BAQSIMI NA.PD.SDC 3 MG/περιέκτη
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - BAQSIMI 3 MG/
Το Baqsimi ενδείκνυται για την αντιμετώπιση της σοβαρής υπογλυκαιμίας σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά ηλικίας 1 έτους και άνω με σακχαρώδη διαβήτη.
Δοσολογία
Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά ηλικίας 1 έτους και άνω
Η συνιστώμενη δόση είναι 3 mg γλυκαγόνης, χορηγούμενη στον ένα ρώθωνα.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση την ηλικία.
Υπάρχουν πολύ περιορισμένα δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας για ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω και δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση τη νεφρική λειτουργία.
Ήπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση την ηπατική λειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός ηλικίας 0 - < 1 έτους
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Baqsimi σε βρέφη και παιδιά ηλικίας 0 έως < 1 έτους δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Για ρινική χρήση μόνο. Η ρινική κόνις γλυκαγόνης χορηγείται στον ένα ρώθωνα. Η γλυκαγόνη απορροφάται παθητικά μέσω του ρινικού βλεννογόνου. Δεν είναι απαραίτητη η εισπνοή ή η βαθιά αναπνοή μετά τη χορήγηση.
Οι ασθενείς και οι φροντιστές τους πρέπει να καθοδηγούνται από τα σημεία και τα συμπτώματα σοβαρής υπογλυκαιμίας. Καθώς η σοβαρή υπογλυκαιμία απαιτεί τη βοήθεια άλλων για ανάρρωση, ο
ασθενής πρέπει να λάβει οδηγίες να ενημερώσει τους γύρω του για το Baqsimi και το φύλλο οδηγιών χρήσης του. Το Baqsimi πρέπει να χορηγείται το συντομότερο δυνατό, όταν διαπιστωθεί σοβαρή υπογλυκαιμία. Ο ασθενής ή ο φροντιστής πρέπει να λάβει οδηγίες να διαβάσει το φύλλο οδηγιών χρήσης. Πρέπει να τονιστούν οι ακόλουθες οδηγίες:
Οδηγίες για τη χορήγηση της ρινικής κόνεως γλυκαγόνης
-
Αφαιρέστε το πλαστικό περιτύλιγμα, τραβώντας την κόκκινη ταινία.
-
Αφαιρέστε τον περιέκτη μίας δόσης από το σωληνάριο με πώμα. Μην πιέσετε το έμβολο παρά μόνο όταν θα είστε έτοιμοι για τη χορήγηση της δόσης.
-
Κρατήστε τον περιέκτη μίας δόσης ανάμεσα στον αντίχειρα και τα δάκτυλά σας. Μην τον δοκιμάσετε πριν από τη χρήση, καθώς περιέχει μόνο μία δόση γλυκαγόνης και δεν μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί.
-
Εισάγετε το ακροφύσιο του περιέκτη μίας δόσης απαλά σε έναν από τους ρώθωνες έως ότου το(α) δάκτυλο(α) αγγίξει την εξωτερική επιφάνεια της μύτης.
-
Πιέστε το έμβολο μέχρι το τέρμα. Η δόση έχει χορηγηθεί όταν δεν φαίνεται πλέον καθόλου η πράσινη γραμμή.
-
Εάν το άτομο δεν έχει τις αισθήσεις του, γυρίστε το άτομο στο πλάι για την πρόληψη ενδεχόμενου πνιγμού.
-
Μετά τη χορήγηση της δόσης, ο φροντιστής θα πρέπει να αναζητήσει αμέσως ιατρική βοήθεια.
-
Όταν ο ασθενής έχει ανταποκριθεί στη θεραπεία, χορηγήστε υδατάνθρακες από του στόματος για την αποκατάσταση του γλυκογόνου στο ήπαρ και την πρόληψη της επανεμφάνισης της υπογλυκαιμίας.
Για ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, βλ. παράγραφο 4.4.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Φαιοχρωμοκύττωμα (βλ. παράγραφο 4.4).
Φαιοχρωμοκύττωμα
Σε περίπτωση παρουσίας φαιοχρωμοκυττώματος, η γλυκαγόνη μπορεί να διεγείρει την απελευθέρωση κατεχολαμινών από τον όγκο. Εάν ο ασθενής παρουσιάσει σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης, η χρήση ενός μη εκλεκτικού α-αδρενεργικού αποκλειστή έχει καταδειχθεί ότι είναι αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Το Baqsimi αντενδείκνυται σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύττωμα (βλ. παράγραφο 4.3).
Ινσουλίνωμα
Σε ασθενείς με ινσουλίνωμα, η χορήγηση γλυκαγόνης μπορεί να οδηγήσει αρχικά σε αύξηση των επιπέδων γλυκόζης αίματος. Ωστόσο, η χορήγηση γλυκαγόνης μπορεί να διεγείρει άμεσα ή έμμεσα (μέσω μίας αρχικής αύξησης των επιπέδων γλυκόζης αίματος) υπερβολική απελευθέρωση ινσουλίνης από ένα ινσουλίνωμα και να προκαλέσει υπογλυκαιμία. Ένας ασθενής που αναπτύσσει συμπτώματα υπογλυκαιμίας μετά τη λήψη μίας δόσης γλυκαγόνης θα πρέπει να λάβει γλυκόζη από του στόματος ή ενδοφλεβίως.
Υπερευαισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις
Μπορεί να εκδηλωθούν αλλεργικές αντιδράσεις, οι οποίες έχουν αναφερθεί με τη χορήγηση ενέσιμης γλυκαγόνης και περιλαμβάνουν γενικευμένο εξάνθημα και, σε κάποιες περιπτώσεις, αναφυλακτικό σοκ με αναπνευστικές δυσκολίες, καθώς και υπόταση. Εάν ο ασθενής αντιμετωπίσει δυσκολία στην αναπνοή, ζητήστε άμεση ιατρική βοήθεια.
Αποθήκες γλυκογόνου και υπογλυκαιμία
Η γλυκαγόνη είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας μόνο εάν υφίσταται επαρκής παρουσία γλυκογόνου στο ήπαρ. Επειδή η γλυκαγόνη παρέχει λίγη ή καθόλου βοήθεια σε καταστάσεις ασιτίας, επινεφριδιακής ανεπάρκειας, χρόνιας κατάχρησης αλκοόλ ή χρόνιας υπογλυκαιμίας, αυτές οι παθήσεις θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με χορήγηση γλυκόζης.
Για την πρόληψη της επανεμφάνισης της υπογλυκαιμίας, θα πρέπει να χορηγούνται υδατάνθρακες από του στόματος για την αποκατάσταση του γλυκογόνου στο ήπαρ, όταν ο ασθενής έχει ανταποκριθεί στη θεραπεία.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων. Ινσουλίνη
Η ινσουλίνη δρα ανταγωνιστικά προς τη γλυκαγόνη. Ινδομεθακίνη
Όταν χρησιμοποιείται μαζί με ινδομεθακίνη, η γλυκαγόνη μπορεί να απωλέσει την ικανότητα αύξησης των επιπέδων γλυκόζης αίματος ή μπορεί ακόμη και να προκαλέσει υπογλυκαιμία.
B-αποκλειστές
Οι ασθενείς που λαμβάνουν β-αποκλειστές αναμένεται να έχουν μεγαλύτερη αύξηση τόσο των σφυγμών όσο και της αρτηριακής πίεσης, μία αύξηση η οποία θα είναι παροδική λόγω του μικρού χρόνου ημίσειας ζωής της γλυκαγόνης.
Η θεραπεία με γλυκαγόνη έχει ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση κατεχολαμινών από τα επινεφρίδια, ενώ η συγχορήγηση β-αποκλειστών θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεμπόδιστη διέγερση των α-αδρενεργικών υποδοχέων και κατά συνέπεια σε μεγαλύτερη αύξηση της αρτηριακής πίεσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Βαρφαρίνη
Η γλυκαγόνη μπορεί να αυξήσει την αντιπηκτική δράση της βαρφαρίνης.
Κύηση
Μελέτες αναπαραγωγής και γονιμότητας με ρινική κόνιν γλυκαγόνης δεν διεξήχθησαν σε ζώα.
Το Baqsimi μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η γλυκαγόνη δεν διαπερνά τον ανθρώπινο πλακουντιακό φραγμό. Η χρήση γλυκαγόνης έχει αναφερθεί σε έγκυες γυναίκες με διαβήτη και δεν υπάρχουν γνωστές επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την πορεία της εγκυμοσύνης και την υγεία του εμβρύου και του νεογνού.
Θηλασμός
Το Baqsimi μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Η γλυκαγόνη απομακρύνεται από την κυκλοφορία του αίματος πολύ γρήγορα και κατά συνέπεια, η ποσότητα που απεκκρίνεται στο γάλα μητέρων που θηλάζουν μετά τη θεραπεία σοβαρών υπογλυκαιμικών αντιδράσεων αναμένεται να
είναι εξαιρετικά μικρή. Καθώς η γλυκαγόνη αποδομείται στην πεπτική οδό και δεν μπορεί να απορροφηθεί στην ολική μορφή της, δεν θα εκλύει οποιαδήποτε μεταβολική επίδραση στο παιδί.
Γονιμότητα
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες γονιμότητας με τη ρινική κόνιν γλυκαγόνης.
Μελέτες σε αρουραίους έχουν καταδείξει ότι η γλυκαγόνη δεν προκαλεί διαταραχή της γονιμότητας.
ν
Το Baqsimi έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Η ικανότητα του ασθενούς να συγκεντρώνεται και να αντιδρά μπορεί να επηρεαστεί ως αποτέλεσμα της υπογλυκαιμίας, η οποία μπορεί να εμμένει για σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη λήψη θεραπείας. Αυτό μπορεί να είναι επικίνδυνο σε καταστάσεις όπου αυτές οι ικανότητες είναι ιδιαίτερα σημαντικές, όπως η οδήγηση ή η χρήση μηχανημάτων.
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η αυξημένη δακρύρροια (36%), ο ερεθισμός της ανώτερης αναπνευστικής οδού (34%), η ναυτία (27%), η κεφαλαλγία (21%) και ο έμετος (16%).
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται στον πίνακα 1 σύμφωνα με τον προτιμώμενο όρο κατά MedDRA ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Η αντίστοιχη κατηγορία συχνότητας για κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια βασίζεται στην ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000).
Πίνακας 1. Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών της ρινικής κόνεως γλυκαγόνης
| Κατηγορία/ οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Δυσγευσία | |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Δακρύρροια αυξημένη | Υπεραιμία του οφθαλμούΚνησμός οφθαλμού | |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Ερεθισμός της ανώτερης αναπνευστικής οδούα | ||
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Έμετος Ναυτία | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός | ||
| Παρακλινικές Εξετάσεις | Αυξημένη συστολική αρτηριακή πίεση του αίματοςβ Αυξημένη διαστολική αρτηριακή πίεσητου αίματοςβ | Αυξημένος καρδιακός ρυθμόςβ |
α Ερεθισμός ανώτερης αναπνευστικής οδού: ρινόρροια, ρινικές ενοχλήσεις, ρινική συμφόρηση, ρινικός κνησμός, πταρμός, ερεθισμός του λαιμού, βήχας, επίσταξη και παροσμία.
β Αυξήσεις στον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση: όπως αξιολογείται από τις μετρήσεις των ζωτικών σημείων.
Οι συχνότητες βασίζονται σε μετατοπίσεις από τις τιμές πριν από τη θεραπεία στις τιμές μετά τη θεραπεία.
Ανοσογονικότητα
Συνολικά, 5,6% των ασθενών ανέπτυξαν αντισώματα κατά της γλυκαγόνης που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Αυτά τα αντισώματα δεν ήταν εξουδετερωτικά και δεν μείωσαν την αποτελεσματικότητα της γλυκαγόνης, ούτε σχετίστηκαν με την ανάπτυξη ανεπιθύμητων ενεργειών που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Με βάση δεδομένα από κλινικές δοκιμές, η συχνότητα, ο τύπος και η βαρύτητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν σε παιδιά ηλικίας 1 έτους και άνω αναμένεται να είναι παρόμοια με τους ενήλικες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Εάν προκύψει υπερδοσολογία, ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει ναυτία, έμετο, αναστολή της κινητικότητας της γαστρεντερικής οδού, αύξηση της αρτηριακής πίεσης και του καρδιακού σφυγμού. Σε περίπτωση πιθανολογούμενης υπερδοσολογίας, τα επίπεδα καλίου στον ορό μπορεί να μειωθούν
και θα πρέπει να παρακολουθούνται και να διορθώνονται, εάν είναι απαραίτητο. Εάν ο ασθενής παρουσιάσει σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης, η χρήση ενός μη εκλεκτικού α-αδρενεργικού αποκλειστή έχει καταδειχθεί ότι είναι αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης για το σύντομο χρονικό διάστημα που θα ήταν απαραίτητος ο έλεγχός της (βλ. παράγραφο 4.4).
Φαρμακολογικές ιδιότητες - BAQSIMI 3 MG/
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παγκρεατικές ορμόνες, γλυκογονολυτικές ορμόνες, κωδικός ATC: H04AA01
Μηχανισμός δράσης
Η γλυκαγόνη αυξάνει τη συγκέντρωση της γλυκόζης αίματος μέσω της ενεργοποίησης των ηπατικών υποδοχέων γλυκαγόνης, διεγείροντας έτσι την αποδόμηση του γλυκογόνου και την απελευθέρωση γλυκόζης από το ήπαρ. Οι αποθήκες γλυκογόνου στο ήπαρ είναι απαραίτητες προκειμένου η γλυκαγόνη να έχει αντί-υπογλυκαιμική δράση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το φύλο και το σωματικό βάρος δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοδυναμική της ρινικής κόνεως γλυκαγόνης.
Μετά τη χορήγηση 3 mg ρινικής κόνεως γλυκαγόνης σε ενήλικους ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, τα επίπεδα γλυκόζης ξεκίνησαν να αυξάνονται ήδη από τα 5 λεπτά (βλέπε εικόνα 1). Έως τα 10 λεπτά, τα διάμεσα επίπεδα γλυκόζης ήταν άνω των 3,9 mmol/L (70 mg/dL). Η μέση μέγιστη αύξηση γλυκόζης ήταν 7,8 mmol/L (140 mg/dL).
Σε παιδιατρικούς ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 (ηλικίας 1 έως < 17 ετών), μετά τη χορήγηση 3 mg ρινικής κόνεως γλυκαγόνης, τα επίπεδα γλυκόζης ξεκίνησαν να αυξάνονται ήδη από τα 5 λεπτά, με μία μέση μέγιστη αύξηση γλυκόζης από 5,7 mmol/L (102 mg/dL) έως 7,7 mmol/L (138 mg/dL). Η μέση μέγιστη αύξηση της γλυκόζης από την αρχική τιμή ήταν 7,33 mmol/L (132 mg/dL) (1 έως <4 ετών), 7,67 mmol/L (138 mg/dL) (4 έως <8 ετών), 7,39 mmol/L (133 mg/dL) (8 έως <12 ετών) και
5,67 mmol/L (102 mg/dL) (12 έως <17 ετών) (Εικόνα 2).
Το κοινό κρυολόγημα με ρινική συμφόρηση με ή χωρίς συγχορήγηση ενός αποσυμφορητικού δεν είχε αντίκτυπο στη φαρμακοδυναμική της ρινικής κόνεως γλυκαγόνης.
Εικόνα 1. Μέση συγκέντρωση γλυκόζης σε συνάρτηση με τον χρόνο σε ενήλικους ασθενείς με διαβήτη τύπου 1
Εικόνα 2. Μέση συγκέντρωση γλυκόζης σε συνάρτηση με τον χρόνο σε παιδιατρικούς ασθενείς με διαβήτη τύπου 1
―― 1 έως <4 ετών
―― 4 έως <8 ετών
―▲― 8 έως <12 ετών
―― 12 έως <17 ετών
252
234
216
198
180
162
Μέση γλυκόζη (mg/dL)
144
126
108
90
72
54
36
18
0
0 10 20 30 40 50 60 70 80 90
Χρόνος (λεπτά)
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η εγκριτική μελέτη για τους ενήλικες ήταν μία τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, ανοικτού σχεδιασμού, 2 περιόδων, διασταυρούμενη μελέτη σε ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 ή διαβήτη τύπου 2. Ο κύριος στόχος ήταν η σύγκριση της αποτελεσματικότητας μίας εφάπαξ δόσης 3 mg ρινικής κόνεως γλυκαγόνης έναντι μίας δόσης 1 mg ενδομυϊκής γλυκαγόνης σε ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου
1. Η ινσουλίνη χρησιμοποιήθηκε για τη μείωση των επιπέδων γλυκόζης αίματος στο υπογλυκαιμικό εύρος με στοχευόμενα κατώτατα επίπεδα γλυκόζης αίματος < 2,8 mmol/L (< 50 mg/dL).
Στην εγκριτική μελέτη εντάχθηκαν συνολικά 83 ασθενείς ηλικίας 18 έως < 65 ετών. Εβδομήντα επτά ασθενείς είχαν διαβήτη τύπου 1, με μέση ηλικία τα 32,9 έτη και μέση διάρκεια του διαβήτη τα
18,1 έτη, ενώ 45 (58%) ασθενείς ήταν γυναίκες. Η μέση ηλικία των ασθενών με διαβήτη τύπου
2 (N = 6) ήταν τα 47,8 έτη, με μέση διάρκεια του διαβήτη τα 18,8 έτη, ενώ 4 (67%) ασθενείς ήταν γυναίκες.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η αναλογία των ασθενών που είχαν επιτυχία της θεραπείας, η οποία οριζόταν είτε ως αύξηση των επιπέδων γλυκόζης αίματος σε
≥ 3,9 mmol/L (≥ 70 mg/dL) είτε ως αύξηση κατά ≥ 1,1 mmol/L (≥ 20 mg/dL) από τα κατώτατα επίπεδα γλυκόζης εντός 30 λεπτών μετά τη λήψη της γλυκαγόνης της μελέτης, χωρίς να ληφθούν επιπρόσθετα μέτρα για την αύξηση των επιπέδων γλυκόζης αίματος. Τα κατώτατα επίπεδα γλυκόζης ορίζονταν ως η ελάχιστη μέτρηση γλυκόζης κατά το χρονικό σημείο της χορήγησης γλυκαγόνης ή εντός 10 λεπτών μετά τη χορήγηση γλυκαγόνης.
Για τους ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, τα μέσα κατώτατα επίπεδα γλυκόζης αίματος ήταν 2,5 mmol/L (44,2 mg/dL) για τη ρινική κόνιν γλυκαγόνης και 2,7 mmol/L (48,9 mg/dL) για την ενδομυϊκή γλυκαγόνη. Η ρινική κόνις γλυκαγόνης επέδειξε μη κατωτερότητα έναντι της ενδομυϊκής γλυκαγόνης ως προς την αναστροφή της προκαλούμενης από την ινσουλίνη υπογλυκαιμίας, με το 98,7% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ρινική κόνιν γλυκαγόνης και το 100 % των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ενδομυϊκή γλυκαγόνη να έχουν επιτυχία της θεραπείας εντός 30 λεπτών (βλέπε πίνακα 2). Όλοι οι ασθενείς ικανοποίησαν τα κριτήρια επιτυχίας της θεραπείας ως προς τα επίπεδα γλυκόζης εντός 40 λεπτών. Όλοι οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 (100 %) είχαν επιτυχία της θεραπείας εντός
30 λεπτών.
Ο μέσος χρόνος έως την επιτυχία της θεραπείας ήταν 16,2 και 12,2 λεπτά στις ομάδες θεραπείας της ρινικής κόνεως γλυκαγόνης και της ενδομυϊκής γλυκαγόνης 1 mg, αντίστοιχα. Ο χρόνος έως την επιτυχία της θεραπείας αντιπροσωπεύει τον χρόνο από τη χορήγηση της γλυκαγόνης έως την επιτυχία της θεραπείας για τον ασθενή. Δεν περιλαμβάνει τον χρόνο για την ανασύσταση και την προετοιμασία της ενδομυϊκής ένεσης στην ομάδα ελέγχου.
Έως τα 30 λεπτά μετά τη χορήγηση γλυκαγόνης, οι ασθενείς τόσο στην ομάδα της ρινικής κόνεως γλυκαγόνης όσο και στην ομάδα της ενδομυϊκής γλυκαγόνης είχαν παρόμοια βελτίωση στα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας, όπως αξιολογήθηκε από το Ερωτηματολόγιο Συμπτωμάτων Υπογλυκαιμίας Edinburgh.
Πίνακας 2. Ασθενείς που πληρούσαν τα κριτήρια επιτυχίας της θεραπείας και άλλα κριτήρια σχετικά με τη γλυκόζη στην εγκριτική μελέτη
| Διαβήτης τύπου 1 (N = 75)α | Διαβήτης τύπου 1 και τύπου 2 (N = 80)α | |||
| ρινική κόνις γλυκαγόνης3 mg | ενδομυϊκή γλυκαγόνη 1 mg | ρινική κόνις γλυκαγόνης3 mg | ενδομυϊκή γλυκαγόνη 1 mg | |
| Επιτυχία θεραπείας – Ν (%) | 74 (98,7%) | 75 (100%) | 79 (98,8%) | 80 (100%) |
| Θεραπευτική διαφορά(αμφίπλευρο διάστημα εμπιστοσύνης 95 %) β,γ | 1,3% (-3,8%, 7,2%) | 1,3% (-3,6%, 6,8%) | ||
| Ικανοποίηση κριτηρίου γλυκόζης – Ν (%)δ | ||||
| (i) ≥ 3,9 mmol/L (≥ 70 mg/dL) | 72 (97%) | 74 (99%) | 77 (97%) | 79 (99%) |
| (ii) Αύξηση κατά ≥ 1,1 mmol/L (≥ 20 mg/dL) από τα κατώταταεπίπεδα | 74 (100%) | 75 (100%) | 79 (100%) | 80 (100%) |
| Και (i) και (ii) | 72 (97%) | 74 (99%) | 77 (97%) | 79 (99%) |
α Ο πληθυσμός ανάλυσης αποτελεσματικότητας αποτελούνταν από όλους τους ασθενείς που έλαβαν και τις δύο δόσεις του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης και είχαν αξιολογήσιμη κύρια έκβαση. β Η διαφορά υπολογίστηκε ως εξής: (ποσοστό με επιτυχία στη θεραπεία με ενδομυϊκή γλυκαγόνη) – (ποσοστό με επιτυχία στη θεραπεία με ρινική κόνιν γλυκαγόνης).
γ Αμφίπλευρο διάστημα εμπιστοσύνης (CI) 95% με τη χρήση της μεθόδου προσδιορισμού προφίλ πιθανότητας χωρίς δέσμευση (unconditional profile likelihood method) με βάση τα «ακριβή» άκρα της κατανομής, περιθώριο μη κατωτερότητας = 10%.
δ Ποσοστό που βασίζεται στον αριθμό ασθενών που είχαν επιτυχία στη θεραπεία.
Σε μία κλινική επιβεβαιωτική μελέτη με παρόμοιο σχεδιασμό, εντάχθηκαν 70 ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, με μέση ηλικία τα 41,7 έτη (20-64 έτη) και μέση διάρκεια διαβήτη τα 19,8 έτη. Οι 27 (39 %) ήταν γυναίκες. Χρησιμοποιήθηκε ινσουλίνη για τη μείωση των επιπέδων γλυκόζης αίματος σε
< 3,3 mmol/L (< 60 mg/dL).
Τα μέσα κατώτατα επίπεδα γλυκόζης αίματος ήταν 3,0 mmol/L (54,2 mg/dL) για τη ρινική κόνιν γλυκαγόνης και 3,1 mmol/L (55,7 mg/dL) για την ενδομυϊκή γλυκαγόνη. Η ρινική κόνις γλυκαγόνης επέδειξε μη κατωτερότητα έναντι της ενδομυϊκής γλυκαγόνης ως προς την αναστροφή της προκαλούμενης από την ινσουλίνη υπογλυκαιμίας, με το 100% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ρινική κόνιν γλυκαγόνης και το 100% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ενδομυϊκή γλυκαγόνη να έχουν επιτυχία της θεραπείας (βλέπε πίνακα 3). Ο μέσος χρόνος έως την επιτυχία της θεραπείας ήταν 11,4 και 9,9 λεπτά στις ομάδες θεραπείας της ρινικής κόνεως γλυκαγόνης και της ενδομυϊκής γλυκαγόνης 1 mg, αντίστοιχα.
Πίνακας 3. Ασθενείς που πληρούσαν τα κριτήρια επιτυχίας της θεραπείας και άλλα κριτήρια σχετικά με τη γλυκόζη στην επιβεβαιωτική μελέτη
| Διαβήτης τύπου 1 (N = 66)α | ||
| ρινική κόνις γλυκαγόνης 3 mg | ενδομυϊκή γλυκαγόνη 1 mg | |
| Επιτυχία θεραπείας – Ν (%) | 66 (100%) | 66 (100%) |
| Θεραπευτική διαφορά (αμφίπλευρο διάστημα εμπιστοσύνης 95 %)β,γ | 0% (-5,4%, 5,4%) | |
| Ικανοποίηση κριτηρίου γλυκόζης – Ν (%) | ||
| (i) ≥ 3,9 mmol/L (≥ 70 mg/dL) | 66 (100%) | 66 (100%) |
| (ii) Αύξηση κατά ≥ 1,1 mmol/L (≥ 20 mg/dL) από τα | ||
| κατώτατα επίπεδα | 66 (100%) | 66 (100%) |
| Και (i) και (ii) | 66 (100%) | 66 (100%) |
α Ο πληθυσμός ανάλυσης αποτελεσματικότητας αποτελούνταν από όλους τους ασθενείς που έλαβαν και τις δύο δόσεις του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης και είχαν αξιολογήσιμη κύρια έκβαση.
β Η διαφορά υπολογίστηκε ως εξής (ποσοστό με επιτυχία στη θεραπεία με ενδομυϊκή γλυκαγόνη) – (ποσοστό με επιτυχία στη θεραπεία με ρινική κόνιν γλυκαγόνης), περιθώριο μη κατωτερότητας
= 10%.
γ Αμφίπλευρο διάστημα εμπιστοσύνης (CI) 95% με τη χρήση της μεθόδου προσδιορισμού προφίλ πιθανότητας χωρίς δέσμευση (unconditional profile likelihood method) με βάση τα «ακριβή» άκρα της κατανομής.
Σε μία μελέτη πραγματικής χρήσης σε ενήλικες με διάρκεια περίπου 6 μήνες, σε 129 ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 (μέση ηλικία: 46,6 έτη, εύρος: 18 έως 71 έτη) και τους φροντιστές τους, διανεμήθηκε ρινική κόνις γλυκαγόνης για την αντιμετώπιση μέτριων ή σοβαρών υπογλυκαιμικών επεισοδίων στο οικιακό ή το επαγγελματικό περιβάλλον. Συνολικά 157 συμβάντα μέτριας ή σοβαρής υπογλυκαιμίας που αναφέρθηκαν από 69 ασθενείς συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση αποτελεσματικότητας. Ένα επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας οριζόταν ως επεισόδιο όπου το άτομο με διαβήτη βρισκόταν σε κατάσταση λειτουργικής ανικανότητας (δηλαδή είχε απώλεια αισθήσεων, σπασμούς, σοβαρό διανοητικό αποπροσανατολισμό) έως και του σημείου όπου το άτομο είχε ανάγκη βοήθειας από τρίτους για την αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας. Ένα επεισόδιο μέτριας υπογλυκαιμίας οριζόταν ως επεισόδιο όπου το άτομο με διαβήτη παρουσίαζε νευρογλυκοπενικά σημεία (δηλαδή αδυναμία, δυσκολία στην ομιλία, διπλή όραση, νωθρότητα, αδυναμία συγκέντρωσης, θολή όραση, άγχος, πείνα, κούραση ή σύγχυση) και είχε μέτρηση μέσω μετρητή αυτοπαρακολούθησης γλυκόζης περίπου ίση με 60 mg/dL (3,3 mmol/L) και κάτω. Σε 151 (96,2%) από αυτά τα επεισόδια, οι ασθενείς αφυπνίστηκαν ή επανήλθαν στη φυσιολογική κατάσταση εντός 30 λεπτών μετά τη χορήγηση της ρινικής κόνεως γλυκαγόνης. Και στα 12 (100%) σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια, οι ασθενείς αφυπνίστηκαν, έπαψαν να έχουν σπασμούς (7 συμβάντα από 4 ασθενείς που εμφάνισαν σπασμούς πριν από τη χορήγηση ρινικής κόνεως γλυκαγόνης) ή επανήλθαν στη φυσιολογική κατάσταση εντός 5 έως
15 λεπτών μετά τη χορήγηση της ρινικής κόνεως γλυκαγόνης. Παιδιατρικός πληθυσμός
Η παιδιατρική εγκριτική μελέτη ήταν μία τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική κλινική μελέτη που αξιολόγησε τη ρινική κόνιν γλυκαγόνης σε σύγκριση με την ενδομυϊκή γλυκαγόνη σε παιδιά και εφήβους με διαβήτη τύπου 1. Η γλυκαγόνη χορηγήθηκε αφού η γλυκόζη έφθασε σε επίπεδα
< 4,4 mmol/L (< 80 mg/dL) την ημέρα της χορήγησης. Η αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε με βάση το ποσοστό των ασθενών με αύξηση γλυκόζης ≥ 1,1 mmol/L (≥ 20 mg/dL) από τα κατώτατα επίπεδα γλυκόζης εντός 30 λεπτών μετά τη χορήγηση γλυκαγόνης.
Σαράντα οκτώ ασθενείς εντάχθηκαν στη μελέτη και έλαβαν τουλάχιστον μία δόση του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης. Η μέση ηλικία στην ομάδα μικρών παιδιών (ηλικίας 4 έως < 8 ετών) ήταν τα 6,5 έτη. Στην ομάδα των παιδιών (ηλικίας 8 έως < 12 ετών), η μέση ηλικία ήταν τα 11,1 έτη και στην ομάδα των εφήβων (ηλικίας 12 έως < 17 ετών) η μέση ηλικία ήταν τα 14,6 έτη. Σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, ο πληθυσμός ήταν κατά κύριο λόγο αγόρια και λευκοί.
Σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, η χορήγηση 3 mg ρινικής κόνεως γλυκαγόνης και η χορήγηση ενδομυϊκής γλυκαγόνης 0,5 mg (σε παιδιά βάρους κάτω των 25 kg) ή 1 mg (σε παιδιά βάρους 25 kg και άνω), επέδειξαν παρόμοιες γλυκαιμικές απαντήσεις. Όλοι οι ασθενείς (100%) και στα δύο θεραπευτικά σκέλη, σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, πέτυχαν αύξηση της γλυκόζης κατά ≥ 1,1 mmol/L (≥ 20 mg/dL) από τα κατώτατα επίπεδα γλυκόζης εντός 20 λεπτών από τη χορήγηση γλυκαγόνης.
Ο μέσος χρόνος έως την επίτευξη αύξησης της γλυκόζης κατά ≥ 1,1 mmol/L (≥ 20 mg/dL) ήταν παρόμοιος ανάμεσα στη ρινική κόνιν γλυκαγόνης και την ενδομυϊκή γλυκαγόνη για όλες τις ηλικιακές ομάδες (βλέπε πίνακα 4).
Πίνακας 4. Μέσος χρόνος έως την επίτευξη αύξησης της γλυκόζης κατά ≥ 1,1 mmol/L (≥ 20 mg/dL) από τα κατώτατα επίπεδα στην παιδιατρική εγκριτική μελέτη
| Αύξηση από τα κατώτατα επίπεδα | Μέσος χρόνος μετά τη χορήγηση γλυκαγόνης (λεπτά) | |||||
| Μικρά παιδιά (ηλικίας 4 έως< 8 ετών) | Παιδιά (ηλικίας 8 έως< 12 ετών) | Έφηβοι(ηλικίας 12 έως < 17 ετών) | ||||
| ενδομυϊκή γλυκαγόνηα N = 6 | ρινική κόνις γλυκαγόνης 3 mgN = 12 | ενδομυϊκή γλυκαγόνηα N = 6 | ρινική κόνις γλυκαγόνης 3 mgN = 12 | ενδομυϊκή γλυκαγόνηα N = 12 | ρινική κόνις γλυκαγόνης 3 mgN = 12 | |
| ≥ 1,1 mmol/L(≥ 20 mg/dL) | 10,0 | 10,8 | 12,5 | 11,3 | 12,5 | 14,2 |
α 0,5 mg ή 1 mg ενδομυϊκής γλυκαγόνης (με βάση το σωματικό βάρος).
Σε μία παιδιατρική μελέτη πραγματικής χρήσης με διάρκεια περίπου 6 μήνες, σε 26 ασθενείς ηλικίας 4 έως < 18 ετών με διαβήτη τύπου 1 (μέση ηλικία: 11,7 έτη, εύρος: 5 έως 17 έτη) και τους φροντιστές τους, διανεμήθηκε 3 mg ρινική κόνις γλυκαγόνης για την αντιμετώπιση μέτριων ή και μειζόνων υπογλυκαιμικών επεισοδίων στο οικιακό ή το σχολικό περιβάλλον. Συνολικά 33 συμβάντα μέτριας υπογλυκαιμίας που αναφέρθηκαν από 14 ασθενείς συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση αποτελεσματικότητας. Ένα επεισόδιο μείζονος υπογλυκαιμίας οριζόταν ως επεισόδιο με νευρογλυκοπενικά συμπτώματα και επίπεδα γλυκόζης κάτω των 50 mg/dL (2,8 mmol/L). Ένα επεισόδιο μέτριας υπογλυκαιμίας ορίζεται ως επεισόδιο όπου το παιδί /ο έφηβος με διαβήτη έχει νευρογλυκοπενικά συμπτώματα ή/και σημεία και επίπεδα γλυκόζης αίματος ≤ 70 mg/dL (3,9 mmol/L) με βάση ένα δείγμα αίματος που συλλέχθηκε κατά το χρονικό σημείο της θεραπείας ή κοντά σε αυτό. Σε όλα τα επεισόδια, συμπεριλαμβανομένης της μείζονος υπογλυκαιμίας (8 επεισόδια από
5 ασθενείς), οι ασθενείς επανήλθαν στη φυσιολογική κατάσταση εντός 5 έως 30 λεπτών μετά τη χορήγηση της ρινικής κόνεως γλυκαγόνης.
Σε μια παιδιατρική, ανοιχτής επισήμανσης, πολυκεντρική μελέτη Φάσης 1, αξιολογήθηκε η ασφάλεια και η ανεκτικότητα μιας εφάπαξ δόσης 3 mg ρινικής γλυκαγόνης (NG) σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως < 4 ετών με διαβήτη τύπου 1. Συμμετείχαν επτά ασθενείς, όλοι έλαβαν την προγραμματισμένη δόση των 3 mg του φαρμάκου της μελέτης και ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Στους συμμετέχοντες συστήθηκε να μείνουν νηστικοί όλη τη νύχτα πριν από τη χορήγηση, για να επιτευχθεί το εύρος-στόχος γλυκόζης αίματος από 70 έως 140 mg/dL (3,9 έως 7,8 mmol/L) κατά τη χορήγηση. Η αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε με βάση το ποσοστό των ασθενών με αύξηση γλυκόζης ≥ 1,1 mmol/L (20 mg/dL) από τα κατώτατα επίπεδα γλυκόζης εντός 30 λεπτών μετά τη χορήγηση του
Baqsimi. Όλοι (100%) οι ασθενείς πέτυχαν αύξηση γλυκόζης ≥ 1,1 mmol/L (20 mg/dL) από τα κατώτατα επίπεδα γλυκόζης εντός 30 λεπτών από τη χορήγηση γλυκαγόνης. Ο μέσος χρόνος για την επίτευξη αύξησης της γλυκόζης ≥ 1,1 mmol/L (20 mg/dL) για το Baqsimi ήταν 15,6 λεπτά (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της γλυκαγόνης μέσω της ρινικής οδού πέτυχε τα μέσα ανώτατα επίπεδα στο πλάσμα των 6.130 pg/mL στα 15 λεπτά.
Κατανομή
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της γλυκαγόνης ήταν κατά προσέγγιση 885 L μέσω της ρινικής οδού. Βιομετασχηματισμός
Η γλυκαγόνη είναι γνωστό ότι αποδομείται στο ήπαρ, τους νεφρούς και το πλάσμα. Αποβολή
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της γλυκαγόνης ήταν περίπου 38 λεπτά μέσω της ρινικής οδού. Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες για την αξιολόγηση των ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία. Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες για την αξιολόγηση των ασθενών με ηπατική δυσλειτουργία. Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 1 έως < 17 ετών), η απορρόφηση της γλυκαγόνης μέσω της ρινικής οδού πέτυχε τα μέσα ανώτατα επίπεδα στο πλάσμα σε διάστημα μεταξύ 10 και 20 λεπτών.
Κοινό κρυολόγημα και χρήση αποσυμφορητικού
Με βάση κλινικά δεδομένα σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς, δεν αναμένεται σημαντική επίδραση στην ανταπόκριση σε περίπτωση αδυναμίας καθαρισμού των ρινικών διόδων, όπως στην περίπτωση μικρών παιδιών με ρινική καταρροή, επειδή η έκθεση στη γλυκαγόνη είναι επαρκής για να προκαλέσει σχεδόν μέγιστη απόκριση στη γλυκόζη, παρά το κοινό κρυολόγημα ή/και τη ρινική συμφόρηση.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - BAQSIMI 3 MG/
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C.
Φυλάσσετε τον περιέκτη μίας δόσης στο σωληνάριο με πώμα και πλαστικό περιτύλιγμα έως ότου είστε έτοιμοι να το χρησιμοποιήσετε για να προστατεύεται από την υγρασία.
Ο περιέκτης μίας δόσης είναι κατασκευασμένος από πολυαιθυλένιο και πολυπροπυλένιο.
Το σωληνάριο με πώμα και πλαστικό περιτύλιγμα είναι κατασκευασμένο από πολυαιθυλένιο και πολυπροπυλένιο που περιέχει αποξηραντικό.
Μεγέθη συσκευασίας 1 ή 2 περιέκτες μίας δόσης. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Χειρισμός
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν είναι έτοιμο για χρήση και για μία μόνο χρήση.
Ο περιέκτης μίας δόσης περιέχει μία μόνο δόση και κατά συνέπεια δεν θα πρέπει να τον
«προετοιμάζετε» ή να τον δοκιμάζετε πριν από τη χρήση.
Οι οδηγίες χρήσης του φαρμακευτικού προϊόντος στο φύλλο οδηγιών χρήσης θα πρέπει να ακολουθούνται προσεκτικά.
Εάν το σωληνάριο με πώμα έχει ανοιχτεί, ο περιέκτης μίας δόσης μπορεί να έχει εκτεθεί σε υγρασία. Αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα το φαρμακευτικό προϊόν να μην έχει την αναμενόμενη δράση. Εξετάζετε περιοδικά το πλαστικό περιτύλιγμα του σωληναρίου με πώμα. Εάν το σωληνάριο με πώμα έχει ανοιχτεί, αντικαταστήστε το φαρμακευτικό προϊόν.
Απόρριψη
Απορρίψτε τον περιέκτη μίας δόσης γλυκαγόνης και το σωληνάριο με πώμα μετά τη χρήση.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.