Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα
Ενδείξεις
Δοσολογία
Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
1
6
Περιορισμοί

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το πακέτο δεν περιλαμβάνεται στη λίστα ασφάλισης.

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ. Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΚΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΤΕΙ ΕΚΤΟΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΙΑΤΡΟΥ. ΕΙΔΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΦΥΛΑΣΣΟΜΕΝΗ ΕΠΙ ΔΙΕΤΙΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 25767/28-03-2018 ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΤΟΥ ΕΟΦ

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

ERTAPENEM/ANFARM PD.C.S.INF 1G/VIAL

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΚΟΝΙΣ ΓΙΑ ΠΥΚΝΟ ΣΚΕΥΑΣΜΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΕΓΧΥΣΗ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

ΑΝΦΑΡΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - ERTAPENEM/ANFARM 1G/VIAL

Ενδείξεις

Θεραπεία

Το Ertapenem/Anfarm ενδείκνυται σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 3 μηνών έως 17 ετών) και σε ενήλικες για την θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων, όταν προκαλούνται από βακτήρια που είναι γνωστό ή πιθανό να είναι ευαίσθητα στην ερταπενέμη και εάν και όταν απαιτείται παρεντερική θεραπεία (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1).

  • Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις

  • Επίκτητος πνευμονία της κοινότητας

  • Οξείες γυναικολογικές λοιμώξεις

  • Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων των κάτω άκρων, που σχετίζονται με διαβήτη (βλέπε παράγραφο 4.4).

    Πρόληψη

    Το Ertapenem/Anfarm ενδείκνυται σε ενήλικες για την προφύλαξη λοιμώξεων του χειρουργικού πεδίου μετά από προγραμματισμένη ορθοκολική χειρουργική επέμβαση (βλέπε παράγραφο 4.4).

    Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν οι επίσημες οδηγίες για την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.

Δοσολογία

Δοσολογία

Θεραπεία

Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 13 έως 17 ετών): Η δόση του Ertapenem/Anfarm είναι 1 γραμμάριο (g) μια φορά την ημέρα με ενδοφλέβια χορήγηση (βλέπε παράγραφο 6.6).

Βρέφη και παιδιά (ηλικίας 3 μηνών έως 12 ετών): Η δόση του Ertapenem/Anfarm είναι 15 mg/kg χορηγούμενο δύο φορές ημερησίως (να μην υπερβαίνει το 1 g/ημερησίως) με ενδοφλέβια χορήγηση (βλέπε παράγραφο 6.6).

1

Πρόληψη

Ενήλικες: Για την πρόληψη λοιμώξεων χειρουργικού πεδίου μετά από ορθοκολική χειρουργική επέμβαση, η συνιστώμενη δοσολογία είναι 1 g χορηγούμενο ως εφάπαξ ενδοφλέβια δόση που πρέπει να ολοκληρώνεται εντός 1 ώρας πριν από την χειρουργική επέμβαση.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Ertapenem/Anfarm σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Νεφρική δυσλειτουργία

Το Ertapenem/Anfarm μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία λοιμώξεων σε ενήλικες ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς στους οποίους η κάθαρση της κρεατινίνης είναι > 30 ml/mm/1,73 m2, δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της ερταπενέμης σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία που να υποστηρίζουν μια συνιστώμενη δόση. Για αυτό το λόγο η ερταπενέμη δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς (Βλέπε παράγραφο 5.2). Δεν υπάρχουν στοιχεία για παιδιά και έφηβους με νεφρική δυσλειτουργία.

Αιμοδιύλιση

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της ερταπενέμης στους ασθενείς σε αιμοδιύλιση που να υποστηρίζουν μια συνιστώμενη δόση. Για αυτό το λόγο η ερταπενέμη δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς.

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2).

Ηλικιωμένοι

Η συνιστώμενη δόση του Ertapenem/Anfarm θα πρέπει να χορηγείται, εκτός από τις περιπτώσεις σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. Νεφρική δυσλειτουργία).

Τρόπος χορήγησης

Για ενδοφλέβια χρήση.

Ενδοφλέβια χορήγηση: Το Ertapenem/Anfarm πρέπει να χορηγείται με έγχυση μέσα σε χρονικό διάστημα 30 λεπτών.

Η συνήθης διάρκεια της θεραπείας με Ertapenem/Anfarm είναι 3 έως 14 ημέρες αλλά μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο και την σοβαρότητα της λοίμωξης και το/τα παθογόνο(α) αίτιο(α). Εάν ενδείκνυται κλινικά μπορεί να γίνει εναλλαγή σε ένα κατάλληλο από του στόματος χορηγούμενο αντιβακτηριακό παράγοντα, εφόσον έχει παρατηρηθεί κλινική βελτίωση.

Για οδηγίες σχετικά με την παρασκευή του φαρμακευτικού προϊόντος πριν την χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

  • Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα που περιέχει καρβαπενέμη

  • Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρή αντίδραση από το δέρμα) σε οποιοδήποτε άλλου τύπου αντιβακτηριακό παράγοντα της κατηγορίας των β-λακταμών (π.χ. πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες).

Προειδοποιήσεις

Υπερευαισθησία

Έχουν αναφερθεί σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικές) σε ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με β-λακτάμες. Αυτές οι αντιδράσεις είναι περισσότερο πιθανόν να εμφανιστούν σε άτομα με ιστορικό υπερευαισθησίας σε ποικίλα αλλεργιογόνα. Προτού αρχίσει η θεραπεία με ερταπενέμη θα πρέπει να γίνει προσεκτικός έλεγχος, όσον αφορά προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες, ή άλλες λακτάμες και άλλα αλλεργιογόνα (βλέπε παράγραφο 4.3). Αν εμφανιστεί οποιαδήποτε αλλεργική αντίδραση από την ερταπενέμη (βλέπε παράγραφο 4.8), διακόψτε την θεραπεία αμέσως. Σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις απαιτούν άμεση επείγουσα θεραπεία.

Επιλοίμωξη

Παρατεταμένη χρήση της ερταπενέμης μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών. Είναι ουσιώδης η επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς. Αν εμφανιστεί επιμόλυνση κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα.

Σχετιζόμενη με αντιβιοτικά κολίτιδα

Έχει αναφερθεί κολίτιδα που σχετίζεται με τα αντιβιοτικά και ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα με ερταπενέμη, και αυτή μπορεί να ποικίλλει ως προς τη σοβαρότητα από μέτρια ως απειλητική για τη ζωή. Γι αυτό, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτή η διάγνωση σε ασθενείς, οι οποίοι εμφανίζουν διάρροια, ως επακόλουθο χορήγησης αντιβακτηριακών φαρμάκων. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με το Ertapenem/Anfarm και η χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridioides difficile. Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αναστέλλουν τον περισταλτισμό του εντέρου δεν θα πρέπει να χορηγούνται.

Σπασμοί

Έχουν αναφερθεί σπασμοί κατά την διάρκεια κλινικής έρευνας σε ενήλικες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ερταπενέμη (1g μία φορά ημερησίως), κατά την διάρκεια θεραπείας ή κατά την περίοδο παρακολούθησης 14 ημερών. Οι σπασμοί παρουσιάσθηκαν πιο συχνά σε ηλικιωμένους ασθενείς και σ'αυτούς με προϋπάρχουσες διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (π.χ. εγκεφαλικές βλάβες ή ιστορικό σπασμών) και/ή κατασταλμένη νεφρική λειτουργία. Παρόμοιες παρατηρήσεις έχουν γίνει μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.

Εγκεφαλοπάθεια

Εγκεφαλοπάθεια έχει αναφερθεί με τη χρήση της ερταπενέμης (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν υπάρχει υποψία εγκεφαλοπάθειας επαγόμενης από την ερταπενέμη (π.χ. μυοκλονία, σπασμός, μεταβολή της νοητικής κατάστασης, επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης), θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της ερταπενέμης. Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εγκεφαλοπάθειας επαγόμενης από την ερταπενέμη και η υποχώρηση μπορεί να είναι παρατεταμένη.

Ταυτόχρονη χορήγηση με βαλπροϊκό οξύ

Η ταυτόχρονη χρήση της ερταπενέμης και του βαλπροϊκού οξέος / βαλπροϊκού νατρίου δεν συνιστάται (βλέπε παράγραφο 4.5).

Υποβέλτιστη έκθεση

Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι σε λίγες περιπτώσεις όπου οι χειρουργικές επεμβάσεις υπερβαίνουν τις 4 ώρες, οι ασθενείς μπορεί να εκτίθενται σε υποβέλτιστες συγκεντρώσεις της ερταπενέμης και συνεπώς σε κίνδυνο για ενδεχόμενη αποτυχία της θεραπείας. Γι'αυτό, πρέπει να εφιστάται προσοχή σε τέτοιες ασυνήθεις περιπτώσεις.

Εκτιμήσεις για χορήγηση σε ειδικούς πληθυσμούς

Yπάρχει περιορισμένη εμπειρία στη χρήση της ερταπενέμης για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Σε κλινικές μελέτες για την θεραπεία της επίκτητης πνευμονίας της κοινότητας, σε ενήλικες, το 25 % των αξιολογήσιμων ασθενών, που έλαβαν θεραπεία με ερταπενέμη είχαν σοβαρή νόσο (οριζόμενη ως δείκτης σοβαρότητας πνευμονίας > III). Σε μία κλινική μελέτη για την θεραπεία οξέων γυναικολογικών λοιμώξεων σε ενήλικες, το 26 % των αξιολογήσιμων ασθενών, που έλαβαν θεραπεία με ερταπενέμη είχαν σοβαρή νόσο (οριζόμενη ως θερμοκρασία ≥ 39°C και /ή βακτηραιμία), δέκα ασθενείς έπασχαν από βακτηραιμία. Από αξιολογήσιμους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ερταπενέμη σε μία κλινική μελέτη για την θεραπεία ενδοκοιλιακών λοιμώξεων σε ενήλικες, το 30 % είχε γενικευμένη περιτονίτιδα και το 39 % είχε λοιμώξεις, που ενέχουν σημεία εκτός της σκωληκοειδούς απόφυσης, συμπεριλαμβανομένων του στομάχου, του δωδεκαδάκτυλου, του λεπτού εντέρου, του παχέος εντέρου και της χοληδόχου κύστης. Yπήρξε περιορισμένος αριθμός αξιολογήσιμων ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν με βαθμολογία APACHE II ≥ 15 και η αποτελεσματικότητα σε αυτούς τους ασθενείς δεν έχει τεκμηριωθεί.

Η αποτελεσματικότητα του Ertapenem/Anfarm στη θεραπεία της επίκτητης πνευμονίας της κοινότητας, που οφείλεται σε Streptococcus pneumoniae ανθεκτικό στην πενικιλλίνη, δεν έχει τεκμηριωθεί.

Η αποτελεσματικότητα της ερταπενέμης στη θεραπεία των λοιμώξεων διαβητικού ποδός με ταυτόχρονη οστεομυελίτιδα δεν έχει τεκμηριωθεί.

Υπάρχει σχετικά μικρή εμπειρία με την ερταπενέμη σε παιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετών. Σ' αυτή την ηλικιακή ομάδα, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, για να πιστοποιηθεί η ευαισθησία του/των λοιμογόνου(ων) στην ερταπενέμη. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών.

Νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 137 mg νατρίου ανά 1,0 g δόσης, που ισοδυναμεί με το 6,85 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
1
1
0
6
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις που προκαλούνται από την αναστολή της κάθαρσης φαρμάκου μέσω της P- γλυκοπρωτεϊνης ή της κάθαρσης των φαρμακευτικών προϊόντων μέσω του συστήματος CYP, δεν είναι πιθανές (βλέπε παράγραφο 5.2).

Έχουν αναφερθεί μειώσεις των επιπέδων του βαλπροϊκού οξέος που μπορεί να πέσουν κάτω από το θεραπευτικό εύρος όταν συγχορηγηθεί το βαλπροϊκό οξύ με παράγοντες καρβαπενέμης. Τα μειωμένα επίπεδα του βαλπροϊκού οξέος μπορεί να οδηγήσουν σε ανεπαρκή έλεγχο σπασμών. Γι' αυτό, δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση της ερταπενέμης και του βαλπροϊκού οξέος / βαλπροϊκού νατρίου και πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο για εναλλακτική αντιβακτηριακή ή αντιεπιληπτική αγωγή.

Κύηση

Κύηση

Επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες δεν έχουν διεξαχθεί σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν παρέχουν ενδείξεις άμεσα ή έμμεσα για βλαβερές επιδράσεις όσον αφορά την κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή την μετεμβρυϊκή ανάπτυξη. Ωστόσο, η ερταπενέμη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της κύησης εκτός εάν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο.

Θηλασμός

Η ερταπενέμη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών για το βρέφος, oι μητέρες δεν θα πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη, όταν λαμβάνουν ερταπενέμη.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σχετικά με την επίδραση της χρήσης της ερταπενέμης στην γονιμότητα σε άνδρες και γυναίκες. Προκλινικές μελέτες δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς δράσεις όσον αφορά την γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).

Οδήγηση

ν

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Το Ertapenem/Anfarm μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα των ασθενών να οδηγούν και να χειρίζονται μηχανήματα. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερωθούν ότι έχει αναφερθεί ζάλη και υπνηλία με το Ertapenem/Anfarm (βλέπε παράγραφο 4.8).

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Ενήλικες

Ο συνολικός αριθμός των ασθενών που θεραπεύθηκαν με ερταπενέμη σε κλινικές μελέτες, ήταν πάνω από 2.200, από τους οποίους πάνω από 2.150 έλαβαν μία δόση 1g ερταπενέμης. Έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. που θεωρήθηκαν από τον ερευνητή ως ενδεχομένως, πιθανόν ή σαφώς σχετιζόμενες με το φάρμακο) περίπου στο 20 % των ασθενών που θεραπεύθηκαν με ερταπενέμη. Η θεραπεία διεκόπη, λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών, στο 1,3% των ασθενών. Επιπλέον,476 ασθενείς έλαβαν ερταπενέμη ως εφάπαξ δόση του 1 g πριν από την χειρουργική επέμβαση σε μία κλινική μελέτη για προφύλαξη λοιμώξεων στο σημείο της χειρουργικής επέμβασης, μετά από ορθοκολική χειρουργική επέμβαση.

Για τους ασθενείς που έλαβαν μόνον ερταπενέμη οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες, που έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας καθώς και σε διάστημα παρακολούθησης 14 ημερών αφού η θεραπεία διεκόπη ήταν: διάρροια (4,8 %), επιπλοκές της φλέβας στο σημείο έγχυσης (4,5%), και ναυτία (2,8 %).

Για τους ασθενείς που έλαβαν μόνον ερταπενέμη, οι πιο συχνά αναφερθείσες ανωμαλίες στα εργαστηριακά ευρήματα και το εύρος της συχνότητάς τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας και στην περίοδο παρακολούθησης 14 ημερών μετά την διακοπή της θεραπείας ήταν: αυξήσεις ALT (4,6%), AST (4,6 %), αλκαλικής φωσφατάσης (3,8%) και του αριθμού των αιμοπεταλίων (3,0%)

Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 3 μηνών ως 17 ετών):

Ο συνολικός αριθμός των ασθενών που έλαβε ερταπενέμη σε κλινικές μελέτες ήταν 384. Το συνολικό προφίλ ασφάλειας είναι συγκρίσιμο με αυτό Η των ενηλίκων ασθενών. Έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες (δηλ. που θεωρούνται από τον ερευνητή ως πιθανές, ενδεχόμενες, ή σίγουρα σχετιζόμενες με το φαρμακευτικό προϊόν) περίπου στο 20,8 % των ασθενών, που έλαβε ερταπενέμη. Η θεραπεία διεκόπη λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών στο 0,5% των ασθενών.

Για τους ασθενείς που έλαβαν μόνο ερταπενέμη, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες, που αναφέρθηκαν κατά την θεραπεία και κατά το διάστημα παρακολούθησης 14 ημερών μετά την διακοπή της θεραπείας, ήταν: διάρροια (5,2%) και πόνος στο σημείο της έγχυσης (6,1 %).

Για τους ασθενείς που έλαβαν μόνον ερταπενέμη, οι πιο συχνά αναφερθείσες ανωμαλίες στα εργαστηριακά ευρήματα και το εύρος της συχνότητάς τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας και κατά την περίοδο παρακολούθησης 14 ημερών, μετά την διακοπή της θεραπείας ήταν: μειώσεις του αριθμού των ουδετερόφιλων (3,0%) και αυξήσεις ALT (2,9%), και AST (2,8%).

Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων αντιδράσεων

Για τους ασθενείς που έλαβαν μόνον ερταπενέμη οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν κατά την διάρκεια της θεραπείας καθώς και σε διάστημα παρακολούθησης 14 ημερών μετά την διακοπή της θεραπείας:

Συχνές (≥ 1/100 ως < 1/10). Όχι συχνές (≥ 1/1.000 ως < 1/100). Σπάνιες (≥ 1/10.000 ως < 1/1.000). Πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Ενήλικες 18 ετών και άνω Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 3 μηνών ως 17 ετών)
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Όχι συχνές: Στοματική καντιντίαση καντιντίαση, μυκητιασική λοίμωξη, ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα, κολπίτιδαΣπάνιες: Πνευμονία, δερματομυκητίαση, μετεγχειρητική λοίμωξη τραύματος, λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος
Διαταραχές του αιμοποιητικού καιτου λεμφικού Σπάνιες: Ουδετεροπενία, θρομβοκυτοπενία
Διαταραχές τουανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες: ΑλλεργίαΜη γνωστές: Αναφυλαξία συμπεριλαμβανομένων των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων
Διαταραχές τουμεταβολισμού και της θρέψης Όχι συχνές: Ανορεξία Σπάνιες: Υπογλυκαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές Όχι συχνές: Αϋπνία, σύγχυση Σπάνιες: Διέγερση, άγχος, κατάθλιψηΜη γνωστές: Μεταβολή στη νοητική κατάσταση (συμπεριλαμβανομένων επιθετικότητας, παραληρήματος, αποπροσανατολισμού, μεταβολών της νοητικής κατάστασης) Μη γνωστές: Μεταβολή στη νοητική κατάσταση (συμπεριλαμβανομένης επιθετικότητας)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές: ΠονοκέφαλοςΌχι συχνές: Ζάλη, υπνηλία, διαταραχή της γεύσης, σπασμοί (βλέπε παράγραφο 4.4)Σπάνιες: Τρόμος, συγκοπήΜη γνωστές: Ψευδαισθήσεις, επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης, δυσκινησία, μυοκλονία, διαταραχή της βάδισης, εγκεφαλοπάθεια (βλ. παράγραφο 4.4) Όχι συχνές: Πονοκέφαλος Μη γνωστές: Ψευδαισθήσεις
Οφθαλμικές διαταραχές Σπάνιες: Διαταραχή του σκληρού
Καρδιακές διαταραχές Όχι συχνές: Φλεβοκομβική βραδυκαρδίαΣπάνιες: Αρρυθμία, ταχυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Επιπλοκές κατά την έγχυση στη φλέβα, φλεβίτιδα/ θρομβοφλεβίτιδαΌχι συχνές: ΥπότασηΣπάνιες: Αιμορραγία, αυξημένη αρτηριακή πίεση Όχι συχνές: Έξαψη, υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Όχι συχνές: Δύσπνοια, δυσφορία φάρυγγα. Σπάνιες: Ρινική συμφόρηση, βήχας, επίσταξη, τριγμοί/ρόγχοι, συριγμός
Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: Διάρροια, ναυτία, έμετοςΌχι συχνές: Δυσκοιλιότητα, παλινδρόμηση οξέος, ξηροστομία, δυσπεψία, κοιλιακό άλγοςΣπάνιες: Δυσφαγία, ακράτεια κοπράνων, πυελική περιτονίτιδαΜη γνωστές: Χρώση οδόντων Συχνές: Διάρροια Όχι συχνές: Αποχρωματισμός κοπράνων, μέλαινα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Σπάνιες: Χολοκυστίτιδα, ίκτερος, διαταραχή ήπατος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές: Εξάνθημα, κνησμόςΌχι συχνές: Ερύθημα, κνίδωσηΣπάνιες: Δερματίτιδα, απολέπιση, αγγειίτιδα από υπερευαισθησίαΜη γνωστές: Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση, Σχετιζόμενο με φάρμακο Εξάνθημα με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα(σύνδρομο DRESS) Συχνές: Δερματίτιδα από χρήση πάνας Όχι συχνές: Ερύθημα, εξάνθημα, πετέχειες
Διαταραχές του μυοσκελετικούσυστήματος και του συνδετικού ιστού Σπάνιες: Μυϊκή κράμπα, πόνος στον ώμο Μη γνωστές: Μυϊκή αδυναμία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Σπάνιες: Νεφρική ανεπάρκεια, οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και τηςπεριγεννητικής περιόδου Σπάνιες: Αποβολή
Διαταραχές του αναπαραγωγικούσυστήματος και του μαστού Σπάνιες: Αιμορραγία των γεννητικών οργάνων
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Όχι συχνές: Εξαγγείωση, εξασθένηση /κόπωση, πυρετός, οίδημα/εξοίδηση, θωρακικό άλγος Σπάνιες: Σκλήρυνση της θέσης ένεσης, αίσθημα κακουχίας Συχνές: Πόνος στο σημείο έγχυσηςΌχι συχνές: Καύσος στο σημείο έγχυσης, κνησμός στο σημείο έγχυσης, ερύθημα στο σημείο έγχυσης, ερύθημα στο σημείο της ένεσης, θερμότητα στο σημείοέγχυσης
Παρακλινικές εξετάσεις
Βιοχημικά Συχνές: Aυξήσεις ALT, AST, αλκαλικής φωσφατάσηςΌχι συχνές: Αυξήσεις στην ολική χολερυθρίνη ορού, άμεση χολερυθρίνη ορού, έμμεση χολερυθρίνη ορού, κρεατινίνη ορού, ουρία ορού, γλυκόζη ορούΣπάνιες: Μειώσεις των διττανθρακικών του ορού, της κρεατινίνης ορού, και του καλίου ορού, αυξήσεις της LDH ορού, του φωσφόρου ορού και του καλίου ορού Συχνές: Aυξήσεις ALT, και AST
Αιματολογικά Συχνές: Αύξηση του αριθμού των αιμοπεταλίων Όχι συχνές: Μειώσεις των λευκοκυττάρων, αιμοπεταλίων, κατάτμητων ουδετερoφίλων, αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη, αυξήσεις των ηωσινοφίλων, του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης, του χρόνου προθρομβίνης,κατάτμητων ουδετερoφίλων και των λευκοκυττάρων Σπάνιες: Μειώσεις στα λεμφοκύτταρα, αυξήσεις στα ραβδοπύρηνα, λεμφοκύτταρα, μεταμυελοκύτταρα,μονοκύτταρα, μυελοκύτταρα, άτυπα λεμφοκύτταρα Συχνές: Μειώσεις του αριθμού ουδετερόφιλων Όχι Συχνές: Αυξήσεις στον αριθμό των αιμοπεταλίων, στον χρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης, στο χρόνο προθρομβίνης, μειώσεις της αιμοσφαιρίνης
Αναλύσεις ούρων Όχι συχνές: Αυξήσεις των βακτηρίων στα ούρα, των λευκοκυττάρων στα ούρα, των επιθηλιακών κυττάρων στα ούρα, και των ερυθροκυττάρων στα ούρα, παρουσία ζυμομυκήτων στα ούραΣπάνιες: Αύξηση στο ουροχολινογόνο
Διάφορα Όχι Συχνές: Θετική τοξίνη Clostridioides difficile

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Ελλάδα

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

http://www.kitrinikarta.gr

Υπερβολική δόση

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες ειδικές πληροφορίες για την θεραπεία υπερδοσολογίας με ερταπενέμη.Yπερδοσολογία της ερταπενέμης δεν είναι πιθανή. Η ενδοφλέβια χορήγηση της ερταπενέμης στη δόση 3g ημερησίως για 8 ημέρες σε υγιείς ενήλικες εθελοντές δεν οδήγησε σε σημαντική τοξικότητα. Σε κλινικές μελέτες σε ενήλικες η εκ λάθους χορήγηση ως 3g ημερησίως δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς, μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση (IV) των 40 mg/kg ως τη μέγιστη των 2g, δεν οδήγησε σε τοξικότητα.

Παρόλα αυτά, σε περίπτωση υπερδοσολογίας η θεραπεία με Ertapenem/Anfarm θα πρέπει να διακοπεί και να δοθεί γενική υποστηρικτική θεραπεία έως ότου λάβει χώρα νεφρική απέκκριση.

Η ερταπενέμη μπορεί να απομακρυνθεί σε κάποιο ποσοστό με αιμοδιύλιση (βλέπε παράγραφο 5.2). Ωστόσο, δεν υπάρχει διαθέσιμη καμία πληροφορία ως προς τη χρήση αιμοδιύλυσης για την αντιμετώπιση υπερδοσολογίας.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - ERTAPENEM/ANFARM 1G/VIAL

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Γενικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες, κωδικός ATC: J01DH03

Μηχανισμός δράσης

Η ερταπενέμη αναστέλλει την σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από δέσμευση με τις πρωτεΐνες που δεσμεύουν πενικιλλίνη (PBPs). Για το Escherichia coli, η συγγένεια με τα PBPs 2 και 3 είναι πιο ισχυρή.

Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική (PK/PD) συσχέτιση

Όπως και με άλλους β-λακταμικούς αντιμικροβιακούς παράγοντες, ο χρόνος κατά τον οποίο η συγκέντρωση της ερταπενέμης στο πλάσμα υπερβαίνει το MIC του παθογόνου οργανισμού συσχετίζεται καλύτερα με την αποτελεσματικότητα των προκλινικών μελετών PK/PD.

Μηχανισμός ανθεκτικότητας

Για είδη που θεωρείται ότι είναι ευαίσθητα στην ερταπενέμη, η ανθεκτικότητα δεν ήταν συχνή σε μελέτες παρακολούθησης στην Ευρώπη. Μεταξύ των ανθεκτικών στελεχών που απομονώθηκαν, η ανθεκτικότητα σε άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες της κατηγορίας των καρβαπενεμών έχει παρατηρηθεί σε ορισμένα αλλά όχι σε όλα τα στελέχη. Η ερταπενέμη είναι αποτελεσματικά σταθερή στην υδρόλυση από τις περισσότερες κατηγορίες β-λακταμασών, συμπεριλαμβανομένων των πενικιλλινασών, κεφαλοσπορινασών και μεγάλου φάσματος β-λακταμασών, αλλά όχι των μεταλλο-β- λακταμασών.

Ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι και εντερόκοκκοι, είναι ανθεκτικοί στην ερταπενέμη, που οφείλεται στη μη ευαισθησία του στόχου PBP. Η P.aeruginosa και άλλα βακτήρια που δεν κάνουν ζύμωση είναι γενικά ανθεκτικά, γεγονός που οφείλεται προφανώς σε περιορισμένη διαπερατότητα και σε ενεργό εκροή.

Η ανθεκτικότητα των Enterobacteriaceae δεν είναι συχνή και η ερταπενέμη είναι γενικά ενεργή έναντι των β- λακταμασών (ESBLs) ευρέος-φάσματος. Ωστόσο, μπορεί να παρατηρηθεί αντοχή όταν οι ESBLs ή άλλες ισχυρές β-λακταμάσες (π.χ. τύπου AmpC) είναι παρούσες σε συνδυασμό με μειωμένη διαπερατότητα, που προέρχεται από την απώλεια ενός ή περισσοτέρων πορινών της εξωτερικής μεμβράνης, ή με ανοδικής ρύθμισης εκροή. Η αντοχή μπορεί επίσης να προέρχεται από την παρουσία β-λακταμασών με σημαντική δραστηριότητα υδρόλυσης των καρβαπενεμών (π.χ. IMP και VIM μεταλλο-β-λακταμάσες ή τύπου KPC) αν και αυτές είναι σπάνιες.

Ο μηχανισμός δράσης της ερταπενέμης διαφέρει από τις άλλες κατηγορίες αντιβιοτικών, όπως κινολόνες, αμινογλυκοσίδες, μακρολίδια και τετρακυκλίνες. Δεν υπάρχει διασταυρούμενη αντοχή βάσει στόχου μεταξύ της ερταπενέμης και αυτών των ουσιών. Ωστόσο, οι μικροοργανισμοί μπορεί να παρουσιάσουν αντοχή σε περισσότερες από μία κατηγορίες αντιβακτηριακών παραγόντων, εάν ο μηχανισμός οφείλεται σε, ή περιλαμβάνει μη διαπερατότητα σε ορισμένα συστατικά και/ή μία αντλία εκροής.

Όρια ευαισθησίας

Τα EUCAST ΜΚ_όρια ευαισθησίας είναι ως εξής:

  • Enterobacterales: S ≤ 0.5 mg/L and R > 0.5 mg/L

  • Staphylococcus spp.*

  • Streptococcus groups A, B, C and G**

  • Streptococcus pneumoniae: S ≤ 0.5 mg/L and R > 0.5 mg/L

  • Viridans group streptococci: S ≤ 0.5 mg/L and R > 0.5 mg/L

  • Haemophilus influenzae: S ≤ 0.5 mg/L and R > 0.5 mg/L

  • Moraxella catarrhalis***: S ≤ 0.5 mg/L and R > 0.5 mg/L

  • Neisseria gonorrhoeae#

  • Neisseria meningitidis#

  • Όρια ευαισθησίας που δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένο είδος: S ≤ 0.5 mg/L and R > 0.5 mg/L (Σημ: Η ευαισθησία των ειδών staphylococci στην ερταπενέμη συνάγεται από την ευαισθησία στην

μεθικιλλίνη και η ευαισθησία των στρεπτόκοκκων των ομάδων A, B, C, & G συνάγεται από την ευαισθησία της βενζυλοπενικιλλίνης).

* Η ευαισθησία των σταφυλόκοκκων στις καρβαπενέμες συνάγεται από την ευαισθησία στην κεφοξιτίνη.

** Η ευαισθησία των ομάδων στρεπτόκοκκου A, B, C και G στις καρβαπενέμες συνάγεται από την ευαισθησία στη βενζυλοπενικιλλίνη.

*** Τα ανθεκτικά στελέχη είναι σπάνια ή δεν έχουν ακόμη αναφερθεί. Η ταυτοποίηση και το αποτέλεσμα της δοκιμής αντιμικροβιακής ευαισθησίας σε οποιοδήποτε τέτοιο στέλεχος πρέπει να επιβεβαιωθεί και το προϊόν απομόνωσης να αποσταλεί σε εργαστήριο αναφοράς.

# Δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι ο οργανισμός είναι ένας καλός στόχος για τη θεραπεία με αυτόν τον παράγοντα.

Οι συνταγογράφοι ενημερώνονται, ότι μπορούν να συμβουλευθούν τα τοπικά MIC όρια ευαισθησίας, εφόσον υπάρχουν.

Μικροβιολογική ευαισθησία

Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και με το χρόνο, για επιλεγμένα είδη, γι' αυτό και οι τοπικές πληροφορίες ως προς την αντοχή είναι χρήσιμες, ιδιαίτερα κατά την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Έχουν αναφερθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση τοπικές ομάδες λοιμώξεων που οφείλονται σε οργανισμούς ανθεκτικούς στις καρβαπενέμες. Οι κατωτέρω πληροφορίες δίνουν κατά προσέγγιση καθοδήγηση ως προς την πιθανότητα ευαισθησίας του μικροοργανισμού στην ερταπενέμη ή όχι.

Συνήθη ευαίσθητα είδη:
Θετικά κατά Gram αερόβια::Ευαίσθητοι στην μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι (συμπεριλαμβανομένου του Staphylococcus aureus)*Streptococcus agalactiae* Streptococcus pneumoniae*†Streptococcus pyogenes
Αρνητικά κατά Gram αερόβια:: Citrobacter freundii Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae Escherichia coli*Haemophilus influenzae* Haemophilus parainfluenzae Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae* Moraxella catarrhalis* Morganella morganii Proteus mirabilis*Proteus vulgaris Serratia marcescens
Αναερόβια:Clostridium species (excluding C. difficile)* Eubacterium species*Fusobacterium species*Peptostreptococcus species*Porphyromonas asaccharolytica* Prevotella species*
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να είναι πρόβλημα:
Θετικά κατά Gram αερόβιαΣταφυλόκοκκοι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη +#
Αναερόβια:Bacteroides fragilis and species in the B. fragilis group*
Οργανισμοί με κληρονομική αντοχή
Θετικά κατά Gram αερόβιαCorynebacterium jeikeiumEnterococci including Enterococcus faecalis and Enterococcus faecium
Αρνητικά κατά Gram αερόβια::Είδη AeromonasΕίδη Acinetobacter Burkholderia cepacia Pseudomonas aeruginosaStenotrophomonas maltophilia
Αναερόβια:Lactobacillus species
Άλλα::Chlamydia species Mycoplasma species Rickettsia speciesLegionella species

* Η δραστικότητα έχει δειχθεί ικανοποιητικά στις κλινικές μελέτες.

† Ή αποτελεσματικότητα του Ertapenem/Anfarm στην θεραπεία της επίκτητης πνευμονίας της κοινότητας που οφείλεται στον ανθεκτικό στην πενικιλλίνη Streptococcus pneumoniae δεν έχει τεκμηριωθεί.

+ Συχνότητα της επίκτητης αντοχής > 50 % σε ορισμένα Κράτη Μέλη.

# Οι ανθεκτικοί στην μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι (συμπεριλαμβανομένου MRSA) είναι πάντοτε ανθεκτικοί στις β- λακτάμες.

Πληροφορίες από κλινικές μελέτες

Αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικές μελέτες

Η ερταπενέμη αξιολογήθηκε κατά πρώτον για παιδιατρική ασφάλεια και κατά δεύτερον για την αποτελεσματικότητα σε τυχαιοποιημένες, συγκριτικές, πολυκεντρικές μελέτες σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 17 ετών.

Το ποσοστό των ασθενών με ευνοϊκή κλινική ανταπόκριση κατά την επίσκεψη μετά τη θεραπεία, από το σύνολο των ασθενών με πρόθεση για θεραπεία, παρατίθεται ακολούθως:

Κατηγορία ασθένειας† Κατηγορία ηλικίας Ertapenem Ceftriaxone
n/m % n/m %
Επίκτητη πνευμονία τηςκοινότητας (ΠΚ) 3 έως 23 μήνες 31/35 88,6 13/13 100,0
2 έως 12 έτη 55/57 96,5 16/17 94,1
13 έως 17 έτη 3/3 100,0 3/3 100,0
Κατηγορία ασθένειας Κατηγορία ηλικίας Ertapenem Ticarcillin/clavulanate
n/m % n/m %
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις (ΕΚΛ) 2 έως 12 έτη 28/34 82,4 7/9 77,8
13 έως 17 έτη 15/16 93,8 4/6 66,7
Οξείες λοιμώξεις της πυέλου (ΟΛΠ) 13 έως 17 έτη 25/25 100,0 8/8 100,0

† Συμπεριλαμβάνονται 9 ασθενείς στην ομάδα της ερταπενέμης ( 7 ΠΚ, και 2 ΕΚΛ), 2 ασθενείς στην ομάδα του ceftriaxone (2 ΠΚ) και 1 ασθενής με ΕΚΛ στην ομάδα ticarcillin/clavulanate με

δευτερογενή βακτηραιμία κατά την εισαγωγή στην μελέτη.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Συγκεντρώσεις στο πλάσμα

Οι μέσες συγκεντρώσεις της ερταπενέμης στο πλάσμα μετά από μια εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών με δόση 1 g σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 25 έως 45 ετών) ήταν 155 micrograms/ml (Cmax ) στη μισή (0,5 h) ώρα μετά τη δόση (τέλος της έγχυσης), 9 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη δόση, και 1 microgram/ml στις 24 ώρες μετά τη δόση.

Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα (AUC) της ερταπενέμης σε ενήλικες αυξάνει σε αναλογία με τη δόση στο εύρος της δοσολογίας από 0,5 ως 2g.

Δεν υπάρχει συσσώρευση της ερταπενέμης σε ενήλικες κατόπιν πολλαπλών ενδοφλεβίων δόσεων από 0,5 ως 2g ημερησίως.

Οι μέσες συγκεντρώσεις της ερταπενέμης στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών των 15 mg/kg (έως τη μέγιστη δόση του 1g), σε ασθενείς ηλικίας 3 ως 23 μηνών, ήταν 103,8 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), 13,5 micrograms/ml στις 6 ώρες μετά την χορήγηση, και 2,5 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση.

Οι μέσες συγκεντρώσεις της ερταπενέμης στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών των 15 mg/kg (έως τη μέγιστη δόση του 1g) σε ασθενείς ηλικίας 2 ως 12 ετών, ήταν 113.2 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), 12,8 micrograms/ml στις 6 ώρες μετά τη χορήγηση, και 3,0 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση.

Οι μέσες συγκεντρώσεις της ερταπενέμης στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών των 20 mg/kg (έως τη μέγιστη δόση του 1g) σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών, ήταν 170,4 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), 7,0 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση, και 1,1 microgram/ml στις 24 ώρες μετά τη χορήγηση.

Οι μέσες συγκεντρώσεις της ερταπενέμης στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών του 1g σε τρεις ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών, ήταν 155,9 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), και 6,2 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση.

Κατανομή

Η ερταπενέμη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος. Σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 25 έως 45 ετών) η δέσμευση των πρωτεϊνών με την ερταπενέμη μειώνεται, όσο η συγκέντρωση στο πλάσμα αυξάνεται από περίπου 95 % δέσμευση, σε συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου της τάξης < 50 micrograms/ml έως 92 % περίπου δέσμευση σε συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου 155 micrograms/ml (μέση συγκέντρωση που επιτυγχάνεται στο τέλος της έγχυσης μετά από 1 g ενδοφλεβίως).

Ο όγκος κατανομής (Vdss) την ερταπενέμης σε ενήλικες είναι περίπου 8 λίτρα (0,11 liter/kg ) και περίπου 0,2 liter/kg σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών και περίπου 0,16 liter/kg σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών.

Οι συγκεντρώσεις της ερταπενέμης που επιτεύχθηκαν, στο υγρό των φυσαλίδων του δέρματος ενηλίκων σε κάθε σημείο λήψης δείγματος κατά την τρίτη ημέρα με 1 g ημερησίως ενδοφλέβιας δοσολογίας, έδειξαν λόγο συγκέντρωσης AUC στο υγρό των φυσαλίδων του δέρματος: AUC στο πλάσμα, της τάξης του 0,61.

In-vitro μελέτες δείχνουν ότι η επίδραση της ερταπενέμης στη σύνδεση με πρωτεΐνες του πλάσματος φαρμακευτικών προϊόντων με υψηλή συγγένεια σύνδεσης στις πρωτεΐνες (βαρφαρίνη, αιθινυλοιστραδιόλη, και νορεθινδρόνη) ήταν χαμηλή. Η αλλαγή στην πρόσδεση ήταν <12 % στην

μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα της ερταπενέμης που μετά από δόση του 1 g. In vivo η προβενεσίδη (500 mg κάθε 6 ώρες) μείωσε το κλάσμα πρόσδεσης της ερταπενέμης στο πλάσμα στο τέλος της έγχυσης σε άτομα που τους χορηγούνταν εφάπαξ δόση 1 g ενδοφλεβίως, από περίπου 91% σε περίπου 87%. Η επίδραση αυτής της αλλαγής αναμένεται να είναι παροδική. Είναι απίθανη μια σημαντική κλινικά αλληλεπίδραση λόγω αντικατάστασης κάποιου άλλου φαρμακευτικού προϊόντος από της ερταπενέμης ή αντικατάστασης της ερταπενέμης από κάποιο άλλο φαρμακευτικό προϊόν.

In-vitro μελέτες δείχνουν ότι η ερταπενέμη δεν αναστέλλει τη μεταφορά του digoxin και του vinblastine μέσω της γλυκοπρωτεϊνης P και ότι η ερταπενέμη δεν είναι υπόστρωμα για την μεταφορά μέσω της γλυκοπρωτεϊνης P.

Βιομετασχηματισμός

Σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 23 έως 49 ετών) μετά από ενδοφλέβια έγχυση ραδιενεργά σεσημασμένου 1 g ερταπενέμης, η ραδιενέργεια στο πλάσμα εντοπίζεται κατά το πλείστον (94%) στην ερταπενέμη. Ο κυριότερος μεταβολίτης της ερταπενέμης είναι το παράγωγο με ανοιχτό δακτύλιο που δημιουργείται δια της υδρόλυσης του β-λακταμικού δακτυλίου με μεσολάβηση διϋδροπεπτιδάσης Ι.

In vitro μελέτες σε ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα δείχνουν ότι η ερταπενέμη δεν αναστέλλει τον μεταβολισμό που μεσολαβείται από τα έξι μεγαλύτερα CYP ισόμορφα: 1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4.

Αποβολή

Μετά από χορήγηση ενδοφλέβιας δόσης 1 g ραδιενεργά σεσημασμένου ερταπενέμης σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 23 έως 49 ετών), περίπου 80% ανακτάται στα ούρα και 10% στα κόπρανα. Από το 80

% του ανακτηθέντος στα ούρα, περίπου 38% απεκκρίνεται ως αναλλοίωτο ερταπενέμης και περίπου 37

% ως ο μεταβολίτης με ανοιχτό δακτύλιο.

Σε υγιή νεαρά ενήλικα άτομα (ηλικίας 18 έως 49 ετών) και σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών, που έλαβαν 1g ενδοφλέβιας δοσολογίας, η μέση ημίσεια ζωή στο πλάσμα είναι περίπου 4 ώρες. Η μέση ημίσεια ζωή στο πλάσμα σε παιδιά ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών είναι περίπου 2,5 ώρες. Οι μέσες συγκεντρώσεις της ερταπενέμης στα ούρα υπερέβησαν τα 984 μg/ ml, κατά τη διάρκεια της περιόδου από 0 ως 2 ώρες μετά τη χορήγηση και υπερέβησαν τα 52 μg/ ml κατά την περίοδο από 12 ως 24 ώρες μετά την χορήγηση.

Ειδικοί πληθυσμοί

Φύλο

Οι συγκεντρώσεις της ερταπενέμης στο πλάσμα είναι συγκρίσιμες στους άνδρες και στις γυναίκες.

Ηλικιωμένοι

Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα κατόπιν ενδοφλέβιας δόσης 1g και δόσης 2g της ερταπενέμης είναι ελαφρώς υψηλότερες (περίπου 39% και 22%, αντίστοιχα) στους υγιείς ηλικιωμένους (≥ 65 ετών) σε σύγκριση με νέους ενήλικες (< 65 ετών). Κατά την απουσία σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Οι συγκεντρώσεις της ερταπενέμης στο πλάσμα είναι συγκρίσιμες σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών και σε ενήλικες μετά από μία ενδοφλέβια δόση 1g ημερησίως.

Μετά από δόση των 20 mg/kg (έως μέγιστη δόση του 1g), οι τιμές των παραμέτρων φαρμακοκινητικής σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών ήταν γενικά συγκρίσιμες με αυτές των υγιών νέων ενηλίκων. Για να μπορεί να γίνει εκτίμηση των φαρμακοκινητικών στοιχείων, εάν όλοι οι ασθενείς αυτής της ηλικιακής ομάδας επρόκειτο να λάβουν δόση του 1g, τα στοιχεία φαρμακοκινητικής υπολογίσθηκαν με προσαρμογή σε δόση 1g, υποθέτοντας ότι υπάρχει γραμμικότητα. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων έδειξε ότι η ημερήσια δοσολογία 1g της ερταπενέμης επιτυγχάνει φαρμακοκινητικό προφίλ σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών συγκρίσιμο με αυτό των ενηλίκων. Οι αναλογίες (13 ως 17 ετών /ενήλικες) στην AUC, η συγκέντρωση στο τέλος της έγχυσης και η συγκέντρωση στο μέσον της χορήγησης ήταν 0,99,

1,20, και 0,84, αντίστοιχα.

Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα στο μέσον του διαστήματος χορήγησης μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση ερταπενέμης των 15 mg/kg σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών, είναι συγκρίσιμες με τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα στο μέσον του διαστήματος χορήγησης μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 1 g μία φορά ημερησίως σε ενήλικες (βλέπε Συγκεντρώσεις στο πλάσμα). Η κάθαρση στο πλάσμα (ml/min/kg) της ερταπενέμης σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών είναι περίπου κατά το διπλάσιο μεγαλύτερη σε σύγκριση με αυτή των ενηλίκων. Κατά την χορήγηση της δόσης των 15 mg/kg, η τιμή στην AUC και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα στο μέσον του δοσολογικού διαστήματος σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών, ήταν συγκρίσιμες με αυτές των νέων υγιών ενηλίκων που έλαβαν μία ενδοφλέβια δόση ερταπενέμης 1g.

Ηπατική δυσλειτουργία

Τα στοιχεία της φαρμακοκινητικής της ερταπενέμης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεν έχουν τεκμηριωθεί. Λόγω της περιορισμένης έκτασης του ηπατικού μεταβολισμού της ερταπενέμης, οι φαρμακοκινητικές του ιδιότητες δεν αναμένεται να επηρεάζονται από την ηπατική δυσλειτουργία. Γι αυτό δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ηπατική βλάβη.

Νεφρική δυσλειτουργία

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μιας δόσης 1g ερταπενέμης σε ενήλικες η καμπύλη AUC της συνολικής ερταπενέμης (συνδεδεμένου και μη) και της μη συνδεδεμένης ερταπενέμης είναι παρόμοια σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (Clcr 60 έως 90 ml/min/1,73 m2) σε σύγκριση με υγιή άτομα (ηλικίας 25 ως 82 ετών). Η συγκέντρωση σύμφωνα με τις καμπύλες AUC της συνολικής ερταπενέμης και της μη συνδεδεμένης ερταπενέμης αυξήθηκε σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Clcr 31 έως 59 ml/min/1,73 m2) περίπου κατά 1,5 φορά και κατά 1,8 φορές, αντίστοιχα σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η συγκέντρωση σύμφωνα με τις καμπύλες AUC της συνολικής ερταπενέμης και της μη συνδεδεμένης ερταπενέμης αυξάνεται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (Clcr 5 έως 30 ml/min/1,73 m2) περίπου κατά 2,6 φορές και 3,4 φορές, αντίστοιχα, σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η συγκέντρωση σύμφωνα με τις καμπύλες AUC της συνολικής ερταπενέμης και της συνδεδεμένης ερταπενέμης αυξήθηκε σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοδιύλιση περίπου κατά 2,9 φορές και κατά 6,0 φορές αντίστοιχα, μεταξύ των συνεδριών της αιμοδιύλισης σε σύγκριση με υγιή άτομα. Μετά από ενδοφλέβια εφάπαξ δόση 1g που χορηγήθηκε αμέσως πριν από την διαδικασία της αιμοδιύλισης, περίπου 30 % της δόσης ανακτήθηκε στο διήθημα μετά την αιμοδιύλιση. Δεν υπάρχουν στοιχεία για παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της ερταπενέμης σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική δυσλειτουργία και σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοδιύλιση που να υποστηρίζουν μια συνιστώμενη δόση. Για αυτό το λόγο, η ερταπενέμη δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - ERTAPENEM/ANFARM 1G/VIAL

Κατάλογος εκδόχων

Νάτριο ανθρακικό όξινο (E500)

Νατρίου υδροξείδιο (E524) για την ρύθμιση του pH στο 7,5.

Ασυμβατότητες

Μη χρησιμοποιείτε διαλύτες ή υγρά έγχυσης που περιέχουν (dextrose) για ανασύσταση ή χορήγηση της ερταπενέμης.

Λόγω απουσίας μελετών για ασυμβατότητες, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν θα πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Διάρκεια ζωής

2 χρόνια.

Μετά την ανασύσταση: Αραιωμένα διαλύματα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται άμεσα. Εάν δεν χρησιμοποιηθούν άμεσα , οι χρόνοι αποθήκευσης κατά τη χρήση είναι ευθύνη του χρήστη. Τα αραιωμένα διαλύματα (περίπου 20 mg/ml ερταπενέμης) είναι φυσικοχημικά σταθερά για 6 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου (25°C) ή για 24 ώρες στους 2°C έως 8°C (στο ψυγείο). Τα διαλύματα πρέπει να χρησιμοποιούνται μέσα σε 4 ώρες από την απομάκρυνση τους από το ψυγείο. Μην καταψύχετε τα διαλύματα του Ertapenem/Anfarm.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε πάνω από 25°C.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Tύπου Ι γυάλινο φιαλίδιο με πώμα βουτυλικής σύστασης χρώματος γκρι και άσπρο πλαστικό καπάκι με έγχρωμη ταινία ασφαλείας αλουμινίου.

Διατίθεται στην συσκευασία του 1 φιαλιδίου,των 5 φιαλιδίων ή 10 φιαλιδίων. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

και άλλος χειρισμός

Οδηγίες χρήσης:

Μόνον για εφάπαξ δόση.

Τα ανασυσταθέντα διαλύματα, θα πρέπει να αραιώνονται σε διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %) αμέσως μετά την παρασκευή.

Παρασκευή για ενδοφλέβια χορήγηση:

Το Ertapenem/Anfarm πρέπει πρώτα να ανασυσταθεί και κατόπιν να αραιωθεί πριν από την χορήγηση.

Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 13 ως 17 ετών)

Ανασύσταση

Να ανασυσταθεί το περιεχόμενο 1g του φιαλιδίου Ertapenem/Anfarm με 10 ml ενέσιμου ύδατος ή διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %), έτσι ώστε να προκύψει ένα ανασυσταθέν διάλυμα περίπου 100 mg/ml. Ανακινήσατε καλά ώστε να διαλυθεί (βλέπε Παράγραφο 6.4).

Αραίωση

Για τον σάκκο των 50 ml του διαλύτη: Για μία δόση 1g, μεταφέρετε αμέσως το περιεχόμενο του

ανασυσταθέντος διαλύματος στο σάκκο των 50 ml διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %), ή

Για το φιαλίδιο των 50 ml του διαλύτη: Για μία δόση 1g, αφαιρέστε 10ml από το φιαλίδιο των 50ml διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) και απορρίψτε τα. Μεταφέρετε αμέσως το περιεχόμενο του ανασυσταθέντος φιαλιδίου του 1g Ertapenem/Anfarm στο φιαλίδιο των 50 ml διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %).

Έγχυση

Ολοκληρώστε την διαδικασία έγχυσης μέσα σε 30 λεπτά.

Παιδιά (ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών)

Ανασύσταση

Να ανασυσταθεί το περιεχόμενο 1g του φιαλιδίου Ertapenem/Anfarm με 10 ml ενέσιμου ύδατος ή διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%), έτσι ώστε να προκύψει ένα ανασυσταθέν διάλυμα περίπου 100 mg/ml. Ανακινήσατε καλά ώστε να διαλυθεί (Βλέπε παράγραφο 6.4).

Αραίωση

Για τον σάκκο του διαλύτη: Μεταφέρατε το περιεχόμενο που αντιστοιχεί σε 15 mg/kg του βάρους του σώματος (να μην υπερβαίνει το 1g/ημερησίως) σε ένα σάκκο διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %) σε τελική συγκέντρωση των 20 mg/ml ή λιγότερο, ή

Για το φιαλίδιο του διαλύτη: Μεταφέρατε το περιεχόμενο που αντιστοιχεί σε 15 mg/kg του βάρους του σώματος (να μην υπερβαίνει το 1g/ημερησίως) σε ένα σάκκο διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %) σε τελική συγκέντρωση των 20 mg/ml ή λιγότερο.

Έγχυση

Η διάρκεια της έγχυσης πρέπει να είναι 30 λεπτά.

Τα ανασυσταθέντα διαλύματα θα πρέπει να ελέγχονται οπτικά για σωματίδια και αποχρωματισμό πριν από την χορήγηση, όταν το επιτρέπει ο περιέκτης. Τα διαλύματα του Ertapenem/Anfarm ποικίλλουν ως προς το χρώμα από άχρωμα ως υποκίτρινα. Διακυμάνσεις του χρώματος εντός αυτού του εύρους δεν επηρεάζουν την ισχύ.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BT X 1 (GLASS - TYPE I) VIAL X 1 G
Τιμή
23,56 €
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 10 (GLASS - TYPE I) VIALS X 1 G
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.
BT X 5 (GLASS - TYPE I) VIALS X 1 G
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.