BECLONEB INH.SUS.N 800MCG/2ML VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - BECLONEB 800MCG/2ML
Το BECLONEB ενδείκνυται για:
-
τη θεραπεία συντήρησης του άσθματος, όταν δεν κρίνεται ικανοποιητική ή κατάλληλη, η χρήση φαρμάκου στη μορφή εισπνεόμενου αερολύματος υπό πίεση ή ξηρής σκόνης για εισπνοή, σε ενήλικες και παιδιά έως 18 ετών.
-
τη θεραπεία υποτροπιάζοντος συριγμού σε παιδιά έως 5 ετών (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4 παιδιατρικός πληθυσμός).
Η δόση έναρξης της με εκνεφωτή χορηγούμενης διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης πρέπει να προσδιορίζεται ανάλογα με τη συχνότητα και την οξύτητα των συμπτωμάτων.
Οι συνιστώμενες αρχικές δόσεις είναι:
Ενήλικες και έφηβοι (από 12 ετών): 800-1600 μικρογραμμάρια δύο φορές την ημέρα
(συνολική ημερήσια δόση: 1600 – 3200 μικρογραμμάρια)
Παιδιά (έως 11 ετών): 400-800 μικρογραμμάρια δύο φορές την ημέρα
(συνολική ημερήσια δόση: 800 – 1600 μικρογραμμάρια)
Κανονικά η ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 3200 μικρογραμμάρια για τους ενήλικες και τους εφήβους και τα 1600 μικρογραμμάρια για τα παιδιά έως 11 ετών.
Αφού επιτευχθεί βελτίωση του ελέγχου του άσθματος ή του συριγμού, η συνολική ημερήσια δόση πρέπει να μειώνεται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και μπορεί να χορηγείται δοσολογία μια φορά την ημέρα.
Σε ασθματικούς ασθενείς το BECLONEB πρέπει να χρησιμοποιείται καθημερινά σε τακτική βάση. Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσδιορίζεται με βάση τα συμπτώματα.
Σε παιδιά με υποτροπιάζοντα συριγμό, εάν δεν παρατηρείται όφελος από τη θεραπεία σε 2-3 μήνες το BECLONEB πρέπει να διακόπτεται. Επιπλέον, η διάρκεια της θεραπείας του υποτροπιάζοντος συριγμού δεν πρέπει να ξεπερνά τους 3 μήνες, εκτός και αν η διάγνωση του άσθματος επιβεβαιώνεται ώστε να αποφευχθεί μη αναγκαία μακρόχρονη έκθεση (βλέπε τμήμα 4.4)
BECLONEB
Τρόπος χορήγησης
Αποκλειστικά για χορήγηση με εισπνοή. Το BECLONEB δεν πρέπει να χορηγείται ως ένεση ούτε να χορηγείται από του στόματος.
Το BECLONEB χορηγείται κατά περίπτωση με εκνεφωτή χορήγησης εισπνεόμενου αερολύματος υπό πίεση (jet nebuliser), με συμπιεστή εφοδιασμένο με στόμιο ή κατάλληλη μάσκα προσώπου.
Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται να ακολουθούν με προσοχή τις οδηγίες του κατασκευαστή του εκνεφωτή και να χρησιμοποιούν μόνο τις συνιστώμενες ρυθμίσεις. Η ακατάλληλη χρήση του εκνεφωτή ενδέχεται να οδηγήσει σε εσφαλμένη δοσολογία του φαρμάκου.
Δεν συνιστάται η χρήση του BECLONEB με εκνεφωτές υπερήχων, καθώς μια τέτοια χρήση δεν επιτρέπει τη σωστή χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος.
Για οδηγίες σχετικά με την προετοιμασία και αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Μετά την εισπνοή της συνταγογραφημένης δόσης, οι ασθενείς πρέπει να ξεπλένουν το στόμα τους με
νερό προκειμένου να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος εμφάνισης στοματοφαρυγγικών αφθών (βλ. παράγραφο 4.4).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Η αντιμετώπιση του άσθματος πρέπει να γίνεται σταδιακά και να παρακολουθείται η απόκριση του ασθενούς κλινικά και με δοκιμασίες της πνευμονικής λειτουργίας.
Το BECLONEB δεν ενδείκνυται για την ανακούφιση των συμπτωμάτων του οξέος άσθματος όπου απαιτείται εισπνοή βήτα2 αγωνιστών βραχείας δράσης. Πρέπει να συστήνεται στους ασθενείς να έχουν μαζί τους διαθέσιμα τέτοιου είδους ανακουφιστικά φάρμακα.
Η αυξανόμενη χρήση βρογχοδιασταλτικών, ιδιαίτερα εισπνεόμενων βήτα2 αγωνιστών βραχείας δράσης, για την ανακούφιση των συμπτωμάτων υποδεικνύει επιδείνωση στον έλεγχο του άσθματος. Εάν οι ασθενείς διαπιστώσουν ότι η θεραπεία ανακούφισης με βρογχοδιασταλτικά βραχείας δράσης καθίσταται λιγότερο αποτελεσματική ή αν χρήζουν περισσότερων εισπνοών από το συνηθισμένο, πρέπει να ζητήσουν ιατρική βοήθεια. Σε τέτοια περίπτωση, οι ασθενείς πρέπει να επαναξιολογούνται και να εξετάζεται η ανάγκη για χορήγηση αυξημένης αντιφλεγμονώδους θεραπείας (π.χ. υψηλότερες δόσεις εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών ή μία σειρά κορτικοστεροειδών από του στόματος).
Οι σοβαρές παροξύνσεις του άσθματος πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τα γνωστά, δηλ. αυξάνοντας τη δόση της εισπνεόμενης διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης και, αν είναι απαραίτητο, χορηγώντας ένα συστηματικό κορτικοστεροειδές, και/ή ένα αντιβιοτικό, εάν ενδείκνυται, καθώς και με τη χρήση θεραπείας βήτα2 αγωνιστών.
Συστηματικές επιδράσεις μπορεί να παρουσιαστούν με οποιοδήποτε εισπνεόμενο κορτικοστεροειδές, ειδικά σε υψηλές δόσεις που συνταγογραφούνται για μεγάλες χρονικές περιόδους. Αυτές οι επιδράσεις παρουσιάζονται πολύ πιο σπάνια σε σύγκριση με τα από του στόματος λαμβανόμενα κορτικοστεροειδή. Στις πιθανές συστηματικές επιδράσεις περιλαμβάνονται η καταστολή του άξονα υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια (ΥΥΕ), η καθυστέρηση της ανάπτυξης στα παιδιά και τους εφήβους, η μείωση της οστικής πυκνότητας, ο καταρράκτης και το γλαύκωμα. Πιο σπάνια, παρατηρούνται μία σειρά από ψυχολογικές επιδράσεις και επιδράσεις στη συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένης της ψυχοκινητικής υπερδραστηριότητας, των διαταραχών του ύπνου, του άγχους, της κατάθλιψης ή της επιθετικότητας (ιδιαίτερα στα παιδιά). Επομένως, είναι σημαντικό να εξετάζεται τακτικά ο ασθενής και να μειώνεται η δόση του εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς στην χαμηλότερη δόση στην οποία επιτυγχάνεται αποτελεσματικός έλεγχος της πάθησης.
Κατά τη διακοπή της θεραπείας των συστηματικών κορτικοστεροειδών, ορισμένοι ασθενείς δεν αισθάνονται καλά επί 2 εβδομάδες περίπου, ακόμη και αν η αναπνευστική τους λειτουργία παραμένει η ίδια ή και βελτιώνεται. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να ενθαρρύνονται να συνεχίσουν τη θεραπεία με εισπνεόμενη διπροπιονική βεκλομεθαζόνη και να διακόπτουν τα συστηματικά κορτικοστεροειδή, εκτός εάν παρουσιάζουν αντικειμενικές κλινικές ενδείξεις δυσλειτουργίας των επινεφριδίων.
Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη μετάβαση στο BECLONEB, ασθενών που έχουν λάβει συστηματικά κορτικοστεροειδή για μεγάλες χρονικές περιόδους ή σε υψηλές δόσεις καθώς η ανάνηψη από την καταστολή του φλοιού των επινεφριδίων μπορεί να διαρκέσει αρκετό διάστημα. Σε κάθε περίπτωση, η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη πρέπει να χορηγείται χωρίς να διακόπτεται η συστηματική θεραπεία. Μετά από μία περίπου εβδομάδα, η τελευταία πρέπει να μειώνεται σταδιακά (το μέγεθος της μείωσης θα πρέπει να αντιστοιχεί στη δόση συντήρησης του συστηματικού κορτικοστεροειδούς), ο ασθενής πρέπει να ελέγχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα (συγκεκριμένα, θα πρέπει να διενεργούνται δοκιμασίες για τη λειτουργία της αδρενοκορτικοειδικής λειτουργίας) και η δόση της εισπνεόμενης διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τα ληφθέντα αποτελέσματα.
Απαιτείται ιδιαίτερη φροντίδα σε ασθενείς με ενεργή πνευμονική φυματίωση ή πνευμονική φυματίωση σε ηρεμία και άλλες λοιμώξεις. Οι ασθενείς που υποφέρουν από φυματίωση πρέπει να λαμβάνουν αντιφυματική θεραπεία κατά τη λήψη θεραπείας διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης.
Απαιτείται ιδιαίτερη φροντίδα σε ασθενείς με ιικές, βακτηριακές και μυκητιασικές λοιμώξεις των ματιών, του στόματος ή της αναπνευστικής οδού. Σε περίπτωση βακτηριακής λοίμωξης της αναπνευστικής οδού, ενδέχεται να απαιτείται επαρκής αντιβιοτική συγχορηγούμενη θεραπεία.
Η συχνότητα εμφάνισης της καντιντίασης φαίνεται να σχετίζεται με τη χορηγούμενη δόση. Η λοίμωξη αυτή ανταποκρίνεται συνήθως σε κατάλληλη τοπική αντιμυκητιασική θεραπεία, χωρίς να διακόπτεται η θεραπεία με διπροπιονική βεκλομεθαζόνη.
Πρέπει να προτείνεται στους ασθενείς να ξεπλένουν το στόμα τους με νερό αμέσως μετά την εισπνοή, προκειμένου να μειώνεται η συχνότητα εμφάνισης της στοματικής καντιντίασης.
Το βράγχος φωνής είναι αναστρέψιμο και υποχωρεί μετά από διακοπή της θεραπείας και/ή ξεκούραση της φωνής.
Μετά τη χορήγηση της δόσης, ενδέχεται να παρουσιαστεί παράδοξος βρογχόσπασμος με άμεση αύξηση του συριγμού, δύσπνοια και βήχα. Αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί αμέσως με ταχείας δράσης εισπνεόμενο βρογχοδιασταλτικό. Το BECLONEB πρέπει να διακοπεί αμέσως, να εκτιμηθεί η κατάσταση του ασθενούς και, αν είναι απαραίτητο, πρέπει να εφαρμοστεί εναλλακτική θεραπεία.
Κατά τη μείωση ή τη διακοπή της από του στόματος λαμβανόμενης θεραπείας κορτικοστεροειδών ενδέχεται να αποκαλυφθούν κλινικά χαρακτηριστικά του συνδρόμου Churg-Strauss και υπερηωσινοφιλικές καταστάσεις.
Λόγω της αντικατάστασης της θεραπείας συστηματικών στεροειδών με θεραπεία εισπνοών μπορεί επίσης να αποκαλυφθούν ενίοτε αλλεργίες, όπως είναι η αλλεργική ρινίτιδα ή το έκζεμα, τα οποία προηγουμένως ελέγχονταν από το συστηματικώς χορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν. Αυτές οι αλλεργίες πρέπει να θεραπεύονται συμπτωματικά με αντιισταμινικά και/ή τοπικά φαρμακευτικά προϊόντα, περιλαμβανομένων των κορτικοστεροειδών τοπικής χρήσης.
Οπτική διαταραχή
Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) και που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η απόφαση έναρξης χορήγησης αγωγής διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης με εκνεφωτή, για τη θεραπεία του υποτροπιάζοντος συριγμού σε παιδιά έως 5 ετών, πρέπει να καθορίζεται από την βαρύτητα και τη συχνότητα των επεισοδίων του συριγμού. H τακτική παρακολούθηση είναι ουσιώδης για την εξέταση της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Εάν δεν παρατηρηθεί όφελος σε 2-3 μήνες ή εάν δεν επιβεβαιωθεί η διάγνωση του άσθματος, το BECLONEB πρέπει να διακόπτεται για να αποφευχθεί άσκοπη μακρόχρονη έκθεση σε εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή και οι σχετικοί κίνδυνοι στα παιδιά συμπεριλαμβανομένης της καθυστέρησης της ανάπτυξης (βλέπε παράγραφο 4.8).
Συνιστάται να παρακολουθείται τακτικά το ύψος των παιδιών που λαμβάνουν θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Σε περίπτωση που παρουσιαστεί αναπτυξιακή δυσλειτουργία, η θεραπεία πρέπει να αξιολογείται με στόχο τη μείωση της δόσης των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών. Θα πρέπει να γίνεται προσεκτική στάθμιση ανάμεσα στα οφέλη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή και τους πιθανούς κινδύνους αναπτυξιακής καταστολής. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο ο ασθενής να παραπέμπεται σε παιδοπνευμονολόγο.
Τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με πιθανές ανασταλτικές επιδράσεις στην ανάπτυξη βρεφών και νηπίων κάτω των 2 ετών είναι ανεπαρκή.
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επίσημες φαρμακοκινητικές μελέτες αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων. Ο προ–συστηματικός μεταβολισμός της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης είναι εξαιρετικά ταχύς και πραγματοποιείται μέσω των ενζύμων εστερασών χωρίς να εμπλέκεται το σύστημα του κυτοχρώματος P450.
Η βεκλομεθαζόνη εξαρτάται σε μικρότερο βαθμό από τον μεταβολισμό από το CYP3A συγκριτικά με ορισμένα άλλα κορτικοστεροειδή και, γενικά, οι αλληλεπιδράσεις δεν είναι πιθανές. Ωστόσο, η πιθανότητα συστηματικών επιδράσεων με την ταυτόχρονη χρήση ισχυρών αναστολέων του CYP3A (π.χ. ριτοναβίρη, κομπισιστάτη) δεν μπορεί να αποκλειστεί και, ως εκ τούτου, με τη χρήση τέτοιων παραγόντων συνιστάται προσοχή και κατάλληλη παρακολούθηση.
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Εάν χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα με συστηματικά ή ρινικώς χορηγούμενα κορτικοστεροειδή η κατασταλτική επίδραση στην επινεφριδιακή λειτουργία θα είναι αθροιστική.
Κύηση
Δεν παρατηρήθηκαν στοιχεία τερατογονικών επιδράσεων σε εγκύους που χρησιμοποιούσαν εισπνεόμενη βεκλομεθαζόνη σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία. Ωστόσο, δεν μπορούν να αποκλειστούν οι πιθανές επιδράσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου ύστερα από θεραπεία με υψηλή δόση διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης.
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
Τα πιθανά οφέλη της εισπνεόμενης διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης για τη μητέρα πρέπει να σταθμίζονται σε σχέση με τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο ή το νεογνό. Εάν είναι αναγκαίο να χορηγηθεί θεραπεία στη διάρκεια της κύησης, πρέπει να χρησιμοποιηθεί η κατώτατη αποτελεσματική δόση της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης.
Βρέφη και νεογνά που έχουν γεννηθεί από μητέρες που λάμβαναν υψηλές δόσεις διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης κατά τη διάρκεια της κύησης πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν επινεφριδιακή καταστολή.
Θηλασμός
Καθώς τα γλυκοκορτικοειδή απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται επίσης στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, σε θεραπευτικές δόσεις της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης δεν αναμένονται επιδράσεις στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη.
Δεν έχουν αναφερθεί επιβλαβείς επιδράσεις στα θηλάζοντα βρέφη από τα γλυκοκορτικοειδή. Τα οφέλη του θηλασμού ενδέχεται να υπερτερούν έναντι οποιουδήποτε θεωρητικού κινδύνου.
Η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την διάρκεια του θηλασμού. Ωστόσο, εάν χρησιμοποιηθεί υψηλή δόση εισπνεόμενης διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης, συνιστάται να αποφύγετε το θηλασμό για 4 ώρες μετά τη χορήγηση.
Γονιμότητα
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες με την διπροπιονική βεκλομεθαζόνη αναφορικά με την ασφάλεια στην ανθρώπινη γονιμότητα. Παρόλο που τα αποτελέσματα των μελετών σε ζώα έχουν δείξει σε κάποιο βαθμό μειωμένη γονιμότητα, αυτό συμβαίνει σε υψηλά επίπεδα δόσεων.
Το BECLONEB δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στη διάρκεια κλινικών δοκιμών που χορηγούσαν εισπνεόμενη βεκλομεθαζόνη στη θεραπεία του άσθματος και του συριγμού ήταν λαρυγγίτιδα, φαρυγγίτιδα και στοματική καντιντίαση.
Έχει αναφερθεί σπάνια μια σοβαρή αντίδραση υπερευαισθησίας που περιλαμβάνει οίδημα του ματιού, του προσώπου, των χειλεών και του λαιμού (αγγειοοίδημα).
Μετά τη χορήγηση της δόσης, ενδέχεται να παρουσιαστεί παράδοξος βρογχόσπασμος.
Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε πίνακα
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές δοκιμές με εισπνεόμενη βεκλομεθαζόνη παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα σύμφωνα με την κατηγορία/οργανικό σύστημα και τις συχνότητες κατά MedDRA, πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/Οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λαρυγγίτιδα, φαρυγγίτιδα | Πολύ συχνές |
| Στοματική καντιντίαση | Συχνές | |
| Απλός έρπητας | Σπάνιες* | |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Καταστολή των επινεφριδίων** | Πολύ σπάνιες |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας με τις παρακάτω εκδηλώσεις: αγγειοοίδημα, εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός | *Σπάνιες |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, διαταραχές του ύπνου, άγχος, κατάθλιψη, επιθετικότητα, αλλαγές της συμπεριφοράς (κυρίως σε παιδιά) | Μη γνωστές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Όχι συχνές |
| Τρόμος | *Σπάνιες | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Καταρράκτης** Γλαύκωμα** | Πολύ σπάνιες |
| Όραση, θολή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4) | Μη συχνή | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Βήχας | Συχνές |
| Ερεθισμός του φάρυγγα, δυσφωνία, παράδοξος βρογχόσπασμος, συριγμός | Όχι συχνές | |
| Δύσπνοια | *Σπάνιες | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία, δυσπεψία | Συχνές |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Καθυστέρηση της ανάπτυξης* (στα παιδιά και τους εφήβους), ελάττωση της οστικής πυκνότητας | Πολύ σπάνιες |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Εξασθένιση | Σπάνιες |
* από αυθόρμητες αναφορές.
** συστηματικές δράσεις εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθυμήτων ενεργειών.
Τα εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή (όπως η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη) μπορεί να έχουν συστηματικές επιδράσεις, ειδικά όταν χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα. Αυτές οι επιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν: επινεφριδιακή καταστολή, μείωση της οστικής πυκνότητας, καθυστέρηση της ανάπτυξης στα παιδιά και τους εφήβους, καταρράκτη και γλαύκωμα (βλ. παράγραφο 4.4).
Τα μέτρα με τα οποία μπορούν να ελαχιστοποιηθούν η καντιντίαση, το βράγχος φωνής και ο παράδοξος βρογχόσπασμος περιγράφονται στην παράγραφο 4.4
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η καθυστέρηση της ανάπτυξης και οι διαταραχές στη συμπεριφορά μπορεί να είναι συνηθέστερες σε παιδιά απ’ ότι σε ενήλικες, ειδικά σε υψηλές δόσεις που χορηγούνται για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς
Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων
Μεσογείων 284
15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040380/337
Fax: + 30 210 6549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Η χρήση του εναιωρήματος διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης με εκνεφωτή σε δόσεις που υπερβαίνουν τις συνιστώμενες, για μακρά χρονική περίοδο μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή της λειτουργίας του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων (ΥΥΕ). Σε αυτές τις περιπτώσεις συστήνεται παρακολούθηση της αδρενεργικής λειτουργίας. Οι ασθενείς με αδρενεργική καταστολή εξαρτώνται από τα στεροειδή και πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλη αγωγή με συμπληρωματικά συστημικά γλυκοκορτικοειδή. Η θεραπεία με το BECLONEB μπορεί να συνεχίζεται στο χαμηλότερο επίπεδο δόσης στο οποίο διατηρείται αποτελεσματικός έλεγχος της νόσου (άσθματος ή συριγμού) (βλέπε παράγραφο 4.4).
Με υψηλές δόσεις για πολύ μικρό χρονικό διάστημα μπορεί να συμβεί καταστολή της λειτουργίας του άξονα ΥΥΕ. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν απαιτούνται ειδικές ενέργειες εκτάκτου ανάγκης. Η λειτουργία του άξονα ΥΥΕ θα επανέλθει σε 1-2 ημέρες.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - BECLONEB 800MCG/2ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα για τις αποφρακτικές παθήσεις των αεροφόρων οδών, εισπνεόμενα, Γλυκοκορτικοειδή.
Κωδικός ATC: R03 BA01.
Μηχανισμός δράσης
Η συγγένεια της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης και του κύριου ενεργού μεταβολίτη της, μονοπροπιονική βεκλομεθαζόνη (B17MP), προς τον ανθρώπινο υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών έχει καθοριστεί. Η δραστικότητα της B17MP είναι περίπου κατά 30 φορές υψηλότερη από αυτή της μητρικής ένωσης. Ως εκ τούτου, η πλειονότητα των επιδράσεων των συστηματικών κορτικοστεροειδών σχετίζεται με τη συστηματική έκθεση στη B17MP.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη είναι ένα γλυκοκορτικοειδές με αντιφλεγμονώδη δράση και περιορισμένη αλατοκορτικοειδή δράση. Παρατηρείται τοπική επίδραση στην κατώτερη αναπνευστική οδό μετά από χορήγηση στο αναπνευστικό σύστημα με εισπνοή.
Οι συστηματικές φαρμακοδυναμικές επιδράσεις της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης και του ενεργού μεταβολίτη της, B17MP, αξιολογούνται μετρώντας τις επιδράσεις στη λειτουργία του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων (ΥΥΕ).
Έχει καταδειχθεί ότι σε υγιή άρρενα άτομα, μία δόση BDP των 1600 µg μέσω εκνεφωτή δεν είχε κάποια επίδραση στην 24-ωρη απέκκριση κορτιζόλης από τα ούρα, ενώ η μία δόση των 3200 µg επέφερε μείωση της τάξης του 10% περίπου στην ουρική απέκκριση κορτιζόλης, χωρίς ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο θεραπειών. Δεν αναφέρθηκε σημαντική επίδραση στα πρωινά επίπεδα κορτιζόλης στον ορό σε ασθματικούς ασθενείς μετά από περίοδο θεραπείας 3 εβδομάδων με δόση 1600 και 3200 µg ημερησίως μέσω εκνεφωτή.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Εκτός της απόδειξης που προέρχεται από τη μακρόχρονη χρήση της εισπνεόμενης βεκλομεθαζόνης στη θεραπεία του άσθματος και του συριγμού τα ακόλουθα δεδομένα αποτελούν μια συλλογή των κύριων υποστηρικτικών βιβλιογραφικών δεδομένων.
Άσθμα
Μία μελέτη στην οποία το αντικείμενο ήταν να συγκριθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του BECLONEB έναντι του εναιωρήματος προπιονικής φλουτικαζόνης για εκνέφωση πραγματοποιήθηκε σε 205 ενήλικους ασθενείς ηλικίας 18-65 ετών με άσθμα που τυχαιοποιήθηκαν σε μια θεραπεία διάρκειας 12 εβδομάδων. Συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα στον έλεγχο του άσθματος καταδείχθηκε από τις δύο θεραπείες στο τέλος της μελέτης ως προς τις δοκιμασίες της λειτουργίας των πνευμόνων, τις εξάρσεις του άσθματος, τα συμπτώματα και τη χρήση της θεραπείας διάσωσης με σαλβουταμόλη (Terzano et al., 2003).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Άσθμα
Μια διπλά-τυφλή, διπλά-εικονική, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, παράλληλων ομάδων μελέτη σύγκρινε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του BECLONEB και της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης χορηγούμενης στη μορφή αερολύματος υπό πίεση σταθερών δόσεων, μετρούμενης δόσης σε 151 ασθενείς ηλικίας 6-16 ετών, με μέτριο έως σοβαρό άσθμα για 4 εβδομάδες. Συγκρίσιμες βελτιώσεις έναντι των τιμών έναρξης αναφέρθηκαν στο τέλος της μελέτης για τις δύο ομάδες θεραπείας στον πρωϊνό πνευμονικό εκπνεόμενο ρυθμό (πρωτεύον σημείο) τους δείκτες (scores) κλινικών συμπτωμάτων και τη χρήση διάσωσης της σαλβουταμόλης. Οι δύο θεραπείας ήταν εξίσου καλά ανεκτές (Bisca et al., 2003).
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του BECLONEB στη θεραπεία του σοβαρού, επίμονου άσθματος σε βρέφη και μικρά παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως 6 ετών, σε σύγκριση με το εναιώρημα βουδεσονίδης για εκνεφωτή αξιολογήθηκαν σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη έναντι ανοιχτής ετικέτας μελέτη για 14 εβδομάδες. Στη μελέτη, το 40,4% και 51,7% των ασθενών στις ομάδες BECLONEB και βουδεσονίδης αντίστοιχα, δεν εμφάνισαν κάποια κύρια παρόξυνση (πρωτεύον σημείο). Και οι δύο θεραπείες συσχετίστηκαν με έντονη μείωση του νυχτερινού συριγμού και του πλήθους ημερών χρήσης στεροειδών. Η κορτιζόλη ούρων και η πορεία του ύψους και του βάρους στο χρόνο παρέμειναν αναλλοίωτες και με τις δύο θεραπείες ενώ επιβεβαιώθηκε ότι το BECLONEB ασκεί ουδέτερη επίδραση στο μεταβολισμό των οστών (Delacourt et al., 2003).
Συριγμός
Το BECLONEB εκτιμήθηκε σε 276 παιδιά, ηλικίας 1 έως 4 ετών, με συχνό συριγμό σε τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη μελέτη 12 εβδομάδων. Η τακτική χρήση BECLONEB και αγωγή διάσωσης σαλβουταμόλης αύξησαν σημαντικά το ποσοστό των ημερών χωρίς συμπτώματα (πρωτεύον σημείο, ορισθέν ως έλλειψη συριγμού, βήχα, δύσπνοιας, και νυχτερινή αφύπνιση ασθενών/γονέων στο 24ωρο) (69,9±20,89 [SD] p = 0.034) έναντι placebo /διάσωση σαλβουταμόλης (61,0±24,83 [SD]), όχι όμως έναντι του συνδυασμού BECLONEB/διάσωση σαλβουταμόλης (64,9±24,74 [SD]), ανεξάρτητα της παρουσίας παραγόντων κινδύνου για ανάπτυξη άσθματος. Πρόσθετα ο χρόνος μέχρι την πρώτη παρόξυνση ήταν μακρύτερος στα παιδιά που λάμβαναν BECLONEB. Σε όρους ασφάλειας, δεν ανιχνεύτηκε μεταβολή στις τιμές της πρωϊνής κορτιζόλης στο σίελο (Papi et. Al., 2009).
Η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη (BDP) αποτελεί προ-φάρμακο, το οποίο υδρολύεται μέσω των ενζύμων εστερασών προς ένα δραστικό μεταβολίτη τη μονοπροπιονική βεκλομεθαζόνη (B17MP), τον ευρισκόμενο σε μεγαλύτερη ποσότητα μεταβολίτη στο πλάσμα.
Απορρόφηση
Μετά την εισπνοή, η συστηματική απορρόφηση του αναλλοίωτου BDP πραγματοποιείται κυρίως μέσω των πνευμόνων με αμελητέα από του στόματος απορρόφηση της καταποθείσας δόσης. Η συστηματική απορρόφηση του κύριου ενεργού μεταβολίτη B17MP πραγματοποιείται τόσο από την εναπόθεση στους πνεύμονες όσο και από την από του στόματος απορρόφηση της καταποθείσας δόσης. Η βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορηγούμενης BDP είναι αμελητέα, αλλά η προ-συστηματική μετατροπή προς τον B17MP οδηγεί σε απορρόφηση του 40% περίπου της καταποθείσας δόσης ως B17MP. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από εισπνοή είναι περίπου 2% και 62% της ονομαστικής δόσης για την BDP και την B17MP, αντίστοιχα.
Κατανομή
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι μέτρια υψηλή. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η κατανομή του BDP και του ενεργού μεταβολίτη του, B17MP, χαρακτηρίζεται από υψηλή κάθαρση στο πλάσμα (150 και 120 L/h, αντίστοιχα), με χαμηλό όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση για την BDP (20 L) και μεγαλύτερη κατανομή ιστού για τον ενεργό του μεταβολίτη (424 L).
Βιομετασχηματισμός
Το κύριο προϊόν του μεταβολισμού είναι ο ενεργός μεταβολίτης (B17MP). Επίσης σχηματίζονται οι δευτερεύοντες ανενεργοί μεταβολίτες, 21-μονοπροπιονική-βεκλομεθαζόνη (Β21ΜΡ) και υδρόξυ-βεκλομεθαζόνη (ΒΟΗ), οι οποίοι όμως ελάχιστα συνεισφέρουν στην συστηματική έκθεση.
Αποβολή
Η BDP αποβάλλεται ταχέως από τη συστηματική κυκλοφορία, μεταβολιζόμενη από τα ένζυμα εστεράσες, τα οποία βρίσκονται στους περισσότερους ιστούς. Η νεφρική απέκκριση της BDP και των μεταβολιτών της είναι αμελητέα, ενώ η κύρια οδός της απομάκρυνσης της BDP είναι μέσω των κοπράνων κυρίως με τη μορφή πολικών μεταβολιτών. Οι τελικοί χρόνοι ημιζωής αποβολής είναι 0,5 ώρες και 2,7 ώρες για την BDP και την B17MP, αντίστοιχα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Υπάρχει μία σχεδόν γραμμική αύξηση της συστηματικής έκθεσης του ενεργού μεταβολίτη B17MP καθώς αυξάνεται η εισπνεόμενη δόση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Η φαρμακοκινητική της BDP σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια δεν έχει μελετηθεί. Παρόλα αυτά, επειδή η BDP μεταβολίζεται εξαιρετικά ταχέως μέσω των ενζύμων εστερασών που υπάρχουν στα εντερικά υγρά, τον ορό, τους πνεύμονες και το ήπαρ δημιουργώντας περισσότερα πολικά προϊόντα B21MP, B17MP και BOH, η ηπατική ανεπάρκεια δεν αναμένεται να τροποποιεί το προφίλ φαρμακοκινητικής και ασφάλειας της BDP. Καθώς ή BDP και οι μεταβολίτες της δεν ανιχνεύτηκαν στα ούρα, δεν προβλέπεται αύξηση της συστηματικής έκθεσης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - BECLONEB 800MCG/2ML
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
2 χρόνια.
Χρησιμοποιήστε τις φύσιγγες εντός 3 μηνών από το πρώτο άνοιγμα της σακούλας.
Για τη φύσιγγα των 800 μικρογραμμαρίων μόνο: Μετά το πρώτο άνοιγμα της φύσιγγας, φυλάσσετε το προϊόν στο ψυγείο (2°C – 8°C). Η υπόλοιπη ποσότητα πρέπει να χρησιμοποιηθεί εντός 12 ωρών μετά το πρώτο άνοιγμα.
Φυλάσσετε πάντοτε τις φύσιγγες σε όρθια θέση στην αρχική συσκευασία (κουτί από χαρτόνι) για να προστατεύεται από το φως.
Κάθε φύσιγγα πολυαιθυλενίου περιέχει 400 μικρογραμμάρια εναιωρήματος (BECLONEB) σε 1 ml.
Κάθε φύσιγγα πολυαιθυλενίου περιέχει 800 μικρογραμμάρια εναιωρήματος (BECLONEB) σε 2 ml.
Δεσμίδες με 5 φύσιγγες μίας δόσης βρίσκονται σε σφραγισμένο με θερμοκόλληση θύλακα από PET/Al/PE (Πολυτερεφθαλικού εστέρα αιθυλενογλυκόλης/Αλουμινίου/Πολυαιθυλενίου).
2, 4 ή 8 θύλακες βρίσκονται σε κάθε κουτί, δηλαδή κάθε κουτί περιέχει 10, 20 ή 40 φύσιγγες.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
Η φύσιγγα πρέπει να χρησιμοποιείται σύμφωνα με τις ακόλουθες οδηγίες:
1. Διπλώστε τη φύσιγγα διαδοχικά μπρος-πίσω (Εικόνα Α).
2. Αποσπάστε με προσοχή μια νέα φύσιγγα από την άκρη της δεσμίδας, αρχίζοντας από την κορυφή, προχωρώντας προς τη μέση (Εικόνα Β) και αφήστε τις υπόλοιπες μέσα στη σακούλα.
3. Ανακινήστε έντονα και αναποδογυρίστε τη φύσιγγα για να γίνει το εναιώρημα ομογενές. Επαναλάβετε αυτήν την κίνηση έως ότου ολόκληρο το περιεχόμενο αναμιχθεί πλήρως (Εικόνα Γ).
-
Ανοίξτε τη φύσιγγα περιστρέφοντας το μικρό τμήμα πάνω από την κορυφή, όπως υποδεικνύει το βέλος (Εικόνα Δ).
-
Πιέστε απαλά το περιεχόμενο της φύσιγγας μέσα στο θάλαμο του εκνεφωτή (Εικόνα Ε).
Η φύσιγγα πρέπει να ανοιχθεί αμέσως πριν τη χρήση.
Η φύσιγγα των 400 μικρογραμμαρίων είναι για μία μόνο χρήση.
Εάν απαιτείται μόνο μισή δόση του BECLONEB 800 μικρογραμμαρίων, κρατήστε τη φύσιγγα αναποδογυρισμένη διασφαλίζοντας ότι το σημείο βαθμονόμησης είναι πλήρως ορατό και ασκήστε μέτρια πίεση. Πιέστε προσεκτικά για να βγει το περιεχόμενο έως ότου το επίπεδο του εναιωρήματος στην φύσιγγα φτάσει μέχρι το σημείο βαθμονόμησης και όχι πέρα από αυτό. Μόλις χρησιμοποιηθεί το μισό περιεχόμενο, επανατοποθετήστε το πώμα ανάποδα σπρώχνοντάς το προς τον περιέκτη. Η φύσιγγα που έχει κλειστεί με αυτόν τον τρόπο πρέπει να φυλάσσεται σε θερμοκρασία 2°C έως 8°C (στο ψυγείο) και η υπόλοιπη ποσότητα πρέπει να χρησιμοποιηθεί εντός 12 ωρών από το πρώτο άνοιγμα.
Το BECLONEB μπορεί να αραιώνεται. Σε αυτή την περίπτωση το περιεχόμενο της φύσιγγας πρέπει να αδειάζεται στο μπολ του εκνεφωτή. Η ποσότητα του στείρου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) διάλυμα που απαιτείται πρέπει να προστίθεται. Αφού τοποθετηθεί το καπάκι στο μπολ του εκνεφωτή, ο νεφελοποιητής πρέπει να ανακινείται απαλά ώστε να αναμιχθεί το περιεχόμενο.
Οι οδηγίες του κατασκευαστή για τη χρήση, την συντήρηση και τον καθαρισμό του εκνεφωτή πρέπει να ακολουθούνται.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.