GEMCITABINE/ACCORD PD.SOL.INF 200MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - GEMCITABINE/ACCORD 200MG/VIAL
Η γεμσιταμπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου κύστης σε συνδυασμό με σισπλατίνη.
Η γεμσιταμπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό αδενοκαρκίνωμα παγκρέατος.
Η γεμσιταμπίνη, σε συνδυασμό με σισπλατίνη, ενδείκνυται ως θεραπεία πρώτης γραμμής ασθενών με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα (NSCLC). Το ενδεχόμενο μονοθεραπείας με γεμσιταμπίνη μπορεί να εξεταστεί σε ηλικιωμένους ασθενείς ή εκείνους με κατάσταση απόδοσης 2.
Η γεμσιταμπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό επιθηλιακό καρκίνωμα ωοθηκών, σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη, σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα νόσο μετά από διάστημα ελεύθερο υποτροπών επί 6 μήνες τουλάχιστον μετά από θεραπεία πρώτης γραμμής με βάση την πλατίνη.
Η γεμσιταμπίνη, σε συνδυασμό με πακλιταξέλη, ενδείκνυται για τη θεραπεία του μη- εγχειρήσιμου τοπικά υποτροπιάζοντος ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού που παρουσίασε υποτροπή μετά από επικουρική/νεοεπικουρική χημειοθεραπεία. Στην
προηγούμενη χημειοθεραπεία πρέπει να είχε συμπεριληφθεί ανθρακυκλίνη εκτός εάν υπάρχει κλινική αντένδειξη.
Η γεμσιταμπίνη μπορεί να συνταγογραφείται μόνον από ιατρό πεπειραμένο στη χρήση αντικαρκινικής θεραπείας.
Συνιστώμενη δοσολογία
Καρκίνος κύστης Συνδυαστική χρήση
Η συνιστώμενη δόση για τη γεμσιταμπίνη είναι 1.000 mg/m2, ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών. Η δόση πρέπει να χορηγείται κατά τις ημέρες 1, 8 και 15 ενός κύκλου 28 ημερών σε συνδυασμό με σισπλατίνη. Η σισπλατίνη χορηγείται σε συνιστώμενη δόση 70 mg/m2 κατά την Η1 μετά τη γεμσιταμπίνη ή κατά την Η2 κάθε κύκλου 28 ημερών. Αυτός ο κύκλος διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων επαναλαμβάνεται στη συνέχεια. Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εξεταστεί με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής.
Καρκίνος παγκρέατος
Η συνιστώμενη δόση γεμσιταμπίνης είναι 1.000 mg/m2, χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών. Η χορήγηση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται μία φορά την εβδομάδα για 7 διαδοχικές εβδομάδες και να ακολουθεί μία εβδομάδα διακοπής. Από τον επόμενο κύκλο, η χορήγηση πρέπει να επαναλαμβάνεται μία φορά την εβδομάδα επί 3 συνεχόμενες εβδομάδες κάθε 4 εβδομάδες. Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εξετάζεται με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής.
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα Μονοθεραπεία
Η συνιστώμενη δόση είναι 1.000 mg/m2, χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών. Η χορήγηση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται μία φορά την εβδομάδα για 3 εβδομάδες και να ακολουθεί περίοδος διακοπής μίας εβδομάδας. Αυτός ο κύκλος διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων επαναλαμβάνεται στη συνέχεια. Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εξεταστεί με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής.
Συνδυαστική χρήση
Η συνιστώμενη δόση γεμσιταμπίνης είναι 1.250 mg/m2 εμβαδού επιφάνειας σώματος, χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών κατά τις ημέρες 1 και 8 του κύκλου θεραπείας (κύκλοι 21 ημερών). Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εξεταστεί με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής. Η σισπλατίνη έχει χρησιμοποιηθεί σε δόσεις μεταξύ 75-100 mg/m2 μία φορά κάθε 3 εβδομάδες.
Καρκίνος μαστού Συνδυαστική χρήση
Για τη χρήση σε συνδυασμό με πακλιταξέλη συνιστάται η χορήγηση πακλιταξέλης (175 mg/m2) κατά την ημέρα 1 σε διάστημα περίπου 3 ωρών ως ενδοφλέβια έγχυση, ακολουθούμενης από γεμσιταμπίνη (1.250 mg/m2) ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30
λεπτών κατά τις ημέρες 1 και 8 κάθε κύκλου 21 ημερών. Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εξεταστεί με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής. Οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν απόλυτο αριθμό κοκκιοκυττάρων τουλάχιστον 1.500 (x 106/L) πριν από την έναρξη της γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με πακλιταξέλη.
Καρκίνος ωοθηκών Συνδυαστική χρήση
Η συνιστώμενη δόση της γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη είναι 1.000 mg/m2 ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών, κατά τις ημέρες 1 και 8 κάθε κύκλου 21 ημερών. Η καρβοπλατίνη θα πρέπει να χορηγείται μετά τη γεμσιταμπίνη κατά την ημέρα 1 σε δοσολογία που επιτρέπει την επίτευξη στόχου για το εμβαδό κάτω από την καμπύλη (AUC) της τάξης των 4,0 mg/mlꞏmin. Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εξεταστεί με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής.
Παρακολούθηση της τοξικότητας και τροποποίηση της δόσης λόγω τοξικότητας
Τροποποίηση της δόσης λόγω μη αιματολογικής τοξικότητας
Η περιοδική αντικειμενική εξέταση και οι έλεγχοι της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας πρέπει να πραγματοποιούνται για την ανίχνευση μη αιματολογικής τοξικότητας. Η μείωση της δοσολογίας με κάθε κύκλο ή εντός ενός κύκλου ενδέχεται να εξεταστεί με βάση τον βαθμό της τοξικότητας που εμφανίζει ο ασθενής. Γενικά, σε περίπτωση μη αιματολογικής τοξικότητας βαριάς μορφής (βαθμού 3 ή 4), εκτός από ναυτία/έμετο, η θεραπεία με γεμσιταμπίνη πρέπει να μειωθεί ή να ανασταλεί σύμφωνα με την κρίση του ιατρού. Η θεραπεία μπορεί να αναβληθεί, σύμφωνα με την κρίση του ιατρού, μέχρι την υποχώρηση της τοξικότητας.
Για την προσαρμογή της δοσολογίας της σισπλατίνης, της καρβοπλατίνης και της πακλιταξέλης σε θεραπεία συνδυασμού, ανατρέξτε στην αντίστοιχη Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος.
Τροποποίηση της δόσης λόγω αιματολογικής τοξικότητας Έναρξη κύκλου
Για όλες τις ενδείξεις, ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε αιματολογική παρακολούθηση πριν από κάθε δόση: Γενική εξέταση αίματος με διαφορικό τύπο και αριθμό αιμοπεταλίων. Πριν από την έναρξη ενός κύκλου οι ασθενείς πρέπει να έχουν απόλυτο αριθμό κοκκιοκυττάρων τουλάχιστον 1500 (x 106/L) και αριθμό αιμοπεταλίων 100.000 (x 106/L).
Εντός ενός κύκλου
Οι τροποποιήσεις δόσης της γεμσιταμπίνης εντός ενός κύκλου πρέπει να προσαρμόζονται όπως φαίνεται στους παρακάτω πίνακες:
| Τροποποίηση της δόσης της γεμσιταμπίνης χορηγούμενης ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με σισπλατίνη εντός ενός κύκλου για καρκίνο κύστης, NSCLC και καρκίνο παγκρέατος | ||
| Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων (x 106/L) | Αριθμός αιμοπεταλίων (x 106/L) | Ποσοστό μέσης δόσης γεμσιταμπίνης (%) |
| > 1.000 και | > 100.000 | 100 |
| 500-1.000 ή | 50.000-100.000 | 75 |
| <500 ή | < 50.000 | Καμία δόση* |
*Η θεραπεία που έχει παραληφθεί δεν θα ξαναρχίσει εντός ενός κύκλου προτού ο απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων φτάσει σε αριθμό τουλάχιστον 500 (x106/L) και ο αριθμός αιμοπεταλίων φτάσει σε αριθμό 50.000 (x106/L).
| Τροποποίηση της δόσης της γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με πακλιταξέλη εντός ενός κύκλου για καρκίνο μαστού | ||
| Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων (x 106/L) | Αριθμός αιμοπεταλίων (x 106/L) | Ποσοστό μέσης δόσης γεμσιταμπίνης (%) |
| > 1200 και | >75.000 | 100 |
| 1.000- <1.200 ή | 50.000-75.000 | 75 |
| 700- <1.000 και | ≥ 50.000 | 50 |
| <700 ή | <50.000 | Καμία δόση* |
*Η θεραπεία που έχει παραλειφθεί δεν θα ξαναρχίσει εντός ενός κύκλου. Η θεραπεία θα αρχίσει κατά την ημέρα 1 του επόμενου κύκλου όταν ο απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων φτάσει σε αριθμό τουλάχιστον 1500 (x106/L) και ο αριθμός αιμοπεταλίων φτάσει σε αριθμό
100.000 (x106/L).
| Τροποποίηση της δόσης της γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη εντός ενός κύκλου για καρκίνο ωοθηκών | ||
| Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων (x 106/L) | Αριθμός αιμοπεταλίων (x 106/L) | Ποσοστό μέσης δόσης γεμσιταμπίνης (%) |
| > 1500 και | ≥ 100.000 | 100 |
| 1.000-1.500 ή | 75.000-100.000 | 50 |
| <1.000 ή | < 75.000 | Παράλειψη δόσης* |
*Η θεραπεία που έχει παραλειφθεί δεν θα ξαναρχίσει εντός ενός κύκλου. Η θεραπεία θα αρχίσει κατά την ημέρα 1 του επόμενου κύκλου όταν ο απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων φτάσει σε αριθμό τουλάχιστον 1.500 (x106/L) και ο αριθμός αιμοπεταλίων φτάσει σε αριθμό
100.000 (x106/L).
Τροποποιήσεις δόσης σε επόμενους κύκλους λόγω αιματολογικής τοξικότητας, για όλες τις ενδείξεις
Η δόση της γεμσιταμπίνης πρέπει να μειωθεί στο 75% της αρχικής δόσης του πρώτου κύκλου, στην περίπτωση που παρατηρηθούν οι ακόλουθες αιματολογικές τοξικότητες:
-
Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων < 500 x 106/L για περισσότερο από 5 ημέρες
-
Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων < 100 x 106/L για περισσότερο από 3 ημέρες
-
Εμπύρετη ουδετεροπενία
-
Αιμοπετάλια < 25.000 x 106/L
-
Καθυστέρηση του κύκλου για περισσότερο από μία εβδομάδα λόγω τοξικότητας
Τρόπος χορήγησης
Η γεμσιταμπίνη είναι καλά ανεκτή κατά τη διάρκεια της έγχυσης και μπορεί να χορηγηθεί σε περιπατητικό ασθενή. Εάν συμβεί εξαγγείωση, γενικά η έγχυση πρέπει να διακοπεί αμέσως και να χορηγηθεί ξανά σε διαφορετική φλέβα. Ο ασθενής πρέπει να υποβάλλεται σε στενή παρακολούθηση μετά τη χορήγηση.
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση, βλ. παράγραφο 6.6. Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή ηπατική δυσλειτουργία
Η γεμσιταμπίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία καθώς υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες από κλινικές μελέτες ώστε να επιτρέψουν τη διατύπωση σαφών συστάσεων σχετικά με τις δόσεις που πρέπει να χορηγηθούν σε αυτούς τους πληθυσμούς ασθενών (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών)
Η γεμσιταμπίνη είναι καλά ανεκτή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Δεν υπάρχουν στοιχεία που υποδηλώνουν ότι οι τροποποιήσεις της δόσης, εκτός από εκείνες που έχουν ήδη συστηθεί για όλους τους ασθενείς, είναι αναγκαίες για τους ηλικιωμένους (βλέπε παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)
Η γεμσιταμπίνη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών λόγω ανεπαρκών δεδομένων σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα. Θηλασμός (βλ. παράγραφο 4.6).
Η παράταση του χρόνου έγχυσης και η αυξημένη συχνότητα χορήγησης δόσης έχει φανεί ότι αυξάνουν την τοξικότητα.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (SCARs) συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS), της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN) και της οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με γεμσιταβίνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις αντιδράσεις, η γεμσιταβίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Αιματολογική τοξικότητα
Η γεμσιταμπίνη μπορεί να καταστείλει τη λειτουργία του μυελού των οστών, όπως εκδηλώνεται ως λευκοπενία, θρομβοκυτταροπενία και αναιμία.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν γεμσιταμπίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται για αριθμούς αιμοπεταλίων, λευκοκυττάρων και κοκκιοκυττάρων. Η διακοπή ή η τροποποίηση της θεραπείας πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά που ανιχνεύεται φαρμακοεπαγώμενη τοξικότητα του μυελού των οστών (βλέπε παράγραφο 4.2). Ωστόσο, η μυελοκαταστολή είναι σύντομης διάρκειας και συνήθως δεν απαιτεί μείωση της δόσης και σπάνια μόνο απαιτεί διακοπή.
Οι αριθμοί των κυττάρων του αίματος ενδέχεται να συνεχίζουν να μειώνονται μετά τη διακοπή της θεραπείας με γεμσιταμπίνη. Η θεραπεία πρέπει να αρχίσει με προσοχή σε ασθενείς με διαταραγμένη λειτουργία μυελού των οστών.
Όπως με άλλες κυτταροτοξικές θεραπείες, ο κίνδυνος αθροιστικής καταστολής του μυελού των οστών πρέπει να ληφθεί υπόψη σε περιπτώσεις χορήγησης συνδυαστικής ή διαδοχικής χημειοθεραπείας.
Ηπατική δυσλειτουργίακαι νεφρική δυσλειτουργία
Η γεμσιταμπίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία καθώς υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες από κλινικές μελέτες ώστε να επιτρέψουν τη διατύπωση σαφών συστάσεων σχετικά με τις δόσεις που πρέπει να χορηγούνται σε αυτούς τους πληθυσμούς ασθενών (βλ. παράγραφο 4.2).
Η χορήγηση της γεμσιταμπίνης σε ασθενείς που έχουν επίσης ηπατικές μεταστάσεις ή ιστορικό ηπατίτιδας, αλκοολισμού ή κίρρωσης, ενδέχεται να προκαλέσει επιδείνωση της υποκείμενης ηπατικής δυσλειτουργίας.
Η νεφρική και η ηπατική λειτουργία πρέπει να ελέγχονται περιοδικά (περιλαμβανομένου του ιολογικού ελέγχου).
Συγχορηγούμενη ακτινοθεραπεία
Σε συγχορηγούμενη ακτινοθεραπεία (χορηγούμενη ταυτόχρονα ή με μεσοδιάστημα ≤7 ημερών): Έχει αναφερθεί τοξικότητα (βλ. παράγραφο 4.5 για λεπτομέρειες και συστάσεις για χρήση).
Εμβολιασμοί με ζώντες μικροοργανισμούς
Το εμβόλιο του κίτρινου πυρετού και άλλα εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούς δεν συνιστώνται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με γεμσιταμπίνη (βλ. παράγραφο 4.5).
Καρδιαγγειακό σύστημα
Λόγω του κινδύνου καρδιακών και/ή αγγειακών διαταραχών με τη γεμσιταμπίνη, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που έχουν ιστορικό καρδιαγγειακών συμβάντων.
Σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών
Περιστατικά διαφυγής τριχοειδών έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν γεμσιταμπίνη ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με αντικαρκινικούς παράγοντες (βλ. παράγραφο 4.8). Γενικά, υπάρχουν θεραπείες για αυτήν τη διαταραχή εάν διαγνωσθεί έγκαιρα και αντιμετωπιστεί κατάλληλα. Παρόλα αυτά έχουν αναφερθεί θανατηφόρες περιπτώσεις. Η διαταραχή προκαλεί υπερδιαπερατότητα των συστηματικών τριχοειδών κατά την οποία υγρά και πρωτεΐνες από τον ενδαγγειακό χώρο διαρρέουν στον διάμεσο χώρο. Τα κλινικά χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν γενικευμένο οίδημα, πρόσληψη βάρους, υποπρωτεϊναιμία, σοβαρού βαθμού υπόταση, οξεία νεφρική ανεπάρκεια και πνευμονικό οίδημα. Η γεμσιταμπίνη πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει συμπτωματική θεραπεία εάν το σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Το σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών μπορεί να παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια μετέπειτα κύκλων και συσχετίζεται στη βιβλιογραφία με το σύνδρομο αναπνευστικής ανεπάρκειας των ενηλίκων.
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας
Περιστατικά που λαμβάνουν γεμσιταμπίνη ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλους αντικαρκινικούς παράγοντες έχουν αναφερθεί περιπτώσεις συνδρόμου οπίσθιας
αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES) με δυνητικά σοβαρού βαθμού επιπτώσεις. Στους περισσότερους ασθενείς που ελάμβαναν γεμσιταμπίνη και παρουσίασαν PRES αναφέρθηκαν βαριάς μορφής υπέρταση και επιληπτικές κρίσεις, όμως και άλλα συμπτώματα όπως κεφαλαλγίες, λήθαργος, σύγχυση και απώλεια όρασης μπορούν επίσης να παρουσιαστούν. Η διάγνωση επιβεβαιώνεται καλύτερα με μαγνητική τομογραφία (MRI). Το σύνδρομο PRES ήταν γενικά αναστρέψιμο με την κατάλληλη συμπτωματική θεραπεία. Εάν το σύνδρομο PRES παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να γίνει οριστική διακοπή της γεμσιταμπίνης και να αρχίσουν συμπτωματικές θεραπείες, όπως έλεγχος της αρτηριακής πίεσης και αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή.
Πνεύμονες
Έχουν αναφερθεί επιδράσεις στους πνεύμονες, οι οποίες είναι μερικές φορές βαριάς μορφής (όπως πνευμονικό οίδημα, διάμεση πνευμονοπάθεια ή σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS)) σε συνδυασμό με θεραπεία με γεμσιταμπίνη. Εάν παρουσιαστούν τέτοιες επιδράσεις, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με γεμσιταμπίνη. Η άμεση έναρξη μέτρων υποστηρικτικής περίθαλψης ενδέχεται να βοηθήσει στη βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς.
Νεφρικό σύστημα
Αιμολυτικό-ουραιμικό σύνδρομο
Κλινικά σημεία συμβατά με αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (HUS) έχουν αναφερθεί σε σπάνιες περιπτώσεις (δεδομένα μετά την κυκλοφορία στην αγορά) σε ασθενείς που λαμβάνουν γεμσιταμπίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Το HUS είναι μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή πάθηση. Η γεμσιταμπίνη πρέπει να διακοπεί κατά την εμφάνιση των πρώτων σημείων μικροαγγειοπαθητικής αιμολυτικής αναιμίας, όπως αιμοσφαιρίνη που μειώνεται ραγδαία με συνοδό θρομβοκυτταροπενία και αύξηση των επιπέδων της χολερυθρίνης ορού, της κρεατινίνης, της ουρίας ή της LDH. Η νεφρική δυσλειτουργία ενδέχεται να μην είναι αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας και ενδέχεται να απαιτηθεί αιμοκάθαρση.
Γονιμότητα
Σε μελέτες γονιμότητας, η γεμσιταμπίνη προκάλεσε υποσπερματογένεση σε αρσενικούς ποντικούς (βλ. παράγραφο 5.3). Επομένως, οι άνδρες που έχουν λάβει θεραπεία με γεμσιταμπίνη συνιστάται να μην κάνουν παιδί κατά τη διάρκεια και έως 3 μήνες μετά τη θεραπεία και να αναζητούν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την κρυοσυντήρηση του σπέρματος πριν από την έναρξη της θεραπείας λόγω της πιθανότητας υπογονιμότητας εξαιτίας της γεμσιταμπίνης (βλ. παράγραφο 4.6).
Νάτριο
To Gemcitabine Accord 200 mg κόνις για διάλυμα προς έγχυση περιέχει 3,5 mg (<1 mmol) νατρίου ανά φιαλίδιο. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς σε δίαιτα με έλεγχο του νατρίου.
To Gemcitabine Accord 1 g κόνις για διάλυμα προς έγχυση περιέχει 17,5 mg (<1 mmol) νατρίου ανά φιαλίδιο. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς σε δίαιτα με έλεγχο του νατρίου.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων (βλ. παράγραφο 5.2).
Ακτινοθεραπεία
Ταυτόχρονη χρήση (χορήγηση ταυτόχρονα ή με μεσοδιάστημα ≤7 ημερών) – Η τοξικότητα που σχετίζεται με αυτήν τη θεραπεία πολλαπλών μεθόδων εξαρτάται από πολλούς διαφορετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της δόσης της γεμσιταμπίνης, της συχνότητας χορήγησής της, της δόσης ακτινοθεραπείας, της τεχνικής σχεδιασμού της ακτινοθεραπείας, του ιστού στόχου και του όγκου στόχου. Οι προκλινικές και οι κλινικές μελέτες κατέδειξαν ότι η γεμσιταμπίνη έχει δράση ακτινοευαισθητοποίησης. Σε μία κλινική δοκιμή σε ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα όπου χορηγήθηκε γεμσιταμπίνη σε δόση 1.000 mg/m2 για έως και 6 συνεχόμενες εβδομάδες ταυτόχρονα με θεραπευτική ακτινοβόληση θώρακα, παρατηρήθηκε σημαντική τοξικότητα με τη μορφή βαριάς μορφής, πιθανώς απειλητικής για τη ζωή βλεννογονίτιδας, ειδικά οισοφαγίτιδα και πνευμονίτιδα, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλους όγκους ακτινοθεραπείας [διάμεσοι όγκοι θεραπείας 4.795 cm3]. Οι επόμενες μελέτες υποδηλώνουν ότι είναι εφικτό να χορηγηθεί γεμσιταμπίνη σε χαμηλότερες δόσεις με ακτινοθεραπεία και προβλέψιμη τοξικότητα, όπως στην περίπτωση της μελέτης φάσης ΙΙ σε μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα, όπου δόσεις ακτινοβόλησης του θώρακα της τάξης των 66 Gy χορηγήθηκαν ταυτόχρονα με γεμσιταμπίνη (600 mg/m2, τέσσερις φορές) και σισπλατίνη (80 mg/m2 δύο φορές) επί 6 εβδομάδες. Το βέλτιστο σχήμα για την ασφαλή χορήγηση της γεμσιταμπίνης με θεραπευτικές δόσεις ακτινοθεραπείας δεν έχει καθοριστεί ακόμη για όλους τους τύπους όγκων.
Μη ταυτόχρονη (χορήγηση με μεσοδιάστημα > 7 ημερών) – Η ανάλυση των δεδομένων δεν υποδεικνύει αυξημένη τοξικότητα όταν η γεμσιταμπίνη χορηγείται περισσότερες από 7 ημέρες πριν ή μετά την ακτινοθεραπεία, εκτός από την επανεμφάνιση συμπτωμάτων από προηγούμενη ακτινοβόληση. Δεδομένα υποδηλώνουν ότι η γεμσιταμπίνη μπορεί να αρχίσει μετά την υποχώρηση των οξέων επιδράσεων της ακτινοθεραπείας ή τουλάχιστον μία εβδομάδα μετά την ακτινοθεραπεία.
Έχει αναφερθεί τραυματισμός από την ακτινοβολία στους ιστούς στόχους (για παράδειγμα οισοφαγίτιδα, κολίτιδα και πνευμονίτιδα) ανεξάρτητα από το εάν η γεμσιταμπίνη χορηγήθηκε ή δεν χορηγήθηκε ταυτόχρονα με ακτινοθεραπεία.
Λοιπά
Τα εμβόλια κίτρινου πυρετού και ζώντων εξασθενημένων μικροοργανισμών δεν συνιστώνται λόγω του κινδύνου συστηματικής, πιθανώς θανατηφόρας νόσου, ειδικά σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.
Γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας/αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Λόγω του γονοτοξικού δυναμικού της γεμσιταμπίνης (βλ. παράγραφο 5.3), οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με γεμσιταμπίνη και για 6 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Οι άνδρες πρέπει να λαμβάνουν συμβουλές να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης και να μην κάνουν παιδί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με γεμσιταμπίνη και κατά τους 3 μήνες μετά τη διακοπή της.
Εγκυμοσύνη
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση γεμσιταμπίνης σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Με βάση τα αποτελέσματα από μελέτες σε ζώα και τον μηχανισμό δράσης της γεμσιταμπίνης, αυτό το προϊόν δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι απαραίτητο. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο της θεραπείας με γεμσιταμπίνη κατά την εγκυμοσύνη και να ενημερώνουν αμέσως τον ιατρό τους σε περίπτωση εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η γεμσιταμπίνη διέρχεται στο μητρικό γάλα και δεν μπορούν να αποκλειστούν οι ανεπιθύμητες επιδράσεις στο θηλάζον παιδί. Ο θηλασμός πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με γεμσιταμπίνη.
Γονιμότητα
Σε μελέτες γονιμότητας, η γεμσιταμπίνη προκάλεσε υποσπερματογένεση σε αρσενικούς ποντικούς (βλ. παράγραφο 5.3). Επομένως, οι άνδρες που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταμπίνη συνιστάται να μην κάνουν παιδί κατά τη διάρκεια και έως 3 μήνες μετά τη θεραπεία και να αναζητούν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την κρυοσυντήρηση του σπέρματος πριν από την έναρξη της θεραπείας λόγω της πιθανότητας υπογονιμότητας εξαιτίας της θεραπείας με γεμσιταμπίνη.
ν
Δεν έχουν μελετηθεί οι επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, έχει αναφερθεί ότι η γεμσιταμπίνη μπορεί να προκαλέσει ήπια έως μέτρια υπνηλία, ειδικά σε συνδυασμό με κατανάλωση αλκοόλ. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν συμβουλές να μην οδηγούν και να μη χρησιμοποιούν μηχανήματα μέχρι να τεκμηριωθεί ότι δεν έχουν πλέον υπνηλία.
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με το Gemcitabine Accord περιλαμβάνουν τις εξής: ναυτία με ή χωρίς έμετο, αυξημένα επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασών (AST/ALT) και αλκαλικής φωσφατάσης που αναφέρονται σε περίπου 60% των ασθενών, πρωτεϊνουρία και αιματουρία που αναφέρονται σε περίπου 50% των ασθενών, δύσπνοια που αναφέρεται σε 10 έως 40% των ασθενών (υψηλότερο ποσοστό επίπτωσης σε ασθενείς με καρκίνο πνεύμονα), αλλεργικά φαρμακευτικά εξανθήματα που παρατηρούνται σε περίπου 25% των ασθενών και σχετίζονται με κνησμό σε 10% των ασθενών.
Η συχνότητα και η βαρύτητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων εξαρτώνται από τη δόση, τον ρυθμό έγχυσης και τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων (βλ. παράγραφο 4.4). Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που περιορίζουν τη δόση είναι: μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων, λευκοκυττάρων και κοκκιοκυττάρων (βλ. παράγραφο 4.2).
Δεδομένα από κλινικές δοκιμές
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες
(< 1/10.000) και μη γνωστή συχνότητα (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Ο παρακάτω πίνακας που παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τη συχνότητά τους βασίζεται στα δεδομένα από κλινικές μελέτες. Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
| Κατηγορία συστήματος οργάνων | Ομαδοποίηση συχνοτήτων |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | ΣυχνέςΜη γνωστή συχνότητα |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ συχνές= 19,3%, βαθμού 4 = 6 %).Η μυελοκαταστολή είναι γενικά ήπια έως μέτρια και κυρίως επηρεάζει τον αριθμό των κοκκιοκυττάρων (βλ. παράγραφο 4.2 και 4.4) |
| Συχνές | |
| Πολύ σπάνιες | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Πολύ σπάνιες |
| Λοιμώξεις και | Συχνές |
| παρασιτώσεις | |
| μη γνωστές | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές |
| Όχι συχνές | |
| Καρδιακές διαταραχές | Σπάνιες |
-
Λοιμώξεις.
-
Σηψαιμία
-
Λευκοπενία (ουδετεροπενία βαθμού 3
-
Θρομβοκυτταροπενία
-
Αναιμία
-
Εμπύρετη ουδετεροπενία
-
Θρομβοκυττάρωση
-
Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια
-
Αναφυλακτοειδή αντίδραση
-
Λοιμώξεις
-
Σήψη
-
Ανορεξία
-
Κεφαλαλγία
-
Αϋπνία
-
Υπνηλία
-
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο πολύ σπάνιες
-
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (βλ. παράγραφο 4.4)
| Όχι συχνές | |
| Αγγειακές διαταραχές | Σπάνιεςπολύ σπάνιες |
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Αρρυθμία, κυρίως υπερκοιλιακή αρρυθμία
-
Καρδιακή ανεπάρκεια
-
Υπόταση
-
Κλινικά σημεία περιφερικής αγγειίτιδας και γάγγραινας
-
Σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών (βλ. παράγραφο 4.4)
| Κατηγορία συστήματος οργάνων | Ομαδοποίηση συχνοτήτων |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Πολύ συχνέςΣυχνέςΌχι συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνέςΣυχνές |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Πολύ συχνέςΣυχνέςΌχι συχνέςΣπάνιες |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνέςΣυχνές |
-
Δύσπνοια – συνήθως ήπια και υποχωρεί ραγδαία χωρίς θεραπεία
-
Βήχας
-
Ρινίτιδα
-
Διάμεση πνευμονίτιδα (βλέπε παράγραφο 4.4)
-
Βρογχόσπασμος – συνήθως ήπιος και παροδικός αλλά ενδέχεται να απαιτεί παρεντερική θεραπεία Σπάνιες
-
Πνευμονικό οίδημα
-
Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων (βλ. παράγραφο 4.4)
-
Έμετος
-
Ναυτία
-
Διάρροια
-
Στοματίτιδα και εξέλκωση του στόματος
-
Δυσκοιλιότητα Πολύ σπάνιες
-
Ισχαιμική κολίτιδα
-
Αύξηση των επιπέδων των ηπατικών τρανσαμινασών (AST και ALT) και της αλκαλικής φωσφατάσης
-
Αυξημένη χολερυθρίνη
-
Σοβαρή ηπατοτοξικότητα, περιλαμβανομένης της ηπατικής ανεπάρκειας και του θανάτου
-
Αυξημένα επίπεδα γ-γλουταμυλοτρανσφεράσης (GGT)
-
Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα που συχνά σχετίζεται με κνησμό
-
Αλωπεκία
-
Κνησμός
| ΣπάνιεςΠολύ σπάνιεςμη γνωστή συχνότητα |
-
Εφίδρωση
-
Εξέλκωση
-
Σχηματισμός φυσαλίδων και ελκών
-
Απολέπιση
-
Δερµατικές αντιδράσεις βαριάς μορφής, που περιλαµβάνουν αποφολίδωση και ποµφολυγώδη δερµατικά εξανθήµατα
-
Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
-
Σύνδρομο Stevens-Johnson
-
Ψευδοκυτταρίτιδα
-
Oξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
| Κατηγορία συστήματος οργάνων | Ομαδοποίηση συχνοτήτων |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολύ συχνέςΌχι συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ συχνέςΣυχνέςΣπάνιες |
-
Οσφυαλγία
-
Μυαλγία
-
Αιματουρία
-
Ήπια λευκωματουρία
-
Νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4)
-
Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη – τα πιο συχνά συμπτώματα είναι ο πυρετός, η κεφαλαλγία, τα ρίγη, η μυαλγία, η κακουχία και η ανορεξία. Έχουν επίσης αναφερθεί βήχας, ρινίτιδα, αδιαθεσία, εφίδρωση και δυσκολίες στον ύπνο.
-
Οίδημα/περιφερικό οίδημα που περιλαμβάνει το οίδημα προσώπου. Το οίδημα είναι συνήθως αναστρέψιμο μετά τη διακοπή της θεραπείας
-
Πυρετός
-
Κακουχία
-
Ρίγη
-
Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης – κυρίως
| ήπιας φύσης | |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών |
-
Τοξικότητα από την ακτινοβολία (βλ. παράγραφο 4.5).
-
Επανεμφάνιση βλαβών ακτινοβολίας
Εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά (αυθόρμητες αναφορές), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Καρδιακές διαταραχές
Αρρυθμίες, κυρίως υπερκοιλιακής φύσης Καρδιακή ανεπάρκεια
Αγγειακές διαταραχές
Κλινικά σημεία περιφερικής αγγειίτιδας και γάγγραινας
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Πνευμονικό οίδημα
Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Ισχαιμική κολίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Σοβαρή ηπατοτοξικότητα, συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής ανεπάρκειας και του θανάτου
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Δερματικές αντιδράσεις βαριάς μορφής, συμπεριλαμβανομένης της αποφολίδωσης και των φυσαλλιδωδών δερματικών εξανθημάτων, του συνδρόμου Lyell και του συνδρόμου Steven- Johnson
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4). Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (βλ. παράγραφο 4.4)
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
Επανεμφάνιση συμπτωμάτων από προηγούμενη ακτινοβόληση
Χρήση συνδυασμού σε καρκίνο μαστού
Η συχνότητα των αιματολογικών τοξικοτήτων βαθμού 3 και 4, περιλαμβανομένης της ουδετεροπενίας, αυξάνεται όταν η γεμσιταμπίνη χορηγείται σε συνδυασμό με πακλιταξέλη. Ωστόσο, η αυξημένη συχνότητα αυτών των ανεπιθύμητων αντιδράσεων δεν σχετίζεται με αυξημένο ποσοστό λοιμώξεων ή αιμορραγικών συμβάντων. Η κόπωση και η εμπύρετη ουδετεροπενία συμβαίνουν πιο συχνά όταν η γεμσιταμπίνη χορηγείται σε συνδυασμό με πακλιταξέλη. Η κόπωση, η οποία δεν σχετίζεται με αναιμία, γενικά υποχωρεί μετά τον πρώτο κύκλο.
| Ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 3 και 4 Πακλιταξέλη έναντι γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με πακλιταξέλη | ||||
| Αριθμός (%) ασθενών | ||||
| Σκέλος πακλιταξέλης (N=259) | Σκέλος γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με πακλιταξέλη (N=262) | |||
| Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | |
| Εργαστηριακά | ||||
| Αναιμία | 5 (1,9) | 1 (0,4) | 15 (5,7) | 3 (1,1) |
| Θρομβοκυτταροπενία | 0 | 0 | 14 (5,3) | 1 (0,4) |
| Ουδετεροπενία | 11 (4,2) | 17 (6,6)* | 82 (31,3) | 45 (17,2)* |
| Μη εργαστηριακά | ||||
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | 3 (1,2) | 0 | 12 (4,6) | 1(0,4) |
| Κόπωση | 3 (1,2) | 1 (0,4) | 15 (5,7) | 2 (0,8) |
| Διάρροια | 5 (1,9) | 0 | 8 (3,1) | 0 |
| Κινητική νευροπάθεια | 2(0,8) | 0 | 6(2,3) | 1(0,4) |
| Αισθητική νευροπάθεια | 9(3,5) | 0 | 14(5,3) | 1(0,4) |
*Ουδετεροπενία βαθμού 4 που διαρκεί για περισσότερες από 7 ημέρες αναφέρθηκε σε 12,6% των ασθενών στο σκέλος συνδυασμού γεμσιταμπίνης-πακλιταξέλης και σε 5,0% των ασθενών που είχαν ενταχθεί στο σκέλος της πακλιταξέλης.
Χρήση συνδυασμού σε καρκίνο κύστης
| Ανεπιθύμητα συμβάντα βαθμού 3 και 4MVAC έναντι γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με σισπλατίνη | ||||
| Αριθμός (%) ασθενών | ||||
| Σκέλος MVAC (μεθοτρεξάτη, βινμπλαστίνη, δοξορουβικίνη και σισπλατίνη)(N=196) | Σκέλος γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με σισπλατίνη (N=200) | |||
| Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | |
| Εργαστηριακά | ||||
| Αναιμία | 30(16) | 4(2) | 47(24) | 7(4) |
| Θρομβοκυτταροπενία | 15(8) | 25(13) | 57(29) | 57(29) |
| Μη εργαστηριακά | ||||
| Ναυτία και έμετος | 37(19) | 3(2) | 44(22) | 0(0) |
| Διάρροια | 15(8) | 1(1) | 6(3) | 0(0) |
| Λοίμωξη | 19(10) | 10(5) | 4(2) | 1(1) |
| Στοματίτιδα | 34(18) | 8(4) | 2(1) | 0(0) |
Χρήση συνδυασμού σε καρκίνο ωοθηκών
Ανεπιθύμητα συμβάντα βαθμού 3 και 4
| Καρβοπλατίνη έναντι γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη | ||||
| Αριθμός (%) ασθενών | ||||
| Σκέλος καρβοπλατίνης (N=174) | Σκέλος γεμσιταμπίνης σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη (N=175) | |||
| Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | Βαθμού 3 | Βαθμού 4 | |
| Εργαστηριακά | ||||
| Αναιμία | 10(5,7) | 4(2,3) | 39(22,3) | 9(5,1) |
| Ουδετεροπενία | 19(10,9) | 2(1,1) | 73(41,7) | 50(28,6) |
| Θρομβοκυτταροπενία | 18(10,3) | 2(1,1) | 53(30,3) | 8(4,6) |
| Λευκοπενία | 11(6,3) | 1(0,6) | 84(48,0) | 9(5,1) |
| Μη εργαστηριακά | ||||
| Αιμορραγία | 0(0,0) | 0(0,0) | 3(1,8) | (0,0) |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | 0(0,0) | 0(0,0) | 2(1,1) | (0,0) |
| Λοίμωξη χωρίς ουδετεροπενία | 0(0) | 0(0,0) | (0,0) | 1(0,6) |
Η αισθητική νευροπάθεια αναφέρθηκε συχνότερα στο σκέλος συνδυασμού με καρβοπλατίνη παρά στο σκέλος με καρβοπλατίνη ως μονοθεραπεία
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr
Δεν υπάρχει γνωστό αντίδοτο για την υπερδοσολογία γεμσιταμπίνης. Έχουν χορηγηθεί δόσεις έως 5.700 mg/m2 από ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών κάθε δύο εβδομάδες με κλινικά αποδεκτή τοξικότητα. Εάν πιθανολογείται υπερδοσολογία, ο ασθενής θα πρέπει να υποβάλλεται σε παρακολούθηση με κατάλληλες μετρήσεις του αριθμού των κυττάρων του αίματος και να λαμβάνει υποστηρικτική θεραπεία, όπως είναι αναγκαίο.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - GEMCITABINE/ACCORD 200MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανάλογα πυριμιδίνης Κωδικός ATC: L01BC05
Κυτταροτοξική δραστικότητα σε καλλιέργειες κυττάρων
Η γεμσιταμπίνη εμφανίζει σημαντικές κυτταροτοξικές επιδράσεις έναντι μιας ποικιλίας καλλιεργημένων κυττάρων όγκου τρωκτικών και ανθρώπου. Η δράση της είναι ειδική για τη φάση με τέτοιο τρόπο ώστε η γεμσιταμπίνη να θανατώνει κυρίως κύτταρα που υποβάλλονται σε σύνθεση DNA (φάση S) και, υπό ορισμένες συνθήκες, αποκλείει την εξέλιξη των κυττάρων στην ένωση του ορίου των φάσεων G1/S. In vitro, η κυτταροτοξική επίδραση της γεμσιταμπίνης εξαρτάται τόσο από τη συγκέντρωση όσο και από τον χρόνο.
Δραστικότητα κατά του όγκου σε προκλινικά μοντέλα
Σε μοντέλα όγκων ζώων, η δραστικότητα κατά του όγκου της γεμσιταμπίνης εξαρτάται από το χρονοδιάγραμμα χορήγησης. Όταν η γεμσιταμπίνη χορηγείται καθημερινά, παρατηρείται υψηλή θνησιμότητα μεταξύ των ζώων, αλλά ελάχιστη δραστικότητα κατά του όγκου. Ωστόσο, εάν η γεμσιταμπίνη χορηγείται κάθε τρίτη ή τέταρτη ημέρα, μπορεί να χορηγηθεί σε μη θανατηφόρες δόσεις με σημαντική δραστικότητα σε ένα μεγάλο αριθμό όγκων σε ποντικούς.
Μηχανισμός δράσης
Κυτταρικός μεταβολισμός και μηχανισμός δράσης: Η γεμσιταμπίνη (dFdC), η οποία είναι αντιμεταβολίτης πυριμιδίνης, μεταβολίζεται ενδοκυττάρια μέσω της νουκλεοσιδικής κινάσης σε ενεργά νουκλεοσίδια διφωσφορικής διφθοροδεοξυκυτιδίνης (dFdCDP) και τριφωσφορικής διφθοροδεοξυκυτιδίνης (dFdCTP). Η κυτταροτοξική επίδραση της γεμσιταμπίνης οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης DNA από τα dFdCDP και τα dFdCTP μέσω ενός διπλού μηχανισμού δράσης. Αρχικά, τα dFdCDP αναστέλλουν την αναγωγάση ριβονουκλεοτιδίων, η οποία είναι μοναδικά υπεύθυνη για την κατάλυση αντιδράσεων που παράγουν τριφωσφορικά δεοξυνουκλεοσίδια (dCTP) για τη σύνθεση DNA. Η αναστολή αυτού του ενζύμου από τα dFdCDP προκαλεί μείωση της συγκέντρωσης των δεοξυνουκλεοσιδίων γενικά και ειδικά των dCTP. Δεύτερον, τα dFdCTP ανταγωνίζονται με τα dCTP για την ενσωμάτωση στο DNA (αυτοενίσχυση).
Κατά παρόμοιο τρόπο, μια μικρή ποσότητα γεμσιταμπίνης μπορεί να ενσωματωθεί, επίσης, στο RNA. Επομένως, η μειωμένη ενδοκυττάρια συγκέντρωση των dCTP ενισχύει την ενσωμάτωση των dFdCTP στο DNA. Η DNA πολυμεράση έψιλον δεν έχει την ικανότητα να αποβάλλει τη γεμσιταμπίνη και να επιδιορθώνει τις σχηματιζόμενες έλικες DNA. Μετά την ενσωμάτωση της γεμσιταμπίνης στο DNA, προστίθεται ένα επιπλέον νουκλεοτίδιο στις αυξανόμενες έλικες DNA. Μετά από αυτή την προσθήκη, ουσιαστικά υπάρχει πλήρης αναστολή στην περαιτέρω σύνθεση του DNA (συγκεκαλυμμένος τερματισμός αλυσίδας). Μετά την ενσωμάτωση στο DNA, η γεμσιταμπίνη φαίνεται να επάγει την προγραμματισμένη διαδικασία κυτταρικού θανάτου που είναι γνωστή ως απόπτωση.
Κλινικά στοιχεία
Καρκίνος κύστης
Μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III σε 405 ασθενείς με προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνωμα μεταβατικών κυττάρων ουροθηλίου δεν έδειξε καμία διαφορά μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας, της γεμσιταμπίνης/σισπλατίνης έναντι της μεθοτρεξάτης/βινμπλαστίνης
/αδριαμυκίνης/σισπλατίνης (MVAC), όσον αφορά τη διάμεση επιβίωση (12,8 και 14,8 μήνες αντίστοιχα, p=0,547), χρόνος έως την εξέλιξη της νόσου (7,4 και 7,6 μήνες αντίστοιχα, p=0,842) και το ποσοστό ανταπόκρισης (49,4% και 45,7% αντίστοιχα, p=0,512). Ωστόσο, ο συνδυασμός γεμσιταμπίνης και σισπλατίνης είχε καλύτερο προφίλ τοξικότητας σε σχέση με το σχήμα MVAC.
Καρκίνος παγκρέατος
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III 126 ασθενών με προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο παγκρέατος, η γεμσιταμπίνη έδειξε στατιστικά σημαντικά υψηλότερο κλινικό όφελος – ποσοστό ανταπόκρισης παρά η 5-φθοριοουρακίλη (23,8% και 4,8% αντίστοιχα, p=0,0022). Επίσης, παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική αύξηση του χρόνου έως την εξέλιξη από 0,9 σε 2,3 μήνες (log-rank p<0,0002) και μια στατιστικά σημαντική αύξηση της διάμεσης επιβίωσης από 4,4 σε 5,7 μήνες (log-rank p<0,0024) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταμπίνη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με 5- φθοριοουρακίλη.
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III 522 ασθενών με μη εγχειρήσιμο, τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (NSCLC), η γεμσιταμπίνη σε συνδυασμό με σισπλατίνη έδειξε στατιστικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης σε σχέση με τη σισπλατίνη μόνη της (31,0% και 12,0%, αντίστοιχα, p<0,0001). Παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική αύξηση του χρόνου έως την εξέλιξη από 3,7 σε 5,6 μήνες (log-rank p<0,0012) και μια στατιστικά σημαντική αύξηση της διάμεσης επιβίωσης από 7,6 σε 9,1 μήνες (log-rank p<0,004) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταμπίνη/σισπλατίνη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σισπλατίνη.
Σε μια άλλη τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III 135 ασθενών με στάδιο IIIB ή IV NSCLC, ο συνδυασμός γεμσιταμπίνης και σισπλατίνης έδειξε στατιστικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης σε σχέση με τον συνδυασμό σισπλατίνης και ετοποσιδίου (40,6% και 21,2%, αντίστοιχα, p=0,025). Παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική αύξηση του χρόνου έως την εξέλιξη από 4,3 σε 6,9 μήνες (p=0,014) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταμπίνη/σισπλατίνη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ετοποσίδιο/σισπλατίνη.
Και στις δύο μελέτες, παρατηρήθηκε παρόμοια ανεκτικότητα και στα δύο σκέλη θεραπείας.
Καρκίνωμα ωοθηκών
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III, 356 ασθενείς με προχωρημένο επιθηλιακό καρκίνωμα ωοθηκών οι οποίοι παρουσίασαν υποτροπή τουλάχιστον 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας με βάση την πλατίνη, τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία με γεμσιταμπίνη και καρβοπλατίνη (GCb) ή καρβοπλατίνη (Cb). Παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική αύξηση του χρόνου έως την εξέλιξη της νόσου, από 5,8 σε 8,6 μήνες (log-rank p= 0,0038) στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με GCb σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Cb. Οι διαφορές στο ποσοστό ανταπόκρισης που ήταν 47,2% στο σκέλος GCb έναντι 30,9% στο σκέλος Cb (p=0,0016) και η διάμεση επιβίωση που ήταν 18 μήνες (GCb) έναντι 17,3 (Cb) (p=0,73) ευνοούσαν το σκέλος GCb.
Καρκίνος μαστού
Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III 529 ασθενών με μη εγχειρήσιμο, τοπικά υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό καρκίνο μαστού μετά από επικουρική/νεοεπικουρική χημειοθεραπεία, η γεμσιταμπίνη σε συνδυασμό με πακλιταξέλη έδειξε στατιστικά σημαντική αύξηση του χρόνου έως την εξέλιξη της νόσου από 3,98 σε 6,14 μήνες (log-rank p=0,0002) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταμπίνη/πακλιταξέλη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με πακλιταξέλη. Μετά από 377 θανάτους, η συνολική επιβίωση ήταν 18,6 μήνες έναντι 15,8 μηνών (log rank p=0,0489, HR 0,82) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταμπίνη/πακλιταξέλη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με
πακλιταξέλη και το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 41,4% και 26,2% αντίστοιχα (p= 0,0002).
Η φαρμακοκινητική της γεμσιταμπίνης έχει εξεταστεί σε 353 ασθενείς σε επτά μελέτες. Οι 121 γυναίκες και οι 232 άνδρες ήταν ηλικίας από 29 έως 79 ετών. Από αυτούς τους ασθενείς, περίπου το 45% είχε μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα και 35% διαγνώστηκε με καρκίνο παγκρέατος. Οι ακόλουθες φαρμακοκινητικές παράμετροι λήφθηκαν για δόσεις που κυμαίνονται από 500 έως 2.592 mg/m2 οι οποίες εγχύθηκαν σε διάστημα από 0,4 έως 1,2 ώρες.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (λαμβανόμενες εντός 5 λεπτών από το τέλος της έγχυσης) ήταν 3,2 έως 45,5 μg/ml. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της γεμσιταμπίνης μετά από δόση 1.000 mg/m2/30 λεπτών είναι υψηλότερες από 5 μg/ml για σχεδόν 30 λεπτά μετά το τέλος της έγχυσης και υψηλότερες από 0,4 μg/ml για την επόμενη ώρα.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής του κεντρικού διαμερίσματος ήταν 12,4 l/m2 για τις γυναίκες και 17,5 l/m2 για τους άνδρες (η διακύμανση μεταξύ των ατόμων ήταν 91,9%). Ο όγκος κατανομής του περιφερικού διαμερίσματος ήταν 47,4 l/m2. Ο όγκος του περιφερικού διαμερίσματος δεν διέφερε ανάλογα με το φύλο. Η δέσμευση σε πρωτεΐνες πλάσματος θεωρήθηκε ότι ήταν αμελητέα.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνονταν από 42 έως 94 λεπτά ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Για το συνιστώμενο σχήμα χορήγησης δόσης, η αποβολή της γεμσιταμπίνης θα πρέπει να ολοκληρώνεται ουσιαστικά σε 5 έως 11 ώρες από την έναρξη της έγχυσης. Η γεμσιταμπίνη δεν συσσωρεύεται όταν χορηγείται μία φορά εβδομαδιαία.
Βιομετασχηματισμός
Η γεμσιταμπίνη μεταβολίζεται ραγδαία από την απαμινάση της κυτιδίνης στο ήπαρ, τους νεφρούς, το αίμα και άλλους ιστούς. Ο ενδοκυττάριος μεταβολισμός γεμσιταμπίνης παράγει τα μονο-, δι- και τριφωσφορικά (dFdCMP, dFdCDP και dFdCTP) γεμσιταμπίνης από τα οποία τα dFdCDP και dFdCTP θεωρούνται δραστικά. Αυτοί οι ενδοκυττάριοι μεταβολίτες δεν έχουν ανιχνευθεί σε πλάσμα ή ούρα. Ο κύριος μεταβολίτης, 2'-δεοξυ-2', 2'- διφθοριοουριδίνη (dFdU), δεν είναι δραστικός και ανευρίσκεται σε πλάσμα και ούρα.
Αποβολή
Η συστηματική κάθαρση κυμαίνεται από 29,2 l/hr/m2 έως 92,2 l/hr/m2 ανάλογα με το φύλο και την ηλικία (η διατομική μεταβλητότητα ήταν 52,2%). Στις γυναίκες, η κάθαρση ήταν περίπου 25% χαμηλότερη από τις τιμές για τους άνδρες. Μολονότι ραγδαία, η κάθαρση της γεμσιταμπίνης φαίνεται να μειώνεται με την ηλικία, τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Για τη συνιστώμενη δόση 1.000 mg/m2 χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών, οι χαμηλότερες τιμές κάθαρσης σε γυναίκες και άνδρες δεν θα πρέπει να καθιστούν αναγκαία τη μείωση της δόσης γεμσιταμπίνης.
Απέκκριση στα ούρα: Φαίνεται ότι λιγότερο από 10% του φαρμάκου απεκκρίνεται ως αμετάβλητη ουσία.
Η νεφρική κάθαρση ήταν 2 έως 7 l/hr/m2.
Κατά την εβδομάδα μετά τη χορήγηση, το 92 έως 98% της χορηγούμενης δόσης της γεμσιταμπίνης ανακτάται, το 99% στα ούρα, κυρίως με τη μορφή dFdU και 1% της δόσης αποβάλλεται στα κόπρανα.
Κινητική dFdCTP
Αυτός ο μεταβολίτης μπορεί να βρεθεί στα κυκλοφορούντα πολυμορφοπύρηνα κύτταρα και οι παρακάτω πληροφορίες αναφέρονται σε αυτά τα κύτταρα. Οι ενδοκυττάριες συγκεντρώσεις αυξάνονται σύμφωνα με τις δόσεις της γεμσιταμπίνης: δόσεις μεταξύ 35 και
350 mg/m2/30 λεπτά, δίνουν συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης 0,4-5 μg/ml. Σε συγκεντρώσεις γεμσιταμπίνης στο πλάσμα υψηλότερες από 5 μg/ml, τα επίπεδα dFdCTP δεν αυξάνουν, υποδηλώνοντας ότι ο σχηματισμός έχει όριο κορεσμού σε αυτά τα κύτταρα. Χρόνος ημίσειας ζωής τελικής αποβολής: 0,7-12 ώρες.
Κινητική dFdU
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (3-15 λεπτά μετά το τέλος της έγχυσης, 1.000 mg/m2, διάρκειας 30 λεπτών): 28 έως 52 μg/ml. Η ελάχιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από χορήγηση δόσης μία φορά την εβδομάδα είναι: 0,07 έως 1,12 μg/ml, χωρίς εμφανή συσσώρευση. Η τριφασική συγκέντρωση στο πλάσμα έναντι καμπύλης χρόνου, δείχνει μέσο χρόνο ημίσειας ζωής τελικής αποβολής – 65 ώρες (εύρος 33 έως 84 ώρες).
Ο σχηματισμός dFdU από μητρική ουσία είναι 91%-98%.
Ο μέσος όγκος κατανομής κεντρικού διαμερίσματος είναι 18 L/m2 (εύρος 11 έως 22 L/m2). Ο μέσος όγκος κατανομής σταθερής κατάστασης (Vss) είναι 150 L/m2 (εύρος 96 έως 228 L/m2).
Η ιστική κατανομή είναι σημαντική
Η μέση φαινομενική κάθαρση είναι 2,5 L/hr/m2 (εύρος 1-4 L/hr/m2). Η απέκκριση γίνεται εξ’ ολοκλήρου στα ούρα.
Θεραπεία συνδυασμού γεμσιταμπίνης και πακλιταξέλης
Η θεραπεία συνδυασμού δεν μετέβαλλε τη φαρμακοκινητική ούτε της γεμσιταμπίνης ούτε της πακλιταξέλης.
Όταν χορηγείται σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη, η φαρμακοκινητική της γεμσιταμπίνης δεν μεταβλήθηκε
Νεφρική δυσλειτουργία
Η ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 ml/min και 80 ml/min) δεν έχει αποδεδειγμένη, σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της γεμσιταμπίνης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - GEMCITABINE/ACCORD 200MG/VIAL
Το Gemcitabine Accord 200 mg κόνις για διάλυμα προς έγχυση περιέχει: Μαννιτόλη (E421)
Οξικό νάτριο (E262)
Υδροχλωρικό οξύ (E507) (για προσαρμογή pH) Υδροξείδιο νατρίου (E524) (για προσαρμογή pH)
Το Gemcitabine Accord 1 g κόνις για διάλυμα προς έγχυση περιέχει: Μαννιτόλη (E421)
Οξικό νάτριο (E262)
Υδροχλωρικό οξύ (E507) (για προσαρμογή pH) Υδροξείδιο νατρίου (E524) (για προσαρμογή pH)
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Όπως είναι συσκευασμένο για πώληση:
3 χρόνια
Μετά την ανασύσταση: Η χημική και φυσική σταθερότητα του προϊόντος σε μορφή έτοιμη για χρήση έχει καταδειχθεί για 21 ημέρες σε θερμοκρασία 25 °C. Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης του έτοιμου για χρήση προϊόντος, πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν θα πρέπει κανονικά να υπερβαίνουν τις 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου, εκτός εάν έχει γίνει ανασύσταση (και περαιτέρω αραίωση, εάν εφαρμόζεται) υπό ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.
Τα διαλύματα της ανασυσταθείσας γεμσιταμπίνης δεν θα πρέπει να ψύχονται, καθώς ενδέχεται να παρατηρηθεί κρυσταλλοποίηση.
Όπως είναι συσκευασμένο για πώληση:
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ειδικές συνθήκες φύλαξης. Έτοιμο προς χρήση:
Για τις συνθήκες διατήρησης του ανασυσταμένου φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.
(Για φιαλίδια των 200 mg):
Το προϊόν περιέχεται σε διάφανο σωληνοειδές γυάλινο φιαλίδιο των 10 ml, τύπου I και κλείνει με γκρι πώμα 20 mm από βρωμοβουτυλικό καουτσούκ και σφραγίζεται με αποσπώμενη μπλε ρουαγιάλ σφράγιση 20 mm από αλουμίνιο.
(Για φιαλίδια του 1 g):
Το προϊόν περιέχεται σε διάφανο σωληνοειδές γυάλινο φιαλίδιο των 50 ml, τύπου I και κλείνει με γκρι πώμα 20 mm από βρωμοβουτυλικό καουτσούκ και σφραγίζεται με αποσπώμενη ιώδη σφράγιση 20 mm από αλουμίνιο.
1 φιαλίδιο ανά συσκευασία.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Χειρισμός
Οι φυσιολογικές προφυλάξεις για την ασφάλεια για τους κυτταροστατικούς παράγοντες πρέπει να τηρούνται κατά την προετοιμασία και την απόρριψη του διαλύματος έγχυσης. Ο χειρισμός του διαλύματος προς έγχυση θα πρέπει να πραγματοποιείται σε κουτί ασφάλειας και να χρησιμοποιούνται προστατευτικές επικαλύψεις και γάντια. Εάν δεν διατίθεται κουτί ασφάλειας, ο εξοπλισμός θα πρέπει να συμπληρώνεται με μάσκα και προστατευτικά γυαλιά. Εάν το παρασκεύασμα έρθει σε επαφή με τα μάτια, αυτό μπορεί να προκαλέσει σοβαρό ερεθισμό. Τα μάτια θα πρέπει να ξεπλένονται αμέσως και σχολαστικά με νερό. Εάν υπάρχει διαρκής ερεθισμός, θα πρέπει να συμβουλευτείτε ιατρό. Εάν το διάλυμα χυθεί στο δέρμα, εκπλύνετε σχολαστικά με νερό.
Οδηγίες για ανασύσταση (και περαιτέρω αραίωση, εάν πραγματοποιηθεί)
Το μόνο εγκεκριμένο αραιωτικό για την ανασύσταση της στείρας κόνεως γεμσιταμπίνης είναι το διάλυμα για ένεση χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) (χωρίς συντηρητικό). Λόγω θεμάτων διαλυτότητας, η μέγιστη συγκέντρωση της γεμσιταμπίνης κατά την ανασύσταση είναι 40 mg/ml. Η ανασύσταση σε συγκεντρώσεις υψηλότερες από 40 mg/ml ενδέχεται να οδηγήσει σε ατελή διάλυση και θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Χρησιμοποιήστε άσηπτη τεχνική κατά τη διάρκεια της ανασύστασης και τυχόν περαιτέρω αραίωσης της γεμσιταμπίνης για χορήγηση ενδοφλέβιας έγχυσης.
-
Για την ανασύσταση, προσθέστε 5 ml στείρου διαλύματος για ένεση χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) χωρίς συντηρητικό στο φιαλίδιο των 200 mg ή 25 ml στείρου διαλύματος για ένεση χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) χωρίς συντηρητικό στο φιαλίδιο του 1 g. Ο συνολικός όγκος μετά την ανασύσταση είναι 5,26 ml (φιαλίδιο των 200 mg) ή 26,3 ml (φιαλίδιο του 1 g) αντίστοιχα. Αυτό αποφέρει συγκέντρωση γεμσιταμπίνης ίση με 38 mg/ml, η οποία λαμβάνει υπόψη και τον όγκο μετατόπισης για τη λυοφιλοποιημένη κόνι. Ανακινείστε για τη διάλυση. Μπορεί να πραγματοποιηθεί περαιτέρω αραίωση με στείρο διάλυμα για ένεση χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9 %), χωρίς συντηρητικό. Το
ανασυσταθέν διάλυμα είναι διαυγές, άχρωμο έως ανοικτό κίτρινο (στο χρώμα του άχυρου) διάλυμα.
-
Τα παρεντερικά φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να επιθεωρούνται οπτικά για τυχόν σωματιδιακή ύλη και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση. Εάν παρατηρηθεί σωματιδιακή ύλη, μη χορηγείτε.
Κάθε προϊόν που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.