NOXAFIL C/S.SOL.IN 300MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - NOXAFIL 300MG/VIAL
Το Noxafil πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ενδείκνυνται για χρήση στη θεραπεία των παρακάτω διηθητικών μυκητιασικών λοιμώξεων στους ενήλικες και στους παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 2 ετών (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.1):
-
Διηθητική ασπεργίλλωση,
-
Φουζαρίωση σε ασθενείς με νόσο που είναι ανθεκτική στην αμφοτερικίνη Β ή σε ασθενείς οι οποίοι είναι δυσανεκτικοί στην αμφοτερικίνη Β,
-
Χρωμοβλαστομυκητίαση και μυκήτωμα σε ασθενείς με νόσο που είναι ανθεκτική στην ιτρακοναζόλη ή σε ασθενείς οι οποίοι είναι δυσανεκτικοί στην ιτρακοναζόλη,
-
Κοκκιδιοειδομυκητίαση σε ασθενείς με νόσο που είναι ανθεκτική στην αμφοτερικίνη Β, την ιτρακοναζόλη ή την φλουκοναζόλη ή σε ασθενείς οι οποίοι είναι δυσανεκτικοί σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Η ανθεκτικότητα ορίζεται ως πρόοδος της λοίμωξης ή αποτυχία βελτίωσης μετά από ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα 7 ημερών από προγενέστερες θεραπευτικές δόσεις αποτελεσματικής αντιμυκητιασικής θεραπείας.
Το Noxafil πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ενδείκνυται επίσης για την προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις στους ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 2 ετών (βλ. παράγραφο 5.1):
-
Ασθενείς που λαμβάνουν χημειοθεραπεία εφόδου με σκοπό την ύφεση για οξεία μυελογενή λευχαιμία (ΟΜΛ) ή μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα (ΜΔΣ) που αναμένεται να οδηγήσει σε παρατεταμένη ουδετεροπενία και οι οποίοι βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης διηθητικών μυκητιασικών λοιμώξεων,
-
Δέκτες μεταμόσχευσης αρχεγόνων αιμοποιητικών κυττάρων (Hematopoietic Stem Cell Transplant, HSCT) οι οποίοι υποβάλλονται σε υψηλής δόσης θεραπεία ανοσοκαταστολής για αντίδραση μοσχεύματος έναντι ξενιστή (ΑΜεΞ) και οι οποίοι βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης διηθητικών μυκητιασικών λοιμώξεων.
Παρακαλείστε να ανατρέξετε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για το Noxafil
πόσιμο εναιώρημα σχετικά με τη χρήση σε ενήλικες με καντιντίαση του στοματοφάρυγγα.
Η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται από έναν γιατρό με εμπειρία στη διαχείριση μυκητιασικών λοιμώξεων ή στην υποστηρικτική αγωγή των ασθενών υψηλού κινδύνου για τους οποίους η ποσακοναζόλη ενδείκνυται ως προφύλαξη.
Δοσολογία
Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές είναι επίσης διαθέσιμες για από στόματος χορήγηση.
Συνιστάται αλλαγή σε χορήγηση από στόματος από τη στιγμή που θα το επιτρέψει η κατάσταση των ασθενών (βλ. παράγραφο 4.4).
Η συνιστώμενη δόση εμφανίζεται στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1. Συνιστώμενη δόση
| Ένδειξη | Δόση και διάρκεια της θεραπείας |
| Θεραπεία διηθητικής ασπεργίλλωσης (ΔΑ) | Ενήλικες:Δόση εφόδου των 300 mg δύο φορές ημερησίως την πρώτη ημέρα, μετέπειτα 300 mg μια φορά ημερησίως.Η συνιστώμενη συνολική διάρκεια της θεραπείας είναι 6-12 εβδομάδες. Η εναλλαγή μεταξύ της ενδοφλέβιας και της από στόματος χορήγησης είναι κατάλληλη όταν ενδείκνυται κλινικά.Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 2 έως 18 ετών:Δόση εφόδου 6 mg/kg (μέχρι μέγιστο 300 mg) δύο φορές την ημέρα την πρώτη ημέρα, στη συνέχεια 6 mg/kg (μέχρι μέγιστο 300 mg) μία φορά την ημέρα εφεξής.Η συνιστώμενη συνολική διάρκεια θεραπείας είναι 6-12 εβδομάδες.Η εναλλαγή μεταξύ ενδοφλέβιας και από στόματος χορήγησης είναι κατάλληλη όταν ενδείκνυται κλινικά. |
| Ανθεκτικές διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις (ΔΜΛ)/ασθενείς με ΔΜΛ δυσανεκτικοί στη θεραπεία 1ης γραμμής | Ενήλικες:Δόση εφόδου των 300 mg δύο φορές ημερησίως την πρώτη ημέρα, μετέπειτα 300 mg μία φορά ημερησίως. Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να βασίζεται στη σοβαρότητα της υποκείμενης νόσου, στην ανάνηψη από την ανοσοκαταστολή και στην κλινική ανταπόκριση. |
| Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 2 ετών έως λιγότερο των18 ετών:Δόση εφόδου των 6 mg/kg (έως ένα μέγιστο των 300 mg) δύο φορές ημερησίως την πρώτη μέρα, μετέπειτα 6 mg/kg (έως ένα μέγιστο των 300 mg) μία φορά ημερησίως. Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να βασίζεται στην σοβαρότητα τηςυποκείμενης νόσου, στην ανάνηψη από την ανοσοκαταστολή και την κλινική ανταπόκριση. |
| Ένδειξη | Δόση και διάρκεια της θεραπείας |
| Προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις | Ενήλικες:Δόση εφόδου των 300 mg δύο φορές ημερησίως την πρώτη ημέρα, μετέπειτα 300 mg μία φορά ημερησίως. Η διάρκεια της θεραπείας βασίζεται στην ανάνηψη από την ουδετεροπενία ή την ανοσοκαταστολή. Για ασθενείς με ΟΜΛ ή ΜΔΣ, η προφύλαξη με Noxafil θα πρέπει να αρχίζει αρκετές ημέρες πριν την αναμενόμενη έναρξη της ουδετεροπενίας και να συνεχίζεται για 7 ημέρες αφότου ο αριθμός των ουδετερόφιλων αυξηθεί σε πάνω από 500 κύτταρα ανά mm3. |
| Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 2 ετών έως λιγότερο των18 ετών:Δόση εφόδου των 6 mg/kg (έως ένα μέγιστο των 300 mg) δύο φορές ημερησίως την πρώτη μέρα, μετέπειτα 6 mg/kg (έως ένα μέγιστο των 300 mg) μία φορά ημερησίως. Η διάρκεια της θεραπείας βασίζεται στην ανάνηψη από την ουδετεροπενία ή την ανοσοκαταστολή. Για ασθενείς με οξεία μυελογενή λευχαιμία ή μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα, η προφύλαξη με Noxafil θα πρέπει να αρχίζει αρκετές μέρες πριν την αναμενόμενη έναρξη της ουδετεροπενίας και να συνεχίζεται για 7 ημέρες αφότου ο αριθμός των ουδετερόφιλων αυξηθεί σε πάνω από 500 κύτταρα ανά mm3. |
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <50 mL/min), αναμένεται να λάβει χώρα συσσώρευση του φορέα της ενδοφλέβιας μορφής, της νατριούχου σουλφοβουτυλαιθερο β-κυκλοδεξτρίνης (Betadex Sulfobutyl Ether Sodium, SBECD). Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι από στόματος μορφές του Noxafil, εκτός εάν η αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου δικαιολογεί τη χρήση του Noxafil πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση. Τα επίπεδα κρεατινίνης στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4).
Ηπατική δυσλειτουργία
Τα περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της ταξινόμησης C κατά Child-Pugh χρόνιας ηπατοπάθειας) στη φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης, υποδεικνύουν αύξηση στην έκθεση στο πλάσμα σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, αλλά δεν υποδηλώνουν ότι είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Συνιστάται να δίνεται προσοχή λόγω του ενδεχόμενου για υψηλότερη έκθεση στο πλάσμα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ποσακοναζόλης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το Noxafil θα πρέπει να χορηγείται μέσω μιας κεντρικής φλεβικής γραμμής, συμπεριλαμβανομένου ενός κεντρικού φλεβικού καθετήρα ή ενός περιφερικά εισαγόμενου κεντρικού καθετήρα (PICC), με αργή ενδοφλέβια (IV) έγχυση σε χρονικό διάστημα περίπου 90 λεπτών (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 4.8).
Το Noxafil πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση δεν θα πρέπει να δίνεται με χορήγηση εφόδου (bolus).
Σε περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμος κεντρικός φλεβικός καθετήρας, μία εφάπαξ έγχυση μπορεί να χορηγηθεί μέσω περιφερικού φλεβικού καθετήρα. Όταν χορηγείται μέσω περιφερικού φλεβικού καθετήρα, η έγχυση θα πρέπει να χορηγείται σε χρονικό διάστημα περίπου 30 λεπτών ώστε να μειωθεί η πιθανότητα αντιδράσεων της θέσης έγχυσης (βλ. παράγραφο 4.8).
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ταυτόχρονη χορήγηση με αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (βλ. παράγραφο 4.5).
Ταυτόχρονη χορήγηση με τα υποστρώματα του CYP3A4 τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, αλοφαντρίνη ή κινιδίνη, αφού αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων, που οδηγούν σε παράταση του διαστήματος QTc και σε σπάνια συμβάματα κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsade de pointes) (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).
Ταυτόχρονη χορήγηση με τους αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη και ατορβαστατίνη (βλ. παράγραφο 4.5).
Η ταυτόχρονη χορήγηση κατά την φάση έναρξης και τιτλοδότησης της δόσης της βενετοκλάξης σε ασθενείς με Χρόνια Λεμφοκυτταρική Λευχαιμία (ΧΛΛ) (βλ. παραγράφους 4.4. και 4.5).
Υπερευαισθησία
Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τη διασταυρούμενη ευαισθησία ανάμεσα στην ποσακοναζόλη και σε άλλους αζολικούς αντιμυκητιασικούς παράγοντες. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η ποσακοναζόλη συνταγογραφείται σε ασθενείς με υπερευαισθησία σε άλλες αζόλες.
Ηπατοχολικές διαταραχές
Ηπατικές αντιδράσεις (π.χ. ήπιες ως μέτριες αυξήσεις των ALT, AST, αλκαλικής φωσφατάσης, ολικής χολερυθρίνης και/ή κλινικής ηπατίτιδας) έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ποσακοναζόλη. Οι αυξημένες τιμές στις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας ήταν γενικά αναστρέψιμες με διακοπή της θεραπείας και σε μερικά περιστατικά αυτές οι δοκιμασίες ομαλοποιήθηκαν χωρίς διακοπή της θεραπείας. Σπάνια, έχουν αναφερθεί πιο σοβαρές ηπατικές αντιδράσεις με θανατηφόρα αποτελέσματα (βλ. παράγραφο 4.8).
Παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας
Οι δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να αξιολογούνται πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ποσακοναζόλη. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ποσακοναζόλη πρέπει να παρακολουθούνται συστηματικά για την ανάπτυξη πιο σοβαρών ηπατικών κακώσεων. Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της ποσακοναζόλης, εάν τα κλινικά σημεία και συμπτώματα είναι σύμφωνα με την ανάπτυξη ηπατοπάθειας.
Η ποσακοναζόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία λόγω της πιθανότητας αυξημένων επιπέδων ποσακοναζόλης στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 5.2).
Παρακολούθηση ασθενών με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
Λόγω της μεταβλητότητας στην έκθεση, οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για νέες μυκητιασικές λοιμώξεις (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Παράταση του QTc
Ορισμένες αζόλες έχουν συσχετιστεί με την παράταση του διαστήματος QTc. Η ποσακοναζόλη δεν πρέπει να χορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα του CYP3A4 και που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QTc (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5). Η ποσακοναζόλη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προαρρυθμικές καταστάσεις όπως:
-
Συγγενής ή επίκτητη παράταση του διαστήματος QTc
-
Καρδιομυοπάθεια, ιδιαίτερα υπό την παρουσία καρδιακής ανεπάρκειας
-
Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
-
Υπάρχουσες συμπτωματικές αρρυθμίες
-
Ταυτόχρονη χρήση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα
QTc (διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 4.3).
Οι διαταραχές των ηλεκτρολυτών, ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν στα επίπεδα καλίου, μαγνησίου ή ασβεστίου, θα πρέπει να παρακολουθούνται και να διορθώνονται όπως απαιτείται, πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ποσακοναζόλη.
Σε ασθενείς, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax), μετά από τη χορήγηση πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης, είναι κατά 4 φορές αυξημένες σε σύγκριση με τη χορήγηση πόσιμου εναιωρήματος. Δεν μπορεί να αποκλειστεί αυξημένη επίδραση στο διάστημα QTc. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε τέτοιες περιπτώσεις όπου η ποσακοναζόλη χορηγείται περιφερικά, καθώς ο συνιστώμενος χρόνος έγχυσης των 30 λεπτών μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τη Cmax.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων
Η ποσακοναζόλη είναι ένας αναστολέας του CYP3A4 και θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό συγκεκριμένες περιστάσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.5).
Μιδαζολάμη και άλλες βενζοδιαζεπίνες
Λόγω του κινδύνου παρατεταμένης καταστολής και πιθανής αναπνευστικής καταστολής, η ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης με οποιεσδήποτε βενζοδιαζεπίνες μεταβολιζόμενες από το CYP3A4 (π.χ. μιδαζολάμη, τριαζολάμη, αλπραζολάμη) θα πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν είναι σαφώς αναγκαία. Θα πρέπει να εξετάζεται η προσαρμογή της δόσης των βενζοδιαζεπινών που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.5).
Τοξικότητα βινκριστίνης
Η ταυτόχρονη χορήγηση αντιμυκητιασικών αζόλης, συμπεριλαμβανόμενης και της ποσακοναζόλης, με τη βινκριστίνη έχει συσχετιστεί με νευροτοξικότητα και άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαβανόμενων των επιληπτικών κρίσεων, της περιφερικής νευροπάθειας, του συνδρόμου απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης και του παραλυτικού ειλεού. Τα αντιμυκητιασικά αζόλης, συμπεριλαμβανόμενης και της ποσακοναζόλης, να διαφυλάσσονται για ασθενείς που λαμβάνουν κάποιο αλκαλοειδές της βίνκας, συμπεριλαμβανόμενης της βινκριστίνης, οι οποίοι δεν έχουν εναλλακτικές επιλογές αντιμυκητιασικής θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.5).
Τοξικότητα βενετοκλάξης
Η ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών CYP3A αναστολέων, συμπεριλαμβανομένης και της ποσακοναζόλης, με το CYP3A4 υπόστρωμα βενετοκλάξη, μπορεί να αυξήσει τις τοξικότητες της βενετοκλάξης, συμπεριλαμβανόμενου του κινδύνου του συνδρόμου λύσης όγκου (TLS) και της ουδετεροπενίας (βλ.παραγράφους 4.3 και 4.5). Ανατρέξτε στην ΠΧΠ της βενετοκλάξης για λεπτομερή καθοδήγηση.
Αντιβακτηριακά ριφαμυκίνης (ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη), φλουκλοξακιλλίνη, συγκεκριμένα αντισπασμωδικά (φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη) και εφαβιρένζη Οι συγκεντρώσεις της ποσακοναζόλης μπορεί να μειωθούν σημαντικά σε συνδυασμό με τα
παραπάνω, συνεπώς ταυτόχρονη χρήση με ποσακοναζόλη θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.5).
Θρομβοεμβολικά συμβάματα
Θρομβοεμβολικά συμβάματα έχουν ταυτοποιηθεί ως πιθανός κίνδυνος για το ενδοφλέβιο πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης, αλλά δεν παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες. Παρατηρήθηκε θρομβοφλεβίτιδα σε κλινικές μελέτες. Απαιτείται προσοχή σχετικά με οποιοδήποτε σημείο ή σύμπτωμα θρομβοεμβολικών συμβαμάτων (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.3).
Αντίδραση φωτοευαισθησίας
Η ποσακοναζόλη μπορεί να προκαλέσει αυξημένο κίνδυνο αντίδρασης φωτοευαισθησίας. Θα πρέπει να συστήνεται στους ασθενείς να αποφεύγουν την έκθεση στον ήλιο κατά τη διάρκεια της θεραπείας χωρίς επαρκή προστασία όπως προστατευτική ενδυμασία και αντηλιακό με υψηλό δείκτη αντηλιακής προστασίας (SPF).
Έκδοχα με γνωστή δράση
Nάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 462 mg (20 mmol) νατρίου ανά φιαλίδιο, που ισοδυναμεί με
23 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου.
Η μέγιστη ημερήσια δόση αυτού του προϊόντος ισοδυναμεί με το 46 % της συνιστώμενης μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης του ΠΟΥ για το νάτριο.
Το Noxafil 300 mg πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει «υψηλό» νάτριο. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη σε ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε αλάτι.
Κυκλοδεξτρίνη
Αυτό το φάρμακο περιέχει 6.680 mg κυκλοδεξτρίνης ανά φιαλίδιο.
Οι ακόλουθες πληροφορίες προήλθαν από δεδομένα με το πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης ή με την πρώιμη μορφή του δισκίου. Όλες οι φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις με το πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης, εκτός εκείνων που επηρεάζουν την απορρόφηση της ποσακοναζόλης (μέσω του pH και της κινητικότητας του στομάχου), θεωρούνται σημαντικές και για το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης.
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στην ποσακοναζόλη
Η ποσακοναζόλη μεταβολίζεται μέσω γλυκουρονιδίωσης της διφωσφορικής ουριδίνης (UDP) (ένζυμα φάσης 2) και είναι ένα in vitro υπόστρωμα για την εκροή με p-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp). Συνεπώς, αναστολείς (π.χ. βεραπαμίλη, κυκλοσπορίνη, κινιδίνη, κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη κτλ.) ή επαγωγείς (π.χ. ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, συγκεκριμένα αντισπασμωδικά, κτλ.) αυτών των οδών κάθαρσης μπορεί να αυξήσουν ή να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ποσακοναζόλης στο πλάσμα, αντίστοιχα.
Φλουκλοξακιλλίνη
Η φλουκλοξακιλλίνη (ένας επαγωγέας του CYP450) μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της ποσακοναζόλης στο πλάσμα. Η ταυτόχρονη χρήση ποσακοναζόλης και φλουκλοξακιλλίνης θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).
Ριφαμπουτίνη
Η ριφαμπουτίνη (300 mg μία φορά ημερησίως) μείωσε τη Cmax (μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα) και την AUC (περιοχή κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης στο πλάσμα έναντι του χρόνου) της ποσακοναζόλης στο 57 % και 51 %, αντίστοιχα. Ταυτόχρονη χρήση ποσακοναζόλης και ριφαμπουτίνης και παρόμοιων επαγωγέων (π.χ. ριφαμπικίνη) θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου. Βλ. επίσης παρακάτω αναφορικά με την επίδραση της ποσακοναζόλης στα επίπεδα της ριφαμπουτίνης στο πλάσμα.
Εφαβιρένζη
Η εφαβιρένζη (400 mg μία φορά ημερησίως) μείωσε τη Cmax και την AUC της ποσακοναζόλης κατά 45 % και 50 %, αντίστοιχα. Η ταυτόχρονη χρήση ποσακοναζόλης και εφαβιρένζης θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου.
Φοσαμπρεναβίρη
Ο συνδυασμός φοσαμπρεναβίρης με ποσακοναζόλη μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις ποσακοναζόλης στο πλάσμα. Εάν απαιτείται ταυτόχρονη χορήγηση, συνιστάται στενή παρακολούθηση για νέες μυκητιασικές λοιμώξεις. Η χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων φοσαμπρεναβίρης (700 mg δύο φορές ημερησίως x 10 ημέρες) προκάλεσε μείωση των Cmax και AUC του πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (200 mg εφάπαξ ημερησίως την 1η ημέρα, 200 mg δύο φορές ημερησίως τη 2η ημέρα, έπειτα 400 mg δύο φορές ημερησίως x 8 Ημέρες) κατά 21 % και 23 %, αντίστοιχα. Η επίδραση της ποσακοναζόλης στα επίπεδα της φοσαμπρεναβίρης, όταν η φοσαμπρεναβίρη χορηγείται μαζί με ριτοναβίρη, είναι άγνωστη.
Φαινυτοΐνη
Η φαινυτοΐνη (200 mg μία φορά ημερησίως) μείωσε τη Cmax και την AUC της ποσακοναζόλης κατά 41 % και 50 %, αντίστοιχα. Η ταυτόχρονη χρήση ποσακοναζόλης και φαινυτοΐνης και παρόμοιων επαγωγέων (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη) θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου.
Επιδράσεις της ποσακοναζόλης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η ποσακοναζόλη είναι ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4. Ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης με υποστρώματα του CYP3A4 μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες αυξήσεις στην έκθεση στα υποστρώματα του CYP3A4, όπως φαίνεται από τα παρακάτω παραδείγματα των επιδράσεων στο τακρόλιμους, το σιρόλιμους, την αταζαναβίρη και τη μιδαζολάμη. Συνιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης με τα υποστρώματα του CYP3A4 που χορηγούνται ενδοφλέβια και η δόση του υποστρώματος του CYP3A4 μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί. Εάν η ποσακοναζόλη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με υποστρώματα του CYP3A4 που χορηγούνται από στόματος και για τα οποία μια αύξηση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να συσχετίζεται με μη αποδεκτές ανεπιθύμητες ενέργειες, οι συγκεντρώσεις του υποστρώματος του CYP3A4 στο πλάσμα και/ή οι ανεπιθύμητες ενέργειες θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και η δόση να προσαρμόζεται όπως απαιτείται.
Τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, αλοφαντρίνη και κινιδίνη (υποστρώματα του CYP3A4) Η ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης και τερφεναδίνης, αστεμιζόλης, σισαπρίδης, πιμοζίδης, αλοφαντρίνης ή κινιδίνης αντενδείκνυται. Η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στο πλάσμα, που οδηγεί σε παράταση του διαστήματος QTc και σε σπάνια συμβάματα κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsade de pointes) (βλ. παράγραφο 4.3).
Αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας
Η ποσακοναζόλη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση των αλκαλοειδών της ερυσιβώδους όλυρας στο πλάσμα (εργοταμίνη και διυδροεργοταμίνη), που μπορεί να οδηγήσει σε εργοτισμό. Η ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης και αλκαλοειδών της ερυσιβώδους όλυρας αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).
Αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης που μεταβολίζονται μέσω CYP3A4 (π.χ. σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη και ατορβαστατίνη)
Η ποσακοναζόλη μπορεί να αυξήσει σημαντικά τα επίπεδα στο πλάσμα των αναστολέων της
HMG-CoA ρεδουκτάσης που μεταβολίζονται από το CYP3A4. Η θεραπεία με αυτούς τους αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ποσακοναζόλη, καθώς αυξημένα επίπεδα έχουν συσχετιστεί με τη ραβδομυόλυση (βλ.
παράγραφο 4.3).
Βενετοκλάξη
Σε σύγκριση με τη μεμονωμένη χορήγηση 400 mg βενετοκλάξης, η ταυτόχρονη χορήγηση 300 mg ποσακοναζόλης, ενός ισχυρού CYP3A αναστολέα, με βενετοκλάξη 50 mg και 100 mg για 7 ημέρες σε 12 ασθενείς, αύξησε την Cmax της βενετοκλάξης κατά 1,6-φορές και 1,9-φορές, και την AUC κατά
1,9-φορές και 2,4-φορές, αντίστοιχα (βλ.παραγράφους 4.3 και 4.4).
Μιδαζολάμη και άλλες βενζοδιαζεπίνες μεταβολιζόμενες από το CYP3A4
Σε μια μελέτη σε υγιείς εθελοντές το πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης (200 mg μία φορά ημερησίως για 10 ημέρες) αύξησε την έκθεση (AUC) της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης (0,05 mg/kg) κατά 83 %. Σε μια άλλη μελέτη σε υγιείς εθελοντές, η χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (200 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες) αύξησε τη Cmax και την AUC της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης (0,4 mg εφάπαξ δόση) κατά έναν μέσο όρο 1,3 και
4,6 φορές (εύρος 1,7 έως 6,4 φορές), αντίστοιχα. Πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 400 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες αύξησε τη Cmax και την AUC της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης κατά 1,6 και 6,2 φορές (εύρος 1,6 έως 7,6 φορές), αντίστοιχα. Και οι δύο δόσεις της ποσακοναζόλης αύξησαν τη Cmax και την AUC της από στόματος μιδαζολάμης (2 mg εφάπαξ από στόματος δόση) κατά 2,2 και 4,5-φορές, αντίστοιχα. Επιπλέον, το πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης (200 mg ή 400 mg) παρέτεινε τον μέσο τελικό χρόνο ημίσειας ζωής της μιδαζολάμης από περίπου 3-4 ώρες σε 8-10 ώρες κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης.
Λόγω του κινδύνου παρατεταμένης καταστολής, συνιστάται να εξεταστεί η προσαρμογή της δόσης των βενζοδιαζεπινών που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ. μιδαζολάμη, τριαζολάμη, αλπραζολάμη) όταν η ποσακοναζόλη χορηγείται ταυτόχρονα (βλ. παράγραφο 4.4) και επίσης να ανατρέξετε στην ΠΧΠ των αντίστοιχων βενζοδιαζεπινών που μεταβολίζονται από το CYP3A4.
Αλκαλοειδή της βίνκας
Τα περισσότερα από τα αλκαλοειδή της βίνκας (π.χ., βινκριστίνη και βινβλαστίνη) είναι υποστρώματα του CYP3A4. Η ταυτόχρονη χορήγηση αντιμυκητιασικών αζόλης, συμπεριλαμβανόμενης της ποσακοναζόλης, με βινκριστίνη έχει συσχετιστεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες
(βλ. παράγραφο 4.4). Η ποσακοναζόλη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση των αλκαλοειδών της βίνκας στο πλάσμα γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε νευροτοξικότητα και άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Ως εκ τούτου, τα αντιμυκητιασικά αζόλης, συμπεριλαμβανόμενης και της ποσακοναζόλης, να διαφυλάσσονται για ασθενείς που λαμβάνουν κάποιο αλκαλοειδές της βίνκας, συμπεριλαμβανόμενης της βινκριστίνης, οι οποίοι δεν έχουν εναλλακτικές επιλογές αντιμυκητιασικής θεραπείας.
Ριφαμπουτίνη
Μετά την από στόματος χορήγηση, η ποσακοναζόλη αύξησε τη Cmax και την AUC της ριφαμπουτίνης κατά 31 % και 72 %, αντίστοιχα. Η ταυτόχρονη χρήση ποσακοναζόλης και ριφαμπουτίνης θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος για τον ασθενή υπερτερεί του κινδύνου (βλ. επίσης παραπάνω αναφορικά με την επίδραση της ριφαμπουτίνης στα επίπεδα της ποσακοναζόλης στο πλάσμα). Εάν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των γενικών εξετάσεων αίματος και των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με αυξημένα επίπεδα ριφαμπουτίνης (π.χ. ραγοειδίτιδα).
Σιρόλιμους
Η χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων από στόματος πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (400 mg δύο φορές ημερησίως για 16 ημέρες) αύξησε τη Cmax και την AUC του σιρόλιμους (2 mg εφάπαξ δόση) κατά έναν μέσο όρο 6,7 φορές και 8,9 φορές (εύρος 3,1 έως 17,5 φορές) αντίστοιχα, σε υγιή άτομα. Η επίδραση της ποσακοναζόλης στο σιρόλιμους στους ασθενείς είναι άγνωστη, αλλά αναμένεται να είναι μεταβλητή λόγω της μεταβλητής έκθεσης των ασθενών στην ποσακοναζόλη. Η ταυτόχρονη χορήγηση ποσακοναζόλης με σιρόλιμους δεν συνιστάται και θα πρέπει να αποφεύγεται όποτε είναι δυνατό. Εάν θεωρηθεί ότι η ταυτόχρονη χορήγηση είναι αναπόφευκτη, τότε συνιστάται η δόση του σιρόλιμους να μειωθεί σημαντικά κατά την έναρξη της θεραπείας με ποσακοναζόλη και να υπάρχει πολύ συχνή παρακολούθηση των ελάχιστων τιμών των συγκεντρώσεων του σιρόλιμους στο αίμα. Οι συγκεντρώσεις του σιρόλιμους θα πρέπει να μετρώνται πριν την έναρξη, κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης και κατά τη διακοπή της θεραπείας με ποσακοναζόλη, με τις δόσεις σιρόλιμους να προσαρμόζονται ανάλογα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σχέση μεταξύ της ελάχιστης τιμής της συγκέντρωσης του σιρόλιμους και της AUC μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της
ταυτόχρονης χορήγησης με ποσακοναζόλη. Ως αποτέλεσμα, οι ελάχιστες τιμές των συγκεντρώσεων του σιρόλιμους που εμπίπτουν μέσα στο σύνηθες θεραπευτικό εύρος μπορεί να οδηγήσουν σε υποθεραπευτικά επίπεδα. Συνεπώς, θα πρέπει να στοχεύονται οι ελάχιστες τιμές των συγκεντρώσεων που εμπίπτουν στο ανώτερο τμήμα του συνήθους θεραπευτικού εύρους και θα πρέπει να δίνεται προσοχή στα κλινικά σημεία και συμπτώματα, στις εργαστηριακές παραμέτρους και στις βιοψίες του ιστού.
Κυκλοσπορίνη
Σε ασθενείς με καρδιακό μόσχευμα σε σταθερές δόσεις κυκλοσπορίνης, το πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 200 mg μία φορά ημερησίως αύξησε τις συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης, απαιτώντας μειώσεις της δόσης. Περιπτώσεις αυξημένων επιπέδων κυκλοσπορίνης, που είχαν ως αποτέλεσμα σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της νεφροτοξικότητας και μίας θανατηφόρας περίπτωσης λευκοεγκεφαλοπάθειας, αναφέρθηκαν σε μελέτες κλινικής αποτελεσματικότητας. Όταν αρχίζει η θεραπεία με ποσακοναζόλη σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν κυκλοσπορίνη, η δόση της κυκλοσπορίνης θα πρέπει να μειώνεται (π.χ. στα τρία τέταρτα περίπου της τρέχουσας δόσης). Στη συνέχεια, τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στο αίμα θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης και κατά τη διακοπή της θεραπείας με ποσακοναζόλη, και η δόση της κυκλοσπορίνης θα πρέπει να προσαρμόζεται όπως απαιτείται.
Τακρόλιμους
Η ποσακοναζόλη αύξησε τη Cmax και την AUC του τακρόλιμους (0,05 mg/kg σωματικού βάρους εφάπαξ δόση) κατά 121 % και 358 %, αντίστοιχα. Κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα εισαγωγή σε νοσοκομείο και/ή διακοπή της ποσακοναζόλης, αναφέρθηκαν σε μελέτες κλινικής αποτελεσματικότητας. Όταν αρχίζει η θεραπεία με ποσακοναζόλη σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν τακρόλιμους, η δόση του τακρόλιμους θα πρέπει να μειώνεται (π.χ. στο ένα τρίτο περίπου της τρέχουσας δόσης). Στη συνέχεια, τα επίπεδα του τακρόλιμους στο αίμα θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης και κατά τη διακοπή της ποσακοναζόλης, και η δόση του τακρόλιμους θα πρέπει να προσαρμόζεται όπως απαιτείται.
Αναστολείς της HIVπρωτεάσης
Καθώς οι αναστολείς της HIV πρωτεάσης είναι υποστρώματα του CYP3A4, αναμένεται ότι η ποσακοναζόλη θα αυξήσει τα επίπεδα αυτών των αντιρετροϊικών παραγόντων στο πλάσμα. Μετά από ταυτόχρονη χορήγηση πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (400 mg δύο φορές ημερησίως) με αταζαναβίρη (300 mg μία φορά ημερησίως) για 7 ημέρες σε υγιή άτομα, η Cmax και η AUC της αταζαναβίρης αυξήθηκαν κατά έναν μέσο όρο 2,6 φορές και 3,7 φορές (εύρος 1,2 έως 26 φορές), αντίστοιχα. Μετά από ταυτόχρονη χορήγηση πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (400 mg δύο φορές ημερησίως) με αταζαναβίρη και ριτοναβίρη (300/100 mg μία φορά ημερησίως) για 7 ημέρες σε υγιή άτομα, η Cmax και η AUC της αταζαναβίρης αυξήθηκαν κατά έναν μέσο όρο 1,5 φορές και
2,5 φορές (εύρος 0,9 έως 4,1 φορές), αντίστοιχα. Η προσθήκη ποσακοναζόλης στη θεραπεία με αταζαναβίρη ή με αταζαναβίρη συν ριτοναβίρη σχετίστηκε με αυξήσεις στα επίπεδα της χολερυθρίνης στο πλάσμα. Συνιστάται συχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες και τοξικότητα σχετιζόμενη με αντιρετροϊικούς παράγοντες που είναι υποστρώματα του CYP3A4, κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης με ποσακοναζόλη.
Αναστολείς διαύλων ασβεστίου που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, νιφεδιπίνη, νισολδιπίνη)
Συνιστάται συχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες και τοξικότητα που σχετίζεται με τους αναστολείς διαύλων ασβεστίου κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης με ποσακοναζόλη.
Μπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δόσης των αναστολέων διαύλων ασβεστίου.
Διγοξίνη
Η χορήγηση άλλων αζολών έχει συσχετιστεί με αυξήσεις στα επίπεδα διγοξίνης. Συνεπώς, η ποσακοναζόλη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της διγοξίνης στο πλάσμα και τα επίπεδα διγοξίνης χρειάζεται να παρακολουθούνται όταν αρχίζει ή διακόπτεται η θεραπεία με ποσακοναζόλη.
Σουλφονυλουρίες
Οι συγκεντρώσεις γλυκόζης μειώθηκαν σε ορισμένους υγιείς εθελοντές όταν γλιπιζίδη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με ποσακοναζόλη. Συνιστάται παρακολούθηση των συγκεντρώσεων γλυκόζης σε διαβητικούς ασθενείς.
All-trans ρετινοϊκό οξύ (ATRA) ή τρετινοΐνη
Καθώς το ATRA μεταβολίζεται από τα ηπατικά CYP450 ένζυμα, κυρίως από το CYP3A4, η ταυτόχρονη χορήγηση του με ποσακοναζόλη, η οποία είναι ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4, μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση σε τρετινοΐνη με αποτέλεσμα μια αυξημένη τοξικότητα (ειδικά υπερασβεστιαιμία). Τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται και αν απαιτείται, οι κατάλληλες προσαρμογές δόσης τρετινοΐνης θα πρέπει να εξετάζονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ποσακοναζόλη και κατά τις επόμενες μέρες μετά τη θεραπεία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Κύηση
Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της ποσακοναζόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η ποσακοναζόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν το όφελος για τη μητέρα υπερτερεί σαφώς του ενδεχόμενου κινδύνου για το έμβρυο.
Θηλασμός
Η ποσακοναζόλη απεκκρίνεται στο γάλα των θηλαζόντων επίμυων (βλ. παράγραφο 5.3). Η απέκκριση της ποσακοναζόλης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα δεν έχει διερευνηθεί. Ο θηλασμός πρέπει να τερματίζεται με την έναρξη της θεραπείας με ποσακοναζόλη.
Γονιμότητα
Η ποσακοναζόλη δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα των αρσενικών επίμυων σε δόσεις μέχρι 180 mg/kg (2,8 φορές η έκθεση που επιτυγχάνεται από μία ενδοφλέβια δόση των 300 mg στον άνθρωπο) ή των θηλυκών επίμυων σε μία δόση μέχρι 45 mg/kg (3,4 φορές η έκθεση που επιτυγχάνεται από μία ενδοφλέβια δόση των 300 mg σε ασθενείς). Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία που να αξιολογεί την επίδραση της ποσακοναζόλης στη γονιμότητα σε ανθρώπους.
ν
Καθώς έχουν αναφερθεί συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. ζάλη, υπνηλία κλπ.) με τη χρήση ποσακοναζόλης, οι οποίες μπορούν δυνητικά να επηρεάσουν την οδήγηση/τον χειρισμό μηχανημάτων, είναι απαραίτητο να δίνεται προσοχή.
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Τα δεδομένα ασφάλειας προέρχονται από κλινικές δοκιμές σε ενήλικες με τις μορφές του πόσιμου εναιωρήματος, την ενδοφλέβια, και τα δισκία, και σε παιδιατρικούς συμμετέχοντες με την ενδοφλέβια μορφή, τα δισκία και την κόνι για εναιώρημα.
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία με ποσακοναζόλη σε πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ήταν η διάρροια (9%), ναυτία (8%), εξάνθημα (6%), υποκαλιαιμία (5%), και έμετος (5%).
Η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια (> 25 %), με έναρξη εμφάνισης κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας φάσης χορήγησης ποσακοναζόλης 300 mg εφάπαξ ημερησίως, ήταν η διάρροια (32 %).
Η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια που οδήγησε στη διακοπή της ποσακοναζόλης 300 mg σε πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ήταν το εξάνθημα (2%), η πνευμονική μυκητίαση (2%) και η ΟΜΛ (1 %).
Σε αρχικές μελέτες σε υγιείς εθελοντές, η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης ποσακοναζόλης, εγχεόμενης σε χρονικό διάστημα 30 λεπτών μέσω περιφερικού φλεβικού καθετήρα, σχετίστηκε με 12 % επίπτωση αντιδράσεων της θέσης έγχυσης (4 % επίπτωση θρομβοφλεβίτιδας). Πολλαπλές δόσεις ποσακοναζόλης, χορηγούμενης μέσω περιφερικού φλεβικού καθετήρα, σχετίστηκαν με θρομβοφλεβίτιδα (60 % επίπτωση). Συνεπώς, σε επακόλουθες μελέτες η ποσακοναζόλη χορηγήθηκε μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα. Σε περίπτωση που δεν ήταν άμεσα διαθέσιμος κεντρικός φλεβικός καθετήρας, οι ασθενείς είχαν τη δυνατότητα να λάβουν μία εφάπαξ έγχυση σε χρονικό διάστημα 30 λεπτών μέσω περιφερικού φλεβικού καθετήρα. Χρόνος περιφερικής έγχυσης μεγαλύτερος από 30 λεπτά οδηγεί σε υψηλότερη επίπτωση αντιδράσεων της θέσης έγχυσης και θρομβοφλεβίτιδας.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Εντός των κατηγοριών/οργανικών συστημάτων, οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται κάτω από τίτλους συχνότητας χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές
(≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 2. Ανεπιθύμητες ενέργειες*
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητες ενέργειες | Συχνότητα |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | ουδετεροπενία | Συχνές |
| θρομβοπενία, λευκοπενία, αναιμία,ηωσινοφιλία, λεμφαδενοπάθεια, έμφρακτο του σπληνός | Όχι συχνές | |
| ουραιμικό αιμολυτικό σύνδρομο, θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα, πανκυτταροπενία, θρομβοπάθεια, αιμορραγία | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | αλλεργική αντίδραση | Όχι συχνή |
| αντίδραση υπερευαισθησίας | Σπάνια |
| Ενδοκρινικές διαταραχές | επινεφριδιακή ανεπάρκεια, γοναδοτροπίνη αίματος μειωμένη, ψευδοαλδοστερονισμός | Σπάνιες |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ανορεξία, μειωμένη όρεξη, υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία | Συχνές |
| υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία | Όχι συχνές | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | ανώμαλα όνειρα, συγχυτική κατάσταση, διαταραχή ύπνου | Όχι συχνές |
| ψυχωσική διαταραχή, κατάθλιψη | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | παραισθησία, ζάλη, υπνηλία, κεφαλαλγία, δυσγευσία | Συχνές |
| σπασμοί, νευροπάθεια, υπαισθησία, τρόμος, αφασία, αϋπνία | Όχι συχνές | |
| αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, εγκεφαλοπάθεια, περιφερική νευροπάθεια,συγκοπή | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του οφθαλμού | θαμπή όραση, φωτοφοβία, οπτική οξύτητα μειωμένη | Όχι συχνές |
| διπλωπία, σκότωμα | Σπάνιες | |
| Διαταραχή του ωτός και του λαβυρίνθου | έκπτωση της ακουστικής οξύτητας | Σπάνια |
| Καρδιακές διαταραχές | σύνδρομο παρατεταμένου διαστήματος QT§, ηλεκτροκαρδιογράφημα μη φυσιολογικό§, αίσθημα παλμών, βραδυκαρδία, υπερκοιλιακέςέκτακτες συστολές, ταχυκαρδία | Όχι συχνές |
| κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου, αιφνίδιος θάνατος, κοιλιακή ταχυκαρδία,καρδιοαναπνευστική ανακοπή, καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου | Σπάνιες | |
| Αγγειακές διαταραχές | υπέρταση | Συχνές |
| υπόταση, θρομβοφλεβίτιδα, αγγειίτιδα | Όχι συχνές | |
| πνευμονική εμβολή, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση | Σπάνιες | |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωράκιου | βήχας, επίσταξη, λόξυγκας, ρινική συμφόρηση, πλευριτικός πόνος, ταχύπνοια | Όχι συχνές |
| πνευμονική υπέρταση, διάμεση πνευμονία, πνευμονίτιδα | Σπάνιες | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | ναυτία | Πολύ συχνές |
| έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψία,ξηροστομία, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, ορθοπρωκτική δυσφορία | Συχνές | |
| παγκρεατίτιδα, διάταση της κοιλίας, εντερίτιδα, επιγαστρική δυσφορία, ερυγή, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, οίδημαστόματος | Όχι συχνές | |
| αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, ειλεός | Σπάνιες |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας αυξημένες (ALT αυξημένη, AST αυξημένη, χολερυθρίνη αυξημένη, αλκαλική φωσφατάση αυξημένη,GGT αυξημένη) | Συχνές |
| ηπατοκυτταρική βλάβη, ηπατίτιδα, ίκτερος,ηπατομεγαλία, χολόσταση, ηπατική τοξικότητα, ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική | Όχι συχνές | |
| ηπατική ανεπάρκεια§, ηπατίτιδα χολοστατική, ηπατοσπληνομεγαλία, ηπατική ευαισθησία,αστηριξία | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | εξάνθημα, κνησμός | Συχνές |
| εξέλκωση του στόματος, αλωπεκία, δερματίτιδα, ερύθημα, πετέχειες | Όχι συχνές | |
| σύνδρομο Stevens Johnson, φλυκταινώδες εξάνθημα | Σπάνιες | |
| αντίδραση φωτοευαισθησίας§ | Μη γνωστής συχνότητας | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | οσφυαλγία, αυχεναλγία, μυοσκελετικός πόνος, άλγος στα άκρα | Όχι συχνές |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | οξεία νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια, κρεατινίνη αίματος αυξημένη | Όχι συχνές |
| νεφρική σωληναριακή οξέωση, διάμεση νεφρίτιδα | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | διαταραχές εμμήνου ρύσης | Όχι συχνή |
| μαστοδυνία | Σπάνια | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | πυρεξία (πυρετός), εξασθένιση, κόπωση | Συχνές |
| οίδημα, άλγος, ρίγη, αίσθημα κακουχίας, θωρακική δυσφορία, δυσανεξία φαρμάκου, αίσθηση εκνευρισμού, άλγος της θέσης έγχυσης, φλεβίτιδα της θέσης έγχυσης, θρόμβωση της θέσης έγχυσης, φλεγμονή βλεννογόνου | Όχι συχνές | |
| οίδημα γλώσσας, οίδημα προσώπου | Σπάνιες | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | μεταβληθέντα επίπεδα φαρμάκου, φωσφόρος αίματος μειωμένος, ακτινογραφία θώρακα μηφυσιολογική | Όχι συχνές |
* Με βάση ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρούμενες με το πόσιμο εναιώρημα, τα γαστροανθεκτικά δισκία, το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση και τη γαστροανθεκτική κόνι και διαλύτη για πόσιμο εναιώρημα.
§ Βλ. παράγραφο 4.4.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Ηπατοχολικές διαταραχές
Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία, αναφέρθηκε σοβαρή ηπατική κάκωση με θανατηφόρα έκβαση (βλ. παράγραφο 4.4).
Παράταση QTc
Η παράταση QTc έχει αναφερθεί με τη χρήση της ποσακοναζόλης (βλ. παράγραφο 4.4).
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση
Κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης της ποσακοναζόλης, αναφέρθηκαν αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση, συμπεριλαμβανομένου του πόνου στο σημείο έγχυσης, της φλεβίτιδας στο σημείο έγχυσης και της θρόμβωσης στο σημείο έγχυσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια της ποσακοναζόλης σε πυκνό διάλυμα για την παρασκευή διαλύματος προς έγχυση, της ποσακοναζόλης σε γαστροανθεκτικά δισκία, και της ποσακοναζόλης σε γαστροανθεκτική κόνι και διαλύτη για πόσιμο εναιώρημα έχει αξιολογηθεί σε 31 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 2 έως
18 ετών με διάγνωση πιθανής, ενδεχόμενης ή αποδεδειγμένης διηθητικής ασπεργίλλωσης. Το προφίλ ασφάλειας της ποσακοναζόλης σε παιδιατρικούς ασθενείς με διηθητική ασπεργίλλωση ήταν συνεπές με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της ποσακοναζόλης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Δεν υπάρχει εμπειρία από την υπερδοσολογία πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης.
Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών, οι ασθενείς που έλαβαν δόσεις πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης έως 1.600 mg/ημέρα δεν παρουσίασαν διαφορετικές ανεπιθύμητες ενέργειες από εκείνες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν χαμηλότερες δόσεις. Τυχαία υπερδοσολογία παρατηρήθηκε σε έναν ασθενή που έλαβε 1.200 mg πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης δύο φορές ημερησίως επί 3 ημέρες. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες από τον ερευνητή.
Η ποσακοναζόλη δεν απομακρύνεται με αιμοδιύλιση. Δεν υπάρχει διαθέσιμη ειδική θεραπεία σε περίπτωση υπερδοσολογίας με ποσακοναζόλη. Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο υποστηρικτικής φροντίδας.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - NOXAFIL 300MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση, παράγωγα τριαζόλης, κωδικός ATC: J02A C04.
Μηχανισμός δράσης
Η ποσακοναζόλη αναστέλλει το ένζυμο λανοστερόλη 14α-απομεθυλάση (CYP51), το οποίο καταλύει ένα σημαντικό βήμα στη βιοσύνθεση της εργοστερόλης.
Μικροβιολογία
Έχει δειχθεί in vitro ότι η ποσακοναζόλη είναι ενεργή έναντι των ακόλουθων μικροοργανισμών: είδη Aspergillus (Aspergillus fumigatus, A. flavus, A. terreus, A. nidulans, A. niger, A. ustus), είδη Candida (Candida albicans, C. glabrata, C. krusei, C. parapsilosis, C. tropicalis, C. dubliniensis, C. famata, C. inconspicua, C. lipolytica, C. norvegensis, C. pseudotropicalis), Coccidioides immitis, Fonsecaea pedrosoi και είδη Fusarium, Rhizomucor, Mucor και Rhizopus. Τα μικροβιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ποσακοναζόλη είναι ενεργή έναντι των Rhizomucor, Mucor, και Rhizopus,
ωστόσο τα κλινικά δεδομένα είναι επί του παρόντος πολύ περιορισμένα ώστε να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της ποσακοναζόλης έναντι αυτών των αιτιολογικών παραγόντων.
Τα ακόλουθα in vitro δεδομένα είναι διαθέσιμα, αλλά η κλινική τους σημασία δεν είναι γνωστή. Σε μία μελέτη παρατήρησης των > 3.000 κλινικά απομονωθέντων μυκήτων το 2010-2018, το 90 % των μη-Aspergillus μυκήτων παρουσίασαν την ακόλουθη in vitro ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC): Mucorales spp (n=81) του 2 mg/L, Scedosporium apiospermum/S. boydii (n=65) των 2 mg/L, Exophiala dermatiditis (n=15) του 0,5 mg/L, και Purpureocillium lilacinum (n=21) του 1 mg/L.
Ανθεκτικότητα
Έχουν ταυτοποιηθεί κλινικά απομονωθέντα στελέχη με μειωμένη ευπάθεια στην ποσακοναζόλη. Ο κύριος μηχανισμός ανθεκτικότητας είναι η απόκτηση υποκατάστατων στην πρωτεΐνη-στόχο, CYP51.
Αξιολόγηση με ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ)
Πολλαπλά, συμβατά σε χρόνο ΗΚΓ που συλλέχθηκαν σε μια περίοδο 12 ωρών, ελήφθησαν πριν και κατά τη διάρκεια της χορήγησης πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (400 mg δύο φορές ημερησίως με γεύματα υψηλά σε λιπαρά) από 173 υγιείς άρρενες και θήλεις εθελοντές ηλικίας 18 έως 85 ετών. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στο μέσο διάστημα QTc (Fridericia) από την έναρξη της θεραπείας.
Όρια της δοκιμής ευαισθησίας
Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμασίας ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από το European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST) για την ποσακοναζόλη και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en.xlsx
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Μελέτη 5520 (συμπληρωματική μελέτη του πυκνού διαλύματος ποσακοναζόλης για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση)
Αυτή ήταν μια μη συγκριτική, πολυκεντρική μελέτη που πραγματοποιήθηκε για να αξιολογηθούν οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες, η ασφάλεια και η ανεκτικότητα του πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης.
Στη μελέτη 5520 εντάχθηκαν συνολικά 279 άτομα, συμπεριλαμβανομένων 268 που έλαβαν τουλάχιστον μία δόση πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης. Η Κοόρτη 0 σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει την ανεκτικότητα μίας εφάπαξ δόσης πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης, όταν αυτή χορηγείται μέσω κεντρικής γραμμής.Ο πληθυσμός των ατόμων για τις Κοόρτες 1 και 2 περιλάμβανε άτομα με ΟΜΛ ή ΜΔΣ που είχαν λάβει πρόσφατα χημειοθεραπεία και είχαν αναπτύξει ή αναμενόταν να αναπτύξουν σημαντική ουδετεροπενία. Αξιολογήθηκαν δύο διαφορετικές δοσολογικές ομάδες στις Κοόρτες 1 και 2: 200 mg δύο φορές ημερησίως την Ημέρα 1, ακολουθούμενα από 200 mg εφάπαξ ημερησίως μετέπειτα (Κοόρτη 1) και 300 mg δύο φορές ημερησίως την Ημέρα 1, ακολουθούμενα από 300 mg εφάπαξ ημερησίως μετέπειτα (Κοόρτη 2).
Ο πληθυσμός των ατόμων στην Κοόρτη 3 περιλάμβανε: 1) ασθενείς με ΟΜΛ ή ΜΔΣ που είχαν πρόσφατα λάβει χημειοθεραπεία και είχαν αναπτύξει ή αναμένονταν να αναπτύξουν σημαντική ουδετεροπενία ή 2) ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε HSCT και λάμβαναν θεραπεία ανοσοκαταστολής για την πρόληψη ή τη θεραπεία της ΑΜεΞ. Αυτοί οι τύποι ασθενών είχαν προηγουμένως μελετηθεί σε μια πιλοτική, ελεγχόμενη μελέτη πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης. Με βάση τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικής και ασφάλειας της Κοόρτης 1 και 2, όλα τα άτομα στην Κοόρτη 3 έλαβαν 300 mg δύο φορές ημερησίως την Ημέρα 1, ακολουθούμενα από 300 mg εφάπαξ ημερησίως μετέπειτα.
Ο συνολικός πληθυσμός των ατόμων είχε μέση ηλικία 51 ετών (εύρος = 18-82 έτη), 95 % ήταν Λευκοί, η κύρια εθνικότητα δεν ήταν Ισπανόφωνοι ή Λατινόφωνοι (92 %) και το 55 % ήταν άρρενες.
Στη μελέτη έλαβαν θεραπεία 155 (65 %) άτομα με ΟΜΛ ή ΜΔΣ και 82 (35 %) άτομα με HSCT, ως τις κύριες νόσους κατά την εισαγωγή στη μελέτη.
Συλλέχθηκαν διαδοχικά φαρμακοκινητικά δείγματα την Ημέρα 1 και στη σταθεροποιημένη κατάσταση την Ημέρα 14 για όλα τα άτομα της Κοόρτης 1 και 2 και την Ημέρα 10 για ένα υποσύνολο των ατόμων της Κοόρτης 3. Αυτή η διαδοχική φαρμακοκινητική ανάλυση έδειξε ότι το 94 % των ατόμων που έλαβαν θεραπεία με τη δόση των 300 mg εφάπαξ ημερησίως πέτυχαν μια μέση Cavg στη σταθεροποιημένη κατάσταση μεταξύ 500-2.500 ng/mL [Η Cavg ήταν η μέση συγκέντρωση ποσακοναζόλης στη σταθεροποιημένη κατάσταση, υπολογιζόμενη ως AUC/δοσολογικό διάστημα (24 ώρες)]. Αυτή η έκθεση επιλέχθηκε με βάση τις φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές εκτιμήσεις με το πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης. Τα άτομα που έλαβαν 300 mg εφάπαξ ημερησίως πέτυχαν μια μέση Cavg στη σταθεροποιημένη κατάσταση ίση προς 1.500 ng/mL.
Μελέτη PN069 (θεραπεία πρωτοπαθούς διηθητικής ασπεργίλλωσης)
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ποσακοναζόλης ενδοφλέβια ή από στόματος (δισκίο) για την θεραπεία ασθενών με διηθητική ασπεργίλλωση αξιολογήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή ελεγχόμενη με βορικοναζόλη μελέτη (μελέτη PN069) σε 575 ασθενείς με αποδεδειγμένες, ενδεχόμενες ή πιθανές διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις κατά τα EORTC/MSG κριτήρια.
Οι ασθενείς έλαβαν (n=288) πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ή δισκίο ποσακοναζόλης σε μια δόση των 300 mg μία φορά ημερησίως (δύο φορές ημερησίως την Ημέρα 1). Οι ασθενείς σύγκρισης έλαβαν βορικοναζόλη (n=287) ενδοφλέβιως σε μια δόση των 6 mg/kg δύο φορές ημερησίως την Ημέρα 1 και ακολούθως 4 mg/kg δύο φορές ημερησίως βορικοναζόλης (ενδοφλέβια), ή από του στόματος σε μία δόση των 300 mg δύο φορές ημερησίως την Ημέρα 1 και ακολούθως από 200 mg δύο φορές ημερησίως. Η διάμεση διάρκεια θεραπείας ήταν 67 ημέρες (ποσακοναζόλη) και 64 ημέρες (βορικοναζόλη).
Στον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας (ΙΤΤ) (όλα τα άτομα που έλαβαν τουλάχιστον μία δόση του φαρμάκου της μελέτης) 288 ασθενείς έλαβαν ποσακοναζόλη και 287 ασθενείς έλαβαν βορικοναζόλη. Η πλήρης ανάλυση πληθυσμιακού συνόλου (FAS) είναι το υποσύνολο όλων των ατόμων εντός του πληθυσμού ΙΤΤ που ταξινομήθηκαν μέσω ανεξάρτητης κρίσης ως έχοντας αποδεδειγμένη ή πιθανή διηθητική ασπεργίλλωση. 163 άτομα για την ποσακοναζόλη και 171 άτομα για την βορικοναζόλη. Η θνητότητα κάθε αιτίου και η παγκόσμια κλινική απόκριση σε αυτούς τους δύο πληθυσμούς παρουσιάζονται στον Πίνακα 3 και 4, αντίστοιχα.
Πίνακας 3. Μελέτη 1 ποσακοναζόλης στη θεραπεία της διηθητικής ασπεργίλλωσης: θνητότητα κάθε αιτίου την Ημέρα 42 και την Ημέρα 84, στους ΙΤΤ και FAS πληθυσμούς
| Ποσακοναζόλη | Βορικοναζόλη | ||||
| Πληθυσμός | N | n (%) | N | n (%) | Διαφορά* (95 % CI) |
| Θνητότητα στον ΙΤΤ την Ημέρα 42 | 288 | 44 (15,3) | 287 | 59 (20,6) | -5,3 % (-11,6, 1,0) |
| Θνητότητα στον ΙΤΤ την Ημέρα 84 | 288 | 81 (28,1) | 287 | 88 (30,7) | -2,5 % (-9,9, 4,9) |
| Θνητότητα στον FASτην Ημέρα 42 | 163 | 31 (19,0) | 171 | 32 (18,7) | 0,3 % (-8,2, 8,8) |
| Θνητότητα στον FASτην Ημέρα 84 | 163 | 56 (34,4) | 171 | 53 (31,0) | 3,1 % (-6,9, 13,1) |
| * Προσαρμοσμένη διαφορά θεραπείας βασισμένη στην μέθοδο Miettinen and Nurminen στρωματοποιημένη με παράγοντα τυχαιοποίησης (κίνδυνος για θνητότητα/κακή έκβαση), χρησιμοποιώντας το σχήμα στάθμισης Cochran-Mantel-Haenszel. | |||||
Πίνακας 4. Μελέτη 1 ποσακοναζόλης στη θεραπεία της διηθητικής ασπεργίλλωσης: παγκόσμια κλινική απόκριση την Εβδομάδα 6 και την Εβδομάδα 12 στον FAS πληθυσμό
| Ποσακοναζόλη | Βορικοναζόλη | ||||
| Πληθυσμός | N | Επιτυχία (%) | N | Επιτυχία (%) | Διαφορά* (95 % CI) |
| Παγκόσμια κλινική απόκριση στον FASστις 6 εβδομάδες | 163 | 73 (44,8) | 171 | 78 (45,6) | -0,6 % (-11,2, 10,1) |
| Παγκόσμια κλινική απόκριση στον FASστις 12 εβδομάδες | 163 | 69 (42,3) | 171 | 79 (46,2) | -3,4 % (-13,9, 7,1) |
| * Η Επιτυχής Παγκόσμια Κλινική Απόκριση ορίστηκε ως η επιβίωση με μία μερική ή ολική απόκρισηΠροσαρμοσμένη διαφορά θεραπείας βασισμένη στην μέθοδο Miettinen and Nurminen στρωματοποιημένη με παράγοντα τυχαιοποίησης (κίνδυνος για θνητότητα/κακή έκβαση), χρησιμοποιώντας το σχήμα στάθμισης Cochran-Mantel-Haenszel. | |||||
Περίληψη των μελετών πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης
Διηθητική ασπεργίλλωση
Το πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 800 mg/ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις αξιολογήθηκε για τη θεραπεία της διηθητικής ασπεργίλλωσης σε ασθενείς με νόσο ανθεκτική στην αμφοτερικίνη Β (συμπεριλαμβανομένων των λιποσωμιακών φαρμακοτεχνικών μορφών) ή στην ιτρακοναζόλη ή σε ασθενείς που ήταν δυσανεκτικοί σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα σε μια μη συγκριτική μελέτη θεραπείας διάσωσης. Οι κλινικές εκβάσεις συγκρίθηκαν με εκείνα από μια εξωτερική ομάδα ελέγχου που προήλθαν από μια αναδρομική ανασκόπηση των ιατρικών αρχείων. Η εξωτερική ομάδα ελέγχου περιλάμβανε 86 ασθενείς που έλαβαν διαθέσιμη θεραπεία (όπως παραπάνω) κυρίως κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και στα ίδια κέντρα όπως οι ασθενείς που έλαβαν ποσακοναζόλη. Τα περισσότερα από τα περιστατικά ασπεργίλλωσης θεωρήθηκαν ότι είναι ανθεκτικά σε προγενέστερη θεραπεία, τόσο στην ομάδα ποσακοναζόλης (88 %) όσο και στην εξωτερική ομάδα ελέγχου (79 %).
Όπως φαίνεται στον Πίνακα 5, παρατηρήθηκε επιτυχημένη ανταπόκριση (πλήρης ή μερική υποχώρηση) στο τέλος της θεραπείας στο 42 % των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ποσακοναζόλη σε σύγκριση με το 26 % της εξωτερικής ομάδας. Ωστόσο, αυτή δεν ήταν μια προοπτική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη και έτσι όλες οι συγκρίσεις με την εξωτερική ομάδα ελέγχου θα πρέπει να εξετάζονται με προσοχή.
Πίνακας 5. Συνολική αποτελεσματικότητα του πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης στο τέλος της θεραπείας για διηθητική ασπεργίλλωση σε σύγκριση με μια εξωτερική ομάδα ελέγχου
| Πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης | Εξωτερική ομάδα ελέγχου | |||
| Συνολική Ανταπόκριση | 45/107 (42 %) | 22/86 (26 %) | ||
| Επιτυχία ανά ΕίδοςΌλα τα μυκητολογικά επιβεβαιωμένα είδη Aspergillus3 | 34/76 | (45 %) | 19/74 | (26 %) |
| A. fumigatus | 12/29 | (41 %) | 12/34 | (35 %) |
| A. flavus | 10/19 | (53 %) | 3/16 | (19 %) |
| A. terreus | 4/14 | (29 %) | 2/13 | (15 %) |
| A. niger | 3/5 | (60 %) | 2/7 | (29 %) |
Είδη Fusarium
Έντεκα από τους 24 ασθενείς που είχαν αποδεδειγμένη ή πιθανή φουζαρίωση έλαβαν επιτυχώς θεραπεία με πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 800 mg/ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις για ένα διάμεσο διάστημα 124 ημερών και έως 212 ημέρες. Μεταξύ δεκαοκτώ ασθενών που ήταν δυσανεκτικοί ή
3 Περιλαμβάνει άλλα λιγότερο κοινά είδη ή άγνωστα είδη
είχαν λοιμώξεις ανθεκτικές στην αμφοτερικίνη Β ή στην ιτρακοναζόλη, επτά ασθενείς κατηγοριοποιήθηκαν ως ανταποκριθέντες.
Χρωμοβλαστομυκητίαση/Μυκήτωμα
Εννιά από τους 11 ασθενείς έλαβαν επιτυχώς θεραπεία με πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης
800 mg/ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις για ένα διάμεσο διάστημα 268 ημερών και έως 377 ημέρες. Πέντε από αυτούς τους ασθενείς είχαν χρωμοβλαστομυκητίαση οφειλόμενη σε Fonsecaea pedrosoi και 4 είχαν μυκήτωμα, οφειλόμενο κυρίως σε είδη Madurella.
Κοκκιδιοειδομυκητίαση
Έντεκα από τους 16 ασθενείς έλαβαν επιτυχώς θεραπεία (στο τέλος της θεραπείας πλήρης ή μερική υποχώρηση των σημείων και συμπτωμάτων που ήταν παρόντα πριν την έναρξη) με πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης 800 mg/ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις για ένα διάμεσο διάστημα 296 ημερών και έως 460 ημέρες.
Μελέτες C/I98-316 και P01899 (προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις, ΔΜΛ) Διεξάχθηκαν δύο τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες προφύλαξης μεταξύ ασθενών σε υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης διηθητικών μυκητιασικών λοιμώξεων.
Η Μελέτη 316 ήταν μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (200 mg τρεις φορές ημερησίως) έναντι καψακίων φλουκοναζόλης (400 mg μία φορά ημερησίως) σε δέκτες αλλογενών μοσχευμάτων αρχεγόνων αιμοποιητικών κυττάρων με αντίδραση μοσχεύματος έναντι ξενιστή (ΑΜεΞ). Tο κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η επίπτωση των αποδεδειγμένων/πιθανών ΔΜΛ στις 16 εβδομάδες μετά από την τυχαιοποίηση, όπως καθορίστηκε από μια ανεξάρτητη, τυφλή εξωτερική επιτροπή εμπειρογνωμόνων. Ένα βασικό δευτερεύον τελικό σημείο ήταν η επίπτωση των αποδεδειγμένων/πιθανών ΔΜΛ κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας (πρώτη δόση έως τελευταία δόση του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης + 7 ημέρες). Η πλειονότητα (377/600, [63 %]) των ασθενών που συμπεριλήφθηκαν είχαν Οξεία Βαθμού 2 ή 3 ή χρόνια εκτεταμένη (195/600, [32,5 %]) ΑΜεΞ στην έναρξη της μελέτης. Η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν 80 ημέρες για την ποσακοναζόλη και 77 ημέρες για τη φλουκοναζόλη.
Η Μελέτη 1899 ήταν μια τυχαιοποιημένη, τυφλή ως προς τον αξιολογητή μελέτη πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης (200 mg τρεις φορές ημερησίως) έναντι εναιωρήματος φλουκοναζόλης (400 mg μία φορά ημερησίως) ή πόσιμου διαλύματος ιτρακοναζόλης (200 mg δύο φορές ημερησίως) σε ουδετεροπενικούς ασθενείς που λάμβαναν κυτταροτοξική χημειοθεραπεία για οξεία μυελογενή λευχαιμία ή μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα. Tο κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η επίπτωση των αποδεδειγμένων/πιθανών ΔΜΛ, όπως καθορίστηκε από μια ανεξάρτητη, τυφλή εξωτερική επιτροπή εμπειρογνωμόνων κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας. Ένα βασικό δευτερεύον τελικό σημείο ήταν η επίπτωση των αποδεδειγμένων/πιθανών ΔΜΛ στις 100 ημέρες μετά από την τυχαιοποίηση. Η πιο συχνή υποκείμενη κατάσταση (435/602, [72 %]) ήταν η νεοδιαγνωσμένη οξεία μυελογενής λευχαιμία. Η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν 29 ημέρες για την ποσακοναζόλη και 25 ημέρες για τη φλουκοναζόλη/ιτρακοναζόλη.
Και στις δύο μελέτες, η ασπεργίλλωση ήταν η πιο συχνή νεοεμφανιζόμενη λοίμωξη. Βλ. Πίνακα 6 και 7 για τα αποτελέσματα και από τις δύο μελέτες. Υπήρχαν λιγότερες νεοεμφανιζόμενες λοιμώξεις από Aspergillus σε ασθενείς που λάμβαναν προφύλαξη με ποσακοναζόλη σε σύγκριση με ασθενείς ελέγχου.
Πίνακας 6. Αποτελέσματα από κλινικές μελέτες στην προφύλαξη από Διηθητικές Μυκητιασικές Λοιμώξεις
| Μελέτη | Πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης | Έλεγχοςα | Τιμή-P |
| Αναλογία (%) ασθενών με αποδεδειγμένες/πιθανές ΔΜΛ | |||
| Περίοδος θεραπείαςβ | |||
| 1899δ | 7/304 (2) | 25/298 (8) | 0,0009 |
| Μελέτη | Πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης | Έλεγχοςα | Τιμή-P |
| Αναλογία (%) ασθενών με αποδεδειγμένες/πιθανές ΔΜΛ | |||
| 316ε | 7/291 (2) | 22/288 (8) | 0,0038 |
| Περίοδος σταθερού χρόνουγ | |||
| 1899δ | 14/304 (5) | 33/298 (11) | 0,0031 |
| 316 δ | 16/301 (5) | 27/299 (9) | 0,0740 |
FLU = φλουκοναζόλη, ITZ = ιτρακοναζόλη, POS = ποσακοναζόλη. α: FLU/ITZ (μελέτη 1899), FLU (μελέτη 316).
β: Στη μελέτη 1899 αυτή ήταν η περίοδος από την τυχαιοποίηση έως την τελευταία δόση του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης συν 7 ημέρες. Στη μελέτη 316 ήταν η περίοδος από την πρώτη δόση έως την τελευταία δόση του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης συν 7 ημέρες.
γ: Στη μελέτη 1899, αυτή ήταν η περίοδος από την τυχαιοποίηση έως τις 100 ημέρες μετά από την τυχαιοποίηση. Στη μελέτη 316 ήταν η περίοδος από την ημέρα έναρξης έως τις 111 ημέρες μετά από την έναρξη.
δ: Όλοι τυχαιοποιημένοι ε: Όλοι έλαβαν θεραπεία
Πίνακας 7. Αποτελέσματα από κλινικές μελέτες στην προφύλαξη από Διηθητικές Μυκητιασικές Λοιμώξεις.
| Μελέτη | Πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης | Έλεγχοςα |
| Αναλογία (%)ασθενών με αποδεδειγμένη/πιθανή Ασπεργίλλωση | ||
| Περίοδος θεραπείαςβ | ||
| 1899δ | 2/304 (1) | 20/298 (7) |
| 316ε | 3/291 (1) | 17/288 (6) |
| Περίοδος σταθερού χρόνουγ | ||
| 1899δ | 4/304 (1) | 26/298 (9) |
| 316δ | 7/301 (2) | 21/299 (7) |
FLU = φλουκοναζόλη, ITZ = ιτρακοναζόλη, POS = ποσακοναζόλη. α: FLU/ITZ (μελέτη 1899), FLU (μελέτη 316).
β: Στη μελέτη 1899 αυτή ήταν η περίοδος από την τυχαιοποίηση έως την τελευταία δόση του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης συν 7 ημέρες. Στη μελέτη 316 ήταν η περίοδος από την πρώτη δόση έως την τελευταία δόση του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης συν 7 ημέρες.
γ: Στη μελέτη 1899, αυτή ήταν η περίοδος από την τυχαιοποίηση έως τις 100 ημέρες μετά από την τυχαιοποίηση. Στη μελέτη 316 ήταν η περίοδος από την ημέρα έναρξης έως τις 111 ημέρες μετά από την έναρξη.
δ: Όλοι τυχαιοποιημένοι ε: Όλοι έλαβαν θεραπεία
Στη Μελέτη 1899, παρατηρήθηκε μια σημαντική μείωση στη θνησιμότητα κάθε αιτίου, υπέρ της ποσακοναζόλης [POS 49/304 (16 %) έναντι FLU/ITZ 67/298 (22 %) p= 0,048]. Με βάση τις εκτιμήσεις κατά Kaplan-Meier, η πιθανότητα επιβίωσης έως την ημέρα 100 μετά από την τυχαιοποίηση ήταν σημαντικά υψηλότερη για τους δέκτες ποσακοναζόλης. Αυτό το όφελος επιβίωσης φάνηκε όταν η ανάλυση έλαβε υπόψη όλα τα αίτια θανάτου (P= 0,0354), καθώς και τους σχετιζόμενους με ΔΜΛ θανάτους (P = 0,0209).
Στη Μελέτη 316, η συνολική θνησιμότητα ήταν παρόμοια (POS 25 %, FLU 28 %), ωστόσο η αναλογία των σχετιζόμενων με ΔΜΛ θανάτων ήταν σημαντικά χαμηλότερη στην ομάδα POS (4/301) σε σύγκριση με την ομάδα FLU (12/299, P= 0,0413).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική και η ασφάλεια της ποσακοναζόλης σε πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση και σε γαστροανθεκτική κόνι και διαλύτη για πόσιμο εναιώρημα έχουν αξιολογηθεί σε 115 παιδιατρικά άτομα ηλικίας 2 έως 18 ετών σε μια μη τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, ανοιχτής επισήμανσης, διαδοχική μελέτη κλιμακούμενης δόσης (Μελέτη 097).
Ανοσοκατεσταλμένα παιδιατρικά άτομα με γνωστή ή αναμενόμενη ουδετεροπενία εκτέθηκαν σε
ποσακοναζόλη στα 3,5 mg/kg, 4,5 mg/kg ή 6,0 mg/kg ημερησίως (δύο φορές ημερησίως την Ημέρα 1). Και τα 115 άτομα έλαβαν αρχικά ποσακοναζόλη σε πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση για τουλάχιστον 7 ημέρες, και 63 άτομα μεταπήδησαν σε γαστροανθεκτική κόνι και διαλύτη για πόσιμο εναιώρημα. Η μέση συνολική διάρκεια θεραπείας (πυκνό διάλυμα
ποσακοναζόλης για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση και γαστροανθεκτική κόνις και διαλύτης για πόσιμο εναιώρημα) όλων των ατόμων που έλαβαν θεραπεία ήταν 20,6 ημέρες (βλ. παράγραφο 5.2).
Η μελέτη PN104 ήταν μια μελέτη ανοιχτής επισήμανσης στην οποία εντάχθηκαν 31 παιδιατρικοί ασθενείς με πιθανή, ενδεχόμενη ή αποδεδειγμένη διηθητική ασπεργίλλωση (βάσει των ορισμών EORTC/MSG), εκ των οποίων 9 είχαν πιθανή ή αποδεδειγμένη ΔΑ. Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν σε δύο ηλικιακές ομάδες,·η διάμεση ηλικία για την ηλικιακή ομάδα 1 (n=14) ήταν 8,0 ετών (2 έως 11 έτη) και για την ηλικιακή ομάδα 2 (n=17) ήταν 14,0 ετών (12 έως 17 έτη).
Όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν αρχικά τη μορφή IV σε δόση 6 mg/kg δύο φορές την ημέρα την πρώτη ημέρα, και στη συνέχεια μία φορά την ημέρα για 7 ημέρες. Μετά από 7 ημέρες συνεχούς θεραπείας μία φορά ημερησίως, οι συμμετέχοντες μπορούσαν να μεταβούν σε δισκίο (εάν το σωματικό βάρος ήταν >40 kg, 300 mg μία φορά ημερησίως) ή σε κόνι για πόσιμο εναιώρημα (δοσολογία ανάλογα με το βάρος για ασθενείς βάρους ≤ 40 kg) για διάρκεια θεραπείας έως 12 εβδομάδες. Δώδεκα ασθενείς μετέβησαν σε δισκία ποσακοναζόλης, και 10 ασθενείς μετέβησαν σε γαστροανθεκτική κόνι ποσακοναζόλης και διαλύτη για πόσιμο εναιώρημα. Η διάμεση συνολική διάρκεια θεραπείας (εύρος) ήταν 49 ημέρες (2 έως 88 ημέρες).
Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν η συνολική κλινική ανταπόκριση (μερική ή πλήρης ανταπόκριση) έως την εβδομάδα 6 και την εβδομάδα 12 (Πλήρες Σύνολο Ανάλυσης, n=31) και η υποτροπή της διηθητικής ασπεργίλλωσης έως 28 ημέρες μετά τη θεραπεία (Πληθυσμός Ανταποκριθέντων, n=25). Το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν ευνοϊκή συνολική κλινική ανταπόκριση έως την Εβδομάδα 6 και την Εβδομάδα 12 ήταν 67,7 %, CI 95% [48,6, 83,3] και
77,4 % CI 95% [58,9, 90,4], αντίστοιχα. Δεν υπήρξαν υποτροπές στον πληθυσμό ανταποκριθέντων έως 28 ημέρες μετά τη θεραπεία.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει παραιτηθεί από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Noxafil 300 mg πυκνό διάλυμα για την παρασκευή διαλύματος προς έγχυση σε μία ή περισσότερες από τις υποομάδες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία και την πρόληψη των διηθητικών μυκητιασικών λοιμώξεων. Βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.
Κατανομή
Έπειτα από χορήγηση 300 mg πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης σε χρονικό διάστημα 90 λεπτών, η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα στο τέλος της έγχυσης ήταν 3280 ng/mL [74 % CV (συντελεστής μεταβλητότητας)]. Η ποσακοναζόλη επιδεικνύει φαρμακοκινητική εξαρτώμενη από τη δόση έπειτα από εφάπαξ και πολλαπλή χορήγηση στο εύρος της θεραπευτικής δόσης (200-300 mg). Η ποσακοναζόλη έχει όγκο κατανομής ίσο προς 261 L, υποδεικνύοντας εξωαγγειακή κατανομή.
Η ποσακοναζόλη δεσμεύεται ισχυρά από πρωτεΐνες (> 98 %), κυρίως από την αλβουμίνη του ορού. Βιομετασχηματισμός
Η ποσακοναζόλη δεν έχει κάποιον κύριο κυκλοφορούντα μεταβολίτη. Από τους κυκλοφορούντες μεταβολίτες, η πλειονότητα είναι συζευγμένα γλυκουρονίδια της ποσακοναζόλης με μικρές μόνο παρατηρούμενες ποσότητες οξειδωτικών (επαγόμενων από το CYP450) μεταβολιτών. Οι απεκκριθέντες μεταβολίτες στα ούρα και τα κόπρανα αντιστοιχούν περίπου στο 17 % της χορηγηθείσας ραδιοσημασμένης δόσης του πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης.
Αποβολή
Η ποσακοναζόλη, έπειτα από χορήγηση 300 mg πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση, αποβάλλεται αργά με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής (t½) 27 ωρών και μέση κάθαρση ίση προς 7,3 L/hr. Μετά από τη χορήγηση 14C-ποσακοναζόλης ως πόσιμο εναιώρημα, η ραδιενέργεια ανακτήθηκε κυρίως από τα κόπρανα (77 % της ραδιοσημασμένης δόσης) με το κύριο συστατικό να είναι η μητρική ένωση (66 % της ραδιοσημασμένης δόσης). Η νεφρική κάθαρση είναι μια δευτερεύουσα οδός αποβολής, με 14 % της ραδιοσημασμένης δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα
(< 0,2 % της ραδιοσημασμένης δόσης είναι η μητρική ένωση). Οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης στο πλάσμα επιτυγχάνονται έως την Ημέρα 6 με τη δόση των 300 mg (εφάπαξ ημερησίως έπειτα από δόση εφόδου δύο φορές ημερησίως την Ημέρα 1).
Οι συγκεντρώσεις της ποσακοναζόλης στο πλάσμα, έπειτα από τη χορήγηση εφάπαξ δόσης πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης, αυξήθηκαν κατά ποσοστό μεγαλύτερο από το εξαρτώμενο της δόσης, στο εύρος των 50-200 mg. Συγκριτικά, αυξήσεις εξαρτώμενες της δόσης παρατηρήθηκαν στο εύρος των 200-300 mg.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Με βάση ένα φαρμακοκινητικό πληθυσμιακό μοντέλο, που αξιολόγησε την φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης, οι συγκεντρώσεις της ποσακοναζόλης στη σταθεροποιημένη κατάσταση προβλέφθηκαν στους ασθενείς που τους χορηγήθηκε πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ή δισκία ποσακοναζόλης 300 mg μία φορά ημερησίως έπειτα από την χορήγηση δόσης
2 φορές ημερησίως την Ημέρα 1 για την θεραπεία της διηθητικής ασπεργίλλωσης και για προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις.
Πίνακας 8. Διάμεσες προβλεπόμενες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις ποσακοναζόλης (10ο εκατοστημόριο, 90ο εκατοστημόριο) στη σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα σε ασθενείς έπειτα από χορήγηση πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ή δισκίων 300 mg μία φορά ημερησίως (δύο φορές ημερησίως την Ημέρα 1)
| Σχήμα | Πληθυσμός | Cavg (ng/mL) | Cmin (ng/mL) |
| Προφύλαξη | 1.550 | 1.330 | |
| Δισκίο-(Νηστεία) | (874, 2.690) | (667, 2.400) | |
| Θεραπεία Διηθητικής | 1.780 | 1.490 | |
| Ασπεργίλλωσης | (879, 3.540) | (663, 3.230) | |
| Πυκνό διάλυμα για Παρασκευή Διαλυματος προς Έγχυση | Προφύλαξη | 1.890(1.100, 3.150) | 1.500(745, 2.660) |
| Θεραπεία ΔιηθητικήςΑσπεργίλλωσης | 2.240(1.230, 4.160) | 1.780(874, 3.620) |
Η πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση της ποσακοναζόλης σε ασθενείς προτείνει ότι η φυλή, το φύλο, η νεφρική δυσλειτουργία και η νόσος (προφύλαξη ή θεραπεία) δεν έχει σημαντικά κλινική επίδραση στην φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης.
Φύλο
Η φαρμακοκινητική του πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης είναι συγκρίσιμη σε άνδρες και γυναίκες.
Ηλικιωμένοι
Δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές στην ασφάλεια μεταξύ των γηριατρικών ασθενών και των νεαρότερων ασθενών.
Το πληθυσμιακό φαρμακοκινητικό μοντέλο του πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση και των δισκίων ποσακοναζόλης υποδηλώνει ότι η κάθαρση ποσακοναζόλης σχετίζεται με την ηλικία. Η Cavg της ποσακοναζόλης είναι γενικά συγκρίσιμη μεταξύ των νέων και των ηλικιωμένων ασθενών (ηλικίας ≥ 65 ετών), εντούτοις η Cavg αυξήθηκε κατά 11 % στους πολύ ηλικιωμένους
(ηλικίας ≥ 80 ετών). Συνεπώς, προτείνεται η στενή παρακολούθηση των πολύ ηλικιωμένων ασθενών (ηλικίας ≥ 80 ετών) για ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η φαρμακοκινητική των δισκίων ποσακοναζόλης είναι συγκρίσιμη σε νέους και ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας ≥ 65 ετών).
Φαρμακοκινητικές διαφορές με βάση την ηλικία δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Συνεπώς δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης.
Φυλή
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ανάμεσα σε διαφορετικές φυλές για το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης.
Υπήρξε μια μικρή μείωση (16 %) στην AUC και τη Cmax του πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης στα Μαύρα άτομα σε σύγκριση με τα Καυκάσια άτομα. Ωστόσο, το προφίλ ασφάλειας της ποσακοναζόλης μεταξύ των Μαύρων και των Καυκάσιων ατόμων ήταν παρόμοιο.
Σωματικό βάρος
Το πληθυσμιακό φαρμακοκινητικό μοντέλο πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση και των δισκίων ποσακοναζόλης υποδηλώνει ότι η κάθαρση ποσακοναζόλης σχετίζεται με το σωματικό βάρος. Σε ασθενείς > 120 kg, η Cavg μειώθηκε κατά 25 % και σε ασθενείς <50 kg, η Cavg αυξήθηκε κατά 19 %. Συνεπώς, προτείνεται οι ασθενείς που ζυγίζουν περισσότερο από 120 kg να παρακολουθούνται στενά για εμφάνιση μυκητιασικών λοιμώξεων.
Νεφρική δυσλειτουργία
Μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης, δεν υπήρξε επίδραση της ήπιας και μέτριας νεφρικής δυσλειτουργίας (n=18, Clcr ≥ 20 mL/min/1,73 m2) στη φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης. Συνεπώς, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (n=6, Clcr < 20 mL/min/1,73 m2), η AUC της ποσακοναζόλης ήταν εξαιρετικά μεταβλητή [> 96 % CV (συντελεστής μεταβλητότητας)] σε σύγκριση με άλλες νεφρικές ομάδες
[< 40 % CV]. Ωστόσο, καθώς η ποσακοναζόλη δεν αποβάλλεται σημαντικά από τους νεφρούς, δεν αναμένεται επίδραση της σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης και δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης. Η ποσακοναζόλη δεν απομακρύνεται με αιμοδιύλιση. Λόγω της μεταβλητότητας στην έκθεση, οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για νέες μυκητιασικές λοιμώξεις (βλ. παράγραφο 4.2).
Παρόμοιες συστάσεις ισχύουν για το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης. Ωστόσο, δεν έχει διεξαχθεί συγκεκριμένη μελέτη με το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης.
Ηπατική δυσλειτουργία
Μετά από μία εφάπαξ από στόματος δόση 400 mg πόσιμου εναιωρήματος ποσακοναζόλης σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh Τάξη A), μέτρια (Child-Pugh Τάξη B) ή σοβαρή (Child-Pugh Τάξη C) ηπατική δυσλειτουργία (έξι ανά ομάδα), η μέση AUC ήταν 1,3 έως 1,6 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με εκείνη για αντίστοιχα άτομα της ομάδας ελέγχου με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Δεν προσδιορίστηκαν μη δεσμευμένες συγκεντρώσεις και δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι υπάρχει μεγαλύτερη αύξηση στην έκθεση σε μη δεσμευμένη ποσακοναζόλη από την παρατηρούμενη αύξηση κατά 60 % στη συνολική AUC. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής (t½) παρατάθηκε από περίπου 27 ώρες σε ~43 ώρες στις αντίστοιχες ομάδες. Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια προς σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αλλά συνιστάται προσοχή λόγω του ενδεχόμενου για υψηλότερη έκθεση στο πλάσμα.
Παρόμοιες συστάσεις ισχύουν για το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης. Ωστόσο, δεν έχει διεξαχθεί συγκεκριμένη μελέτη με το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στη Μελέτη 097, oι μέσες φαρμακοκινητικές παράμετροι μετά από πολλαπλή χορήγηση δόσεων του ποσακοναζόλης σε πυκνό διάλυμα για την παρασκευή διαλύματος προς έγχυση και της ποσακοναζόλης σε γαστροανθεκτική κόνι και διαλύτη για πόσιμο εναιώρημα σε ουδετεροπενικούς παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 18 ετών προσδιορίστηκαν και παρουσιάζονται στον Πίνακα 9. Οι ασθενείς κατανεμήθηκαν σε 2 ηλικιακές ομάδες και έλαβαν δόσεις ποσακοναζόλης σε πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση και ποσακοναζόλης σε γαστροανθεκτική κόνι και διαλύτη για πόσιμο εναιώρημα στα 6 mg/kg (μέγιστο 300 mg) μία φορά ημερησίως (δύο φορές την ημέρα την Ημέρα 1) (βλ. Παράγραφο 5.1).
Πίνακας 9. Μέσος Γεωμετρικών Φαρμακοκινητικών Παραμέτρων (% geometric CV) σε Σταθεροποιημένη Κατάσταση
| Ηλικιακή Ομάδα | Τύπος δόσης | N | AUC0-24 ώρες(ng·hr/mL) | Cavg* (ng/mL) | Cmax (ng/mL) | Cmin (ng/mL) | Tmax† (hr) | CL/F‡ (L/hr) |
| 2 έως<7 έτη | IV | 17 | 31.100(48,9) | 1.300(48,9) | 3.060(54,1) | 626(104,8) | 1,75(1,57-1,83) | 3,27(49,3) |
| PFS | 7 | 23.000(47,3) | 960(47,3) | 1.510(43,4) | 542(68,8) | 4,00(2,17-7,92) | 4,60(35,2) | |
| 7 έως17 έτη | IV | 24 | 44.200(41,5) | 1.840(41,5) | 3.340(39,4) | 1.160(60,4) | 1,77(1,33-6,00) | 4,76(55,7) |
| PFS | 12 | 25.000(184,3) | 1.040(184,3) | 1.370(178,5) | 713(300,6) | 2,78(0,00-4,00) | 8,39(190,3) | |
| IV= πυκνό διάλυμα ποσακοναζόλης για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση, PFS=γαστροανθεκτική κόνις και διαλύτης για πόσιμο εναιώρημα ποσακοναζόλης, AUC0-24 = Περιοχή υπό την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου από την χρονική στιγμή 0 έως 24 hr,*Cavg = μέσες συγκεντρώσεις χρονικά σταθμισμένες (δηλ., AUC0-24ώρες/24hr),Cmax = μέγιστη παρατηρηθείσα συγκέντρωση, Cmin = ελάχιστη παρατηρηθείσα συγκέντρωση, Tmax = χρόνος της μέγιστης παρατηρηθείσας συγκέντρωσης, CL /F = φαινόμενη συνολική κάθαρση σώματος† Διάμεσο (ελάχιστο-μέγιστο)‡ Κάθαρση (CL για IV και CL/F για PFS) | ||||||||
Με βάση ένα πληθυσμιακό φαρμακοκινητικό μοντέλο που αξιολογεί την φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης και προβλέπει τις εκθέσεις σε παιδιατρικούς ασθενείς, ο στόχος έκθεσης της χρονικά σταθμισμένης μέσης συγκέντρωσης ποσακοναζόλης (Cavg) σε σταθεροποιημένη κατάσταση των κατά προσέγγιση 1.200 ng/mL και της Cavg ≥ 500 ng/mL επιτυγχάνεται στο περίπου 90 % των ασθενών με την συνιστώμενη δόση πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση ποσακοναζόλης και της γαστροανθεκτικής κόνεως και διαλύτη για πόσιμο εναιώρημα. Προσομοιώσεις, που χρησιμοποιούν το πληθυσμιακό φαρμακοκινητικό μοντέλο, προβλέπουν μία Cavg ≥ 500 ng/mL στο 90 % των παιδιατρικών ασθενών που ζυγίζουν τουλάχιστον 40 kg μετά την χορήγηση μιας δόσης
ενήλικα γαστροανθεκτικών δισκίων (300 mg δύο φορές ημερησίως την Ημέρα 1 και 300 mg μια φορά ημερησίως από την Ημέρα 2).
Η φαρμακοκινητική της ποσακοναζόλης σε πόσιμο εναιώρημα έχει αξιολογηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς. Μετά τη χορήγηση 800 mg την ημέρα ποσακοναζόλης σε πόσιμο εναιώρημα ως διαιρεμένη δόση για τη θεραπεία διηθητικών μυκητιασικών λοιμώξεων, οι μέσες συγκεντρώσεις πλάσματος κατώτατου σημείου από 12 ασθενείς ηλικίας 8 – 17 ετών (776 ng/mL) ήταν παρόμοιες με τις συγκεντρώσεις από 194 ασθενείς ηλικίας 18 – 64 ετών (817 ng/mL). Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα από παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 8 ετών. Ομοίως, στις μελέτες προφύλαξης, η μέση συγκέντρωση ποσακοναζόλης σε σταθερή κατάσταση (Cavg) ήταν συγκρίσιμη μεταξύ δέκα εφήβων (ηλικίας 13 – 17 ετών) και της Cavg που επιτεύχθηκε σε ενήλικες (≥ 18 ετών).
Στη Μελέτη 104, οι παράμετροι του μέσου πληθυσμιακού φαρμακοκινητικού μοντέλου μετά από χορήγηση πολλαπλής δόσης δισκίων ποσακοναζόλης, ποσακοναζόλης σε πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση και ποσακοναζόλης σε γαστροανθεκτική κόνι και διαλύτη για πόσιμο εναιώρημα σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως κάτω των 18 ετών που λάμβαναν ποσακοναζόλη για τη θεραπεία της διηθητικής ασπεργίλλωσης προσδιορίστηκαν και παρουσιάζονται στον Πίνακα 10. Οι ασθενείς εντάχθηκαν σε 2 ηλικιακές ομάδες (2 έως 12 ετών,·12 ετών έως
18 ετών). Βλ. παράγραφο 5.1.
Πίνακας 10: Σύνοψη γεωμετρικών μέσων φαρμακοκινητικών παραμέτρων σταθερής κατάστασης* (% γεωμετρικό CV)
| Ηλικιακή ομάδα | Τύπος Δόσης | N† | AUC0-24 ώρες(ng·hr/mL) | Cavg (ng/mL) | Cmax (ng/mL) | Cmin (ng/mL) | Tmax§(hr) | CL/F¶ (L/hr) |
| 2 έως< 12 ετών και ≤ 40 kg | IV | 9 | 61.900(49,8) | 2.580(49,8) | 3.630(30,8) | 1.710(82,2) | 1,50(1,25-1,77) | 2,56(47,8) |
| PFS | 6 | 45.200(30,2) | 1.880(30,2) | 2.220(26,5) | 1.370(41,8) | 7,00(6,40-7,20) | 3,25(34,6) | |
| 12 έως< 18 ετώνκαι> 40 kg | IV | 13 | 60.800(35,6) | 2.530(35,6) | 3.510(26,8) | 1.740(48,5) | 1,50(1,30-1,63) | 4,41(41,8) |
| Δισκίο | 10 | 47.800(52,7) | 1.990(52,7) | 2.250(48,3) | 1.580(62,6) | 7,15(6,70-7,30) | 6,27(52,7) | |
| IV = ποσακοναζόλη σε πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση, PFS = ποσακοναζόλη σε γαστροανθεκτική κόνι και διαλύτη για πόσιμο εναιώρημα, Δισκίο = ποσακοναζόλη σε γαστροανθεκτικά δισκία, AUC0-24ώρες = Περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα-χρόνου από τη χρονική στιγμή μηδέν έως 24 hr, Cavg = μέσες συγκεντρώσεις χρονικά (δηλ., AUC0-24 ώρες/24hr), Cmax = μέγιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση, Cmin = ελάχιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση στο πλάσμα, Tmax = χρόνος μέγιστης παρατηρούμενης συγκέντρωσης, CL /F = φαινομενική συνολική κάθαρση σώματος,*Εκτιμήσεις παραμέτρων που αναφέρθηκαν μόνο για N > 2 (αποκλείει ένα ασθενή ≥ 2 έως < 12που λαμβάνει δισκίο και 2 ασθενείς ≥ 12 έως < 18 ετών που λαμβάνουν PFS)† Ορισμένοι ασθενείς είχαν 2 τιμές (1 για IV δοσολογία και 1 για από στόματος δοσολογία)§ Διάμεσος (ελάχιστη-μέγιστη)¶Κάθαρση (CL για IV και CL/F για PFS ) | ||||||||
Φαρμακευτικές πληροφορίες - NOXAFIL 300MG/VIAL
Νατριούχος σουλφοβουτυλαιθερο β-κυκλοδεξτρίνη (SBECD)
Αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό δινάτριο άλας Υδροχλωρικό οξύ [για ρύθμιση του pH] Νατρίου υδροξείδιο [για ρύθμιση του pH] Ύδωρ για ενέσιμα
Το Noxafil δεν πρέπει να αραιώνεται με:
| Γαλακτικό διάλυμα Ringer |
| 5 % γλυκόζη με Γαλακτικό διάλυμα Ringer |
| 4,2 % όξινο ανθρακικό νάτριο |
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, εκτός εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
3 χρόνια
Από μικροβιολογικής άποψης, αφού αναμιχθεί, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, το διάλυμα μπορεί να διατηρηθεί μέχρι και για 24 ώρες σε ψυγείο σε θερμοκρασία 2°C-8°C. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν προορίζεται μόνο για εφάπαξ χρήση.
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C–8 °C).
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Υάλινο φιαλίδιο τύπου I κλεισμένο με ελαστικό πώμα από βρωμοβουτύλιο και σφράγιση αλουμινίου, που περιέχει 16,7 mL διαλύματος.
Μέγεθος συσκευασίας: 1 φιαλίδιο
και άλλος χειρισμός
Οδηγίες χορήγησης για το Noxafil πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση
-
Εξισορροπήστε το ψυχθέν φιαλίδιο του Noxafil σε θερμοκρασία δωματίου.
-
Μεταφέρετε άσηπτα 16,7 mL ποσακοναζόλης σε έναν ενδοφλέβιο σάκο (ή φιάλη) που περιέχει ένα συμβατό αραιωτικό μέσο (βλ. παρακάτω τον κατάλογο των αραιωτικών μέσων), χρησιμοποιώντας όγκο που να κυμαίνεται από 150 mL έως 283 mL, ανάλογα με την τελική συγκέντρωση που πρέπει να επιτευχθεί (όχι χαμηλότερη από 1 mg/mL και όχι υψηλότερη από 2 mg/mL).
-
Χορηγήστε μέσω μιας κεντρικής φλεβικής γραμμής, συμπεριλαμβανομένου ενός κεντρικού φλεβικού καθετήρα ή ενός περιφερικά εισαγόμενου κεντρικού καθετήρα (PICC), με αργή ενδοφλέβια έγχυση σε χρονικό διάστημα περίπου 90 λεπτών. Το Noxafil πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση δεν θα πρέπει να δίνεται με χορήγηση εφόδου (bolus).
-
Σε περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμος κεντρικός φλεβικός καθετήρας, μία εφάπαξ έγχυση μπορεί να χορηγηθεί μέσω περιφερικού φλεβικού καθετήρα, με τον κατάλληλο όγκο ώστε να επιτευχθεί αραίωση μέχρι τα 2 mg/mL περίπου. Όταν χορηγείται μέσω περιφερικού φλεβικού καθετήρα, η έγχυση θα πρέπει να χορηγείται σε χρονικό διάστημα περίπου 30 λεπτών. Σημείωση: Σε κλινικές μελέτες, πολλαπλές περιφερικές εγχύσεις χορηγούμενες μέσω της ίδιας φλέβας, οδήγησαν σε αντιδράσεις της θέσης έγχυσης (βλ. παράγραφο 4.8).
-
Το Noxafil προορίζεται για εφάπαξ χρήση.
Τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα μπορούν να εγχυθούν την ίδια χρονική στιγμή μέσω της ίδιας ενδοφλέβιας γραμμής (ή σωληνίσκου) με το Noxafil πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση:
| Αμικασίνη θειική |
| Κασποφουνγκίνη |
| Σιπροφλοξασίνη |
| Δαπτομυκίνη |
| Δοβουταμίνη υδροχλωρική |
| Φαμοτιδίνη |
| Φιλγραστίμη |
| Γενταμικίνη θειική |
| Υδρομορφόνη υδροχλωρική |
| Λεβοφλοξασίνη |
| Λοραζεπάμη |
| Μεροπενέμη |
| Μικαφουγκίνη |
| Μορφίνη θειική |
| Νορεπινεφρίνη διτρυγική |
| Χλωριούχο κάλιο |
| Βανκομυκίνη υδροχλωρική |
Οποιοδήποτε προϊόν που δεν αναφέρεται στον παραπάνω πίνακα δεν θα πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με το Noxafil μέσω της ίδιας ενδοφλέβιας γραμμής (ή σωληνίσκου).
Το Noxafil πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση θα πρέπει να επιθεωρείται οπτικά για σωματιδιακή ύλη πριν τη χορήγηση. Το διάλυμα του Noxafil κυμαίνεται από άχρωμο έως ανοιχτό κίτρινο. Οι διακυμάνσεις του χρώματος εντός αυτού του εύρους δεν επηρεάζουν την ποιότητα του προϊόντος.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, εκτός εκείνων που αναφέρονται παρακάτω:
5 % γλυκόζη σε νερό
0,9 %χλωριούχο νάτριο
0,45 % χλωριούχο νάτριο
5 % γλυκόζη και 0,45 % χλωριούχο νάτριο 5 % γλυκόζη και 0,9 % χλωριούχο νάτριο 5 % γλυκόζη και 20 mEq KCl