LOSALET PLUS F.C.TAB (100+25)MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - LOSALET 00+25
Το Losalet Plus ενδείκνυται για την θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης σε ασθενείς, η αρτηριακή πίεση των οποίων δεν ελέγχεται επαρκώς με λοσαρτάνη ή υδροχλωροθειαζίδη μεμονωμένα.
Δοσολογία
Υπέρταση
Η λοσαρτάνη και η υδροχλωροθειαζίδη δεν προορίζονται για χρήση ως αρχική θεραπεία, αλλά σε ασθενείς, η αρτηριακή πίεση των οποίων δεν ελέγχεται επαρκώς με καλιούχο λοσαρτάνη ή υδροχλωροθειαζίδη μεμονωμένα.
Συνιστάται τιτλοποίηση της δόσης με τα επιμέρους συστατικά (λοσαρτάνη και υδροχλωροθειαζίδη).
Εάν απαιτείται κλινικά, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο άμεσης αλλαγής από την μονοθεραπεία στον καθιερωμένο συνδυασμό σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς.
Η συνήθης δόση συντήρησης του Losalet Plus είναι ένα δισκίο Losalet Plus 50 mg/12,5 mg (λοσαρτάνη 50 mg/HCTZ 12,5 mg) άπαξ ημερησίως. Για ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς σε Losalet Plus 50 mg/12,5 mg, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε ένα δισκίο Losalet Plus 100 mg/25 mg (λοσαρτάνη 100 mg/ HCTZ 25 mg) άπαξ ημερησίως.
Η μέγιστη δόση είναι ένα δισκίο Losalet Plus 100 mg/25 mg άπαξ ημερησίως. Γενικά , το μέγιστο αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται μέσα σε τρεις έως τέσσερις εβδομάδες μετά από την έναρξη της θεραπείας. Λοιπά δισκία που περιέχουν λοσαρτάνη 100 mg/ HCTZ 12,5 mg μπορεί να διατίθενται για εκείνους τους ασθενείς που τιτλοποιήθηκαν σε 100 mg λοσαρτάνης για τους οποίους απαιτείται πρόσθετη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.
Χρήση σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και ασθενείς σε αιμοδιύλιση
Δεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της αρχικής δόσης σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (π.χ. κάθαρση κρεατινίνης 30-50 mL/min). Tα δισκία λοσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης δεν συνιστώνται για ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση. Δισκία λοσαρτάνης /HCTZ δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (π.χ. κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min) (βλ. παράγραφο 4.3).
Χρήση σε ασθενείς με μειωμένο ενδοαγγειακό όγκο
Η μείωση του όγκου των υγρών ή/και μείωση του νατρίου πρέπει να διορθώνεται πριν από τη χορήγηση των δισκίων λοσαρτάνης/HCTZ.
Χρήση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Η χορήγηση λοσαρτάνης/HCTZ αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3).
Χρήση στους ηλικιωμένους
Συνήθως δεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ηλικιωμένους. Παιδιατρικός πληθυσμός
Χρήση σε παιδιά κι εφήβους (< 18 ετών)
Δεν υπάρχει εμπειρία σε παιδιά και εφήβους. Γι αυτό, η λοσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά και εφήβους.
Tρόπος χορήγησης
Το Losalet Plus μπορεί να χορηγηθεί με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες. (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4, 4.5 και 5.1)
Τα δισκία Losalet Plus πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με ένα ποτήρι νερό. Το Losalet Plus μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή.
-
Υπερευαισθησία στη λοσαρτάνη , σε ουσίες που είναι παράγωγα σουλφοναμιδών (όπως η υδροχλωροθειαζίδη) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο παράγραφο 6.1.
-
Ανθεκτική στη θεραπεία υποκαλιαιμία ή υπερασβεστιαιμία
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χολόσταση και αποφρακτικές διαταραχές των χοληφόρων
-
Ανθεκτική υπονατριαιμία
-
Συμπτωματική υπερουριχαιμία/ουρική αρθρίτιδα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. παράγραφο 4.4 και 4.6).
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (π.χ.. κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min)
-
Ανουρία
Η ταυτόχρονη χρήση του Losalet Plus με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 mL/min/1,73 m2) (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).
Λοσαρτάνη
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης – αγγειοτενσίνης – αλδοστερόνης (RASS)
Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RASS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).
Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.
Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Αγγειοοίδημα
Ασθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος (οίδημα του προσώπου, των χειλιών, του λαιμού ή/και της γλώσσας) πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά (βλ. παράγραφο 4.8).
Υπόταση και μείωση του ενδοαγγειακού όγκου
Συμπτωματική υπόταση, ειδικά μετά από την πρώτη δόση, μπορεί να παρουσιαστεί σε ασθενείς με μειωμένο ενδοαγγειακό όγκο και/ή μειωμένο νάτριο λόγω εντατικοποιημένης διουρητικής θεραπείας, που είναι σε δίαιτα με περιορισμό άλατος, που έχουν διάρροια ή έμετο. Τέτοιες καταστάσεις θα πρέπει να διορθώνονται πριν από τη χορήγηση δισκίων Losalet Plus (βλ. Παραγράφους 4.2 και 4.3).
Διαταραχές ισοζυγίου ηλεκτρολυτών
Διαταραχές του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών είναι συνήθεις σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, με ή χωρίς διαβήτη και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται. Για το λόγο αυτό, οι συγκεντρώσεις του καλίου και οι τιμές κάθαρσης κρεατινίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Ειδικά οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και κάθαρση κρεατινίνης από 30-50 mL/min θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Η ταυτόχρονη χορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλων φαρμάκων που μπορεί να αυξήσουν το κάλιο του ορού (π.χ. προϊόντα που περιέχουν τριμεθοπρίμη) μαζί με λοσαρτάνη/ υδροχλωροθειαζίδη δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).
Ηπατική δυσλειτουργία
Βάσει στοιχείων φαρμακοκινητικής, τα οποία υποδεικνύουν σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεων της λοσαρτάνης στο πλάσμα σε ασθενείς με κίρρωση ήπατος, το Losalet Plus θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό ήπιας έως μέτριας ηπατικής δυσλειτουργίας. Δεν υπάρχει θεραπευτική εμπειρία με λοσαρτάνη σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Γι΄ αυτό , το Losalet Plus αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Ως συνέπεια της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στη νεφρική λειτουργία, συμπεριλαμβανομένης και της νεφρικής ανεπάρκειας (ιδιαιτέρως, σε ασθενείς, η νεφρική λειτουργία των οποίων εξαρτάται από το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, όπως σ΄αυτούς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία).
Όπως και με άλλα φάρμακα που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, έχουν αναφερθεί επίσης αυξήσεις της ουρίας του αίματος και της κρεατινίνης του ορού σε ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της αρτηρίας επί μονήρους νεφρού. Αυτές οι αλλαγές της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να είναι αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας. Η λοσαρτάνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της αρτηρίας επί μονήρους νεφρού.
Μεταμόσχευση νεφρού
Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρού.
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός
Οι ασθενείς με πρωτοπαθή αλδοστερονισμό γενικά δεν θα ανταποκριθούν σε αντιυπερτασικά φάρμακα που δρουν μέσω αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης. Για το λόγο αυτό, η χορήγηση των δισκίων Losalet Plus δεν συνιστάται.
Στεφανιαία καρδιακή νόσος και αγγειακή εγκεφαλική νόσος
Όπως με οποιουσδήποτε αντιυπερτασικούς παράγοντες, υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιαγγειακή και αγγειοεγκεφαλική νόσο μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα έμφραγμα μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο.
Καρδιακή ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, με ή χωρίς νεφρική δυσλειτουργία, υπάρχει –όπως με άλλα φάρμακα που δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης- κίνδυνος εμφάνισης σοβαρής αρτηριακής υπότασης και (συχνά οξείας) νεφρικής δυσλειτουργίας.
Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας, αποφρακτική υπερτροφική καρδιομυοπάθεια
Όπως με άλλα αγγειοδιασταλτικά, ενδείκνυται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που πάσχουν από στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας ή αποφρακτική υπερτροφική καρδιομυοπάθεια.
Φυλετικές διαφορές Όπως έχει παρατηρηθεί και για τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, η λοσαρτάνη και άλλοι ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης φαίνεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε μαύρους ανθρώπους σε σχέση με μη μαύρους, πιθανόν λόγω της υψηλότερης επίπτωσης χαμηλών επιπέδων ρενίνης σε υπερτασικό μαύρο πληθυσμό.
Κύηση
Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη χορήγησης των AIIRA κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να περνούν σε εναλλακτικές θεραπείες που έχουν αποδεδειγμένο προφίλ
ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση, εκτός και αν η συνέχιση της θεραπείας με AIIRA θεωρείται σημαντική. Όταν διαγνωσθεί η κύηση, η θεραπεία με AIIRA πρέπει να σταματήσει άμεσα, και, αν κριθεί κατάλληλο, να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.6).
Υδροχλωροθειαζίδη
Υπόταση και διαταραχές του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών/υγρών
Όπως και με άλλες αντιυπερτασικές θεραπείες, σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να παρουσιαστεί συμπτωματική υπόταση. Οι ασθενείς πρέπει να παρατηρούνται για κλινικά σημεία διαταραχής υγρών ή ηλεκτρολυτών, π.χ. μείωση του όγκου υγρών, υπονατριαιμία, υποχλωραιμική αλκάλωση, υπομαγνησιαιμία ή υποκαλιαιμία που μπορεί να παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια διαλείπουσας διάρροιας ή εμέτου. Σε τέτοιους ασθενείς πρέπει να πραγματοποιείται περιοδικός προσδιορισμός των ηλεκτρολυτών του ορού σε κατάλληλα διαστήματα. Αραιωτική υπονατριαιμία μπορεί να παρουσιαστεί σε οιδηματώδεις ασθενείς σε πολύ ζεστό καιρό..
Μεταβολικές και ενδοκρινικές επιδράσειςΗ θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να επηρεάσει την ανοχή στη γλυκόζη. Είναι πιθανόν να απαιτηθεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας των αντιδιαβητικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης (βλ. παράγραφο 4.5). Κατά τη διάρκεια θεραπείας με θειαζίδες, μπορεί να εκδηλωθεί λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης.
Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την αποβολή ασβεστίου στα ούρα και να προκαλέσουν διαλείπουσα και μικρή αύξηση του ασβεστίου ορού. Σημαντική υπερασβεστιαιμία μπορεί να είναι απόδειξη λανθάνοντος υπερπαραθυρεοειδισμού.
Οι θειαζίδες θα πρέπει να διακοπούν πριν τη διεξαγωγή ελέγχων της λειτουργίας του παραθυρεοειδούς.
Αυξήσεις των επιπέδων χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων μπορεί να συνδέονται με τη θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικά.
Η θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να επισπεύσει την εμφάνιση υπερουριχαιμίας ή/και ουρικής αρθρίτιδας σε ορισμένους ασθενείς. Επειδή η λοσαρτάνη μειώνει το ουρικό οξύ, η λοσαρτάνη σε συνδυασμό με υδροχλωροθειαζίδη μετριάζει την επαγόμενη από διουρητικά υπερουριχαιμία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Οι θειαζίδες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ή με προχωρημένη ηπατική νόσο, καθώς μπορεί να προκαλέσουν ενδοηπατική χολόσταση και επειδή μικρές μεταβολές του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να επισπεύσουν το ηπατικό κώμα.
Το Losalet Plus αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3 και 5.2).
Άλλη πληροφορίαΣε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με θειαζίδες, μπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματος. Με τη χρήση θειαζιδών έχει αναφερθεί επιδείνωση ή ενεργοποίηση συστηματικού ερυθηματώδους λύκου.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος
Σε δύο επιδημιολογικές μελέτες οι οποίες διενεργήθηκαν βάσει του Δανικού Εθνικού Μητρώου για τον Καρκίνο παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος (NMSC) [βασικοκυτταρικό καρκίνωμα (BCC) και καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου (SCC)] σε περίπτωση έκθεσης σε αυξανόμενη αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης. Η φωτοευαισθητοποιός δράση της υδροχλωροθειαζίδης θα μπορούσε να δρα ως πιθανός μηχανισμός για την εμφάνιση μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν υδροχλωροθειαζίδη πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος και να λαμβάνουν συστάσεις ώστε να ελέγχουν το δέρμα τους για τυχόν νέες βλάβες και να αναφέρουν άμεσα οποιεσδήποτε ύποπτες δερματικές βλάβες. Στους ασθενείς πρέπει να συνιστάται η λήψη
πιθανών προληπτικών μέτρων όπως περιορισμένη έκθεση στην ηλιακή και στην υπεριώδη ακτινοβολία και, σε περίπτωση έκθεσης, η χρήση κατάλληλης προστασίας για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του δέρματος. Οι ύποπτες δερματικές βλάβες πρέπει να υποβάλλονται άμεσα σε εξέταση, συμπεριλαμβανομένης της ιστολογικής εξέτασης βιοψίας. Σε ασθενείς που έχουν εμφανίσει μη μελανωματικό καρκίνο του δέρματος στο παρελθόν θα πρέπει ενδεχομένως να επανεξεταστεί η χρήση της υδροχλωροθειαζίδης (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).
Το Losarb Plus περιέχει μονοϋδρική λακτόζη.
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά μονάδα δόσης είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Λοσαρτάνη
Έχει αναφερθεί ότι η ριφαμπικίνη και η φλουκοναζόλη μειώνουν τα επίπεδα του ενεργού μεταβολίτη. Οι
κλινικές επιπτώσεις αυτών των αλληλεπιδράσεων δεν έχουν αξιολογηθεί.
Όπως και με άλλα φάρμακα τα οποία αναστέλλουν την αγγειοτασίνη ΙΙ ή τις επιδράσεις της, η συγχορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών (π.χ. σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη), συμπληρωμάτων καλίου ή υποκατάστατων αλάτων που περιέχουν κάλιο, κάλιο ή άλλων φαρμάκων που μπορεί να αυξήσουν το κάλιο του ορού (π.χ. προϊόντα που περιέχουν τριμεθοπρίμη) μπορεί να οδηγήσει σε αυξήσεις του καλίου ορού. Η συγχορήγηση αυτών δεν ενδείκνυται .
Όπως με άλλα φάρμακα που επηρεάζουν την αποβολή νατρίου, η αποβολή λιθίου μπορεί να μειωθεί. Για το λόγο αυτό , τα επίπεδα λιθίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά σε περίπτωση που άλατα λιθίου πρέπει να συγχορηγηθούν με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ.
Όταν χορηγούνται ταυτόχρονα ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης ΙΙ με ΜΣΑΦ (π.χ. εκλεκτικοί αναστολείς COX- 2, ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε αντιφλεγμονώδεις δόσεις) και μη εκλεκτικά μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, μπορεί να παρατηρηθεί εξασθένιση του αντιϋπερτασικού αποτελέσματος. Η συγχορήγηση ανταγωνιστών αγγειοτασίνης ΙΙ ή διουρητικών και ΜΣΑΦ μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και αύξηση του καλίου του ορού, ειδικά σε ασθενείς με βεβαρημένη προϋπάρχουσα νεφρική λειτουργία. Ο συνδυασμός θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ειδικά στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη ταυτόχρονης θεραπείας και περιοδικά στη συνέχεια.
Σε μερικούς ασθενείς με επιβαρημένη νεφρική λειτουργία, οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, η συγχορήγηση ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Αυτές οι επιδράσεις είναι συνήθως αναστρέψιμες.
Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης- αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης συσχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθυμήτων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνου παράγοντα που δρα στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης- αλδοστερόνης (RAAS) (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1).
Άλλες ουσίες που προκαλούν υπόταση, όπως τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, βακλοφαίνη, αμιφοστίνη: ταυτόχρονη χορήγηση με αυτά τα φάρμακα που μειώνουν την αρτηριακή πίεση ως κύρια ή ανεπιθύμητη ενέργεια, μπορεί να αυξήσουντον κίνδυνο εμφάνισης υπότασης.
Υδροχλωροθειαζίδη
Όταν χορηγούνται ταυτόχρονα, τα παρακάτω φάρμακα μπορεί να αλληλεπιδράσουν με τα θειαζιδικά διουρητικά:
Αλκοόλ, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά ή αντικαταθλιπτικά
Ενδέχεται να παρουσιαστεί επίταση της ορθοστατικής υπότασης.
Αντιδιαβητικά φάρμακα (παράγοντες λαμβανόμενοι από το στόμα και ινσουλίνη):
Η θεραπεία με θειαζίδη μπορεί να επηρεάζει την ανοχή στη γλυκόζη. Μπορεί να απαιτηθεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας των αντιδιαβητικών φαρμάκων. Η μετφορμίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή λόγω του κινδύνου γαλακτικής οξέωσης που προέρχεται από πιθανή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια συνδεόμενη με την υδροχλωροθειαζίδη.
Άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα
Αθροιστική δράση.
Χολεστυραμίνη και ρητίνες κολεστιπόλης
Παρουσία ρητινών ανταλλαγής ανιόντων παρεμποδίζεται η απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης. Εφάπαξ δόσεις χολεστυραμίνης ή κολεστιπόλης δεσμεύουν την υδροχλωροθειαζίδη και μειώνουν την απορρόφηση της από το γαστρεντερικό σωλήνα κατά 85% και 43% αντίστοιχα.
Κορτικοστεροειδή, ACTH
Επιτεινόμενη μείωση ηλεκτρολυτών, ιδιαίτερα υποκαλιαιμία.
Αγγειοσυσπαστικές αμίνες (π.χ. αδρεναλίνη)
Πιθανή μειωμένη ανταπόκριση στις αγγειοσυσπαστικές αμίνες, αλλά μη επαρκής για να αποκλειστεί η χρήση τους.
Χαλαρωτικά του μυοσκελετικού, μη εκπολωτικά μυοχαλαρωτικά (π.χ. τουβοκουραρίνη)
Πιθανή αυξημένη αντιδραστικότητα στα μυοχαλαρωτικά.
Λίθιο:
Οι διουρητικοί παράγοντες μειώνουν τη νεφρική κάθαρση του λιθίου και προσθέτουν υψηλό κίνδυνο τοξικότητας από λίθιο. Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση.
Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας (προβενεσίδη,
σουλφινοπυραζόνη και αλλοπουρινόλη):
Μπορεί να είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δοσολογίας των ουρικοζουρητικών φαρμακευτικών προϊόντων, δεδομένου ότι η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να αυξήσει το επίπεδο του ουρικού οξέος στον ορό. Μπορεί να χρειαστεί αύξηση της δόσης της προβενεσίδης ή της σουλφινοπυραζόνης. Η συγχορήγηση θειαζίδης ενδέχεται να αυξήσει την συχνότητα των αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.
Αντιχολινεργικοί παράγοντες (π.χ. ατροπίνη, βιπεριδένη)
Αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας σε διουρητικά θειαζιδικού τύπου μέσω μείωσης της γαστρεντερικής κινητικότητας και του ρυθμού κένωσης του στομάχου.
Κυτταροτοξικοί παράγοντες (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη):
Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν τη νεφρική αποβολή κυτταροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων και να ενισχύσουν τις μυοκατασταλτικές τους δράσεις.
Σαλικυλικά:
Σε περίπτωση υψηλών δόσεων σαλικυλικών, η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να ενισχύσει την τοξική δράση των σαλικυλικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Μεθυλντόπα:
Έχουν υπάρξει μεμονωμένες αναφορές αιμολυτικής αναιμίας με την ταυτόχρονη χρήση υδροχλωροθειαζίδης και μεθυλντόπας.
Κυκλοσπορίνη:
Ταυτόχρονη θεραπεία με κυκλοσπορίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης υπερουριχαιμίας και επιπλοκών τύπου ουρικής αρθρίτιδας.
Γλυκοσίδες δακτυλίτιδας:
Η επαγόμενη από θειαζίδες υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία μπορεί να ευνοήσει την έναρξη επαγόμενων από δακτυλίτιδα καρδιακών αρρυθμιών.
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από διαταραχές του καλίου του ορού:
Συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του καλίου ορού και ηλεκτροκαρδιογράφημα όταν χορηγείται λοσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από διαταραχές καλίου ορού (π.χ. γλυκοσίδες δακτυλίτιδας και αντιαρρυθμικά) και με τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων αντιαρρυθμικών) που προκαλούν torsades de pointes (κοιλιακή ταχυκαρδία), με την υποκαλιαιμία να είναι προδιαθεσικός παράγοντας για torsades de pointes (κοιλιακή ταχυκαρδία):
-
Αντιαρρυθμικά κατηγορίας Iα (π.χ. κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δισοπυραμίδη)
-
Αντιαρρυθμικά κατηγορίας III (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιμπουτιλίδη)
-
Ορισμένα αντιψυχωσικά (π.χ. θειοριδαζίνη, χλωροπρομαζίνη, λεβομεπρομαζίνη, τριφθοροπεραζίνη, κυαμεμαζίνη, σουλπιρίδη, σουλτοπρίδη, αμισουλπρίδη, τιαπρίδη, πιμοζίδη, αλοπεριδόλη, δροπεριδόλη)
-
Άλλες ενώσεις (π.χ. βεπριδίλη, σισαπρίδη, διφαιμανίλη, ερυθρομυκίνη IV, αλοφαντρίνη, μιζολαστίνη, πενταμιδίνη, τερφεναδίνη, βινκαμυκίνη IV).
Άλατα ασβεστίου:
Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα ασβεστίου του ορού λόγω μειωμένης αποβολής. Εάν πρέπει να χορηγηθούν συμπληρώματα ασβεστίου, πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα ασβεστίου και να προσαρμόζεται ανάλογα η δοσολογία του ασβεστίου.
Αλληλεπιδράσεις με εργαστηριακούς ελέγχους:
Οι θειαζίδες μπορεί να αλληλεπιδράσουν με τους ελέγχους της λειτουργίας του παραθυρεοειδούς, λόγω της επίδρασής τους στον μεταβολισμό του ασβεστίου (βλ. παράγραφο 4.4).
Καρβαμαζεπίνη:
Κίνδυνος εμφάνισης συμπτωματικής υπονατριαιμίας. Απαιτείται κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση.
Ιωδιούχο σκιαγραφικό μέσο:
Σε περίπτωση επαγόμενης από διουρητικά αφυδάτωσης, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, ιδιαίτερα με υψηλές δόσεις ιωδιούχων προϊόντων.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενυδατώνονται πριν από τη χορήγηση.
Αμφοτερικίνη Β (παρεντερική), κορτικοστεροειδή, ACTH υπακτικά ή γλυκυρριζίνη (βρίσκεται στη γλυκόρριζα):
Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να επιτείνει ηλεκτρολυτική διαταραχή, ιδιαίτερα την υποκαλιαιμία.
Κύηση
Αναστολείς των Υποδοχέων της Αγγειοτασίνης ΙΙ (AIIRAs)
Η χρήση των AIIRA δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. παράγραφο 4.4). Η χρήση των AIIRA αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης (βλ. παράγραφο 4.3 και 4.4).
Τα επιδημιολογικά στοιχεία που υπάρχουν σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από έκθεση σε αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης δεν έχουν καταλήξει σε σαφές συμπέρασμα. Ωστόσο δεν μπορεί να αποκλειστεί μικρή αύξηση του κινδύνου. Αν και δεν υπάρχουν ελεγχόμενα επιδημιολογικά δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο από τους αναστολείς των Υποδοχέων της Αγγειοτασίνης ΙΙ (AIIRAs), μπορεί να υπάρχουν παρόμοιοι κίνδυνοι με αυτή την κατηγορία των φαρμάκων.
Ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να λάβουν εναλλακτικές αντιϋπερτασικές θεραπείες που έχουν αποδεδειγμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση κατά την κύηση, εκτός και αν η θεραπεία με AIIRA θεωρείται απαραίτητη. Όταν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με το AIIRA πρέπει να διακοπεί αμέσως, και αν είναι κατάλληλο, να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία.
Η έκθεση σε θεραπεία με AIIRA κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλ. ακόμη παράγραφο 5.3).
Σε περίπτωση που η έκθεση στους AIIRA γίνει μετά το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου.
Βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει AIIRA, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλ παράγραφο 4.3 και 4.4).
Υδροχλωροθειαζίδη
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία από τη χρήση υδροχλωροθειαζίδης κατά την κύηση, ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο. Μελέτες σε ζώα δεν είναι επαρκείς.
Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα . Με βάση το φαρμακολογικό μηχανισμό δράσης της υδροχλωροθειαζίδης, η χρήση της κατά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο μπορεί να επηρεάσει τη διήθηση πλακούντα-εμβρύου και μπορεί να προκαλέσει επιδράσεις στο έμβρυο και το νεογνό, όπως ίκτερος, διαταραχή του ισοζυγίου των ηλεκτρολυτών και θρομβοκυτταροπενία.
Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χορηγείται επι οιδήματος λόγω εγκυμοσύνης , υπέρτασης επαγόμενης από την εγκυμοσύνη ή προεκλαμψίας λόγω του κινδύνου μείωσης του όγκου πλάσματος και πλακουντιακής υποδιήθησης, χωρίς τα ευεργετικά αποτελέσματα όσον αφορά την πορεία της νόσου.
Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χορηγείται για την ιδιοπαθή υπέρταση σε έγκυες γυναίκες εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, στις οποίες δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί άλλη θεραπεία.
Θηλασμός
Αναστολείς των Υποδοχέων της Αγγειοτασίνης ΙΙ (AIIRAs)
Επειδή δεν υπάρχει καμία διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με τη χρήση του Losalet Plus κατά το θηλασμό
το Losalet Plus δεν συνιστάται και
προτιμώνται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας κατά το θηλασμό, ιδιαίτερα κατά το θηλασμό νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.
Υδροχλωροθειαζίδη:
Η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται στο μητρικό ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Οι θειαζίδες σε υψηλές δόσεις που προκαλούν έντονη διούρηση μπορεί να αναστείλουν την παραγωγή γάλακτος. Η χρήση της υδροχλωροθειαζίδης κατά τη διάρκεια του θηλασμού δεν συνιστάται. Εάν η υδροχλωροθειαζίδη χρησιμοποιείαι κατά τη διάρκεια του θηλασμού, οι δόσεις πρέπει να διατηρούνται όσο το δυνατόν χαμηλότερα.
ν
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι κατά την οδήγηση και το χειρισμό μηχανημάτων μπορεί να εμφανισθεί περιστασιακά ζάλη ή υπνηλία κατά τη λήψη αντιυπερτασικής θεραπείας, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας ή όταν αυξάνεται η δόση.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν κατηγοριοποιηθεί όπου ήταν κατάλληλο ανά σύστημα και συχνότητα εμφάνισης σύμφωνα με την ακόλουθη οδηγία:
Πολύ συχνές (≥ 1/10)Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) Όχι συχνές (≥ 1/1000 έως ≤ 1/100)
Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως ≤ 1/1000) Πολύ σπάνιες (≤ 1/10.000)
Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Σε κλινικές μελέτες με καλιούχο λοσαρτάνη και υδροχλωροθειαζίδη, δεν παρατηρήθηκαν ασυνήθιστες ανεπιθύμητες αντιδράσεις με αυτό τον συνδυασμό . Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις περιορίστηκαν σε εκείνες που είχαν παρατηρηθεί παλαιότερα με καλιούχο λοσαρτάνη ή/και υδροχλωροθειαζίδη.
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες για την ιδιοπαθή υπέρταση, η ζάλη ήταν η μόνη ανεπιθύμητη αντίδραση που αναφέρθηκε ως σχετιζόμενη με την ουσία και παρουσιάστηκε με συχνότητα μεγαλύτερη σε σχέση με εικονικό φάρμακο σε 1% ή περισσότερο των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με λοσαρτάνη και υδροχλωροθειαζίδη.
Μαζί με αυτές τις επιδράσεις, υπάρχουν και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν την κυκλοφορία του προϊόντος, ως ακολούθως:
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα |
| Διαταραχές ήπατος και των χοληφόρων | ηπατίτιδα | σπάνιες |
| Παρακλινικές εξετάσεις | υπερκαλιαιμία, αύξηση της ALT | σπάνιες |
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που έχουν παρατηρηθεί με καθένα από τα επιμέρους συστατικά και μπορεί να αποτελούν πιθανές ανεπιθύμητες αντιδράσεις με καλιούχο λοσαρτάνη/ υδροχλωροθειαζίδη είναι οι εξής:
Λοσαρτάνη
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί για τη λοσαρτάνη σε κλινικές μελέτες και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία:
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | αναιμία, πορφύρα Henoch-Schoenlein, εκχύμωση, αιμόλυση | όχι συχνές |
| θρομβοκυτοπενία | μη γνωστές | |
| Καρδιακές διαταραχές | υπόταση, ορθοστατική υπόταση, πόνος στο στέρνο, στηθάγχη, κολποκοιλιακός αποκλεισμός βαθμού ΙΙ, αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο, έμφραγμα μυοκαρδίου, αίσθημα παλμών, αρρυθμίες, (κολπική μαρμαρυγή, κολπική βραδυκαρδία, ταχυκαρδία, κοιλιακή ταχυκαρδία, κοιλιακή μαρμαρυγή) | όχι συχνές |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | ίλιγγος, εμβοές | όχι συχνές |
| Οφθαλμικές διαταραχές | θολή όραση, αίσθημα καύσου/νυγμού στον οφθαλμό, επιπεφυκίτιδα, μείωση οπτικής οξύτητας | όχι συχνές |
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | κοιλιακό άλγος, ναυτία, διάρροια, δυσπεψία | συχνές |
| δυσκοιλιότητα, οδονταλγία, ξηροστομία, μετεωρισμός, γαστρίτιδα, έμετος, εμμένουσα δυσκοιλιότητα | όχι συχνές | |
| παγκρεατίτιδα | μη γνωστές | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | εξασθένηση, κόπωση, πόνος στο θώρακα | συχνές |
| οίδημα προσώπου, οίδημα, πυρετός | όχι συχνές | |
| συμπτώματα όπως αυτά της γρίπης, αίσθημα κακουχίας | μη γνωστές | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | ανωμαλίες της ηπατικής λειτουργίας | μη γνωστές |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | υπερευαισθησία: αντιδράσεις αναφυλαξίας, αγγειοοίδημα συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος του λάρυγγα και της γλωττίδας, που προκαλεί απόφραξη των αεραγωγών και/ ή οίδημα του προσώπου, των χειλέων, του φάρυγγα και/ ή της γλώσσαςꞏ σε ορισμένους από αυτούς τους ασθενείς είχε αναφερθεί αγγειοοίδημα στο παρελθόν σχετιζόμενο με τη χορήγηση άλλων φαρμακευτικών σκευασμάτων συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων ΜΕΑ. | σπάνιες |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | ανορεξία, ουρική αρθρίτιδα | όχι συχνές |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού και του συνδετικού ιστού | μυϊκή κράμπα, οσφυαλγία, πόνος κάτω άκρων, μυαλγία | συχνές |
| πόνος στο βραχίονα, οίδημα άρθρωσης, πόνος στο γόνατο, μυοσκελετικός πόνος, πόνος στονώμο, δυσκαμψία, αρθραλγία, αρθρίτιδα, ισχιαλγία, ινομυαλγία, μυϊκή αδυναμία | όχι συχνές | |
| ραβδομυόλυση | μη γνωστές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | κεφαλαλγία, ζάλη | συχνές |
| νευρικότητα, παραισθησία, περιφερική νευροπάθεια, τρόμος, ημικρανία, συγκοπή | όχι συχνές | |
| δυσγευσία | μη γνωστές |
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | αϋπνία | συχνές |
| άγχος, αγχώδης διαταραχή, διαταραχή πανικού, σύγχυση, κατάθλιψη, μη φυσιολογικά όνειρα, διαταραχή ύπνου, υπνηλία, επηρεασμένη μνήμη. | όχι συχνές | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | νεφρική δυσλειτουργία, νεφρική ανεπάρκεια | συχνές |
| νυκτουρία, συχνή ούρηση, λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος | όχι συχνές | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | μειωμένη libido, στυτική δυσλειτουργία/ανικανότητα | όχι συχνές |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | βήχας, λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού, ρινική συμφόρηση, ιγμορίτιδα, διαταραχή παραρρινίων κόλπων | συχνές |
| δυσφορία στο φάρυγγα, φαρυγγίτιδα, λαρυγγίτιδα., δύσπνοια, βρογχίτιδα, επίσταξη, ρινίτιδα, πνευμονική συμφόρηση | όχι συχνές | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | αλωπεκία, δερματίτιδα, ξηροδερμία, ερύθημα, έξαψη, φωτοευαισθησία, κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση, εφίδρωση | όχι συχνές |
| Αγγειακές διαταραχές | αγγειίτιδα | όχι συχνές |
| δοσοεξαρτώμενες ορθοστατικές επιδράσεις | μη γνωστές | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | υπερκαλιαμιία, ήπια μείωση αιματοκρίτη και αιμοσφαιρίνης, υπογλυκαιμία | συχνές |
| ήπια αύξηση των επιπέδων ουρίας και κρεατινίνης ορού | όχι συχνές | |
| αύξηση των ηπατικών ενζύμων και της χολερυθρίνης | πολύ σπάνιες | |
| υπονατριαιμία | μη γνωστές |
Υδροχλωροθειαζίδη
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | ακοκκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία, αιμολυτική αναιμία, λευκοπενία, πορφύρα, θρομβοκυτοπενία | όχι συχνές |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | αναφυλακτική αντίδραση | σπάνιες |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | ανορεξία, υπεργλυκαιμία, υπερουριχαιμία, υποκαλαιμία, υπονατραιμία | όχι συχνές |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | αϋπνία | όχι συχνές |
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | κεφαλαλγία | συχνές |
| Οφθαλμικές διαταραχές | παροδική θολή όραση, ξανθοψία | όχι συχνές |
| Αγγειακές διαταραχές | νεκρωτική αγγειίτιδα (αγγειίτιδα, δερματική αγγειίτιδα) | όχι συχνές |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | αναπνευστική δυσχέρεια συμπεριλαμβανομένων της πνευμονίτιδας και του πνευμονικού οιδήματος | όχι συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | αδενίτιδα σιελογόνων αδένων, σπασμοί, ερεθισμός στομάχου, ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα | όχι συχνές |
| Διαταραχές ήπατος και χοληφόρων | ίκτερος (ενδοηπατική χολόσταση), παγκρεατίτιδα | όχι συχνές |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | φωτοευαισθησία, κνίδωση, τοξική επιδερμική νεκρόλυση | όχι συχνές |
| δερματικός ερυθηματώδης λύκος | μη γνωστές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού και του συνδετικού ιστού | μυϊκές κράμπες | όχι συχνές |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστες και πολύποδες) | μη-μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα) | μη γνωστές |
| Διαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος | γλυκοζουρία, διάμεσος νεφρίτις, νεφρική δυσλειτουργία, νεφρική ανεπάρκεια | όχι συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | πυρετός, ζάλη | όχι συχνές |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος: Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων από επιδημιολογικές μελέτες έχει παρατηρηθεί αθροιστική δοσοεξαρτώμενη συσχέτιση μεταξύ υδροχλωροθειαζίδης και μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος. (βλ. επίσης παραγράφους 4.4 και 5.1).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, Τηλ.: + 30 213-2040380/337, Φαξ: + 30 210-6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr ).
Δεν διατίθενται ειδικές πληροφορίες για την αντιμετώπιση υπερδοσολογίας με Losalet Plus. Η θεραπεία είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Η θεραπεία με Losalet Plus θα πρέπει να διακοπεί και ο ασθενής να παρακολουθείται προσεκτικά. Στα προτεινόμενα μέτρα συμπεριλαμβάνεται η πρόκληση εμέτου εάν η κατάποση είναι πρόσφατη και η διόρθωση της αφυδάτωσης, του ισοζυγίου των ηλεκτρολυτών, του ηπατικού κώματος και της υπότασης σύμφωνα με τεκμηριωμένες διαδικασίες.
Λοσαρτάνη
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την υπερδοσολογία στον άνθρωπο. Οι πιο συχνές εκδηλώσεις υπερδοσολογίας αναμένεται να είναι η υπόταση και η ταχυκαρδία. Βραδυκαρδία μπορεί να προκύψει από ερεθισμό του παρασυμπαθητικού (βαγοτονία). Σε περίπτωση που παρουσιαστεί συμπτωματική υπόταση, θα πρέπει να εφαρμοστεί υποστηρικτική θεραπεία.
Ούτε η λοσαρτάνη, ούτε ο δραστικός μεταβολίτης μπορούν να απομακρυνθούν με αιμοδιύλιση. Υδροχλωροθειαζίδη
Τα συχνότερα σημεία και συμπτώματα που παρατηρήθηκαν είναι αυτά που προκλήθηκαν από απώλεια
ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υποχλωραιμία, υπονατριαιμία) και αφυδάτωση ως αποτέλεσμα εκσεσημασμένης διούρησης. Εάν έχει επίσης χορηγηθεί δακτυλίτιδα, η υποκαλιαιμία μπορεί να επιτείνει τις καρδιακές αρρυθμίες.
Ο βαθμός στον οποίο η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιύλιση δεν έχει τεκμηριωθεί.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - LOSALET 00+25
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστές αγγειοτασίνης ΙΙ και διουρητικά, κωδικός ATC: C09DA01
Λοσαρτάνη-Υδροχλωροθειαζίδη
Έχει αποδειχθεί ότι οι δραστικές ουσίες λοσαρτάνη-υδροχλωροθειαζίδηπαρουσιάζουν αθροιστική επίδραση στη μείωση της αρτηριακής πίεσης, μειώνοντας την αρτηριακή πίεση σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με κάθε συστατικό μεμονωμένα. Η επίδραση αυτή είναι αποτέλεσμα της συμπληρωματικής δράσης και των δύο συστατικών. Επιπλέον, ως αποτέλεσμα της διουρητικής της δράσης, η υδροχλωροθειαζίδη αυξάνει τη δράση της ρενίνης στο πλάσμα, αυξάνει την έκκριση αλδοστερόνης, μειώνει το κάλιο ορού και αυξάνει τα επίπεδα της αγγειοτασίνης ΙΙ. Η χορήγηση λοσαρτάνης αναστέλλει όλες τις φυσιολογικά σχετικές δράσεις της αγγειοτασίνης ΙΙ και μέσω αναστολής της αλδοστερόνης μπορεί να αμβλύνει την απώλεια καλίου που συνδέεται με τα διουρητικά.
Έχει αποδειχθεί ότι η λοσαρτάνη παρουσιάζει ήπια και παροδική ουρικοζουρητική δράση. Η υδροχλωροθειαζίδη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί μέτριες αυξήσεις του ουρικού οξέος. Ο συνδυασμός λοσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης τείνει να αμβλύνει την επαγόμενη από τα διουρητικά υπερουριχαιμία.
Το αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα του συνδυασμού λοσαρτάνης-υδροχλωροθειαζίδης διατηρείται για διάστημα 24 ωρών. Σε κλινικές μελέτες διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους, το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα παρέμεινε σταθερό κατά την διάρκεια της θεραπείας.. Παρά τη σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης, η χορήγηση λοσαρτάνης-υδροχλωροθειαζίδης δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στον καρδιακό ρυθμό. Σε κλινικές
μελέτες, μετά από 12 εβδομάδες θεραπείας με λοσαρτάνη 50 mg/υδροχλωροθειαζίδη 12,5 mg, η κατώτατη διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση μειώθηκε κατά μέσο όρο μέχρι 13,2 mmHg.
Το Losalet Plus είναι αποτελεσματικό στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε άνδρες και γυναίκες, μαύρους και μη μαύρους και σε νεότερους (< 65 ετών) και γηραιότερους (≥ 65 ετών) ασθενείς και είναι αποτελεσματικό σε όλους τους βαθμούς της υπέρτασης.
Λοσαρτάνη
Η λοσαρτάνη είναι ένας συνθετικά παραγόμενος από του στόματος ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ (τύπου AT1). Η αγγειοτασίνη ΙΙ, ένας ισχυρός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας, είναι η πρωταρχική ενεργός ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης και ένας σημαντικός καθοριστικός παράγοντας στη φυσιοπαθολογίας της υπέρτασης. Η αγγειοτασίνη II συνδέεται με τον υποδοχέα AT1 που συναντάται σε πολλούς ιστούς (π.χ. λείες μυϊκές ίνες των αγγείων, επινεφρίδια, νεφροί και καρδιά) και ενεργοποιεί πολλές σημαντικές βιολογικές δράσεις, συμπεριλαμβανομένης της αγγειοσύσπασης και της έκκρισης αλδοστερόνης. Η αγγειοτασίνη ΙΙ επίσης διεγείρει τον πολλαπλασιασμό των λείων μυϊκών κυττάρων.
Η λοσαρτάνη αναστέλλει εκλεκτικά τον υποδοχέα AT1. In vitro και in vivo τόσο η λοσαρτάνη όσο και ο φαρμακολογικά ενεργός καρβοξυλικού οξέος μεταβολίτης της E-3174 αναστέλλουν όλες τις φυσιολογικές δράσεις που σχετίζονται με την αγγειοτασίνης ΙΙ, ανεξάρτητα από την προέλευση ή την οδό σύνθεσης.
Η λοσαρτάνη δεν παρουσιάζει αγωνιστική δράση, ούτε αναστέλλει υποδοχείς άλλων ορμονών ή διαύλους ιόντων σημαντικούς στην καρδιαγγειακή ρύθμιση. Επιπλέον, η λοσαρτάνη δεν αναστέλλει το ΜΕΑ (κινινάση II), το ένζυμο που διασπά την βραδυκινίνη. Συνεπώς, δεν υπάρχει επομένως αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών που εμφανίζονται με τη μεσολάβηση της βραδυκινίνης.
Κατά τη διάρκεια χορήγησης της λοσαρτάνης, η απώλεια της αρνητικής παλίνδρομης ρύθμισης της αγγειοτασίνης ΙΙ στην έκκριση ρενίνης οδηγεί σε αυξημένη ενεργότητα της ρενίνης στο πλάσμα (PRA). Αυξήσεις της PRA οδηγούν σε αυξήσεις της αγγειοτασίνης ΙΙ στο πλάσμα. Παρά αυτές τις αυξήσεις, η αντιυπερτασική δραστικότητα και καταστολή των συγκεντρώσεων της αλδοστερόνης στο πλάσμα διατηρούνται, υποδεικνύοντας αποτελεσματικό αποκλεισμό των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ. Μετά από τη διακοπή της λοσαρτάνης, οι τιμές της PRA και της αγγειοτασίνης ΙΙ επανέρχονται εντός 3 ημερών στις αρχικές τιμές.
Τόσο η λοσαρτάνη όσο και ο βασικός της μεταβολίτης παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια για τον υποδοχέα AT1 σε σχέση με τον υποδοχέα AT2. Ο ενεργός μεταβολίτης είναι 10 έως 40 φορές περισσότερο ενεργός κατά βάρος σε σχέση με τη λοσαρτάνη.
Σε μια μελέτη ειδικά σχεδιασμένη για την εκτίμηση της συχνότητας του βήχα σε ασθενείς που έλαβαν λοσαρτάνη σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν αναστολείς του ΜΕΑ, η συχνότητα του βήχα που αναφέρθηκε από τους ασθενείς που ελάμβαναν λοσαρτάνη ή υδροχλωροθειαζίδη ήταν παρόμοια και ήταν σημαντικά μικρότερη από αυτή των ασθενών που ελάμβαναν αναστολέα του ΜΕΑ. Επιπλέον, σε μια συνολική ανάλυση 16 διπλά τυφλών κλινικών μελετών σε 4131 ασθενείς, η συχνότητα των αυθόρμητων αναφορών βήχα σε ασθενείς που έλαβαν λοσαρτάνη ήταν παρόμοια (3,1%) με εκείνη ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (2,6%) ή υδροχλωροθειαζίδη (4,1%), ενώ η συχνότητα με αναστολείς του ΜΕΑ ήταν 8,8%.
Σε μη διαβητικούς υπερτασικούς ασθενείς με πρωτεϊνουρία, η χορήγηση καλιούχου λοσαρτάνης μειώνει σημαντικά την πρωτεϊνουρία, την κλασματική απέκκριση λευκωματίνης και IgG. Η λοσαρτάνη διατηρεί το
ρυθμό σπειραματικής διήθησης και μειώνει το κλάσμα της διήθησης. Γενικώς, η λοσαρτάνη προκαλεί μείωση του ουρικού οξέος ορού (συνήθως < 0,4 mg/dL), που ήταν σταθερή σε χρόνια θεραπεία.
Η λοσαρτάνη δεν έχει καμία επίδραση στα αυτόνομα αντανακλαστικά και κανένα παρατεινόμενο αποτέλεσμα στη νοραδρεναλίνη του πλάσματος.
Σε ασθενείς με ανεπάρκεια αριστερής κοιλίας, δόσεις λοσαρτάνης 25 mg και 50 mg παρήγαγαν θετικές αιμοδυναμικές και νευροορμονικές επιδράσεις που χαρακτηρίζονταν από αύξηση του καρδιακού δείκτη και μειώσεις της πίεσης ενσφηνώσεως των πνευμονικών τριχοειδών, της συστηματικής αντίστασης των αγγείων, της μέσης συστηματικής αρτηριακής πίεσης και της καρδιακής συχνότητας καθώς και μείωση των κυκλοφορούντων επιπέδων της αλδοστερόνης και της νορεπινεφρίνης, αντίστοιχα.Η εμφάνιση υπότασης σε αυτούς τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ήταν δοσοεξαρτώμενη.
Μελέτες υπέρτασης
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, η άπαξ ημερησίως χορήγηση λοσαρτάνης σε ασθενείς με ήπια έως μέτριου βαθμού ιδιοπαθή υπέρταση προκάλεσε στατιστικά σημαντικές μειώσεις στη συστολική και διαστολική αρτηριακής πίεση. Οι μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης 24 ώρες μετά τη χορήγηση σε σχέση με 5–6 ώρες μετά τη χορήγηση απέδειξαν μείωση της αρτηριακής πίεσης μέσα σε 24 ώρες. Ο φυσιολογικός ημερήσιος ρυθμός διατηρήθηκε. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης στο τέλος του 24ώρου ήταν 70-80 % του αποτελέσματος που παρατηρήθηκε 5-6 ώρες μετά από τη χορήγηση..
Διακοπή της λοσαρτάνης σε υπερτασικούς ασθενείς δεν οδήγησε σε απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης (φαινόμενο rebound). Παρά τη σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης, η λοσαρτάνη δεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην καρδιακή συχνότητα.
Η λοσαρτάνη είναι εξίσου αποτελεσματική τόσο σε άνδρες και γυναίκες όσο και σε νεότερους (ηλικίας κάτω των 65 ετών) και ηλικιωμένους υπερτασικούς ασθενείς.
Μελέτη LIFE
Η μελέτη παρέμβασης της λοσαρτάνης με τελικό στόχο τη μείωση της υπέρτασης (LIFE) ήταν μια τυχαιοποιημένη, τριπλή τυφλή, ελεγχόμενη με ενεργό παράγοντα μελέτη, που διεξήχθη σε 9193 υπερτασικούς ασθενείς ηλικίας 55 έως 80 ετών με τεκμηριωμένη με ΗΚΓ υπερτροφία της αριστερής κοιλίας. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε άπαξ ημερησίως λοσαρτάνη 50 mg ή άπαξ ημερησίως ατενολόλη 50 mg. Σε περίπτωση μη επίτευξης της επιθυμητής αρτηριακής πίεσης (< 140/90 mmHg), πρώτα προστίθετο υδροχλωροθειαζίδη (12,5 mg) και, εάν χρειαζόταν, η δόση της λοσαρτάνης ή της ατενολόλης αυξανόταν έπειτα σε 100 mg άπαξ ημερησίως. Άλλα αντιυπερτασικά, με εξαίρεση τους αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης ΙΙ ή β-αποκλειστές, προστίθεντο εάν ήταν απαραίτητο για την επίτευξη της επιθυμητής αρτηριακής πίεσης.
Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 4,8 έτη.
Το κύριο τελικό σημείο ήταν ο συνδυασμός καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας όπως μετρήθηκε με τη μείωση της συνδυασμένης συχνότητας καρδιαγγειακού θανάτου, εγκεφαλικού επεισοδίου και εμφράγματος του μυοκαρδίου. Η αρτηριακή πίεση μειώθηκε σημαντικά σε παρόμοια επίπεδα στις δύο ομάδες. Η θεραπεία με λοσαρτάνη οδήγησε σε μείωση του κινδύνου κατά 13,0% (p=0,021, διάστημα εμπιστοσύνης 95% 0,77-0,98) σε σχέση με την ατενολόλη για ασθενείς που πέτυχαν το κύριο συνδυασμένο τελικό σημείο. Αυτό αποδόθηκε κυρίως στη μείωση της συχνότητας εγκεφαλικού επεισοδίου. Η θεραπεία με λοσαρτάνη μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου κατά 25% σε σχέση με την ατενολόλη
(p=0,001 διάστημα εμπιστοσύνης 95% 0,63-0,89). Τα ποσοστά θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας και εμφράγματος του μυοκαρδίου δεν διέφεραν σημαντικά ανάμεσα στις ομάδες θεραπείας.
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης- αγγειοτενσίνης -αλδοστερόνης (RAAS)
Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II.
Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου.
Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια
Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ.
Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχεών αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Υδροχλωροθειαζίδη
Η υδροχλωροθειαζίδη είναι θειαζιδικό διουρητικό. Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης των θειαζιδικών διουρητικών δεν είναι πλήρως γνωστός. Οι θειαζίδες επηρεάζουν τους μηχανισμούς επαναπορρόφησης ηλεκτρολυτών στα νεφρικά σωληνάρια, μέσω άμεσης αύξησης της απέκκρισης νατρίου και χλωρίου σε περίπου ίσες ποσότητες. Η διουρητική δράση της υδροχλωροθειαζίδης μειώνει τον όγκο πλάσματος, αυξάνει τη δραστικότητα της ρενίνης του πλάσματος και αυξάνει την έκκριση αλδοστερόνης με επακόλουθες αυξήσεις της απώλειας του καλίου ορού και των διττανθρακικών από τα ούρα και μειώσεις του καλίου του ορού. Ο άξονας αλδοστερόνης-ρενίνης επιτυγχάνεται μέσω της αγγειοτασίνης ΙΙ και, για το λόγο αυτό, η συγχορήγηση ενός ανταγωνιστή του υποδοχέα αγγειοτασίνης ΙΙ τείνει να αναστρέφει την απώλεια καλίου που σχετίζεται με τα θειαζιδικά διουρητικά.
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η διούρηση ξεκινά μέσα σε 2 ώρες, κορυφώνεται σε περίπου 4 ώρες και διαρκεί περίπου 6 έως 12 ώρες με το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα να παραμένει μέχρι 24 ώρες.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος:
Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων από επιδημιολογικές μελέτες, παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ της υδροχλωροθειαζίδης και του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος εξαρτώμενη από αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης. Διενεργήθηκε μελέτη σε πληθυσμό όπου περιλαμβάνονται 71.533 ασθενείς με βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 8.629 ασθενείς με καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου έναντι πληθυσμού μαρτύρων όπου περιλαμβάνονται 1.430.833 και 172.462 υποκείμενα, αντίστοιχα. Η χρήση υψηλής δόσης
υδροχλωροθειαζίδης (≥50,000 mg αθροιστικά) συσχετίστηκε με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 1,29 (95% ΔΕ: 1,23-1,35) για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 3,98 (95% ΔΕ: 3,68-4,31) για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου. Τόσο για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα όσο και για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου παρατηρήθηκε σαφής σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης. Στο πλαίσιο άλλης μελέτης καταδείχθηκε πιθανή συσχέτιση μεταξύ του καρκίνου των χειλιών (καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου) και της έκθεσης στην υδροχλωροθειαζίδη: 633 περιστατικά καρκίνου των χειλιών συγκρίθηκαν με 63.067 μάρτυρες, με τη χρήση στρατηγικής δειγματοληψίας στην ομάδα ατόμων σε κίνδυνο. Καταδείχθηκε σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 2,1 (95% ΔΕ: 1,7-2,6) που αυξανόταν σε 3,9 (3,0-4,9) στην περίπτωση υψηλής δόσης (~25,000 mg) και με αναλογία πιθανοτήτων και με αναλογία πιθανοτήτων 7,7 (5,7-10,5) για την υψηλότερη αθροιστική δόση (~100.000 mg) (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Απορρόφηση
Λοσαρτάνη
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η λοσαρτάνη απορροφάται καλά και υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου, σχηματίζοντας έναν ενεργό μεταβολίτη καρβοξυλικού οξέος και άλλους ανενεργούς μεταβολίτες. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων λοσαρτάνης είναι περίπου 33%. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση της λοσαρτάνης και του ενεργού της μεταβολίτη επιτυγχάνονται σε 1 ώρα και σε 3-4 ώρες αντίστοιχα. Δεν υπήρξε κλινικά σημαντική επίδραση στο προφίλ της συγκέντρωσης της λοσαρτάνης στο πλάσμα όταν το φάρμακο χορηγήθηκε με καθιερωμένο γεύμα.
Κατανομή
Λοσαρτάνη
Τόσο η λοσαρτάνη όσο και ο ενεργός της μεταβολίτης συνδέονται κατά > 99% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, πρωταρχικά με την αλβουμίνη. Ο όγκος κατανομής της λοσαρτάνης είναι 34 λίτρα. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η λοσαρτάνη διαπερνά ελάχιστα αν όχι καθόλου, τον αιματοεγκεφαλικό φργμό.
Υδροχλωροθειαζίδη
Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα, αλλά όχι τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Βιομετασχηματισμός
Λοσαρτάνη
Περίπου το 14% της ενδοφλέβιας ή της από του στόματος χορηγούμενης δόσης της λοσαρτάνης μετατρέπεται στον ενεργό της μεταβολίτη. Κατόπιν από του στόματος και ενδοφλέβιας χορήγησης του σεσημασμένου με 14C άλατος καλίου λοσαρτάνης, η κυκλοφορούσα ραδιενέργεια στο πλάσμα αποδόθηκε κυρίως στη λοσαρτάνη και στον δραστικό της μεταβολίτη. Ελάχιστη μετατροπή της λοσαρτάνης στον ενεργό της μεταβολίτη παρατηρήθηκε σε ποσοστό περίπου 1% των υπό μελέτη ατόμων.
Επιπλέον, πέραν του ενεργού μεταβολίτη, σχηματίζονται και ανενεργοί μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένων δύο κύριων μεταβολιτών που σχηματίζονται μέσω υδροξυλίωσης της πλευρικής βουτυλικής αλυσίδας και ένας ήσσονος σημασίας μεταβολίτης, ένα Ν-2 τετραζολικό γλυκουρονίδιο.
Αποβολή
Λοσαρτάνη
Η κάθαρση του του πλάσματος της λοσαρτάνης και του ενεργού της μεταβολίτη είναι περίπου 600 mL/min και 50 mL/min, αντίστοιχα. Η νεφρική κάθαρση της λοσαρτάνης και του ενεργού της μεταβολίτη είναι περίπου 74 mL/min και 26 mL/min αντίστοιχα. Όταν η λοσαρτάνη χορηγείται από το στόμα, περίπου το 4% της δόσης αποβάλλεται αναλλοίωτο στα ούρα και περίπου το 6% της δόσης εκκρίνεται στα ούρα ως ενεργός μεταβολίτης. Η φαρμακοκινητική της λοσαρτάνης και του ενεργού της μεταβολίτη είναι γραμμική με δόσεις καλιούχου λοσαρτάνης χορηγούμενες από το στόμα μέχρι 200 mg.
Μετά την από του στόματος χορήγηση, οι συγκεντρώσεις της λοσαρτάνης και του ενεργού της μεταβολίτη στο πλάσμα μειώνονται πολυεκθετικά με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 ώρες και 6-9 ώρες αντίστοιχα. Κατά την άπαξ ημερησίως χορήγησης της δόσης με 100 mg, ούτε η λοσαρτάνη, ούτε ο ενεργός της μεταβολίτης συσσωρεύονται σημαντικά στο πλάσμα.
Η αποβολή τόσο μέσω της χολής όσο και μέσω των ούρων συμβάλλουν στην αποβολή της λοσαρτάνης και των μεταβολιτών της.
Κατόπιν από του στόματος χορήγηση της σημασμένης με 14C λοσαρτάνης στον άνθρωπο, περίπου το 35% της ραδιενέργειας ανευρίσκεται στα ούρα και το 58% στα κόπρανα.
Υδροχλωροθειαζίδη
Η υδροχλωροθειαζίδη δεν μεταβολίζεται, αλλά απομακρύνεται ταχέως από τα νεφρά. Όταν τα επίπεδα του πλάσματος παρακολουθήθηκαν για τουλάχιστον 24 ώρες, ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα παρατηρήθηκε ότι κυμαίνεται από 5,6 έως 14,8 ώρες. Τουλάχιστον το 61% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης απομακρύνεται αμετάβλητη σε 24 ώρες.
Χαρακτηριστικά σε ασθενείς
Λοσαρτάνη-Υδροχλωροθειαζίδη
Οι συγκεντρώσεις της λοσαρτάνης και του ενεργού μεταβολίτη της στο πλάσμα και η απορρόφηση υδροχλωροθειαζίδης που παρατηρήθηκαν σε ηλικιωμένους υπερτασικούς δεν διαφέρουν σημαντικά από εκείνες σε νέους υπερτασικούς.
Λοσαρτάνη
Μετά από χορήγηση από το στόμα σε ασθενείς με ήπια έως μέτριου βαθμού αλκοολικής αιτιολογίας κίρρωση του ήπατος, οι συγκεντρώσεις της λοσαρτάνης και του δραστικού μεταβολίτη της στο πλάσμα ήταν αντίστοιχα 5 φορές και 1,7 φορές μεγαλύτερες σε σχέση με εκείνες που εμφανίζονται σε νέους άνδρες εθελοντές.
Μελέτες φαρμακοκινητικής έδειξαν ότι η AUC της λοσαρτάνης σε Ιάπωνες και μη Ιάπωνες υγιείς άρρενες δεν είναι διαφορετική. Ωστόσο, η AUC του μεταβολίτη του καρβοξυλικού οξέος (Ε-3174) φαίνεται να είναι διαφορετική μεταξύ των δύο ομάδων, με έκθεση περίπου κατά 1.5 φορές μεγαλύτερη σε Ιάπωνες από ότι σε μη Ιάπωνες. Η κλινική σημασία αυτών των αποτελεσμάτων δεν είναι γνωστή.
Ούτε η λοσαρτάνη, ούτε ο ενεργός μεταβολίτης μπορούν να απομακρυνθούν με αιμοδιύλιση.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - LOSALET 00+25
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Μονοϋδρική λακτόζη Προζελατινοποιημένο άμυλο αραβοσίτου Στεατικό μαγνήσιο Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη
Υπρομελλόζη
Γλυκολικό νατριούχο άμυλο Διοξείδιο τιτανίου
Συσκευασία blister (PVC/PE/PVDC/Αλουμίνιο) που περιέχει 10, 20, 28, ή 30 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.