CHOLESTAGEL F.C.TAB 625MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CHOLESTAGEL 625MG/TAB
Το Cholestagel συγχορηγούμενο με έναν αναστολέα της αναγωγάσης του 3-υδροξυ-3- μεθυλογλουταρυλο συνενζύμου Α (HMG-CoA) (στατίνη) ενδείκνυται ως συμπληρωματική θεραπεία δίαιτας συμβάλλοντας στην επιπλέον μείωση των επιπέδων της χοληστερόλης χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (LDL-C) στους ενήλικους ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία που δεν μπορούν να ελεγχθούν επαρκώς μόνο με τη στατίνη.
Το Cholestagel ως μονοθεραπεία ενδείκνυται ως συμπληρωματική θεραπεία δίαιτας για τη μείωση της αυξημένης ολικής χοληστερόλης και της LDL-C στους ενήλικους ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία, για τους οποίους η στατίνη θεωρείται ακατάλληλη ή δεν είναι καλά ανεκτή.
Το Cholestagel μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με εζετιμίμπη, με ή χωρίς στατίνη, σε ενήλικες ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με οικογενή υπερχοληστερολαιμία (βλέπε παράγραφο 5.1).
Δοσολογία
Συνδυαστική θεραπεία
Η προτεινόμενη δόση Cholestagel για το συνδυασμό με στατίνη με ή χωρίς εζετιμίμπη είναι 4 με 6 δισκία την ημέρα. Η μέγιστη προτεινόμενη δόση είναι 6 δισκία την ημέρα λαμβανόμενα ως 3 δισκία δύο φορές την ημέρα συνοδεία γεύματος ή 6 δισκία λαμβανόμενα μία φορά την ημέρα συνοδεία γεύματος. Η χορήγηση Cholestagel και στατίνης στα πλαίσια κλινικών δοκιμών δείχνει ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε ταυτόχρονα είτε ξεχωριστά και ότι η χορήγηση Cholestagel και εζετιμίμπης μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε ταυτόχρονα είτε ξεχωριστά.
Μονοθεραπεία
Η προτεινόμενη αρχική δόση Cholestagel είναι 6 δισκία την ημέρα, λαμβανόμενα ως 3 δισκία δύο φορές την ημέρα συνοδεία γευμάτων, ή 6 δισκία την ημέρα συνοδεία γεύματος. Η μέγιστη προτεινόμενη δόση είναι 7 δισκία την ημέρα.
Η δίαιτα θα πρέπει να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας, και τα επίπεδα της ολικής-C, της LDL-C και των τριγλυκεριδίων στον ορό θα πρέπει να προσδιορίζονται περιοδικά και για όσο αυτή
διαρκέσει, ώστε να επαληθεύονται η ικανοποιητική αρχική και η επαρκής μακροπρόθεσμη ανταπόκριση.
Όταν δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί η αλληλεπίδραση φαρμάκων σε περίπτωση παράλληλα χορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος για το οποίο ελάχιστες διακυμάνσεις σε θεραπευτικό επίπεδο θα ήταν κλινικά σημαντικές, το Cholestagel θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον τέσσερις ώρες πριν ή τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά από το παράλληλα χορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν προς ελαχιστοποίηση του κινδύνου μειωμένης απορρόφησης του παράλληλα χορηγούμενου φαρμάκου (βλέπε 4.5).
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Δεν υπάρχει ανάγκη ρύθμισης της δόσης κατά τη χορήγηση του Cholestagel σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Cholestagel σε παιδιά ηλικίας από 0 έως 17 ετών δεν έχει κατοχυρωθεί ακόμα.
Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 5.1 αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Τρόπος χορήγησης
Τα δισκία Cholestagel θα πρέπει να λαμβάνονται από του στόματος συνοδεία γεύματος και υγρού. Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα χωρίς να είναι σπασμένα, θρυμματισμένα ή μασημένα.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Aπόφραξη των εντέρων ή των χοληφόρων.
Δευτερογενή αίτια υπερχοληστερολαιμίας
Πριν ξεκινήσετε τη θεραπεία με το Cholestagel, εάν εξετάζετε την περίπτωση για δευτερογενή αίτια υπερχοληστερολαιμίας (π.χ. ανεπαρκώς ελεγχόμενος σακχαρώδης διαβήτης, υποθυρεοειδισμός, νεφρωτικό σύνδρομο, δυσπρωτεϊναιμία, αποφρακτική πάθηση του ήπατος), αυτά θα πρέπει να διαγνώσκονται και αντιμετωπίζονται ανάλογα.
Αλληλεπίδραση με κυκλοσπορίνη
Για τους ασθενείς που ακολουθούν αγωγή με κυκλοσπορίνη και ξεκινούν ή διακόπτουν το Cholestagel ή τους ασθενείς που ήδη ακολουθούν αγωγή με Cholestagel και είναι αναγκασμένοι να ξεκινήσουν αγωγή με κυκλοσπορίνη: Το Cholestagel μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα της κυκλοσπορίνης (βλέπε επίσης παράγραφο 4.5). Οι ασθενείς που ξεκινούν αγωγή με κυκλοσπορίνη αλλά ακολουθούν ήδη αγωγή με το Cholestagel πρέπει να παρακολουθούν τη συγκέντρωση της κυκλοσπορίνης στο αίμα ως είθισται και να ρυθμίζουν τη δόση τους ως είθισται. Οι ασθενείς που ξεκινούν αγωγή με Cholestagel αλλά ακολουθούν ήδη αγωγή με κυκλοσπορίνη, πρέπει να αρχίζουν να παρακολουθούν τη συγκέντρωσή της στο αίμα προτού ξεκινήσουν τη συνδυαστική θεραπεία και να συνεχίζουν να την παρακολουθούν τακτικότερα αμέσως μετά την έναρξη της συγχορηγούμενης θεραπείας, ρυθμίζοντας ανάλογα τη δόση της κυκλοσπορίνης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διακοπή της θεραπείας με Cholestagel οδηγεί σε αυξημένη συγκέντρωση της κυκλοσπορίνης στο αίμα. Συνεπώς, οι ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη μαζί με Cholestagel πρέπει να παρακολουθούν τη συγκέντρωσή της στο αίμα πριν από τη διακοπή της θεραπείας με Cholestagel και σε πιο τακτική βάση μετά τη διακοπή της, ρυθμίζοντας ανάλογα τη δοσολογία της κυκλοσπορίνης.
Επιδράσεις στα επίπεδα τριγλυκεριδίων
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να επιδεικνύεται όταν τα επίπεδα τριγλυκεριδίων του ασθενή βρίσκονται πάνω από τα 3,4 mmol/L λόγω της αυξητικής επίδρασης του Cholestagel. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του προϊόντος δεν έχει διαπιστωθεί σε ασθενείς με επίπεδα τριγλυκεριδίων πάνω από τα 3,4 mmol/L διότι οι ασθενείς αυτοί είχαν αποκλειστεί από τις κλινικές μελέτες.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Cholestagel σε ασθενείς με δυσφαγία, διαταραχές κατάποσης, σοβαρές διαταραχές γαστρεντερικής κινητικότητας, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, ηπατική ανεπάρκεια ή χειρουργική επέμβαση επί της μείζονος γαστρεντερικής οδού, δεν έχουν διαπιστωθεί. Κατά συνέπεια, όταν το Cholestagel χορηγείται σε ασθενείς με τις διαταραχές αυτές, θα πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή.
Δυσκοιλιότητα
Το Cholestagel μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει υπάρχουσα δυσκοιλιότητα. Ο κίνδυνος να προκληθεί δυσκοιλιότητα θα πρέπει να σταθμίζεται ιδιαίτερα όταν ο/η ασθενής πάσχει από στεφανιαία αρτηριακή νόσο ή στηθάγχη.
Αντιπηκτικά
Η αντιπηκτική θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά στους ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη ή παρόμοιους παράγοντες, δεδομένου ότι οι δεσμευτικοί παράγοντες των χολικών οξέων, όπως το Cholestagel, έχει παρατηρηθεί ότι μειώνουν την απορρόφηση της βιταμίνης Κ, και ως εκ τούτου παρεμβαίνουν στην αντιπηκτική δράση της βαρφαρίνης (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).
Από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά χάπια
Το Cholestagel μπορεί να επηρεάσει τη βιοδιαθεσιμότητα του από του στόματος χορηγούμενου αντισυλληπτικού χαπιού όταν χορηγείται ταυτόχρονα . Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι το Cholestagel χορηγείται τουλάχιστον 4 ώρες μετά το από του στόματος χορηγούμενο αντισυλληπτικό χάπι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος οποιασδήποτε αλληλεπίδρασης (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).
Γενικά
Το Cholestagel μπορεί να επηρεάσει τη βιοδιαθεσιμότητα άλλων φαρμακευτικών προϊόντων. Συνεπώς, όταν δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί η αλληλεπίδραση φαρμάκων σε περίπτωση παράλληλα χορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος για το οποίο ελάχιστες διακυμάνσεις σε θεραπευτικό επίπεδο θα ήταν κλινικά σημαντικές, το Cholestagel θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον τέσσερις ώρες πριν ή τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά από το παράλληλα χορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν προς ελαχιστοποίηση του κινδύνου μειωμένης απορρόφησης του παράλληλα χορηγούμενου φαρμάκου. Για παράλληλα χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα που απαιτούν χορήγηση μέσω διαιρούμενων δόσεων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η λήψη της απαιτούμενης δόσης του Cholestagel είναι δυνατή μία φορά ημερησίως.
Όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων οι μεταβολές των επιπέδων του αίματος θα μπορούσαν να έχουν σημαντική κλινική επίδραση στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα, οι γιατροί θα πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο παρακολούθησης των επιπέδων στον ορό ή των επιδράσεων.
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Σε μελέτες αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές, το Cholestagel δεν είχε επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της διγοξίνης, της μετοπρολόλης, της κινιδίνης, του βαλπροϊκού οξέος και βαρφαρίνης. Το Cholestagel μείωνε την Cmax και την AUC της βεραπαμίλης βραδείας αποδέσμευσης κατά περίπου 31% και 11%, αντίστοιχα. Δεδομένου ότι υπάρχει υψηλός βαθμός μεταβλητότητας σε ότι αφορά τη βιοδιαθεσιμότητα της βεραπαμίλης, η κλινική σημασία του εν λόγω ευρήματος είναι ασαφής.
Η συγχορήγηση κολεσεβελάμης και ολμεσαρτάνης ελαττώνει την έκθεση της ολμεσαρτάνης. Η ολμεσαρτάνη θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 4 ώρες πριν από την κολεσεβελάμη.
Υπήρξαν σπάνιες αναφορές μειωμένων επιπέδων φαινυτοΐνης σε ασθενείς που έλαβαν Cholestagel χορηγούμενο μαζί με φαινυτοΐνη.
Αντιπηκτική θεραπεία
Η αντιπηκτική θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά στους ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη ή παρόμοιο παράγοντα, δεδομένου ότι οι δεσμευτικοί παράγοντες των χολικών οξέων έχει παρατηρηθεί ότι μειώνουν την απορρόφηση της βιταμίνης Κ, και συνεπώς παρεμβαίνουν στην αντιπηκτική δράση της βαρφαρίνης. Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές κλινικές μελέτες σχετικά με την αλληλεπίδραση του colesevelam με τη βιταμίνη K.
Λεβοθυροξίνη
Σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές, το Cholestagel μείωσε την AUC και την Cmax της λεβοθυροξίνης όταν χορηγήθηκε είτε συγχρόνως είτε μετά από 1 ώρα. Δεν παρατηρήθηκε αλληλεπίδραση όταν το Cholestagel χορηγήθηκε τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά τη λεβοθυροξίνη.
Από του στόματος χορηγούμενο αντισυλληπτικό χάπι
Σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές, το Cholestagel μείωσε την Cmax της νορεθινδρόνης καθώς και την AUC και την Cmax της αιθινυλοιστραδιόλης όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα με το από του στόματος χορηγούμενο αντισυλληπτικό χάπι. Η αλληλεπίδραση αυτή παρατηρήθηκε επίσης όταν το Cholestagel χορηγήθηκε μία ώρα μετά το από του στόματος χορηγούμενο αντισυλληπτικό χάπι. Ωστόσο, καμία αλληλεπίδραση δεν παρατηρήθηκε όταν το Cholestagel χορηγήθηκε τέσσερις ώρες μετά το από του στόματος χορηγούμενο αντισυλληπτικό χάπι.
Κυκλοσπορίνη
Σε μια μελέτη αλληλεπιδράσεων η οποία διεξήχθη σε υγιείς εθελοντές, η παράλληλη χορήγηση Cholestagel και κυκλοσπορίνης μείωσε σημαντικά την AUC0-inf και την Cmax της κυκλοσπορίνης, κατά 34% και 44% αντιστοίχως. Συνεπώς, σας συστήνουμε να παρακολουθείτε στενά τις συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης στο αίμα (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4). Επιπλέον, βασιζόμενοι σε μια θεωρητική βάση, το Cholestagel πρέπει να λαμβάνεται τέσσερις τουλάχιστον ώρες μετά την κυκλοσπορίνη για την περαιτέρω ελαχιστοποίηση των κινδύνων που σχετίζονται με την παράλληλη χορήγηση κυκλοσπορίνης και Cholestagel. Επιπρόσθετα, η λήψη του Cholestagel πρέπει διαρκώς να γίνεται τις ίδιες πάντα ώρες, αφού οι χρόνοι λήψης του Cholestagel και της κυκλοσπορίνης, θεωρητικά μπορούν να επηρεάσουν τον βαθμό της μειωμένης βιοδιαθεσιμότητας της κυκλοσπορίνης.
Στατίνες
Όταν το Cholestagel συγχορηγήθηκε με στατίνες στα πλαίσια κλινικών μελετών, παρατηρήθηκε μία αναμενόμενη επίδραση επιπλέον μείωσης της LDL-C, ενώ δεν παρατηρήθηκαν μη αναμενόμενες επιδράσεις. Το Cholestagel δεν είχε καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της λοβαστατίνης σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης.
Αντιδιαβητικοί παράγοντες
Η συγχορήγηση κολεσεβελάμης και μετφορμίνης σε δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης (ER tablets) αυξάνει την έκθεση στη μετφορμίνη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν συγχορηγούμενη θεραπεία με μετφορμίνη ER και κολεσεβελάμη θα πρέπει να παρακολουθούνται για κλινική αντίδραση όπως συνηθίζεται στη χρήση των αντιδιαβητικών φαρμάκων.
Η κολεσεβελάμη συνδέεται με τη γλιμεπιρίδη και μειώνει την απορρόφηση της γλιμεπιρίδης από τη γαστρεντερική οδό. Δεν παρατηρήθηκε κάποια αλληλεπίδραση όταν έγινε λήψη της γλιμεπιρίδης τουλάχιστον 4 ώρες πριν από την κολεσεβελάμη.
Ως εκ τούτου η γλιμεπιρίδη θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 4 ώρες πριν από την κολεσεβελάμη.
Η συγχορήγηση κολεσεβελάμης και γλιπιζίδης μειώνει την έκθεση σε γλιπιζίδη. Η γλιπιζίδη θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 4 ώρες πριν από την κολεσεβελάμη.
Η συγχορήγηση Cholestagel και γλυμπουρίδης (γνωστή επίσης και ως γλιβενκλαμίδη) προκάλεσε μείωση στην AUC0-inf και στην Cmax της γλυμπουρίδης κατά 32% και 47%, αντίστοιχα. Δεν παρατηρήθηκε αλληλεπίδραση όταν το Cholestagel χορηγήθηκε τέσσερις ώρες μετά τη γλυμπουρίδη .
Η συγχορήγηση Cholestagel και ρεπαγλινίδης δεν είχε καμία επίδραση στην AUC και προκάλεσε μείωση στην Cmax της ρεπαγλινίδης κατά 19% , η κλινική σημασία της οποίας είναι άγνωστη. Δεν παρατηρήθηκε αλληλεπίδραση όταν το Cholestagel χορηγήθηκε μία ώρα μετά τη ρεπαγλινίδη.
Δεν παρατηρήθηκε αλληλεπίδραση όταν το Cholestagel και η πιογλιταζόνη χορηγήθηκαν ταυτόχρονα σε υγιείς εθελοντές.
Ουρσοδεσοξυχολικό οξύ
Το Cholestagel δεσμεύεται κυρίως σε υδρόφοβα χολικά οξέα. Στο πλαίσιο μιας κλινικής μελέτης, το Cholestagel δεν επέδρασε στην απέκκριση ενδογενούς (υδρόφιλου) ουρσοδεσοξυχολικού οξέος δια των κοπράνων. Ωστόσο, δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες αλληλεπίδρασης με ουρσοδεσοξυχολικό οξύ. Όπως γενικά αναφέρεται, όταν δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί η αλληλεπίδραση φαρμάκων σε περίπτωση παράλληλα χορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος, το Cholestagel θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον τέσσερις ώρες πριν ή τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά από το παράλληλα χορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν προς ελαχιστοποίηση του κινδύνου μειωμένης απορρόφησης του παράλληλα χορηγούμενου φαρμάκου. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο παρακολούθησης των κλινικών επιδράσεων της θεραπείας με ουρσοδεσοξυχολικό οξύ.
Άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Το Cholestagel δεν προκάλεσε καμία κλινικά σημαντική μείωση στην απορρόφηση των βιταμινών A, D, E ή K κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών μέχρι και για ένα χρόνο. Όταν, ωστόσο, ο ασθενής έχει ευαισθησία στη βιταμίνη Κ ή ανεπάρκεια λιποδιαλυτών βιταμινών όπως π.χ. στην περίπτωση δυσαπορρόφησης, θα πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή. Για τους ασθενείς αυτούς, συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων των βιταμινών A, D και E, και η εκτίμηση της κατάστασης της βιταμίνης K στα πλαίσια της μέτρησης των παραμέτρων πήξης. Αν χρειαστεί θα πρέπει να χορηγηθούν βιταμίνες συμπληρωματικά.
Εγκυμοσύνη
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Cholestagel σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην εγκυμοσύνη, την ανάπτυξη του εμβρύου/κυήματος, τον τοκετό ή την ανάπτυξη μετά τη γέννα (βλέπε παράγραφο 5.3). Όταν πρόκειται να συνταγογραφηθεί σε έγκυο γυναίκα, θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
Θηλασμός
Η ασφάλεια του Cholestagel στις γυναίκες που θηλάζουν δεν έχει διαπιστωθεί. Όταν πρόκειται να συνταγογραφηθεί σε γυναίκα που θηλάζει, θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση του Cholestagel στη γονιμότητα σε ανθρώπους. Μία μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε αρουραίους δεν οδήγησε σε αλλαγές στις αναπαραγωγικές παραμέτρους μεταξύ των ομάδων που μπορεί να συνεπάγονται επιδράσεις στην αναπαραγωγή οι οποίες αποδίδονται στην colesevelam.
ν
Το Cholestagel δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ο μετεωρισμός και η δυσκοιλιότητα, που περιλαμβάνονται στην κατηγορία των διαταραχών του γαστρεντερικού.
Συνοπτική λίστα ανεπιθύμητων αντιδράσεων
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες όπου συμπεριλήφθηκαν περίπου 1400 ασθενείς και κατά τη χρήση μετά από την έγκριση, οι ακόλουθες ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρθηκαν σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε Cholestagel.
Η συχνότητα αναφορών κατατάσσεται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί µε βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος |
| Συχνές: Κεφαλαλγία |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού |
| Πολύ συχνές: Μετεωρισμός*, δυσκοιλιότητα* |
| Συχνές: Έμετος, διάρροια*, δυσπεψία*, κοιλιακός πόνος, ασυνήθη κόπρανα, ναυτία, διάταση κοιλίας |
| Όχι συχνές: Δυσφαγία |
| Πολύ σπάνιες: Παγκρεατίτιδα |
| Μη γνωστές: εντερική απόφραξη*, ** |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού |
| Όχι συχνές: Μυαλγία |
| Παρακλινικές εξετάσεις |
| Συχνές: Αυξημένα τριγλυκερίδια ορού |
| Όχι συχνές: Αυξημένη τρανσαμινάση ορού |
*βλ. παρακάτω παράγραφο για περαιτέρω πληροφορίες
** ανεπιθύμητες ενέργειες από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η βασική επίπτωση του μετεωρισμού και της διάρροιας ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που λάμβαναν placebo στις ίδιες ελεγχόμενες κλινικές μελέτες. Σε σύγκριση με το placebo, μόνο η δυσκοιλιότητα και η δυσπεψία αναφέρθηκαν σε υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν Cholestagel.
Η συχνότητα εμφάνισης της εντερικής απόφραξης είναι πιθανό να αυξηθεί μεταξύ ασθενών με ιστορικό εντερικής απόφραξης ή αφαίρεσης.
Το Cholestagel σε συνδυασμό με τις στατίνες και σε συνδυασμό με την εζετιμίμπη ήταν καλά ανεκτό και οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν ήταν σύμφωνες με το γνωστό προφίλ ασφάλειας των στατινών ή της εζετιμίμπης μεμονωμένα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Δεδομένου ότι το Cholestagel δεν απορροφάται, ο κίνδυνος συστηματικής τοξικότητας είναι χαμηλός. Θα μπορούσαν να προκύψουν γαστρεντερικά συμπτώματα. Δόσεις που υπερβαίνουν τη μέγιστη συνιστώμενη δόση (4,5 g ανά ημέρα (7 δισκία)) δεν έχουν δοκιμαστεί.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ωστόσο, η κύρια πιθανή βλάβη θα ήταν η απόφραξη της γαστρεντερικής οδού. Η θέση μίας τέτοιας πιθανής απόφραξης, ο βαθμός απόφραξης και η παρουσία ή απουσία φυσιολογικής εντερικής κινητικότητας θα καθόριζαν τη θεραπεία.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CHOLESTAGEL 625MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντας που μειώνει τα λιπίδια του ορού, δεσμευτικοί παράγοντες των χολικών οξέων, κωδικός ATC: C10A C 04.
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης σε ό,τι αφορά τη δραστικότητα του colesevelam, τη δραστική ουσία του Cholestagel, έχει αξιολογηθεί σε διάφορες in vitro και in vivo μελέτες. Οι μελέτες αυτές έχουν καταδείξει ότι το colesevelam δεσμεύει τα χολικά οξέα, συμπεριλαμβανομένου του γλυκοχολικού οξέος, του κύριου χολικού οξέος στον άνθρωπο. Η χοληστερόλη είναι ο μοναδικός πρόδρομος των χολικών οξέων. Κατά τη φυσιολογική πέψη, τα χολικά οξέα εκκρίνονται στο έντερο. Στη συνέχεια, ένα μεγάλο μέρος των χολικών οξέων απορροφάται από την εντερική οδό και επιστρέφει στο ήπαρ διαμέσου της εντεροηπατικής κυκλοφορίας.
Το Colesevelam είναι ένα μη απορροφήσιμο πολυμερές που μειώνει τα λιπίδια και δεσμεύει τα χολικά οξέα στο έντερο, εμποδίζοντας την επαναπορρόφησή τους. Ο μηχανισμός μείωσης της LDL-C των δεσμευτικών παραγόντων των χολικών οξέων έχει παλαιότερα διαπιστωθεί ότι λειτουργεί ως εξής: Καθώς το λίμνασμα των χολικών οξέων εξαντλείται, το ηπατικό ένζυμο της χοληστερόλης 7-α- υδροξυλάση ρυθμίζεται προς τα πάνω, αυξάνοντας τη μετατροπή της χοληστερόλης σε χολικά οξέα. Αυτό προκαλεί μία αυξημένη ζήτηση για χοληστερόλη στα ηπατικά κύτταρα, με αποτέλεσμα αφενός την αυξημένη μεταγραφή και δραστηριότητα του βιοσυνθετικού ενζύμου της χοληστερόλης αναγωγάση του υδροξυμεθυλο-γλουταρυλο-συνενζύμου A (HMG-CoA), αφετέρου την αύξηση του αριθμού των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας. Μπορεί να προκύψει συνακόλουθη αύξηση στη σύνθεση λιποπρωτεΐνης πολύ χαμηλής πυκνότητας. Αυτές οι αντισταθμιστικές επιδράσεις οδηγούν σε αυξημένη κάθαρση της LDL-C από το αίμα, με αποτέλεσμα μειωμένα επίπεδα LDL-C στον ορό.
Σε μία μελέτη 6 μηνών σχετικά με την ανταπόκριση της χορηγούμενης δόσης σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία που λάμβαναν 3,8 ή 4,5 g Cholestagel ημερησίως, παρατηρήθηκε μία μείωση της τάξης του 15 με 18% στα επίπεδα της LDL-C, που κατέστη εμφανής μέσα σε 2 εβδομάδες χορήγησης. Επιπλέον, η Ολική-C μειώθηκε κατά 7 με 10%, η HDL-C αυξήθηκε κατά 3%, ενώ τα τριγλυκερίδια αυξήθηκαν κατά 9 με 10%. Η απολιποπρωτεΐνη B μειώθηκε κατά 12%. Από την άλλη, στους ασθενείς που λάμβαναν placebo, η LDL-C, η Ολική-C, η HDL-C και η απολιποπρωτεΐνη B παρέμειναν αμετάβλητες, ενώ τα τριγλυκερίδια αυξήθηκαν κατά 5%. Έπειτα από μελέτες όπου εξετάστηκε η χορήγηση του Cholestagel ως εφάπαξ δόση συνοδεία προγεύματος, ως εφάπαξ δόση συνοδεία δείπνου, ή στα πλαίσια σχήματος διαιρούμενων δόσεων συνοδεία προγεύματος και δείπνου, δεν σημειώθηκαν σημαντικές διαφορές στη μείωση της LDL-C για τα διαφορετικά δοσολογικά σχήματα. Σε μία μελέτη, ωστόσο, τα τριγλυκερίδια είχαν την τάση να αυξάνονται περισσότερο όταν το Cholestagel χορηγείτο ως εφάπαξ δόση συνοδεία πρωινού.
Σε μια μελέτη 6 εβδομάδων, 129 ασθενείς με υπερλιπιδαιμία μεικτού τύπου τυχαιοποιήθηκαν
σε φαινοφιβράτη 160 mg μαζί με 3,8 g Cholestagel ή μόνο φαινοφιβράτη. Η ομάδα της φαινοφιβράτης μαζί με το Cholestagel (64 ασθενείς) κατέδειξε μια μείωση των επιπέδων της LDL-C κατά 10% έναντι μιας αύξησης κατά 2% για την ομάδα της φαινοφιβράτης (65 ασθενείς). Οι μειώσεις παρατηρήθηκαν επίσης για την μη-HDL-C, την Ολική-C και την απολιποπρωτεΐνη B. Μία μικρή και μη-σημαντική 5% αύξηση παρατηρήθηκε στα τριγλυκερίδια. Οι επιπτώσεις του συνδυασμού φαινοφιβράτης και Cholesagel στο ρίσκο μυοπάθειας και ηπατοτοξικότητας δεν είναι γνωστές.
Πολυκεντρικές, τυχαιοποιημένες, διπλές-τυφλές μελέτες ελεγχόμενες με placebo, που πραγματοποιήθηκαν σε 487 ασθενείς, κατέδειξαν μία προσθετική μείωση 8 με 16% στην LDL-C όταν συγχορηγούνταν 2,3 έως 3,8 g Cholestagel και κάποια στατίνη (ατορβαστατίνη, λοβαστατίνη ή σιμβαστατίνη).
Η επίδραση της συγχορήγησης 3,8 g Cholestagel και 10 mg εζετιμίμπης έναντι μεμονωμένης χορήγησης 10 mg εζετιμίμπης στα επίπεδα της LDL-C εκτιμήθηκαν σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη ελεγχόμενη με placebo, η οποία πραγματοποιήθηκε σε παράλληλη ομάδα 86 ασθενών με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία σε χρονικό διάστημα θεραπείας 6 εβδομάδων. Ο συνδυασμός καθημερινής θεραπείας με 10 mg εζετιμίμπης και 3,8 g Cholestagel με απουσία στατίνης οδήγησε σε σημαντική συνδυαστική επίδραση για μείωση της LDL-C κατά 32% που κατέδειξε επιπρόσθετη επίδραση μειώνοντας τα επίπεδα της LDL-C κατά 11% με το Cholestagel και την εζετιμίμπη, σε σύγκριση με τη μεμονωμένη χορήγηση εζετιμίμπης.
Η προσθήκη 3,8 g Cholestagel ημερησίως στη μέγιστα ανεκτή θεραπεία στατίνης και εζετιμίμπης εκτιμήθηκε σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη ελεγχόμενη με placebo, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 86 ασθενείς με οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Συνολικό ποσοστό 85% των ασθενών λάμβαναν είτε ατορβαστατίνη (από τους οποίους το 50% λάμβανε δόση 80 mg) είτε ροσουβαστατίνη (από τους οποίους το 72% λάμβανε δόση 40 mg). Το Cholestagel επέφερε μια στατιστικά σημαντική μείωση της LDL-C κατά 11% και 11% σε χρονικό διάστημα 6 και 12 εβδομάδων έναντι μιας αύξησης κατά 7% και 1% στην ομάδα placebo. Τα μέσα επίπεδα κατά την έναρξη της μελέτης ήταν 3,75 mmol/L και 3,86 mmol/L αντίστοιχα. Τα τριγλυκερίδια στην ομάδα με το Cholestagel αυξήθηκαν κατά 19% και 13% σε χρονικό διάστημα 6 και 12 εβδομάδων έναντι μιας αύξησης κατά 6% και 13% στην ομάδα placebo, αλλά οι αυξήσεις δεν διέφεραν σημαντικά. Τα επίπεδα της HDL-C και της hsCRP επίσης δεν διέφεραν σημαντικά σε σύγκριση με το placebo σε χρονικό διάστημα 12 εβδομάδων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στον παιδιατρικό πληθυσμό, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ημερήσιας χορήγησης 1,9 ή 3,8 g Cholestagel εκτιμήθηκε σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη ελεγχόμενη με placebo διάρκειας 8 εβδομάδων, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 194 αγόρια και κορίτσια μετά την εμμηναρχή, ηλικίας 10-17 ετών, με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία που λάμβαναν σταθερή δόση στατινών (47 ασθενείς, ποσοστό 24%) ή που δεν είχαν εκτεθεί προηγουμένως σε υπολιπιδαιμική θεραπεία (147 ασθενείς, ποσοστό 76%). Για όλους τους ασθενείς, το Cholestagel επέφερε μια στατιστικά σημαντική μείωση της LDL-C κατά 11% με ημερήσια χορήγηση 3,8 g και κατά 4% με ημερήσια χορήγηση 1,9 g έναντι μιας αύξησης κατά 3% στην ομάδα placebo. Για ασθενείς που δεν είχαν εκτεθεί προηγουμένως σε θεραπεία με στατίνη ως μονοθεραπεία, το Cholestagel επέφερε στατιστικά σημαντική μείωση της LDL-C κατά 12% με ημερήσια χορήγηση 3,8 g και κατά 7% με ημερήσια χορήγηση 1,9 g έναντι μιας μείωσης κατά 1% στην ομάδα placebo (βλέπε παράγραφο 4.2). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές επιδράσεις στην ανάπτυξη, στη σεξουαλική ωρίμανση, στα επίπεδα λιποδιαλυτών βιταμινών ή σε παράγοντες πήξης, και το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών για το Cholestagel ήταν συγκρίσιμο με αυτό του placebo.
Το Cholestagel δεν έχει συγκριθεί άμεσα με άλλους δεσμευτικούς παράγοντες των χολικών οξέων στα πλαίσια κλινικών δοκιμών.
Μέχρι τώρα, δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες οι οποίες να δείχνουν άμεσα ότι η θεραπεία με Cholestagel ως μονοθεραπεία ή συνδυαστική θεραπεία έχει οποιαδήποτε επίδραση στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα ή νοσηρότητα.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CHOLESTAGEL 625MG/TAB
Πυρήνας δισκίου:
Κυτταρίνη (E460), μικροκρυσταλλική Διοξείδιο του πυριτίου, κολλοειδές άνυδρο Στεατικό μαγνήσιο
Ύδωρ, κεκαθαρμένο
Επικάλυψη δισκίου:
Υπρομελλόζη (E464) Διακετυλιωμένα μονογλυκερίδια
Μελάνη εκτύπωσης:
Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172) Υπρομελλόζη (E464) Προπυλενογλυκόλη
Διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη για να προστατεύεται από την υγρασία.
Φιάλες από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας με καπάκι από πολυπροπυλένιο. Μεγέθη συσκευασίας: 180 δισκία (1 X 180)
Φιάλες από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας με καπάκι από πολυπροπυλένιο χωρίς εξωτερικό χαρτοκυτίο.
Μεγέθη συσκευασίας: 180 δισκία (1 X 180) Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.