FLEBOGAMMA DIF SOL.INF 100MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - FLEBOGAMMA 100MG/ML
Θεραπεία υποκατάστασης σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους (2 – 18 ετών) σε:
-
Σύνδρομα πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας (PID) με μειωμένη παραγωγή αντισωμάτων.
-
Δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες (SID) σε ασθενείς που υποφέρουν από σοβαρές ή υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, αναποτελεσματική αντιμικροβιακή αγωγή και είτε αποδεδειγμένη αποτυχία παραγωγής ειδικών αντισωμάτων (PSAF)* ή επίπεδο IgG στον ορό <4 g/l
* PSAF= αποτυχία να καταδειχθεί τουλάχιστον 2πλάσια αύξηση στον τίτλο των αντισωμάτων IgG
κατόπιν εμβολίων πολυσακχαριδικών αντιγόνων πνευμονιόκοκκου και πολυπεπτιδικών αντιγόνων
Προφύλαξη πριν/μετά την έκθεση στην ιλαρά για επίνοσους ενήλικες, παιδιά και εφήβους (2-18 ετών)
στους οποίους η ενεργητική ανοσοποίηση αντενδείκνυται ή δεν συνιστάται.
Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες συστάσεις για την ενδοφλέβια χρήση ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης στην προφύλαξη πριν/μετά την έκθεση στην ιλαρά και στην ενεργητική ανοσοποίηση.
Ανοσορρυθμιστική δράση σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους (2 – 18 ετών) σε:
-
Ιδιοπαθή Θρομβοπενική Πορφύρα (ITP) σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας ή προ χειρουργικής επέμβασης για διόρθωση του αριθμού των αιμοπεταλίων
-
Σύνδρομο Guillain Barré
-
Νόσο Kawasaki (σε συνδυασμό με ακετυλοσαλικυλικό οξύ, βλ. παράγραφο 4.2)
-
Χρόνια φλεγμονώδη απομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια (CIDP)
-
Πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (MMN)
Η θεραπεία με IVIg πρέπει να ξεκινά και να παρακολουθείται υπό την επίβλεψη ιατρού έμπειρου στη θεραπεία των διαταραχών του ανοσοποιητικού συστήματος.
Δοσολογία
Η δόση και το δοσολογικό σχήμα εξαρτώνται από την ένδειξη.
Η δόση ίσως χρειαστεί να εξατομικευτεί για κάθε ασθενή, ανάλογα με την κλινική απόκριση του ασθενούς. Η δόση που βασίζεται στο σωματικό βάρος ενδέχεται να χρειαστεί να προσαρμοστεί στους ελλιποβαρείς ή υπέρβαρους ασθενείς.
Τα παρακάτω δοσολογικά σχήματα παρατίθενται για σκοπούς καθοδήγησης.
Θεραπεία υποκατάστασης σε σύνδρομα πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας
Με το δοσολογικό σχήμα πρέπει να επιτευχθεί ένα ελάχιστο επίπεδο της IgG (μετρούμενο προ της επόμενης έγχυσης) τουλάχιστον 6 g/l ή εντός του φυσιολογικού εύρους αναφοράς για την ηλικία του πληθυσμού. Μετά την έναρξη της θεραπείας απαιτούνται 3-6 μήνες για να επέλθει εξισορρόπηση (επίπεδα IgG σταθερής κατάστασης). Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 0,4-0,8 g/kg με εφάπαξ χορήγηση ακολουθούμενη από τουλάχιστον 0,2 g/kg χορηγούμενη κάθε 3-4 εβδομάδες.
Η δόση που απαιτείται για να επιτευχθεί ένα ελάχιστο επίπεδο IgG των 6 g/l, είναι της τάξης των 0,2-0,8 g/kg/μήνα. Όταν σταθεροποιηθεί η κατάσταση, το μεσοδιάστημα της δοσολογίας κυμαίνεται από 3 έως 4 εβδομάδες.
Τα ελάχιστα επίπεδα IgG πρέπει να μετρώνται και να αξιολογούνται σε συνδυασμό με την επίπτωση της λοίμωξης. Για να μειωθεί η συχνότητα εμφάνισης των βακτηριακών λοιμώξεων, μπορεί να είναι απαραίτητη η αύξηση της δοσολογίας με σκοπό να επιτευχθούν υψηλότερα ελάχιστα επίπεδα.
Θεραπεία υποκατάστασης σε δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες (όπως ορίζονται στην 4.1)
Η συνιστώμενη δόση είναι 0,2-0,4 g/kg κάθε 3-4 εβδομάδες.
Τα ελάχιστα επίπεδα IgG πρέπει να μετρώνται, και να αξιολογούνται σε συνδυασμό με την επίπτωση της λοίμωξης. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται όπως χρειάζεται για να επιτευχθεί βέλτιστη προστασία έναντι των λοιμώξεων. Ενδεχομένως να χρειαστεί αύξηση σε ασθενείς με εμμένουσα λοίμωξη. Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης όταν ο ασθενής παραμένει ελεύθερος λοιμώξεων.
Προφύλαξη πριν/μετά την έκθεση στην ιλαρά
Προφύλαξη μετά την έκθεση
Εάν ένας επίνοσος ασθενής έχει εκτεθεί στην ιλαρά, μια δόση των 0,4 g/kg, χορηγούμενη το συντομότερο δυνατόν και εντός 6 ημερών από την έκθεση, θα πρέπει να παράσχει αντισώματα στην ιλαρά σε επίπεδο > 240 mIU/ml στον ορό, για τουλάχιστον 2 εβδομάδες. Τα επίπεδα στον ορό θα πρέπει να ελεγχθούν μετά από 2 εβδομάδες και να καταγραφούν. Μπορεί να είναι απαραίτητη η επαναληπτική χορήγηση και άλλης δόσης των 0,4 g/kg, πιθανώς μία φορά μετά από 2 εβδομάδες, ώστε να διατηρηθεί το επίπεδο > 240 mIU/ml στον ορό.
Εάν ένας ασθενής με PID/SID έχει εκτεθεί στην ιλαρά και λαμβάνει τακτικά εγχύσεις IVIg, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης επιπλέον δόσης IVIg το συντομότερο δυνατόν και εντός
6 ημερών από την έκθεση. Μια δόση των 0,4 g/kg θα πρέπει να παράσχει αντισώματα στην ιλαρά σε επίπεδο > 240 mIU/ml στον ορό, για τουλάχιστον 2 εβδομάδες.
Προφύλαξη πριν την έκθεση
Εάν ένας ασθενής με PID/SID διατρέχει κίνδυνο μελλοντικής έκθεσης στην ιλαρά και λαμβάνει δόση συντήρησης με IVIg κάτω των 0,53 g/kg κάθε 3–4 εβδομάδες, αυτή η δόση θα πρέπει να αυξηθεί μία φορά στα 0,53 g/kg. Αυτή η δόση θα πρέπει να παράσχει αντισώματα στην ιλαρά σε επίπεδο
> 240 mIU/ml στον ορό, για τουλάχιστον 22 ημέρες μετά την έγχυση.
Ανοσορρυθμιστική δράση σε:
Ιδιοπαθής Θρομβοκυτταροπενική Πορφύρα
Υπάρχουν δύο εναλλακτικά προγράμματα θεραπείας:
-
0,8-1 g/kg την ημέρα 1, η οποία δόση μπορεί να επαναληφθεί μία φορά εντός 3 ημερών.
-
0,4 g/kg ημερησίως για 2-5 ημέρες. Η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί σε περίπτωση μιας υποτροπής.
Σύνδρομο Guillain Barré
0,4 g/kg/ημέρα έως 5 ημέρες (πιθανή επανάληψη χορήγησης δόσης σε περίπτωση υποτροπής).
Νόσος Kawasaki
Η χορήγηση 2,0 g/kg πρέπει να γίνεται ως εφάπαξ δόση. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυνευροπάθεια (CIDP)
Δόση έναρξης: 2 g/kg διαιρεμένα σε 2 - 5 διαδοχικές ημέρες.
Δόσεις συντήρησης: 1 g/kg σε 1 - 2 διαδοχικές ημέρες κάθε 3 εβδομάδες.
Η επίδραση της θεραπείας θα πρέπει να αξιολογείται μετά από κάθε κύκλο. Εάν δεν παρατηρηθεί καμία επίδραση της θεραπείας μετά από 6 μήνες, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Εάν η θεραπεία είναι αποτελεσματική, η μακροχρόνια θεραπεία θα πρέπει να εναπόκειται στην κρίση του ιατρού, με βάση την απόκριση του ασθενούς και τη διάρκεια της απόκρισης. Η δοσολογία και τα μεσοδιαστήματα ίσως χρειαστεί να προσαρμόζονται σύμφωνα με την πορεία της νόσου στον εκάστοτε ασθενή.
Πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (MMN)
Δόση έναρξης: 2 g/kg διαιρεμένα σε 2 - 5 διαδοχικές ημέρες.
Δόση συντήρησης: 1 g/kg κάθε 2 έως 4 εβδομάδες ή 2 g/kg κάθε 4 έως 8 εβδομάδες.
Η επίδραση της θεραπείας θα πρέπει να αξιολογείται μετά από κάθε κύκλο. Εάν δεν παρατηρηθεί καμία επίδραση της θεραπείας μετά από 6 μήνες, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Εάν η θεραπεία είναι αποτελεσματική, η μακροχρόνια θεραπεία θα πρέπει να εναπόκειται στην κρίση του ιατρού, με βάση την απόκριση του ασθενούς και τη διάρκεια της απόκρισης. Η δοσολογία και τα μεσοδιαστήματα ίσως χρειαστεί να προσαρμόζονται σύμφωνα με την πορεία της νόσου στον εκάστοτε ασθενή.
Οι συνιστώμενες δόσεις αναγράφονται συνοπτικά στον πίνακα που ακολουθεί:
| Ένδειξη | Δόση | Συχνότητα εγχύσεων |
| Θεραπεία υποκατάστασης: | ||
| Σύνδρομα πρωτοπαθούς | Δόση έναρξης: | |
| ανοσοανεπάρκειας | 0,4 έως 0,8 g/kg | |
| Δόση συντήρησης: | ||
| 0,2 έως 0,8 g/kg | κάθε 3 με 4 εβδομάδες | |
| Δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες (όπως ορίζονται στηνπαράγραφο 4.1) | 0,2 έως 0,4 g/kg | κάθε 3 με 4 εβδομάδες |
| Προφύλαξη πριν/μετά την έκθεση στην ιλαρά: | ||
| Προφύλαξη μετά την έκθεση σε επίνοσους ασθενείς | 0,4 g/kg | Το συντομότερο δυνατόν και εντός 6 ημερών, με πιθανή επανάληψη μία φορά μετά από 2 εβδομάδες για τηδιατήρηση του επιπέδου αντισωμάτων στην ιλαρά στον ορό > 240 mIU/ml |
| Προφύλαξη μετά την έκθεση σε ασθενείς με PID/SID | 0,4 g/kg | Συμπληρωματικά στη θεραπείασυντήρησης, χορηγούμενη ως επιπλέον δόση εντός 6 ημερών από την έκθεση |
| Προφύλαξη πριν την έκθεση σε ασθενείς με PID/SID | 0,53 g/kg | Εάν ένας ασθενής λαμβάνει δόση συντήρησης κάτω των 0,53 g/kg κάθε3-4 εβδομάδες, αυτή η δόση θα πρέπει να αυξηθεί μία φορά σε τουλάχιστον0,53 g/kg |
| Ανοσορρυθμιστική δράση: | ||
| Ιδιοπαθής Θρομβοπενική Πορφύρα | 0,8 – 1 g/kgή0,4 g/kg/ημέρα | την 1η ημέρα, με πιθανή επανάληψη μία φορά εντός 3 ημερώνγια 2 - 5 ημέρες |
| Σύνδρομο Guillain Barré | 0,4 g/kg/ημέρα | για 5 ημέρες |
| Νόσος Kawasaki | 2 g/kg | σε μία δόση, σε συνδυασμό μεακετυλοσαλικυλικό οξύ |
| Χρόνια φλεγμονώδηςαπομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια (CIDP) | Δόση έναρξης:2 g/kg | σε διαιρεμένες δόσεις σε 2 - 5ημέρες |
| Δόση συντήρησης:1 g/kg | κάθε 3 εβδομάδες σε διαιρεμένες δόσεις σε 1 - 2 ημέρες | |
| Ένδειξη | Δόση | Συχνότητα εγχύσεων |
| Πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (MMN) | Δόση έναρξης:2 g/kgΔόση συντήρησης:1 g/kgή2 g/kg | σε διαιρεμένες δόσεις σε 2 - 5 διαδοχικές ημέρεςκάθε 2 - 4 εβδομάδεςκάθε 4 - 8 εβδομάδες σε διαιρεμένες δόσεις σε 2 - 5 ημέρες |
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Flebogamma DIF 100 mg/ml αντενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας 0 έως 2 ετών (βλ. παράγραφο 4.3). Η δοσολογία σε παιδιά και εφήβους (2-18 ετών) δε διαφέρει από αυτή των ενηλίκων, δεδομένου ότι η δοσολογία για κάθε ένδειξη χορηγείται ανάλογα με το σωματικό βάρος και πρέπει να προσαρμόζεται στην κλινική έκβαση των προαναφερόμενων καταστάσεων.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία που να απαιτούν προσαρμογή δόσης.
Νεφρική δυσλειτουργία
Καμία προσαρμογή δόσης εκτός εάν δικαιολογείται κλινικά, βλ. παράγραφο 4.4.
Ηλικιωμένοι
Καμία προσαρμογή δόσης εκτός εάν δικαιολογείται κλινικά, βλ. παράγραφο 4.4.
Τρόπος χορήγησης
Για ενδοφλέβια χρήση.
Το Flebogamma DIF 100 mg/ml πρέπει να εγχέεται ενδοφλεβίως με αρχικό ρυθμό 0,01 ml/kg/λεπτό για τα πρώτα 30 λεπτά. Βλ. παράγραφο 4.4. Σε περίπτωση ανεπιθύμητης ενέργειας, πρέπει είτε να μειωθεί ο ρυθμός χορήγησης είτε να διακοπεί η έγχυση. Εάν γίνει καλώς ανεκτό, μπορεί να αυξηθεί έως τα 0,02 ml/kg/λεπτό για τα δεύτερα τριάντα λεπτά. Εάν πάλι γίνει ανεκτό, μπορεί να αυξηθεί έως τα 0,04 ml/kg/λεπτό για τα τρίτα τριάντα λεπτά. Εάν ο ασθενής ανέχεται την έγχυση καλώς, πρόσθετες αυξήσεις των 0,02 ml/kg/λεπτό μπορούν να πραγματοποιούνται σε διαστήματα των 30- λεπτών έως τα 0,08 ml/kg/λεπτό το μέγιστο.
Έχει αποδειχθεί ότι η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών κατά τη χορήγηση IVIg αυξάνει με τον ρυθμό έγχυσης. Οι ρυθμοί έγχυσης κατά τις αρχικές εγχύσεις θα πρέπει να είναι αργοί. Εάν δεν υπάρχουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις, ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να αυξηθεί σταδιακά στο μέγιστο ποσοστό. Για τους ασθενείς που εμφανίζουν ανεπιθύμητες ενέργειες, προτείνεται μείωση του ρυθμού έγχυσης στις επόμενες εγχύσεις και περιορισμός του μέγιστου ρυθμού στα 0,04 ml/kg/min ή χορήγηση της IVIg σε συγκέντρωση 5% (βλ. παράγραφο 4.4).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία (ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παραγράφους 4.4 και 6.1).
Kληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη (βλ. παράγραφο 4.4).
Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά (ηλικίας 0-2 ετών) δεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο αυτό, διότι η κληρονομική δυσανεξία τους στη φρουκτόζη (HFI) μπορεί να μην έχει ακόμη διαγνωστεί και μπορεί να είναι θανατηφόρα.
Ασθενείς με επιλεκτική ανεπάρκεια IgA που έχουν αναπτύξει αντισώματα έναντι της IgA,
καθώς η χορήγηση προϊόντος που περιέχει IgA μπορεί να οδηγήσει σε αναφυλαξία.
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, θα πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια η ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος.
Προφυλάξεις κατά τη χρήση
Οι πιθανές επιπλοκές συχνά μπορούν να αποφευχθούν, εφόσον εξασφαλιστεί:
-
ότι οι ασθενείς δεν παρουσιάζουν ευαισθησία στην ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη, χορηγώντας αρχικά το προϊόν με αργό ρυθμό (αρχικός ρυθμός 0,01 ml/kg/λεπτό)
-
ότι οι ασθενείς παρακολουθούνται προσεκτικά για την εμφάνιση τυχόν συμπτωμάτων καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου έγχυσης. Συγκεκριμένα, ασθενείς πρωτοθεραπευόμενοι με ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη, ασθενείς των οποίων η αγωγή άλλαξε από ένα εναλλακτικό προϊόν IVIg ή ασθενείς στην περίπτωση των οποίων έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση πρέπει να υποβάλλονται σε παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της πρώτης έγχυσης και για την πρώτη ώρα μετά την πρώτη έγχυση σε ελεγχόμενο περιβάλλον υγειονομικής περίθαλψης, προκειμένου να διαπιστωθούν πιθανά ανεπιθύμητα σημεία και να διασφαλιστεί ότι μπορεί να χορηγηθεί αμέσως επείγουσα θεραπεία εάν παρουσιαστούν προβλήματα. Όλοι οι υπόλοιποι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον 20 λεπτά μετά τη χορήγηση.
Σε όλους τους ασθενείς, για τη χορήγηση της IVIg απαιτείται:
-
επαρκής ενυδάτωση προ της έναρξης της έγχυσης της IVIg
-
παρακολούθηση της παραγωγής ούρων
-
παρακολούθηση των επιπέδων κρεατινίνης ορού
-
αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης διουρητικών της αγκύλης (βλ. παράγραφο 4.5)
Σε περίπτωση ανεπιθύμητης ενέργειας, πρέπει είτε να μειωθεί ο ρυθμός έγχυσης είτε να διακοπεί
η έγχυση. Η απαιτούμενη αντιμετώπιση εξαρτάται από τη φύση και τη σοβαρότητα της ανεπιθύμητης ενέργειας.
Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
Ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (όπως για παράδειγμα κεφαλαλγία, εξάψεις, κρυάδες, μυαλγία, συριγμός, ταχυκαρδία, οσφυαλγία, ναυτία και υπόταση) μπορεί να σχετίζονται με τον ρυθμό έγχυσης. Πρέπει να ακολουθείται πιστά ο ρυθμός έγχυσης που συνιστάται στην παράγραφο 4.2. Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου έγχυσης, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να παρατηρούνται προσεκτικά για την εμφάνιση τυχόν συμπτωμάτων.
Ανεπιθύμητες ενέργειες ενδέχεται να εμφανιστούν συχνότερα
-
σε ασθενείς που λαμβάνουν ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη για πρώτη φορά ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν γίνεται αλλαγή του προϊόντος της ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης ή όταν έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση
-
σε ασθενείς με ενεργή λοίμωξη ή με υποκείμενη χρόνια φλεγμονή Υπερευαισθησία
Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας είναι σπάνιες.
Αναφυλαξία μπορεί να αναπτυχθεί σε ασθενείς:
-
με μη ανιχνεύσιμη IgA που έχουν αντισώματα έναντι της IgA
-
που είχαν ανεχθεί προηγούμενη θεραπεία με ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη
Σε περίπτωση καταπληξίας, πρέπει να εφαρμόζεται η ισχύουσα ιατρική αντιμετώπιση για την καταπληξία.
Θρομβοεμβολή
Υπάρχουν κλινικά στοιχεία ότι υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της χορήγησης IVIg και θρομβοεμβολικών επεισοδίων, όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (συμπεριλαμβανομένου εγκεφαλικού επεισοδίου), πνευμονική εμβολή και εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, τα οποία θεωρείται ότι σχετίζονται με μια σχετική αύξηση της γλοιότητας του αίματος, μέσω της αυξημένης εισροής ανοσοσφαιρίνης σε ασθενείς με κίνδυνο. Κατά τη συνταγογράφηση και την έγχυση της IVIg σε παχύσαρκους ασθενείς και σε ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου για θρομβωτικά επεισόδια (όπως προχωρημένη ηλικία, υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης και ιστορικό αγγειακών νόσων ή θρομβωτικών επεισοδίων, σε ασθενείς με επίκτητες ή κληρονομικές θρομβοφιλικές διαταραχές, σε ασθενείς με παρατεταμένες περιόδους ακινησίας, σε ασθενείς με σοβαρή υποογκαιμία, σε ασθενείς με νόσους που αυξάνουν τη γλοιότητα του αίματος), πρέπει να επιδεικνύεται μεγάλη προσοχή.
Σε ασθενείς που αντιμετωπίζουν κίνδυνο για ανεπιθύμητες θρομβοεμβολικές αντιδράσεις, τα προϊόντα της IVIg πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο ρυθμό έγχυσης και την ελάχιστη εφικτή δόση.
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Περιστατικά οξείας νεφρικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με IVIg. Στα περισσότερα περιστατικά έχουν διαπιστωθεί παράγοντες κινδύνου, όπως προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδης διαβήτης, υποογκαιμία, υπερβολικό βάρος σώματος, ταυτόχρονη θεραπεία με νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα ή ηλικία άνω των 65.
Οι νεφρικές παράμετροι θα πρέπει να αξιολογούνται πριν από την έγχυση της IVIg, ιδιαίτερα σε ασθενείς που κρίνεται ότι διατρέχουν δυνητικά αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν οξεία νεφρική ανεπάρκεια, και ξανά σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Σε ασθενείς που αντιμετωπίζουν κίνδυνο για οξεία νεφρική ανεπάρκεια, τα προϊόντα IVIg πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο ρυθμό έγχυσης και την ελάχιστη εφικτή δόση. Σε περίπτωση νεφρικής δυσλειτουργίας, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της χορήγησης της IVIg.
Παρά το γεγονός ότι οι αναφορές νεφρικής δυσλειτουργίας και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας έχουν συσχετιστεί με τη χρήση πολλών εκ των προϊόντων της IVIg που έχουν άδεια κυκλοφορίας, τα οποία περιέχουν διάφορα έκδοχα όπως σακχαρόζη, γλυκόζη και μαλτόζη, εκείνα που περιέχουν σακχαρόζη ως σταθεροποιητή, είναι υπεύθυνα για ένα δυσανάλογο μερίδιο επί του συνολικού αριθμού. Σε ασθενείς που αντιμετωπίζουν κίνδυνο, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χρήσης προϊόντων της IVIg που δεν περιέχουν αυτά τα έκδοχα. Το Flebogamma DIF δεν περιέχει σακχαρόζη, μαλτόζη ή γλυκόζη.
Σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας (AMS)
AMS έχει αναφερθεί σε σχέση με θεραπεία με IVIg. Το σύνδρομο ξεκινά συνήθως εντός μερικών ωρών έως 2 ημερών μετά τη θεραπεία με IVIg. Οι μελέτες στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) είναι συχνά θετικές για την πλειοκυττάρωση με έως αρκετές χιλιάδες κύτταρα ανά mm3, κυρίως από την κοκκιοκυτταρική σειρά, και αυξημένα επίπεδα πρωτεϊνών έως αρκετές εκατοντάδες mg/dl. Το σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας εμφανίζεται συχνότερα σε σχέση με θεραπεία με IVIg σε υψηλή δοσολογία (2 g/kg).
Οι ασθενείς που παρουσιάζουν τέτοιου είδους ενδείξεις και συμπτώματα θα πρέπει να υποβάλλονται σε σχολαστική νευρολογική εξέταση, συμπεριλαμβανομένων μελετών του ΕΝΥ, προκειμένου να αποκλειστούν άλλες αιτίες μηνιγγίτιδας.
Η διακοπή της θεραπείας με IVIg έχει οδηγήσει σε ύφεση του συνδρόμου άσηπτης μηνιγγίτιδας εντός μερικών ημερών χωρίς συνέπειες.
Αιμολυτική αναιμία
Τα προϊόντα IVIg μπορεί να περιέχουν αντισώματα ομάδων αίματος, τα οποία μπορεί να δρουν ως αιμολυσίνες και να προκαλούν in vivo συγκόλληση των ερυθροκυττάρων με τις ανοσοσφαιρίνες προκαλώντας θετική άμεση αντίδραση αντισφαιρίνης (δοκιμασία Coombs) και σπάνια αιμόλυση. Αιμολυτική αναιμία μπορεί να δημιουργηθεί ως συνέπεια της θεραπείας με προϊόντα IVIg λόγω της αυξημένης απομάκρυνσης των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με προϊόντα IVIg πρέπει να παρακολουθούνται για κλινικά σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης (βλ. παράγραφο 4.8).
Ουδετεροπενία/λευκοπενία
Μετά τη θεραπεία με IVIg έχει αναφερθεί παροδική μείωση του αριθμού των ουδετεροφίλων ή/και επεισόδια ουδετεροπενίας, ορισμένες φορές βαριά. Αυτό κατά κανόνα συμβαίνει εντός ωρών ή ημερών μετά τη χορήγηση της IVIg και υποχωρεί αυθόρμητα εντός 7 έως 14 ημερών.
Οξεία βλάβη των πνευμόνων από μετάγγιση (TRALI)
Για ασθενείς που λαμβάνουν IVIg, έχουν υπάρξει ορισμένες αναφορές οξέος μη καρδιογενούς πνευμονικού οιδήματος [οξεία βλάβη των πνευμόνων από μετάγγιση (TRALI)]. Το TRALI χαρακτηρίζεται από βαριά υποξία, δύσπνοια, ταχύπνοια, κυάνωση, πυρετό και υπόταση.
Συμπτώματα του TRALI εμφανίζονται κατά κανόνα κατά τη διάρκεια ή εντός 6 ωρών μετά από μια μετάγγιση, συχνά εντός 1 - 2 ωρών. Συνεπώς, οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με προϊόντα IVIg πρέπει να παρακολουθούνται για πνευμονικές ανεπιθύμητες ενέργειες και η έγχυση με IVIg πρέπει να σταματά αμέσως σε περίπτωση πνευμονικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Το TRALI είναι μια κατάσταση δυνητικά απειλητική για τη ζωή που απαιτεί άμεση αντιμετώπιση σε μονάδα εντατικής θεραπείας.
Παρεμβολή με ορολογικές δοκιμασίες
Μετά τη χορήγηση ανοσοσφαιρίνης, η πρόσκαιρη αύξηση των διαφόρων παθητικώς μεταφερόμενων στο αίμα των ασθενών αντισωμάτων, μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα κατά τις ορολογικές δοκιμασίες.
Η παθητική μεταφορά αντισωμάτων σε αντιγόνα ερυθροκυττάρων, όπως για παράδειγμα στα A, B, D μπορεί να παρεμβληθεί σε ορισμένες ορολογικές δοκιμασίες για αντισώματα των ερυθρών αιμοσφαιρίων για παράδειγμα στην άμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης (DAT, άμεση δοκιμασία Coombs).
Μεταδοτικοί παράγοντες
Τα καθιερωμένα μέτρα για την πρόληψη λοιμώξεων που προκαλούνται από τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων, παρασκευασμένων από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, συνίστανται από την επιλογή των δοτών, από τον έλεγχο των μεμονωμένων δωρεών και των δεξαμενών πλάσματος για συγκεκριμένους δείκτες λοιμώξεων και από την τήρηση αποτελεσματικών σταδίων κατά τη διαδικασία παρασκευής για την αδρανοποίηση/απομάκρυνση ιών. Ωστόσο, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, η πιθανότητα μετάδοσης λοιμογόνων παραγόντων δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως. Το ίδιο επίσης ισχύει και για άγνωστους ή νεοεμφανιζόμενους ιούς και άλλους παθογόνους οργανισμούς.
Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται αποτελεσματικά για ιούς με περίβλημα, όπως ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ο ιός της ηπατίτιδας Β (HBV) και ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV) και για τον χωρίς περίβλημα ιό της ηπατίτιδας Α και τον χωρίς περίβλημα παρβοϊό B19.
Υπάρχει καθησυχαστική κλινική εμπειρία σχετικά με την έλλειψη μετάδοσης ηπατίτιδας Α ή παρβοϊού Β19 με ανοσοσφαιρίνες και επίσης εικάζεται ότι το περιεχόμενο σε αντισώματα συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στην ασφάλεια από ιούς.
Κάθε φορά που χορηγείται το Flebogamma DIF σε κάποιον ασθενή, συνιστάται ανεπιφύλακτα να αναγράφεται το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του προϊόντος, ώστε να γίνεται συσχετισμός μεταξύ του ασθενούς και της παρτίδας του προϊόντος.
Περιεκτικότητα σε νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 7,35 mg νατρίου ανά 100 ml, που ισοδυναμεί με 0,37% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Μετεγκριτική μελέτη ασφαλείας
Μια μετεγκριτική μελέτη ασφαλείας υπέδειξε ένα υψηλότερο ποσοστό εγχύσεων που ήταν συνδεδεμένες με δυνητικά σχετιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες για το Flebogamma DIF 100 mg/ml σε σύγκριση με το Flebogamma DIF 50 mg/ml (βλ. παράγραφο 5.1).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Συνιστάται να γίνεται παρακολούθηση των ζωτικών σημείων του ασθενούς κατά τη χορήγηση του Flebogamma DIF σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούς
Η χορήγηση ανοσοσφαιρίνης μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα των εμβολίων με ζώντες εξασθενημένους ιούς για μία περίοδο τουλάχιστον 6 εβδομάδων έως και 3 μηνών, όπως τα εμβόλια της ιλαράς, της ερυθράς, της παρωτίτιδας και της ανεμοβλογιάς. Μετά τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος αυτού πρέπει να μεσολαβήσει ένα διάστημα 3 μηνών πριν από τον εμβολιασμό με εμβόλιο με ζώντες εξασθενημένους ιούς. Στην περίπτωση της ιλαράς, αυτή η εξασθένιση της αποτελεσματικότητας των εμβολίων μπορεί να διαρκέσει έως και για 1 χρόνο.
Συνεπώς, πρέπει να ελέγχεται η κατάσταση των αντισωμάτων των ασθενών που εμβολιάζονται κατά της ιλαράς.
Διουρητικά της αγκύλης
Αποφυγή της ταυτόχρονης χρήσης διουρητικών της αγκύλης
Παιδιατρικός πληθυσμός
Αναμένεται ότι οι ίδιες αλληλεπιδράσεις που παρουσιάζονται στους ενήλικες μπορεί να παρουσιαστούν και στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Κύηση
Η ασφάλεια αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος για χρήση κατά την κύηση σε ανθρώπους δεν έχει αποδειχθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και, συνεπώς, θα πρέπει να χορηγείται μόνο με προσοχή σε εγκύους. Έχει φανεί ότι τα προϊόντα IVIg διαπερνούν τον πλακούντα, σε αυξανόμενο επίπεδο κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου.
Η κλινική εμπειρία με τις ανοσοσφαιρίνες υποδηλώνει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στη διάρκεια της κύησης ή στο έμβρυο και στο νεογνό.
Θηλασμός
Η ασφάλεια αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος για χρήση σε θηλάζουσες μητέρες δεν έχει τεκμηριωθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και, συνεπώς, θα πρέπει να χορηγείται μόνο με προσοχή σε θηλάζουσες μητέρες. Οι ανοσοσφαιρίνες εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν αναμένεται αρνητική επίδραση στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη.
Γονιμότητα
Η κλινική εμπειρία με τις ανοσοσφαιρίνες υποδηλώνει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στη γονιμότητα.
H ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να μειωθεί από κάποιες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως η ζάλη, που σχετίζονται με το Flebogamma DIF. Οι ασθενείς που εμφανίζουν ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να περιμένουν μέχρι αυτές να υποχωρήσουν πριν την οδήγηση ή τον χειρισμό μηχανημάτων.
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Στις ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούνται από την ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη (σε φθίνουσα συχνότητα) περιλαμβάνονται (βλ. επίσης Παράγραφο 4.4):
-
κρυάδες, κεφαλαλγία, ζάλη, πυρετός, έμετος, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, αρθραλγία, χαμηλή αρτηριακή πίεση και μετρίου βαθμού οσφυαλγία
-
αναστρέψιμες αιμολυτικές αντιδράσεις, ιδίως σε εκείνους τους ασθενείς που ανήκουν στις ομάδες αίματος A, B και AB και (σπάνια) αιμολυτική αναιμία που απαιτεί μετάγγιση
-
(σπάνια) αιφνίδια πτώση της αρτηριακής πίεσης και, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αναφυλακτική καταπληξία, ακόμη κι όταν ο ασθενής δεν έχει δείξει υπερευαισθησία σε προηγούμενη χορήγηση
-
(σπάνια) παροδικές δερματικές αντιδράσεις (μεταξύ άλλων δερματικός ερυθηματώδης λύκος -
συχνότητα μη γνωστή)
-
(πολύ σπάνια) θρομβοεμβολικές αντιδράσεις όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, πνευμονική εμβολή και εν τω βάθει φλεβικές θρομβώσεις
-
περιστατικά αναστρέψιμης ασηπτικής μηνιγγίτιδας
-
περιστατικά αυξημένου επιπέδου κρεατινίνης ορού και/ή οξεία νεφρική ανεπάρκεια
-
περιστατικά οξείας βλάβης των πνευμόνων από μετάγγιση (TRALI)
Για πληροφορίες ασφάλειας, αναφορικά με μεταδιδόμενους παράγοντες, βλ. παράγραφο 4.4.
Πινακοποιημένη λίστα των ανεπιθύμητων ενεργειών
Στις κλινικές μελέτες έχει παρατηρηθεί αύξηση της συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών που πιθανώς να σχετίζονται με την αύξηση του ρυθμού έγχυσης (βλ. παράγραφο 4.2).
Ο πίνακας που παρουσιάζεται παρακάτω ακολουθεί την κατηγοριοποίηση ανά οργανικό σύστημα κατά MedDRA (επίπεδο κατηγορίας/οργανικού συστήματος και επίπεδο προτιμώμενου όρου).
Οι συχνότητες έχουν εκτιμηθεί σύμφωνα με την ακόλουθη συνθήκη:
- πολύ συχνές (≥1/10)
- συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
-
πολύ σπάνιες (<1/10.000)
-
μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πηγή της βάσης δεδομένων ασφάλειας αποτελούν κλινικές δοκιμές και μετεγκριτικές μελέτες ασφάλειας σε συνολικά 160 ασθενείς που εκτέθηκαν στο Flebogamma DIF 100 mg/ml (με συνολικά 915 εγχύσεις)| Kατηγορία/οργανικόσύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα ανά ασθενή | Συχνότητα ανά έγχυση |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Μηνιγγίτιδα άσηπτη | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Ουρολοίμωξη | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Ιός γρίπης | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές τουαιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Δικυτταροπενία | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Λευκοπενία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία | Συχνές | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και τηςθρέψης | Μειωμένη όρεξη | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Αϋπνία | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Ανησυχία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συγκοπή | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Ριζοπάθεια, | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Κεφαλαλγία | Πολύ συχνές | Πολύ συχνές | |
| Τρόμος | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Ζάλη | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Ωχροπάθεια | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Όραση θαμπή | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Επιπεφυκίτιδα | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Φωτοφοβία | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος | Συχνές | Όχι συχνές |
| Ωταλγία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Καρδιακές διαταραχές | Κυάνωση | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Ταχυκαρδία | Συχνές | Συχνές |
| Kατηγορία/οργανικόσύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα ανά ασθενή | Συχνότητα ανά έγχυση |
| Αγγειακές διαταραχές | Θρόμβωση | Όχι συχνέ | Όχι συχνέ |
| Λεμφοίδημα | Όχι συχνέ | Όχι συχνέ | |
| Υπέρταση | Συχνές | Όχι συχνέ | |
| Διαστολική υπέρταση | Συχνές | Όχι συχνέ | |
| Συστολική υπέρταση | Όχι συχνέ | Όχι συχνέ | |
| Υπόταση | Συχνές | Συχνές | |
| Αιμάτωμα | Όχι συχνέ | Όχι συχνέ | |
| Έξαψη | Όχι συχνέ | Όχι συχνέ | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Δύσπνοια | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Επίσταξη | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Άλγος κόλπων του προσώπου | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Σύνδρομο αντίστασης των ανωτέρων αεραγωγών | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Ρινική δυσφορία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Συριγμός | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια | Συχνές | Όχι συχνές |
| Αιματέμεση | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Έμετος | Συχνές | Συχνές | |
| Άλγος άνω κοιλιακής χώρας | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Κοιλιακό άλγος | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Κοιλιακή δυσφορία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Διάταση της κοιλίας | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Ναυτία | Πολύ συχνές | Συχνές | |
| Μετεωρισμός | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Ξηροστομία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εκχύμωση | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Πορφύρα | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Κνησμός | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Εξάνθημα | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Ερύθημα | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Παλαμιαίο ερύθημα | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Ακμή | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Υπεριδρωσία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Αλωπεκία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Μυαλγία | Συχνές | Συχνές | |
| Οσφυαλγία | Συχνές | Συχνές | |
| Αυχεναλγία | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Άλγος των άκρων | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Μυοσκελετική δυσανεξία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Δυσφορία άκρου | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Μυϊκοί σπασμοί | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Μυϊκό σφίξιμο | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Γριππώδης συνδρομή | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Πυρεξία | Πολύ συχνές | Συχνές | |
| Θωρακικό άλγος, | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Θωρακική δυσφορία | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Οίδημα περιφερικό | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Ρίγη | Συχνές | Συχνές | |
| Κρυάδες | Πολύ συχνές | Συχνές | |
| Αίσθημα κακουχίας | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Αίσθηση ψυχρού | Συχνές | Όχι συχνές |
| Kατηγορία/οργανικόσύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα ανά ασθενή | Συχνότητα ανά έγχυση |
| Κόπωση | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Επιδείνωση της γενικής φυσικής κατάστασης | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Άλγος | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Αίσθηση εκνευρισμού | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Αντίδραση στο σημείο έγχυσης | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Ερύθημα στο σημείο έγχυσης | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Άλγος στο σημείο έγχυσης | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μειωμένη αιμοσφαιρίνη | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
| Αυξημένη θερμοκρασία του σώματος | Συχνές | Συχνές | |
| Αυξημένος καρδιακός ρυθμός | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Αυξημένη αρτηριακή πίεση | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Αυξημένη αρτηριακή συστολική πίεση | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Μειωμένος καρδιακός ρυθμός | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Μειωμένη αρτηριακή διαστολική πίεση | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Μειωμένη αρτηριακή συστολικήπίεση | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Αυξημένος αριθμός δικτυοερυθροκυττάρων | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Κακώσεις, δηλητηριάσειςκαι επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Μώλωπας | Συχνές | Όχι συχνές |
| Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση | Όχι συχνές | Όχι συχνές |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου μετά την κυκλοφορία, οι οποίες ελήφθησαν μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος για αμφότερες τις συγκεντρώσεις, ήταν θωρακικό άλγος, έξαψη, αυξημένη και μειωμένη αρτηριακή πίεση, κακουχία, δύσπνοια, ναυτία, έμετος, πυρεξία, οσφυαλγία, κεφαλαλγία και κρυάδες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Αξιολογήθηκαν τα αποτελέσματα ασφαλείας από 4 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας ≤ 17 ετών) που περιλαμβάνονται στη μελέτη του Συνδρόμου Πρωτοπαθούς Ανοσοανεπάρκειας (PID) και τα αποτελέσματα από 13 παιδιά (ηλικίας από 3 έως 16 ετών) που περιλαμβάνονται στη μελέτη της Ιδιοπαθούς Θρομβοκυτταροπενικής Πορφύρας, (ITP). Παρατηρήθηκε ότι το ποσοστό κεφαλαλγίας, κρυάδες, πυρεξίας, ναυτίας, εμέτου, υπότασης, αύξησης του καρδιακού ρυθμού και οσφυαλγίας ήταν υψηλότερο στα παιδιά από ό,τι σε ενήλικες. Κυάνωση αναφέρθηκε σε ένα παιδί αλλά όχι σε ενήλικες. Η αξιολόγηση των ζωτικών σημείων σε κλινικές δοκιμές του παιδιατρικού πληθυσμού δεν έδειξε καμία εικόνα κλινικώς σημαντικών αλλαγών.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε υπερφόρτωση με υγρά και υπεργλοιότητα, ειδικά σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων βρεφών, ηλικιωμένων ασθενών ή ασθενών με καρδιακή ή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Πληροφορίες σχετικά με την υπερδοσολογία του Flebogamma DIF σε παιδιά δεν έχουν εξακριβωθεί. Ωστόσο, όπως και στους ενήλικες, η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε υπερφόρτωση με υγρά και υπεργλοιότητα όπως και με κάθε αιμοσφαιρίνη που χορηγείται ενδοφλέβια.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - FLEBOGAMMA 100MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άνοσοι οροί και ανοσοσφαιρίνες: ανοσοσφαιρίνες, φυσιολογικές ανθρώπινες, για ενδαγγειακή χορήγηση, κωδικός ATC: J06BA02.
Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη περιέχει κυρίως ανοσοσφαιρίνη G (IgG) με ένα ευρύ φάσμα αντισωμάτων έναντι λοιμογόνων παραγόντων.
Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη περιέχει αντισώματα IgG τα οποία υπάρχουν στο φυσιολογικό πληθυσμό. Συνήθως παρασκευάζεται από δεξαμενή πλάσματος από όχι λιγότερους από
1.000 δότες. Έχει κατανομή υποκατηγοριών ανοσοφαιρίνης G σε στενή αναλογία με εκείνην που υπάρχει στο εγγενές πλάσμα του ανθρώπινου αίματος.
Επαρκείς δόσεις αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος μπορούν να αποκαταστήσουν τα μη φυσιολογικά, χαμηλά επίπεδα της ανοσοσφαιρίνης G στο φυσιολογικό εύρος τιμών.
Ο μηχανισμός δράσης σε ενδείξεις διαφορετικές από εκείνες της θεραπείας υποκατάστασης δεν έχει γίνει απόλυτα σαφής, περιλαμβάνει όμως ανοσορρυθμιστικές επιδράσεις.
Τρεις κλινικές δοκιμές έχουν διεξαχθεί με Flebogamma DIF. Στην πρώτη το Flebogamma DIF χορηγήθηκε ως θεραπεία υποκατάστασης σε ασθενείς με πρωτοπαθή ανοσοανεπάρκεια (σε ενήλικες και παιδιά άνω των 6 ετών) και στις άλλες δύο χορηγήθηκε για την ανοσορρύθμιση σε ασθενείς με ανοσιακή θρομβοπενική πορφύρα (μία σε ενήλικες ασθενείς και μία άλλη σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας μεταξύ 3 και 16 ετών).
Σε μια μετεγκριτική μελέτη ασφαλείας που περιελάμβανε 66 ασθενείς, το Flebogamma DIF
100 mg/ml έδειξε ένα υψηλότερο ποσοστό (18,46%, n=24/130) εγχύσεων που ήταν συνδεδεμένες με δυνητικά σχετιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες από ό,τι το Flebogamma DIF 50 mg/ml (2,22%, n=3/135). Ωστόσο, ένα άτομο που έλαβε θεραπεία με Flebogamma DIF 100 mg/ml παρουσίασε ήπια επεισόδια κεφαλαλγίας σε όλες τις εγχύσεις και ένας ακόμη ασθενής είχε 2 επεισόδια πυρεξίας σε 2 εγχύσεις. Αξίζει να ληφθεί υπόψη ότι αυτά τα 2 άτομα συνέβαλαν στην υψηλότερη συχνότητα εγχύσεων με αντιδράσεις σε αυτήν την ομάδα. Δεν υπήρξαν άλλα άτομα με περισσότερες της 1 έγχυσης με ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε αμφότερες τις ομάδες.
Απορρόφηση
Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη είναι αμέσως και πλήρως βιοδιαθέσιμη στην κυκλοφορία του λήπτη, μετά την ενδοφλέβια χορήγηση.
Κατανομή
Κατανέμεται σχετικά γρήγορα ανάμεσα στο πλάσμα και στο εξωαγγειακό υγρό. Μετά από περίπου
3 - 5 ημέρες επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ των ενδαγγειακών και εξωαγγειακών χώρων.
Αποβολή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής του Flebogamma DIF 100 mg/ml είναι περίπου 34 - 37 ημέρες. Αυτός ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να ποικίλλει από ασθενή σε ασθενή, ειδικότερα σε περιπτώσεις πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας.
Η IgG και τα συμπλέγματα της IgG διασπώνται σε κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος. Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν αναμένονται διαφορές των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων στον παιδιατρικό πληθυσμό. Προφύλαξη πριν/μετά την έκθεση στην ιλαρά (βλ. παραπομπές)
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες σε επίνοσους ασθενείς όσον αφορά την Προφύλαξη πριν/μετά την έκθεση στην ιλαρά.
Το Flebogamma DIF 100 mg/ml πληροί το κατώτατο όριο των προδιαγραφών δραστικότητας για τα αντισώματα έναντι της ιλαράς 0,36 x το πρότυπο CBER (Κέντρο Αξιολόγησης και Έρευνας των Βιολογικών Προϊόντων). Η δοσολογία βασίζεται σε υπολογισμούς φαρμακοκινητικής στους οποίους λαμβάνεται υπόψη το σωματικό βάρος, ο όγκος του αίματος και ο χρόνος ημίσειας ζωής των ανοσοσφαιρινών. Αυτοί οι υπολογισμοί προβλέπουν:
-
Τίτλο στον ορό στις 13,5 ημέρες = 270 mIU/ml (δόση: 0,4 g/kg). Αυτός ο τίτλος παρέχει περιθώριο ασφάλειας πάνω από το διπλάσιο σε σχέση με εκείνο του προστατευτικού τίτλου 120 mIU/ml του ΠΟΥ
-
Τίτλο στον ορό στις 22 ημέρες (t1/2) = 180 mIU/ml (δόση: 0,4 g/kg)
-
Τίτλο στον ορό στις 22 ημέρες (t1/2) = 238,5 mIU/ml (δόση: 0,53 g/kg – προφύλαξη πριν την έκθεση)
Φαρμακευτικές πληροφορίες - FLEBOGAMMA 100MG/ML
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ούτε με άλλα προϊόντα IVIg.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30 °C.
Μην καταψύχετε.
50 ml, 100 ml ή 200 ml διαλύματος σε φιαλίδιο (γυαλί τύπου ΙΙ) με πώμα (Χλώρο-βουτυλ-ελαστικό). Μέγεθος συσκευασίας: 1 φιαλίδιο
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Το προϊόν πρέπει να αποκτά τη θερμοκρασία δωματίου (όχι πάνω από 30 °C) πριν από τη χρήση.
Το προϊόν θα πρέπει να είναι διαυγές είτε ελαφρώς οπαλίζον και άχρωμο ή υποκίτρινο. Τα διαλύματα που είναι θολά ή έχουν ιζήματα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται.
Κάθε αχρησιμοποίητο προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.