CINACALCET/STADA F.C.TAB 30MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CINACALCET/STADA 30MG/TAB
Δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός
Ενήλικες
Θεραπεία του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού (HPT) σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD), οι οποίοι υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ως θεραπεία συντήρησης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Θεραπεία του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού (HPT) σε παιδιά ηλικίας 3 ετών και άνω με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ESRD), τα οποία λαμβάνουν αιμοκάθαρση ως θεραπεία συντήρησης και στα οποία ο δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός δεν ελέγχεται επαρκώς με την καθιερωμένη θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.4).
Το Cinacalcet STADA μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο ενός θεραπευτικού σχήματος
που περιλαμβάνει δεσμευτικά φωσφόρου και/ή στερόλες βιταμίνης D, ανάλογα με την περίπτωση (βλ. παράγραφο 5.1).
Παραθυρεοειδές καρκίνωμα και πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός σε ενήλικες
Μείωση της υπερασβεστιαιμίας σε ενήλικες ασθενείς με:
-
παραθυρεοειδές καρκίνωμα
-
πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό για τους οποίους η παραθυρεοειδεκτομή θα ήταν ενδεδειγμένη βάσει των επιπέδων του ασβεστίου ορού (όπως ορίζεται από τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας), αλλά στους οποίους η παραθυρεοειδεκτομή δεν είναι κλινικά κατάλληλη ή αντενδείκνυται
Δοσολογία
Δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός
Ενήλικες και ηλικιωμένοι (> 65 ετών)
Η συνιστώμενη δόση έναρξης για τους ενήλικες είναι τα 30 mg άπαξ ημερησίως. Το Cinacalcet STADA θα πρέπει να τιτλοποιείται κάθε 2 έως 4 εβδομάδες μέχρι τη μέγιστη δόση των 180 mg άπαξ ημερησίως για την επίτευξη τιμής-στόχου για την παραθορμόνη (PTH) μεταξύ 150-300 pg/ml (15,9-31,8 pmol/l) σε υπό αιμοκάθαρση ασθενείς κατά τη δοκιμασία προσδιορισμού της άθικτης παραθορμόνης (iPTH). Τα επίπεδα της παραθορμόνης θα πρέπει να αξιολογούνται τουλάχιστον 12 ώρες μετά από τη δοσολόγηση του Cinacalcet STADA. Θα πρέπει να γίνεται αναφορά στις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας.
Η παραθορμόνη θα πρέπει να μετράται 1 έως 4 εβδομάδες μετά από την έναρξη ή την προσαρμογή της δόσης του Cinacalcet STADA. Η παραθορμόνη θα πρέπει να παρακολουθείται περίπου κάθε 1-3 μήνες κατά τη διάρκεια της φάσης συντήρησης. Για τη μέτρηση των επιπέδων της παραθορμόνης μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε η άθικτη παραθορμόνη (iΡΤΗ) είτε η βιολογικά άθικτη παραθορμόνη (biΡΤΗ).
Προσαρμογή της δόσης βάσει των επιπέδων του ασβεστίου στον ορό
Το διορθωμένο ασβέστιο ορού θα πρέπει να μετράται και να παρακολουθείται και θα πρέπει να βρίσκεται εντός του ή πάνω από το κατώτατο όριο του φυσιολογικού εύρους πριν από τη χορήγηση της πρώτης δόσης του Cinacalcet STADA (βλ. παράγραφο 4.4). Το φυσιολογικό εύρος του ασβεστίου μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τις μεθόδους που χρησιμοποιεί το τοπικό σας εργαστήριο.
Κατά τη διάρκεια της τιτλοποίησης της δόσης, τα επίπεδα ασβεστίου ορού θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά και σε διάστημα 1 εβδομάδας από την έναρξη ή την προσαρμογή της δόσης του Cinacalcet STADA. Μόλις καθοριστεί η δόση συντήρησης, το ασβέστιο ορού θα πρέπει να μετράται σε μηνιαία βάση περίπου. Στην περίπτωση που τα επίπεδα διορθωμένου ασβεστίου ορού πέσουν κάτω από 8,4 mg/dl (2,1 mmol/l) και/ή εμφανιστούν συμπτώματα υπασβεστιαιμίας, συνιστάται η ακόλουθη αντιμετώπιση:
| Επίπεδο διορθωμένου ασβεστίου ορού ή κλινικά συμπτώματα υπασβεστιαιμίας | Συστάσεις |
| < 8,4 mg/dl (2,1 mmol/l) και > 7,5 mg/dl (1,9 mmol/l), ή επί παρουσία κλινικών συμπτωμάτων υπασβεστιαιμίας | Δεσμευτικά φωσφόρου που περιέχουν ασβέστιο, στερόλες βιταμίνης D και/ή προσαρμογή των συγκεντρώσεων ασβεστίου στο διάλυμα της αιμοκάθαρσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αύξηση των επιπέδων του ασβεστίου ορού σύμφωνα μετην κλινική κρίση. |
| < 8,4 mg/dl (2,1 mmol/l) και > 7,5 mg/dl | Μειώστε ή διακόψτε προσωρινά τη δόση του |
| Επίπεδο διορθωμένου ασβεστίου ορού ή κλινικά συμπτώματα υπασβεστιαιμίας | Συστάσεις |
| (1,9 mmol/l) ή εμμένοντα συμπτώματα υπασβεστιαιμίας πάρα τις προσπάθειες αύξησης του ασβεστίου ορού | Cinacalcet STADA |
| ≤ 7,5 mg/dl (1,9 mmol/l) ή εμμένοντα συμπτώματα υπασβεστιαιμίας και η δόση της βιταμίνης D δεν μπορεί να αυξηθεί | Διακόψτε προσωρινά τη χορήγηση του Cinacalcet STADA μέχρι την επίτευξη επιπέδων ασβεστίου ορού 8,0 mg/dl (2,0 mmol/l) και/ή μέχρι την υποχώρηση των συμπτωμάτων της υπασβεστιαιμίας.Η θεραπεία θα πρέπει να ξαναρχίσει χρησιμοποιώντας την επόμενη χαμηλότερη δόση του Cinacalcet STADA. |
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το διορθωμένο ασβέστιο ορού θα πρέπει να βρίσκεται στο ανώτερο εύρος ή πάνω από το καθορισμένο βάσει της ηλικίας διάστημα αναφοράς πριν από τη χορήγηση της πρώτης δόσης της σινακαλσέτης, και να παρακολουθείται στενά (βλ. παράγραφο 4.4). Το φυσιολογικό εύρος του ασβεστίου διαφέρει ανάλογα με τις μεθόδους που χρησιμοποιεί το τοπικό σας εργαστήριο και την ηλικία του παιδιού/ασθενούς.
Η συνιστώμενη δόση έναρξης για παιδιά ηλικίας ≥ 3 έως < 18 ετών είναι ≤ 0,20 mg/kg άπαξ ημερησίως βάσει του ξηρού βάρους του ασθενούς (βλ. πίνακα 1).
Η δόση μπορεί να αυξηθεί για να επιτευχθεί το επιθυμητό εύρος-στόχος της iPTH. Η δόση θα πρέπει να αυξάνεται διαδοχικά μέσω των διαθέσιμων δοσολογικών επιπέδων (βλέπε πίνακα 1) όχι συχνότερα από κάθε 4 εβδομάδες. Η δόση μπορεί να αυξηθεί έως τη μέγιστη δόση των 2,5 mg/kg/ημέρα, χωρίς να υπερβαίνει τη συνολική ημερήσια δόση των 180 mg.
Πίνακας 1 Ημερήσια δόση σινακαλσέτης σε παιδιατρικούς ασθενείς
| Ξηρό βάρος ασθενούς (kg) | Δόση έναρξης (mg) | Διαθέσιμα διαδοχικά δοσολογικά επίπεδα (mg) |
| 10 έως < 12,5 | 1 | 1, 2,5, 5, 7,5, 10 και 15 |
| ≥ 12,5 έως < 25 | 2,5 | 2,5, 5, 7,5, 10, 15 και 30 |
| ≥ 25 έως < 36 | 5 | 5, 10, 15, 30 και 60 |
| ≥ 36 έως < 50 | 5, 10, 15, 30, 60 και 90 | |
| ≥ 50 έως < 75 | 10 | 10, 15, 30, 60, 90 και 120 |
| ≥ 75 | 15 | 15, 30, 60, 90, 120 και 180 |
Σημείωση:
Για τα παιδιά που χρήζουν δόσεων χαμηλότερων των 30 mg, ή τα οποία δεν μπορούν να καταπιούν τα δισκία, υπάρχουν άλλες διαθέσιμες δοσολογικές περιεκτικότητες/φαρμακοτεχνικές μορφές της σινακαλσέτης.
Προσαρμογή της δόσης βάσει των επιπέδων της PTH
Τα επίπεδα της PTH θα πρέπει να αξιολογούνται τουλάχιστον 12 ώρες μετά από τη χορήγηση της σινακαλσέτης και η iPTH θα πρέπει να μετράται 1 έως 4 εβδομάδες μετά την έναρξη ή την προσαρμογή της δόσης της σινακαλσέτης.
Η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να βασίζεται στην iPTH σύμφωνα με όσα αναφέρονται παρακάτω:
-
Εάν η iPTH είναι < 150 pg/ml (15,9 pmol/l) και ≥ 100 pg/ml (10,6 pmol/l), μειώστε τη δόση της σινακαλσέτης στην επόμενη χαμηλότερη δόση.
-
Εάν η iPTH είναι < 100 pg/ml (10,6 pmol/l), διακόψτε τη θεραπεία σινακαλσέτης, ξαναξεκινήστε τη σινακαλσέτη στην επόμενη χαμηλότερη δόση όταν η iPTH είναι
> 150 pg/ml (15,9 pmol/l). Εάν η θεραπεία με σινακαλσέτη έχει διακοπεί για
περισσότερες από 14 ημέρες, ξαναξεκινήστε στη συνιστώμενη δόση έναρξης.
Προσαρμογή της δόσης βάσει των επιπέδων του ασβεστίου στον ορό
Το ασβέστιο ορού θα πρέπει να μετράται σε διάστημα 1 εβδομάδας μετά από την έναρξη ή την προσαρμογή της δόσης της σινακαλσέτης.
Μόλις καθοριστεί η δόση συντήρησης, συνιστάται εβδομαδιαία μέτρηση του ασβεστίου ορού. Τα επίπεδα ασβεστίου ορού σε παιδιατρικούς ασθενείς θα πρέπει να διατηρούνται εντός του φυσιολογικού εύρους τιμών. Εάν τα επίπεδα ασβεστίου ορού μειωθούν κάτω από το φυσιολογικό εύρος ή εμφανιστούν συμπτώματα υπασβεστιαιμίας, θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα βήματα προσαρμογής της δόσης όπως φαίνεται στον πίνακα 2 που ακολουθεί:
Πίνακας 2 Προσαρμογή της δόσης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας ≥ 3 έως < 18 ετών
| Τιμή διορθωμένου ασβεστίου ορού ή κλινικά συμπτώματα υπασβεστιαιμίας | Συστάσεις δοσολόγησης |
| Το διορθωμένο ασβέστιο ορού βρίσκεται εντός ή κάτω από το καθορισμένο βάσει της ηλικίας κατώτατο φυσιολογικό όριοήεάν εμφανιστούν συμπτώματα υπασβεστιαιμίας, ανεξαρτήτως επιπέδωνασβεστίου. | Διακόψτε τη θεραπεία με σινακαλσέτη.*Χορηγήστε συμπληρώματα ασβεστίου, δεσμευτικά φωσφόρου που περιέχουν ασβέστιο και/ή στερόλες βιταμίνης D, σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις. |
| Το διορθωμένο ολικό ασβέστιο ορού είναι πάνω από το καθορισμένο βάσει της ηλικίας κατώτατο φυσιολογικό όριο και | Ξαναρχίστε στην επόμενη χαμηλότερη δόση. Εάν η θεραπεία με σινακαλσέτη έχει διακοπεί για περισσότερες από 14 ημέρες, ξαναξεκινήστε στη συνιστώμενη δόση έναρξης. |
| Tα συμπτώματα υπασβεστιαιμίας έχουν υποχωρήσει. | Εάν ο ασθενής λάμβανε τη χαμηλότερη δόση (1 mg/ημέρα) πριν από τη διακοπή, ξαναξεκινήστε στην ίδια δόση (1 mg/ημέρα). |
* Εάν η δόση έχει διακοπεί, η μέτρηση του διορθωμένου ασβεστίου ορού θα πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός διαστήματος 5 έως 7 ημερών
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σινακαλσέτης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών για τη θεραπεία του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή δεδομένα.
Μετάβαση από ετηλκαλσετίδη σε σινακαλσέτη
Η μετάβαση από ετηλκαλσετίδη σε σινακαλσέτη και η κατάλληλη περίοδος έκπλυσης δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς. Σε ασθενείς που έχουν διακόψει την ετηλκαλσετίδη, η θεραπεία με σινακαλσέτη δεν θα πρέπει να ξεκινήσει έως ότου ολοκληρωθούν τουλάχιστον τρεις επόμενες συνεδρίες αιμοκάθαρσης, χρονικό σημείο στο οποίο θα πρέπει να μετρηθεί το ασβέστιο ορού. Βεβαιωθείτε ότι τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό βρίσκονται εντός του φυσιολογικού εύρους πριν από την έναρξη της σινακαλσέτης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
Παραθυρεοειδές καρκίνωμα και πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός
Ενήλικες και ηλικιωμένοι (> 65 ετών)
Η συνιστώμενη δόση έναρξης του Cinacalcet STADA για ενήλικες είναι 30 mg δύο φορές ημερησίως. Η δόση του Cinacalcet STADA θα πρέπει να τιτλοποιείται κάθε 2 έως 4 εβδομάδες μέσω διαδοχικών δόσεων των 30 mg δύο φορές ημερησίως, 60 mg δύο φορές ημερησίως, 90 mg δύο φορές ημερησίως και 90 mg τρεις ή τέσσερις φορές ημερησίως, ανάλογα με τις απαιτήσεις προκειμένου να μειωθεί η συγκέντρωση του ασβεστίου ορού στο ανώτερο φυσιολογικό όριο ή κάτω από αυτό. Η μέγιστη δόση που χρησιμοποιήθηκε σε
κλινικές μελέτες ήταν τα 90 mg τέσσερις φορές ημερησίως.
Τα επίπεδα του ασβεστίου ορού θα πρέπει να μετρώνται σε διάστημα 1 εβδομάδας από την έναρξη ή την προσαρμογή της δόσης του Cinacalcet STADA. Μόλις θεμελιωθούν τα επίπεδα της δόσης συντήρησης, το ασβέστιο ορού θα πρέπει να μετράται κάθε 2 έως 3 μήνες. Μετά από την τιτλοποίηση του Cinacalcet STADA στη μέγιστη δόση, τα επίπεδα του ασβεστίου ορού θα πρέπει να παρακολουθούνται περιοδικά. Στην περίπτωση που δεν διατηρούνται κλινικά σημαντικές μειώσεις στο ασβέστιο ορού, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με το Cinacalcet STADA (βλ. παράγραφο 5.1).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σινακαλσέτης σε παιδιά για τη θεραπεία του παραθυρεοειδούς καρκινώματος και του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού δεν έχουν θεμελιωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν είναι απαραίτητη η μεταβολή της δόσης έναρξης. Το Cinacalcet STADA θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και η θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια τιτλοποίησης της δόσης και συνεχιζόμενης θεραπείας (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Τρόπος χορήγησης
Για χρήση από του στόματος.
Τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται ολόκληρα και δεν θα πρέπει να μασώνται, να συνθλίβονται ή να διασπώνται.
Συνιστάται το Cinacalcet STADA να λαμβάνεται με φαγητό ή αμέσως μετά το γεύμα, καθώς μελέτες έχουν δείξει ότι η βιοδιαθεσιμότητα της σινακαλσέτης αυξάνεται όταν λαμβάνεται μαζί με φαγητό (βλ. παράγραφο 5.2).
Ασβέστιο ορού
Απειλητικά για τη ζωή συμβάντα και θανατηφόρες εκβάσεις που σχετίζονται με υπασβεστιαιμία έχουν αναφερθεί σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σινακαλσέτη. Οι εκδηλώσεις υπασβεστιαιμίας μπορεί να περιλαμβάνουν παραισθησία, μυαλγία, κράμπες, τετανία και σπασμούς. Η μείωση του ασβεστίου ορού μπορεί να παρατείνει επίσης το διάστημα QT, οδηγώντας ενδεχομένως σε κοιλιακή αρρυθμία δευτεροπαθώς σε υπασβεστιαιμία. Περιστατικά παράτασης του διαστήματος QT και κοιλιακής αρρυθμίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σινακαλσέτη (βλ. παράγραφο 4.8). Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με άλλους παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT, όπως είναι οι ασθενείς με γνωστό συγγενές σύνδρομο μακρού QT ή οι ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν παράταση του διαστήματος QT.
Δεδομένου ότι η σινακαλσέτη μειώνει τα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για τυχόν εμφάνιση υπασβεστιαιμίας (βλ. παράγραφο 4.2). Το ασβέστιο ορού θα πρέπει να μετράται σε διάστημα 1 εβδομάδας μετά από την έναρξη ή την προσαρμογή της δόσης της σινακαλσέτης.
Ενήλικες
Η θεραπεία με σινακαλσέτη δεν θα πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με ασβέστιο ορού (διορθωμένο για λευκωματίνη) κάτω από το κατώτερο όριο του φυσιολογικού εύρους.
Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση και στους οποίους έχει χορηγηθεί σινακαλσέτη, περίπου το 30 % των ασθενών είχε τουλάχιστον μία τιμή ασβεστίου ορού μικρότερη των 7,5 mg/dl (1,9 mmol/l).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η θεραπεία με σινακαλσέτη θα πρέπει να ξεκινά για την αντιμετώπιση του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού μόνο σε παιδιά ηλικίας ≥ 3 ετών με νεφρική νόσο τελικού σταδίου υπό αιμοκάθαρση ως θεραπεία συντήρησης, στους οποίους ο δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός δεν ελέγχεται επαρκώς με καθιερωμένη θεραπεία, όπου το ασβέστιο ορού βρίσκεται στο ανώτερο εύρος ή πάνω από το καθορισμένο βάσει της ηλικίας διάστημα αναφοράς.
Παρακολουθείτε στενά τα επίπεδα ασβεστίου ορού (βλ. παράγραφο 4.2) και τη συμμόρφωση του ασθενούς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σινακαλσέτη. Σε περίπτωση υποψίας μη συμμόρφωσης, μην ξεκινήσετε θεραπεία με σινακαλσέτη ή μην αυξήσετε τη δόση.
Πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σινακαλσέτη, εξετάστε τους κινδύνους και τα οφέλη της θεραπείας, καθώς και την ικανότητα του ασθενούς να συμμορφώνεται με τις συστάσεις για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση του κινδύνου εμφάνισης υπασβεστιαιμίας.
Ενημερώστε τους παιδιατρικούς ασθενείς και/ή τους φροντιστές τους για τα συμπτώματα της υπασβεστιαιμίας και για τη σημασία της συμμόρφωσης με τις οδηγίες σχετικά με την παρακολούθηση του ασβεστίου ορού, καθώς και με την δοσολογία και τον τρόπο χορήγησης.
Ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο που δεν υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση
Η σινακαλσέτη δεν ενδείκνυται για ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) που δεν υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Ερευνητικές μελέτες έχουν δείξει ότι ενήλικες ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο που δεν υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση και οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με σινακαλσέτη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο υπασβεστιαιμίας (επίπεδα ασβεστίου ορού < 8,4 mg/dl [2,1 mmol/l]) συγκριτικά με τους ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση και οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία σινακαλσέτης, γεγονός που πιθανόν οφείλεται στα χαμηλότερα αρχικά επίπεδα ασβεστίου και/ή στην παρουσία υπολειπόμενης νεφρικής λειτουργίας.
Σπασμοί
Περιστατικά σπασμών έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με σινακαλσέτη (βλ. παράγραφο 4.8). Ο ουδός για τους σπασμούς ελαττώνεται μέσω σημαντικής μείωσης των επιπέδων του ασβεστίου ορού. Συνεπώς, τα επίπεδα ασβεστίου ορού θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά σε ασθενείς που λαμβάνουν σινακαλσέτη, και ιδιαίτερα σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχής που ενέχει σπασμούς.
Υπόταση και/ή επιδεινούμενη καρδιακή ανεπάρκεια
Περιστατικά υπότασης και/ή επιδεινούμενης καρδιακής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με διαταραγμένη καρδιακή λειτουργία, για τα οποία δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η αιτιολογική συσχέτιση με τη σινακαλσέτη και ενδέχεται να διαμεσολαβούνται από μειώσεις στα επίπεδα ασβεστίου ορού (βλ. παράγραφο 4.8).
Συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Χορηγήστε τη σινακαλσέτη με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν τυχόν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι μειώνουν το ασβέστιο ορού. Παρακολουθείτε
στενά το ασβέστιο ορού (βλ. παράγραφο 4.5).
Στους ασθενείς που λαμβάνουν σινακαλσέτη δεν θα πρέπει να χορηγείται ετηλκαλσετίδη. Η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπασβεστιαιμία.
Γενικά
Αδυναμική οστική νόσος μπορεί να εμφανιστεί στην περίπτωση χρόνιας καταστολής των επιπέδων της παραθορμόνης (ΡΤΗ) κάτω από το ανώτερο φυσιολογικό όριο κατά περίπου 1,5 φορές, βάσει δοκιμασίας προσδιορισμού της iPTH. Εάν τα επίπεδα της ΡΤΗ στους ασθενείς που λαμβάνουν σινακαλσέτη μειωθούν κάτω από το συνιστώμενο εύρος-στόχο, η δόση της σινακαλσέτης και/ή των στερολών της βιταμίνης D θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί η θεραπεία.
Επίπεδα τεστοστερόνης
Τα επίπεδα τεστοστερόνης είναι συχνά κάτω από το φυσιολογικό εύρος σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου. Σε μια κλινική μελέτη με ενήλικες ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου υπό αιμοκάθαρση, τα επίπεδα της ελεύθερης τεστοστερόνης μειώθηκαν μετά από 6 μήνες θεραπείας κατά ένα μέσο όρο 31,3 % στους ασθενείς που λάμβαναν σινακαλσέτη και κατά 16,3% στους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Η ανοιχτή επέκταση της μελέτης αυτής δεν κατέδειξε περαιτέρω μειώσεις στις συγκεντρώσεις της ελεύθερης και ολικής τεστοστερόνης κατά τη διάρκεια μίας περιόδου 3 ετών σε ασθενείς που λάμβαναν σινακαλσέτη. Η κλινική σημασία αυτών των μειώσεων στην τεστοστερόνη ορού είναι άγνωστη.
Ηπατική δυσλειτουργία
Λόγω της πιθανότητας τα επίπεδα της σινακαλσέτης στο πλάσμα σε ασθενείς με μέτρια ως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (ταξινόμηση κατά Child-Pugh) να είναι 2 έως 4 φορές υψηλότερα, η σινακαλσέτη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς και η θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Το Cinacalcet STADA περιέχει νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, δηλαδή ουσιαστικά είναι «ελεύθερο νατρίου».
Φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι μειώνουν το ασβέστιο ορού
Η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που είναι γνωστό ότι μειώνουν το ασβέστιο ορού και την σινακαλσέτη, μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο υπασβεστιαιμίας (βλ. παράγραφο 4.4). Στους ασθενείς που λαμβάνουν σινακαλσέτη δεν θα πρέπει να χορηγείται ετηλκαλσετίδη (βλ. παράγραφο 4.4).
Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη σινακαλσέτη
Η σινακαλσέτη μεταβολίζεται μερικώς από το ένζυμο CYP3A4. Η συγχορήγηση 200 mg κετοκοναζόλης δύο φορές ημερησίως, ενός ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, προκάλεσε περίπου 2 φορές αύξηση στα επίπεδα της σινακαλσέτης. Mπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης της σινακαλσέτης στην περίπτωση που ένας ασθενής που λαμβάνει σινακαλσέτη ξεκινήσει ή διακόψει θεραπεία με ισχυρό αναστολέα (π.χ., κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τελιθρομυκίνη, βορικοναζόλη, ριτοναβίρη) ή επαγωγέα (π.χ., ριφαμπικίνη) αυτού του ενζύμου.
In vitro δεδομένα υποδεικνύουν ότι η σινακαλσέτη μεταβολίζεται μερικώς από το CYP1A2. Το κάπνισμα επάγει το CYP1A2. Παρατηρήθηκε ότι η κάθαρση της σινακαλσέτης ήταν 36- 38 % υψηλότερη στους καπνιστές σε σχέση με τους μη καπνιστές. Η επίδραση των αναστολέων του CYP1A2 (π.χ., φλουβοξαμίνη, σιπροφλοξασίνη) στα επίπεδα της
σινακαλσέτης στο πλάσμα δεν έχει μελετηθεί. Η προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη στην περίπτωση που ένας ασθενής αρχίσει ή διακόψει το κάπνισμα ή κατά την έναρξη ή διακοπή της συγχορηγούμενης θεραπείας με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2.
Ανθρακικό ασβέστιο: Η συγχορήγηση ανθρακικού ασβεστίου (εφάπαξ δόση 1.500 mg) δεν μετέβαλε τη φαρμακοκινητική της σινακαλσέτης.
Σεβελαμέρη: Η συγχορήγηση σεβελαμέρης (2.400 mg τρεις φορές ημερησίως) δεν μετέβαλε τη φαρμακοκινητική της σινακαλσέτης.
Παντοπραζόλη: Η συγχορήγηση παντοπραζόλης (80 mg μία φορά ημερησίως) δεν μετέβαλε τη φαρμακοκινητική της σινακαλσέτης.
Επίδραση της σινακαλσέτης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το ένζυμο P450 2D6 (CYP2D6): Η σινακαλσέτη είναι ένας ισχυρός αναστολέας του CYP2D6. Προσαρμογές της δόσης των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων μπορεί να χρειαστεί να πραγματοποιηθούν κατά τη χορήγηση της σινακαλσέτης με εξατομικευμένα τιτλοποιημένες, στενού θεραπευτικού δείκτη ουσίες, οι οποίες μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6 (π.χ., φλεκαϊνίδη, προπαφαινόνη, μετοπρολόλη, δεσιπραμίνη, νορτρυπτιλίνη, χλωμιπραμίνη).
Δεσιπραμίνη: Η ταυτόχρονη χορήγηση 90 mg σινακαλσέτης άπαξ ημερησίως με 50 mg δεσιπραμίνης, ένα τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό που μεταβολίζεται κυρίως από το CYP2D6, αύξησε σημαντικά την έκθεση στη δεσιπραμίνη κατά 3,6 φορές (90 % ΔΕ 3,0, 4,4) σε εκτεταμένους μεταβολιστές του CYP2D6.
Δεξτρομεθορφάνη: Πολλαπλές δόσεις 50 mg σινακαλσέτης αύξησαν την AUC της δεξκετοπροφαίνης 30 mg (μεταβολίζεται κυρίως από CYP2D6) κατά 11 φορές σε εκτεταμένους μεταβολιστές του CYP2D6.
Βαρφαρίνη: Πολλαπλές από του στόματος δόσεις της σινακαλσέτης δεν επηρέασαν τις φαρμακοκινητικές ή φαρμακοδυναμικές ιδιότητες (όπως μετρώνται από τον χρόνο προθρομβίνης και τον παράγοντα πήξης VII) της βαρφαρίνης.
Η έλλειψη επίδρασης της σινακαλσέτης στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της R- και S- βαρφαρίνης και η απουσία αυτο-επαγωγής κατόπιν πολλαπλής δοσολόγησης σε ασθενείς υποδεικνύει ότι η σινακαλσέτη δεν αποτελεί επαγωγέα των CYP3A4, CYP1A2 ή CYP2C9 στους ανθρώπους.
Μιδαζολάμη: Η συγχορήγηση της σινακαλσέτης (90 mg) με από του στόματος χορηγούμενη μιδαζολάμη (2 mg), ένα υπόστρωμα των CYP3A4 και CYP3A5, δεν μετέβαλε τη φαρμακοκινητική της μιδαζολάμης. Τα δεδομένα αυτά υποδεικνύουν ότι η σινακαλσέτη δεν θα επηρέαζε τη φαρμακοκινητική αυτών των τάξεων φαρμάκων, οι οποίες μεταβολίζονται από τα CYP3A4 και CYP3A5, όπως ορισμένα ανοσοκατασταλτικά συμπεριλαμβανόμενης της κυκλοσπορίνης και του tacrolimus.
Κύηση
Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα από τη χρήση της σινακαλσέτης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με την κύηση, τον τοκετό ή την μεταγεννητική ανάπτυξη. Δεν παρατηρήθηκε εμβρυϊκή τοξικότητα σε μελέτες
που πραγματοποιήθηκαν σε επίμυες και κονίκλους σε κατάσταση εγκυμοσύνης, με εξαίρεση το μειωμένο σωματικό βάρος του εμβρύου στους επίμυες, σε σχετιζόμενες με μητρική τοξικότητα δόσεις (βλ. παράγραφο 5.3). Η σινακαλσέτη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η σινακαλσέτη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η σινακαλσέτη απεκκρίνεται στο γάλα θηλαζόντων επιμύων με υψηλή αναλογία γάλακτος/πλάσματος. Μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου, θα πρέπει να αποφασίζεται η διακοπή είτε του θηλασμού είτε της θεραπείας με σινακαλσέτη.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με την επίδραση της σινακαλσέτης στη γονιμότητα. Δεν υπήρξαν επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα.
ν
Η σινακαλσέτη μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χρήσης μηχανών, καθώς περιστατικά ζάλης και σπασμών έχουν αναφερθεί από ασθενείς που λαμβάνουν σινακαλσέτη (βλ. παράγραφο 4.4).
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός, παραθυρεοειδές καρκίνωμα και πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός
Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα από ασθενείς που λαμβάνουν σινακαλσέτη σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες και μελέτες μονού σκέλους, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η ναυτία και ο έμετος. Στην πλειοψηφία των ασθενών, η ναυτία και ο έμετος ήταν ήπιας ως μέτριας σοβαρότητας και παροδικής φύσεως. Η διακοπή της θεραπείας ως αποτέλεσμα ανεπιθύμητων ενεργειών οφειλόταν κυρίως στη ναυτία και τον έμετο.
Ανεπιθύμητες αντιδράσεις υπό μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που θεωρήθηκαν ότι αποδίδονται τουλάχιστον πιθανώς στη θεραπεία σινακαλσέτης στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες και σε μελέτες ενός σκέλους σύμφωνα με βασισμένη στα βέλτιστα στοιχεία αξιολόγηση της αιτιότητας, αναφέρονται παρακάτω χρησιμοποιώντας την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), μη συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως
<1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000).
Η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών από ελεγχόμενες κλινικές μελέτες και την εμπειρία μετά από τη κυκλοφορία είναι η εξής:
| MedDRA Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Συχνές * | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας. |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και τηςθρέψης | Συχνές | Ανορεξία,μειωμένη όρεξη. |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Σπασμοί †, ζάλη, παραισθησία κεφαλαλγία. |
| MedDRA Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
| Καρδιακές διαταραχές | Μη γνωστές * | Επιδεινούμενη καρδιακή ανεπάρκεια †, παράταση διαστήματος QT και κοιλιακή αρρυθμία δευτεροπαθώς σε υπασβεστιαιμία †. |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Υπόταση. |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Συχνές | Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού,δύσπνοια, βήχας. |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Πολύσυχνές | Ναυτία,έμετος. |
| Συχνές | Δυσπεψία, διάρροια, κοιλιακός πόνος,πόνος άνω κοιλιακής χώρας, δυσκοιλιότητα. | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Εξάνθημα. |
| Διαταραχές του μυoσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές | Μυαλγία,μυϊκοί σπασμοί, οσφυαλγία. |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου χορήγησης | Συχνές | Εξασθένιση. |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Συχνές | Υπασβεστιαιμία †, Υπερκαλιαιμία,μειωμένα επίπεδα τεστοστερόνης †. |
† βλ. παράγραφο 4.4
* βλ. παράγραφο «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος και της κνίδωσης έχουν εντοπιστεί κατά τη διάρκεια χρήσης της σινακαλσέτης μετά από την κυκλοφορία. Οι συχνότητες των μεμονωμένων προτιμώμενων όρων συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος και της κνίδωσης δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα.
Υπόταση και/ή επιδεινούμενη καρδιακή ανεπάρκεια
Υπήρξαν αναφορές ιδιοσυγκρασιακών περιστατικών υπότασης και/ή επιδεινούμενης καρδιακής ανεπάρκειας σε ασθενείς με διαταραγμένη καρδιακή λειτουργία που έλαβαν θεραπεία με σινακαλσέτη κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μετά από την κυκλοφορία, οι συχνότητες των οποίων δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα.
Παράταση του διαστήματος QT και κοιλιακή αρρυθμία δευτεροπαθώς σε υπασβεστιαιμία Παράταση του διαστήματος QT και κοιλιακή αρρυθμία δευτεροπαθώς σε υπασβεστιαιμία έχουν εντοπιστεί κατά τη χρήση της σινακαλσέτης μετά από την κυκλοφορία, οι συχνότητες των οποίων δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα (βλ. παράγραφο 4.4).
d) Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια της σινακαλσέτης για τη θεραπεία του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση αξιολογήθηκε σε δύο τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες και σε μία μελέτη ενός σκέλους (βλ. παράγραφο 5.1). Μεταξύ όλων των παιδιατρικών ατόμων που έχουν εκτεθεί σε σινακαλσέτη σε κλινικές μελέτες, ένα σύνολο 19 ατόμων (24,1 %, 64,5 ανά 100 έτη
ατόμου) είχε τουλάχιστον ένα ανεπιθύμητο συμβάν υπασβεστιαιμίας. Μία θανατηφόρος έκβαση αναφέρθηκε σε μία παιδιατρική κλινική μελέτη σε έναν ασθενή με σοβαρή υπασβεστιαιμία (βλ. παράγραφο 4.4).
Η σινακαλσέτη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιατρικούς ασθενείς μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από την έγκριση της άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Δόσεις που τιτλοποιούνται έως και τα 300 mg άπαξ ημερησίως έχουν χορηγηθεί σε ενήλικες ασθενείς υπό αιμοκάθαρση χωρίς ανεπιθύμητη έκβαση. Ημερήσια δόση 3,9 mg/kg συνταγογραφήθηκε σε έναν παιδιατρικό ασθενή υπό αιμοκάθαρση σε κλινική μελέτη με επακόλουθο ήπιο στομαχικό πόνο, ναυτία και έμετο.
Η υπερδοσολογία από σινακαλσέτη μπορεί να οδηγήσει σε υπασβεστιαιμία. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υπασβεστιαιμίας, και η θεραπεία θα πρέπει να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Δεδομένου ότι η σινακαλσέτη δεσμεύεται ισχυρά με τις πρωτεΐνες, η αιμοκάθαρση δεν αποτελεί αποτελεσματική αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CINACALCET/STADA 30MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ομοιόσταση ασβεστίου, αντιπαραθυρεοειδικοί παράγοντες. Κωδικός ATC: H05BX01.
Μηχανισμός δράσης
O υποδοχέας αντίληψης του ασβεστίου στην επιφάνεια του κύριου κυττάρου του παραθυρεοειδούς αδένα είναι ο κύριος ρυθμιστής της έκκρισης παραθορμόνης. Η σινακαλσέτη είναι ένας ασβεστιομιμητικός παράγοντας, ο οποίος μειώνει άμεσα τα επίπεδα της παραθορμόνης αυξάνοντας την ευαισθησία του υποδοχέα αντίληψης του ασβεστίου στο εξωκυττάριο ασβέστιο. Η μείωση της παραθορμόνης σχετίζεται με την ταυτόχρονη μείωση των επιπέδων του ασβεστίου ορού.
Οι μειώσεις των επιπέδων της παραθορμόνης σχετίζονται με τη συγκέντρωση της σινακαλσέτης
Μετά από την επίτευξη σταθερής κατάστασης, οι συγκεντρώσεις του ασβεστίου ορού παραμένουν σταθερές καθ’ όλη τη διάρκεια του δοσολογικού διαστήματος.
Δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός
Ενήλικες
Πραγματοποιήθηκαν τρεις, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες διάρκειας 6 μηνών σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου, με μη ελεγχόμενο δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (n = 1.136). Τα δημογραφικά στοιχεία και αρχικά χαρακτηριστικά ήταν αντιπροσωπευτικά του πληθυσμού των ασθενών υπό αιμοκάθαρση με δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό. Οι μέσες αρχικές
συγκεντρώσεις της άθικτης παραθορμόνης (iPTH) και στις τρεις μελέτες 733 και 683 pg/ml (77,8 και 72,4 pmol/l) για την ομάδα της σινακαλσέτης και την ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Το 66 % των ασθενών λάμβανε στερόλες βιταμίνης D κατά την ένταξή στη μελέτη, και ένα ποσοστό > 90 % λάμβανε δεσμευτικά φωσφόρου. Σημαντικές μειώσεις στην iPTH, το γινόμενο ασβεστίου-φωσφόρου στον ορό (Ca x P), το ασβέστιο και τον φωσφόρο παρατηρήθηκαν στους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με σινακαλσέτη συγκριτικά με τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο και καθιερωμένη θεραπεία, και τα αποτελέσματα ήταν συνεπή μεταξύ και των 3 μελετών. Σε κάθε μία από τις μελέτες, το κύριο καταληκτικό σημείο (ποσοστό ασθενών με iPTH ≤ 250 pg/ml (≤ 26,5 pmol/l)) επιτεύχθηκε από το 41%, 46%, και 35% των ασθενών που λάμβανε σινακαλσέτη, συγκριτικά με το 4%, 7%, και 6% των ασθενών που λάμβανε εικονικό φάρμακο. Περίπου το 60 % των ασθενών που λάμβανε σινακαλσέτη πέτυχε ≥ 30 % μείωση στα επίπεδα της iPTH, και αυτή η επίδραση ήταν σταθερή σε όλο το φάσμα των αρχικών τιμών της iPTH. Οι μέσες μειώσεις στο γινόμενο Ca x P ορού, το ασβέστιο και τον φωσφόρο ήταν 14 %, 7 % και 8 %, αντίστοιχα.
Οι μειώσεις στην iPTH και το γινόμενο Ca x P διατηρήθηκαν για μία περίοδο έως και 12 μηνών θεραπείας. Η σινακαλσέτη μείωσε την iPTH και το γινόμενο Ca x P, καθώς και τα επίπεδα ασβεστίου και φωσφόρου, ανεξάρτητα από τα αρχικά επίπεδα iPTH ή Ca x P, τη μέθοδο αιμοκάθαρσης (περιτοναϊκή κάθαρση έναντι αιμοκάθαρσης), τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης και τη χορήγηση ή μη στερολών βιταμίνης D.
Οι μειώσεις της παραθορμόνης σχετίστηκαν με μη σημαντικές μειώσεις των δεικτών οστικού μεταβολισμού (ειδική για τα οστά αλκαλική φωσφατάση, Ν-τελοπεπτίδιο, οστικός μεταβολισμός και ίνωση οστών). Σε post-hoc αναλύσεις ομαδοποιημένων δεδομένων από κλινικές μελέτες 6 και 12 μηνών, οι εκτιμήσεις Kaplan-Meier για τα κατάγματα και την παραθυρεοειδεκτομή ήταν χαμηλότερες στην ομάδα της σινακαλσέτης συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου.
Ερευνητικές μελέτες σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο και δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό που δεν υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση υπέδειξαν ότι η σινακαλσέτη μείωσε τα επίπεδα της παραθορμόνης σε βαθμό παρόμοιο με αυτόν που επιτεύχθηκε σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου και δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα, η ασφάλεια, οι βέλτιστες δόσεις και οι θεραπευτικοί στόχοι δεν έχουν θεμελιωθεί για τη θεραπεία ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια, υπό προ-αιμοκάθαρση. Οι μελέτες αυτές δείχνουν ότι ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο που δεν υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση και οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με σινακαλσέτη, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο υπασβεστιαιμίας συγκριτικά με ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση και οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με σινακαλσέτη, γεγονός που μπορεί να οφείλεται στα χαμηλότερα αρχικά επίπεδα ασβεστίου και/ή την παρουσία υπολειπόμενης νεφρικής λειτουργίας.
Η μελέτη EVOLVE (αξιολόγηση της θεραπείας με σινακαλσέτη για τη μείωση των καρδιαγγειακών συμβάντων) ήταν μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή κλινική μελέτη για την αξιολόγηση της σινακαλσέτης έναντι του εικονικού φαρμάκου στη μείωση του κινδύνου θνητότητας πάσης αιτίας και των καρδιαγγειακών συμβάντων σε 3.883 ασθενείς με δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό και χρόνια νεφρική νόσο που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Η μελέτη δεν πέτυχε τον κύριο στόχο της, δηλ. την κατάδειξη μείωσης του κινδύνου θνητότητας πάσης αιτίας ή των καρδιαγγειακών συμβάντων όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου, η νοσηλεία για ασταθή στηθάγχη, η καρδιακή ανεπάρκεια ή το περιφερικό αγγειακό επεισόδιο (HR 0,93 95 % ΔΕ: 0,85, 1,02, p = 0,112). Μετά από προσαρμογή για τα αρχικά χαρακτηριστικά σε μια δευτερεύουσα ανάλυση, ο λόγος κινδύνου για το σύνθετο κύριο καταληκτικό σημείο ήταν 0,88, 95 % ΔΕ: 0,79, 0,97.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της σινακαλσέτης για τη θεραπεία του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού σε παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που
υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, αξιολογήθηκε σε δύο τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες και σε μία μελέτη ενός σκέλους.
Η μελέτη 1 ήταν μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη στην οποία 43 ασθενείς ηλικίας 6 έως < 18 ετών τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν είτε σινακαλσέτη (n = 22) είτε εικονικό φάρμακο (n = 21). Η μελέτη αποτελούνταν από μια περίοδο τιτλοποίησης της δόσης 24 εβδομάδων ακολουθούμενη από μία φάση αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας (EAP) 6 εβδομάδων και μία ανοιχτή φάση επέκτασης 30 εβδομάδων. Η μέση ηλικία κατά την αρχική εκτίμηση ήταν τα 13 (εύρος 6 έως 18) έτη. Η πλειονότητα των ασθενών (91 %) χρησιμοποιούσε στερόλες βιταμίνης D κατά την αρχική εκτίμηση. Οι μέσες (SD) συγκεντρώσεις της iPTH κατά την αρχική εκτίμηση ήταν 757,1 (440,1) pg/ml για την ομάδα της σινακαλσέτης και 795,8 (537,9) pg/ml για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι μέσες (SD) συγκεντρώσεις του διορθωμένου ολικού ασβεστίου ορού κατά την αρχική εκτίμηση ήταν 9,9 (0,5) mg/dl για την ομάδα της σινακαλσέτης και 9,9 (0,6) mg/dl για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η μέση μέγιστη ημερήσια δόση της σινακαλσέτης ήταν 1,0 mg/kg/ημέρα.
Το ποσοστό των ασθενών που πέτυχε το κύριο καταληκτικό σημείο (≥ 30 % μείωση από την αρχική εκτίμηση στη μέση τιμή iPTH πλάσματος κατά τη διάρκεια της φάσης EAP, εβδομάδες 25 έως 30) ήταν 55 % στην ομάδα της σινακαλσέτης και 19,0 % στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p = 0,02). Τα μέσα επίπεδα του ασβεστίου ορού κατά τη διάρκεια της φάσης EAP ήταν εντός του φυσιολογικού εύρους για την ομάδα της θεραπείας με σινακαλσέτη. Αυτή η μελέτη τερματίστηκε πρώιμα λόγω θνητότητας με σοβαρή υπασβεστιαιμία στην ομάδα της σινακαλσέτης (βλ. παράγραφο 4.8).
Η μελέτη 2 ήταν μια ανοιχτή μελέτη στην οποία 55 ασθενείς ηλικίας 6 έως < 18 ετών (μέση ηλικία τα 13 έτη) τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε σινακαλσέτη επιπροσθέτως της καθιερωμένης θεραπείας (SOC, n = 27) είτε καθιερωμένη θεραπεία ως μονοθεραπεία (n = 28). Η πλειονότητα των ασθενών (75 %) χρησιμοποιούσε στερόλες βιταμίνης D κατά την αρχική εκτίμηση. Οι μέσες (SD) συγκεντρώσεις της iPTH κατά την αρχική εκτίμηση ήταν 946 (635) pg/ml για την ομάδα της σινακαλσέτης + καθιερωμένη θεραπεία και 1.228 (732) pg/ml για την ομάδα της καθιερωμένης θεραπείας. Οι μέσες (SD) συγκεντρώσεις του διορθωμένου ολικού ασβεστίου ορού κατά την αρχική εκτίμηση ήταν 9,8 (0,6) mg/dl για την ομάδα της σινακαλσέτης + καθιερωμένη θεραπεία και 9,8 (0,6) mg/dl για την ομάδα της καθιερωμένης θεραπείας. 25 άτομα έλαβαν τουλάχιστον μία δόση σινακαλσέτης και η μέση μέγιστη ημερήσια δόση της σινακαλσέτης ήταν 0,55 mg/kg/ημέρα. Η μελέτη δεν ικανοποίησε το κύριο καταληκτικό σημείο (≥ 30 % μείωση από την αρχική εκτίμηση στη μέση τιμή iPTH πλάσματος κατά τη διάρκεια της φάσης EAP, εβδομάδες 17 έως 20). Μείωση ≥ 30 % από την αρχική εκτίμηση στη μέση τιμή iPTH πλάσματος κατά τη διάρκεια της φάσης EAP επιτεύχθηκε από το 22 % των ασθενών στην ομάδα της σινακαλσέτης + καθιερωμένη θεραπεία και το 32 % των ασθενών στην ομάδα της καθιερωμένης θεραπείας.
Η μελέτη 3 ήταν μια ανοιχτή μελέτη ασφάλειας ενός σκέλους διάρκειας 26 εβδομάδων σε ασθενείς ηλικίας 8 μηνών έως < 6 ετών (μέση ηλικία 3 έτη). Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διορθωμένο διάστημα QT αποκλείστηκαν από τη μελέτη. Το μέσο ξηρό βάρος κατά την αρχική εκτίμηση ήταν 12 kg. Η δόση έναρξης της σινακαλσέτης ήταν 0,20 mg/kg. Η πλειονότητα των ασθενών (89 %) χρησιμοποιούσε στερόλες βιταμίνης D κατά την αρχική εκτίμηση.
Δεκαεπτά ασθενείς έλαβαν τουλάχιστον μία δόση σινακαλσέτης και 11 ολοκλήρωσαν τουλάχιστον 12 εβδομάδες θεραπείας. Κανένας δεν είχε διορθωμένο ασβέστιο ορού
< 8,4 mg/dl (2,1 mmol/l) για τις ηλικίες των 2 - 5 ετών. Οι συγκεντρώσεις της iPTH μειώθηκαν από την αρχική εκτίμηση κατά ≥ 30 % στο 71 % (12 στους 17) των ασθενών στη μελέτη.
Παραθυρεοειδές καρκίνωμα και πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός
Σε μία μελέτη, 46 ενήλικες ασθενείς (29 με παραθυρεοειδές καρκίνωμα και 17 με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό και σοβαρή υπερασβεστιαιμία στους οποίους η παραθυρεοειδεκτομή απέτυχε ή αντενδεικνυόταν) έλαβαν σινακαλσέτη για έως και 3 έτη (μέσος όρος 328 ημέρες
για ασθενείς με παραθυρεοειδές καρκίνωμα και μέσος όρος 347 ημέρες για τους ασθενείς με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό). Η σινακαλσέτη χορηγήθηκε σε δόσεις που κυμαίνονταν από 30 mg δύο φορές ημερησίως έως 90 mg τέσσερις φορές ημερησίως. Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η μείωση του ασβεστίου ορού ≥ 1 mg/dl (≥ 0,25 mmol/l). Σε ασθενείς με παραθυρεοειδές καρκίνωμα, η μέση συγκέντρωση ασβεστίου ορού μειώθηκε από 14,1 mg/dl σε 12,4 mg/dl (από 3,5 mmol/l σε 3,1 mmol/l), ενώ σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό τα επίπεδα ασβεστίου ορού μειώθηκαν από 12,7 mg/dl σε 10,4 mg/dl (από 3,2 mmol/l σε 2,6 mmol/l). Δεκαοκτώ (18) από τους 29 ασθενείς (62 %) με παραθυρεοειδές καρκίνωμα και 15 από τα 17 άτομα (88 %) με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό πέτυχαν ≥ 1 mg/dl (≥ 0,25 mmol/l) μείωση του ασβεστίου ορού.
Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 28 εβδομάδων, συμπεριλήφθηκαν
67 ενήλικες ασθενείς με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, οι οποίοι πληρούσαν τα κριτήρια για παραθυροειδεκτομή με βάση το διορθωμένο ολικό ασβέστιο ορού (> 11,3 mg/dl (2,82 mmol/l) αλλά με ≤ 12,5 mg/dl (3,12 mmol/l), οι οποίοι όμως δεν μπορούσαν να υποβληθούν σε παραθυροειδεκτομή.
Η χορήγηση της σινακαλσέτης ξεκίνησε στη δόση των 30 mg δύο φορές ημερησίως και τιτλοποιήθηκε ώστε η συγκέντρωση του διορθωμένου ολικού ασβεστίου ορού να διατηρείται εντός του φυσιολογικού εύρους. Ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό των ασθενών που έλαβε θεραπεία με σινακαλσέτη πέτυχε μέση συγκέντρωση διορθωμένου ολικού ασβεστίου ορού ≤ 10,3 mg/dl (2,57 mmol/l) και μείωση ≥ 1 mg/dl (0,25 mmol/l) από την αρχική εκτίμηση στη μέση συγκέντρωση του διορθωμένου ολικού ασβεστίου ορού, συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (75,8 % έναντι 0 % και 84,8 % έναντι 5,9 %, αντίστοιχα).
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση της σινακαλσέτης, η μέγιστη συγκέντρωση της σινακαλσέτης στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε περίπου 2 έως 6 ώρες. Βάσει συγκρίσεων μεταξύ μελετών, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της σινακαλσέτης σε ασθενείς σε κατάσταση νηστείας εκτιμήθηκε σε περίπου 20-25 %. Η χορήγηση της σινακαλσέτης με φαγητό οδηγεί σε αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της σινακαλσέτης κατά 50-80 % περίπου. Οι αυξήσεις στην συγκέντρωση της σινακαλσέτης στο πλάσμα ήταν παρόμοιες, ανεξάρτητα από την περιεκτικότητα του γεύματος σε λιπαρά.
Σε δόσεις μεγαλύτερες των 200 mg, η απορρόφηση ήταν κορεσμένη πιθανώς λόγω πτωχής διαλυτότητας.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής είναι υψηλός (περίπου 1.000 λίτρα), γεγονός που υποδηλώνει εκτεταμένη κατανομή. Η σινακαλσέτη δεσμεύεται σχεδόν κατά 97 % στις πρωτεΐνες του πλάσματος και κατανέμεται ελάχιστα στα ερυθρά αιμοσφαίρια.
Μετά από την απορρόφηση, οι συγκεντρώσεις της σινακαλσέτης μειώνονται με διφασικό τρόπο με αρχική ημίσεια ζωή περίπου 6 ωρών και τελική ημίσεια ζωή 30 έως 40 ωρών. Τα επίπεδα σταθερής κατάστασης της σινακαλσέτης επιτυγχάνονται εντός 7 ημερών με ελάχιστη συσσώρευση. Η φαρμακοκινητική της σινακαλσέτης δεν μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου.
Βιομετασχηματισμός
Η σινακαλσέτη μεταβολίζεται από πολλά ένζυμα, κυρίως από τα CYP3A4 και CYP1A2 (η συνεισφορά του CYP1A2 δεν έχει χαρακτηριστεί κλινικά). Οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες είναι αδρανείς.
Βάσει in vitro δεδομένων, η σινακαλσέτη αποτελεί ισχυρό αναστολέα του CYP2D6, αλλά, σε συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται κλινικά, δεν αποτελεί ούτε αναστολέα άλλων CYP ενζύμων, συμπεριλαμβανομένων των CYP1A2, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, και CYP3A4 ούτε επαγωγέα των CYP1A2, CYP2C19 και CYP3A4.
Αποβολή
Μετά από τη χορήγηση 75 mg ραδιοσημασμένης δόσης σε υγιείς εθελοντές, η σινακαλσέτη μεταβολίστηκε ταχέως και εκτεταμένα μέσω οξείδωσης ακολουθούμενης από σύζευξη. Η νεφρική απέκκριση των μεταβολιτών ήταν η κύρια οδός απομάκρυνσης της ραδιενέργειας. Περίπου το 80 % της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και το 15 % στα κόπρανα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η AUC και η Cmax της σινακαλσέτης αυξάνονται σχεδόν γραμμικά πάνω από το δοσολογικό εύρος των 30 έως 180 mg άπαξ ημερησίως.
Σχέση(εις) φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής
Σύντομα μετά από τη χορήγηση της δόσης, η παραθορμόνη αρχίζει να μειώνεται μέχρι μία κατώτατη τιμή που επιτυγχάνεται περίπου 2 έως 6 ώρες μετά από τη χορήγηση της δόσης, το οποίο αντιστοιχεί στη Cmax της σινακαλσέτης. Στη συνέχεια, καθώς τα επίπεδα της σινακαλσέτης αρχίζουν να μειώνονται, τα επίπεδα της παραθορμόνης αυξάνονται μέχρι τις 12 ώρες μετά από τη χορήγηση της δόσης, και στη συνέχεια η καταστολή της παραθορμόνης παραμένει σχεδόν σταθερή έως το τέλος του άπαξ ημερησίως χορηγούμενου δοσολογικού διαστήματος. Τα επίπεδα της παραθορμόνης στις κλινικές μελέτες της σινακαλσέτης μετρήθηκαν στο τέλος του δοσολογικού διαστήματος.
Ηλικιωμένοι: Δεν υπάρχουν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της σινακαλσέτης που να οφείλονται στην ηλικία.
Νεφρική ανεπάρκεια: Το φαρμακοκινητικό προφίλ της σινακαλσέτης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, καθώς και σε ασθενείς υπό αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση είναι συγκρίσιμο με αυτό των υγιών εθελοντών.
Ηπατική ανεπάρκεια: Η ήπια ηπατική δυσλειτουργία δεν επηρέασε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της σινακαλσέτης. Συγκριτικά με τους ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, η μέση AUC της σινακαλσέτης ήταν περίπου 2 φορές υψηλότερη σε άτομα με μέτρια δυσλειτουργία και περίπου 4 φορές υψηλότερη σε άτομα με σοβαρή δυσλειτουργία. Η μέση ημίσεια ζωή της σινακαλσέτης παρατείνεται κατά 33 % και 70 % σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Η δέσμευση της σινακαλσέτης στις πρωτεΐνες δεν επηρεάζεται από τη διαταραγμένη ηπατική λειτουργία. Δεδομένου ότι οι δόσεις τιτλοποιούνται για κάθε ασθενή βάσει των παραμέτρων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας, δεν απαιτείται επιπλέον προσαρμογή της δόσης για άτομα με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Φύλο: Η κάθαρση της σινακαλσέτης μπορεί να είναι μικρότερη στις γυναίκες απ’ ότι στους άνδρες. Δεδομένου ότι οι δόσεις τιτλοποιούνται για κάθε ασθενή, δεν απαιτείται επιπλέον προσαρμογή της δόσης βάσει του φύλου.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η φαρμακοκινητική της σινακαλσέτης μελετήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 έως 17 ετών με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Μετά από εφάπαξ και πολλαπλές από του στόματος δόσεις σινακαλσέτης, οι συγκεντρώσεις της σινακαλσέτης στο πλάσμα (τιμές Cmax και AUC
μετά την ομαλοποίηση ανά δόση και βάρος) ήταν παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς.
Μία ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού πραγματοποιήθηκε με στόχο την αξιολόγηση των επιδράσεων των δημογραφικών χαρακτηριστικών. Η ανάλυση αυτή δεν έδειξε σημαντική επίδραση της ηλικίας, του φύλου, της φυλής, της επιφάνειας σώματος και του σωματικού βάρους στη φαρμακοκινητική της σινακαλσέτης.
Κάπνισμα: Η κάθαρση της σινακαλσέτης είναι υψηλότερη στους καπνιστές σε σχέση με τους μη καπνιστές, πιθανώς λόγω της επαγωγής του διαμεσολαβούμενου από το CYP1A2 μεταβολισμού. Εάν ένας ασθενής σταματήσει ή αρχίσει το κάπνισμα, τα επίπεδα της σινακαλσέτης στο πλάσμα μπορεί να αλλάξουν και μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης.
Προκλινικά δεδομένα ασφάλειας
Η σινακαλσέτη δεν άσκησε τερατογόνο δράση σε κονίκλους κατά τη χορήγησή της σε δόση 0,4 φορές, βάσει της AUC, επί τη μέγιστη ανθρώπινη δόση για τον δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό (180 mg ημερησίως). Η μη τερατογόνος δόση σε επίμυες ήταν 4,4 φορές, βάσει της AUC, επί τη μέγιστη δόση για τον δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό. Δεν υπήρξαν επιδράσεις στη γονιμότητα των αρσενικών ή θηλυκών σε εκθέσεις έως και 4 φορές επί την ανθρώπινη δόση των 180 mg/ημέρα (τα περιθώρια ασφαλείας για τον μικρό πληθυσμό ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε η μέγιστη κλινική δόση των 360 mg ημερησίως θα πρέπει να είναι κατά προσέγγιση τα μισά από αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω).
Σε επίμυες σε κατάσταση εγκυμοσύνης, μικρές μειώσεις στο σωματικό βάρος και την κατανάλωση τροφής παρατηρήθηκαν κατά τη χορήγηση της υψηλότερης δόσης. Μειωμένα βάρη εμβρύων παρατηρήθηκαν σε επίμυες σε δόσεις στις οποίες οι μητέρες εμφάνισαν σοβαρή υπασβεστιαιμία. Έχει δειχθεί ότι η σινακαλσέτη διαπερνά τον πλακούντιο φραγμό στους κονίκλους.
Η σινακαλσέτη δεν παρουσίασε δυναμικό γονοτοξικότητας ή καρκινογένεσης. Τα περιθώρια ασφαλείας από τις τοξικολογικές μελέτες ήταν μικρά λόγω της δοσοπεριοριστικής υπασβεστιαιμίας που παρατηρήθηκε σε ζωικά μοντέλα. Καταρράκτης και θολερότητα φακού παρατηρήθηκαν κατόπιν επαναλαμβανόμενης δόσης σε μελέτες τοξικότητας και καρκινογένεσης σε τρωκτικά, αλλά, τα συμβάντα αυτά δεν παρατηρήθηκαν σε σκύλους ή πιθήκους ή σε κλινικές μελέτες, όπου παρακολουθούνταν ο σχηματισμός καταρράκτη. Είναι γνωστό ότι ο καταρράκτης εμφανίζεται στα τρωκτικά ως αποτέλεσμα της υπασβεστιαιμίας.
Σε in vitro μελέτες, βρέθηκε ότι οι τιμές IC50 για τον μεταφορέα της σεροτονίνης και τους διαύλους KATP ήταν 7 και 12 φορές μεγαλύτερες, αντίστοιχα, σε σχέση με την EC50 για τον υποδοχέα αντίληψης του ασβεστίου που επιτεύχθηκε υπό τις ίδιες πειραματικές συνθήκες. Η κλινική συσχέτιση είναι άγνωστη, ωστόσο, το ενδεχόμενο επίδρασης της σινακαλσέτης σε αυτούς τους δευτερεύοντες στόχους δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως.
Σε μελέτες τοξικότητας σε νεαρούς σκύλους, παρατηρήθηκαν τρόμος δευτεροπαθώς σε μειωμένο ασβέστιο ορού, έμεση, μειωμένο σωματικό βάρος και αύξηση του σωματικού βάρους, μειωμένη μάζα ερυθρών αιμοσφαιρίων, μικρές μειώσεις στις παραμέτρους οστικής πυκνότητας, αναστρέψιμη διεύρυνση των επιφυσιακών πλακών των μακρών οστών, και ιστολογικής φύσεως λεμφικές μεταβολές (περιορίζονται στη θωρακική κοιλότητα και αποδίδονται στη χρόνια έμεση). Όλες αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν σε συστηματική έκθεση, βάσει της AUC, που ισοδυναμεί περίπου με την έκθεση των ασθενών στη μέγιστη δόση για τον δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CINACALCET/STADA 30MG/TAB
Πυρήνας δισκίου Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Μαλτοδεξτρίνη Κροσποδιβόνη
Πυρίτιο, κολλοειδές άνυδρο Μονονάτριο γλυκολικό άμυλο Στεατικό μαγνήσιο
Επικάλυψη δισκίου Υπρομελλόζη
Διοξείδιο του τιτανίου (E171) Τριακετίνη
Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου (E172)
Λάκα αργιλούχου ινδικοκαρμίνιου (E132)
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ειδικές θερμοκρασιακές συνθήκες φύλαξης. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.
Διαυγές, διαφανές blister από PVC-PCTFE-PVC/Al.
Για τα 90 mg: 28, 30 και 84 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ή 28x1, 30x1, 84x1 επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο (μοναδιαία δόση).
Για τα 60 mg: 28, 30 και 84 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ή 28x1, 30x1, 84x1 επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο (μοναδιαία δόση).
Για τα 30 mg: 28, 30, 50 και 84 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ή 28x1, 30x1, 50x1, 84x1 επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο (μοναδιαία δόση).
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.