TALVEY INJ.SOL 40MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - TALVEY 40MG/ML
Το TALVEY ενδείκνυται ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με υποτροπιάζον και ανθεκτικό πολλαπλό μυέλωμα, οι οποίοι έχουν λάβει τουλάχιστον 3 προηγούμενες θεραπείες, συμπεριλαμβανομένου ενός ανοσοτροποποιητικού παράγοντα, ενός αναστολέα πρωτεασώματος και ενός αντι-CD38 αντισώματος, και οι οποίοι έχουν εμφανίσει εξέλιξη της νόσου κατά τη διάρκεια της τελευταίας θεραπείας.
Η θεραπεία με TALVEY θα πρέπει να ξεκινά και να επιβλέπεται από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος.
Το TALVEY θα πρέπει να χορηγείται από επαγγελματία υγείας με επαρκώς εκπαιδευμένο ιατρικό προσωπικό και κατάλληλο ιατρικό εξοπλισμό για την αντιμετώπιση σοβαρών αντιδράσεων, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου απελευθέρωσης κυτταροκινών (CRS) και νευρολογικής τοξικότητας, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου νευροτοξικότητας σχετιζόμενο με ανοσοδραστικά κύτταρα (ICANS).
Δοσολογία
Φαρμακευτικά προϊόντα προ της θεραπείας θα πρέπει να χορηγούνται πριν από κάθε δόση του TALVEY κατά τη διάρκεια της φάσης σταδιακής αύξησης της δόσης (βλ. παρακάτω).
Το TALVEY θα πρέπει να χορηγείται υποδορίως με δοσολογικό σχήμα κάθε εβδομάδα ή κάθε
2 εβδομάδες σύμφωνα με τον Πίνακα 1. Για ασθενείς που λαμβάνουν talquetamab σύμφωνα με το 0,4 mg/kg σωματικού βάρους εβδομαδιαίο δοσολογικό σχήμα και έχουν διατηρήσει μία επαρκή κλινική ανταπόκριση που επιβεβαιώνεται σε τουλάχιστον δύο διαδοχικές αξιολογήσεις της νόσου μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο αλλαγής στο δοσολογικό σχήμα των 0,8 mg/kg σωματικού βάρους κάθε δύο εβδομάδες.
Πίνακας 1: Συνιστώμενη δόση του TALVEY| Δοσολογικό σχήμα | Φάση | Ημέρα | Δόση του TALVEYα |
| Εβδομαδιαίο δοσολογικό σχήμα | Φάση σταδιακής αύξησης της δόσης | Ημέρα 1 | 0,01 mg/kg |
| Ημέρα 3β | 0,06 mg/kg | ||
| Ημέρα 5β | 0,4 mg/kg | ||
| Φάση θεραπείας | Στη συνέχεια, μία φορά την εβδομάδαγ | 0,4 mg/kg | |
| Δοσολογικό σχήμα κάθε 2 εβδομάδες | Φάση σταδιακής αύξησης της δόσης | Ημέρα 1 | 0,01 mg/kg |
| Ημέρα 3β | 0,06 mg/kg | ||
| Ημέρα 5β | 0,4 mg/kg | ||
| Ημέρα 7β | 0,8 mg/kg | ||
| Φάση θεραπείας | Στη συνέχεια, μία φορά κάθε 2 εβδομάδεςγ | 0,8 mg/kg | |
α Η δόση βασίζεται στο πραγματικό σωματικό βάρος και θα πρέπει να χορηγείται υποδορίως.
β Η δόση μπορεί να χορηγηθεί από 2 έως 4 ημέρες μετά την προηγούμενη δόση και μπορεί να δοθεί έως 7 ημέρες μετά την προηγούμενη δόση για να καταστεί δυνατή η υποχώρηση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
γ Διατηρήστε τουλάχιστον 6 ημέρες ανάμεσα στις εβδομαδιαίες δόσεις και τουλάχιστον 12 ημέρες ανάμεσα στις δόσεις που χορηγούνται κάθε 2 εβδομάδες.
Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγία να παραμείνουν κοντά σε μονάδα υγειονομικής περίθαλψης και να παρακολουθούνται για 48 ώρες μετά τη χορήγηση όλων των δόσεων κατά τη φάση σταδιακής αύξησης της δόσης του TALVEY για σημεία και συμπτώματα CRS και ICANS (βλ. παράγραφο 4.4).
Διάρκεια θεραπείας
Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με TALVEY μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας.
Προ της θεραπείας
Τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα προ της θεραπείας πρέπει να χορηγούνται 1 έως 3 ώρες πριν από κάθε δόση του TALVEY κατά τη διάρκεια της φάσης σταδιακής αύξησης της δόσης προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος CRS (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Κορτικοστεροειδές (από στόματος ή ενδοφλέβια δεξαμεθαζόνη 16 mg, ή ισοδύναμο)
-
Αντιισταμινικό (από στόματος ή ενδοφλέβια διφαινυδραμίνη 50 mg, ή ισοδύναμο)
-
Αντιπυρετικά (από στόματος ή ενδοφλέβια ακετομινοφαίνη 650 έως 1.000 mg, ή ισοδύναμο)
Φαρμακευτικά προϊόντα προ της θεραπείας θα πρέπει να χορηγούνται πριν από τις επόμενες δόσεις για ασθενείς που επαναλαμβάνουν δόσεις κατά τη φάση σταδιακής αύξησης της δόσης του TALVEY λόγω καθυστερήσεων δόσεων (βλ. Πίνακα 2) ή για ασθενείς που εμφάνισαν CRS (βλ. Πίνακα 3).
Πρόληψη λοίμωξης
Πριν από την έναρξη θεραπείας με το TALVEY, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης προφυλακτικής αγωγής για την πρόληψη λοιμώξεων, σύμφωνα με τις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες του ιδρύματος.
Καθυστερήσεις δόσεων
Εάν καθυστερήσει μια δόση του TALVEY, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά εκ νέου βάσει των συστάσεων στον Πίνακα 2, και η χορήγηση των δόσεων κάθε εβδομάδα ή κάθε 2 εβδομάδες θα πρέπει να συνεχίζεται αναλόγως (βλ. Δοσολογία παραπάνω). Τα φαρμακευτικά προϊόντα προ της θεραπείας θα πρέπει να χορηγούνται πριν από την επανέναρξη του TALVEY και οι ασθενείς να παρακολουθούνται αναλόγως.
Πίνακας 2: Συστάσεις για την επανέναρξη του TALVEY μετά από καθυστέρηση δόσης| Δοσολογικό σχήμα | Τελευταία δόση που χορηγήθηκε | Χρόνος από την τελευταία δόση που χορηγήθηκε | Σύσταση για το TALVEY* |
| Εβδομαδιαίο δοσολογικό σχήμα | 0,01 mg/kg | Πάνω από 7 ημέρες | Ξεκινήστε ξανά με 0,01 mg/kg |
| 0,06 mg/kg | 8 έως 28 ημέρες | Επαναλάβετε τα 0,06 mg/kg | |
| Πάνω από 28 ημέρες | Ξεκινήστε ξανά με 0,01 mg/kg | ||
| 0,4 mg/kg | 8 έως 35 ημέρες | Επαναλάβετε τα 0,4 mg/kg | |
| 36 έως 56 ημέρες | Ξεκινήστε ξανά με 0,06 mg/kg | ||
| Πάνω από 56 ημέρες | Ξεκινήστε ξανά με 0,01 mg/kg | ||
| Δοσολογικό σχήμα κάθε 2 εβδομάδες | 0,01 mg/kg | Πάνω από 7 ημέρες | Ξεκινήστε ξανά με 0,01 mg/kg |
| 0,06 mg/kg | 8 έως 28 ημέρες | Επαναλάβετε τα 0,06 mg/kg | |
| Πάνω από 28 ημέρες | Ξεκινήστε ξανά με 0,01 mg/kg | ||
| 0,4 mg/kg | 8 έως 35 ημέρες | Επαναλάβετε τα 0,4 mg/kg | |
| 36 έως 56 ημέρες | Ξεκινήστε ξανά με 0,06 mg/kg | ||
| Πάνω από 56 ημέρες | Ξεκινήστε ξανά με 0,01 mg/kg | ||
| 0,8 mg/kg | 14 έως 35 ημέρες | Επαναλάβετε τα 0,8 mg/kg | |
| 36 έως 56 ημέρες | Ξεκινήστε ξανά με 0,4 mg/kg | ||
| Πάνω από 56 ημέρες | Ξεκινήστε ξανά με 0,01 mg/kg | ||
* Χορηγήστε φαρμακευτικά προϊόντα προ της θεραπείας πριν από την επανέναρξη του TALVEY. Μετά την επανέναρξη του TALVEY, συνεχίστε τη χορήγηση δόσεων κάθε εβδομάδα ή κάθε 2 εβδομάδες, αναλόγως (βλ. παράγραφο 4.2).
Τροποποιήσεις δόσης για ανεπιθύμητες ενέργειες
Ενδέχεται να απαιτηθούν καθυστερήσεις δόσεων προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι τοξικότητες που σχετίζονται με το TALVEY (βλ. παράγραφο 4.4). Βλ. Πίνακα 2 για συστάσεις για την επανέναρξη του TALVEY μετά από μια καθυστέρηση δόσης.
Βλ. Πίνακες 3 και 4 για τις συνιστώμενες ενέργειες για τη διαχείριση του CRS και του ICANS. Βλ. Πίνακα 6 για τις συνιστώμενες τροποποιήσεις δόσης για άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών (CRS)
Το CRS θα πρέπει να αναγνωρίζεται με βάση την κλινική εικόνα (βλ. παράγραφο 4.4). Άλλες αιτίες πυρετού, υποξίας και υπότασης θα πρέπει να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά. Εάν υπάρχει υποψία CRS, το TALVEY θα πρέπει να διακοπεί προσωρινά μέχρι την αποδρομή του CRS και η διαχείρισή του θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις συστάσεις στον Πίνακα 3. Θα πρέπει να χορηγείται υποστηρικτική θεραπεία για το CRS, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει εντατική φροντίδα, για το σοβαρό ή απειλητικό για τη ζωή CRS. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διενέργειας εργαστηριακών εξετάσεων για την παρακολούθηση της διάχυτης ενδαγγειακής πήξης (DIC), των αιματολογικών παραμέτρων, καθώς και της πνευμονικής, καρδιακής, νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας.
Πίνακας 3: Συστάσεις για τη διαχείριση του CRS| Βαθμός CRSα | Ενέργειες σχετικά με το TALVEY | Τοσιλιζουμάμπηβ | Κορτικοστεροειδήγ |
| Βαθμού 1Θερμοκρασία ≥38°Cδ | Διακόψτε προσωρινά το TALVEY μέχρι την αποδρομή του CRS.Χορηγήστε φαρμακευτικό προϊόν προ της θεραπείας πριν από την επόμενη δόση του TALVEY. | Μπορεί να εξετάζεται η χορήγησή της. | Δεν εφαρμόζεται |
| Βαθμού 2Θερμοκρασία ≥ 38°Cδ και μαζί ένα από τα εξής: | Διακόψτε προσωρινά το TALVEY μέχρι την αποδρομή του CRS.Χορηγήστε φαρμακευτικά προϊόντα προ της θεραπείας πριν από την επόμενη δόση του TALVEY.Παρακολουθείτε τον ασθενή για 48 ώρες μετά την επόμενη δόση του TALVEY. Δώστε οδηγία στους ασθενείς να παραμείνουν κοντά σε μονάδα υγειονομικής περίθαλψης κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. | Χορηγήστε τοσιλιζουμάμπηγ8 mg/kg ενδοφλεβίως σε διάστημα 1 ώρας (να μην υπερβαίνει τα 800 mg).Επαναλαμβάνετε τη χορήγηση της τοσιλιζουμάμπης κάθε 8 ώρες σύμφωνα με τις ανάγκες, εάν δεν παρατηρείται ανταπόκριση στη χορήγηση ενδοφλέβιων υγρών ή στην αύξηση του συμπληρωματικού οξυγόνου.Περιορίστε τον αριθμό των δόσεων στις 3 δόσεις κατά μέγιστο σε διάστημα 24 ωρών. Ο μέγιστος συνολικός αριθμός δόσεων είναι4 δόσεις. | Εάν δεν υπάρξει βελτίωση εντός 24 ωρών από την έναρξη της τοσισλουζιμάμπης, χορηγήστε μεθυλοπρεδνιζολόνη1 mg/kg ενδοφλεβίως δύο φορές την ημέρα ή δεξαμεθαζόνη 10 mg ενδοφλεβίως κάθε6 ώρες.Συνεχίστε τη χρήση κορτικοστεροειδών έως ότου το συμβάν να είναι Βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού, και κατόπιν διακόψτε τη χορήγηση μειώνοντας σταδιακά τη δόση σε διάστημα3 ημερών. |
| Βαθμού 3Θερμοκρασία ≥ 38°Cδ και μαζί ένα από τα εξής: | Διάρκεια < 48 ώρες Όπως για το Βαθμού 2.Υποτροπιάζον ή Διάρκεια ≥ 48 ώρεςΔιακόψτε οριστικά το TALVEY. | Χορηγήστε τοσιλιζουμάμπη 8 mg/kg ενδοφλεβίως σε διάστημα 1 ώρας (να μην υπερβαίνει τα 800 mg).Επαναλαμβάνετε τη χορήγηση της τοσιλιζουμάμπης κάθε 8 ώρες σύμφωνα με τις ανάγκες, εάν δεν παρατηρείται ανταπόκριση στη χορήγηση ενδοφλέβιων υγρών ή στην αύξηση του συμπληρωματικού οξυγόνου.Περιορίστε τον αριθμό των δόσεων στις 3 δόσεις κατά μέγιστο σε διάστημα 24 ωρών. Ο μέγιστος συνολικός αριθμός δόσεων είναι4 δόσεις. | Εάν δεν υπάρξει βελτίωση, χορηγήστε μεθυλοπρεδνιζολόνη 1 mg/kg ενδοφλεβίωςδύο φορές την ημέρα ή δεξαμεθαζόνη (π.χ.10 mg ενδοφλεβίως κάθε 6 ώρες).Συνεχίστε τη χρήση κορτικοστεροειδών έως ότου το συμβάν να είναι Βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού, και κατόπιν διακόψτε τη χορήγηση μειώνοντας σταδιακά τη δόση σε διάστημα3 ημερών. |
-
Υπόταση που ανταποκρίνεται στη χορήγηση υγρών και για την οποία δεν απαιτούνται αγγειοσυσπαστικά, ή
-
Ανάγκη χορήγησης οξυγόνου με ρινική κάνουλα χαμηλής ροήςε ή μάσκα οξυγόνου με σωλήνα (blow-by).
-
Υπόταση για την οποία απαιτείται ένα αγγειοσυσπαστικό, με ή χωρίς βαζοπρεσίνη, ή
-
Ανάγκη χορήγησης οξυγόνου με ρινική κάνουλα υψηλής ροήςε, μάσκα προσώπου, μάσκα χωρίς επανεισπνοή ή μάσκα Venturi
| Βαθμού 4Θερμοκρασία ≥ 38°Cδ και μαζί ένα από τα εξής:διασωλήνωση και μηχανικός αερισμός) | Διακόψτε οριστικά το TALVEY. | Χορηγήστε τοσιλιζουμάμπη 8 mg/kg ενδοφλεβίως σε διάστημα 1 ώρας (να μην υπερβαίνει τα 800 mg).Επαναλαμβάνετε τη χορήγηση της τοσιλιζουμάμπης κάθε 8 ώρες σύμφωνα με τις ανάγκες, εάν δεν παρατηρείται ανταπόκριση στη χορήγηση ενδοφλέβιων υγρών ή στην αύξηση του συμπληρωματικού οξυγόνου.Περιορίστε τον αριθμό των δόσεων στις 3 δόσεις κατά μέγιστο σε διάστημα 24 ωρών. Ο μέγιστος συνολικός αριθμός δόσεων είναι4 δόσεις. | Όπως περιγράφεται παραπάνω ή χορηγήστε μεθυλοπρεδνιζολόνη1.000 mg ενδοφλεβίως ανά ημέρα για 3 ημέρες σύμφωνα με την κρίση του ιατρού.Εάν δεν υπάρξει βελτίωση ή εάν επιδεινωθεί η κατάσταση, εξετάστε το ενδεχόμενο χορήγησης εναλλακτικών ανοσοκατασταλτικών.γ |
-
Υπόταση για την οποία απαιτούνται πολλαπλά αγγειοσυσπαστικά (εκτός της βαζοπρεσίνης), ή
-
Ανάγκη χορήγησης οξυγόνου με θετική πίεση (π.χ. συνεχής θετική πίεση αεραγωγών [CPAP], διφασική θετική πίεση αεραγωγών [BiPAP],
α Με βάση τη βαθμολόγηση της ASTCT για το CRS (Lee et al 2019).
β Ανατρέξτε στις πληροφορίες συνταγογράφησης της τοσιλιζουμάμπης για λεπτομέρειες.
γ Αντιμετωπίστε το μη ανταποκρινόμενο CRS σύμφωνα με τις θεσμικές κατευθυντήριες οδηγίες.
δ Αποδιδόμενο στο CRS. Μπορεί να μην υπάρχει πάντα παρουσία πυρετού ταυτόχρονα με την υπόταση ή υποξία, καθώς μπορεί να καλύπτεται από παρεμβάσεις όπως η χορήγηση αντιπυρετικών ή αντικυτταροκινικής θεραπείας (π.χ. τοσιλιζουμπάμπη ή κορτικοστεροειδή).
ε Η ρινική κάνουλα χαμηλής ροής έχει ροή ≤6 l/min, ενώ η ρινική κάνουλα υψηλής ροής έχει ροή >6 l/min.
Νευρολογική τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένου του ICANS
Με το πρώτο σημείο νευρολογικής τοξικότητας, συμπεριλαμβανομένου του ICANS, το TALVEY θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και να εξετάζεται το ενδεχόμενο νευρολογικής αξιολόγησης. Άλλα αίτια των νευρολογικών συμπτωμάτων θα πρέπει να αποκλειστούν. Θα πρέπει να παρέχεται υποστηρικτική θεραπεία, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει εντατική φροντίδα, για το σοβαρό ή απειλητικό για τη ζωή ICANS (βλ. παράγραφο 4.4). Οι συστάσεις για τη διαχείριση του ICANS συνοψίζονται στον Πίνακα 4.
Πίνακας 4: Συστάσεις για τη διαχείριση του ICANS| Βαθμός ICANSα, β | Με συνυπάρχον CRS | Χωρίς συνυπάρχον CRS |
| Βαθμού 1Βαθμολογία ICEγ 7–9 ή καταστολή επιπέδουσυνείδησηςδ: αφυπνίζεται αυθόρμητα. | Διαχείριση του CRS σύμφωνα με τον Πίνακα 3.Παρακολουθήστε τα νευρολογικά συμπτώματα και εξετάστε το ενδεχόμενο συμβουλής και αξιολόγησης από νευρολόγο,σύμφωνα με την κρίση του ιατρού. | Παρακολουθήστε τα νευρολογικά συμπτώματα και εξετάστε το ενδεχόμενο συμβουλής και αξιολόγησης από νευρολόγο, σύμφωνα με την κρίση του ιατρού. |
| Διακόψτε προσωρινά το TALVEY μέχρι την αποδρομή του ICANS. | ||
| Εξετάστε το ενδεχόμενο χορήγησης μη κατασταλτικών, αντιεπιληπτικώνφαρμάκων (π.χ. λεβετιρακετάμης) ως προφυλακτικής αγωγής κατά των επιληπτικών κρίσεων. | ||
| Βαθμού 2Βαθμολογία ICEγ 3-6 ή καταστολή επίπεδουσυνείδησηςδ: αφυπνίζεται από φωνή. | Χορηγήστε τοσιλιζουμάμπη σύμφωνα με τον Πίνακα 3 για τη διαχείριση του CRS.Εάν δεν υπάρξει βελτίωση μετά την έναρξη της τοσιλιζουμάμπης, χορηγήστε δεξαμεθαζόνηε 10 mg ενδοφλεβίως κάθε 6 ώρες, εάν ο ασθενής δεν λαμβάνει ήδη άλλα κορτικοστεροειδή. Συνεχίστε τη χρήση δεξαμεθαζόνης μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού, κατόπιν διακόψτε τη χορήγησημειώνοντας σταδιακά τη δόση. | Χορηγήστε δεξαμεθαζόνηε10 mg ενδοφλεβίως κάθε 6 ώρες. Συνεχίστε τη χρήση δεξαμεθαζόνης μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού, κατόπιν διακόψτε τη χορήγηση μειώνοντας σταδιακά τη δόση. |
| Διακόψτε προσωρινά το TALVEY μέχρι την αποδρομή του ICANS.Εξετάστε το ενδεχόμενο χορήγησης μη κατασταλτικών, αντιεπιληπτικών φαρμάκων (π.χ. λεβετιρακετάμης) ως προφυλακτικής αγωγής κατά των επιληπτικών κρίσεων. Εξετάστε το ενδεχόμενο συμβουλής νευρολόγων και άλλων ειδικών για περαιτέρω αξιολόγηση, ως απαιτείται.Παρακολουθείτε τον ασθενή για 48 ώρες μετά την επόμενη δόση του TALVEY. Δώστε οδηγία στους ασθενείς να παραμείνουν κοντά σε μονάδα υγειονομικής περίθαλψης κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. | ||
| Βαθμού 3Βαθμολογία ICEγ 0-2(Εάν η βαθμολογία ICE είναι 0 αλλά ο ασθενής είναι αφυπνίσιμος (π.χ. αφυπνισμένος με ολική αφασία) και ικανός να υποβληθεί σε αξιολόγηση)ή καταστολή επιπέδου συνείδησηςδ: αφυπνίζεται μόνο με απτικό ερέθισμα,ή επιληπτικές κρίσειςδ, είτε:ή αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση: εστιακό/εντοπισμένο οίδημα στη νευροαπεικόνισηδ. | Χορηγήστε τοσιλιζουμάμπη σύμφωνα με τον Πίνακα 3 για τη διαχείριση του CRS.Χορηγήστε δεξαμεθαζόνηε 10 mg ενδοφλεβίως με την πρώτη δόση της τοσιλιζουμάμπης και επαναλάβετε τη χορήγηση της δόσης κάθε 6 ώρες.Συνεχίστε τη χρήση δεξαμεθαζόνης μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού, κατόπιν διακόψτε τη χορήγηση μειώνοντας σταδιακά τη δόση. | Χορηγήστε δεξαμεθαζόνηε10 mg ενδοφλεβίως κάθε 6 ώρες. Συνεχίστε τη χρήση δεξαμεθαζόνης μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού, κατόπιν διακόψτε τη χορήγηση μειώνοντας σταδιακά τη δόση. |
| Εξετάστε το ενδεχόμενο χορήγησης μη κατασταλτικών, αντιεπιληπτικών φαρμάκων (π.χ. λεβετιρακετάμης) ως προφυλακτικής αγωγής κατά των επιληπτικών κρίσεων. Εξετάστε το ενδεχόμενο συμβουλής νευρολόγων και άλλων ειδικών για περαιτέρω αξιολόγηση, ως απαιτείται.Πρώτη Εμφάνιση:Διακόψτε προσωρινά το TALVEY μέχρι την αποδρομή του ICANS.Παρακολουθείτε τον ασθενή για 48 ώρες μετά την επόμενη δόση του TALVEY. Δώστε οδηγία στους ασθενείς να παραμείνουν κοντά σε μονάδα υγειονομικής περίθαλψης κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης.Επανεμφάνιση:Διακόψτε οριστικά το TALVEY. | ||
-
κάθε κλινική επιληπτική κρίση, εστιασμένη ή γενικευμένη, που υποχωρεί ταχέως, ή
-
επιληπτικές κρίσεις χωρίς σπασμούς στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ) που υποχωρούν με παρέμβαση,
| Βαθμού 4Βαθμολογία ICEγ 0 (Ο ασθενής είναι μηαφυπνίσιμος και δεν είναι σε θέση να υποβληθεί σε αξιολόγηση ICE)ή καταστολή επιπέδου συνείδησηςδ είτε:ή επιληπτικές κρίσειςδ, είτε:ή κινητικά ευρήματαδ: | Χορηγήστε τοσιλιζουμάμπη σύμφωνα με τον Πίνακα 3 για τη διαχείριση του CRS.Χορηγήστε δεξαμεθαζόνηε 10 mg ενδοφλεβίως και επαναλάβετε τη χορήγηση της δόσης κάθε 6 ώρες. Συνεχίστε τη χρήση δεξαμεθαζόνης μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού, κατόπιν διακόψτε τη χορήγηση μειώνοντας σταδιακά τη δόση.Εναλλακτικά, εξετάστε το ενδεχόμενο χορήγησης μεθυλοπρεδνιζολόνης1.000 mg ενδοφλεβίως ανά ημέρα με την πρώτη δόση της τοσιλιζουμάμπης και συνεχίστε τη χορήγηση μεθυλοπρεδνιζολόνης 1.000 mgενδοφλεβίως ανά ημέρα για 2 ή περισσότερες ημέρες. | Χορηγήστε δεξαμεθαζόνηε 10 mg ενδοφλεβίως καιεπαναλάβετε τη χορήγηση της δόσης κάθε 6 ώρες. Συνεχίστε τη χρήση δεξαμεθαζόνης μέχρι την υποχώρηση σε Βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού, κατόπιν διακόψτε τη χορήγηση μειώνοντας σταδιακά τη δόση.Εναλλακτικά, εξετάστε το ενδεχόμενο χορήγησης μεθυλοπρεδνιζολόνης 1.000 mg ενδοφλεβίως ανά ημέρα για3 ημέρες. Εάν υπάρξει βελτίωση, τότε διαχειριστείτε όπως παραπάνω. |
| Διακόψτε οριστικά το TALVEY.Εξετάστε το ενδεχόμενο χορήγησης μη κατασταλτικών, αντιεπιληπτικών φαρμάκων (π.χ. λεβετιρακετάμης) ως προφυλακτικής αγωγής κατά των επιληπτικών κρίσεων. Εξετάστε το ενδεχόμενο συμβουλής νευρολόγων και άλλων ειδικών για περαιτέρω αξιολόγηση, ως απαιτείται.Σε περίπτωση αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης/εγκεφαλικού οιδήματος, ανατρέξτε στις τοπικές θεσμικές κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση. | ||
| ή αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση/εγκεφαλικό οίδημαδ, με σημεία/συμπτώματα όπως: | ||
-
ο ασθενής είναι μη αφυπνίσιμος ή χρειάζεται έντονα ή επαναλαμβανόμενα απτικά ερεθίσματα για να αφυπνιστεί, ή
-
λήθαργος ή κώμα,
-
απειλητική για τη ζωή, παρατεταμένη επιληπτική κρίση (> 5 min), ή
-
επαναλαμβανόμενες επιληπτικές κρίσεις, βάσει κλινικής εικόνας ή ηλεκτρικής δραστηριότητας, χωρίς επιστροφή στην γραμμή αναφοράς ενδιαμέσως,
-
βαθιά εστιακή κινητική αδυναμία, όπως ημιπάρεση ή παραπάρεση,
-
διάχυτο εγκεφαλικό οίδημα στη νευροαπεικόνιση, ή
-
στάσεις απεγκεφαλισμού ή αποφλοίωσης, ή
-
παράλυση του 6ου κρανιακού νεύρου, ή
-
οίδημα οπτικής θηλής, ή
-
τριάδα του Cushing.
α Η διαχείριση καθορίζεται από το πιο σοβαρό συμβάν που δεν μπορεί να αποδοθεί σε άλλο αίτιο.
β Βαθμολόγηση ASTCT 2019 για το ICANS.
γ Εάν ο ασθενής είναι αφυπνίσιμος και ικανός να υποβληθεί σε Αξιολόγηση της Σχετιζόμενης με Ανοσοδραστικά Κύτταρα Εγκεφαλοπάθειας (ICE), αξιολογήστε τις εξής παραμέτρους: Προσανατολισμός (όσον αφορά το έτος, τον μήνα, την πόλη, το νοσοκομείο = 4 βαθμοί), Κατονομασία (κατονομασία 3 αντικειμένων, π.χ. υπόδειξη ρολογιού, στυλό, κουμπιού = 3 βαθμοί), Εκτέλεση εντολών (π.χ. «Δείξτε μου 2 δάχτυλα» ή «Κλείστε τα μάτια και βγάλτε έξω τη γλώσσα σας» = 1 βαθμός), Γράψιμο (ικανότητα να γράψει μια σταθερή πρόταση = 1 βαθμός) και Προσοχή (μέτρηση από το 100 προς τα κάτω ανά 10 = 1 βαθμός). Εάν ο ασθενής είναι μη αφυπνίσιμος και δεν είναι σε θέση να υποβληθεί σε αξιολόγηση ICE (ICANS Βαθμού 4) = 0 βαθμοί.δ Μη αποδιδόμενα σε άλλο αίτιο.
ε Όλες οι αναφορές σε χορήγηση δεξαμεθαζόνης εννοούν δεξαμεθαζόνη ή ισοδύναμο
Πίνακας 5: Συστάσεις για τη διαχείριση της νευρολογικής τοξικότητας (εξαιρουμένου του ICANS)| Ανεπιθύμητη Ενέργεια | Βαρύτηταα | Ενέργειες |
| Νευρολογική Τοξικότηταα (εξαιρουμένου του ICANS) | Βαθμού 1 | |
| Βαθμού 2Βαθμού 3 (Πρώτη εμφάνιση) | ||
| Βαθμού 3 (Επανεμφάνιση) Βαθμού 4 |
-
Διακόψτε προσωρινά το TALVEY μέχρι την αποκατάσταση ή τη σταθεροποίηση της νευρολογικής τοξικότητας.β
-
Διακόψτε προσωρινά το TALVEY μέχρι τα συμπτώματα της νευρολογικής τοξικότητας να βελτιωθούν σε Βαθμού 1 ή μικρότερου βαθμού.β
-
Παρέχετε υποστηρικτική θεραπεία.
-
Διακόψτε οριστικά το TALVEY.
-
Παρέχετε υποστηρικτική θεραπεία, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει εντατική φροντίδα.
α Με βάση τα Κοινά Κριτήρια Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες του Εθνικού Αντικαρκινικού Ινστιτούτου των ΗΠΑ (NCI-CTCAE), Έκδοση 4.03.
β Βλέπε Πίνακα 2 σχετικά με συστάσεις για την επανέναρξη του TALVEY μετά από καθυστερήσεις δόσης.
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συνιστώμενες τροποποιήσεις της δόσης για άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες παρέχονται στον Πίνακα 6.
Πίνακας 6: Συνιστώμενες τροποποιήσεις της δόσης για άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες| Ανεπιθύμητη ενέργεια | Βαρύτητα | Τροποποίηση της δόσης |
| Σοβαρές λοιμώξεις (βλ. παράγραφο 4.4) | Όλων των βαθμών | αποδρομή της λοίμωξης. |
| Βαθμού 3-4 | ||
| Κυτταροπενίες(βλ. παράγραφο 4.4) | Απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων κάτωαπό 0,5 × 109/l | 0,5 × 109/l ή υψηλότερος. |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | 1,0 × 109/l ή υψηλότερος και έως την αποδρομή του πυρετού. | |
| Αιμοσφαιρίνη κάτω από 8 g/dl | ||
| Αριθμός αιμοπεταλίων κάτω από 25.000/µlΑριθμός αιμοπεταλίων μεταξύ 25.000/µl και 50.000/µl με αιμορραγία | ||
| Τοξίκωση στοματικής κοιλότητας, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας βάρους(βλ. παράγραφο 4.4) | Τοξικότητα μη ανταποκρινόμενη σε υποστηρικτική φροντίδα | Διακόψτε το TALVEY έως τη σταθεροποίηση ή τη βελτίωση και εξετάστε το ενδεχόμενο επανέναρξης με τροποποιημένο σχήμα ως εξής:δύο εβδομάδες |
-
Μην χορηγήσετε το σταδιακά αυξανόμενο δοσολογικό σχήμα του TALVEY σε ασθενείς με ενεργή λοίμωξη.
-
Διακόψτε προσωρινά το TALVEY στη φάση σταδιακής αύξησης της δόσης μέχρι την
-
Διακόψτε προσωρινά το TALVEY κατά τη διάρκεια της φάσης θεραπείας έως ότου η λοίμωξη να βελτιωθεί σε Βαθμού 2 ή καλύτερου βαθμού.
-
Διακόψτε προσωρινά το TALVEY έως ότου ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων να είναι
-
Διακόψτε προσωρινά το TALVEY έως ότου ο απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων να είναι
-
Διακόψτε προσωρινά το TALVEY έως ότου η αιμοσφαιρίνη να είναι 8 g/dl ή υψηλότερη.
-
Διακόψτε προσωρινά το TALVEY έως ότου ο αριθμός αιμοπεταλίων να είναι 25.000/µl ή υψηλότερος και να μην υπάρχουν ενδείξεις αιμορραγίας.
-
Εάν η τρέχουσα δόση είναι 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα, αλλάξτε σε 0,4 mg/kg κάθε
-
Εάν η τρέχουσα δόση είναι 0,8 mg/kg κάθε δύο εβδομάδες, αλλάξτε σε 0,8 mg/kg κάθε τέσσερις εβδομάδες
| Δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων διαταραχών των ονύχων, (βλ. παράγραφο 4.4) | Βαθμού 3-4 | |
| Άλλες μη αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειεςα (βλ. παράγραφο 4.8) | Βαθμού 3-4 |
-
Διακόψτε προσωρινά το TALVEY έως ότου η ανεπιθύμητη ενέργεια να βελτιωθεί σε Βαθμού 1 ή στην αρχική κατάσταση.
-
Διακόψτε προσωρινά το TALVEY έως ότου η ανεπιθύμητη ενέργεια να βελτιωθεί σε Βαθμού 1 ή στην αρχική κατάσταση.
α Με βάση τα Κοινά Κριτήρια Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες του Εθνικού Αντικαρκινικού Ινστιτούτου των ΗΠΑ (NCI-CTCAE), Έκδοση 4.03.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του TALVEY στον παιδιατρικό πληθυσμό για τη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. παράγραφο 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2). Περιορισμένα ή καθόλου δεδομένα είναι διαθέσιμα σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Τρόπος χορήγησης
Το TALVEY προορίζεται για υποδόρια χρήση.
Ο απαιτούμενος όγκος του TALVEY θα πρέπει να ενεθεί στον υποδόριο ιστό της κοιλιακής χώρας (προτιμώμενη θέση ένεσης). Εναλλακτικά, το TALVEY μπορεί να ενίεται στον υποδόριο ιστό σε άλλες θέσεις (π.χ. στον μηρό). Εάν απαιτούνται πολλαπλές ενέσεις, οι ενέσεις του TALVEY θα πρέπει να γίνονται σε απόσταση τουλάχιστον 2 εκατοστών.
Η ένεση του TALVEY δεν πρέπει να χορηγείται σε τατουάζ ή ουλές ή σε περιοχές όπου το δέρμα είναι κόκκινο, μωλωπισμένο, ευαίσθητο, σκληρό, ή δεν είναι άθικτο.
Για οδηγίες σχετικά με τον χειρισμό του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών (CRS)
CRS, συμπεριλαμβανομένων απειλητικών για τη ζωή ή θανατηφόρων αντιδράσεων, μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς που λαμβάνουν TALVEY (βλ. παράγραφο 4.8). Τα κλινικά σημεία και συμπτώματα του CRS μπορεί να περιλαμβάνουν, χωρίς να περιορίζονται σε αυτά, πυρεξία, υπόταση, ρίγη, υποξία, κεφαλαλγία, ταχυκαρδία και αυξημένες τρανσαμινάσες. Οι δυνητικά απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές του CRS μπορεί να περιλαμβάνουν καρδιακή δυσλειτουργία, οξύ σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας, νευρολογική τοξικότητα, νεφρική και/ή ηπατική ανεπάρκεια και διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (DIC).
Η θεραπεία με το TALVEY θα πρέπει να ξεκινά με τη φάση σταδιακής αύξησης της δόσης και φαρμακευτικά προϊόντα προ της θεραπείας (κορτικοστεροειδή, αντιισταμινικά και αντιπυρετικά) θα πρέπει να χορηγούνται πριν από κάθε δόση του TALVEY κατά τη διάρκεια της φάσης σταδιακής αύξησης της δόσης προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος CRS. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται μετά τη χορήγηση αναλόγως. Σε ασθενείς που εμφάνισαν CRS μετά την προηγούμενη δόση τους, φαρμακευτικά προϊόντα προ της θεραπείας θα πρέπει να χορηγούνται πριν από την επόμενη δόση του TALVEY (βλ. παράγραφο 4.2).
Άτομα που εμφάνισαν CRS Βαθμού 3 ή υψηλότερου βαθμού με οποιαδήποτε προηγούμενη θεραπεία ανακατεύθυνσης T κυττάρων αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι προηγούμενο, βαριάς μορφής CRS με λήψη θεραπείας με T-κύτταρα χιμαιρικού αντιγονικού υποδοχέα (CAR) ή με άλλα αντισώματα εμπλοκής T-κυττάρων μπορεί να επηρεάσει την ασφάλεια του TALVEY. Τα δυνητικά οφέλη της θεραπείας θα πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά έναντι του κινδύνου εμφάνισης νευρολογικών συμβαμάτων, και θα πρέπει να δίνεται αυξημένη προσοχή κατά τη χορήγηση του TALVEY σε αυτούς τους ασθενείς.
Θα πρέπει να δοθεί συμβουλή στους ασθενείς να ζητήσουν ιατρική φροντίδα εάν εμφανίσουν σημεία ή συμπτώματα CRS. Με το πρώτο σημείο CRS, οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται αμέσως για νοσηλεία και θα πρέπει να ξεκινά θεραπεία με υποστηρικτική φροντίδα, τοσιλιζουμάμπη και/ή κορτικοστεροειδή, βάσει της βαρύτητας. Η χρήση αυξητικών παραγόντων μυελοειδούς σειράς, ιδιαίτερα του παράγοντα διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων μακροφάγων (GM-CSF), θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια του CRS. Το TALVEY θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά μέχρι την αποδρομή του CRS (βλ. παράγραφο 4.2).
Νευρολογική τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένου του ICANS
Σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή νευρολογικές τοξικότητες, συμπεριλαμβανομένου του ICANS, έχουν εμφανιστεί μετά από θεραπεία με το TALVEY (βλ. παράγραφο 4.8).
ICANS, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων αντιδράσεων, έχει εμφανιστεί μετά από θεραπεία με TALVEY. Η έναρξη του ICANS μπορεί να συμβεί ταυτόχρονα με το CRS, μετά την υποχώρηση του CRS ή επί απουσίας CRS. Τα κλινικά σημεία και συμπτώματα του ICANS μπορεί να περιλαμβάνουν, χωρίς να περιορίζονται σε αυτά, συγχυτική κατάσταση, καταστολή επιπέδου συνείδησης, αποπροσανατολισμό, υπνηλία, λήθαργο και βραδυψυχισμό.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα νευρολογικών τοξικοτήτων και να λάβουν άμεσα θεραπεία. Θα πρέπει να δοθεί συμβουλή στους ασθενείς να ζητήσουν ιατρική φροντίδα εάν εμφανίσουν σημεία ή συμπτώματα ICANS. Με το πρώτο σημείο νευρολογικής τοξικότητας, συμπεριλαμβανομένου του ICANS, ο ασθενής θα πρέπει να αξιολογείται αμέσως και να λαμβάνει θεραπεία με βάση τη βαρύτητα. Ασθενείς που παρουσιάζουν ICANS Βαθμού 2 ή υψηλότερου θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγία να παραμείνουν κοντά σε μονάδα υγειονομικής περίθαλψης και να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα για 48 ώρες μετά την επόμενη δόση του TALVEY.
Για το ICANS και για άλλες νευρολογικές τοξικότητες, το TALVEY θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά ή οριστικά βάσει της βαρύτητας και θα πρέπει να ακολουθούνται οι συστάσεις για τη διαχείριση όπως υποδεικνύονται στον Πίνακα 4 (βλ. παράγραφο 4.2).
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση του talquetamab σε ασθενείς με κλινική συμμετοχή του ΚΝΣ στο μυέλωμα ή άλλες κλινικά σχετικές παθολογικές καταστάσεις του ΚΝΣ ως αποτέλεσμα της εξαίρεσής τους από τη μελέτη λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου εμφάνισης ICANS.
Λόγω του ενδεχόμενου εμφάνισης ICANS, οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγία να αποφεύγουν την οδήγηση και τον χειρισμό μηχανημάτων κατά τη διάρκεια της φάσης σταδιακής αύξηση της δόσης και για 48 ώρες μετά την ολοκλήρωση της φάσης σταδιακής αύξησης της δόσης, καθώς και σε περίπτωση νέας έναρξης οποιωνδήποτε νευρολογικών συμπτωμάτων, μέχρι την αποδρομή των συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 4.7).
Διαχείριση των νευρολογικών τοξικοτήτων
Με το πρώτο σημείο νευρολογικής τοξικότητας, συμπεριλαμβανομένου του ICANS, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο νευρολογικής αξιολόγησης. Άλλα αίτια των νευρολογικών συμπτωμάτων θα πρέπει να αποκλειστούν. Το TALVEY θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά μέχρι την αποδρομή της ανεπιθύμητης ενέργειας (βλ. Πίνακα 4). Θα πρέπει να παρέχεται εντατική φροντίδα και υποστηρικτική θεραπεία για τις βαριάς μορφής ή απειλητικές για τη ζωή νευρολογικές τοξικότητες.
Τοξίκωση στοματικής κοιλότητας
Τοξικώσεις στοματικής κοιλότητας, συμπεριλαμβανομένης της δυσγευσίας, της ξηροστομίας, της δυσφαγίας και της στοματίτιδας, εμφανίζονται πολύ συχνά μετά από θεραπεία με TALVEY (βλ. παράγραφο 4.8).
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα τοξίκωσης στοματικής κοιλότητας. Θα πρέπει να δοθεί συμβουλή στους ασθενείς να ζητήσουν ιατρική φροντίδα εάν εμφανίσουν σημεία ή συμπτώματα τοξίκωσης στοματικής κοιλότητας, και θα πρέπει να παρασχεθεί υποστηρικτική φροντίδα. Η υποστηρικτική φροντίδα μπορεί να περιλαμβάνει παράγοντες που διεγείρουν την παραγωγή σιέλου, στεροειδές στοματικό διάλυμα ή συμβουλευτική συνεδρία με διατροφολόγο. Το TALVEY θα πρέπει να διακοπεί ή να εξετασθεί το ενδεχόμενο λιγότερο συχνής χορήγησης των δόσεων (βλ. παράγραφο 4.2).
Με την πάροδο του χρόνου, μπορεί να εμφανιστεί αξιοσημείωτη μείωση του σωματικού βάρους (βλ. παράγραφο 4.8). Η μεταβολή του σωματικού βάρους θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η κλινικά σημαντική απώλεια σωματικού βάρους θα πρέπει να αξιολογείται περαιτέρω. Το TALVEY θα πρέπει να διακοπεί ή να εξεταστεί το ενδεχόμενο λιγότερο συχνής χορήγησης των δόσεων (βλ. παράγραφο 4.2).
Σοβαρές λοιμώξεις
Σοβαρές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων απειλητικών για τη ζωή ή των θανατηφόρων λοιμώξεων, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν TALVEY (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα λοίμωξης πριν από και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το TALVEY και να λαμβάνουν κατάλληλη θεραπεία. Θα πρέπει να χορηγείται προφυλακτική αντιμικροβιακή αγωγή σύμφωνα με τις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες. Το TALVEY δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ενεργό σοβαρή λοίμωξη. Το TALVEY θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά ως ενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.2). Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να αναζητούν ιατρική συμβουλή εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα που υποδηλώνουν λοίμωξη.
Υπογαμμασφαιριναιμία
Υπογαμμασφαιριναιμία έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν TALVEY (βλ. παράγραφο 4.8). Τα επίπεδα των ανοσοσφαιρινών θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το TALVEY. Θεραπεία με ενδοφλέβια ή υποδόρια χορήγηση ανοσοσφαιρίνης χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενών με υπογαμμασφαιριναιμία. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία σύμφωνα με τις τοπικές θεσμικές κατευθυντήριες οδηγίες,
συμπεριλαμβανομένων προφυλάξεων κατά των λοιμώξεων, προφυλακτικής αντιβιοτικής ή αντιιικής αγωγής και χορήγησης θεραπείας υποκατάστασης ανοσοσφαιρίνης.
Κυτταροπενίες
Βαθμού 3 ή 4 ουδετεροπενία, εμπύρετη ουδετεροπενία και θρομβοπενία που εμφανίστηκαν στη θεραπεία έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που έλαβαν TALVEY. Στο μεγαλύτερο μέρος τους, οι κυτταροπενίες εμφανίστηκαν κατά τις πρώτες 8 έως 10 εβδομάδες. Πλήρες αιμοδιάγραμμα θα πρέπει να παρακολουθείται κατά την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Θα πρέπει να παρέχεται υποστηρικτική φροντίδα σύμφωνα με τις τοπικές θεσμικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Οι ασθενείς με ουδετεροπενία θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία λοίμωξης. Το TALVEY θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά όπως κρίνεται απαραίτητο (βλ. παράγραφο 4.2).
Δερματικές αντιδράσεις
Το TALVEY μπορεί να προκαλέσει δερματικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του εξανθήματος, του ερυθήματος, του συνδρόμου παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας, καθώς και διαταραχές ονύχων (βλ. παράγραφο 4.8). Οι δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της εξέλιξης του εξανθήματος, θα πρέπει να παρακολουθούνται για πρώιμη παρέμβαση και θεραπεία με κορτικοστεροειδή. Για εξανθήματα Βαθμού 3 ή υψηλότερου, ή επιδεινούμενα εξανθήματα Βαθμού 1 ή 2, θα πρέπει να χορηγούνται επίσης από στόματος στεροειδή. Για μη εξανθηματικές δερματικές αντιδράσεις, μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο τροποποίησης της δόσης (βλ. Πίνακα 6).
Για δερματικές αντιδράσεις και διαταραχές των ονύχων, το TALVEY θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά βάσει της βαρύτητας και θα πρέπει να ακολουθούνται οι θεσμικές κατευθυντήριες οδηγίες (βλ. παράγραφο 4.2).
Εμβόλια
Η ανοσολογική απόκριση στα εμβόλια ενδέχεται να είναι μειωμένη κατά τη λήψη του TALVEY. Η ασφάλεια της ανοσοποίησης με εμβόλια ζώντων ιών κατά τη διάρκεια της θεραπείας με TALVEY ή μετά από αυτή δεν έχει μελετηθεί. Ο εμβολιασμός με εμβόλια ζώντων ιών δεν συνιστάται για τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν από την έναρξη της θεραπείας, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και τουλάχιστον 4 εβδομάδες μετά τη θεραπεία.
Για μη αναμενόμενη έκθεση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, βλ. παράγραφο 4.6. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/αντισύλληψη
Η κατάσταση εγκυμοσύνης των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να επαληθεύεται πριν από την έναρξη της θεραπείας με TALVEY. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 3 μήνες μετά την τελευταία δόση του TALVEY (βλ. παράγραφο 4.6).
Έκδοχα
Νάτριο
Το φαρμακευτικό προϊόν αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Πολυσορβικό 20
Αυτό το φάρμακο περιέχει 0,4 mg/ml πολυσορβικού 20. Τα πολυσορβικά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.
Το talquetamab προκαλεί απελευθέρωση κυτταροκινών (βλ. παράγραφο 5.1) η οποία μπορεί να καταστείλει τη δραστηριότητα των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 (CYP), κάτι που ενδεχομένως οδηγεί σε αυξημένη έκθεση στα υποστρώματα του CYP. Ο υψηλότερος κίνδυνος αλληλεπίδρασης με άλλα φάρμακα αναμένεται να εμφανιστεί από την έναρξη της φάσης σταδιακής αύξησης της δόσης του talquetamab έως και 9 ημέρες μετά την πρώτη δόση θεραπείας καθώς και κατά τη διάρκεια του CRS και μετά από αυτό (βλ. παράγραφο 4.4). Παρακολουθείτε για τοξικότητα ή για συγκεντρώσεις φαρμακευτικών προϊόντων που αποτελούν υποστρώματα του CYP (π.χ. CYP2C9, CYP2C19, CYP3A4/5, CYP2D6) όπου ελάχιστες μεταβολές της συγκέντρωσης μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η δόση των συγχορηγούμενων φαρμάκων που αποτελούν υποστρώματα του CYP (π.χ. CYP2C9, CYP2C19, CYP3A4/5, CYP2D6) θα πρέπει να προσαρμόζεται όπως απαιτείται.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε γυναίκες
Η κατάσταση εγκυμοσύνης των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να επαληθεύεται πριν από την έναρξη της θεραπείας με TALVEY.
Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 3 μήνες μετά την τελευταία δόση του TALVEY.
Κύηση
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του TALVEY σε έγκυες γυναίκες ή δεδομένα στα ζώα για την αξιολόγηση του κινδύνου του TALVEY κατά την εγκυμοσύνη. Είναι γνωστό ότι η ανθρώπινη IgG διαπερνά τον πλακούντα μετά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Συνεπώς, το talquetamab έχει τη δυνατότητα να μεταφερθεί από τη μητέρα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Οι επιδράσεις του TALVEY στο αναπτυσσόμενο έμβρυο δεν είναι γνωστές. Το TALVEY δεν συνιστάται για γυναίκες που είναι έγκυες καθώς και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
Εάν το TALVEY ληφθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μπορεί να αναμένεται στα νεογνά μια μειωμένη ανοσολογική απόκριση στα εμβόλια. Κατά συνέπεια, οι εμβολιασμοί των νεογνών με ζώντα εμβόλια όπως το εμβόλιο BCG θα πρέπει να αναβάλλονται μέχρι τις 4 εβδομάδες.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν το talquetamab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Επειδή το ενδεχόμενο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα βρέφη που θηλάζουν δεν είναι γνωστό για το TALVEY, οι ασθενείς δεν θα πρέπει να θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το TALVEY και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την τελευταία δόση.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση του talquetamab στη γονιμότητα. Οι επιδράσεις του talquetamab στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα δεν έχουν αξιολογηθεί σε μελέτες σε ζώα.
ν
Το TALVEY έχει σημαντική επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Λόγω του ενδεχόμενου εμφάνισης ICANS, οι ασθενείς που λαμβάνουν TALVEY διατρέχουν κίνδυνο για καταστολή επιπέδου συνείδησης (βλ. παράγραφο 4.4). Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να αποφεύγουν την οδήγηση και τον χειρισμό μηχανημάτων κατά τη διάρκεια της φάσης σταδιακής αύξησης της δόσης και για 48 ώρες μετά την ολοκλήρωση της φάσης σταδιακής αύξησης της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2) και, σε περίπτωση νέας έναρξης οποιωνδήποτε νευρολογικών συμπτωμάτων, μέχρι την αποδρομή των συμπτωμάτων.
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν CRS (77%), δυσγευσία (72%), υπογαμμασφαιριναιμία (67%), διαταραχή ονύχων (56%), μυοσκελετικό άλγος (48%), αναιμία (47%), κόπωση (43%),
σωματικό βάρος μειωμένο (40%), εξάνθημα (39%), διαταραχή δέρματος (37%), ξηροστομία (36%),
ουδετεροπενία (35%), πυρεξία (33%), ξήρωση (32%), θρομβοπενία (30%), λοίμωξη της ανώτερης
αναπνευστικής οδού (29%), λεμφοπενία (27%), δυσφαγία (24%), διάρροια (25%), κνησμός (23%),
βήχας (23%), άλγος (22%), μειωμένη όρεξη (22%) και κεφαλαλγία (20%).
Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στους ασθενείς περιλάμβαναν CRS (13%), πυρεξία (5%), ICANS (3,8%), σηψαιμία (3,8%), COVID-19 (3,2%), βακτηριακή λοίμωξη (2,4%),
πνευμονία (2,4%), ιογενή λοίμωξη (2,4%), ουδετεροπενία (2,1%) και άλγος (2,1%).
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας ήταν ICANS (1,1%) και σωματικό βάρος μειωμένο (0,9%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Η ασφάλεια του TALVEY αξιολογήθηκε σε 339 ενήλικους ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό πολλαπλό μυέλωμα, συμπεριλαμβανομένων ασθενών που έλαβαν θεραπεία με TALVEY στο συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα με ή χωρίς προηγούμενη θεραπεία ανακατεύθυνσης T κυττάρων στη μελέτη MonumenTAL-1. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 7,4 (εύρος: 0,0 έως 32,9) μήνες.
Ο Πίνακας 7 συνοψίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν TALVEY. Τα δεδομένα ασφάλειας του TALVEY επίσης αξιολογήθηκαν στον πληθυσμό όλων των ασθενών που έλαβαν θεραπεία (Ν=501) και δεν αναγνωρίστηκαν επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών παρατίθενται ανά κατηγορία συχνότητας. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός της κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Πίνακας 7: Ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με TALVEY στη μελέτη MonumenTAL-1 (N=339)| Κατηγορία οργανικού συστήματοςΑνεπιθύμητη ενέργεια | Κατηγορία συχνότητας | Οποιουδήποτε βαθμού(%) | Βαθμού 3 ή4 (%) |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |||
| Βακτηριακή λοίμωξη* | Πολύ συχνές | 40 (12%) | 11 (3,2%) |
| Μυκητιασική λοίμωξη* | Πολύ συχνές | 39 (12%) | 1 (0,3%) |
| COVID-19*# | Πολύ συχνές | 63 (19%) | 10 (2,9%) |
| Λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού* | Πολύ συχνές | 98 (29%) | 7 (2,1%) |
| Σηψαιμία*# | Συχνές | 15 (4,4%) | 14 (4,1%) |
| Πνευμονία* | Συχνές | 23 (7%) | 11 (3,2%) |
| Ιογενής λοίμωξη* | Συχνές | 23 (7%) | 6 (1,8%) |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | |||
| Ουδετεροπενία* | Πολύ συχνές | 119 (35%) | 103 (30%) |
| Αναιμία* | Πολύ συχνές | 158 (47%) | 99 (29%) |
| Θρομβοπενία | Πολύ συχνές | 101 (30%) | 71 (21%) |
| Λεμφοπενία | Πολύ συχνές | 91 (27%) | 83 (25%) |
| Λευκοπενία | Πολύ συχνές | 62 (18%) | 38 (11%) |
| Αιμορραγία1 | Συχνές | 27 (8%) | 5 (1,5%) |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία | Συχνές | 7 (2,1%) | 7 (2,1%) |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |||
| Σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών | Πολύ συχνές | 260 (77%) | 5 (1,5%) |
| Υπογαμμασφαιριναιμία2 | Πολύ συχνές 227 (67%) 0 | ||
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | |||
| Μειωμένη όρεξη | Πολύ συχνές | 76 (22%) | 4 (1,2%) |
| Υποκαλιαιμία | Πολύ συχνές | 55 (16%) | 12 (3,5%) |
| Υποφωσφαταιμία* | Πολύ συχνές | 49 (15%) | 21 (6%) |
| Υπομαγνησιαιμία | Πολύ συχνές | 35 (11%) | 0 |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |||
| Σύνδρομο νευροτοξικότητας σχετιζόμενo με ανοσοδραστικά κύτταρα* | Πολύ συχνές | 26 (10%) | 6 (2,3%) |
| Εγκεφαλοπάθεια3 | Πολύ συχνές | 36 (11%) | 0 |
| Κεφαλαλγία* | Πολύ συχνές | 69 (20%) | 2 (0,6%) |
| Κινητική δυσλειτουργία4 | Πολύ συχνές | 38 (11%) | 2 (0,6%) |
| Ζάλη* | Πολύ συχνές | 42 (12%) | 8 (2,4%) |
| Αισθητική νευροπάθεια5 | Πολύ συχνές | 34 (10%) | 0 |
| Αταξία | Όχι συχνές | 1 (0,3%) | 0 |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | |||
| Βήχας* | Πολύ συχνές | 78 (23%) | 0 |
| Δύσπνοια6# | Πολύ συχνές | 39 (12%) | 5 (1,5%) |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | |||
| Δυσγευσία‡7 | Πολύ συχνές | 245 (72%) | 0 |
| Ξηροστομία‡ | Πολύ συχνές | 122 (36%) | 0 |
| Δυσφαγία | Πολύ συχνές | 82 (24%) | 3 (0,9%) |
| Διάρροια | Πολύ συχνές | 84 (25%) | 4 (1,2%) |
| Στοματίτιδα8 | Πολύ συχνές | 67 (20%) | 4 (1,2%) |
| Ναυτία | Πολύ συχνές | 64 (19%) | 0 |
| Δυσκοιλιότητα | Πολύ συχνές | 61 (18%) | 0 |
| Άλγος στόματος* | Πολύ συχνές | 42 (12%) | 0 |
| Κοιλιακό άλγος* | Πολύ συχνές | 35 (10%) | 1 (0,3%) |
| Έμετος | Πολύ συχνές | 34 (10%) | 2 (0,6%) |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |||
| Εξάνθημα* | Πολύ συχνές | 132 (39%) | 12 (3,5%) |
| Διαταραχή δέρματος* | Πολύ συχνές | 124 (37%) | 0 |
| Ξήρωση9 | Πολύ συχνές | 109 (32%) | 0 |
| Κνησμός | Πολύ συχνές | 79 (23%) | 1 (0,3%) |
| Διαταραχή ονύχων* | Πολύ συχνές | 191 (56%) | 0 |
| Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας | Συχνές | 31 (9%) | 0 |
| Αλωπεκία | Συχνές | 30 (9%) | 0 |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |||
| Μυοσκελετικό άλγος* | Πολύ συχνές | 164 (48%) | 12 (3,5%) |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | |||
| Κόπωση* | Πολύ συχνές | 147 (43%) | 12 (3,5%) |
| Σωματικό βάρος μειωμένο | Πολύ συχνές | 134 (40%) | 11 (3,2%) |
| Πυρεξία* | Πολύ συχνές | 113 (33%) | 6 (1,8%) |
| Άλγος* | Πολύ συχνές | 76 (22%) | 7 (2,1%) |
| Οίδημα10 | Πολύ συχνές | 59 (17%) | 0 |
| Αντίδραση στη θέση ένεσης11 | Πολύ συχνές | 45 (13%) | 0 |
| Ρίγη | Πολύ συχνές | 39 (12%) | 1 (0,3%) |
| Παρακλινικές εξετάσεις | |||
| Μειωμένο ινωδογόνο | Πολύ συχνές | 52 (15%) | 12 (3,5%) |
| Παρατεταμένος aPTT | Πολύ συχνές | 49 (15%) | 0 |
| Αύξηση τρανσαμινάσης12 | Πολύ συχνές | 48 (14%) | 12 (3,5%) |
| Αυξημένο INR | Πολύ συχνές | 47 (14%) | 1 (0,3%) |
| Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση | Πολύ συχνές | 36 (11%) | 16 (4,7%) |
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κωδικοποιούνται με τη χρήση της Έκδοσης 24.0 του MedDRA.
‡ Σύμφωνα με τα CTCAE έκδ. 4.03, ο μέγιστος βαθμός τοξικότητας για τη δυσγευσία είναι 2 και ο μέγιστος βαθμός τοξικότητας για την ξηροστομία είναι 3.
* Ομαδοποιημένος όρος
# Περιλαμβάνει θανατηφόρο(ες) έκβαση(εις)
1 Η αιμορραγία περιλαμβάνει: Αιμορραγία επιπεφυκότα, Επίσταξη, Αιμάτωμα, Αιματουρία, Αιμορραγία του κατώτερου γαστρεντερικού, Περικογχική αιμορραγία, Πετέχεια, Αιμορραγία ορθού, Υποσκληρίδιο αιμάτωμα και Κολπική αιμορραγία.
2 Η υπογαμμασφαιριναιμία περιλαμβάνει: υπογαμμασφαιριναιμία και/ή άτομα με εργαστηριακά επίπεδα IgG κάτω από 500 mg/dl μετά από θεραπεία με talquetamab.
3 Η εγκεφαλοπάθεια περιλαμβάνει: διέγερση, αμνησία, αφασία, βραδυψυχισμό, συγχυτική κατάσταση, delirium, αποπροσανατολισμό, εγκεφαλοπάθεια, ψευδαίσθηση, λήθαργο, εξασθένηση της μνήμης, αγωνία, διαταραχή ύπνου και υπνηλία.
4 Η κινητική δυσλειτουργία περιλαμβάνει: δυσγραφία, δυσφωνία, διαταραχή βάδισης, μυϊκούς σπασμούς, μυϊκή αδυναμία και τρόμο.
5 Η αισθητική νευροπάθεια περιλαμβάνει: δυσαισθησία, υπαισθησία, υπαισθησία του στόματος, νευραλγία, περιφερική αισθητική νευροπάθεια, ισχιαλγία και αιθουσαία νευρωνίτιδα.
6 Η δύσπνοια περιλαμβάνει: οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, δύσπνοια, δύσπνοια στην κόπωση, αναπνευστική ανεπάρκεια και ταχύπνοια.
7 Η δυσγευσία περιλαμβάνει: αγευσία, δυσγευσία, υπογευσία και διαταραχή γεύσης.
8 Η στοματίτιδα περιλαμβάνει: χειλίτιδα, γλωσσίτιδα, γλωσσοδυνία, εξέλκωση στόματος, στοματική δυσφορία, ερύθημα του στοματικού βλεννογόνου, στοματικό άλγος, στοματίτιδα, πρησμένη γλώσσα, δυσφορία στη γλώσσα, ερύθημα της γλώσσας, οίδημα της γλώσσας και εξέλκωση της γλώσσας.
9 Η ξήρωση περιλαμβάνει: ξηρό οφθαλμό, ξηρό δέρμα και ξήρωση.
10 Το οίδημα περιλαμβάνει: κατακράτηση υγρών, πρήξιμο των ούλων, υπερογκαιμία, διόγκωση άρθρωσης, πρήξιμο χείλους, οίδημα, οίδημα περιφερικό, οίδημα περικογχικό, περιφερική διόγκωση και διόγκωση.
11 Η αντίδραση στη θέση ένεσης περιλαμβάνει: δυσφορία στη θέση ένεσης, ερύθημα στη θέση ένεσης, αιμορραγία στη θέση ένεσης,
φλεγμονή στη θέση ένεσης, ερεθισμό στη θέση ένεσης, πλάκα στη θέση ένεσης, κνησμό στη θέση ένεσης, εξάνθημα στη θέση ένεσης και αντίδραση στη θέση ένεσης.
12 Η αύξηση τρανσαμινάσης περιλαμβάνει: αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση και αυξημένες τρανσαμινάσες.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών
Στη μελέτη MonumenTAL-1 (N=339), CRS εμφανίστηκε στο 77% των ασθενών. Τα περισσότερα συμβάματα ήταν Βαθμού 1 ή 2, ενώ συμβάματα Βαθμού 3 εμφανίστηκαν στο 1,5% των ασθενών. Το τριάντα ένα τοις εκατό (31%) των ασθενών εμφάνισε περισσότερα από ένα συμβάματα CRS. Τα περισσότερα συμβάματα εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της φάσης σταδιακής αύξησης της δόσης μετά τη δόση των 0,01 mg/kg (29%), τη δόση των 0,06 mg/kg (44%), τη δόση των 0,3 mg/kg (για τους ασθενείς με χορήγηση δόσεων κάθε 2 εβδομάδες, 33%), ή μετά την αρχική δόση θεραπείας
(0,4 mg/kg [30%] ή 0,8 mg/kg [12%]). Λιγότερο από το 4% των συμβαμάτων CRS εμφανίστηκε από την εβδομάδα 5 και μετά· όλα τα συμβάματα ήταν Βαθμού 1. Ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη του CRS ήταν 27 ώρες από την τελευταία δόση, το 91% των συμβαμάτων εμφανίστηκε εντός 48 ωρών από την τελευταία δόση, ενώ η διάμεση διάρκεια ήταν 17 ώρες. Τοσιλιζουμάμπη, κορτικοστεροειδή και τοσιλιζουμάμπη σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή χρησιμοποιήθηκαν για τη θεραπεία του CRS σε 39%, 5% και 3,5% των συμβαμάτων CRS, αντίστοιχα. Τα κλινικά σημεία και συμπτώματα του CRS μπορεί να περιλαμβάνουν, χωρίς να περιορίζονται σε αυτά, πυρεξία (76%), υπόταση (15%), ρίγη (12%), υποξία (7%), κεφαλαλγία (4,7%), ταχυκαρδία (5%) και αυξημένες τρανσαμινάσες (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση [1,5%] και αμινοτρανσφεράση της αλανίνης [0,9%]).
Νευρολογικές τοξικότητες
Στη μελέτη MonumenTAL-1 (N=339), συμβάματα νευρολογικής τοξικότητας αναφέρθηκαν σε 29% των ασθενών που έλαβαν TALVEY. Τα συμβάματα νευρολογικής τοξικότητας ήταν Βαθμού 1 (17%), Βαθμού 2 (11%), Βαθμού 3 (2,3%) ή Βαθμού 4 (0,3%). Το σύμβαμα νευρολογικής τοξικότητας που αναφέρθηκε πιο συχνά ήταν κεφαλαλγία (9%).
Στοιχεία για το ICANS συλλέχθηκαν μόνο για τη Φάση 2 της μελέτης MonumenTAL-1. Από τους 265 ασθενείς στη Φάση 2, ICANS εμφανίστηκε στο 9,8% (n=26) των ασθενών. Τα περισσότερα συμβάματα ήταν Βαθμού 1 ή 2, ενώ συμβάματα Βαθμού 3 και 4 εμφανίστηκαν στο 2,3% των ασθενών. Η κλινική εκδήλωση του ICANS που αναφέρθηκε πιο συχνά ήταν συγχυτική κατάσταση (3,8%), αποπροσανατολισμός (1,9%), υπνηλία (1,9%) και καταστολή επιπέδου συνείδησης (1,9%). Το εξήντα οκτώ τοις εκατό (68%) συνέβησαν ταυτόχρονα με το CRS (κατά τη διάρκειά του ή εντός
7 ημερών από την υποχώρηση του CRS). Το τρία τοις εκατό (3%) των ασθενών εμφάνισε περισσότερα από ένα συμβάματα ICANS. Επιπλέον, στη μελέτη MonumenTAL-1 αναφέρθηκε ένα θανατηφόρο σύμβαμα ICANS. Οι περισσότεροι ασθενείς εμφάνισαν ICANS κατά τη διάρκεια της φάσης σταδιακής αύξησης της δόσης μετά τη δόση των 0,01 mg/kg, τη δόση των 0,06 mg/kg ή την αρχική δόση θεραπείας (0,4 mg/kg και 0,8 mg/kg) (3% έκαστη). Ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη του ICANS ήταν 28 ώρες από την τελευταία δόση, το 68% των συμβαμάτων ξεκίνησε εντός 48 ωρών από την τελευταία δόση, το 32% των συμβαμάτων εμφανίστηκαν μετά από 48 ώρες, και η διάμεση διάρκεια του ICANS ήταν 9 ώρες.
Τοξίκωση στοματικής κοιλότητας
Στη μελέτη MonumenTAL-1 (N=339), το 78% των ασθενών είχε συμβάματα Βαθμού 1 ή 2, ενώ συμβάματα Βαθμού 3 εμφανίστηκαν στο 2% των ασθενών. Αναφέρθηκαν συμβάματα τοξίκωσης στοματικής κοιλότητας που περιλάμβαναν δυσγευσία, ξηροστομία, δυσφαγία και στοματίτιδα.
Σοβαρές λοιμώξεις
Στη μελέτη MonumenTAL-1 (N=339), λοιμώξεις Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 εμφανίστηκαν στο 19% των ασθενών· θανατηφόρες λοιμώξεις εμφανίστηκαν στο 1,5% των ασθενών - πνευμονία από COVID-19, μυκητιασική σηψαιμία, λοίμωξη και σηπτική καταπληξία. Η λοίμωξη Βαθμού 3 ή 4 που αναφέρθηκε πιο συχνά (≥ 2%) ήταν πνευμονία. Εμπύρετη ουδετεροπενία παρατηρήθηκε στο 1% των ασθενών, με το 1,2% να εμφανίζει σοβαρή εμπύρετη ουδετεροπενία. Βλ. παράγραφο 4.4 για οδηγίες σχετικά με την παρακολούθηση και τη διαχείριση.
Υπογαμμασφαιριναιμία
Τιμές IgG μετά την έναρξη κάτω από 500 mg/dl, που είναι συμβατές με υπογαμμασφαιριναιμία, έχουν αναφερθεί στο 64% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με talquetamab στο δοσολογικό σχήμα των 0,4 mg/kg ανά εβδομάδα, στο 66% των ασθενών που έλαβαν το δοσολογικό σχήμα των 0,8 mg/kg ανά δύο εβδομάδες και στο 71% των ασθενών με προηγούμενη θεραπεία ανακατεύθυνσης T κυττάρων (βλ. παράγραφο 4.4).
Δερματικές αντιδράσεις
Στη μελέτη MonumenTAL-1 (N=339), το μεγαλύτερο μέρος των περιστατικών εξανθήματος ήταν Βαθμού 1 ή 2, ενώ συμβάντα Βαθμού 3 εμφανίστηκαν στο 3,5% των ασθενών. Ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη από την πρώτη δόση θεραπείας για το εξάνθημα ήταν 22 ημέρες. Το μεγαλύτερο μέρος των μη εξανθηματικών δερματικών τοξικοτήτων ήταν Βαθμού 1 ή 2, ενώ κνησμός Βαθμού 3 εμφανίστηκε στο 0,3% των ασθενών. Διαταραχές ονύχων εμφανίστηκαν στο 56% των ασθενών και ήταν Βαθμού 1 ή 2. Βλ. παράγραφο 4.4 για οδηγίες σχετικά με τη διαχείριση.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Συμπτώματα και σημεία
Η μέγιστη ανεκτή δόση του talquetamab δεν έχει καθοριστεί. Σε κλινικές μελέτες έχουν χορηγηθεί δόσεις έως 1,2 mg/kg μία φορά κάθε 2 εβδομάδες και 1,6 mg/kg κάθε μήνα.
Θεραπεία
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για τυχόν σημεία ή συμπτώματα ανεπιθύμητων ενεργειών και θα πρέπει να ξεκινά αμέσως κατάλληλη συμπτωματική θεραπεία.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - TALVEY 40MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα μονοκλωνικά αντισώματα και αντισώματα συζευγμένων φαρμάκων, κωδικός ATC: L01FX29
Μηχανισμός δράσης
Το talquetamab είναι ένα διειδικό αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G4 προλίνης, αλανίνης, αλανίνης (IgG4 PAA) που στρέφεται κατά του GPRC5D και του CD3 υποδοχέα στα T κύτταρα.
Το talquetamab προάγει τη βελτίωση της μεσολαβούμενης από T κύτταρα κυτταροτοξικότητας, μέσω στρατολόγησης T κυττάρων τα οποία εκφράζουν το CD3 στα κύτταρα που εκφράζουν το GPRC5D. Αυτό οδηγεί στην ενεργοποίηση των T κυττάρων και επάγει την επακόλουθη λύση των κυττάρων που εκφράζουν το GPRC5D που διαμεσολαβείται από την εκκρινόμενη περφορίνη και από διάφορα γρένζυμα που αποθηκεύονται στα εκκριτικά κυστίδια των κυτταροτοξικών T κυττάρων. Με βάση την έκφραση του GPRC5D στα πλασματοκύτταρα, με ελάχιστη ή μηδενική έκφραση να ανιχνεύεται στα B κύτταρα και στα πρόδρομα B κύτταρα, το talquetamab στοχεύει συγκεκριμένα τα κύτταρα του πολλαπλού μυελώματος.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Εντός του πρώτου μήνα θεραπείας με talquetamab, παρατηρήθηκαν ενεργοποίηση και ανακατανομή των T κυττάρων, καθώς και επαγωγή των κυτταροκινών στον ορό.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα της μονοθεραπείας με TALVEY αξιολογήθηκε σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό μυέλωμα σε μια μονού σκέλους, ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρική μελέτη, τη MonumenTAL-1. Η μελέτη συμπεριέλαβε ασθενείς που είχαν λάβει στο παρελθόν τουλάχιστον τρεις προηγούμενες θεραπείες, συμπεριλαμβανομένου ενός αναστολέα πρωτεασώματος, ενός ανοσοτροποποιητικού παράγοντα και ενός αντι-CD38 μονοκλωνικού αντισώματος. Από τη μελέτη αποκλείστηκαν ασθενείς που είχαν λάβει θεραπεία ανακατεύθυνσης T κυττάρων εντός διαστήματος 3 μηνών, είχαν εμφανίσει προηγούμενο CRS Βαθμού 3 ή υψηλότερου σχετιζόμενο με οποιαδήποτε θεραπεία ανακατεύθυνσης T κυττάρων, είχαν υποβληθεί σε αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων εντός των τελευταίων 6 μηνών, είχαν υποβληθεί σε αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων εντός διαστήματος 3 μηνών, είχαν εμφανίσει εγκεφαλικό επεισόδιο ή επιληπτική κρίση εντός των τελευταίων 6 μηνών, συμμετοχή του ΚΝΣ ή κλινικά σημεία μηνιγγικής προσβολής
οφειλόμενης στο πολλαπλό μυέλωμα, πλασματοκυτταρική λευχαιμία, σύνδρομο POEMS, πρωτοπαθή αμυλοείδωση ελαφρών αλύσεων και ενεργό ή καταγεγραμμένο ιστορικό αυτοάνοσου νοσήματος εξαιρουμένων της λεύκης, της ατοπικής δερματίτιδας της παιδικής ηλικίας που είχε υποχωρήσει και προηγούμενη νόσου του Graves που ήταν ευθυρεοειδική με βάση τα κλινικά συμπτώματα και τις εργαστηριακές εξετάσεις.
Οι ασθενείς έλαβαν TALVEY 0,4 mg/kg υποδορίως κάθε εβδομάδα, μετά από δύο σταδιακά αυξανόμενες δόσεις (0,01 και 0.06 mg/kg) στην πρώτη εβδομάδα της θεραπείας, ή TALVEY
0,8 mg/kg υποδορίως κάθε 2 εβδομάδες, μετά από τρεις σταδιακά αυξανόμενες δόσεις (0,01, 0,06 και 0,3 mg/kg), μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας. Οι ασθενείς νοσηλεύτηκαν για παρακολούθηση για τουλάχιστον 48 ώρες μετά από κάθε δόση του TALVEY κατά τη διάρκεια της φάσης σταδιακής αύξησης της δόσης.
Από τους 143 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με TALVEY 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα οι οποίοι δεν είχαν εκτεθεί σε προηγούμενη θεραπεία ανακατεύθυνσης T κυττάρων, η διάμεση ηλικία ήταν τα 67 (εύρος: 46 έως 86) έτη, το 55% ήταν άνδρες, το 90% ήταν Λευκοί και το 8% ήταν Μαύροι ή Αφροαμερικανοί. Οι ασθενείς είχαν λάβει διάμεσο αριθμό 5 (εύρος: 2 έως 13) προηγούμενων
θεραπειών και το 78% των ασθενών είχε υποβληθεί στο παρελθόν σε αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων (ASCT). Το ενενήντα τέσσερα τοις εκατό (94%) των ασθενών ήταν ανθεκτικοί στην τελευταία τους θεραπεία και το 74% ήταν ανθεκτικοί σε έναν PI, έναν ανοσοτροποποιητικό παράγοντα και ένα αντι-CD38 αντίσωμα. Από τους 132 ασθενείς για τους οποίους υπήρχαν διαθέσιμα κυτταρογενετικά δεδομένα κατά την έναρξη, κυτταρογενετικοί παράγοντες υψηλού κινδύνου (παρουσία t(4:14), t(14:16), και/ή del(17p)) ήταν παρόντες στο 31% των ασθενών. Το είκοσι τρία τοις εκατό (23%) των ασθενών είχε εξωμυελικά πλασματοκυττώματα.
Από τους 145 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με TALVEY 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες οι οποίοι δεν είχαν εκτεθεί σε προηγούμενη θεραπεία ανακατεύθυνσης T κυττάρων, η διάμεση ηλικία ήταν τα 67 (εύρος: 38 έως 84 έτη), το 57% ήταν άνδρες, το 86% ήταν Λευκοί και το 6% ήταν Μαύροι ή Αφροαμερικανοί. Οι ασθενείς είχαν λάβει διάμεσο αριθμό 5 (εύρος: 2 έως 17) προηγούμενων θεραπειών και το 79% των ασθενών είχε υποβληθεί στο παρελθόν σε αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων (ASCT). Το ενενήντα τέσσερα τοις εκατό (94%) των ασθενών ήταν ανθεκτικοί στην τελευταία τους θεραπεία και το 69% ήταν ανθεκτικοί σε έναν αναστολέα πρωτεασώματος, έναν ανοσοτροποποιητικό παράγοντα και ένα αντι-CD38 αντίσωμα. Από τους 128 ασθενείς για τους οποίους υπήρχαν διαθέσιμα κυτταρογενετικά δεδομένα κατά την έναρξη, κυτταρογενετικοί παράγοντες υψηλού κινδύνου (παρουσία t(4:14), t(14:16), και/ή del(17p)) ήταν παρόντες στο 29% των ασθενών. Το είκοσι έξι τοις εκατό (26%) των ασθενών είχε εξωμυελικά πλασματοκυττώματα.
Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας βασίστηκαν στο ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης όπως αυτό προσδιορίζεται με την αξιολόγηση Ανεξάρτητης Επιτροπής Αξιολόγησης βάσει των κριτηρίων της IMWG. Η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης μεταξύ των ασθενών που έλαβαν TALVEY
0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα ήταν 18,8 μήνες· ένα εκτιμώμενο ποσοστό 51,5% των ανταποκριθέντων διατήρησε την ανταπόκριση για τουλάχιστον 9 μήνες.
Πίνακας 8: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για τη μελέτη MMY1001 (MonumenTAL-1) σε ασθενείς που έλαβαν TALVEY 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα| 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδαα (N=143) | |
| Ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης (ORR=sCR+CR+VGPR+PR) | 106 (74,1%) |
| 95% CI (%) | (66,1, 81,1) |
| Αυστηρή πλήρης ανταπόκριση (sCR) | 23,8% |
| Πλήρης ανταπόκριση (CR) | 9,8% |
| Πολύ καλή μερική ανταπόκριση (VGPR) | 25,9% |
| Μερική ανταπόκριση (PR) | 14,7% |
| Διάρκεια ανταπόκρισης (DOR) | |
| Αριθμός ανταποκριθέντων | 106 |
| Διάμεση DOR (95% CI) (μήνες) | 9,5 (6,7, 13,3) |
| Χρόνος έως την πρώτη ανταπόκριση | |
| Αριθμός ανταποκριθέντων | 106 |
| Διάμεση τιμή (εύρος) (μήνες) | 1,2 (0,2, 10,9) |
| Ποσοστό MRD αρνητικότηταςα, | |
| Ποσοστό MRD αρνητικότητας σε όλους τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία, n (%) | 44 (30,8%) |
| 95% CI (%) | (23,3, 39,0) |
| Ποσοστό MRD αρνητικότηταςβ σε ασθενείς που πέτυχαν CR ή sCR | |
| Αριθμός ασθενών με CR ή καλύτερη ανταπόκριση | N=48 |
| Ποσοστό MRD αρνητικότητας, n (%) | 26 (54,2%) |
| 95% CI (%) | (39,2, 68,6) |
CI=διάστημα εμπιστοσύνης, MRD=ελάχιστη υπολειμματική νόσος
α Το ποσοστό MRD αρνητικότητας ορίζεται ως το ποσοστό των συμμετεχόντων που πέτυχαν MRD-αρνητική κατάσταση (με ουδό 10-5) σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο μετά την αρχική δόση και πριν από την εξέλιξη της νόσου (PD) ή την επακόλουθη αντιμυελωματική θεραπεία.
β Λαμβάνονται υπόψη μόνο αξιολογήσεις της MRD (ουδός εξέτασης 10-5) εντός 3 μηνών από την επίτευξη CR/sCR μέχρι τον θάνατο
/ την εξέλιξη της νόσου / την επακόλουθη θεραπεία (αποκλειστικά).
Η διάμεση διάρκεια της παρακολούθησης μεταξύ των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με TALVEY 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες ήταν 12,7 μήνες· εκτιμώμενο ποσοστό 76,3% των ανταποκριθέντων διατήρησε την ανταπόκριση για τουλάχιστον 9 μήνες.
Πίνακας 9: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για τη μελέτη MMY1001 (MonumenTAL-1) σε ασθενείς που έλαβαν TALVEY 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες| 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδεςα (N=145) | |
| Ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης (ORR=sCR+CR+VGPR+PR) | 104 (71,7%) |
| 95% CI (%) | (63,7, 78,9) |
| Αυστηρή πλήρης ανταπόκριση (sCR) | 29,7% |
| Πλήρης ανταπόκριση (CR) | 9,0% |
| Πολύ καλή μερική ανταπόκριση (VGPR) | 22,1% |
| Μερική ανταπόκριση (PR) | 11,0% |
| Διάρκεια ανταπόκρισης (DOR) | |
| Αριθμός ανταποκριθέντων | 104 |
| Διάμεση DOR (95% CI) (μήνες) | MΕ (13,0, ΜΕ) |
| Χρόνος έως την πρώτη ανταπόκριση | |
| Αριθμός ανταποκριθέντων | 104 |
| Διάμεση τιμή (εύρος) (μήνες) | 1,3 (0,2, 9,2) |
| Ποσοστό MRD αρνητικότηταςα | |
| Ποσοστό MRD αρνητικότητας σε όλους τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία, n (%) | 43 (29,7%) |
| 95% CI (%) | (22,4, 37,8) |
| Ποσοστό MRD αρνητικότηταςβ σε ασθενείς που πέτυχαν CR ή sCR | |
| Αριθμός ασθενών με CR ή καλύτερη ανταπόκριση | N=56 |
| Ποσοστό MRD αρνητικότητας, n (%) | 24 (42,9%) |
| 95% CI (%) | (29,7, 56,8) |
CI=διάστημα εμπιστοσύνης, MRD=ελάχιστη υπολειμματική νόσος, ΜΕ=μη εκτιμήσιμο
α Το ποσοστό MRD αρνητικότητας ορίζεται ως το ποσοστό των συμμετεχόντων που πέτυχαν MRD-αρνητική κατάσταση (με ουδό 10-5) σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο μετά την αρχική δόση και πριν από την εξέλιξη της νόσου (PD) ή την επακόλουθη αντιμυελωματική θεραπεία.
β Λαμβάνονται υπόψη μόνο αξιολογήσεις της MRD (ουδός εξέτασης 10-5) εντός 3 μηνών από την επίτευξη CR/sCR μέχρι τον θάνατο
/ την εξέλιξη της νόσου / την επακόλουθη θεραπεία (αποκλειστικά).
Τα αποτελέσματα ORR ήταν σταθερά στις προκαθορισμένες υποομάδες, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού των προηγούμενων γραμμών θεραπείας, της ανθεκτικότητας σε προηγούμενη θεραπεία και του κυτταρογενετικού κίνδυνο κατά την έναρξη.
Ανοσογονικότητα
Στη μελέτη MonumenTAL-1, 363 ασθενείς που έλαβαν υποδορίως μονοθεραπεία με talquetamab σε δόση 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα ή 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες, με ή χωρίς προηγούμενη θεραπεία ανακατεύθυνσης Τ κυττάρων, αξιολογήθηκαν για αντισώματα στο talquetamab. Μετά από θεραπεία με 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα ή 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες, 130 από 363 ασθενείς (35,8%) ανέπτυξαν anti-talquetamab αντισώματα. Η επίπτωση των αναδυόμενων κατά τη θεραπεία εξουδετερωτικών αντισωμάτων έναντι του talquetamab ήταν 18,2% (66/363).
Δεν υπήρξε κλινικά σημαντική επίδραση των anti-talquetamab αντισωμάτων στη φαρμακοκινητική, την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα του talquetamab.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το TALVEY σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία που αποκαλείται «έγκριση υπό όρους».
Αυτό σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες αποδείξεις σχετικά με το φαρμακευτικό προϊόν.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί τουλάχιστον ετησίως τις νέες πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν και η παρούσα Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος θα επικαιροποιείται αναλόγως.
Δόση 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα
Το talquetamab επέδειξε περίπου αναλογική με τη δόση φαρμακοκινητική μετά από υποδόρια χορήγηση σε δόση που κυμαινόταν από 0,005 έως 0,8 mg/kg κάθε εβδομάδα (0,0125 έως 2 φορές η συνιστώμενη δόση των 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα). Ο μέσος λόγος συσσώρευσης ανάμεσα στην 1η και την 7η δόση του talquetamab 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα ήταν 3,9 φορές και 4,5 φορές υψηλότερος για την Cmax και την AUCtau, αντίστοιχα.
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι του talquetamab μετά την 1η και την 7η συνιστώμενη δόση των 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα παρουσιάζονται στον Πίνακα 10.
Πίνακας 10: Φαρμακοκινητικές παράμετροι του talquetamab μετά την πρώτη και την έβδομη συνιστώμενη δόση κάθε εβδομάδα (0,4 mg/kg) σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό πολλαπλό μυέλωμα στη μελέτη MonumenTAL-1| Φαρμακοκινητικές παράμετροι | 1η δόση των 0,4 mg/kg | 7η δόση των 0,4 mg/kg |
| Tmax (ημέρες) | 2,93 (0,98 - 7,75) (n=21) | 2,01 (0,94 - 5,97) (n=13) |
| Cmax (ng/ml) | 1.568 ± 1.185 (n=21) | 3.799 ± 2.411 (n=13) |
| Ctrough (ng/ml) | 178 ± 124 (n=19) | 2.548 ± 1.308 (n=13) |
| AUCtau (ng·h/ml) | 178.101 ± 130.802 (n=17) | 607.297 ± 371.399 (n=10) |
Tmax = Χρόνος έως την επίτευξη της Cmax, Cmax = Μέγιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση του talquetamab στον ορό, Ctrough = Παρατηρούμενη συγκέντρωση του talquetamab στον ορό πριν από την επόμενη δόση, AUCtau = Περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου κατά τη διάρκεια του εβδομαδιαίου διαστήματος δοσολόγησης. Τα δεδομένα παρουσιάζονται ως μέση τιμή ± τυπική απόκλιση, εκτός από το Tmax που παρουσιάζεται ως διάμεση τιμή (ελάχιστη τιμή - μέγιστη τιμή).
Δόση 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες
Το talquetamab επέδειξε περίπου αναλογική με τη δόση φαρμακοκινητική μετά από υποδόρια χορήγηση σε δόση που κυμαινόταν από 0,8 έως 1,2 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες (1,0 έως 1,5 φορές η συνιστώμενη δόση των 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες). Ο μέσος λόγος συσσώρευσης ανάμεσα στην 1η και την 5η δόση του talquetamab 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες ήταν 2,3 φορές και 2,2 φορές υψηλότερος για την Cmax και την AUCtau, αντίστοιχα.
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι του talquetamab μετά την 1η και την 5η συνιστώμενη δόση συντήρησης των 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες παρουσιάζονται στον Πίνακα 11.
Πίνακας 11: Φαρμακοκινητικές παράμετροι του talquetamab μετά την πρώτη και την πέμπτη συνιστώμενη δόση κάθε 2 εβδομάδες (0,8 mg/kg) σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό πολλαπλό μυέλωμα στη μελέτη MonumenTAL-1| Φαρμακοκινητικές παράμετροι | 1η δόση των 0,8 mg/kg | 5η δόση των 0,8 mg/kg |
| Tmax (ημέρες) | 2,83 (1,68 - 13,98) (n=33) | 2,85 (0,96 - 7,82) (n=19) |
| Cmax (ng/ml) | 2.507 ± 1.568 (n=33) | 4.161 ± 2.021 (n=19) |
| Ctrough (ng/ml) | 597 ± 437 (n=32) | 1.831 ± 841 (n=17) |
| AUCtau (ng·h/ml) | 675.764 ± 399.680 (n=28) | 1.021.059 ± 383.417 (n=17) |
Tmax = Χρόνος έως την επίτευξη της Cmax, Cmax = Μέγιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση του talquetamab στον ορό, Ctrough = Παρατηρούμενη συγκέντρωση του talquetamab στον ορό πριν από την επόμενη δόση, AUCtau = Περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου κατά τη διάρκεια του διαστήματος δοσολόγησης Q2W (κάθε δύο εβδομάδες). Τα δεδομένα παρουσιάζονται ως μέση τιμή ± τυπική απόκλιση, εκτός από το Tmax που παρουσιάζεται ως διάμεση τιμή (ελάχιστη τιμή-μέγιστη τιμή).
Απορρόφηση
Με βάση το φαρμακοκινητικό μοντέλο πληθυσμού, η τυπική τιμή της βιοδιαθεσιμότητας του talquetamab ήταν 62% όταν χορηγήθηκε υποδορίως σε σχέση με ενδοφλέβια χορήγηση δόσεων.
Με το δοσολογικό σχήμα των 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα, ο διάμεσος (εύρος) Tmax του talquetamab μετά την 1η και την 7η δόση θεραπείας ήταν 3 (1 έως 8) ημέρες και 2 (1 έως 6) ημέρες, αντίστοιχα.
Με το δοσολογικό σχήμα των 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες, ο διάμεσος (εύρος) Tmax του talquetamab μετά την 1η και την 5η δόση θεραπείας ήταν 3 (2 έως 14) ημέρες και 3 (1 έως 8) ημέρες, αντίστοιχα.
Κατανομή
Με βάση το φαρμακοκινητικό μοντέλο πληθυσμού, η τυπική τιμή του όγκου κατανομής ήταν 4,3 l (συντελεστής διακύμανσης [CV] 22%) για το κεντρικό διαμέρισμα και 5,8 l [(V 83%) για το περιφερικό διαμέρισμα.
Αποβολή
Το talquetamab επέδειξε τόσο γραμμική μη χρονοεξαρτώμενη όσο και χρονοεξαρτώμενη κάθαρση. Με βάση το φαρμακοκινητικό μοντέλο πληθυσμού και τις post-hoc παραμέτρους των συμμετεχόντων που έλαβαν SC δόσεις (N=392), η διάμεση συνολική κάθαρση είναι 1,64 l/ημέρα κατά την αρχική θεραπεία και 0.80 l/ημέρα στη σταθεροποιημένη κατάσταση. Η χρονοεξαρτώμενη κάθαρση αντιστοιχούσε στο 48,8% της συνολικής κάθαρσης κατά την αρχική θεραπεία και κατόπιν μειώθηκε εκθετικά σε < 5% γύρω στην Εβδομάδα 16. Το προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου την Εβδομάδα 16 θα έφτανε στο 90% της συγκέντρωσης σταθεροποιημένης κατάστασης τόσο για το σχήμα των 0,4 mg/kg κάθε εβδομάδα όσο και για εκείνο των 0,8 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες. Η διάμεση ημίσεια ζωή τελικής φάσης ήταν 7,56 ημέρες κατά την αρχική θεραπεία και 12,2 ημέρες στη σταθεροποιημένη κατάσταση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Η φαρμακοκινητική ανάλυση συμπεριέλαβε 86 % Λευκούς (n=424), 9% Μαύρους (n=43), 2,2% Ασιάτες (n=11) και 2,8% Άλλους (n=14). Με βάση τη ΦΚ ανάλυση πληθυσμού, η φυλή ή η εθνικότητα, το φύλο και το σωματικό βάρος (εύρος: 40 έως 143 kg) δεν είχαν κλινικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική του talquetamab.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική του TALVEY σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 17 ετών και κάτω δεν έχει διερευνηθεί.
Ηλικιωμένοι
Τα αποτελέσματα των φαρμακοκινητικών αναλύσεων πληθυσμού δείχνουν ότι η ηλικία (33 έως 86 έτη) δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική του talquetamab. Μόνο περιορισμένα δεδομένα ήταν διαθέσιμα για ασθενείς ≥ 85 ετών (βλ. Πίνακα 12).
Πίνακας 12: Ποσοστό των ηλικιωμένων συμμετεχόντων που συμμετείχαν στις φαρμακοκινητικές (ΦΚ) μελέτες του talquetamab| Ηλικία 65-74 (Αριθμός ηλικιωμένωνσυμμετεχόντων/συνολικός αριθμός) | Ηλικία 75-84 (Αριθμός ηλικιωμένωνσυμμετεχόντων/συνολικός αριθμός) | Ηλικία 85+ (Αριθμός ηλικιωμένωνσυμμετεχόντων/συνολικός αριθμός) | |
| Φαρμακοκινητικές μελέτες | 181/492 | 73/492 | 1/492 |
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες του talquetamab σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Τα αποτελέσματα της φαρμακοκινητικής ανάλυσης πληθυσμού δείχνουν ότι η ήπια (60 ml/min
≤ απόλυτος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) < 90 ml/min) ή η μέτρια (30 ml/min ≤ απόλυτος GFR <60 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία δεν επηρέασαν σημαντικά τη φαρμακοκινητική του talquetamab. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες του talquetamab σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Χρησιμοποιώντας την κατηγοριοποίηση NCI, τα αποτελέσματα των φαρμακοκινητικών αναλύσεων πληθυσμού δείχνουν ότι ήπια ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη >1 έως 1,5 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN) και οποιοδήποτε επίπεδο ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST), ή ολική χολερυθρίνη ≤ ULN και AST > ULN) δεν επηρέασε σημαντικά την φαρμακοκινητική του talqutamab. Περιορισμένα δεδομένα (n=2) είναι διαθέσιμα σε συμμετέχοντες με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, ενώ δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε συμμετέχοντες με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - TALVEY 40MG/ML
Διυδρικό δινατριούχο άλας του EDTA Παγόμορφο οξικό οξύ (E260) Πολυσορβικό 20 (E432)
Νάτριο οξικό τριυδρικό Σακχαρόζη
Ύδωρ για ενέσιμα
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
Μη ανοιγμένο φιαλίδιο
3 χρόνια Προετοιμασμένη σύριγγα
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για έως 24 ώρες σε θερμοκρασία 2°C έως 8°C και στη συνέχεια για έως και 24 ώρες σε θερμοκρασία 15°C έως 30°C.
Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες αποθήκευσης κατά τη χρήση, πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες σε θερμοκρασία 2 έως 8°C, εκτός εάν η προετοιμασία πραγματοποιήθηκε υπό ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες. Απορρίψτε εάν έχει φυλαχθεί σε ψυγείο για πάνω από 24 ώρες ή εάν έχει παραμείνει σε θερμοκρασία περιβάλλοντος για πάνω από 24 ώρες.
Η προετοιμασμένη σύριγγα θα πρέπει να φυλάσσεται προστατευμένη από το φως.
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C έως 8°C). Μην καταψύχετε.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
TALVEY 2 mg/ml ενέσιμο διάλυμα
1,5 ml ενέσιμου διαλύματος σε φιαλίδιο από γυαλί Τύπου 1 με ελαστομερές πώμα και ασφάλεια από αλουμίνιο με ανοιχτό πράσινο αποσπώμενο κάλυμμα σφράγισης που περιέχει 3 mg talquetamab.
Συσκευασία 1 φιαλιδίου.
TALVEY 40 mg/ml ενέσιμο διάλυμα
1 ml ενέσιμου διαλύματος σε φιαλίδιο από γυαλί Τύπου 1 με ελαστομερές πώμα και ασφάλεια από αλουμίνιο με ιώδες αποσπώμενο κάλυμμα σφράγισης που περιέχει 40 mg talquetamab.
Συσκευασία 1 φιαλιδίου.
και άλλος χειρισμός
Τα φιαλίδια TALVEY παρέχονται ως έτοιμο προς χρήση ενέσιμο διάλυμα και δεν χρειάζονται αραίωση πριν από τη χορήγηση.
Τα φιαλίδια διαφορετικών συγκεντρώσεων του TALVEY δεν πρέπει να συνδυάζονται για την επίτευξη δόσης θεραπείας.
Θα πρέπει να εφαρμόζεται άσηπτη τεχνική για την προετοιμασία και τη χορήγηση του TALVEY.
Προετοιμασία του TALVEY
-
Συμβουλευτείτε τους παρακάτω πίνακες αναφοράς για την προετοιμασία του TALVEY
-
Χρησιμοποιήστε τον Πίνακα 13 για τον προσδιορισμό της συνολικής δόσης, του ενέσιμου όγκου και του αριθμού των φιαλιδίων που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό σωματικό βάρος του ασθενούς, για τη δόση 0,01 mg/kg με χρήση του φιαλιδίου TALVEY 2 mg/ml.
Πίνακας 13: Eνέσιμοι όγκοι με χρήση του φιαλιδίου TALVEY 3 mg/1,5 ml (2 mg/ml) για τη σταδιακά αυξανόμενη δόση 1 (0,01 mg/kg)
Δόση 0,01 mg/kg Σωματικό βάρος (kg) Συνολική δόσηα (mg) Όγκος ένεσης (ml) Αριθμός φιαλιδίων (1 φιαλίδιο=1,5 ml) 35 έως 39 0,38 0,19 1 40 έως 45 0,42 0,21 1 46 έως 55 0,5 0,25 1 56 έως 65 0,6 0,3 1 66 έως 75 0,7 0,35 1 76 έως 85 0,8 0,4 1 86 έως 95 0,9 0,45 1 96 έως 105 1,0 0,5 1 106 έως 115 1,1 0,55 1 116 έως 125 1,2 0,6 1 126 έως 135 1,3 0,65 1 136 έως 145 1,4 0,7 1 146 έως 155 1,5 0,75 1 156 έως 160 1,6 0,8 1 α Η Συνολική δόση (mg) υπολογίζεται βάσει του στρογγυλοποιημένου Όγκου ένεσης (ml)
-
Χρησιμοποιήστε τον Πίνακα 14 για τον προσδιορισμό της συνολικής δόσης, του ενέσιμου όγκου και του αριθμού των φιαλιδίων που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό σωματικό βάρος του ασθενούς, για τη δόση 0,06 mg/kg με χρήση του φιαλιδίου TALVEY 2 mg/ml.
Πίνακας 14: Eνέσιμοι όγκοι με χρήση του φιαλιδίου TALVEY 3 mg/1,5 ml (2 mg/ml) για τη σταδιακά αυξανόμενη δόση 2 (0,06 mg/kg)
Δόση 0,06 mg/kg Σωματικό βάρος (kg) Συνολική δόσηα (mg) Όγκος ένεσης (ml) Αριθμός φιαλιδίων (1 φιαλίδιο=1,5 ml) 35 έως 39 2,2 1,1 1 40 έως 45 2,6 1,3 1 46 έως 55 3 1,5 1 56 έως 65 3,6 1,8 2 66 έως 75 4,2 2,1 2 76 έως 85 4,8 2,4 2 86 έως 95 5,4 2,7 2 96 έως 105 6 3 2 106 έως 115 6,6 3,3 3 116 έως 125 7,2 3,6 3 126 έως 135 7,8 3,9 3 136 έως 145 8,4 4,2 3 146 έως 155 9 4,5 3 156 έως 160 9,6 4,8 4 α Η Συνολική δόση (mg) υπολογίζεται βάσει του στρογγυλοποιημένου Όγκου ένεσης (ml)
-
Χρησιμοποιήστε τον Πίνακα 15 για τον προσδιορισμό της συνολικής δόσης, του ενέσιμου όγκου και του αριθμού των φιαλιδίων που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό σωματικό βάρος του ασθενούς, για τη δόση 0,4 mg/kg με χρήση του φιαλιδίου TALVEY 40 mg/ml.
Πίνακας 15: Eνέσιμοι όγκοι με χρήση του φιαλιδίου TALVEY 40 mg/ml για τη σταδιακά αυξανόμενη δόση 3 (0,4 mg/kg) και για τη φάση θεραπείας (0,4 mg/kg) για το εβδομαδιαίο δοσολογικό σχήμα
Δόση 0,4 mg/kg Σωματικό βάρος (kg) Συνολική δόσηα (mg) Όγκος ένεσης (ml) Αριθμός φιαλιδίων(1 φιαλίδιο=1,0 ml) 35 έως 39 14,8 0,37 1 40 έως 45 16 0,4 1 46 έως 55 20 0,5 1 56 έως 65 24 0,6 1 66 έως 75 28 0,7 1 76 έως 85 32 0,8 1 86 έως 95 36 0,9 1 96 έως 105 40 1 1 106 έως 115 44 1,1 2 116 έως 125 48 1,2 2 126 έως 135 52 1,3 2 136 έως 145 56 1,4 2 146 έως 155 60 1,5 2 156 έως 160 64 1,6 2 α Η Συνολική δόση (mg) υπολογίζεται βάσει του στρογγυλοποιημένου Όγκου ένεσης (ml)
-
Χρησιμοποιήστε τον Πίνακα 16 για τον προσδιορισμό της συνολικής δόσης, του ενέσιμου όγκου και του αριθμού των φιαλιδίων που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό σωματικό βάρος του ασθενούς, για τη δόση 0,8 mg/kg με χρήση του φιαλιδίου TALVEY 40 mg/ml.
Πίνακας 16: Eνέσιμοι όγκοι με χρήση του φιαλιδίου TALVEY 40 mg/ml για τη φάση θεραπείας (0,8 mg/kg) για το δοσολογικό σχήμα κάθε δύο εβδομάδες
Δόση 0,8 mg/kg Σωματικό βάρος (kg) Συνολική δόσηα (mg) Όγκος ένεσης (ml) Αριθμός φιαλιδίων (1 φιαλίδιο=1,0 ml) 35 έως 39 29,6 0,74 1 40 έως 45 34 0,85 1 46 έως 55 40 1 1 56 έως 65 48 1,2 2 66 έως 75 56 1,4 2 76 έως 85 64 1,6 2 86 έως 95 72 1,8 2 96 έως 105 80 2 2 106 έως 115 88 2,2 3 116 έως 125 96 2,4 3 126 έως 135 104 2,6 3 136 έως 145 112 2,8 3 146 έως 155 120 3 3 156 έως 160 128 3,2 4 α Η Συνολική δόση (mg) υπολογίζεται βάσει του στρογγυλοποιημένου Όγκου ένεσης (ml)
-
-
Ελέγξτε ότι το TALVEY ενέσιμο διάλυμα είναι άχρωμο έως ανοιχτό κίτρινο. Μην το χρησιμοποιήσετε εάν το διάλυμα είναι αποχρωματισμένο, θολό ή εάν περιέχει ξένα σωματίδια.
-
Αφαιρέστε το φιαλίδιο κατάλληλης περιεκτικότητας του TALVEY από το ψυγείο (2°C έως 8°C) και αφήστε το να φτάσει σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (15°C έως 30°C), για τουλάχιστον 15 λεπτά. Μη θερμαίνετε το φιαλίδιο του TALVEY με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
-
Αφού φτάσει σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, περιδινήστε απαλά το φιαλίδιο για περίπου 10 δευτερόλεπτα για να αναμίξετε. Μην ανακινείτε.
-
Αφαιρέστε τον απαιτούμενο ενέσιμο όγκο του TALVEY από το(τα) φιαλίδιο(α) σε σύριγγα κατάλληλου μεγέθους χρησιμοποιώντας βελόνα μεταφοράς.
-
Ο όγκος κάθε ένεσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2,0 ml. Διαιρέστε τις δόσεις που χρειάζονται όγκο άνω των 2,0 ml εξίσου σε πολλαπλές σύριγγες.
-
-
Το TALVEY είναι συμβατό με βελόνες ένεσης από ανοξείδωτο χάλυβα και με υλικό σύριγγας από πολυπροπυλένιο ή πολυκαρβονικό.
-
Αντικαταστήστε τη βελόνα μεταφοράς με βελόνα ένεσης κατάλληλου μεγέθους.
-
Εάν η προετοιμασμένη σύριγγα φυλάσσεται σε ψυγείο, αφήστε το διάλυμα να έρθει σε θερμοκρασία δωματίου πριν από τη χορήγηση.
-
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.