CIPROFLOXACIN/NORIDEM SOL.INF 2MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CIPROFLOXACIN/NORIDEM 2MG/ML
Το Ciprofloxacin/Noridem, Διάλυμα για έγχυση 2 mg/ml ενδείκνυται για την αντιμετώπιση των ακόλουθων λοιμώξεων (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1). Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στις διαθέσιμες πληροφορίες ανθεκτικότητας στη σιπροφλοξασίνη, πριν την έναρξη της θεραπείας.
Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.
Ενήλικες
-
Λοιμώξεις της κατώτερης αναπνευστικής οδού οφειλόμενες σε Gram-αρνητικά βακτήρια.
-
εξάρσεις χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας
Στην έξαρση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας το Ciprofloxacin/Noridem, Διάλυμα για έγχυση 2 mg/ml θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων θεωρείται ακατάλληλη.
-
βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση ή στη βρογχιεκτασία
-
πνευμονία
-
-
Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα.
-
Οξεία έξαρση χρόνιας ιγμορίτιδας, ιδιαίτερα αν οφείλεται σε Gram-αρνητικά βακτήρια.
-
Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών
-
Οξεία πυελονεφρίτιδα.
-
Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού.
-
Βακτηριακή προστατίτιδα.
-
-
Λοιμώξεις των γεννητικών οδών
-
επιδιδυμο-ορχίτιδα, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων οφειλόμενων σε ευαίσθητα στελέχη
Neisseria gonorrhoeae.
-
Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων οφειλόμενων σε ευαίσθητα στελέχη Neisseria gonorrhoeae.
-
-
Λοιμώξεις της γαστρεντερικής οδού (π.χ. διάρροια ταξιδιωτών).
-
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις.
-
Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων, οφειλόμενες σε Gram-αρνητικά βακτήρια.
-
Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα.
-
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων.
-
Πνευμονικός άνθραξ (προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή).
Το Ciprofloxacin/Noridem μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση ουδετεροπενικών ασθενών με πυρετό ο οποίος υπάρχει υποψία ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
-
Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις λόγω Pseudomonas aeruginosa σε ασθενείς με κυστική ίνωση.
-
Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού και οξεία πυελονεφρίτιδα.
-
Πνευμονικός άνθραξ (προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή).
Η σιπροφλοξασίνη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων σε παιδιά και εφήβους, όταν κρίνεται απαραίτητο.
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μόνο από γιατρούς με εμπειρία στην αντιμετώπιση της κυστικής ίνωσης και /ή στις σοβαρές λοιμώξεις σε παιδιά και εφήβους (βλ. παραγράφους 4.4. και 5.1.
Δοσολογία
Η δοσολογία καθορίζεται από την ένδειξη, τη σοβαρότητα και το σημείο της λοίμωξης, την ευαισθησία στη σιπροφλοξασίνη των οργανισμών που προκαλούν τη λοίμωξη, τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς και από το σωματικό βάρος στα παιδιά και τους εφήβους.
Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της νόσου και από την κλινική και βακτηριολογική πορεία.
Μετά την έναρξη ενδοφλέβιας θεραπείας, η θεραπεία μπορεί να αλλάξει σε θεραπεία με τη χρήση δισκίων ή εναιωρήματος , εφόσον υπάρχει κλινική ένδειξη και σύμφωνα με την κρίση του θεράποντος γιατρού. Η ενδοφλέβια θεραπεία θα πρέπει να ακολουθείται από την από του στόματος χορήγηση το συντομότερο δυνατό.
Σε βαριές περιπτώσεις ή όταν ο ασθενής δεν μπορεί να λάβει δισκία (π.χ. ασθενείς σε εντερική διατροφή), συνιστάται η έναρξη ενδοφλέβιας χορήγησης σιπροφλοξασίνης, μέχρι να καταστεί δυνατή η μετάβαση στην από του στόματος χορήγηση.
Η αντιμετώπιση λοιμώξεων οφειλόμενων σε ορισμένα βακτήρια (π.χ. Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter ή Staphylococci), μπορεί να απαιτεί υψηλότερες δόσεις σιπροφλοξασίνης και συγχορήγηση με άλλους κατάλληλους αντιμικροβιακούς παράγοντες.
Η αντιμετώπιση ορισμένων λοιμώξεων (π.χ. φλεγμονώδους νόσου της πυέλου, ενδοκοιλιακών λοιμώξεων, λοιμώξεων σε ουδετεροπενικούς ασθενείς και λοιμώξεων των οστών και των αρθρώσεων), ίσως απαιτήσει συγχορήγηση με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες, ανάλογα με τα εμπλεκόμενα παθογόνα.
Ενήλικες
| Ενδείξεις | Ημερήσια δόση σε mg | Συνολική διάρκεια θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης σε από του στόματος θεραπεία το συντομότερο δυνατό) | |
| Λοιμώξεις της κατώτερης αναπνευστικής οδού | 400 mg δύο φορές ημερησίως έως400 mg τρεις φορές ημερησίως | 7 έως 14 ημέρες | |
| Λοιμώξεις της ανώτερης αναπνευστικής οδού | Οξεία επιδείνωση χρόνιας ιγμορίτιδας | 400 mg δύο φορές ημερησίως έως400 mg τρεις φορές ημερησίως | 7 έως 14 ημέρες |
| Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα | 400 mg δύο φορές ημερησίως έως400 mg τρεις φορές ημερησίως | 7 έως 14 ημέρες | |
| Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα. | 400 mg τρεις φορές ημερησίως | 28 ημέρες έως 3 μήνες | |
| Λοιμώξεις του ουροποιητικού (βλ. παράγραφο 4.4) | Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού, Οξεία πυελονεφρίτιδα | 400 mg δύο φορές ημερησίως έως400 mg τρεις φορές ημερησίως | 7 έως 10 ημέρες, μπορεί να συνεχιστεί για περισσότερες από 21 ημέρες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (όπωςαποστήματα) |
| Βακτηριακή προστατίτιδα | 400 mg δύο φορές ημερησίως έως400 mg τρεις φορές ημερησίως | 2 έως 4 εβδομάδες (σε οξείες περιπτώσεις) | |
| Λοιμώξεις της γεννητικής οδού | Επιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεωνλόγω ευαισθησίας στη Neisseriagonorrhoeae | 400 mg δύο φορές ημερησίως έως400 mg τρεις φορές ημερησίως | τουλάχιστον 14 ημέρες |
| Λοιμώξεις της γαστρεντερικής οδού και ενδοκοιλιακές λοιμώξεις. | Διάρροια προκαλούμενη από παθογόνα συμπεριλαμβανομένου του Shigellaspp. εκτός από Shigella dysenteriae τύπου 1 και εμπειρική θεραπεία της σοβαρής διάρροιας των ταξιδιωτών | 400 mg δύο φορές ημερησίως | 1 ημέρα |
| Διάρροα προκαλούμενη από Shigella dysenteriaeτύπου 1 | 400 mg δύο φορές ημερησίως | 5 ημέρες | |
| Ενδείξεις | Ημερήσια δόση σε mg | Συνολική διάρκεια θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης σε από του στόματος θεραπεία το συντομότερο δυνατό) | |
| Διάρροια προκαλούμενη από Vibrio cholerae | 400 mg δύο φορές ημερησίως | 3 ημέρες | |
| Τυφοειδής πυρετός | 400 mg δύο φορέςημερησίως | 7 ημέρες | |
| Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, οφειλόμενες σε Gram-αρνητικάβακτήρια | 400 mg δύο φορές ημερησίως έως400 mg τρεις φορές ημερησίως | 5 έως 14 ημέρες | |
| Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών ιστών, προκαλούμενες από Gram αρνητικά βακτήρια | 400 mg δύο φορές ημερησίως έως400 mg τρεις φορές ημερησίως | 7 έως 14 ημέρες | |
| Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων | 400 mg δύο φορές ημερησίως έως400 mg τρεις φορές ημερησίως | Μέγιστη διάρκεια θεραπείας 3 μήνες | |
| Ουδετεροπενικοί ασθενείς με πυρετό ο οποίος υπάρχει υποψία ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη. Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να συγχορηγείται με τον (-ους) κατάλληλο (-ους) αντιβακτηριακό (-ούς)παράγοντα(ες) σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες. | 400 mg δύο φορές ημερησίως έως400 mg τρεις φορές ημερησίως | Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται καθ’ όλη την διάρκεια της περιόδου της ουδετεροπενίας. | |
| Προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα σε άτομα χρήζοντα παρεντερικής θεραπείας. Η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή την επιβεβαίωση της έκθεσης. | 400 mg δύο φορές ημερησίως | 60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis. | |
Παιδιατρικός πληθυσμός
| Ενδείξεις | Ημερήσια δόση σε mg | Συνολική διάρκεια θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης σε από του στόματος θεραπεία το συντομότερο δυνατό) |
| Κυστική ίνωση | 10 mg/kg σωματικού βάρους τρεις φορέςημερησίως με μέγιστο τα 400 mg ανά δόση | 10 έως 14 ημέρες |
| Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού και οξεία πυελονεφρίτιδα | 6 mg/kg σωματικού βάρους τρεις φορές ημερησίως έως 10 mg/kg σωματικού βάρους τρεις φορές ημερησίως με μέγιστο τα 400 mg ανά δόση | 10 έως 21 ημέρες |
| Ενδείξεις | Ημερήσια δόση σε mg | Συνολική διάρκεια θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης σε από του στόματος θεραπεία το συντομότερο δυνατό) |
| Θεραπευτική αγωγή μετά την έκθεση σε πνευμονικό άνθρακα σε άτομα χρήζοντα παρεντερικής θεραπείας. Η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή την επιβεβαίωση της έκθεσης. | 10 mg/kg σωματικού βάρους δύο φορές ημερησίως έως 15 mg/kg σωματικού βάρους δύο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 400 mg ανά δόση | 60 ημέρες από την επιβεβαίωση της έκθεσης σε Bacillus anthracis. |
| Άλλες σοβαρές λοιμώξεις | 10 mg/kg σωματικού βάρους τρεις φορέςημερησίως με μέγιστο τα 400 mg ανά δόση | Σύμφωνα με τον τύπο της λοίμωξης |
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν δόση επιλεγμένη σύμφωνα με τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενούς.
Ασθενείς με νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια
Συνιστώμενες δόσεις έναρξης και διατήρησης για ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία:
| Κάθαρση κρεατινίνης [mL/min/1.73 m²] | Κρεατινίνη ορού [μmol/L] | Ενδοφλέβια δόση [mg] |
| > 60 | < 124 | Βλέπε συνήθη δοσολογία |
| 30-60 | 124 έως 168 | 200-400 mg κάθε 12 ώρες |
| < 30 | > 169 | 200-400 mg κάθε 24 ώρες |
| Ασθενείς υπό αιμοδιύληση | > 169 | 200-400 mg κάθε 24 ώρες (μετά τη διήθηση) |
| Ασθενείς υπό περιτοναϊκή κάθαρση | > 169 | 200-400 mg κάθε 24 ώρες |
Σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Η δοσολογία σε παιδιά με μειωμένη νεφρική και/ή ηπατική λειτουργία δεν έχει μελετηθεί. Τρόπος χορήγησης
Το Ciprofloxacin/Noridem, Διάλυμα για έγχυση 2 mg/ml θα πρέπει να ελέγχεται οπτικά πριν την χρήση. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται εάν είναι θολό.
Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση. Για τα παιδιά, η διάρκεια της έγχυσης είναι 60 λεπτά.
Σε ενήλικες ασθενείς η διάρκεια της έγχυσης είναι 60 λεπτά για 400 mg Ciprofloxacin Διάλυμα για έγχυση 2 mg/ml και 30 λεπτά για 200 mg Ciprofloxacin Διάλυμα για έγχυση 2 mg/ml. Η αργή έγχυση μέσα σε μια μεγάλη φλέβα θα ελαχιστοποιήσει τη δυσφορία του ασθενούς και θα μειώσει τον κίνδυνο φλεβικού ερεθισμού.
Το διάλυμα για έγχυση μπορεί να εγχυθεί είτε απευθείας, είτε μετά την ανάμιξή του με άλλα συμβατά διαλύματα για έγχυση (βλ. παράγραφο 6.6)
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία σε άλλες κινολόνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 .
-
Ταυτόχρονη χορήγηση σιπροφλοξασίνης και τιζανιδίνης (βλ. παράγραφο 4.5).
Η χρήση σιπροφλοξασίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με σιπροφλοξασίνη πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).
Σοβαρές λοιμώξεις και μικτές λοιμώξεις με Gram-θετικά και αναερόβια παθογόνα
Η σιπροφλοξασίνη ως μονοθεραπεία δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων και λοιμώξεων οι οποίες μπορεί να οφείλονται σε Gram-θετικά ή αναερόβια παθογόνα. Σε τέτοιες λοιμώξεις η σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται μαζί με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.
Λοιμώξεις από στρεπτόκοκκο (συμπεριλαμβανομένου του Streptococcus pneumoniae)
Η σιπροφλοξασίνη δε συνιστάται για τη θεραπεία λοιμώξεων από στρεπτόκοκκο εξαιτίας ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας.
Λοιμώξεις της γεννητικής οδού
Επιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδεις νόσοι της πυέλου μπορεί να προκληθούν από ανθεκτικά στελέχη στις φθοριοκινολόνες Neisseria gonorrhoeae.
Στην επιδιδυμοορχίτιδα και τις φλεγμονώδεις νόσους της πυέλου, ησιπροφλοξασίνη πρέπει να χορηγείται εμπειρικά μόνο σε συνδυασμό με άλλο κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα (π.χ μια κεφαλοσπορίνη) εκτός εάν η ανθεκτικότητα του Neisseria gonorrhoeae στη σιπροφλοξασίνη μπορεί να αποκλειστεί. Εάν δεν επιτευχθεί κλινική βελτίωση μετά από 3 ημέρες θεραπείας, η θεραπεία θα πρέπει να επανεξετασθεί.
Λοιμώξεις της ουροποιητικής οδού
Η ανθεκτικότητα του E. coli στις φθοριοκινολόνες- το πιο συχνό παθογόνο που εμπλέκεται στις λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος- ποικίλλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συστήνεται στους επαγγελματίες υγείας που συνταγογραφούν να λαμβάνουν υπόψη τους την τοπική συχνότητα εμφάνισης της ανθεκτικότητας του E. coli στις φθοριοκινολόνες.
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της σιπροφλοξασίνης στη θεραπεία μετεγχειρητικών ενδοκοιλιακών λοιμώξεων.
Διάρροια των ταξιδιωτών
Στην επιλογή της σιπροφλοξασίνης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πληροφορίες ανθεκτικότητας στη σιπροφλοξασίνη στα ανάλογα παθογόνα των χωρών όπου έχει γίνει επίσκεψη.
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων
Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους αντιμικροβιακούς παράγοντες ανάλογα με τα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης.
Πνευμονικός άνθρακας
Η χρήση σε ανθρώπους βασίζεται σε in-vitro δεδομένα ευαισθησίας και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα από ανθρώπους. Οι θεράποντες γιατροί θα πρέπει να ανατρέχουν σε εθνικά και/ή διεθνή κοινώς αποδεκτά έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία του ενεργού άνθρακα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η χρήση της σιπροφλοξασίνης σε παιδιά και εφήβους θα πρέπει να ακολουθεί τις διαθέσιμες επίσημες
οδηγίες. Η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να ξεκινάει μόνο από ιατρούς πεπειραμένους στη θεραπεία της κυστικής ίνωσης και/ή στις σοβαρές λοιμώξεις σε παιδιά και εφήβους.
Η σιπροφλοξασίνη έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αρθροπάθεια στις φέρουσες το βάρος του σώματος αρθρώσεις ανώριμων ζώων. Τα δεδομένα ασφαλείας από μια τυχαιοποιημένη διπλή τυφλή μελέτη για τη χρήση της σιπροφλοξασίνης σε παιδιά (σιπροφλοξασίνη: n=335, μέση ηλικία = 6.3 έτη, συγκριτές: n=349, μέση ηλικία = 6.2 έτη, ηλικιακό εύρος = 1 έως 17 έτη) αποκάλυψαν επίπτωση υποπτευόμενης αρθροπάθειας που σχετιζόμενης με το φάρμακο (διακρινόμενη από σχετικά με τις αρθρώσεις κλινικά σημεία και συμπτώματα), από την Ημέρα +42 της τάξης του 7.2% και 4.6%. Αντίστοιχα η επίπτωση της σχετιζόμενης με το φάρμακο αρθροπάθειας κατά την παρακολούθηση στο 1 έτος ήταν 9.0% και 5.7%. Η αύξηση των υποπτευόμενων, σχετιζόμενων με το φάρμακο περιπτώσεων αρθροπάθειας, σε σχέση με το χρόνο, δεν ήταν στατιστικά σημαντική μεταξύ των δύο ομάδων. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου, λόγω των ενδεχόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τις αρθρώσεις και/ή τον περιβάλλοντα ιστό.
Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση
Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 5 έως 17 ετών. Η εμπειρία από τη θεραπεία παιδιών από 1 έως 5 ετών είναι πιο περιορισμένη.
Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού και οξεία πυελονεφρίτιδα.
Η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη των λοιμώξεων των ουροφόρων οδών, πρέπει να εξετάζεται, όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών και πρέπει να βασίζεται στα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης.
Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 1-17 ετών.
Άλλες ειδικές σοβαρές λοιμώξεις
Άλλες σοβαρές λοιμώξεις σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες ή μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών ή μετά από αποτυχία της συμβατικής θεραπείας και όταν η μικροβιολογική τεκμηρίωση μπορεί να δικαιολογεί τη χρήση της σιπροφλοξασίνης.
Η χρήση σιπροφλοξασίνης ενάντια σε ειδικές σοβαρές λοιμώξεις εκτός από αυτές που αναφέρονται πιο πάνω, δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές δοκιμές και η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη.
Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με τις συγκεκριμένες λοιμώξεις.
Υπερευαισθησία
Υπερευαισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων της αναφυλαξίας και αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, μπορεί να συμβούν μετά από εφάπαξ δόση (βλέπε παράγραφο 4.8) και μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή. Σε περίπτωση που εκδηλωθεί μια τέτοια αντίδραση, η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται και επαρκής ιατρική θεραπεία απαιτείται.
Παρατεταμένες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες.
Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες, οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά, ορισμένες φορές πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικό, νευρικό, ψυχιατρικές και αισθητήριες) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Το Ciprofloxacin Διάλυμα για έγχυση 2 mg/ml πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας και θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με τον συνταγογράφο τους για συμβουλές.
Μυοσκελετικό σύστημα
Η σιπροφλοξασίνη γενικά δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ιστορικό νόσου/διαταραχής των τενόντων σχετιζόμενης με θεραπεία με κινολόνη. Παρ’όλα αυτά, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, ύστερα από μικροβιολογική τεκμηρίωση των υπεύθυνων οργανισμών και αξιολόγηση της ισορροπίας κινδύνου/οφέλους, η σιπροφλοξασίνη μπορεί να συνταγογραφηθεί στους συγκεκριμένους ασθενείς για την θεραπεία ορισμένων σοβαρών λοιμώξεων, ιδιαίτερα σε περίπτωση αποτυχίας της
καθιερωμένης θεραπείας ή βακτηριακής αντίστασης, όταν τα μικροβιολογικά δεδομένα δικαιολογούν τη χρήση της σιπροφλοξασίνης.
Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis, επειδή τα συμπτώματα μπορεί να επιδεινωθούν (βλέπε παράγραφο 4.8).
Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα
Η σιπροφλοξασίνη δεν πρέπει γενικά να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ιστορικό νόσου/διαταραχής των τενόντων σχετιζόμενης με θεραπεία με κινολόνη. Εντούτοις, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, μετά από μικροβιολογική τεκμηρίωση των υπεύθυνων οργανισμών και αξιολόγηση της ισορροπίας οφέλους-κινδύνου, η σιπροφλοξασίνη μπορεί να συνταγογραφηθεί στους συγκεκριμένους ασθενείς για τη θεραπεία ορισμένων σοβαρών λοιμώξεων, ειδικά σε περίπτωση αποτυχίας της τυπικής θεραπείας ή βακτηριακής αντίστασης, όταν τα μικροβιολογικά δεδομένα δικαιολογούν τη χρήση σιπροφλοξασίνης.
Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα (ειδικά αλλά όχι περιοριστικά του Αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να παρουσιαστούν ακόμα και εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνουν ακόμα και έως αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με κορτικοστεροειδή. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται.
Με το πρώτο σημείο τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνο οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α) πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται στην κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση). Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή εάν εμφανιστούν σημεία τενοντοπάθειας.
Ασθενείς με μυασθένεια gravis
Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis διότι τα συμπτώματα μπορεί να επιδεινωθούν (βλ. παράγραφο 4.8).
Αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμός της αορτής, και παλινδρόμηση / ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων
Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, και κίνδυνο παλινδρόμησης αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά τη λήψη φθοριοκινολονών. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.8).
Ως εκ τούτου, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές σε ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας, ή σε ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα και/ή διαχωρισμό της αορτής ή βαλβιδοπάθεια ή παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης
-
τόσο για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής όσο και για παλινδρόμηση / ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. διαταραχές του συνδετικού ιστού όπως σύνδρομο Marfan ή αγγειακό σύνδρομο Ehlers-Danlos, σύνδρομο Turner, νόσο του Behcet, υπέρταση, ρευματοειδής αρθρίτιδα) ή επιπροσθέτως
-
για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής (π.χ. αγγειακές διαταραχές όπως αρτηριΐτιδα Takayasu ή γιγαντοκυτταρική αρτηριΐτιδα ή γνωστή αθηροσκλήρωση, ή σύνδρομο Sjögren) ή επιπροσθέτως
-
για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα).
Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή.
Σε περίπτωση αιφνίδιου πόνου στην κοιλιά, στο στήθος ή στη ράχη, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα επείγοντα περιστατικά και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.
Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος καρδιακών παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.
Διαταραχές της όρασης
Εάν η όραση επηρεαστεί ή παρουσιάζονται κάποιες επιδράσεις στους οφθαλμούς θα πρέπει να ζητείται η γνώμη ενός οφθαλμίατρου αμέσως.
Φωτοευαισθησία
Η σιπροφλοξασίνη έχει δειχθεί ότι προκαλεί αντιδράσεις φωτοευαισθησίας. Οι ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη πρέπει να αποφεύγουν την άμεση έκθεση σε παρατεταμένη ηλιακή ή υπεριώδη ακτινοβολία κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).
Σπασμοί
Η σιπροφλοξασίνη, όπως και οι υπόλοιπες κινολόνες είναι γνωστό ότι προκαλούν σπασμούς ή ελαττώνουν την ουδό σπασμών. Περιστατικά επιληπτικής κατάστασης (status epilepticus) έχουν αναφερθεί. Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος οι οποίοι μπορεί να έχουν προδιάθεση σε σπασμούς. Σε περίπτωση εμφάνισης σπασμών, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί (βλ. παράγραφο 4.8).
Περιφερική νευροπάθεια
Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες και φθοριοκινολόνες περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που καταλήγουν σε παραισθησία, υπαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία. Ασθενείς σε θεραπεία με σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώνουν το γιατρό τους προτού συνεχίσουν τη θεραπεία εάν αναπτυχθούν τα συμπτώματα της νευροπάθειας όπως πόνος, καύσος, αίσθημα νυγμών, αιμωδία, ή αδυναμία, προκειμένου να προληφθεί η εξέλιξη μιας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8).
Ψυχιατρικές αντιδράσεις
Ψυχιατρικές αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν ακόμα και μετά την πρώτη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης. Σε σπάνιες περιπτώσεις, κατάθλιψη ή η ψύχωση μπορεί να εξελιχθούν σε αυτοκτονικούς ιδεασμούς / σκέψεις με αποκορύφωμα την απόπειρα αυτοκτονίας ή την ολοκλήρωση αυτής. Εάν παρουσιαστούν ψυχωσικές αντιδράσεις, κατάθλιψη, αυτοκτονικοί ιδεασμοί ή αυτοκτονική συμπεριφορά, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί.
Καρδιακές διαταραχές
Θα πρέπει να λαμβάνεται προσοχή κατά τη χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της σιπροφλοξασίνης, σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για επιμήκυνση του διαστήματος QT όπως για παράδειγμα:
-
συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT
-
σύγχρονη χρήση φαρμάκων τα οποία είναι γνωστό ότι επιμηκύνουν το διάστημα
QT (π.χ. αντιαρρυθμικά Τάξης ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδες, αντιψυχωτικά)
-
μη ελεγχόμενες ηλεκτρολυτικές διαταραχές (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)
-
καρδιακή νόσος (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία)
Ηλικιωμένοι και γυναίκες μπορεί να είναι πιο ευαίσθητοι σε φάρμακα που επιμηκύνουν το QTc. Συνεπώς θα πρέπει να λαμβάνεται προσοχή κατά τη χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της σιπροφλοξασίνης, σε αυτές τις πληθυσμιακές ομάδες.
(βλ. παράγραφο 4.2 Ηλικιωμένοι ασθενείς, παράγραφο 4.5, παράγραφο 4.8, παράγραφο 4.9).
Δυσγλυκαιμία
Όπως με όλες τις κινολόνες, έχουν αναφερθεί διαταραχές στη γλυκόζη του αίματος, συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας (δείτε παράγραφο 4.8), συνήθως σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με έναν από στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. γλιβενκλαμίδη) ή με ινσουλίνη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπογλυκαιμικού κώματος. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς.
Γαστρεντερικό σύστημα
Η εμφάνιση σοβαρής και επίμονης διάρροιας κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή μετά τη θεραπεία (συμπεριλαμβανομένων αρκετών εβδομάδων μετά τη θεραπεία) μπορεί να είναι ενδεικτικό κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά (απειλητικής για τη ζωή με ενδεχόμενη θανατηφόρα έκβαση), η οποία απαιτεί άμεση θεραπεία (βλ.παράγραφο 4.8). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινά η κατάλληλη θεραπεία. Αντιπερισταλτικά φάρμακα αντενδείκνυνται σε αυτήν την περίπτωση.
Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα
Έχει αναφερθεί κρυσταλλουρία σχετιζόμενη με τη χρήση της σιπροφλοξασίνης (βλ.παράγραφο 4.8). Ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να ενυδατώνονται καλά και η υπερβολική αλκαλικότητα των ούρων θα πρέπει να αποφεύγεται.
Μειωμένη νεφρική λειτουργία
Επειδή η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται εκτενώς μέσω της νεφρικής οδού απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.2 για να αποφευχθεί η αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου λόγω της συσσώρευσης της σιπροφλοξασίνης.
Ηπατοχολικό σύστημα
Περιπτώσεις ηπατικής νέκρωσης και απειλητικής για τη ζωή ηπατικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί με τη σιπροφλοξασίνη (βλ.παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση εμφάνισης τυχόν σημείων και συμπτωμάτων ηπατικής νόσου (όπως ανορεξία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, κνησμός ή ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα), η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Έλλειψη της γλυκόζης-6-φωσφορικής αφυδρογονάσης
Αιμολυτικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί με τη σιπροφλοξασίνη σε ασθενείς με έλλειψη της γλυκόζης-6-φωσφορικής αφυδρογονάσης . Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να αποφεύγεται σε αυτούς τους ασθενείς εκτός εάν το δυνητικό όφελος αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο. Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για το ενδεχόμενο εμφάνισης αιμόλυσης.
Αντίσταση
Κατά τη διάρκεια ή σε συνέχεια μιας θεραπείας με σιπροφλοξασίνη, τα βακτήρια τα οποία παρουσιάζουν αντίσταση στη σιπροφλοξασίνη μπορούν να απομονωθούν, με ή χωρίς κλινικά εμφανή υπερλοίμωξη. Μπορεί να υπάρξει ιδιαίτερος κίνδυνος στην επιλογή βακτηρίων με αντοχή στη σιπροφλοξασίνη κατά τη διάρκεια παρατεταμένης διάρκειας θεραπείας και όταν θεραπεύονται νοσοκομειακές λοιμώξεις και/ή λοιμώξεις προκαλούμενες από τα είδη Staphylococcus και Pseudomonas.
Κυτόχρωμα P450
Η σιπροφλοξασίνη αναστέλλει το CYP1A2 και κατά συνέπεια μπορεί να προκαλέσει αυξημένη συγκέντρωση στον ορό, των συγχορηγούμενων ουσιών, οι οποίες μεταβολίζονται από αυτό το ένζυμο (π.χ. θεοφυλλίνη, κλοζαπίνη, ολανζαπίνη, ροπινιρόλη, τιζανιδίνη, δουλοξετίνη, αγομελατίνη). Για το λόγο αυτό, ασθενείς που λαμβάνουν αυτές τις ουσίες ταυτόχρονα με τη σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινικά σημεία υπερδοσολογίας και μπορεί να απαιτείται προσδιορισμός των συγκεντρώσεων στον ορό (π.χ. της θεοφυλλίνης) (βλ. παράγραφο 4.5). Συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης και τιζανιδίνης αντενδείκνυται.
Μεθοτρεξάτη
Η ταυτόχρονη χρήση σιπροφλοξασίνης με μεθοτρεξάτη, δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).
Αλληλεπίδραση με δοκιμές
Η in-vitro δραστικότητα της σιπροφλοξασίνης ενάντια στο Mycobacterium tuberculosis μπορεί να δώσει ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα βακτηριολογικών δοκιμών σε δείγματα από ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη.
Αντίδραση στο σημείο της ένεσης
Τοπικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί στο σημείο της ενδοφλέβιας ένεσης , μετά την ενδοφλέβια χορήγηση σιπροφλοξασίνης. Αυτές οι αντιδράσεις είναι πιο συχνές αν η διάρκεια έγχυσης είναι 30 λεπτά ή λιγότερο. Εμφανίζονται ως τοπικές δερματικές αντιδράσεις οι οποίες επιλύονται ταχέως μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης. Μετέπειτα ενδοφλέβια χορήγηση δεν αντενδείκνυται, εκτός εάν οι αντιδράσεις επανεμφανισθούν ή επιδεινωθούν.
Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα
Νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 707,70 mg νατρίου ανά 200 ml, που ισοδυναμεί με το 35,39 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ ημερήσιας πρόσληψης νατρίου για ενήλικες.
Η μέγιστη ημερήσια δόση αυτού του προϊόντος ισοδυναμεί με το 106,16% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου για ενήλικες.
Κατά τη χορήγηση αυτού του προϊόντος στα παιδιά θα πρέπει να λαμβάνεται η δέουσα προσοχή. To Ciprofloxacin/Noridem θεωρείται υψηλό σε νάτριο. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη σε όσους ακολουθούν δίαιτα χαμηλή σε νάτριο, π.χ. ασθενείς για τους οποίους η πρόσληψη νατρίου αποτελεί ιατρικό πρόβλημα (ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή ανεπάρκεια, νεφρωσικό σύνδρομο κ.λπ.).
Επιδράσεις άλλων προϊόντων στη σιπροφλοξασίνη:
Φάρμακα που επιμηκύνουν το διάστημα QT
Η σιπροφλοξασίνη, όπως άλλες φθοριοκινολόνες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα, για τα οποία είναι γνωστό ότι επιμηκύνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά Τάξης ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδες, αντιψυχωτικά) (βλ. παράγραφο 4.4).
Προβενεσίδη
Η προβενεσίδη παρεμποδίζει τη νεφρική απέκκριση της σιπροφλοξασίνης. Η συγχορήγηση της προβενεσίδης με τη σιπροφλοξασίνη, αυξάνει τις συγκεντρώσεις της σιπροφλοξασίνης στον ορό.
Επιδράσεις της σιπροφλοξασίνης σε άλλα φάρμακευτικά προϊόντα:
Τιζανιδίνη
Η τιζανιδίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.3). Σε μια κλινική μελέτη με υγιή άτομα, παρατηρήθηκε αύξηση της συγκέντρωσης της τιζανιδίνης στον ορό (αύξηση της Cmax: 7πλάσια, εύρος 4 έως 21-πλάσια, αύξηση της AUC: 10πλάσια, εύρος 6 έως 24πλάσια), όταν συγχορηγείται με σιπροφλοξασίνη. Η αυξημένη συγκέντρωση της τιζανιδίνης στον ορό συσχετίζεται με μια συνεργική υποτασική και ηρεμιστική δράση.
Μεθοτρεξάτη
Η νεφρική σωληναριακή μεταφορά της μεθοτρεξάτης μπορεί να ανασταλεί από τη συγχορήγηση με σιπροφλοξασίνη, ενδεχομένως οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα μεθοτρεξάτης στο πλάσμα και αυξημένο κίνδυνο σχετιζόμενων με τη μεθοτρεξάτη τοξικών αντιδράσεων. Η συγχορήγηση δε συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4).
Θεοφυλλίνη
Η συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης και θεοφυλλίνης, δύναται να προκαλέσει ανεπιθύμητη αύξηση στη συγκέντρωση θεοφυλλίνης στον ορό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε επαγόμενες από τη θεοφυλλίνη ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες σπάνια μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες.
Κατά τη διάρκεια του συνδυασμού, οι συγκεντρώσεις της θεοφυλλίνης στον ορό θα πρέπει να ελέγχονται και η δόση της θεοφυλλίνης να μειώνεται ανάλογα με τις ανάγκες. (βλ. παράγραφο 4.4).
Άλλα παράγωγα ξανθίνης
Μετά τη συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης και καφεΐνης ή πεντοξιφυλλίνης (οξπεντιφυλλίνης), αναφέρθηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις στον ορό αυτών των παραγώγων ξανθίνης.
Φαινυτοΐνη
Η συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης και φαινυτοΐνης, μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα ή μειωμένα επίπεδα φαινυτοΐνης, τέτοια ώστε να συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου.
Κυκλοσπορίνη
Μία παροδική αύξηση της συγκέντρωσης της κρεατινίνης του ορού παρατηρήθηκε όταν σιπροφλοξασίνη και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κυκλοσπορίνη χορηγήθηκαν ταυτόχρονα. Επομένως, είναι απαραίτητο να γίνεται συχνά (δύο φόρες την εβδομάδα) έλεγχος των συγκεντρώσεων της κρεατινίνης του ορού σε αυτούς τους ασθενείς.
Ανταγωνιστές της Βιταμίνης Κ
Ταυτόχρονη χορήγηση σιπροφλοξασίνης με ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ , μπορεί να προκαλέσει αύξηση της αντιπηκτικής της δράσης. Ο κίνδυνος μπορεί να ποικίλει, ανάλογα με την υποκείμενη λοίμωξη, την ηλικία και τη γενική κατάσταση του ασθενούς, έτσι ώστε η συμβολή της σιπροφλοξασίνης στην αύξηση της INR (διεθνούς ομαλοποιημένης σχέσης) να είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. Η INR πρέπει να παρακολουθείται συχνά κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης με έναν ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, φαινπροκουμόνη ή φλουινδιόνη).
Δουλοξετίνη
Σε κλινικές μελέτες αποδείχθηκε ότι η συγχορήγηση της δουλοξετίνης με ισχυρούς αναστολείς του 1A2 ισοενζύμου του CYP450 όπως η φλουβοξαμίνη, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών της AUC και Cmax της δουλοξετίνης. Παρόλο που δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με μία ενδεχόμενη αλληλεπίδραση με τη σιπροφλοξασίνη, μπορούν να αναμένονται παρόμοια αποτελέσματα κατά την ταυτόχρονη χορήγηση τους (βλ. παράγραφο 4.4).
Ροπινιρόλη
Σε μια κλινική μελέτη έχει δειχθεί ότι η συγχορήγηση ροπινιρόλης με σιπροφλοξασίνη, η οποία είναι ένας μέτριος αναστολέας του ισοενζύμου CYP450 1A2, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της Cmax και της AUC της ροπινιρόλης κατά 60% και 84% αντίστοιχα. Συνιστάται η παρακολούθηση των σχετιζόμενων με τη ροπινιρόλη ανεπιθύμητων ενεργειών και η κατάλληλη ρύθμιση της δόσης κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4).
Λιδοκαΐνη
Σε υγιή άτομα αποδείχθηκε ότι η συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν λιδοκαΐνη με σιπροφλοξασίνη, ένα μέτριο αναστολέα του 1A2 ισοενζύμου του CYP450, μειώνει την κάθαρση της ενδοφλέβιας λιδοκαΐνης κατά 22%. Παρόλο που η θεραπεία με λιδοκαΐνη ήταν καλά ανεκτή, μια πιθανή αλληλεπίδραση με τη σιπροφλοξασίνη με εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, μπορεί να
εμφανιστεί κατά την συγχορήγησή τους.
Κλοζαπίνη
Μετά τη συγχορήγηση 250 mg σιπροφλοξασίνης με κλοζαπίνη για 7 ημέρες, οι συγκεντρώσεις στον ορό της κλοζαπίνης και της Ν-δεσμεθυλκλοζαπίνης, αυξήθηκαν κατά 29% και 31%, αντίστοιχα.
Συνιστάται η κλινική παρακολούθηση και η κατάλληλη ρύθμιση της δόσης της κλοζαπίνης κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση με τη σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4).
Σιλδεναφίλη
Οι τιμές Cmax και AUC της σιλδεναφίλης αυξήθηκαν περίπου στο διπλάσιο σε υγιή άτομα μετά από μια από του στόματος δόση των 50 mg χορηγούμενη ταυτόχρονα με 500 mg σιπροφλοξασίνης. Επομένως, πρέπει να δίνεται προσοχή στην ταυτόχρονη συνταγογράφηση της σιλδεναφίλης με τη σιπροφλοξασίνη, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους και τα οφέλη.
Αγομελατίνη
Έχει βρεθεί σε κλινικές μελέτες, ότι η φλουβοξαμίνη, ως ένας ισχυρός αναστολέας του ισοενζύμου CYP450 1A2, αναστέλλει σημαντικά το μεταβολισμό της αγομελατίνης με αποτέλεσμα μια 60-πλάσια αύξηση της έκθεσης αγομελατίνης. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για μια πιθανή αλληλεπίδραση με τη σιπροφλοξασίνη, η οποία είναι ήπιος αναστολέας του CYP450 1A2, παρόμοια αποτελέσματα μπορούν να αναμένονται κατά τη συγχορήγηση (βλ. ‘Κυτόχρωμα Ρ450’ στην παράγραφο 4.4).
Ζολπιδέμη
Η συγχορήγηση με τη σιπροφλοξασίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της ζολπιδέμης στο αίμα, συνεπώς η συγχορήγηση δε συνιστάται.
Κύηση
Τα διαθέσιμα δεδομένα για τη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης σε έγκυες γυναίκες δεν καταδεικνύουν δυσπλαστική ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα από τη σιπροφλοξασίνη. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Σε νεαρά και προ του τοκετού ζώα τα οποία εκτέθηκαν σε κινολόνες, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στον ανώριμο χόνδρο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει βλάβες στον αρθρικό χόνδρο στον ανθρώπινο ανώριμο οργανισμό/έμβρυο (βλ. παράγραφο 5.3).
Ως προληπτικό μέτρο θα πρέπει κατά προτίμηση να αποφεύγεται η χρήση της σιπροφλοξασίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός Η σιπροφλοξασίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου αρθρικής βλάβης, η σιπροφλοξασίνη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
ν
Λόγω των νευρολογικών επιδράσεών της, η σιπροφλοξασίνη μπορεί να επηρεάσει το χρόνο αντίδρασης. Κατά συνέπεια, η ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανών μπορεί να επηρεασθεί.
Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) είναι ναυτία, διάρροια, έμετος, παροδική αύξηση των τρανσαμινασών, εξάνθημα και αντιδράσεις στο σημείο ένεσης ή έγχυσης.
Παρακάτω παρατίθενται ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν εξαχθεί από κλινικές μελέτες και από την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία στην αγορά της σιπροφλοξασίνης (από του στόματος,
ενδοφλέβια και διαδοχική θεραπεία) ταξινομημένες ανά κατηγορία συχνότητας.
Η ανάλυση συχνότητας έχει γίνει λαμβάνοντας υπόψη από κοινού τόσο την από του στόματος όσο και την ενδοφλέβια χορήγηση της σιπροφλοξασίνης.
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνές≥ 1/100 έως< 1/10 | Όχι συχνές≥ 1/1 000 έως< 1/100 | Σπάνιες≥ 1/10 000 έως< 1/1 000 | Πολύ σπάνιες< 1/10 000 | Αγνώστου Συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα) |
| Λοιμώξεις και Παρασιτώσεις | Μυκητιασικέ ς επιλοιμώξεις | ||||
| Διαταραχές | Ηωσινοφιλία | Λευκοπενία | Αιμολυτική | ||
| του | Αναιμία | αναιμία | |||
| αιμοποιητικού | Ουδετεροπενία | Ακοκκιοκυττάρω | |||
| και λεμφικού | Λευκοκυττάρωση | ση | |||
| συστήματος | Θρομβοπενία | Πανκυτταροπενία | |||
| Θρομβοκυτταραι | (απειλητική για | ||||
| μία | τη ζωή) | ||||
| Καταστολή του | |||||
| μυελού των | |||||
| οστών | |||||
| (απειλητική για | |||||
| τη ζωή) | |||||
| Διαταραχές | Αλλεργική | Αναφυλακτική | |||
| του | αντίδραση | αντίδραση | |||
| ανοσοποιητικο | Αλλεργικό | Αναφυλακτικό | |||
| ύ συστήματος | οίδημα /αγγειοοίδημα | shock(απειλητικό για | |||
| τη ζωή) (βλ. | |||||
| παράγραφο 4.4) | |||||
| Αντίδραση σε | |||||
| αντιορό τύπου | |||||
| “Serum sickness” | |||||
| Διαταραχές | Μειωμένη | Υπεργλυκαιμία | Υπογλυκαιμικό | ||
| του | όρεξη | Υπογλυκαιμία | κώμα (δείτε | ||
| μεταβολισμού και της θρέψης | (βλ.παράγραφο 4.4) | παράγραφο 4.4 | |||
| Διαταραχές | Σύνδρομο | ||||
| του | Απρόσφορης | ||||
| ενδοκρινικού | Έκκρισης | ||||
| συστήματος | Αντιδιουρητική | ||||
| ς Ορμόνης | |||||
| (SIADH) | |||||
| Ψυχιατρικές | Ψυχοκινητικ | Σύγχυση και | Ψυχωτικές | Mανία, | |
| διαταραχές* | ή | αποπροσανατολι | αντιδράσεις | συμπερ. | |
| υπερδιέγερση | σμός | (με | υπομανίας | ||
| /ταραχή | Αγχωτικές | αποκορύφωμα | |||
| αντιδράσεις | ενδεχομένως | ||||
| Αφύσικα όνειρα | τους | ||||
| Κατάθλιψη | αυτοκτονικούς | ||||
| (με | ιδεασμούς/σκέψε | ||||
| αποκορύφωμα | ις ή απόπειρες | ||||
| ενδεχομένως | αυτοκτονίας και | ||||
| τους | επιτυχή |
| αυτοκτονικούς ιδεασμούς/σκέψε ις ή απόπειρες αυτοκτονίας και επιτυχή αυτοκτονία) (βλ.παράγραφο 4.4)Ψευδαισθήσεις | αυτοκτονία) (βλ. παράγραφο 4.4) | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος* | Κεφαλαλγία Ζάλη Διαταραχές του ύπνου Διαταραχές της γεύσης | Παραισθησία Δυσαισθησία Υπαισθησία Τρόμος Σπασμοί(συμπεριλαμβανο μένης της επιληπτικής κατάστασης)βλ. παράγραφο 4.4)Ίλιγγος | Ημικρανία Διαταραγμένος συντονισμός Διαταραχές βάδισης Διαταραχές του οσφρητικού νεύρου Ενδοκρανιακή υπέρταση και καλοήθη ενδοκρανιακή υπέρταση | Περιφερική νευροπάθεια και πολυνευροπάθε ια(βλ. παράγραφο 4.4) | |
| Οφθαλμικές διαταραχές* | Οπτικές διαταραχές (π.χ διπλωπία) | Οπτική χρωματική στρέβλωση | |||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου* | ΕμβοέςΑπώλεια ακοής / Μείωση ακοής | ||||
| Καρδιακές διαταραχές** | Ταχυκαρδία | Κοιλιακή αρρυθμία, δίκην ριπιδίου κοιλιακή ταχυκαρδία (torsades de pointes) (αναφέρθηκαν κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για επιμήκυνση του QT), επιμηκυμένο QT στο ΗΚΓ (βλ.παραγράφο υς 4.4 και 4.9). | |||
| Αγγειακές διαταραχές** | Αγγειοδιαστολή Υπόταση Συγκοπή | Αγγειίτιδα | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος του θώρακα | Δύσπνοια (συμπεριλαμβανο μένηςασθματικής κατάστασης) |
| και του μεσοθωράκιου | |||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικο ύ | Ναυτία Διάρροια | Έμετος Γαστρεντερικ οί και κοιλιακοί πόνοι Δυσπεψία Μετεωρισμός | Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (πολύ σπάνια με πιθανή θανατηφόρα έκβαση) (βλ. παράγραφο 4.4) | Παγκρεατίτιδα | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αύξηση των τρανσαμινασ ώνΑύξηση χολερυθρίνης | Ηπατική δυσλειτουργία Χολοστατικός ίκτερος Ηπατίτιδα | Ηπατική νέκρωση (πολύ σπάνιαεξελισσόμενη σε απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια)(βλ. παράγρ. 4.4) | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα Κνησμός Κνίδωση | Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας (βλ. παράγρ.4.4) | Πετέχειες Πολύμορφο ερύθημα Οζώδες ερύθημα Σύνδρομο Stevens- Johnson (πιθανώςαπειλητικό για τη ζωή)Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (πιθανώς απειλητική για τη ζωή) | Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP),Φαρμακευτική αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS) | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού* | Μυοσκελετικ ός πόνος (π.χ. πόνοι των άκρων, ραχιαλγία, θωρακικός πόνος) Αρθραλγία | Μυαλγία Αρθρίτιδα Αυξημένος μυϊκός τόνος και κράμπες | Μυϊκή αδυναμία Τενοντίτιδα Ρήξη τένοντα (κυρίως του Αχίλλειου τένοντα ) (βλ. παράγραφο 4.4) Έξαρση των συμπτωμάτων της βαριάςμυασθένειας (βλ. παράγραφο 4.4) | ||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Νεφρική δυσλειτουργί α | Νεφρική ανεπάρκεια Αιματουρία Κρυσταλλουρία (βλ. παράγραφο 4.4)Σωληναριακή διάμεσος νεφρίτιδα | |||
| Γενικές διαταραχές καικαταστάσεις | Αντιδράσει ς στο σημείο τηςένεσης ή | Εξασθένηση Πυρετός | Οίδημα Εφίδρωση (υπερίδρωση) |
| της οδού χορήγησης* | έγχυσης (μόνο κατά την ενδοφλέβια χορήγηση) | ||||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αύξηση στην αλκαλική φωσφατάση του αίματος | Αυξημένη αμυλάση | Διεθνής ομαλοποιημένη σχέση (INR) αυξημένη (σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ανταγωνιστές της βιταμίνηςΚ) |
*Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (για έως μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες οι οποίες επηρεάζουν αρκετά, ορισμένες φορές πολλαπλά, οργανικά συστήματα και αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, πόνο στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες σχετιζόμενες με παραισθησία, κατάθλιψη, κόπωση, διαταραχή της μνήμης, διαταραχές του ύπνου, και διαταραχή της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σύνδεση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).
** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.4).
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν υψηλότερη κατηγορία συχνότητας στις υποομάδες των ασθενών που λαμβάνουν ενδοφλέβια ή διαδοχική (από ενδοφλέβια σε από του στόματος) θεραπεία:
| Συχνές | Έμετος, Παροδική αύξηση στις τρανσαμινάσες, Εξάνθημα |
| Όχι συχνές | Θρομβοκυτταροπενία, Θρομβοκυτταραιμία, Σύγχυση και αποπροσανατολισμός, Ψευδαισθήσεις, Παρ- και δυσαισθησία, Επιληπτικές κρίσεις, Ίλιγγος, Οπτικές διαταραχές, Απώλεια ακοής, Ταχυκαρδία, Αγγειοδιαστολή, Υπόταση,Παροδική ηπατική δυσλειτουργία, Χολοστατικός ίκτερος, Νεφρική ανεπάρκεια, Οίδημα |
| Σπάνιες | Πανκυτταροπενία, Καταστολή του μυελού των ιστών, Αναφυλακτικό shock, Ψυχωτικές αντιδράσεις, Ημικρανία, Διαταραχές του οσφρητικού νεύρου, Απώλεια ακουστικής οξύτητας, Αγγειίτιδα, Παγκρεατίτιδα,Ηπατική νέκρωση, Πετέχειες, Ρήξη τένοντα |
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η προαναφερόμενη επίπτωση αρθροπάθειας (αθραλγία, αρθρίτιδα), αφορά δεδομένα που συλλέχθηκαν από μελέτες σε ενήλικες. Στα παιδιά η αρθροπάθεια αναφέρεται ότι εμφανίζεται συχνά. (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr ,
http://www.kitrinikarta.gr.
Υπερδοσολογία των 12 g έχει αναφερθεί ότι οδηγεί σε ήπια συμπτώματα τοξικότητας. Σοβαρή υπερδοσολογία των 16 g έχει αναφερθεί ότι προκαλεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
Τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν, ζάλη, τρόμο, κεφαλαλγία, κόπωση, σπασμούς, ψευδαισθήσεις, σύγχυση, κοιλιακή δυσφορία, νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία, καθώς επίσης και κρυσταλλουρία και αιματουρία. Αναφέρθηκε αναστρέψιμη νεφρική τοξικότητα.
Εκτός από τα συνήθη μέτρα έκτακτης ανάγκης, π.χ κένωση του στομάχου ακολουθούμενη από ενεργού άνθρακα, συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένου του pH των ούρων και η οξινοποίηση των ούρων, εφόσον απαιτείται, προκειμένου να αποφευχθεί η κρυσταλλουρία. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενυδατώνονται καλά. Αντιόξινα που περιέχουν ασβέστιο ή μαγνήσιο, μπορούν θεωρητικά να μειώσουν την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης σε περίπτωση υπερδοσολογίας.
Μόνο μια μικρή ποσότητα σιπροφλοξασίνης απεκκρίνεται με αιμοδιάλυση ή περιτοναϊκή διάλυση.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, πρέπει να εφαρμόζεται συμπτωματική θεραπεία. Λόγω της πιθανότητας παράτασης του διαστήματος QT, πρέπει να πραγματοποιείται ηλεκτροκαρδιογραφική (ΗΚΓ) παρακολούθηση.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CIPROFLOXACIN/NORIDEM 2MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φθοριοκινολόνες, κωδικός ATC: J01MA02
Μηχανισμός δράσης:
Ως αντιβακτηριακός παράγοντας της ομάδας των φθοριοκινολονών, η βακτηριοκτόνος δράση της σιπροφλοξασίνης είναι αποτέλεσμα της αναστολής τόσο της τοποϊσομεράσης τύπου ΙΙ (DNA - γυράση) όσο και της τοποϊσομεράσης τύπου ΙV, οι οποίες είναι απαραίτητες για την αντιγραφή, μεταγραφή, επιδιόρθωση και ανασυνδυασμό του βακτηριακού DNA.
Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική σχέση:
Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται κυρίως από τη σχέση μεταξύ της μέγιστης συγκεντρώσεως στον ορό (Cmax) και της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της σιπροφλοξασίνης για ένα βακτηριακό παθογόνο και από τη σχέση μεταξύ της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) και της MIC.
Μηχανισμός ανθεκτικότητας:
In-vitro ανθεκτικότητα στη σιπροφλοξασίνη μπορεί να αποκτηθεί μέσω μιας σταδιακής διαδικασίας μεταλλάξεων θέσεων-στόχων τόσο της DNA γυράσης όσο και της τοποϊσομεράσης IV. Ο βαθμός διασταυρούμενης αντοχής μεταξύ της σιπροφλοξασίνης και των άλλων φθοριοκινολονών, που προκύπτει, ποικίλει. Μοναδικές μεταλλάξεις ίσως να μην οδηγήσουν σε κλινική αντοχή, αλλά πολλαπλές μεταλλάξεις γενικώς οδηγούν σε κλινική αντοχή σε πολλές ή όλες της δραστικές ουσίες μιας κατηγορίας.
Μηχανισμοί αντοχής υπό μορφή μη διαπερατότητας και/ή αντλιών εκροής της δραστικής ουσίας, μπορεί να έχουν ποικίλα αποτελέσματα στην ευαισθησία στις φθοριοκινολόνες,, τα οποία εξαρτώνται από τις φυσικοχημικές ιδιότητες των διαφόρων δραστικών ουσιών εντός της κατηγορίας και τη συγγένεια των συστημάτων μεταφοράς για κάθε δραστική ουσία. Όλοι οι in-vitro μηχανισμοί αντοχής
παρατηρούνται συχνά στα κλινικά στελέχη. Μηχανισμοί αντοχής που αδρανοποιούν άλλα αντιβιοτικά όπως οι φραγμοί διαπερατότητας (συχνοί στην Pseudomonas aeruginosa) και μηχανισμοί εκροής, μπορεί να επηρεάσουν την ευαισθησία στη σιπροφλοξασίνη.
Έχει αναφερθεί ότι η ανθεκτικότητα που οφείλεται σε πλασμίδιο, κωδικοποιείται από γονίδια qnr.
Όρια δοκιμής της ευαισθησίας
Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από την ευρωπαϊκή επιτροπή ελέγχου ευαισθησίας των μικροοργανισμών στα αντιμικροβιακά (EUCAST) για την σιπροφλοξασίνη και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic- breakpoints_en.xlsx
Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλει γεωγραφικά και με το χρόνο για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η διάθεση πληροφοριών τοπικά, σχετικά με την ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όταν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη ενός ειδικού, όταν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας είναι τέτοιος, ώστε η χρησιμότητα του φαρμάκου, τουλάχιστον σε ορισμένους τύπους λοιμώξεων είναι αμφισβητήσιμη.
Ομαδοποίηση των σχετικών ειδών σύμφωνα με την ευαισθησία στη σιπροφλοξασίνη (για τα είδη Streptococcus βλ. παράγραφο 4.4)
| ΣΥΝΗΘΗ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΣΤΕΛΕΧΗ |
| Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοίBacillus anthracis (1) |
| Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοίAeromonas spp.Brucella spp. Citrobacter koseri Francisella tularensis Haemophilus ducreyi Haemophilus influenzae* Legionella spp.Moraxella catarrhalis* Neisseria meningitidis Pasteurella spp.Salmonella spp.* Shigella spp. * Vibrio spp.Yersinia pestis |
| Αναερόβιοι μικροοργανισμοίMobiluncus |
| Άλλοι μικροοργανισμοίChlamydia trachomatis ($) Chlamydia pneumoniae ($) Mycoplasma hominis ($)Mycoplasma pneumoniae ($) |
| ΣΤΕΛΕΧΗ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ Η ΕΠΙΚΤΗΤΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ |
| Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοίEnterococcus faecalis ($)Staphylococcus spp. *(2) |
| Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοίAcinetobacter baumannii+ Burkholderia cepacia +* Campylobacter spp.+* Citrobacter freundii* Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae * Escherichia coli* Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae* Morganella morganii* Neisseria gonorrhoeae* Proteus mirabilis* Proteus vulgaris* Providencia spp.Pseudomonas aeruginosa* Pseudomonas fluorescensSerratia marcescens* |
| Αναερόβιοι μικροοργανισμοίPeptostreptococcus spp.Propionibacterium acnes |
| ΕΓΓΕΝΩΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ |
| Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοίActinomycesEnteroccus faecium Listeria monocytogenes |
| Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοίStenotrophomonas maltophilia |
| Αναερόβιοι μικροοργανισμοίΕξαιρούνται αυτοί που αναφέρονται παραπάνω. |
| Άλλοι μικροοργανισμοίMycoplasma genitalium Ureaplasma urealitycum |
| * Η κλινική ευαισθησία έχει καταδειχθεί για τα ευαίσθητα στελέχη σε εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις.+ Ποσοστό ανθεκτικότητας ≥ 50% σε μία ή περισσότερες χώρες της Ε.Ε. ($): Έμφυτη ενδιάμεση ευαισθησία απουσία επίκτητου μηχανισμού αντοχής.(1): Σε πειραματικές μελέτες με εισπνοή σπόρων Bacillus anthracis, έχει αποδειχθεί |
| ότι η θεραπεία με αντιβιοτικά που αρχίζει νωρίς μετά την έκθεση μπορεί να αποτρέψει την εκδήλωση ασθένειας εάν η θεραπεία έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε ο αριθμός των σπόρων να είναι κάτω από τη μολυσματική δόση. Η συνιστώμενη δόση σε ανθρώπους βασίζεται κυρίως στην in-vitro ευαισθησία και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα από ανθρώπους. Θεραπεία διάρκειας 2 μηνών σε ενήλικες με από του στόματος σιπροφλοξασίνη χορηγούμενη σε δόση 500 mg δις ημερησίως, θεωρείται το ίδιο αποτελεσματική στην αποτροπή λοίμωξης από άνθρακα σε ανθρώπους. Ο θεράπων ιατρός θα πρέπει να ανατρέχει σε εθνικά και/ή διεθνή κοινώς αποδεκτά έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία του άνθρακα.(2): Ο ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη S. aureus πολύ συχνά εμφανίζει συνδυασμένη ανθεκτικότητα στις φθοριοκινολόνες.Το ποσοστό ανθεκτικότητας στη μεθικιλλίνη είναι γύρω στο 20-50% μεταξύ όλων των ειδών σταφυλόκοκκου και είναι συνήθως υψηλότερο στα νοσοκομειακά στελέχη. |
Απορρόφηση
Μετά από μια ενδοφλέβια έγχυση σιπροφλοξασίνης, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις ορού επετεύχθησαν στο τέλος της έγχυσης. Η φαρμακοκινητική της σιπροφλοξασίνης είναι γραμμική για εύρος δόσης έως 400 mg, όταν χορηγείται ενδοφλεβίως.
Σύγκριση των φαρμακοκινητικών παραμέτρων για δοσολογικά σχήματα ενδοφλέβιας χορήγησης δις και τρις ημερησίως δεν κατέδειξε συσσώρευση της σιπροφλοξασίνης και των μεταβολιτών της.
Μια ενδοφλέβια έγχυση 200 mg σιπροφλοξασίνης, διάρκειας 60 λεπτών και η από του στόματος χορήγηση 250 mg σιπροφλοξασίνης, χορηγούμενες και οι δύο κάθε 12 ώρες, παρήγαγαν ισοδύναμη περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης του ορού (AUC).
Μια ενδοφλέβια έγχυση 400 mg σιπροφλοξασίνης, διάρκειας 60 λεπτών, χορηγούμενη κάθε 12 ώρες ήταν βιοϊσοδύναμη σε ό,τι αφορά την AUC με 500 mg από του στόματος δόση, χορηγούμενη κάθε 12 ώρες.
Η ενδοφλέβια δόση των 400 mg χορηγούμενη για 60 λεπτά κάθε 12 ώρες είχε ως αποτέλεσμα μια Cmax παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε με 750 mg από του στόματος δόση.
Μια ενδοφλέβια έγχυση 400 mg σιπροφλοξασίνης, διάρκειας 60 λεπτών κάθε 8 ώρες είναι ισοδύναμη σε ό,τι αφορά την AUC με από του στόματος δοσολογικό σχήμα 750 mg κάθε 12 ώρες.
Κατανομή
Η δέσμευση της σιπροφλοξασίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι χαμηλή (20 – 30 %). Η σιπροφλοξασίνη είναι παρούσα στο πλάσμα κυρίως με τη μη ιονισμένη της μορφή και έχει ένα μεγάλο όγκο κατανομής στην κατάσταση ισορροπίας, της τάξης των 2 – 3 L/kg βάρους σώματος. Η σιπροφλοξασίνη φτάνει σε υψηλές συγκεντρώσεις σε μια ποικιλία ιστών, όπως ο πνεύμονας (επιθηλιακό υγρό, κυψελιδικά μακροφάγα, ιστός βιοψίας), οι παραρρινικές κοιλότητες, οι φλεγμονώδεις βλάβες (υγρό φυσαλίδων από κανθαριδίνες) και η ουρογεννητική οδός (ούρα, προστάτης, ενδομήτριο), όπου επιτυγχάνονται συνολικές συγκεντρώσεις οι οποίες ξεπερνούν εκείνες του πλάσματος.
Βιομετατροπή
Έχουν αναφερθεί χαμηλές συγκεντρώσεις τεσσάρων μεταβολιτών, οι οποίοι ταυτοποιούνται ως: δεσαιθυλενο-σιπροφλοξασίνη (M 1), σουλφο-σιπροφλοξασίνη (M 2), οξο-σιπροφλοξασίνη (M 3) και φορμυλ-σιπροφλοξασίνη (M 4). Οι μεταβολίτες εμφανίζουν in-vitro αντιμικροβιακή δράση αλλά σε χαμηλότερο βαθμό από τη μητρική ουσία.
Είναι γνωστό ότι η σιπροφλοξασίνη είναι μέτριος αναστολέας των ισοενζύμων CYP 450 1A2.
Αποβολή
Η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται σε μεγάλο ποσοστό αμετάβλητη, τόσο με τα ούρα, όσο (σε μικρότερη έκταση) και με τα κόπρανα.
| Απέκκριση της σιπροφλοξασίνης (% της δόσης) | ||
| Ενδοφλέβια χρήση | ||
| Ούρα | Κόπρανα | |
| Σιπροφλοξασίνη | 61,5 | 15,2 |
| Μεταβολίτες(M1-M4) | 9,5 | 2,6 |
Η νεφρική κάθαρση είναι μεταξύ 180 – 300 mL/kg/h και η συνολική σωματική κάθαρση είναι μεταξύ 480 – 600 mL/kg/h. Η σιπροφλοξασίνη υποβάλλεται τόσο σε σπειραματική διήθηση όσο και σε σωληναριακή απέκκριση. Σοβαρά μειωμένη νεφρική λειτουργία οδηγεί σε αυξημένους χρόνους ημιζωής της σιπροφλοξασίνης, έως και 12 ωρών.
Η μη νεφρική κάθαρση της σιπροφλοξασίνης, οφείλεται κυρίως στην ενεργό διεντερική απέκκριση και το μεταβολισμό. 1% της δόσης απεκκρίνεται μέσω της χολικής οδού. Η σιπροφλοξασίνη είναι παρούσα στη χολή σε υψηλές συγκεντρώσεις.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα στους παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένα.
Σε μια μελέτη σε παιδιά οι Cmax και AUC ήταν ανεξάρτητες από την ηλικία (για παιδιά ηλικίας άνω του 1 έτους). Δεν παρατηρήθηκε αξιοσημείωτη αύξηση στη Cmax και την AUC με την πολλαπλή χορήγηση δόσης 10 mg / kg τρεις φορές την ημέρα).
Σε 10 παιδιά με σοβαρή σηψαιμία, η Cmax ήταν 6,1 mg/l (εύρος 4,6 – 8,3 mg/l) μετά από ενδοφλέβια έγχυση 1 ώρας σε 10 mg/kg, σε παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους συγκριτικά με 7,2 mg/l (εύρος 4,7 – 11,8 mg/l) για παιδιά ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών. Οι τιμές AUC ήταν 17,4 mg*h/l (εύρος 11,8 – 32,0 mg*h/l) και 16,5 mg*h/l (εύρος 11,0 – 23,8 mg*h/l) στις αντίστοιχες ηλικιακές ομάδες.
Οι τιμές αυτές εμπίπτουν μέσα στο εύρος των τιμών που επιτυγχάνονται στους ενήλικες με τις συνιστώμενες θεραπευτικές δόσεις. Με βάση την πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση παιδιατρικών ασθενών με διάφορες λοιμώξεις, ο προβλεπόμενος μέσος χρόνος ημιζωής στα παιδιά είναι περίπου 4 – 5 ώρες και η βιοδιαθεσιμότητα του πόσιμου εναιωρήματος κυμαίνεται μεταξύ 50 και 80%.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CIPROFLOXACIN/NORIDEM 2MG/ML
Γαλακτικό οξύ (E270). Χλωριούχο νάτριο
Υδροχλωρικό οξύ (E507) για ρύθμιση του pH. Ύδωρ ενεσίμων.
Το διάλυμα προς έγχυση θα πρέπει πάντα να χορηγείται χωριστά, εκτός εάν η συμβατότητα με άλλα διαλύματα/φάρμακα είναι αποδεδειγμένη. Τα ορατά σημάδια της ασυμβατότητας είναι π.χ καθίζηση, θολερότητα και αποχρωματισμός, Η ασυμβατότητα εμφανίζεται με όλα τα διαλύματα προς έγχυση/φάρμακα που είναι φυσικώς ή χημικώς ασταθή στο pH των διαλυμάτων (π.χ. πενικιλλίνες, διαλύματα ηπαρίνης), ειδικά σε συνδυασμό με διαλύματα ρυθμισμένα σε αλκαλικό pH (pH διαλυμάτων σιπροφλοξασίνης: 3,9 – 4,5).
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν θα πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Μη ανοιγμένo:
3 χρόνια.
Περιέκτης μονής δόσης.
Από μικροβιολογική άποψη, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μετά το άνοιγμα της συσκευασίας (βλ.παράγραφο 6.4).
Μη ανοιγμένος ασκός πολυπροπυλενίου:
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C. Φυλάσσετε τον ασκό στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως. Μην ψύχετε ή καταψύχετε.
Μη ανοιγμένη φιάλη πολυπροπυλενίου:
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C. Μην ψύχετε ή καταψύχετε.
Φιάλες με επιμεταλλωμένο πλαστικό σακουλάκι: Φυλάσσετε τη φιάλη στο εξωτερικό πλαστικό σακουλάκι.για να προστατεύεται από το φως. Να χρησιμοποιείται αμέσως μετά την αφαίρεσή της από το σακουλάκι(βλ.παράγραφο 6.3).
Οι φιάλες χωρίς επιμεταλλωμένο πλαστικό σακουλάκι πρέπει να φυλάσσονται στο κουτί για να προστατεύονται από το φως. Να χρησιμοποιούνται αμέσως μετά την αφαίρεσή τους από το κουτί (βλ.παράγραφο 6.3).
Επειδή το Ciprofloxacin/Noridem, Διάλυμα για έγχυση 2 mg/ml είναι φωτοευαίσθητο, οι ασκοί και οι φιάλες θα πρέπει να φυλάσσονται στην εξωτερική συσκευασία. Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη έγχυση συνήθους διάρκειας 60 λεπτών.
Μην ψύχετε ή καταψύχετε το Ciprofloxacin/Noridem, Διάλυμα για έγχυση 2 mg/ml. Εάν το προϊόν ψυχθεί κατά λάθος, μπορεί να σχηματισθούν κρύσταλλοι. Το διάλυμα δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί εάν περιέχει κρυστάλλους. Αυτοί οι κρύσταλλοι θα διαλυθούν εάν το προϊόν παραμείνει σε θερμοκρασία δωματίου και δεν θα επηρεάσουν αρνητικά την ποιότητά του.
Ασκός πολυπροπυλενίου των 100 ml:
Πλαστικός ασκός πολυπροπυλενίου των 100 ml, με ελαστικό (τύπου I) πώμα και κυάθιο αλουμινίου με πλαστικό κάλυμμα flip-top. Οι ασκοί τοποθετούνται σε κουτιά.
Συσκευασίες των 10 ασκών είναι διαθέσιμες.
Φιάλη πολυπροπυλενίου των 100 ml:
Πλαστική φιάλη πολυπροπυλενίου των 100 ml, με ελαστικό πώμα τύπου ΙΙ, σφραγισμένο με πλαστικό καπάκι και δακτύλιο, ή με πλαστικό καπάκι διπλής εσοχής (twin port) με ελαστικό πώμα τύπου ΙΙ εσωτερικά και δύο δακτυλίους εξωτερικά. Κάθε φιάλη τοποθετείται σε επιμεταλλωμένο πλαστικό σακουλάκι. Οι φιάλες τοποθετούνται σε κουτιά.
Συσκευασίες των 10 ή 20 φιαλών είναι διαθέσιμες.
Εναλλακτικά:
Πλαστική φιάλη πολυπροπυλενίου των 100 ml, με ελαστικό πώμα τύπου ΙΙ, σφραγισμένο με πλαστικό καπάκι και δακτύλιο, ή με πλαστικό καπάκι διπλής εσοχής (twin port) με ελαστικό πώμα τύπου ΙΙ εσωτερικά και δύο δακτυλίους εξωτερικά. Οι φιάλες τοποθετούνται σε κουτιά.
Συσκευασίες των 10 ή 20 φιαλών είναι διαθέσιμες.
Ασκός πολυπροπυλενίου των 200 ml:
Πλαστικοί ασκοί πολυπροπυλενίου των 200 ml, με λαστιχένια (τύπου I) πώματα και κυάθια αλουμινίου με πλαστικό flip-top κάλυμμα. Οι ασκοί τοποθετούνται σε κουτιά.
Συσκευασίες των 5 ασκών είναι διαθέσιμες.
Φιάλη πολυπροπυλενίου των 200 ml:
Πλαστική φιάλη πολυπροπυλενίου των 200 ml, με ελαστικό πώμα τύπου ΙΙ, σφραγισμένο με πλαστικό καπάκι και δακτύλιο, ή με πλαστικό καπάκι διπλής εσοχής (twin port) με ελαστικό πώμα τύπου ΙΙ εσωτερικά και δύο δακτυλίους εξωτερικά. Κάθε φιάλη τοποθετείται σε επιμεταλλωμένο πλαστικό σακουλάκι. Οι φιάλες τοποθετούνται σε κουτιά.
Συσκευασίες των 10 ή 20 φιαλών είναι διαθέσιμες.
Εναλλακτικά:
Πλαστική φιάλη πολυπροπυλενίου των 200 ml, με ελαστικό πώμα τύπου ΙΙ, σφραγισμένο με πλαστικό καπάκι και δακτύλιο, ή με πλαστικό καπάκι διπλής εσοχής (twin port) με ελαστικό πώμα τύπου ΙΙ εσωτερικά και δύο δακτυλίους εξωτερικά. Οι φιάλες τοποθετούνται σε κουτιά.
Συσκευασίες των 10 ή 20 φιαλών είναι διαθέσιμες.. Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Ενδοφλέβια έγχυση:
Η σιπροφλοξασίνη δεν θα πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι χημικώς ή φυσικώς ασταθή σε pH 3,9 – 4,5 (βλ. παράγραφο 6.2).
Το διάλυμα πρέπει να είναι διαυγές. Να μην χρησιμοποιηθεί εάν περιέχει σωματίδια.
Η σιπροφλοξασίνη είναι συμβατή με τα ακόλουθα ευρέως χρησιμοποιούμενα διαλύματα προς έγχυση: διάλυμα Ringer, διάλυμα Ringer lactate, διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9 %, διάλυμα δεξτρόζης 5 %, διάλυμα δεξτρόζης 10 %, διάλυμα φρουκτόζης 10%, διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,45% και δεξτρόζης 5 %, διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,225 % και δεξτρόζης 5 %. Όταν το διάλυμα σιπροφλοξασίνης αναμιχθεί με κάποιο από τα παραπάνω διαλύματα, παραμένει σταθερό για 48 ώρες σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C, με μοναδική εξαίρεση το μίγμα σιπροφλοξασίνης με διάλυμα Ringer το οποίο είναι σταθερό για 12 ώρες σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C.
Εκτός εάν η συμβατότητα είναι αποδεδειγμένη, το διάλυμα σιπροφλοξασίνης προς έγχυση θα πρέπει πάντα να χορηγείται ξεχωριστά.
Επειδή το διάλυμα προς έγχυση είναι φωτοευαίσθητο, οι φιάλες και οι ασκοί θα πρέπει να αφαιρούνται από το κουτί ακριβώς πριν τη χρήση.
Κάθε μη χρησιμοποιηθέν προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.