτός εάν είχαν κάποιο συμβάν DFS ή προηγουμένως ήταν αδύνατη η παρακολούθησή τους). Η ελεύθερη νόσου επιβίωση (DFS) ήταν το κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας και η Συνολική επιβίωση (OS) ήταν το δευτερεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας.
Μια τελική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με μια πραγματική διάμεση παρακολούθηση 96 μηνών. Αποδείχθηκε σημαντικά μεγαλύτερη, ελεύθερη νόσου, επιβίωση στο σκέλος TAC σε σύγκριση με το σκέλος FAC. Η συχνότητα υποτροπών στα 10 χρόνια μειώθηκε στους ασθενείς που έλαβαν το TAC έναντι εκείνων που έλαβαν το FAC (39% έναντι 45%, αντίστοιχα), ήτοι απόλυτη μείωση του κινδύνου σε ποσοστό 6% (p = 0,0043). Επίσης η συνολική επιβίωση στα 10 χρόνια αυξήθηκε σημαντικά με το TAC σε σύγκριση με το FAC (76% έναντι 69%, αντίστοιχα), ήτοι απόλυτη μείωση του κινδύνου θανάτου σε ποσοστό 7% (p = 0,002). Επειδή το όφελος που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με 4+ λεμφαδένες δεν ήταν στατιστικά σημαντικό στη DFS και στη OS, η θετική αναλογία οφέλους/κινδύνου για το TAC σε ασθενείς με 4+ λεμφαδένες δεν καταδείχθηκε πλήρως στην τελική ανάλυση.
Συνολικά, τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν θετική αναλογία οφέλους κινδύνου για το TAC συγκριτικά με το FAC.
Αναλύθηκαν οι υποπληθυσμοί των ασθενών που αντιμετωπίσθηκαν με το TAC σύμφωνα με τους προοπτικά καθορισμένους κύριους προγνωστικούς παράγοντες:
| Επιβίωση ελεύθερη νόσου | Συνολική επιβίωση | ||||||
| Υποπληθυσμός ασθενών | Αριθμός ασθενών | Αναλογία κινδύνου * | 95% CI | p = | Αναλογία κινδύνου* | 95% CI | p = |
| Αριθμός θετικών | |||||||
| λεμφαδένων | |||||||
| Συνολικά | 745 | 0,80 | 0,68-0,93 | 0,0043 | 0,74 | 0,61-0,90 | 0,0020 |
| 1-3 | 467 | 0,72 | 0,58-0,91 | 0,0047 | 0,62 | 0,46-0,82 | 0,0008 |
| 4+ | 278 | 0,87 | 0,70-1,09 | 0,2290 | 0,87 | 0,67-1,12 | 0,2746 |
*Αναλογία κινδύνου μικρότερη από 1 δεικνύει ότι το TAC συνδέεται με μεγαλύτερη επιβίωση, ελεύθερη νόσου και συνολική επιβίωση έναντι του FAC
Ασθενείς με εγχειρίσιμο και αρνητικούς λεμφαδένες καρκίνο του μαστού που είναι κατάλληλοι να λάβουν χημειοθεραπεία (GEICAM 9805)
Τα δεδομένα από μία πολυκεντρική ανοικτή τυχαιοποιημένη μελέτη υποστηρίζουν τη χρήση δοσεταξέλης για τη συμπληρωματική θεραπεία ασθενών με εγχειρίσιμο και αρνητικούς λεμφαδένες καρκίνο του μαστού που είναι κατάλληλοι να λάβουν χημειοθεραπεία. 1060 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε 75 mg/m2 δοσεταξέλης χορηγούμενα 1 ώρα μετά από 50 mg/m2 δοξορουβικίνης και 500 mg/m2 κυκλοφωσφαμίδης (539 ασθενείς στο σκέλος TAC) είτε 50 mg/m2 δοξορουβικίνης ακολουθούμενα από 500 mg/m2 φθοριοουρακίλης και 500 mg/m2 κυκλοφωσφαμίδης (521 ασθενείς στο σκέλος FAC), ως συμπληρωματική θεραπεία των ασθενών με εγχειρίσιμο και αρνητικούς λεμφαδένες καρκίνο του μαστού που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής σύμφωνα με τα κριτήρια St. Gallen του 1998 (μέγεθος όγκου >2 εκατοστά ή/και ER και PR αρνητικό ή/και υψηλό ιστολογικό/πυρηνικό βαθμό κακοήθειας (βαθμού 2 έως 3) ή/και ηλικία <35 ετών). Αμφότερα τα σχήματα χορηγούνταν μία φορά κάθε 3 εβδομάδες για 6 κύκλους. Η δοσεταξέλη χορηγείτο ως έγχυση διάρκειας μίας ώρας, ενώ όλα τα υπόλοιπα φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνταν ενδοφλεβίως κατά την ημέρα 1 κάθε 3 εβδομάδες. Η πρωτογενής προφύλαξη με G-CSF κατέστη υποχρεωτική στο σκέλος TAC μετά την τυχαιοποίηση 230 ασθενών. Η επίπτωση ουδετεροπενίας βαθμού 4, εμπύρετης ουδετεροπενίας και ουδετεροπενικής λοίμωξης ήταν μειωμένη σε ασθενείς που έλαβαν πρωτογενή προφύλαξη με G-CSF (βλ. παράγραφο 4.8). Σε αμφότερα τα σκέλη, μετά τον τελευταίο κύκλο της χημειοθεραπείας, οι ασθενείς με ER+ ή/και PgR+ όγκους λάμβαναν 20 mg ταμοξιφένης μία φορά την ημέρα για έως και 5 έτη. Συμπληρωματική ακτινοθεραπεία χορηγήθηκε σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες των συμμετεχόντων ιδρυμάτων και εφαρμόστηκε σε 57,3% των ασθενών που έλαβαν TAC και σε 51,2% των ασθενών που έλαβαν FAC.
Μία αρχική ανάλυση και μία επικαιροποιημένη ανάλυση διεξήχθησαν. Η αρχική ανάλυση έγινε όταν όλοι οι ασθενείς είχαν περίοδο παρακολούθησης μεγαλύτερη των 5 ετών (διάμεση περίοδος παρακολούθησης 77 μηνών). Η επικαιροποιημένη ανάλυση διενεργήθηκε όταν όλοι οι ασθενείς έφτασαν την επίσκεψη παρακολούθησης των 10 ετών (διάμεση περίοδος παρακολούθησης 10 ετών και 5 μηνών) (εκτός εάν είχαν κάποιο συμβάν DFS ή προηγουμένως ήταν αδύνατη η παρακολούθησή τους). Η ελεύθερη νόσου επιβίωση (DFS) ήταν το κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας και η συνολική επιβίωση (OS) ήταν το δευτερεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας.
Στη διάμεση περίοδο παρακολούθησης των 77 μηνών παρατηρήθηκε σημαντικά μεγαλύτερη ελεύθερη νόσου επιβίωση για το σκέλος TAC σε σύγκριση με το σκέλος FAC. Οι ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με TAC είχαν μείωση κατά 32% του κινδύνου υποτροπής σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν θεραπεία με FAC (αναλογία κινδύνου = 0,68, 95% CI (0,49-0,93), p = 0,01). Στη διάμεση περίοδο παρακολούθησης των 10 ετών και 5 μηνών, οι ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με TAC είχαν μείωση κατά 16,5% του κινδύνου υποτροπής σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν θεραπεία με FAC (αναλογία κινδύνου = 0,84, 95% CI (0,65-1,08), p=0,1646). Τα δεδομένα από την επιβίωση ελεύθερη νόσου δεν ήταν στατιστικώς σημαντικά αλλά εξακολουθούσαν να συνδέονται με θετική τάση προς όφελος του TAC.
Στη διάμεση περίοδο παρακολούθησης των 77 μηνών η συνολική επιβίωση (OS) ήταν επίσης μεγαλύτερη στο σκέλος TAC με τους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με TAC να εμφανίζουν μείωση κατά 24% του κινδύνου θανάτου σε σύγκριση με το σκέλος FAC (αναλογία κινδύνου = 0,76, 95% CI (0,46-1,26, p = 0,29). Ωστόσο, η κατανομή της OS δεν ήταν σημαντικά διαφορετική μεταξύ των 2 ομάδων. Στη διάμεση περίοδο παρακολούθησης των 10 ετών και 5 μηνών, οι ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με TAC είχαν μείωση κατά 9% του κινδύνου θανάτου σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν θεραπεία με FAC (αναλογία κινδύνου = 0,91, 95% CI (0,63-1,32)). Το ποσοστό επιβίωσης ήταν 93,7% στο σκέλος TAC και 91,4% στο σκέλος FAC, στο χρονικό σημείο των 8 ετών παρακολούθησης, και 91,3% στο σκέλος TAC και 89% στο σκέλος FAC, στο χρονικό σημείο των 10 ετών παρακολούθησης.
Η θετική αναλογία οφέλους κινδύνου παραμένει αμετάβλητη για το TAC σε σύγκριση με το FAC.
Αναλύθηκαν υποσύνολα ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με TAC σύμφωνα με τους προοπτικά καθορισμένους μείζονες προγνωστικούς παράγοντες στην αρχική ανάλυση (στη διάμεση περίοδο
παρακολούθησης των 77 μηνών) (βλ. πίνακα πιο κάτω):
Αναλύσεις Υποσυνόλων - Μελέτη Συμπληρωματικής Θεραπείας σε Ασθενείς με Καρκίνο του Μαστού και Αρνητικούς Λεμφαδένες (Ανάλυση Πρόθεσης-προς-Θεραπεία)
| Ελεύθερη Νόσου Επιβίωση | ||||
| Υποσύνολο ασθενών | Αριθμός ασθενών στηνομάδα TAC | Αναλογία κινδύνου* | 95% CI | |
| Σύνολο | 539 | 0,68 | 0,49-0,93 | |
| Ηλικιακή κατηγορία 1 <50 ετών ≥50 ετών | 260 279 | 0,67 0,67 | 0,43-1,05 0,43-1,05 | |
| Ηλικιακή κατηγορία 2 | ||||
| <35 ετών | 42 | 0,31 | 0,11-0,89 | |
| ≥35 ετών | 497 | 0,73 | 0,52-1,01 | |
| Κατάσταση ορμονικών | ||||
| υποδοχέων | ||||
| Αρνητική | 195 | 0,7 | 0,45-1,1 | |
| Θετική | 344 | 0,62 | 0,4-0,97 | |
| Μέγεθος όγκου | ||||
| < 2 εκατοστά | 285 | 0,69 | 0,43-1,1 | |
| >2 εκατοστά | 254 | 0,68 | 0,45-1,04 | |
| Ιστολογικός βαθμός | ||||
| Βαθμός 1 (περιλαμβάνει | 64 | 0,79 | 0,24-2,6 | |
| μη αξιολογήσιμο βαθμό) | ||||
| Βαθμός 2 | 216 | 0,77 | 0,46-1,3 | |
| Βαθμός 3 | 259 | 0,59 | 0,39-0,9 | |
| Κατάσταση | ||||
| εμμηνόπαυσης | ||||
| Προεμμηνοπαυσιακή | 285 | 0,64 | 0,40-1 | |
| Μετεμμηνοπαυσιακή | 254 | 0,72 | 0,47-1,12 | |
*Αναλογία κινδύνου (TAC/FAC) μικρότερη από 1 υποδεικνύει ότι το TAC σχετίζεται με μεγαλύτερη ελεύθερη νόσου επιβίωση σε σύγκριση με το FAC.
Διερευνητικές αναλύσεις υποομάδων για την ελεύθερη νόσου επιβίωση για ασθενείς που πληρούν τα
κριτήρια χημειοθεραπείας St. Gallen του 2009 – (πληθυσμός ITT) πραγματοποιήθηκαν και παρουσιάζονται πιο κάτω
| TAC | FAC | Αναλογία κινδύνου(TAC/FAC) | ||
| Υποομάδες | (n=539) | (n=521) | (95% CI) | τιμή του p(p-value) |
| Ικανοποίηση σχετικής | ||||
| ένδειξης για | ||||
| χημειοθεραπεία α | ||||
| Όχι | 18/214 | 26/227 | 0,796 (0,434 - 1,459) | 0,4593 |
| (8,4%) | (11,5%) | |||
| Ναι | 48/325 | 69/294 | 0,606 (0,42 - 0,877) | 0,0072 |
| (14,8%) | (23,5%) |
TAC = δοσεταξέλη, δοξορουβικίνη και κυκλοφωσφαμίδη
FAC = 5-φθοριοουρακίλη, δοξορουβικίνη και κυκλοφωσφαμίδη
CI = διάστημα εμπιστοσύνης, ER = υποδοχέας οιστρογόνων
PR = υποδοχέας προγεστερόνης
α ER/PR-αρνητικός ή βαθμού 3 ή μέγεθος όγκου >5 εκατοστά
Η αναλογία κινδύνου υπολογίστηκε με τη χρήση του υποδείγματος αναλογικών κινδύνων του Cox με
την ομάδα θεραπείας ως παράγοντα.
Δοσεταξέληως μονοθεραπεία
Δύο τυχαιοποιημένες συγκριτικές μελέτες φάσης ΙΙΙ, οι οποίες περιελάμβαναν σύνολο 326 ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού στις οποίες είχε αποτύχει θεραπεία με αλκυλιωτικούς παράγοντες ή 392 ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού στις οποίες είχε αποτύχει θεραπεία με ανθρακυκλίνες, πραγματοποιήθηκαν με χορήγηση της δοσεταξέλης στη συνιστώμενη δοσολογία και το σχήμα 100 mg/m2 κάθε 3 εβδομάδες.
Στις ασθενείς στις οποίες είχε αποτύχει η θεραπεία με αλκυλιωτικούς παράγοντες, η δοσεταξέλη συγκρίθηκε με τη δοξορουβικίνη (75 mg/m2 κάθε 3 εβδομάδες). Χωρίς να επηρεάσει το συνολικό χρόνο επιβίωσης (15 μήνες για τη δοσεταξέλη έναντι 14 μηνών για τη δοξορουβικίνη, p = 0,38) ή το χρόνο μέχρι την πρόοδο της νόσου (27 εβδομάδες για τη δοσεταξέλη έναντι 23 εβδομάδων για τη δοξορουβικίνη, p = 0,54), η δοσεταξέλη αύξησε το ποσοστό ανταπόκρισης (52% έναντι 37%, p = 0,01) και ελάττωσε το χρόνο ανταπόκρισης (12 εβδομάδες έναντι 23 εβδομάδων, p = 0,007). Τρεις ασθενείς (2%) που ελάμβαναν δοσεταξέλη διέκοψαν τη θεραπεία λόγω κατακράτησης υγρών, ενώ 15 ασθενείς (9%) που ελάμβαναν δοξορουβικίνη διέκοψαν τη θεραπεία λόγω καρδιακής τοξικότητας (τρεις περιπτώσεις μοιραίας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας).
Στις ασθενείς στις οποίες είχε αποτύχει θεραπεία με ανθρακυκλίνες, η δοσεταξέλη συγκρίθηκε έναντι του συνδυασμού μιτομυκίνης C και βινβλαστίνης (12 mg/m2 κάθε 6 εβδομάδες και 6 mg/m2 κάθε 3 εβδομάδες). Η δοσεταξέλη αύξησε το ποσοστό ανταπόκρισης (33% έναντι 12%, p < 0,0001), παρέτεινε το χρόνο μέχρι την πρόοδο της νόσου (19 εβδομάδες έναντι 11 εβδομάδων p = 0,0004) και παρέτεινε τη συνολική επιβίωση (11 μήνες έναντι 9 μηνών, p = 0,01).
Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών μελετών φάσης ΙΙΙ, το προφίλ ασφαλείας της δοσεταξέλης ήταν σε συμφωνία με το προφίλ ασφαλείας που παρατηρήθηκε κατά τις μελέτες φάσης ΙΙ (βλ. παράγραφο 4.8).
Μία ανοικτή, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη φάσης ΙΙΙ διενεργήθηκε για να συγκρίνει τη μονοθεραπεία με δοσεταξέλη και πακλιταξέλη στη θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του μαστού σε ασθενείς των οποίων η προηγούμενη θεραπεία είχε συμπεριλάβει ανθρακυκλίνη. Ένα σύνολο 449 ασθενών τυχαιοποιήθηκε ώστε να λαμβάνει είτε μονοθεραπεία με δοσεταξέλη, 100 mg/m2 έγχυση σε 1 ώρα, είτε πακλιταξέλη, 175 mg/m2 έγχυση σε 3 ώρες. Και οι δύο αγωγές χορηγήθηκαν κάθε 3 εβδομάδες.
Χωρίς να επηρεαστεί το πρωτεύον τελικό σημείο αξιολόγησης, συνολικό ποσοστό απόκρισης (32% έναντι 25%, p = 0,10), η δοσεταξέλη παρέτεινε το μέσο χρόνο εξέλιξης της νόσου (24,6 εβδομάδες έναντι 15,6 εβδομάδων, p < 0,01) και τη μέση επιβίωση (15,3 μήνες έναντι 12,7 μηνών, p = 0,03).
Παρατηρήθηκαν περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 3 έως 4 με τη μονοθεραπεία με δοσεταξέλη (55,4%) σε σύγκριση με την πακλιταξέλη (23,0%).
Δοσεταξέλη σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη
Πραγματοποιήθηκε μία μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ, η οποία περιελάμβανε 429 ασθενείς με μεταστατική νόσο που δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία και στην οποία χορηγήθηκε δοξορουβικίνη (50 mg/m2) σε συνδυασμό με δοσεταξέλη (75 mg/m2) (σκέλος ΑΤ) έναντι δοξορουβικίνης (60 mg/m2) σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη (600 mg/m2) (σκέλος ΑC). Και τα δύο δοσολογικά σχήματα χορηγήθηκαν την ημέρα 1, κάθε 3 εβδομάδες.
-
Το χρονικό διάστημα έως την πρόοδο της νόσου (TTP) ήταν σημαντικά μεγαλύτερο στο σκέλος AT έναντι του αντίστοιχου στο σκέλος ΑC, p = 0,0138. Η διάμεση τιμή του TTP ήταν 37,3 εβδομάδες (95% CI: 33,4 – 42,1) στο σκέλος AT και 31,9 εβδομάδες (95% CI: 27,4 –36,0) στο σκέλος AC.
-
Το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ORR) ήταν σημαντικά υψηλότερο στο σκέλος ΑΤ έναντι του αντίστοιχου στο σκέλος ΑC, p = 0,009. To ΟRR ήταν 59,3% (95% CI: 52,8 – 65,9) στο σκέλος ΑΤ έναντι 46,5% (95% CI: 39,8 – 53,2) στο σκέλος AC.
Στη μελέτη αυτή, στο σκέλος ΑΤ παρουσιάστηκε υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης βαριάς ουδετεροπενίας (90% έναντι 68,6%), εμπύρετης ουδετεροπενίας (33,3% έναντι 10%), λοίμωξης (8% έναντι 2,4%), διάρροιας (7,5% έναντι 1,4%), αδυναμίας (8,5% έναντι 2,4%) και άλγους (2,8% έναντι 0%) σε σχέση με το σκέλος AC. Από την άλλη πλευρά, στο σκέλος AC σημειώθηκε υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης βαριάς αναιμίας (15,8% έναντι 8,5%) σε σχέση με το σκέλος AT, και επιπλέον,
υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης βαριάς καρδιακής τοξικότητας: συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
(3,8% έναντι 2,8%), απόλυτη μείωση του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας > 20% (13,1%
έναντι 6,1%), απόλυτη μείωση του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας > 30% (6,2% έναντι 1,1%). Τοξικοί θάνατοι σημειώθηκαν σε 1 ασθενή στο σκέλος ΑΤ (συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια) και σε 4 ασθενείς στο σκέλος AC (1 λόγω σηπτικού shock και 3 λόγω συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας).
Η ποιότητα ζωής, όπως αξιολογήθηκε με το ερωτηματολόγιο EORTC ήταν συγκρίσιμη και σταθερή κατά τη διάρκεια της θεραπείας και της συνέχειας της παρακολούθησης και στα δύο σκέλη.
Δοσεταξέλη σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη
Η δοσεταξέλη σε συνδυασμό με την τραστουζουμάμπη μελετήθηκε για τη θεραπεία ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, των οποίων οι όγκοι υπερεκφράζουν το HER2 και οι οποίες προηγουμένως δεν είχαν λάβει χημειοθεραπεία για μεταστατική νόσο. Τυχαιοποιήθηκαν 186 ασθενείς να λάβουν δοσεταξέλη (100 mg/m2) μαζί με τραστουζουμάμπη ή χωρίς αυτή. Προηγουμένως 60% των ασθενών έλαβαν συμπληρωματικά χημειοθεραπεία βασιζόμενη στην ανθρακυκλίνη. Ο συνδυασμός δοσεταξέλη με τραστουζουμάμπη ήταν αποτελεσματικός σε ασθενείς οι οποίες είτε είχαν λάβει προηγουμένως συμπληρωματικά ανθρακυκλίνες είτε όχι. Η κύρια μέθοδος δοκιμασίας που χρησιμοποιήθηκε για να προσδιοριστεί η θετικότητα HER2 σε αυτήν την πιλοτική μελέτη ήταν η ανοσοϊστοχημεία (IHC). Μία μειονότητα των ασθενών αξιολογήθηκε, εφαρμόζοντας τη φθορίζουσα υβριδοποίηση in-situ (FISH). Σε αυτήν τη μελέτη, 87% των ασθενών είχαν νόσο 3+ κατά IHC και 95% των ασθενών που εισήλθαν είχαν νόσο 3+ κατά IHC ή/και FISH θετικό. Στον ακόλουθο πίνακα αναφέρονται περιληπτικά τα αποτελέσματα ως προς την αποτελεσματικότητα:
| Παράμετρος | Δοσεταξέλη μαζί με τραστουζουμάμπη1 | Δοσεταξέλη1 |
| n = 92 | n = 94 | |
| Ποσοστό ανταπόκρισης | 61% | 34% |
| (95% CI) | (50-71) | (25-45) |
| Μέση διάρκεια ανταπόκρισης | ||
| (μήνες) | 11,4 | 5,1 |
| (95% CI) | (9,2-15,0) | (4,4-6,2) |
| Μέσος TTP (μήνες) | 10,6 | 5,7 |
| (95% CI) | (7,6-12,9) | (5,0-6,5) |
| Μέση επιβίωση (μήνες) | 30,52 | 22,12 |
| (95% CI) | (26,8-ne) | (17,6-28,9) |
TTP = Χρόνος έως την εξέλιξη της νόσου, “ne” δεικνύει ότι δεν ήταν δυνατό να υπολογιστεί ή δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.
1Πλήρης ανάλυση (πρόθεση για θεραπεία)
2Υπολογισθείσα μέση επιβίωση
Δοσεταξέλη σε συνδυασμό με καπεσιταβίνη
Στοιχεία από μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη κλινική μελέτη φάσης ΙΙΙ υποστηρίζουν τη χρήση της δοσεταξέλης σε συνδυασμό με καπεσιταβίνη, για τη θεραπεία ασθενών με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο μαστού κατόπιν αποτυχίας κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας, η οποία συμπεριλάμβανε μια ανθρακυκλίνη. Σ’ αυτή τη μελέτη, 255 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αγωγή με δοσεταξέλη (75 mg/m2 με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 1 ώρας κάθε 3 εβδομάδες) και καπεσιταβίνη (1250 mg/m2 δύο φορές ημερησίως για 2 εβδομάδες ακολουθούμενη από 1 εβδομάδα διακοπής). 256 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μονοθεραπεία με δοσεταξέλη (100 mg/m2 με ενδοφλέβιαέγχυση διάρκειας 1 ώρας κάθε 3 εβδομάδες). Η επιβίωση υπερείχε στο σκέλος συνδυασμού δοσεταξέλη + καπεσιταβίνη (p = 0,0126). Η διάμεση τιμή της επιβίωσης ήταν 442 ημέρες (δοσεταξέλη + καπεσιταβίνη) έναντι 352 ημερών (μονοθεραπεία με δοσεταξέλη). Η συνολικά παρατηρούμενη ανταπόκριση στο σύνολο του τυχαιοποιημένου πληθυσμού (αξιολόγηση ερευνητή), ήταν 41,6% (δοσεταξέλη + καπεσιταβίνη) έναντι 29,7% (μονοθεραπεία δοσεταξέλη): p = 0,0058. Ο χρόνος μέχρι την εξέλιξη της νόσου υπερείχε στο σκέλος συνδυασμού δοσεταξέλη + καπεσιταβίνη (p < 0,0001). Η διάμεση τιμή του χρόνου μέχρι την εξέλιξη της νόσου ήταν 186 ημέρες (δοσεταξέλη + καπεσιταβίνη) έναντι 128 ημερών (μονοθεραπεία με δοσεταξέλη).
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα
Ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενη χημειοθεραπεία με ή χωρίς ακτινοθεραπεία
Σε μία μελέτη φάσης ΙΙΙ, σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία, ο χρόνος μέχρι την πρόοδο της νόσου (12,3 εβδομάδες έναντι 7 εβδομάδων) και η ολική επιβίωση ήταν σημαντικά παρατεταμένη για τη δοσεταξέλη στα 75 mg/m2 σε σύγκριση με την Καλύτερη Υποστηρικτική Αγωγή (Best Supportive Care, BSC). Επίσης το ποσοστό επιβίωσης στον 1-χρόνο ήταν σημαντικά παρατεταμένο για τη δοσεταξέλη (40%) έναντι της BSC (16%). Έγινε μικρότερη χρήση οπιοειδών αναλγητικών (p < 0,01), μη οπιοειδών αναλγητικών (p < 0,01), άλλων φαρμακευτικών προϊόντων σχετιζόμενων με τη νόσο (p = 0,06) και ακτινοθεραπείας (p < 0,01) στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δοσεταξέλη 75 mg/m2 σε σύγκριση με αυτούς της BSC.
Στους αξιολογήσιμους ασθενείς το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 6,8% και η διάμεση διάρκεια ανταπόκρισης ήταν 26,1 εβδομάδες.
Δοσεταξέλη σε συνδυασμό με σκευάσματα πλατίνας σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία
Σε μια μελέτη φάσης ΙΙΙ, 1.218 ασθενείς με μη χειρουργήσιμο, μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα σταδίου ΙΙΙΒ ή ΙV, με KPS 70% ή μεγαλύτερo και οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία για αυτή τη νόσο, τυχαιοποιήθηκαν είτε σε 75 mg/m2 δοσεταξέλης (Τ) ως έγχυση 1 ώρας, άμεσα ακολουθούμενη από 75 mg/m2 σισπλατίνης (Cis) για 30-60 λεπτά κάθε 3 εβδομάδες (TCis), 75 mg/m2 δοσεταξέλης ως έγχυση 1 ώρας σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη (Cb) (AUC 6 mg/mL.min) για 30-60 λεπτά κάθε 3 εβδομάδες είτε σε 25 mg/m2 βινορελβίνης (V) χορηγούμενη για 6-10 λεπτά κατά την 1η, 8η, 15η, 22η ημέρα ακολουθούμενη από 100 mg/m2 σισπλατίνης κατά την 1η ημέρα επαναλαμβανόμενων κάθε 4 εβδομάδες κύκλων (VCis).
Στον ακόλουθο πίνακα απεικονίζονται τα στοιχεία επιβίωσης, ο διάμεσος χρόνος για την εξέλιξη της
νόσου και τα ποσοστά ανταπόκρισης για τα δύο σκέλη της μελέτης:
| TCis n = 408 | VCis n = 404 | Στατιστική επεξεργασία | |
| Συνολική επιβίωση | |||
| (Πρωτεύον καταληκτικό σημείο): | |||
| Διάμεση επιβίωση (μήνες) | 11,3 | 10,1 | Αναλογία κινδύνου: 1,122 |
| [97,2% CI: 0,937˙ 1,342]* | |||
| Μονοετής επιβίωση (%) | 46 | 41 | Διαφορά στην αγωγή: 5,4% |
| [95% CI: -1,1˙ 12,0] | |||
| Διετής επιβίωση (%) | 21 | 14 | Διαφορά στην αγωγή: 6,2% |
| [95% CI: 0,2˙ 12,3] | |||
| Διάμεσος χρόνος για την εξέλιξη της νόσου (εβδομάδες): | |||
| 22,0 | 23,0 | Αναλογία κινδύνου: 1,032 | |
| [95% CI: 0,876˙ 1,216] | |||
| Συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης | 31,6 | 24,5 | Διαφορά στην αγωγή: 7,1% |
| (%): | [95% CI: 0,7˙ 13,5] |
*: Oι τιμές έχουν διορθωθεί ως προς τις πολλαπλές συγκρίσεις και προσαρμοστεί ως προς τους παράγοντες διαστρωμάτωσης (στάδιο της ασθένειας και περιοχή που γίνεται η θεραπεία) βάσει του ποσοστού του πληθυσμού των ασθενών το οποίο μπορεί να αξιολογηθεί.
Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν μεταβολή του άλγους, συνολική βαθμολογία ποιότητας ζωής με βάση το EuroQoL-5D, Κλίμακα Συμπτωμάτων του Καρκίνου του Πνεύμονα και μεταβολές της κατάστασης απόδοσης κατά Karnofsky. Tα αποτελέσματα αυτών των δευτερευόντων καταληκτικών σημείων ήταν υποστηρικτικά των αντίστοιχων των πρωτευόντων καταληκτικών σημείων.
Η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού δοσεταξέλη/καρβοπλατίνη δεν μπόρεσε να αποδειχθεί ισοδύναμη αλλά ούτε και κατώτερη συγκρινόμενη με αυτή του συνδυασμού θεραπείας αναφοράς βινορελβίνη/σισπλατίνη.
Καρκίνος του προστάτη
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της δοσεταξέλης σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη σε ασθενείς με ορμονοάντοχο μεταστατικό καρκίνο του προστάτη αξιολογήθηκαν σε μια τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη φάσης ΙΙΙ. Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 1006 ασθενείς με KPS > 60 στις ακόλουθες ομάδες αγωγής:
-
Δοσεταξέλη 75 mg/m2 κάθε 3 εβδομάδες για 10 κύκλους.
-
Δοσεταξέλη 30 mg/m2 χορηγούμενο εβδομαδιαίως τις πρώτες 5 εβδομάδες σε ένα κύκλο 6 εβδομάδων για 5 κύκλους.
-
Μιτοξαντρόνη 12 mg/m2 κάθε 3 εβδομάδες για 10 κύκλους.
Και τα τρία δοσολογικά σχήματα χορηγήθηκαν σε συνδυασμό με 5 mg πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης,
2 φορές ημερησίως, συνεχώς.
Οι ασθενείς στους οποίους χορηγείτο η δοσεταξέλη κάθε 3 εβδομάδες παρουσίασαν σημαντικά μεγαλύτερη συνολική επιβίωση σε σύγκριση με εκείνους στους οποίους χορηγήθηκε μιτοξαντρόνη. Η αύξηση της επιβίωσης που φάνηκε στο εβδομαδιαίο σκέλος της δοσεταξέλης δεν ήταν στατιστικώς σημαντική συγκρινόμενη με το σκέλος ελέγχου της μιτοξαντρόνης. Στον ακόλουθο πίνακα παρατίθενται περιληπτικά τα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας των σκελών της δοσεταξέλης έναντι του σκέλους ελέγχου:
| Καταληκτικό σημείο | Δοσεταξέλη | Δοσεταξέλη | Μιτοξαντρόνη |
| κάθε 3 εβδομάδες | κάθε εβδομάδα | κάθε 3 εβδομάδες | |
| Αριθμός ασθενών | 335 | 334 | 337 |
| Διάμεση επιβίωση (μήνες) | 18,9 | 17,4 | 16,5 |
| 95% CI | (17-21,2) | (15,7-19) | (14,4-18,6) |
| Αναλογία κινδύνου | 0,761 | 0,912 | -- |
| 95% CI Τιμή p†* | (0,619-0,936) 0,0094 | (0,747-1,113) 0,3624 | ---- |
| Αριθμός ασθενών | 291 | 282 | 300 |
| Ποσοστό ανταπόκρισης | |||
| PSA** (%) | 45,4 | 47,9 | 31,7 |
| 95% CI | (39,5-51,3) | (41,9-53,9) | (26,4-37,3) |
| Τιμή p* | 0,0005 | < 0,0001 | -- |
| Αριθμός ασθενών | 153 | 154 | 157 |
| Ποσοστό ανταπόκρισης | |||
| άλγους (%) | 34,6 | 31,2 | 21,7 |
| 95% CI | (27,1-42,7) | (24-39,1) | (15,5-28,9) |
| Τιμή p* | 0,0107 | 0,0798 | -- |
| Αριθμός ασθενών | 141 | 134 | 137 |
| Ποσοστό ανταπόκρισης | |||
| όγκου (%) | 12,1 | 8,2 | 6,6 |
| 95% CI | (7,2-18,6) | (4,2-14,2) | (3-12,1) |
| Τιμή p* | 0,1112 | 0,5853 | -- |
†Δοκιμασία στρωματοποίησης log rank
*Ουδός για στατιστική σημαντικότητα = 0,0175
** PSA: Ειδικό αντιγόνο του προστάτη
Δεδομένου του γεγονότος ότι η δοσεταξέλη χορηγούμενη κάθε εβδομάδα εμφάνισε ελαφρώς καλύτεροπροφίλ ασφάλειας έναντι της δοσεταξέλης χορηγούμενης κάθε 3 εβδομάδες, είναι πιθανό συγκεκριμένοιασθενείς να μπορεί να ωφεληθούν από τη χορήγηση της δοσεταξέλης κάθε εβδομάδα.
Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικές διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας ως προς τη συνολική ποιότητα ζωής.
Aδενοκαρκίνωμα στομάχου
Μία πολυκεντρική, ανοικτή, τυχαιοποιημένη μελέτη, διενεργήθηκε για την αξιολόγηση της ασφάλειας και αποτελεσματικότητας της δοσεταξέλης για τη θεραπεία ασθενών με μεταστατικό αδενοκαρκίνωμα στομάχου, συμπεριλαμβανομένου του αδενοκαρκινώματος της γαστροοισοφαγικής συμβολής, οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία για μεταστατική νόσο. Ένα σύνολο 445 ασθενών με KPS > 70 υπό αγωγή είτε με δοσεταξέλη (T) (75 mg/m2 την 1η ημέρα) σε συνδυασμό με σισπλατίνη (C) (75 mg/m2 την 1η ημέρα) και 5-φθοριοουρακίλη (F) (750 mg/m2 ημερησίως για 5 ημέρες) ή σισπλατίνη (100 mg/m2 την 1η ημέρα) και 5-φθοριοουρακίλη (1000 mg/m2 ημερησίως για 5 ημέρες). Η διάρκεια του θεραπευτικού κύκλου ήταν 3 εβδομάδες για το TCF σκέλος και 4 εβδομάδες για το CF σκέλος. Ο μέσος αριθμός των κύκλων που χορηγούνται ανά ασθενή ήταν 6 (με ένα εύρος από 1-16) για το TCF σκέλος συγκρινόμενο με το 4 (με εύρος από 1-12) για το CF σκέλος. O χρόνος για την εξέλιξη της νόσου (Time to progression (TTP)) ήταν το πρωτεύον τελικό σημείο αξιολόγησης. Η μείωση του κινδύνου εξέλιξης ήταν 32,1% και συνδεόταν με ένα σημαντικά μεγαλύτερο TTP (p = 0,0004) προς όφελος του σκέλους TCF. Η συνολική επιβίωση ήταν επίσης σημαντικά μεγαλύτερη (p = 0,0201) για το σκέλος TCF με κίνδυνο μείωσης της θνησιμότητας 22,7%. Τα συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα:
Αποτελεσματικότητα της δοσεταξέλη στη θεραπεία ασθενών με αδενοκαρκίνωμα στομάχου
| Τελικό σημείο | TCF | CF |
| n = 221 | n = 224 | |
| Μέσος TTP (μήνες) (95% CI) Αναλογία κινδύνου (95% CI) *Τιμή p | 5,6 | 3,7 |
| (4,86-5,91) | (3,45-4,47) | |
| 1,473 | ||
| (1,189-1,825) | ||
| 0,0004 | ||
| Μέσος χρόνος επιβίωσης (μήνες) (95% CI) Εκτίμηση 2 ετών (%) Αναλογία κινδύνου (95% CI) *Τιμή p | 9,2 | 8,6 |
| (8,38-10,58) | (7,16-9,46) | |
| 18,4 | 8,8 | |
| 1,293 | ||
| (1,041-1,606) | ||
| 0,0201 | ||
| Συνολικός ρυθμός απόκρισης (CR+PR)(%) Τιμή p | 36,7 | 25,4 |
| 0,0106 | ||
| Εξέλιξη της νόσου ως καλύτερη συνολικά απόκριση (%) | 16,7 | 25,9 |
*Δοκιμασία στρωματοποίησης log-rank
Η ανάλυση των υποομάδων όπως αυτές ορίστηκαν με βάση την ηλικία, το γένος και τη φυλή ήταν με συνέπεια προς όφελος του σκέλους TCF σε σύγκριση με το σκέλος CF.
Μία ενημερωμένη ανάλυση επιβίωσης που διενεργήθηκε με μέσο χρόνο παρακολούθησης τους 41,6 μήνες δεν έδειξε πλέον μία στατιστικά σημαντική διαφορά, αν και πάντα προς όφελος του TCF δοσολογικού σχήματος και έδειξε ότι το όφελος του TCF έναντι του CF παρατηρήθηκε ξεκάθαρα μεταξύ 18 και 30 μηνών παρακολούθησης.
Συνολικά, η ποιότητα ζωής και τα αποτελέσματα κλινικού όφελους έδειξαν με συνέπεια βελτίωση προς όφελος του σκέλους TCF. Ασθενείς υπό αγωγή με TCF είχαν μεγαλύτερο χρόνο για το 5% της οριστικής επιδείνωσης της συνολικής κατάστασης της υγείας στο ερωτηματολόγιο QLQ-C30 (p = 0,0121) και μεγαλύτερο χρόνο για την οριστική επιδείνωση της κατάστασης απόδοσης κατά Karnofsky (p = 0,0088) σε σύγκριση με τους ασθενείς υπό αγωγή με CF.
Καρκίνος κεφαλής και τραχήλου
-
Εισαγωγή χημειοθεραπείας ακολουθούμενη από ακτινοθεραπεία (ΤΑΧ 323)
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της δοσεταξέλης στη θεραπεία εισαγωγής ασθενών με πλακώδες καρκίνωμα κεφαλής και τραχήλου (SCCHN) αξιολογήθηκε σε μία φάσης ΙΙΙ, πολυκεντρική, ανοικτής αγωγής τυχαιοποιημένη μελέτη (TAX323). Σε αυτή τη μελέτη, 358 ασθενείς με ανεγχείρητο, τοπικά προχωρημένο SCCHN και κατάσταση απόδοσης κατά WHO 0 ή 1, τυχαιοποιήθηκαν σε ένα από τα δύο σκέλη της θεραπείας. Οι ασθενείς που ήταν στο σκέλος της δοσεταξέλης έλαβαν 75 mg/m2 δοσεταξέλη (T), ακολουθούμενη από σισπλατίνη (Ρ) 75 mg/m2 ακολουθούμενη από 5-φθοριοουρακίλη (F) 750 mg/m2 την ημέρα ως μία συνεχή έγχυση για 5 ημέρες. Το σχήμα αυτό χορηγείτο κάθε 3 εβδομάδες για 4 κύκλους θεραπείας σε περίπτωση παρατήρησης τουλάχιστον μίας ελάσσονος ανταπόκρισης (≥ 25% μείωση του δισδιάστατου μεγέθους του όγκου) μετά από 2 κύκλους θεραπείας. Κατά την ολοκλήρωση της χημειοθεραπείας, με ένα ελάχιστο μεσοδιάστημα 4 εβδομάδων και ένα μέγιστο μεσοδιάστημα 7 εβδομάδων, οι ασθενείς των οποίων η νόσος δεν εμφάνισε εξέλιξη έλαβαν ακτινοθεραπεία (RT) σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του νοσοκομείου για 7 εβδομάδες (TPF/RT). Οι ασθενείς που ήταν στο σκέλος της υπό σύγκριση ουσίας, έλαβαν σισπλατίνη (Ρ) 100 mg/m2 ακολουθούμενη από 5-φθοριοουρακίλη (F) 1.000 mg/m2 την ημέρα για 5 ημέρες. Αυτό το σχήμα χορηγείτο κάθε τρεις εβδομάδες για 4 κύκλους θεραπείας σε περίπτωση παρατήρησης τουλάχιστον μίας ελάσσονος ανταπόκρισης (≥ 25% μείωση του δισδιάστατου μεγέθους του όγκου) έπειτα από 2 κύκλους θεραπείας. Κατά την ολοκλήρωση της χημειοθεραπείας, με ένα ελάχιστο μεσοδιάστημα 4 εβδομάδων και ένα μέγιστο μεσοδιάστημα 7 εβδομάδων, οι ασθενείς των οποίων η νόσος δεν εμφάνισε εξέλιξη έλαβαν ακτινοθεραπεία (RT) σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του νοσοκομείου για 7 εβδομάδες (PF/RΤ). Τοπικοπεριοχική θεραπεία με ακτινοβολία μεταδιδόταν είτε με ένα συμβατικό κλάσμα (1,8 Gy - 2,0 Gy άπαξ ημερησίως, 5 ημέρες την εβδομάδα για μία συνολική δόση 66 έως 70 Gy), είτε με επιταχυνόμενα/υπερκλασματοποιημένα σχήματα ακτινοθεραπείας (δις ημερησίως, με ένα ελάχιστο μεσοδιάστημα 6 ωρών, 5 ημέρες την εβδομάδα). Για τα επιταχυνόμενα σχήματα υπήρχε σύσταση για μία συνολική δόση 70 Gy και για τα υπερκλασματοποιημένα σχήματα για μία συνολική δόση 74 Gy. Η χειρουργική εκτομή επιτρεπόταν έπειτα από τη χημειοθεραπεία, και πριν ή μετά την ακτινοθεραπεία. Οι ασθενείς στο σκέλος TPF έλαβαν αντιβιοτική προφυλακτική θεραπεία με σιπροφλοξασίνη 500 mg από του στόματος δις ημερησίως για 10 ημέρες, ξεκινώντας κατά την ημέρα 5 κάθε κύκλου, ή το ισοδύναμο αυτού.
Το κύριο τελικό σημείο αξιολόγησης αυτής της μελέτης, η ελεύθερη εξέλιξης της νόσου επιβίωση (PFS), ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στο σκέλος TPF σε σύγκριση με το σκέλος PF, p = 0,0042 (διάμεση PFS: 11,4 μήνες έναντι 8,3 μηνών, αντίστοιχα) με έναν συνολικό διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 33,7 μηνών. Η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν επίσης σημαντικά μεγαλύτερη υπέρ του σκέλους TPF σε σύγκριση με το σκέλος PF (διάμεση OS: 18,6 μήνες έναντι 14,5 μηνών, αντίστοιχα) με μία μείωση κατά 28% του κινδύνου θνησιμότητας, p = 0,0128. Η αποτελεσματικότητα παρουσιάζεται στον πιο κάτω πίνακα.
Αποτελεσματικότητα της δοσεταξέλης στη θεραπεία εισαγωγής των ασθενών με ανεγχείρητο τοπικά
προχωρημένο SCCHN (Ανάλυση Πρόθεσης-Προς-Θεραπεία)
| Τελικό σημείο | Δοσεταξέλη + | Cis + 5-FU | |
| Cis + 5-FU | |||
| n = 177 | n = 181 | ||
| Διάμεση ελεύθερη εξέλιξης της νόσου επιβίωση | 11,4 | 8,3 | |
| (μήνες) | (10,1-14,0) | (7,4-9,1) | |
| (95% CI) Προσαρμοσμένη αναλογία κινδύνου | |||
| 0,70 | |||
| (95% CI) | (0,55-0,89) | ||
| *Τιμή p | 0,0042 | ||
| Διάμεση επιβίωση (μήνες) | 18,6 | 14,5 | |
| (95% CI) Αναλογία κινδύνου | (15,7-24,0) | (11,6-18,7) | |
| 0,72 | |||
| (95% CI) | (0,56-0,93) | ||
| **Τιμή p | 0,0128 | ||
| Καλύτερη συνολική ανταπόκριση στη χημειοθεραπεία (%) (95% CI) ***Τιμή p | 67,8 | 53,6 | |
| (60,4-74,6) | (46,0-61,0) | ||
| 0,006 | |||
| Καλύτερη συνολική ανταπόκριση στη θεραπεία της μελέτης [χημειοθεραπεία +/- ακτινοθεραπεία] (%) (95% CI) ***Τιμή p | |||
| 72,3 | 58,6 | ||
| (65,1-78,8) | (51,0-65,8) | ||
| 0,006 | |||
| Διάμεση διάρκεια ανταπόκρισης στη | n = 128 | n = 106 | |
| χημειοθεραπεία + ακτινοθεραπεία (μήνες) | 15,7 | 11,7 | |
| (95% CI) Αναλογία κινδύνου | (13,4-24,6) | (10,2-17,4) | |
| 0,72 | |||
| (95% CI) | (0,52-0,99) | ||
| **Τιμή p | 0,0457 | ||
Μία αναλογία κινδύνου μικρότερη του 1 ευνοεί το συνδυασμό δοσεταξέλη + σισπλατίνη + 5-FU
*Μοντέλο Cox (προσαρμογή για πρωτοπαθή εστία όγκου, κλινικά στάδια Τ και Ν και φυσική κατάσταση σύμφωνα με τον Π.Ο.Υ.)
**Δοκιμασία log-rank
***Δοκιμασία Chi-square
Παράμετροι ποιότητας ζωής
Οι ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με TPF εμφάνισαν σημαντικά μικρότερη επιδείνωση στη συνολική βαθμολογία υγείας σε σύγκριση με εκείνους που αντιμετωπίστηκαν με PF (p = 0,01, με χρήση της κλίμακας EORTC QLQ-C30).
Παράμετροι κλινικού οφέλους
Η κλίμακα κατάστασης απόδοσης, για τις υποκλίμακες κεφαλής και τραχήλου (PSS-HN) που σχεδιάστηκαν για να μετρήσουν τη δυνατότητα κατανόησης του λόγου, την ικανότητα του ασθενούς να τρώει σε δημόσιο χώρο και την κανονικότητα της διατροφής, ευνοούσε σημαντικά το σκέλος TPF σε σύγκριση με το PF.
Ο διάμεσος χρόνος έως την πρώτη επιδείνωση της κατάστασης απόδοσης κατά WHO ήταν σημαντικά μεγαλύτερος στο σκέλος TPF σε σύγκριση με το σκέλος PF. Η βαθμολογία της έντασης του άλγους βελτιώθηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας και στις δύο ομάδες, υποδηλώνοντας επαρκή διαχείριση του άλγους.
-
Εισαγωγή χημειοθεραπείας ακολουθούμενη από χημειοακτινοθεραπεία (ΤΑΧ 324)
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της δοσεταξέλης στη θεραπεία εισαγωγής ασθενών με τοπικά προχωρημένο πλακώδες καρκίνωμα κεφαλής και τραχήλου (SCCHN) αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, ανοικτής αγωγής, φάσης ΙΙΙ μελέτη (TAX324). Σε αυτή τη μελέτη, 501 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο SCCHN και κατάσταση απόδοσης κατά WHO 0 ή 1, τυχαιοποιήθηκαν σε ένα από τα δύο σκέλη της θεραπείας. Τον πληθυσμό της μελέτης αποτελούσαν ασθενείς με πρακτικά ανεγχείρητη νόσο, ασθενείς με μικρή πιθανότητα ίασης μέσω εγχείρησης και ασθενείς που στόχευαν σε διατήρηση του οργάνου. Η εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας απευθυνόταν μόνο στα τελικά σημεία επιβίωσης ενώ η επιτυχία προστασίας του οργάνου δεν είχε ανακύψει επίσημα. Οι ασθενείς που ήταν στο σκέλος της δοσεταξέλης έλαβαν 75 mg/m2 δοσεταξέλη (T) με ενδοφλέβια έγχυση την 1η ημέρα ακολουθούμενη από σισπλατίνη (P) 100 mg/m2, χορηγούμενη με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών έως 3 ώρες, ακολουθούμενη από συνεχή ενδοφλέβια έγχυση 1000 mg/m2/ημέρα 5-φθοριοουρακίλης (F) από την 1η έως την 4η ημέρα. Τα σχήματα επαναλαμβάνονταν κάθε 3 εβδομάδες για 3 κύκλους θεραπείας. Όλοι οι ασθενείς των οποίων η νόσος δεν εμφάνισε εξέλιξη έλαβαν χημειοακτινοθεραπεία (CRT) σύμφωνα με το πρωτόκολλο (TPF/CRT). Οι ασθενείς που ήταν στο σκέλος της υπό σύγκριση ουσίας, έλαβαν σισπλατίνη (Ρ) 100 mg/m2 χορηγούμενη με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών έως 3 ώρες κατά την 1η ημέρα, ακολουθούμενη από συνεχή ενδοφλέβια έγχυση 1000 mg/m2/ημέρα 5-φθοριοουρακίλης (F) από την 1η έως την 5η ημέρα. Τα σχήματα επαναλαμβάνονταν κάθε 3 εβδομάδες για 3 κύκλους θεραπείας. Όλοι οι ασθενείς των οποίων η νόσος δεν εμφάνισε εξέλιξη έλαβαν CRT σύμφωνα με το πρωτόκολλο
(PF/CRT).
Οι ασθενείς που ανήκαν και στα δύο σκέλη της θεραπείας επρόκειτο να λάβουν CRT για 7 εβδομάδες ακολουθούμενη από εισαγωγή χημειοθεραπείας με ένα ελάχιστο μεσοδιάστημα 3 εβδομάδων και όχι αργότερα από 8 εβδομάδες μετά από την έναρξη του τελευταίου κύκλου (22η – 56η ημέρα του τελευταίου κύκλου). Κατά τη διάρκεια της ακτινοθεραπείας χορηγείτο καρβοπλατίνη (AUC 1,5) εβδομαδιαία με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας μίας ώρας για 7 δόσεις το μέγιστο. Η ακτινοβολία μεταδιδόταν με εξοπλισμό πολύ υψηλής τάσης, εφαρμόζοντας εφάπαξ ημερήσια κλασματοποίηση (2 Gy την ημέρα, 5 ημέρες την εβδομάδα για 7 εβδομάδες, συνολικής δόσης 70-72 Gy). Η επέμβαση στην αρχική θέση της νόσου ή/και του τραχήλου μπορούσε να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε στιγμή μετά από την ολοκλήρωση της CRT. Όλοι οι ασθενείς της μελέτης που ανήκαν στο σκέλος της δοσεταξέλης έλαβαν προληπτικά αντιβιοτικά. Το κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας αυτής της μελέτης, η συνολική επιβίωση (OS) ήταν σημαντικά μακρύτερο (δοκιμασία log-rank, p = 0,0058) συγκρίνοντας το σχήμα με την δοσεταξέλη έναντι του PF (μέση OS: 70,6 έναντι 30,1 μήνες, αντίστοιχα), με μια μείωση κατά 30% του κινδύνου θνησιμότητας σε σύγκριση με το PF (αναλογία κινδύνου (HR) = 0,70, 95% διάστημα εμπιστοσύνης (CI) = 0,54-0,90) με συνολικό διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 41,9 μήνες. Το δευτερεύον τελικό σημείο, PFS, έδειξε μια μείωση κατά 29% του κινδύνου της εξέλιξης ή του θανάτου και βελτίωση 22 μηνών στη διάμεση PFS (35,5 μήνες για το σχήμα TPF και 13,1 για το PF). Αυτό ήταν επίσης στατιστικά σημαντικό με αναλογία κινδύνου 0,71, 95% CI 056,-0,90, δοκιμασία log-rank, p = 0,004. Στον ακόλουθο πίνακα παρουσιάζονται τα αποτελέσματα ως προς την αποτελεσματικότητα
Αποτελεσματικότητα της δοσεταξέλης στη θεραπεία εισαγωγής των ασθενών με τοπικά προχωρημένο SCCHN (Ανάλυση Πρόθεσης-Προς-Θεραπεία)
| Τελικό σημείο | Δοσεταξέλη + Cis +5-FUn = 255 | Cis + 5-FUn = 246 |
| Διάμεση συνολική επιβίωση (μήνες) | 70,6 | 30,1 |
| (95 % CI) Αναλογία κινδύνου: | (49,0-ΝΑ) | (20,9-51,5) |
| 0,70 | ||
| (95 % CI) | (0,54-0,90) | |
| *Τιμή p | 0,0058 | |
| Διάμεση ελεύθερη εξέλιξης της νόσου επιβίωση | 35,5 | 13,1 |
| (μήνες) | (19,3-ΝΑ) | (10,6-20,2) |
| (95 % CI) Αναλογία κινδύνου: | ||
| 0,71 | ||
| (95 % CI) | (0,56-0,90) | |
| **Τιμή p | 0,004 | |
| Καλύτερη συνολική ανταπόκριση (CR + PR) | 71,8 | 64,2 |
| στη χημειοθεραπεία (%) | (65,8-77,2) | (57,9-70,2) |
| (95 % CI) ***Τιμή p | ||
| 0,070 | ||
| Καλύτερη συνολική ανταπόκριση (CR + PR) | ||
| στη θεραπεία της μελέτης [χημειοθεραπεία +/- | 76,5 | 71,5 |
| χημειοακτινοθεραπεία] (%) | (70,8-81,5) | (65,5-77,1) |
| (95 % CI) ***Τιμή p | ||
| 0,209 | ||
Μια αναλογία κινδύνου μικρότερη του 1 ευνοεί το συνδυασμό δοσεταξέλη + σισπλατίνη + φθοριοουρακίλη
*Μη προσαρμοσμένη δοκιμασία log-rank
**Μη προσαρμοσμένη δοκιμασία log-rank, χωρίς προσαρμογή για πολλαπλές συγκρίσεις
***Δοκιμασία Chi-square, χωρίς προσαρμογή για πολλαπλές συγκρίσεις
ΝΑ: Δεν εφαρμόζεται
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει άρει την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη δοσεταξέλη σε όλα τα υποσύνολα του παιδιατρικού πληθυσμού για τον καρκίνο του μαστού, τον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, τον καρκίνο του προστάτη, το γαστρικό καρκίνωμα και τον καρκίνο κεφαλής και τραχήλου, εξαιρουμένου του λιγότερο διαφοροποιημένου ρινοφαρυγγικού καρκινώματος τύπου II και III (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Η φαρμακοκινητική της δοσεταξέλης έχει μελετηθεί σε ενήλικες καρκινοπαθείς μετά από χορήγηση 20- 115 mg/m2 κατά τη διάρκεια μελετών φάσης Ι. Τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της δοσεταξέλης είναι ανεξάρτητα της δόσης και ακολουθούν ένα τριδιαμερισματικό φαρμακοκινητικό μοντέλο με χρόνους ημιζωής για τις φάσεις α, β και γ, 4 min, 36 min και 11,1 h, αντιστοίχως. H βραδεία φάση οφείλεται, εν μέρει, σε σχετικώς βραδεία εκροή της δοσεταξέλης από το περιφερικό διαμέρισμα.
Κατανομή
Μετά από τη χορήγηση δόσης 100 mg/m2 με έγχυση μίας ώρας η μέση συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 3,7 μg/mL και η αντίστοιχη τιμή AUC 4,6 h.μg/mL. Οι μέσες τιμές για τη συνολική κάθαρση και τον όγκο κατανομής στη σταθεροποιημένη φάση (steady state) ήταν 21 l/h/m2 και 113 1, αντιστοίχως.
Η μεταβολή της συνολικής κάθαρσης, που οφείλεται σε ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες, ήταν περίπου 50%. Η δοσεταξέλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό μεγαλύτερο από 95%.
Αποβολή
Μια μελέτη με 14C-δοσεταξέλη διεξήχθη σε τρεις καρκινοπαθείς. Η δοσεταξέλη απομακρύνθηκε, σε επτά ημέρες, τόσο με τα ούρα όσο και με τα κόπρανα, μέσω οξειδωτικού μεταβολισμού της ομάδας του τριτοταγούς βουτυλεστέρα στο κυτόχρωμα P450. Η απέκκριση από τα ούρα και τα κόπρανα ήταν περίπου 6% και 75% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας αντιστοίχως. Σχεδόν 80% της ραδιενέργειας που ανακτάται στα κόπρανα απεκκρίνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου 48ωρου με τη μορφή ενός κύριου και τριών δευτερευόντων ανενεργών μεταβολιτών καθώς και σε πολύ μικρές ποσότητες αμετάβλητου φαρμακευτικού προϊόντος.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικία και φύλο
Μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμών διεξήχθη με τη δοσεταξέλη σε 577 ασθενείς. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι που υπολογίστηκαν με βάση το μοντέλο πλησίαζαν πολύ εκείνες που υπολογίστηκαν από τις μελέτες της φάσης Ι. Η φαρμακοκινητική της δοσεταξέλης δεν επηρεάστηκε από την ηλικία ή το φύλο του ασθενούς.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε έναν μικρό αριθμό ασθενών (n = 23) τα δεδομένα των κλινικών εξετάσεων υποδηλώνουν μία ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (τιμές ALT, AST 1,5 φορές μεγαλύτερες από τα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα σε συνδυασμό με τιμές αλκαλικής φωσφατάσης 2,5 φορές μεγαλύτερες από τα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα). Η ολική κάθαρση ήταν κατά μέσο όρο 27% χαμηλότερη (βλ. παράγραφο 4.2).
Κατακράτηση υγρών
Η κάθαρση της δοσεταξέλης δεν μεταβάλλεται σε ασθενείς με μικρή ή μέτρια κατακράτηση υγρών και δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή κατακράτηση υγρών.
Συνδυασμένη θεραπεία
Δοξορουβικίνη
Όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό, η δοσεταξέλη δεν επηρεάζει την κάθαρση της δοξορουβικίνης και τα επίπεδα της δοξορουβικινόλης (μεταβολίτης της δοξορουβικίνης) στο πλάσμα. Οι φαρμακοκινητικές της δοσεταξέλης, της δοξορουβικίνης και της κυκλοφωσφαμίδης δεν επηρεάζονται από τη συγχορήγησή τους.
Καπεσιταβίνη
Mελέτη φάσης Ι με αντικείμενο την αξιολόγηση της επίδρασης της καπεσιταβίνης στη φαρμακοκινητική της δοσεταξέλης και αντίστροφα, δεν έδειξε καμία επίδραση της καπεσιταβίνης στη φαρμακοκινητική της δοσεταξέλης (Cmax και AUC) και καμία επίδραση της δοσεταξέλης στη φαρμακοκινητική ενός από τους μεταβολίτες που σχετίζονται με την καπεσιταβίνη, του 5΄-DFUR.
Σισπλατίνη
Η κάθαρση της δοσεταξέλης κατά τη θεραπεία συνδυασμού με σισπλατίνη ήταν παρόμοια με
αυτή που παρατηρήθηκε με μονοθεραπεία. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της σισπλατίνης που χορηγήθηκε αμέσως μετά την έγχυση δοσεταξέλης είναι παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε με σισπλατίνη ως μονοθεραπεία.
Σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη
Η χορήγηση συνδυασμού δοσεταξέλη, σισπλατίνη και 5-φθοριοουρακίλη σε 12 ασθενείς με συμπαγείς όγκους δεν είχε επίδραση στην φαρμακοκινητική του κάθε φαρμακευτικού προϊόντος ξεχωριστά.
Πρεδνιζόνη και δεξαμεθαζόνη
Η επίδραση της πρεδνιζόνης στη φαρμακοκινητική της δοσεταξέλης μελετήθηκε σε 42 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε με την πρότυπη προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή δεξαμεθαζόνης.
Πρεδνιζόνη
Δεν παρατηρήθηκε επίδραση της πρεδνιζόνης στη φαρμακοκινητική της δοσεταξέλης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - DEMOTAXEL 20MG/ML
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Φιαλίδιο που δεν έχει ανοιχτεί
2 χρόνια
Μετά από το άνοιγμα του φιαλιδίου
Κάθε φιαλίδιο προορίζεται για μία χρήση και πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μετά το άνοιγμά του. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, ο χρόνος και οι συνθήκες διατήρησης του υπό χρήση προϊόντος είναι ευθύνη του χρήστη.
Μετά από την προσθήκη στο σάκο έγχυσης
Από μικροβιολογική άποψη η ανασύσταση/αραίωση πρέπει να γίνεται σε ελεγχόμενες και άσηπτες συνθήκες και το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, ο χρόνος και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη.
Μετά την προσθήκη στο σάκο έγχυσης σύμφωνα με τις οδηγίες, το διάλυμα έγχυσης της δοσεταξέλης είναι σταθερό για 24 ώρες όταν φυλάσσεται σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται εντός 24 ωρών (συμπεριλαμβανομένης της μίας ώρας χορήγηση της ενδοφλέβιας έγχυσης).
Επιπλέον, η φυσική και χημική σταθερότητα κατά τη χρήση του διαλύματος έγχυσης όταν αυτό έχει προετοιμαστεί σύμφωνα με τις οδηγίες έχει καταδειχτεί σε σάκους χωρίς PVC για διάστημα μέχρι 7 ημερών όταν φυλάσσεται σε θερμοκρασία μεταξύ 2 και 8°C.
Το διάλυμα έγχυσης δοσεταξέλης είναι υπερκορεσμένο, επομένως μπορεί να κρυσταλλώσει με το πέρασμα του χρόνου. Εάν εμφανιστούν κρύσταλλοι, το διάλυμα δεν πρέπει πλέον να χρησιμοποιηθεί και πρέπει να απορριφθεί.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος βλ. παράγραφο 6.3.
20mg/1mL: Διαυγές γυάλινο (τύπου Ι) φιαλίδιο των 5mL με ελαστικό πώμα fluorotec plus και σφράγιση αλουμινίου και πορτοκαλί αποσπώμενο πώμα, που περιέχει 1 mL πυκνού σκευάσματος.
80mg/4mL: Διαυγές γυάλινο (τύπου Ι) φιαλίδιο των 5mL με ελαστικό πώμα fluorotec plus και σφράγιση αλουμινίου και κόκκινο αποσπώμενο πώμα, που περιέχει 4 mL πυκνού σκευάσματος.
160mg/8mL: Διαυγές γυάλινο (τύπου Ι) φιαλίδιο των 10mL με ελαστικό πώμα fluorotec plus και σφράγιση αλουμινίου και κόκκινο αποσπώμενο πώμα, που περιέχει 8 mL πυκνού σκευάσματος.
Κάθε κουτί περιέχει ένα φιαλίδιο.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
Το DEMOTAXEL MONO είναι αντινεοπλασματικός παράγοντας και, όπως συμβαίνει και με άλλες δυνητικά τοξικές ενώσεις, θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά το χειρισμό και την προετοιμασία των διαλυμάτων DEMOTAXEL MONO. Συνιστάται η χρήση γαντιών.
Σε περίπτωση που το πυκνό διάλυμα ή το διάλυμα έγχυσης DEMOTAXEL MONO έρθουν σε επαφή με το δέρμα, πλύνετε αμέσως και επιμελώς με σαπούνι και νερό την περιοχή. Σε περίπτωση που το πυκνό διάλυμα ή το διάλυμα έγχυσης DEMOTAXEL MONO έρθουν σε επαφή με τους βλεννογόνους πλυθείτε αμέσως και επιμελώς με νερό.
Προετοιμασία για την ενδοφλέβια χορήγηση
Προετοιμασία του διαλύματος έγχυσης
ΜΗΝ χρησιμοποιείτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα της δοσεταξέλης που αποτελούνται από 2 φιαλίδια (πυκνό διάλυμα και διαλύτης) με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν (DEMOTAXEL MONO 20 mg/1 mL πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση, το οποίο περιέχει μόνο 1 φιαλίδιο).
ΜΗΝ χρησιμοποιείτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα της δοσεταξέλης που αποτελούνται από 2 φιαλίδια (πυκνό διάλυμα και διαλύτης) με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν (DEMOTAXEL MONO 80 mg/4 mL πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση, το οποίο περιέχει μόνο 1 φιαλίδιο).
ΜΗΝ χρησιμοποιείτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα της δοσεταξέλης που αποτελούνται από 2 φιαλίδια (πυκνό διάλυμα και διαλύτης) με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν (DEMOTAXEL MONO 160 mg/8 mL πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση, το οποίο περιέχει μόνο 1 φιαλίδιο).
Το DEMOTAXEL MONO πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ΔΕΝ χρειάζεται προηγούμενη αραίωση με διαλύτη και είναι έτοιμο για προσθήκη στο διάλυμα έγχυσης.
Κάθε φιαλίδιο είναι για μία χρήση και πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως.
Εάν τα φιαλίδια φυλάσσονται σε ψυγείο, αφήστε τον απαιτούμενο αριθμό κουτιών του πυκνού διαλύματος DEMOTAXEL MONO για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C για 5 λεπτά πριν από τη χρήση.
Μπορεί να χρειάζονται περισσότερα από ένα φιαλίδια του πυκνού διαλύματος DEMOTAXEL MONO για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση προκειμένου να ληφθεί η απαιτούμενη δόση για τον ασθενή.
Αφαιρέστε με άσηπτο τρόπο την απαιτούμενη ποσότητα του πυκνού διαλύματος DEMOTAXEL MONO για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση με τη χρήση μιας βαθμονομημένης σύριγγας εφοδιασμένη με βελόνα 21G.
Στο φιαλίδιο του DEMOTAXEL MONO 20 mg/1 mL η συγκέντρωση της δοσεταξέλης είναι 20 mg/mL.
Στο φιαλίδιο του DEMOTAXEL MONO 80 mg/4 mL η συγκέντρωση της δοσεταξέλης είναι 20 mg/mL.
Στο φιαλίδιο του DEMOTAXEL MONO 160 mg/8 mL η συγκέντρωση της δοσεταξέλης είναι 20 mg/mL.
Ο απαιτούμενος όγκος του πυκνού διαλύματος DEMOTAXEL MONO για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να ενίεται μέσω μίας ένεσης (εφάπαξ) σε ένα σάκο έγχυσης περιεκτικότητας 250 mL που περιέχει είτε 5% διάλυμα γλυκόζης είτε 9 mg/mL (0,9%) διάλυμα για έγχυση χλωριούχου νατρίου.
Εάν απαιτείται δόση μεγαλύτερη από 190 mg δοσεταξέλης, χρησιμοποιήστε ένα μέσο έγχυσης μεγαλύτερου όγκου προκειμένου η συγκέντρωση της δοσεταξέλης να μην υπερβεί τα 0,74 mg/mL.
Αναμίξτε με το χέρι το περιεχόμενο του σάκου έγχυσης εφαρμόζοντας περιστροφικές κινήσεις.
Το διάλυμα στο σάκο έγχυσης πρέπει να χρησιμοποιείται εντός 24 ωρών σε θερμοκρασία μικρότερη
των 25°C, περιλαμβανομένης της μίας ώρας που διαρκεί η έγχυση στον ασθενή.
Όπως συμβαίνει με όλα τα φάρμακα που χορηγούνται παρεντερικώς, το DEMOTAXEL MONO διάλυμα για έγχυση πρέπει να ελέγχεται οπτικά πριν από τη χρήση, ενώ διαλύματα που έχουν καθιζήσει θα πρέπει να απορρίπτονται.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις
κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.