CHOLECALCIFEROL/INVOS SOFT.CAPS 3200 IU/CAP
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CHOLECALCIFEROL/INVOS 3200 IU/CAP
Μαλακά καψάκια 800 IU και 1.000 IU
-
Θεραπεία της έλλειψης βιταμίνης D σε ενήλικες και εφήβους.
-
Πρόληψη της έλλειψης βιταμίνης D σε ενήλικες με αναγνωρισμένο κίνδυνο.
-
Ως βοηθητικό ειδικής θεραπείας για την οστεοπόρωση σε ασθενείς με έλλειψη βιταμίνης D ή σε ενήλικες που διατρέχουν κίνδυνο ανεπάρκειας βιταμίνης D.
Μαλακά καψάκια 3.200 IU
-
Θεραπεία της έλλειψης βιταμίνης D σε ενήλικες και εφήβους.
Το Cholecalciferol INVOS 800IU, 1.000 IU και 3.200 IU μαλακά καψάκια ενδείκνυται για εφήβους και ενήλικες.
Δοσολογία
Η δόση θα πρέπει να προσδιορίζεται σε ατομική βάση ανάλογα με τον βαθμό συμπληρώματος βιταμίνης D που απαιτείται. Η δόση θα πρέπει να καθορίζεται σε ατομική βάση από τον θεράποντα ιατρό ανάλογα με τον βαθμό συμπλήρωσης βιταμίνης D που απαιτείται.
Οι διατροφικές συνήθειες του ασθενούς θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε τεχνητά πρόσθετη βιταμίνη D ορισμένων τύπων τροφίμων.
Μαλακά καψάκια 800 IU, 1.000 IU και 3.200 IU
Ενήλικες
Θεραπεία της έλλειψης βιταμίνης D (επίπεδα ορού < 25 nmol/l ή < 10 ng/ml) σε ενήλικες:
800 IU-4.000 IU/ημέρα.
Μετά τον πρώτο μήνα, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο χαμηλότερης δόσης συντήρησης ανάλογα με τα επιθυμητά επίπεδα της 25-υδροξυ-χοληκαλσιφερόλης (25(OH)D) στον ορό, τη σοβαρότητα της νόσου και την ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία.
Πρόληψη της έλλειψης βιταμίνης D σε ενήλικες με αναγνωρισμένο κίνδυνο: 800IU – 1.000 IU/ημέρα
Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τα επιθυμητά επίπεδα της 25-υδροξυ- χοληκαλσιφερόλης (25(OH)D) στον ορό, τη σοβαρότητα της νόσου και την ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία.
Ως βοηθητικό ειδικής θεραπείας για την οστεοπόρωση σε ασθενείς με έλλειψη βιταμίνης D ή σε ενήλικες που διατρέχουν κίνδυνο ανεπάρκειας βιταμίνης D: 800 IU – 1.000 IU την ημέρα.
Εναλλακτικά, μπορούν να τηρηθούν οι εθνικές δοσολογικές συστάσεις.
Η περιεκτικότητα των 800 IU δεν μπορεί να επιτευχθεί με την περιεκτικότητα των 1.000 IU. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες περιεκτικότητες, μπορούν να τηρηθούν εναλλακτικές δοσολογικές συστάσεις για τη θεραπεία της έλλειψης βιταμίνης D.
Απαιτείται ιατρική παρακολούθηση, καθώς οι δοσολογικές απαιτήσεις μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.4).
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Νεφρική δυσλειτουργία
Το Cholecalciferol INVOS δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μαλακά κάψάκια 800 IU, 1.000 IU και 3.200 IU
Το Cholecalciferol INVOS δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
Θεραπεία της έλλειψης βιταμίνης D (επίπεδα ορού < 25 nmol/l ή < 10 ng/ml) σε εφήβους (12 έως 18
ετών): 800-4000 IU/ημέρα. Η ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 4.000 IU/ημέρα.
Ένα μήνα μετά τη δόση εφόδου θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης χαμηλότερης δόσης συντήρησης.
Οι υψηλότερες δόσεις θα πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με τα επιθυμητά επίπεδα της 25- υδροξυ-χοληκαλσιφερόλης (25(OH)D) στον ορό, τη σοβαρότητα της νόσου και την ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία. Η δόση θα πρέπει να προσδιορίζεται σε ατομική βάση από τον θεράποντα ιατρό ανάλογα με τον βαθμό συμπληρώματος βιταμίνης D που απαιτείται.
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος χορήγηση
Τα καψάκια θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρες (να μη μασώνται) με νερό.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Νόσοι και καταστάσεις που σχετίζονται με υπερασβεστιαιμία ή/και υπερασβεστιουρία.
-
Νεφρολιθίαση ασβεστίου, νεφρασβέστωση, υπερβιταμίνωση-D
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
Σε περίπτωση θεραπευτικής αγωγής, η δόση θα πρέπει να προσδιορίζεται σε ατομική βάση για τους ασθενείς μέσω τακτικού ελέγχου των επιπέδων ασβεστίου στο πλάσμα. Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό, η απέκκριση ασβεστίου μέσω των ούρων και η νεφρική λειτουργία. Η παρακολούθηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική στους ηλικιωμένους ασθενείς υπό ταυτόχρονη θεραπεία με καρδιακές γλυκοσίδες ή διουρητικά (βλ. παράγραφο 4.5) και στην περίπτωση υπερφωσφαταιμίας, καθώς και σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο λιθίασης. Στην περίπτωση υπερασβεστιαιμίας ή υπερασβεστιουρίας [άνω των 300 mg (7,5 mmol)/24 ώρες], η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί (βλ. παράγραφο 4.3) Στην περίπτωση νεφρικής δυσλειτουργίας, η δόση θα πρέπει να μειωθεί ή η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η βιταμίνη D θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και η επίδραση στα επίπεδα του ασβεστίου και του φωσφόρου πρέπει να παρακολουθείται. Ο κίνδυνος ασβεστοποίησης των μαλακών μορίων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, η βιταμίνη D στη μορφή της χοληκαλσιφερόλης δεν μεταβολίζεται φυσιολογικά και πρέπει να χρησιμοποιούνται άλλες μορφές βιταμίνης D.
Ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμός
Το Cholecalciferol INVOS δεν πρέπει να λαμβάνεται εάν υπάρχει ψευδοϋποπαραθυρεοειδισµός (η ανάγκη για βιταμίνη D μπορεί να μειωθεί από τη μερικές φορές φυσιολογική ευαισθησία στη βιταμίνη D, με κίνδυνο μακροχρόνιας υπερδοσολογίας). Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν διαθέσιμα πιο διαχειρίσιμα παράγωγα της βιταμίνης D.
Σαρκοείδωση
Η βιταμίνη D3 πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή σε ασθενείς που πάσχουν από σαρκοείδωση, λόγω του κινδύνου αυξημένου μεταβολισμού της βιταμίνης D στην ενεργό μορφή της. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται όσον αφορά την περιεκτικότητα του ασβεστίου στον ορό και τα ούρα.
Ταυτόχρονη χρήση με πολυβιταμινούχα προϊόντα
Το περιεχόμενο της βιταμίνης D στο Cholecalciferol INVOS θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν συνταγογραφούνται άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν βιταμίνη D. Η ταυτόχρονη χρήση πολυβιταμινούχων προϊόντων και διατροφικών συμπληρωμάτων που περιέχουν βιταμίνη D θα πρέπει να αποφεύγεται.
Τα φαρμακευτικά προϊόντα που επιδρούν μέσω της αναστολής της οστικής απορρόφησης μειώνουν τις ποσότητες ασβεστίου που προέρχονται από τα οστά. Για να αποφευχθεί αυτό, καθώς και για την ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που ενισχύουν την ανάπτυξη των οστών, είναι απαραίτητο να λαμβάνεται βιταμίνη D και να διασφαλίζονται τα κατάλληλα επίπεδα ασβεστίου.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μαλακά κάψάκια 800 IU, 1.000 IU και 3.200 IU
Το Cholecalciferol INVOS δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
Η ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν ασβέστιο και χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας.
Τα θειαζιδικά διουρητικά μειώνουν την απέκκριση του ασβεστίου στα ούρα. Λόγω του αυξημένου κινδύνου υπερασβεστιαιμίας, το επίπεδο του ασβεστίου στον ορό πρέπει να παρακολουθείται τακτικά κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης με θειαζιδικά διουρητικά ή με προϊόντα που περιέχουν ασβέστιο λαμβανόμενα σε μεγάλες δόσεις.
Σε περιπτώσεις θεραπείας με φάρμακα που περιέχουν γλυκοσίδες δακτυλίτιδας και άλλες καρδιακές γλυκοσίδες, η χορήγηση βιταμίνης D μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης τοξικού δακτυλιδισμού (αρρυθμία). Απαιτείται αυστηρή ιατρική παρακολούθηση και, εάν είναι απαραίτητο, παρακολούθηση του ΗΚΓ και του ασβεστίου.
Τα συστηματικά κορτικοστεροειδή αναστέλλουν την απορρόφηση του ασβεστίου. Η μακροχρόνια χρήση κορτικοστεροεδών μπορεί να αντισταθμίσει την επίδραση της βιταμίνης D.
Η ταυτόχρονη θεραπεία με ιοντοανταλλακτικές ρητίνες (π.χ. χολυστυραμίνη) ή καθαρκτικά (όπως παραφινέλαιο) μπορεί να μειώσει την γαστρεντερική απορρόφηση της βιταμίνης D. Η ορλιστάτη μπορεί ενδεχομένως να μειώσει την απορρόφηση βιταμίνης D καθώς είναι λιποδιαλυτή, επομένως δεν πρέπει να λαμβάνεται βιταμίνη D εντός 2 ωρών πριν ή μετά τη χορήγηση οποιουδήποτε ανάλογου ορσιλάτης ή βιταμίνης D.
Προϊόντα που περιέχουν μαγνήσιο (όπως αντιόξινα) δεν πρέπει να λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βιταμίνη D λόγω του κινδύνου υπερμαγνησιαιμίας.
Αντισπασμωδικά, όπως φαινυτοΐνη και βαρβιτουρικά (π.χ. πριμιδόνη) μπορεί να μειώσουν την επίδραση της βιταμίνης D λόγω της ενεργοποίησης του μικροσωματικού ενζυμικού συστήματος.
Η ταυτόχρονη χρήση βιταμίνης D με καλσιτονίνη, ετιδρονάτη, νιτρικό γάλλιο, παμιδρονάτη ή πλικαμυκίνη, μπορεί να ανταγωνιστεί την επίδραση αυτών των προϊόντων στη θεραπεία της υπερασβεστιαιμίας.
Τα προϊόντα που περιέχουν φώσφορο και χρησιμοποιούνται σε μεγάλες δόσεις, όταν χορηγούνται ταυτόχρονα μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υπερφωσφαταιμίας.
Ο κυτταροτοξικός παράγοντας ακτινομυκίνη και οι αντιμυκητιασικοί παράγοντες ιμιδαζόλης παρεμβαίνουν στη δράση της βιταμίνης D μέσω αναστολής της μετατροπής της 25-υδροξυβιταμίνης D σε 1,25-διυδροξυβιταμίνη D από το ένζυμο των νεφρών 25-υδροξυβιταμίνη D-1-υδροξυλάση.
Η ριφαμπικίνη μπορεί επίσης να μειώσει την αποτελεσματικότητα της βιταμίνης D3 λόγω επαγωγής των ηπατικών ενζύμων.
Η ισονιαζίδη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της βιταμίνης D3 λόγω αναστολής της μεταβολικής ενεργοποίησης της βιταμίνης D.
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της χοληκαλσιφερόλης σε έγκυες γυναίκες. Η έλλειψη βιταμίνης D είναι επιβλαβής για τη μητέρα και το παιδί. Πειράματα σε ζώα έχουν καταδείξει τερατογόνες επιδράσεις από υψηλές δόσεις βιταμίνης D (βλ. παράγραφο 5.3).
Η υπερδοσολογία βιταμίνης D πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς η παρατεταμένη υπερασβεστιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε σωματική και διανοητική υστέρηση, υπερβαλβιδική αορτική στένωση και αμφιβληστροειδοπάθεια στο παιδί.
Όταν υπάρχει έλλειψη βιταμίνης D, η συνιστώμενη δόση εξαρτάται από τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές, ωστόσο, η μέγιστη συνιστώμενη δόση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι 4.000 IU/ημέρα βιταμίνης D3. Για τη θεραπεία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε υψηλότερες δόσεις, το Cholecalciferol INVOS δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Η βιταμίνη D3 και οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν έχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητα συμβάντα σε βρέφη. Το Cholecalciferol INVOS μπορεί να χρησιμοποιηθεί στις συνιστώμενες δόσεις κατά τη διάρκεια του θηλασμού στην περίπτωση έλλειψης βιταμίνης D. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν χορηγείται επιπρόσθετη βιταμίνη D στο παιδί.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της χοληκαλσιφερόλης στη γονιμότητα. Ωστόσο, τα φυσιολογικά ενδογενή επίπεδα βιταμίνης D δεν αναμένεται να έχουν δυσμενείς επιδράσεις στη γονιμότητα.
ν
Το Cholecalciferol INVOS δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Η συχνότητα εμφάνισης των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατίθενται στη συνέχεια ορίζεται ως εξής:
Πολύ συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
Μη συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα) Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι το αποτέλεσμα υπερδοσολογίας.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:
Μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα): Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως αγγειοοίδημα ή οίδημα του λάρυγγα
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:
Μη συχνές: Υπερασβεστιαιμία και υπερασβεστιουρία.
Γαστρεντερικές διαταραχές:
Μη γνωστές: Δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, ναυτία, κοιλιακό άλγος, διάρροια.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:
Σπάνιες: Κνησμός, εξάνθημα και κνίδωση.
Ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, μπορεί να εμφανιστεί σοβαρή και επίμονη υπερασβεστιαιμία με οξείες (διαταραχές του καρδιακού ρυθμού, ναυτία, έμετος, ψυχιατρικά συμπτώματα, απώλεια της συνείδησης) και χρόνιες (αυξημένη επείγουσα ανάγκη για ούρηση, αυξημένη δίψα, απώλεια όρεξης, απώλεια βάρους, νεφρολιθίαση, νεφρασβέστωση, ασβεστοποίηση ιστών εκτός των οστών) επιδράσεις.
Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί περιστατικά θανάτου (βλ. παράγραφο 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση» και παράγραφο 4.9 «Υπερδοσολογία»).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς στον
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
Συμπτώματα υπερδοσολογίας
Σε ενήλικες με φυσιολογική λειτουργία των παραθυρεοειδών αδένων, το κατώφλιο για δηλητηρίαση από βιταμίνη D είναι 40.000 έως 100.000 IU την ημέρα για 1 έως 2 μήνες. Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά μπορούν να αντιδράσουν σε πολύ χαμηλότερες συγκεντρώσεις. Επομένως, η βιταμίνη D πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπό ιατρική επίβλεψη.
Η υπερδοσολογία του προϊόντος μπορεί να οδηγήσει σε υπερβιταμίνωση, υπερασβεστιαιμία και υπερφωσφαταιμία.
Η οξεία ή χρόνια υπερδοσολογία βιταμίνης D μπορεί να προκαλέσει υπερασβεστιαιμία. Τα συμπτώματα της υπερασβεστιαιμίας είναι κόπωση, πονοκέφαλος, πόνος στους μυς και στις αρθρώσεις, μυϊκή αδυναμία, ψυχιατρικά συμπτώματα (π.χ. ευφορία, ζάλη και διαταραχή συνείδησης), ναυτία, έμετος, έλλειψη όρεξης, απώλεια βάρους, δίψα, πολυουρία, σχηματισμός λίθων στα νεφρά, νεφρασβέστωση, εξωοστική ασβεστοποίηση και νεφρική ανεπάρκεια, μεταβολές στο ΗΚΓ, αρρυθμίες και παγκρεατίτιδα. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις η πορεία τους έχει περιγραφεί ως θανατηφόρα. Η χρόνια υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε ασβεστοποίηση αγγείων και μαλακών μορίων ως αποτέλεσμα της υπερασβεστιαιμίας.
Η υπερασβεστιαιμία σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε κώμα ή ακόμη στον θάνατο.
Θεραπευτικά μέτρα για την υπερδοσολογία
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Ως πρώτο μέτρο, το παρασκεύασμα βιταμίνης D θα πρέπει να διακοπεί. Η ομαλοποίηση της υπερασβεστιαιμίας λόγω δηλητηρίασης από βιταμίνη D διαρκεί αρκετές εβδομάδες.
Ταυτόχρονα η χρήση θειαζιδικών διουρητικών, λιθίου, βιταμίνης D και A, καθώς και καρδιακών γλυκοσιδών θα πρέπει επίσης να διακοπεί. Ανάλογα με τον βαθμό υπερασβεστιαιμίας και την κατάσταση του ασθενούς, π.χ. σε περίπτωση ολιγοανουρίας, μπορεί να απαιτηθεί αιμοκάθαρση (διάλυμα αιμοκάθαρσης ελεύθερο ασβεστίου).
Ανάλογα με το βαθμό σοβαρότητας της υπερασβεστιαιμίας, η θεραπεία είναι συμπτωματική. Επανενυδάτωση και θεραπεία με διουρητικά, π.χ. φουροσεμίδη για τη διασφάλιση επαρκούς διούρησης. Στην υπερασβεστιαιμία, μπορεί να χορηγηθούν διφωσφονικά ή καλσιτονίνη και κορτικοστεροειδή.
Οι ηλεκτρολύτες του ορού, η νεφρική λειτουργία και η διούρηση πρέπει να παρακολουθούνται. Σε σοβαρές περιπτώσεις, το ΗΚΓ και η κεντρική φλεβική πίεση πρέπει να παρακολουθούνται.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CHOLECALCIFEROL/INVOS 3200 IU/CAP
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Βιταμίνη D και ανάλογα, χοληκαλσιφερόλη, κωδικός ATC: A11CC05
Η χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3) σχηματίζεται στο δέρμα με την έκθεση στο υπεριώδες (UV) φως και μετατρέπεται στη βιολογικά ενεργή μορφή της, 1,25-διυδροξυ-χοληκαλσιφερόλη, σε δύο στάδια υδροξυλίωσης, πρώτα στο ήπαρ (θέση 25) και κατόπιν στο νεφρικό ιστό (θέση 1). Μαζί με την παραθορμόνη και την καλσιτονίνη, η 1,25-διυδροξυ-χοληκαλσιφερόλη έχει σημαντικό αντίκτυπο στη ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου και του φωσφόρου. Στην έλλειψη βιταμίνης D ο σκελετός δεν ασβεστοποιεί (καταλήγοντας σε ραχίτιδα) ή εμφανίζεται απασβεστοποίηση των οστών (καταλήγοντας σε οστεομαλακία).
Σύμφωνα με την παραγωγή, τη φυσιολογική ρύθμιση και το μηχανισμό δράσης, η βιταμίνη D3 θεωρείται πρόδρομος στεροειδούς ορμόνης. Επιπρόσθετα της φυσιολογικής παραγωγής στο δέρμα, η χοληκαλσιφερόλη μπορεί να παρασχεθεί μέσω της δίαιτας ή με τη μορφή φαρμάκου. Καθώς στην τελευταία περίπτωση η αναστολή της δερματικής σύνθεσης της βιταμίνης D παρακάμπτεται, μπορεί να παρατηρηθούν υπερδοσολογία και δηλητηρίαση. Η εργοκαλσιφερόλη (βιταμίνη D2) συντίθεται από φυτά. Ο άνθρωπος την ενεργοποιεί μεταβολικά με τον ίδιο τρόπο όπως τη χοληκαλσιφερόλη. Έχει τις ίδιες ποιοτικές και ποσοτικές επιδράσεις.
Το έλαιο από το ήπαρ των ιχθύων και οι ιχθύες είναι ιδιαίτερα πλούσια σε βιταμίνη D. Μικρές ποσότητες εντοπίζονται στο κρέας, τον κρόκο αυγού, το γάλα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το αβοκάντο.
Παθήσεις έλλειψης μπορούν να εμφανιστούν, μεταξύ άλλων, σε ανώριμα πρόωρα νεογνά, νεογνά που θηλάζουν αποκλειστικά για περισσότερο από έξι μήνες χωρίς τροφές που περιέχουν ασβέστιο και σε παιδιά με αυστηρά χορτοφαγική δίαιτα. Τα αίτια για τη σπάνια σε ενήλικες έλλειψη βιταμίνης D ενδέχεται να είναι η ανεπαρκής διατροφική πρόσληψη, η ανεπαρκής έκθεση στο υπεριώδες φως, η δυσαπορρόφηση και δυσπεψία, η κίρρωση του ήπατος, καθώς και η νεφρική ανεπάρκεια.
Βιταμίνη D
Έκθεση στον ήλιο: Το UVB φως μετατρέπει την 7-διϋδροξυχοληστερόλη που συναντάται στο δέρμα, σε χοληκαλσιφερόλη.
Απορρόφηση:
Η βιταμίνη D απορροφάται εύκολα στο λεπτό έντερο. Η πρόσληψη τροφής ενδεχομένως αυξάνει την απορρόφηση της βιταμίνης D.
Κατανομή και βιομετασχηματισμός:
Η χοληκαλσιφερόλη και οι μεταβολίτες της κυκλοφορούν στο αίμα συνδεδεμένοι με ειδική σφαιρίνη. Η χοληκαλσιφερόλη μετατρέπεται στο ήπαρ με υδροξυλίωση σε 25-υδροξυχοληκαλσιφερόλη. Στη συνέχεια μετατρέπεται περαιτέρω στους νεφρούς σε 1,25- διϋδροξυχοληκαλσιφερόλη. Η 1,25- διϋδροξυχοληκαλσιφερόλη είναι ο ενεργός μεταβολίτης που είναι υπεύθυνος για την αύξηση της απορρόφησης ασβεστίου. Η βιταμίνη D που δεν μεταβολίζεται, αποθηκεύεται στον λιπώδη και μυϊκό ιστό.
Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση χοληκαλσιφερόλης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό της κύριας μορφής αποθήκευσης επιτυγχάνονται μετά από περίπου 7 ημέρες. Στη συνέχεια, η 25(OH)D3 αποβάλλεται αργά με φαινομενικό χρόνο ημιζωής στον ορό περίπου 50 ημέρες. Η χοληκαλσιφερόλη και οι μεταβολίτες της αππεκρίνονται κυρίως μέσω της χολής και των κοπράνων.
Αποβολή:
Η βιταμίνη D απεκκρίνεται κυρίως μέσω της χολής και των κοπράνων, ενώ ένα μικρό ποσοστό υπάρχει στα ούρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Έχει περιγραφεί ελάττωμα στον μεταβολισμό και την απέκκριση της βιταμίνης D σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CHOLECALCIFEROL/INVOS 3200 IU/CAP
Γέμιση κάψουλας
Βουτυλυδροξυτολουένιο (BHT)
Έλαιο τριγλυκεριδίων μεσαίας αλυσίδας
Κέλυφος κάψουλας Ζελατίνη Γλυκερόλη
Διοξείδιο του τιτανίου (E-171)
Οξείδιο του σιδήρου, κίτρινο (E-172) (800, 1.000, 3.200 IU μόνο) Οξείδιο του σιδήρου, κόκκινο (E-172) (1.000 IU μόνο) Κεκαθαρµένο ύδωρ
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να το προστατεύσετε από το φως.
Λευκές αδιαφανείς συσκευασίες κυψέλης (blister) από PVC/PVDC/αλουμίνιο. 800 IU
Κουτί που περιέχει 28, 30, 80 ή/και 90 μαλακά καψάκια.
1.000 IU
Κουτί που περιέχει 30, 50, 80, 90, 100, 120 ή/και 200 μαλακά καψάκια.
3.200 IU
Κουτί που περιέχει 7, 30 ή/και 90 μαλακά καψάκια. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.