VELETRI® PD.SOL.INF 1.5MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - VELETRI 1.5MG/VIAL
Το VELETRI ενδείκνυται για:
Πνευμονική Aρτηριακή Yπέρταση
Το VELETRI ενδείκνυται για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (ΠΑΥ) (ιδιοπαθούς ή κληρονομικής ΠΑΥ και ΠΑΥ σχετιζόμενης με νόσους του συνδετικού ιστού) σε ασθενείς με συμπτώματα λειτουργικής κατηγορίας III–IV σύμφωνα με την ταξινόμηση του ΠΟΥ για τη βελτίωση της ικανότητας για άσκηση (βλ. παράγραφο 5.1).
Αιμοκάθαρση
Το VELETRI ενδείκνυται για χρήση κατά την αιμοκάθαρση σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης όταν η χρήση ηπαρίνης ενέχει υψηλό κίνδυνο πρόκλησης ή όξυνσης αιμορραγίας ή όταν η ηπαρίνη αντενδείκνυται υπό άλλες συνθήκες (βλ. παράγραφο 5.1).
Δοσολογία
Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση
Το VELETRI ενδείκνυται μόνο για συνεχή έγχυση μέσω της ενδοφλέβιας οδού. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά και να παρακολουθείται μόνο από ιατρό έμπειρο στη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης.
Βραχυπρόθεσμη (οξεία) κυμαινόμενη δόση
Αυτή η διαδικασία θα πρέπει να διεξάγεται σε νοσοκομείο με επαρκή εξοπλισμό ανάνηψης.
Απαιτείται μία βραχυπρόθεσμη διαδικασία κυμαινόμενης δόσης χορηγούμενης είτε μέσω περιφερικής είτε μέσω κεντρικής φλεβικής γραμμής για τον προσδιορισμό του μακροπρόθεσμου ρυθμού έγχυσης. Η έγχυση ξεκινά με 2 ng/kg/λεπτό και αυξάνεται με προσαυξήσεις των 2 ng/kg/λεπτό κάθε 15 λεπτά ή περισσότερο μέχρι να προκληθεί το μέγιστο αιμοδυναμικό όφελος ή οι δοσοπεριοριστικές φαρμακολογικές επιδράσεις. Εάν ο αρχικός ρυθμός έγχυσης των 2 ng/kg/λεπτό δεν είναι ανεκτός, τότε θα πρέπει να προσδιοριστεί μία χαμηλότερη δόση που να είναι ανεκτή από τον ασθενή.
Μακροπρόθεσμη συνεχής έγχυση
Η μακροπρόθεσμη συνεχής έγχυση του VELETRI θα πρέπει να χορηγείται μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν προσωρινές περιφερικές ενδοφλέβιες εγχύσεις έως ότου εγκατασταθεί κεντρική πρόσβαση. Οι μακροπρόθεσμες εγχύσεις πρέπει να ξεκινούν με ρυθμό 4 ng/kg/λεπτό λιγότερο από το μέγιστο ανεκτό ρυθμό έγχυσης που προσδιορίστηκε κατά τη διάρκεια της βραχυπρόθεσμης κυμαινόμενης δόσης. Εάν ο μέγιστος ανεκτός ρυθμός έγχυσης είναι 5 ng/kg/λεπτό ή μικρότερος, η μακροπρόθεσμη έγχυση θα πρέπει να ξεκινά με 1 ng/kg/λεπτό.
Προσαρμογές δοσολογίας
Οι αλλαγές στο μακροπρόθεσμο ρυθμό έγχυσης θα πρέπει να βασίζονται στην επιμονή, την υποτροπή ή την επιδείνωση των συμπτωμάτων του ασθενούς με πνευμονική αρτηριακή υπέρταση ή στην εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω υπερβολικών δόσεων του VELETRI.
Γενικά, με την πάροδο του χρόνου θα πρέπει να αναμένεται η ανάγκη για αυξήσεις της δόσης από την αρχική μακροπρόθεσμη δόση. Αυξήσεις της δόσης θα πρέπει να εξετάζονται εάν τα συμπτώματα της πνευμονικής αρτηριακής πίεσης επιμένουν, ή επανεμφανίζονται μετά τη βελτίωση. Ο ρυθμός έγχυσης πρέπει να αυξάνεται κατά προσαυξήσεις 1 έως 2 ng/kg/λεπτό σε χρονικά διαστήματα που είναι επαρκή για να επιτρέψουν την αξιολόγηση της κλινικής ανταπόκρισης. Αυτά τα διαστήματα θα πρέπει να είναι διάρκειας τουλάχιστον 15 λεπτών. Μετά τον καθορισμό του νέου ρυθμού έγχυσης, πρέπει να παρακολουθείται ο ασθενής, και να παρακολουθούνται η αρτηριακή πίεση και ο καρδιακός ρυθμός σε όρθια και ύπτια θέση για αρκετές ώρες, ώστε να διασφαλιστεί ότι η νέα δόση είναι ανεκτή.
Κατά τη διάρκεια της μακροπρόθεσμης έγχυσης, η εμφάνιση σχετιζόμενων με τη δόση φαρμακολογικών συμβάντων παρόμοιων με εκείνα που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της κυμαινόμενης δόσης μπορεί να καταστήσει αναγκαία τη μείωση του ρυθμού έγχυσης, αλλά οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί περιστασιακά να υποχωρήσουν χωρίς προσαρμογή της δοσολογίας. Μειώσεις της δοσολογίας θα πρέπει να γίνονται σταδιακά σε βήματα των 2 ng/kg/λεπτό κάθε 15 λεπτά ή περισσότερο μέχρι να υποχωρήσουν οι δοσοπεριοριστικές επιδράσεις. Η απότομη διακοπή του VELETRI ή οι ξαφνικές μεγάλες μειώσεις στους ρυθμούς έγχυσης θα πρέπει να αποφεύγονται λόγω του κινδύνου για δυνητικά θανατηφόρα υποτροπή (βλ. παράγραφο 4.4). Εκτός από τις απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις (π.χ. απώλεια συνείδησης, κατάρρευση, κ.λπ.), οι ρυθμοί έγχυσης του VELETRI θα πρέπει να προσαρμόζονται μόνο υπό την καθοδήγηση του ιατρού.
Αιμοκάθαρση
Το VELETRI είναι κατάλληλο για συνεχή έγχυση μόνο, είτε ενδαγγειακά είτε στο αίμα που τροφοδοτεί τη συσκευή αιμοκάθαρσης.
Το ακόλουθο πρόγραμμα έγχυσης έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό σε ενήλικες:
-
Πριν από την αιμοκάθαρση: 4 ng/kg/λεπτό ενδοφλεβίως για 15 λεπτά
-
Κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης: 4 ng/kg/λεπτό στην αρτηριακή είσοδο της συσκευής αιμοκάθαρσης
Η έγχυση θα πρέπει να διακοπεί στο τέλος της αιμοκάθαρσης.
Η συνιστώμενη δόση για την αιμοκάθαρση θα πρέπει να υπερβαίνεται μόνο υπό προσεκτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης του ασθενούς.
Ηλικιωμένοι
Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του VELETRI σε ασθενείς άνω των 65 ετών κατά την αιμοκάθαρση ή για την πνευμονική αρτηριακή υπέρταση. Γενικά, η επιλογή της δόσης για έναν ηλικιωμένο ασθενή θα πρέπει να γίνεται προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης ηπατικής, νεφρικής (στην περίπτωση της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης) ή καρδιακής λειτουργίας και τη μεγαλύτερη συχνότητα ταυτόχρονης νόσου ή άλλης φαρμακευτικής θεραπείας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του VELETRI στα παιδιά δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Τρόπος χορήγησης
Η μακροπρόθεσμη έγχυση του VELETRI χορηγείται διά της ενδοφλέβιας οδού μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα με τη χρήση φορητής αντλίας έγχυσης. Ο ασθενής πρέπει να είναι επαρκώς εκπαιδευμένος σε όλες τις πτυχές της φροντίδας του κεντρικού φλεβικού καθετήρα, στην άσηπτη προετοιμασία του ενδοφλέβιου ενέσιμου διαλύματος VELETRI, και στην προετοιμασία και την αλλαγή της δεξαμενής χορήγησης φαρμάκου της αντλίας έγχυσης, καθώς και του σετ προέκτασης.
Πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τα πιθανά κατάλληλα υλικά, τις φορητές αντλίες και οδηγίες για τη σύνδεση των συστημάτων ενδοφλέβιας πρόσβασης, που θα χρησιμοποιηθούν για τη χορήγηση του VELETRI, παρατίθενται στην παράγραφο 6.6.
Μείωση του κινδύνου σχετιζόμενης με τον καθετήρα λοίμωξης του κυκλοφορικού
Θα πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή στις συστάσεις της παραγράφου 4.4 και στα ακόλουθα, καθώς θα βοηθήσουν στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης σχετιζόμενων με τον καθετήρα λοιμώξεων του κυκλοφορικού.
Η φροντίδα του κεντρικού φλεβικού καθετήρα και του σημείου εξόδου του καθετήρα θα πρέπει να ακολουθεί τις καθιερωμένες ιατρικές πρακτικές.
Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σετ προέκτασης με τοποθετημένο ένα εν σειρά φίλτρο 0,22 micron ανάμεσα στην αντλία έγχυσης και τον κεντρικό φλεβικό καθετήρα. Συνιστάται η χρήση φίλτρων με υδρόφιλη μεμβράνη πολυαιθεροσουλφόνης. Το σετ προέκτασης και το εν σειρά φίλτρο πρέπει να αλλάζονται τουλάχιστον κάθε 48 ώρες (βλ. παράγραφο 6.6).
Προετοιμασία του ενδοφλέβιου ενέσιμου διαλύματος VELETRI
Το ανασυσταθέν διάλυμα θα πρέπει να εξετάζεται πριν από την περαιτέρω αραίωσή του. Απαγορεύεται η χρήση του σε περίπτωση παρουσίας αποχρωματισμού ή σωματιδίων. Η περαιτέρω αραίωση των ανασυσταθέντων διαλυμάτων στην τελική συγκέντρωση θα πρέπει να γίνεται αμέσως.
Για περαιτέρω οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Το VELETRI δεν πρέπει να χορηγείται ως bolus ένεση.
Το VELETRI αντενδείκνυται σε ασθενείς:
-
με γνωστή υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια που προκύπτει από σοβαρή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας.
-
δεν πρέπει να γίνεται χρόνια χρήση του VELETRI σε ασθενείς που αναπτύσσουν πνευμονικό οίδημα κατά τη διάρκεια της κυμαινόμενης δόσης.
Το pH του αραιωμένου «έτοιμου προς χρήση διαλύματος» μειώνεται με την αραίωση, και κυμαίνεται από 12,0 για μια συγκέντρωση 90.000 ng/ml, 11,7 για μια συγκέντρωση 45.000 ng/ml έως 11,0 για μια συγκέντρωση 3.000 ng/ml. Κατά συνέπεια, η περιφερική ενδοφλέβια χρήση θα πρέπει να περιορίζεται μόνο σε περιόδους σύντομης διάρκειας, με τη χρήση χαμηλών συγκεντρώσεων.
Λόγω του υψηλού pH των τελικών διαλυμάτων έγχυσης, πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή για την αποφυγή εξαγγείωσης κατά τη διάρκεια της χορήγησής τους και του επακόλουθου κινδύνου βλάβης των ιστών.
Το VELETRI είναι ένα ισχυρό πνευμονικό και συστηματικό αγγειοδιασταλτικό. Οι καρδιαγγειακές επιδράσεις κατά τη διάρκεια της έγχυσης εξαφανίζονται εντός 30 λεπτών από την ολοκλήρωση της χορήγησης.
Το VELETRI είναι ένας ισχυρός αναστολέας της συγκόλλησης των αιμοπεταλίων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης αιμορραγικών επιπλοκών, ιδιαίτερα για ασθενείς με άλλους παράγοντες κινδύνου για αιμορραγία (βλ. παράγραφο 4.5).
Εάν προκύψει σοβαρή υπόταση κατά τη διάρκεια της χορήγησης του VELETRI, θα πρέπει να μειωθεί η δόση ή να διακοπεί η έγχυση. Σε υπερδοσολογία, η υπόταση μπορεί να είναι έντονη και ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα απώλεια συνείδησης (βλ. παράγραφο 4.9).
Κατά τη διάρκεια της χορήγησης του VELETRI, θα πρέπει να παρακολουθούνται η αρτηριακή πίεση και ο καρδιακός ρυθμός.
Το VELETRI μπορεί είτε να μειώσει είτε να αυξήσει τον καρδιακό ρυθμό. Η μεταβολή θεωρείται ότι εξαρτάται τόσο από το βασικό καρδιακό ρυθμό όσο και από το ρυθμό έγχυσης του χορηγούμενου VELETRI.
Οι επιδράσεις του VELETRI στον καρδιακό ρυθμό μπορεί να συγκαλυφθούν από την ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που επηρεάζουν τα καρδιαγγειακά αντανακλαστικά.
Συνιστάται εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο.
Έχουν αναφερθεί αυξημένα επίπεδα γλυκόζης ορού (βλ. παράγραφο 4.8).
Ο διαλύτης δεν περιέχει συντηρητικά. Συνεπώς, ένα φιαλίδιο θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο μία φορά και στη συνέχεια να απορρίπτεται.
Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση
Μερικοί ασθενείς με πνευμονική αρτηριακή υπέρταση ανέπτυξαν πνευμονικό οίδημα κατά τη διάρκεια της κυμαινόμενης δόσης, το οποίο ενδέχεται να σχετίζεται με πνευμονική φλεβοαποφρακτική νόσο. Δεν πρέπει να γίνεται χρόνια χρήση του VELETRI σε ασθενείς που αναπτύσσουν πνευμονικό οίδημα κατά τη διάρκεια της έναρξης της δόσης (βλ. παράγραφο 4.3).
Πρέπει να αποφεύγεται η απότομη ή η προσωρινή διακοπή της έγχυσης, με εξαίρεση τις απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις. Μία απότομη διακοπή της θεραπείας μπορεί να προκαλέσει υποτροπή της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης, με αποτέλεσμα ζάλη, εξασθένιση, αυξημένη δύσπνοια, και ενδεχομένως να οδηγήσει σε θάνατο (βλ. παράγραφο 4.2).
Το VELETRI χορηγείται μέσω συνεχούς έγχυσης διαμέσου ενός μόνιμου κεντρικού φλεβικού καθετήρα με τη χρήση μίας μικρής, φορητής αντλίας έγχυσης. Επομένως, η θεραπεία με VELETRI απαιτεί τη δέσμευση του ασθενούς για στείρα ανασύσταση του φαρμάκου, για χορήγηση του φαρμάκου, για φροντίδα του μόνιμου κεντρικού φλεβικού καθετήρα, και την πρόσβαση του ασθενούς σε εντατική και συνεχή εκπαίδευση.
Κατά την προετοιμασία του φαρμάκου και κατά τη φροντίδα του καθετήρα, πρέπει να τηρούνται άσηπτες τεχνικές. Ακόμα και σύντομες διακοπές στη χορήγηση του VELETRI μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα ταχεία συμπτωματική επιδείνωση. Η απόφαση χορήγησης του VELETRI για την πνευμονική αρτηριακή υπέρταση θα πρέπει να βασίζεται στην κατανόηση από τον ασθενή ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να χρειαστεί θεραπεία με VELETRI για παρατεταμένες χρονικές περιόδους, ίσως και για χρόνια, και θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά η ικανότητα του ασθενούς να αποδεχθεί και να φροντίζει έναν μόνιμο ενδοφλέβιο καθετήρα και την αντλία έγχυσης.
Αιμοκάθαρση
Η υποτασική δράση του VELETRI μπορεί να ενισχυθεί από τη χρήση οξικού ρυθμιστικού διαλύματος στο λουτρό αιμοκάθαρσης κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης.
Κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης με VELETRI, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι η καρδιακή παροχή αυξάνεται περισσότερο από το ελάχιστο, ούτως ώστε να μη μειωθεί η παροχή οξυγόνου στους περιφερικούς ιστούς.
Το VELETRI δεν είναι ένα συμβατικό αντιπηκτικό. Η εποπροστενόλη έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία αντί της ηπαρίνης κατά την αιμοκάθαρση, αλλά σε μικρό ποσοστό αιμοκαθάρσεων δημιουργήθηκε θρόμβος στο κύκλωμα της αιμοκάθαρσης, καθιστώντας αναγκαίο τον τερματισμό της αιμοκάθαρσης. Όταν η εποπροστενόλη χρησιμοποιείται μόνη της, μετρήσεις, όπως ο ενεργοποιημένος χρόνος πήξης ολικού αίματος, μπορεί να μην είναι αξιόπιστες.
Νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νάτριου (23 mg) ανά φιαλίδιο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Όταν το VELETRI χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αντιπηκτικά, συνιστάται τυπική αντιπηκτική παρακολούθηση.
Η αγγειοδιασταλτική δράση του VELETRI μπορεί να αυξηθεί ή να ενισχυθεί από την ταυτόχρονη χρήση άλλων αγγειοδιασταλτικών.
Όπως έχει αναφερθεί με άλλα ανάλογα προσταγλανδίνης, το VELETRI μπορεί να μειώσει τη θρομβολυτική αποτελεσματικότητα του ιστικού ενεργοποιητή του πλασμινογόνου (t-PA) αυξάνοντας την ηπατική κάθαρση του t-PA.
Όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα ΜΣΑΦ ή άλλα φάρμακα που επηρεάζουν τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων, υπάρχει η πιθανότητα το VELETRI να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη μπορεί να παρουσιάσουν αυξήσεις των συγκεντρώσεων διγοξίνης μετά την έναρξη της θεραπείας με το VELETRI, η οποία —αν και παροδική— μπορεί να είναι κλινικά σημαντική σε ασθενείς που είναι επιρρεπείς στην τοξικότητα της διγοξίνης.
Κύηση
Είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της εποπροστενόλης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Δεδομένης της απουσίας εναλλακτικών φαρμάκων, η εποπροστενόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε γυναίκες που επιλέγουν να συνεχίσουν την κύησή τους, παρά τον γνωστό κίνδυνο πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η εποπροστενόλη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος για το θηλάζον βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά την διάρκεια της θεραπείας με VELETRI.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της εποπροστενόλης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση και η θεραπευτική αντιμετώπισή της μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της χρήσης του VELETRI κατά την αιμοκάθαρση στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως ακολούθως: πολύ συχνές ≥1/10 (≥10%), συχνές ≥1/100 και <1/10 (≥1% και
<10%), όχι συχνές ≥1/1.000 και <1/100 (≥0,1% και <1%), σπάνιες ≥1/10.000 και <1/1.000 (≥0,01% και
<0,1%), πολύ σπάνιες <1/10.000 (<0,01%) και μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Λοιμώξεις και Παρασιτώσεις | |
| Συχνές | Σήψη, σηψαιμία (σχετίζονται κυρίως το σύστημα χορήγησης του VELETRI)1 |
| Διαταραχές του Αίματος και του Λεμφικού Συστήματος | |
| Συχνές | Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων, αιμορραγία σε διάφορα σημεία (π.χ. πνευμονική, γαστρεντερική, επίσταξη, ενδοκρανιακή, μετεγχειρητική, οπισθοπεριτοναϊκή) |
| Μη γνωστήςσυχνότητας | Σπληνομεγαλία, υπερσπληνισμός |
| Ενδοκρινικές Διαταραχές | |
| Πολύ σπάνιες | Υπερθυρεοειδισμός |
| Ψυχιατρικές Διαταραχές | |
| Συχνές | Άγχος, νευρικότητα |
| Πολύ σπάνιες | Διέγερση |
| Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος | |
| Πολύ συχνές | Κεφαλαλγία |
| Καρδιακές Διαταραχές | |
| Συχνές | Ταχυκαρδία2, βραδυκαρδία3 |
| Μη γνωστής συχνότητας | Καρδιακή ανεπάρκεια υψηλής παροχής |
| Αγγειακές Διαταραχές | |
| Πολύ συχνές | Ερυθρότητα προσώπου (έχει παρατηρηθεί ακόμα και σε ασθενή υπό αναισθησία) |
| Συχνές | Υπόταση |
| Πολύ σπάνιες | Ωχρότητα |
| Μη γνωστής | Ασκίτης |
| συχνότητας | |
| Αναπνευστικές, Θωρακικές Διαταραχές και Διαταραχές Μεσοθωρακίου | |
| Μη γνωστής συχνότητας | Πνευμονικό οίδημα |
| Γαστρεντερικές Διαταραχές | |
| Πολύ συχνές | Ναυτία, έμετος, διάρροια |
| Συχνές | Κοιλιακοί κολικοί, μερικές φορές αναφερόμενοι ως κοιλιακή δυσφορία |
| Όχι συχνές | Ξηρό στόμα |
| Διαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού | |
| Συχνές | Εξάνθημα |
| Όχι συχνές | Εφίδρωση |
| Μη γνωστής συχνότητας | Κνίδωση |
| Διαταραχές του Μυοσκελετικού Συστήματος και του Συνδετικού Ιστού | |
| Πολύ συχνές | Άλγος γνάθου |
| Συχνές | Αρθραλγία |
| Γενικές Διαταραχές και Καταστάσεις στη Θέση Χορήγησης | |
| Πολύ συχνές | Άλγος (μη καθορισμένο) |
| Συχνές | Άλγος στη θέση ένεσης*, θωρακικό άλγος |
| Σπάνιες | Τοπική λοίμωξη* |
| Πολύ σπάνιες | Ερύθημα στη θέση έγχυσης*, απόφραξη του μακρού ενδοφλέβιου καθετήρα*, αθυμία, αίσθημα σύσφιξης του θώρακα |
| Παρακλινικές Εξετάσεις | |
| Μη γνωστής συχνότητας | Αυξημένη γλυκόζη αίματος |
* Σχετίζεται με το σύστημα χορήγησης της εποπροστενόλης
1 Έχουν αναφερθεί σχετιζόμενες με τον καθετήρα λοιμώξεις που προκαλούνται από μικροοργανισμούς που δεν θεωρούνται πάντα παθογόνοι (συμπεριλαμβανομένου του μικρόκοκκου).
2 Έχει αναφερθεί ταχυκαρδία ως ανταπόκριση στην εποπροστενόλη σε δόσεις των 5 ng/kg/λεπτό ή μικρότερες.
3 Έχει εμφανιστεί βραδυκαρδία, μερικές φορές συνοδευόμενη από ορθοστατική υπόταση, σε υγιείς εθελοντές σε δόσεις εποπροστενόλης μεγαλύτερες από 5 ng/kg/λεπτό. Βραδυκαρδία σχετιζόμενη με σημαντική μείωση της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης έχει ακολουθήσει την ενδοφλέβια χορήγηση δόσης εποπροστενόλης ισοδύναμης με 30 ng/kg/λεπτό σε υγιείς ενσυνείδητους εθελοντές.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www.kitrinikarta.gr
Το κύριο χαρακτηριστικό της υπερδοσολογίας είναι πιθανό να είναι η υπόταση.
Γενικά, τα συμβάντα που έχουν παρατηρηθεί έπειτα από υπερδοσολογία του VELETRI αντιπροσωπεύουν υπερβολικές φαρμακολογικές επιδράσεις του φαρμάκου (π.χ. υπόταση και επιπλοκές υπότασης).
Εάν εμφανιστεί υπερδοσολογία, μειώστε τη δόση ή διακόψτε την έγχυση και ξεκινήστε κατάλληλα υποστηρικτικά μέτρα, όπως απαιτείται. Για παράδειγμα, αύξηση του όγκου του πλάσματος και/ή προσαρμογή της ροής της αντλίας.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - VELETRI 1.5MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιθρομβωτικοί παράγοντες. Αναστολείς συγκόλλησης αιμοπεταλίων, εκτός ηπαρίνης, κωδικός ATC: B01AC09
Η τιμή pH του VELETRI είναι υψηλότερη από την τιμή pH άλλων προϊόντων εποπροστενόλης.
Συγκριτικά με άλλα αραιωμένα διαλύματα εποπροστενόλης, τα οποία είναι ρυθμισμένα με γλυκίνη, το VELETRI περιέχει l-αργινίνη, με χαμηλότερη ρυθμιστική ικανότητα. Αυτό οδηγεί σε διεύρυνση του εύρους τιμών pH του αραιωμένου διαλύματος. Το pH μειώνεται με την αραίωση από 12,0 σε μια συγκέντρωση
90.000 ng/ml, 11,7 σε μια συγκέντρωση 45.000 ng/ml έως 11,0 σε μια συγκέντρωση 3.000 ng/ml.
Οι μελέτες που περιγράφονται στη συνέχεια, κάτω από την επικεφαλίδα «Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις», αναφέρονται σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με διάλυμα εποπροστενόλης ρυθμισμένο με γλυκίνη και με τιμή pH μεταξύ 10,3 και 10,8 (Flolan).
Μηχανισμός δράσης
Η νατριούχος εποπροστενόλη, το όξινο άλας της εποπροστενόλης, είναι μία φυσική προσταγλανδίνη που παράγεται από τον έσω χιτώνα των αιμοφόρων αγγείων. Η εποπροστενόλη είναι ο πιο ισχυρός γνωστός αναστολέας της συγκόλλησης των αιμοπεταλίων. Είναι επίσης ένα ισχυρό αγγειοδιασταλτικό.
Πολλές από τις δράσεις της εποπροστενόλης ασκούνται μέσω της διέγερσης της αδενυλικής κυκλάσης, η οποία οδηγεί σε αυξημένα ενδοκυττάρια επίπεδα κυκλικής 3’5’- μονοφωσφορικής αδενοσίνης (cAMP). Μια διαδοχική διέγερση της αδενυλικής κυκλάσης, ακολουθούμενη από την ενεργοποίηση της φωσφοδιεστεράσης, έχει περιγραφεί στα ανθρώπινα αιμοπετάλια. Τα αυξημένα επίπεδα cAMP ρυθμίζουν τις ενδοκυττάριες συγκεντρώσεις ασβεστίου μέσω της διέγερσης της απομάκρυνσης ασβεστίου, και κατά συνέπεια, η συγκόλληση των αιμοπεταλίων τελικά αναστέλλεται από τη μείωση του κυτταροπλασματικού ασβεστίου, από την οποία εξαρτώνται η αλλαγή του σχήματος των αιμοπεταλίων, η συγκόλληση και η αντίδραση απελευθέρωσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η έγχυση 4 ng/kg/λεπτό για 30 λεπτά έχει αποδειχθεί ότι δεν έχει καμία σημαντική επίδραση στον καρδιακό ρυθμό ή στην αρτηριακή πίεση, αν και μπορεί να εμφανιστεί ερυθρότητα προσώπου σε αυτό το επίπεδο.
Πνευμονική Aρτηριακή Yπέρταση
Οι ενδοφλέβιες εγχύσεις εποπροστενόλης διάρκειας έως και 15 λεπτών έχει διαπιστωθεί ότι προκαλούν δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις του καρδιακού δείκτη (CI) και του όγκου παλμού (SV), και δοσοεξαρτώμενες μειώσεις της πνευμονικής αγγειακής αντίστασης (PVR), της συνολικής πνευμονικής αντίστασης (TPR) και της μέσης συστηματικής αρτηριακής πίεσης (SAPm). Οι επιδράσεις της εποπροστενόλης στη μέση πνευμονική αρτηριακή πίεση (PAPm) σε ασθενείς με ιδιοπαθή ή κληρονομική ΠΑΥ ήταν μεταβλητές και ήσσονος σημασίας.
Αιμοκάθαρση
Οι επιδράσεις της εποπροστενόλης στη συγκόλληση των αιμοπεταλίων είναι δοσοεξαρτώμενη όταν χορηγούνται ενδοφλεβίως δόσεις μεταξύ 2 και 16 ng/kg/λεπτό, και παρατηρείται σημαντική αναστολή της συγκόλλησης που προκαλείται από την διφωσφορική αδενοσίνη σε δόσεις των 4 ng/kg/λεπτό και άνω.
Έχει διαπιστωθεί ότι οι επιδράσεις στα αιμοπετάλια εξαφανίζονται εντός 2 ωρών από τη διακοπή της έγχυσης, και οι αιμοδυναμικές μεταβολές που οφείλονται στην εποπροστενόλη επιστρέφουν στα αρχικά επίπεδα εντός 10 λεπτών από τον τερματισμό της 60λεπτης έγχυσης 1 έως 16 ng/kg/λεπτό.
Οι υψηλότερες δόσεις εποπροστενόλης στην κυκλοφορία (20 ng/kg/λεπτό) διαλύουν τα κυκλοφορούντα συσσωματώματα αιμοπεταλίων και αυξάνουν έως και κατά δύο φορές το χρόνο δερματικής αιμορραγίας.
Η εποπροστενόλη ενισχύει την αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης κατά περίπου 50%, πιθανώς μειώνοντας την απελευθέρωση του εξουδετερωτικού παράγοντα της ηπαρίνης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση
Οι χρόνιες συνεχείς εγχύσεις εποπροστενόλης σε ασθενείς με ιδιοπαθή ή κληρονομική ΠΑΥ μελετήθηκαν σε 2 προοπτικές, ανοικτές, τυχαιοποιημένες δοκιμές διάρκειας 8 και 12 εβδομάδων (N=25 και N=81, αντίστοιχα) που συνέκριναν την εποπροστενόλη συν συμβατική θεραπεία με τη συμβατική θεραπεία μόνη της. Η συμβατική θεραπεία διέφερε μεταξύ των ασθενών και περιλάμβανε μερικά ή όλα από τα εξής: αντιπηκτικά σε όλους ουσιαστικά τους ασθενείς, από του στόματος αγγειοδιασταλτικά, διουρητικά, και διγοξίνη στο ήμισυ έως και τα δύο τρίτα των ασθενών, καθώς και συμπληρωματικό οξυγόνο περίπου στο ήμισυ των ασθενών. Εκτός από 2 ασθενείς λειτουργικής κατηγορίας II σύμφωνα με την ταξινόμηση της Καρδιολογικής Εταιρείας της Νέας Υόρκης (NYHA), όλοι οι ασθενείς ήταν είτε λειτουργικής κατηγορίας III ή είτε κατηγορίας IV. Καθώς τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια στις 2 μελέτες, περιγράφονται τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα. Η συνδυασμένη διάμεση τιμή της δοκιμασίας βάδισης 6 λεπτών (6MWT) κατά την έναρξη για την ομάδα συμβατικής θεραπείας και για την ομάδα εποπροστενόλης συν συμβατική θεραπεία ήταν 266 μέτρα και 301 μέτρα, αντίστοιχα.
Οι βελτιώσεις από την έναρξη στον καρδιακό δείκτη (0,33 έναντι –0,12 l/λεπτό/m2), στον όγκο παλμού (6,01 έναντι –1,32 ml/παλμό), στον κορεσμό αρτηριακού οξυγόνου (1,62 έναντι –0,85%), στη μέση πνευμονική αρτηριακή πίεση (–5,39 έναντι 1,45 mm Hg), στη μέση πίεση του δεξιού κόλπου (–2,26 έναντι 0,59 mm Hg), στη συνολική πνευμονική αντίσταση (–4,52 έναντι 1,41 Wood U), στην πνευμονική αγγειακή αντίσταση (–3,60 έναντι 1,27 Wood U), και στη συστηματική αγγειακή αντίσταση (–4,31 έναντι 0,18 Wood U) ήταν στατιστικά διαφορετικές μεταξύ των ασθενών που έλαβαν χρόνια εποπροστενόλη και εκείνων που δεν έλαβαν. Η μέση συστηματική αρτηριακή πίεση δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των 2 ομάδων (–4,33 έναντι –3,05 mm Hg). Αυτές οι αιμοδυναμικές βελτιώσεις φάνηκαν να επιμένουν όταν η εποπροστενόλη χορηγήθηκε για τουλάχιστον 36 μήνες σε μία ανοιχτή, μη τυχαιοποιημένη μελέτη.
Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική βελτίωση στην ικανότητα για άσκηση (p=0,001), όπως μετρήθηκε με τη δοκιμασία 6MWT σε ασθενείς που έλαβαν συνεχή ενδοφλέβια εποπροστενόλη συν συμβατική θεραπεία (N=52) για 8 ή 12 εβδομάδες συγκριτικά με εκείνους που έλαβαν μόνο συμβατική θεραπεία [(N=54) συνδυασμένη μεταβολή εβδομάδας 8 και 12 από την αρχική – διάμεση τιμή: 49 έναντι –4 μέτρων, μέση τιμή: 55 έναντι –4 μέτρων]. Οι βελτιώσεις ήταν ήδη εμφανείς από την πρώτη εβδομάδα της θεραπείας. Στο τέλος της περιόδου θεραπείας στη μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων, η επιβίωση είχε βελτιωθεί στους ασθενείς λειτουργικής κατηγορίας III και IV κατά NYHA. Οκτώ από τους 40 (20%) ασθενείς που έλαβαν μόνο τη συμβατική θεραπεία απεβίωσαν, ενώ κανένας από τους 41 ασθενείς που έλαβαν εποπροστενόλη δεν απεβίωσε (p=0,003).
Οι χρόνιες συνεχείς εγχύσεις εποπροστενόλης σε ασθενείς με ΠΑΥ/SSD μελετήθηκαν σε μία προοπτική, ανοιχτή, τυχαιοποιημένη δοκιμή διάρκειας 12 εβδομάδων που συνέκρινε την εποπροστενόλη συν συμβατική θεραπεία (N=56) με τη συμβατική θεραπεία μόνη της (N=55). Εκτός από 5 ασθενείς λειτουργικής κατηγορίας II κατά NYHA, όλοι οι ασθενείς ήταν είτε λειτουργικής κατηγορίας III είτε κατηγορίας IV. Η συμβατική θεραπεία διέφερε μεταξύ των ασθενών και περιλάμβανε μερικά ή όλα από τα εξής: αντιπηκτικά σε όλους ουσιαστικά τους ασθενείς, συμπληρωματικό οξυγόνο και διουρητικά στα δύο τρίτα των ασθενών, από του στόματος αγγειοδιασταλτικά στο 40% των ασθενών, και διγοξίνη στο ένα τρίτο των ασθενών. Το κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας της μελέτης ήταν η βελτίωση στη δοκιμασία 6MWT. Η διάμεση αρχική τιμή για την ομάδα συμβατικής θεραπείας και για την ομάδα εποπροστενόλης συν συμβατική θεραπεία ήταν 240 μέτρα και 270 μέτρα, αντίστοιχα. Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική αύξηση του CI,
και στατιστικά σημαντικές μειώσεις των PAPm, RAPm, PVR, και SAPm μετά από 12 εβδομάδες θεραπείας στους ασθενείς που έλαβαν χρόνια εποπροστενόλη συγκριτικά με εκείνους που δεν έλαβαν.
Μέσα σε 12 εβδομάδες, παρατηρήθηκε στατιστική διαφορά (p<0,001) στη μεταβολή από την αρχική τιμή για τη δοκιμασία 6MWT στην ομάδα που έλαβε εποπροστενόλη και συμβατική θεραπεία συγκριτικά με την ομάδα που έλαβε μόνο συμβατική θεραπεία (διάμεση τιμή: 63,5 έναντι –36,0 μέτρων, μέση τιμή: 42,9 έναντι
–40,7 μέτρων).
Οι βελτιώσεις ήταν εμφανείς σε ορισμένους ασθενείς στο τέλος της πρώτης εβδομάδας θεραπείας. Οι αυξήσεις στην ικανότητα για άσκηση συνοδεύονταν από στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις στη δύσπνοια, όπως μετρήθηκε με τον Δείκτη Δύσπνοιας Borg. Την εβδομάδα 12, η λειτουργική κατηγορία κατά NYHA βελτιώθηκε σε 21 από τους 51 (41%) ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εποπροστενόλη σε σύγκριση με κανέναν από τους 48 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με συμβατική θεραπεία μόνο. Ωστόσο, περισσότεροι ασθενείς και στις δύο ομάδες θεραπείας [28/51 (55%) με εποπροστενόλη και 35/48 (73%) μόνο με συμβατική θεραπεία] δεν παρουσίασαν καμία μεταβολή ως προς τη λειτουργική κατηγορία, ενώ 2/51 (4%) με εποπροστενόλη και 13/48 (27%) με συμβατική θεραπεία μόνο παρουσίασαν επιδείνωση.
Δεν παρατηρήθηκε στατιστική διαφορά στην επιβίωση στο διάστημα των 12 εβδομάδων στους ασθενείς με ΠΑΥ/SSD που έλαβαν θεραπεία με εποπροστενόλη συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν μόνο συμβατική θεραπεία. Στο τέλος της περιόδου θεραπείας, 4 από τους 56 (7%) ασθενείς που έλαβαν εποπροστενόλη και 5 από τους 55 (9%) ασθενείς που έλαβαν μόνο συμβατική θεραπεία απεβίωσαν.
Αιμοκάθαρση
Έξι ελεγχόμενες με ηπαρίνη μελέτες και πέντε μελέτες επείγουσας χορήγησης διερεύνησαν τη θέση της εποπροστενόλης στη γενική διαχείριση της αιμοκάθαρσης, χρησιμοποιώντας διαφορετικές τεχνικές. Οι κύριες μετρήσεις αποτελεσματικότητας συμπεριλάμβαναν την απομάκρυνση του BUN και της κρεατινίνης κατά την αιμοκάθαρση, την απομάκρυνση υγρού (υπερδιήθηση) κατά την αιμοκάθαρση, και τη δημιουργία θρόμβων εντός του εξωσωματικού κυκλώματος.
Μείζονος σημασίας δημιουργία θρόμβων (οριστική αναστολή της αιμοκάθαρσης, ή χρήζουσα αλλαγής τεχνητού νεφρού) εμφανίστηκε περίπου στο 9% (N=56) του συνόλου των αιμοκαθάρσεων με εποπροστενόλη και σε <1% (N=1) των αιμοκαθάρσεων με ηπαρίνη σε μείζονες ελεγχόμενες μελέτες και σε μελέτες επείγουσας χορήγησης. Οι περισσότερες περιπτώσεις αιμοκάθαρσης με εποπροστενόλη (67%) στις οποίες απαιτήθηκε η αντικατάσταση του τεχνητού νεφρού, ολοκληρώθηκαν στη συνέχεια με εποπροστενόλη χωρίς τη δημιουργία θρόμβων. Ωστόσο, οι 9 από τις 27 περιπτώσεις αιμοκάθαρσης με εποπροστενόλη ήταν ανεπιτυχείς μετά από πολλαπλές προσπάθειες.
Ανεξάρτητα από τεχνικές δυσκολίες, οι οποίες εμφανίστηκαν σπάνια με οποιαδήποτε από τις δύο θεραπείες, δεν παρουσιάστηκε μείζων περιορισμός της αιμοκάθαρσης λόγω δημιουργίας θρόμβων στο 93% του συνόλου των αιμοκαθάρσεων με εποπροστενόλη και στο 99% του συνόλου των αιμοκαθάρσεων με ηπαρίνη.
Ήσσονος σημασίας δημιουργία θρόμβων (επαρκούς ώστε να χρήζει παρέμβασης, αλλά όχι οριστικής αναστολής της αιμοκάθαρσης ή χρήζουσα αλλαγής τεχνητού νεφρού) αναφέρθηκε πιο συχνά κατά τη διάρκεια των αιμοκαθάρσεων με εποπροστενόλη παρά με ηπαρίνη. Σε καμία περίπτωση αιμοκάθαρσης με τη χρήση ηπαρίνης δεν παρουσιάστηκε ήσσονος σημασίας δημιουργία θρόμβων, ενώ παρουσιάστηκε στο 5% (N=32) των περιπτώσεων αιμοκάθαρσης με τη χρήση εποπροστενόλης.
Ορατή δημιουργία θρόμβων (που να μην καθιστά αναγκαία την παρέμβαση) αναφέρθηκε σε ένα επιπλέον 31% των περιπτώσεων αιμοκάθαρσης με εποπροστενόλη και σε ένα 5% των αιμοκαθάρσεων με ηπαρίνη.
Για να τεκμηριωθεί ότι οι ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση και διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας αιμορραγούν λιγότερο συχνά με εποπροστενόλη από ό,τι με ηπαρίνη, διεξήχθησαν 2 μείζονες προοπτικά ελεγχόμενες μελέτες. Για κάθε ασθενή ορίστηκε με τυχαίο τρόπο μια σειρά αιμοκαθάρσεων με ηπαρίνη ή εποπροστενόλη και ο ασθενής υποβλήθηκε σε έως και 6 αιμοκαθάρσεις ανά είσοδο στη μία μελέτη και έως και 3 αιμοκαθάρσεις ανά είσοδο σε μία άλλη μελέτη.
Ο κίνδυνος αιμορραγίας ορίστηκε ως:
-
Πολύ υψηλός κίνδυνος — παρουσία ενεργού αιμορραγίας κατά τον χρόνο έναρξης της αιμοκάθαρσης
-
Υψηλός κίνδυνος — ενεργή αιμορραγία εντός 3 ημερών πριν από την αιμοκάθαρση, η οποία σταμάτησε στη φάση πριν από την αιμοκάθαρση, ή χειρουργικά τραύματα ή τραυματισμοί που προέκυψαν εντός 3 ημερών πριν από την αιμοκάθαρση
Δώδεκα ασθενείς σε πολύ υψηλό κίνδυνο αιμορραγίας υποβλήθηκαν σε 35 αιμοκαθάρσεις με εποπροστενόλη και 11 ασθενείς υποβλήθηκαν σε 28 αιμοκαθάρσεις με ηπαρίνη σε μείζονες ελεγχόμενες μελέτες. Δεκαέξι ασθενείς υποβλήθηκαν σε 24 αιμοκαθάρσεις με εποπροστενόλη κατά τις μελέτες επείγουσας χορήγησης.
Σε μείζονες ελεγχόμενες μελέτες, όταν όλες οι περιπτώσεις αιμοκάθαρσης συνδυάστηκαν για κάθε θεραπεία (ηπαρίνη ή εποπροστενόλη), αιμορράγησαν περισσότεροι ασθενείς που έλαβαν ηπαρίνη την ημέρα πριν από την αιμοκάθαρση (N=13/17 έναντι 8/23), την ημέρα της αιμοκάθαρσης (N=25/28 έναντι 16/35) και την επομένη της αιμοκάθαρσης (N=16/24 έναντι 5/24) από ό,τι οι ασθενείς που έλαβαν εποπροστενόλη κατά τις ίδιες χρονικές περιόδους.
Οι ασθενείς που συνέχισαν να αιμορραγούν αξιολογήθηκαν ως προς τις μεταβολές στη σοβαρότητα της αιμορραγίας. Η σοβαρότητα της αιμορραγίας σε αυτούς τους ασθενείς παρουσίασε συχνότερα βελτίωση με την εποπροστενόλη την ημέρα πριν από την αιμοκάθαρση και την ημέρα της αιμοκάθαρσης (πριν από την αιμοκαθαρση: N=4/8, αιμοκάθαρση: N=6/16) από ό,τι με την ηπαρίνη (πριν από την αιμοκάθαρση: N=4/13, αιμοκάθαρση: N=4/25). Ωστόσο, το αντίθετο παρατηρήθηκε τις ημέρες μετά την αιμοκάθαρση την εποπροστενόλη (N=1/5) σε σύγκριση με την ηπαρίνη (N=8/16). Η σοβαρότητα της αιμορραγίας επιδεινώθηκε μόνο κατά τη διάρκεια 1 ημέρας αιμοκάθαρσης με εποπροστενόλη (N=1/16), ενώ η σοβαρότητα επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια 5 ημερών αιμοκάθαρσης (N=5/25) και 2 ημερών πριν από την αιμοκάθαρση (N=2/13) με την ηπαρίνη.
Οι ασθενείς που δεν παρουσίασαν σαφείς ενδείξεις αιμορραγίας ακριβώς πριν από την πρώτη ημέρα αιμοκάθαρσης στο πλαίσιο της μελέτης, αλλά που αιμορράγησαν εντός των 3 ημερών που προηγούνταν της αιμοκάθαρσης, χαρακτηρίστηκαν ως υψηλού κινδύνου αιμορραγίας. Δεκαεννέα ασθενείς υποβλήθηκαν σε 51 αιμοκαθάρσεις με ηπαρίνη, και 19 υποβλήθηκαν σε 44 αιμοκαθάρσεις με εποπροστενόλη σε μείζονες ελεγχόμενες μελέτες.
Όταν συνδυάστηκαν όλες οι αιμοκαθάρσεις, εμφανίστηκαν ελαφρώς περισσότεροι ασθενείς που έλαβαν εποπροστενόλη να αιμορραγούν τις ημέρες πριν από την αιμοκάθαρση (N=12/25 έναντι 8/32), κατά την αιμοκάθαρση (23/44 έναντι 14/51) και μετά την αιμοκάθαρση (8/34 έναντι 5/44) σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν ηπαρίνη κατά τις ίδιες περιόδους.
Λόγω της χημικής αστάθειας, της υψηλής δραστικότητας και του μικρού χρόνου ημίσειας ζωής της εποπροστενόλης, δεν έχει προσδιοριστεί κάποια ακριβής και έγκυρη δοκιμασία ως κατάλληλη για την ποσοτικοποίηση της εποπροστενόλης σε βιολογικά υγρά.
Η ενδοφλεβίως χορηγούμενη εποπροστενόλη κατανέμεται ταχέως από το αίμα στους ιστούς. Σε κανονικό φυσιολογικό pH και θερμοκρασία, η εποπροστενόλη διασπάται αυτόματα σε
6-οξο-προσταγλανδίνη F1 α, αν και υπάρχει ορισμένη ενζυμική αποικοδόμηση σε άλλα προϊόντα.
Μετά τη χορήγηση ραδιοσημασμένης εποπροστενόλης σε ανθρώπους, βρέθηκαν τουλάχιστον 16 μεταβολίτες, 10 από τους οποίους ταυτοποιήθηκαν δομικά.
Σε αντίθεση με πολλές άλλες προσταγλανδίνες, η εποπροστενόλη δεν μεταβολίζεται κατά τη διέλευση από την πνευμονική κυκλοφορία.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αυτόματη διάσπαση σε 6-οξο-προσταγλανδίνη F1 α στον άνθρωπο δεν αναμένεται να ξεπερνά τα 6 λεπτά, και μπορεί να είναι τόσο σύντομος όσο 2 έως 3 λεπτά, όπως εκτιμάται από τους in vitro ρυθμούς διάσπασης της εποπροστενόλης στο ανθρώπινο ολικό αίμα.
Μετά τη χορήγηση ραδιοσημασμένης εποπροστενόλης σε ανθρώπους, η ανάκτηση της ραδιενέργειας στα ούρα και στα κόπρανα ήταν 82% και 4%, αντίστοιχα.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - VELETRI 1.5MG/VIAL
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
3 χρόνια
Διάρκεια ζωής κατά τη χρήση ανασυσταθέντος/αραιωμένου διαλύματος για έγχυση:
Η περαιτέρω αραίωση του ανασυσταθέντος διαλύματος στην τελική συγκέντρωση θα πρέπει να γίνεται αμέσως.
Το αραιωμένο διάλυμα θα πρέπει να φυλάσσεται στη δεξαμενή χορήγησης φαρμάκου για να προστατεύεται από το φως και μπορεί να διατηρηθεί για έως και 8 ημέρες σε θερμοκρασία 2 έως 8°C.
Μην καταψύχετε.
Η περαιτέρω αραίωση του ανασυσταθέντος διαλύματος στην τελική συγκέντρωση θα πρέπει να γίνεται αμέσως (βλ. παράγραφο 4.2, παράγραφο 6.3 και παράγραφο 6.6).
Το αραιωμένο στην τελική συγκέντρωση VELETRI, που φυλάσσεται στη δεξαμενή χορήγησης φαρμάκου σύμφωνα με τις οδηγίες, μπορεί να χορηγηθεί σε θερμοκρασία δωματίου (25°C) αμέσως μετά την αραίωση ή μετά τη φύλαξη για έως και 8 ημέρες σε θερμοκρασία από 2 έως 8°C σύμφωνα με τις συνθήκες χρήσης που περιγράφονται στον Πίνακα 2 της παραγράφου 6.6. Το πλήρως αραιωμένο διάλυμα δεν πρέπει να εκτίθεται στο άμεσο ηλιακό φως.
Κόνις για διάλυμα προς έγχυση:
Άχρωμο φιαλίδιο χωρητικότητας 10 ml από γυαλί τύπου I, σφραγισμένο με ελαστικό πώμα και αποσπώμενο καπάκι από αλουμίνιο (με λευκό δίσκο για την περιεκτικότητα των 0,5 mg/φιαλίδιο, και με κόκκινο δίσκο για την περιεκτικότητα των 1,5 mg/φιαλίδιο).
Μεγέθη συσκευασίας: Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση
Υπάρχουν 2 διαθέσιμες συσκευασίες για χρήση στην θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης και είναι οι εξής:
-
Ένα φιαλίδιο κόνεως των 0,5 mg.
-
Ένα φιαλίδιο κόνεως των 1,5 mg.
Αιμοκάθαρση
Υπάρχει 1 διαθέσιμη συσκευασία για χρήση κατά την αιμοκάθαρση, και είναι η εξής:
-
Ένα φιαλίδιο κόνεως των 0,5 mg.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Οι κατάλληλες φορητές αντλίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη χορήγηση του VELETRI περιλαμβάνουν:
-
CADD-Legacy 1
-
CADD-Legacy PLUS
-
CADD-Solis VIP (μεταβλητό προφίλ έγχυσης) Κατασκευάζονται από την Smiths Medical.
Τα εξαρτήματα αντλίας που έχουν κριθεί συμβατά με τη χορήγηση του VELETRI περιλαμβάνουν:
-
Δεξαμενή (κασέτα) φαρμάκου μίας χρήσης CADD Medication Cassette Reservoir 50 ml, 100 ml από την Smiths Medical.
-
Σετ προέκτασης CADD με εν σειρά φίλτρο 0,2 micron (σετ προέκτασης CADD με αρσενικό σύνδεσμο luer, φίλτρο εξάλειψης αέρα 0,2 micron, σφιγκτήρα, και ενσωματωμένη βαλβίδα εκτόνωσης κενού με αρσενικό σύνδεσμο luer) από την Smiths Medical.
Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα από τις εσωτερικές δοκιμές και τις οδηγίες χρήσης των εξαρτημάτων από τον κατασκευαστή, τα υλικά προετοιμασίας και χορήγησης που ενδέχεται να είναι συμβατά περιλαμβάνουν:
-
Ακρυλικό
-
Συμπολυμερές ακρυλονιτριλίου - βουταδιενίου - στυρενίου (ABS)
-
Πολυκαρβονικό
-
Πολυαιθεροσουλφόνη
-
Πολυπροπυλένιο
-
Πολυτετραφθοροαιθυλένιο (PTFE)
-
Πολυουρεθάνη
-
Πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC) (πλαστικοποιημένο με DEHP)
-
Σιλικόνη
Είναι άγνωστο εάν το τερεφθαλικό πολυαιθυλένιο (PET) και η πολυαιθυλενοτερεφθαλική γλυκόλη (PETG) είναι συμβατά με το VELETRI, καθώς αυτά τα υλικά δεν έχουν δοκιμαστεί με το VELETRI, συνεπώς, η χρήση αυτών των υλικών δεν συνιστάται.
Συνιστάται η αντλία έγχυσης να μην έρχεται σε διαρκή επαφή με το δέρμα κατά τη μεταφορά της, ούτως ώστε να αποφεύγονται οι θερμοκρασιακές παρεκβάσεις της κασέτας.
Όταν συνδέετε το σετ προέκτασης, βεβαιωθείτε ότι δεν υπάρχει αραιωμένο διάλυμα στο διάστημα μεταξύ του συστήματος ενδοφλέβιας πρόσβασης και του συνδέσμου luer. Οι πρώτες σταγόνες που εξέρχονται από το σετ προέκτασης πρέπει να σκουπιστούν σχολαστικά πριν συνδεθεί το σετ προέκτασης στο σύστημα ενδοφλέβιας πρόσβασης.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Η σταθερότητα των διαλυμάτων VELETRI εξαρτάται από το pH.
Η ανασύσταση της κόνεως για διάλυμα προς έγχυση πρέπει να γίνεται με τη χρήση είτε Στείρου Ύδατος για Ενέσιμα είτε Ενέσιμου διαλύματος Χλωριούχου Νατρίου 0,9%.
Η περαιτέρω αραίωση θα πρέπει να γίνεται με τον ίδιο διαλύτη που χρησιμοποιήθηκε για την ανασύσταση της στείρας, λυοφιλοποιημένης κόνεως.
Ανασύσταση, αραίωση και υπολογισμός του ρυθμού έγχυσης:
Θα πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή στην προετοιμασία της έγχυσης και στον υπολογισμό του ρυθμού έγχυσης. Η διαδικασία που περιγράφεται παρακάτω θα πρέπει να τηρείται επακριβώς.
Η ανασύσταση και η αραίωση πρέπει να πραγματοποιούνται υπό άσηπτες συνθήκες.
Αιμοκάθαρση
Υπάρχει 1 διαθέσιμη συσκευασία για χρήση κατά την αιμοκάθαρση:
-
Ένα φιαλίδιο που περιέχει στείρο, λυοφιλοποιημένο VELETRI ισοδύναμο με 0,5 mg VELETRI που παρέχεται μόνο του.
Ανασύσταση:
Αναρροφήστε 5 ml διαλύτη, είτε Στείρου Ύδατος για Ενέσιμα είτε Ενέσιμου διαλύματος Χλωριούχου Νατρίου 0,9%, σε μία στείρα σύριγγα, ενέστε το περιεχόμενο της σύριγγας στο φιαλίδιο που περιέχει το VELETRI και ανακινήστε απαλά μέχρι να διαλυθεί η κόνις. Το ανασυσταθέν διάλυμα θα πρέπει να εξετάζεται πριν από την περαιτέρω αραίωσή του. Απαγορεύεται η χρήση του σε περίπτωση παρουσίας αποχρωματισμού ή σωματιδίων. Κάθε αχρησιμοποίητο ανασυσταθέν διάλυμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Αραίωση:
Η περαιτέρω αραίωση του ανασυσταθέντος διαλύματος στην τελική συγκέντρωση θα πρέπει να γίνεται αμέσως. Η περαιτέρω αραίωση θα πρέπει να γίνεται με τον ίδιο διαλύτη που χρησιμοποιήθηκε για την ανασύσταση της στείρας, λυοφιλοποιημένης κόνεως.
Υπολογισμός του ρυθμού έγχυσης:
Οι ρυθμοί έγχυσης μπορούν να υπολογιστούν χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο τύπο:
Ρυθμός έγχυσης (ml/λεπτό) = Δοσολογία (ng/kg/λεπτό) × σωματικό βάρος (kg)
Συγκέντρωση του διαλύματος (ng/ml) Ρυθμός έγχυσης (ml/ώρα) = Ρυθμός έγχυσης (ml/λεπτό) × 60
Μία αραίωση που χρησιμοποιείται συνήθως είναι 2.000 ng/ml VELETRI:
Δοσολογία (ng/kg/λεπτό) Σωματικό βάρος (kg) 30 40 50 60 70 80 90 100 1 0,90 1,20 1,50 1,80 2,10 2,40 2,70 3,00 2 1,80 2,40 3,00 3,60 4,20 4,80 5,40 6,00 3 2,70 3,60 4,50 5,40 6,30 7,20 8,10 9,00 4 3,60 4,80 6,00 7,20 8,40 9,60 10,80 12,00 5 4,50 6,00 7,50 9,00 10,50 12,00 13,50 15,00 Ρυθμοί ροής σε ml/ώρα Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση
Υπάρχουν 2 διαθέσιμες συσκευασίες για χρήση στη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης, και είναι οι εξής:
-
Ένα φιαλίδιο που περιέχει στείρο, λυοφιλοποιημένο VELETRI ισοδύναμο με 0,5 mg VELETRI που παρέχεται μόνο του.
-
Ένα φιαλίδιο που περιέχει στείρο, λυοφιλοποιημένο VELETRI ισοδύναμο με 1,5 mg VELETRI που παρέχεται μόνο του.
Ανασύσταση:
Αναρροφήστε 5 ml διαλύτη, είτε Στείρου Ύδατος για Ενέσιμα είτε Ενέσιμου διαλύματος Χλωριούχου Νατρίου 0,9%, σε μία στείρα σύριγγα, ενέστε το περιεχόμενο της σύριγγας στο φιαλίδιο που περιέχει το VELETRI και ανακινήστε απαλά μέχρι να διαλυθεί η κόνις. Το ανασυσταθέν διάλυμα θα πρέπει να εξετάζεται πριν από την περαιτέρω αραίωσή του. Απαγορεύεται η χρήση του σε περίπτωση παρουσίας αποχρωματισμού ή σωματιδίων. Κάθε αχρησιμοποίητο ανασυσταθέν διάλυμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Αραίωση:
Η περαιτέρω αραίωση του ανασυσταθέντος διαλύματος στην τελική συγκέντρωση θα πρέπει να γίνεται αμέσως. Η περαιτέρω αραίωση θα πρέπει να γίνεται με τον ίδιο διαλύτη που χρησιμοποιήθηκε για την ανασύσταση της στείρας, λυοφιλοποιημένης κόνεως.
Όταν πραγματοποιείται χρόνια χορήγηση, το VELETRI θα πρέπει να προετοιμάζεται σε μια δεξαμενή χορήγησης φαρμάκου κατάλληλη για την αντλία έγχυσης. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σετ προέκτασης με τοποθετημένο ένα εν σειρά φίλτρο 0,22 micron ανάμεσα στην αντλία έγχυσης και τον καθετήρα. Συνιστάται η χρήση φίλτρων με υδρόφιλη μεμβράνη πολυαιθεροσουλφόνης. Το σετ προέκτασης και το εν σειρά φίλτρο πρέπει να αλλάζονται τουλάχιστον κάθε 48 ώρες (βλ. παράγραφο 4.4).
Το φιαλίδιο που περιέχει 0,5 mg εποπροστενόλης πρέπει να χρησιμοποιείται για την προετοιμασία διαλυμάτων με τελικές συγκεντρώσεις μικρότερες από 15.000 ng/ml.
Στον Πίνακα 1 παρατίθενται παραδείγματα για την προετοιμασία συχνά χρησιμοποιούμενων συγκεντρώσεων των διαλυμάτων VELETRI. Κάθε φιαλίδιο προορίζεται για μία μόνο χρήση.
Πίνακας 1: Συχνά Χρησιμοποιούμενες Συγκεντρώσεις – Παραδείγματα Ανασύστασης και Αραίωσης
Τελική Συγκέντρωση (ng/ml) Οδηγίες: 3.000 ng/ml Διαλύστε το περιεχόμενο ενός φιαλιδίου των 0,5 mg με 5 ml είτε Στείρου Ύδατος για Ενέσιμα είτε Ενέσιμου διαλύματος Χλωριούχου Νατρίου 0,9%.Αναρροφήστε 3 ml από το περιεχόμενο του φιαλιδίου και προσθέστε το σε επαρκή όγκο του ίδιου διαλύτη έτσι ώστε νασυγκεντρωθούν συνολικά 100 ml. 5.000 ng/ml Διαλύστε το περιεχόμενο ενός φιαλιδίου των 0,5 mg με 5 ml είτε Στείρου Ύδατος για Ενέσιμα είτε Ενέσιμου διαλύματος Χλωριούχου Νατρίου 0,9%Αναρροφήστε ολόκληρο το περιεχόμενο του φιαλιδίου και προσθέστε το σε επαρκή όγκο του ίδιου διαλύτη έτσι ώστε νασυγκεντρωθούν συνολικά 100 ml. 10.000 ng/ml Διαλύστε το περιεχόμενο δύο φιαλιδίων των 0,5 mg με 5 ml είτε Στείρου Ύδατος για Ενέσιμα είτε Ενέσιμου διαλύματος Χλωριούχου Νατρίου 0,9% το καθένα.Αναρροφήστε ολόκληρο το περιεχόμενο κάθε φιαλιδίου καιπροσθέστε το σε επαρκή όγκο του ίδιου διαλύτη έτσι ώστε να συγκεντρωθούν συνολικά 100 ml. 15.000 ng/ml* Διαλύστε το περιεχόμενο ενός φιαλιδίου των 1,5 mg με 5 ml είτε Στείρου Ύδατος για Ενέσιμα είτε Ενέσιμου διαλύματος Χλωριούχου Νατρίου 0,9%.Αναρροφήστε ολόκληρο το περιεχόμενο του φιαλιδίου και προσθέστε το σε επαρκή όγκο του ίδιου διαλύτη έτσι ώστε νασυγκεντρωθούν συνολικά 100 ml. 30.000 ng/ml* Διαλύστε το περιεχόμενο δύο φιαλιδίων των 1,5 mg με 5 ml είτε Στείρου Ύδατος για Ενέσιμα είτε Ενέσιμου διαλύματος Χλωριούχου Νατρίου 0,9% το καθένα.Αναρροφήστε ολόκληρο το περιεχόμενο κάθε φιαλιδίου καιπροσθέστε το σε επαρκή όγκο του ίδιου διαλύτη έτσι ώστε να συγκεντρωθούν συνολικά 100 ml. 30.000 ng/ml* Διαλύστε το περιεχόμενο ενός φιαλιδίου των 1,5 mg με 5 ml είτε Στείρου Ύδατος για Ενέσιμα είτε Ενέσιμου διαλύματος Χλωριούχου Νατρίου 0,9%.Αναρροφήστε ολόκληρο το περιεχόμενο του φιαλιδίου καιπροσθέστε το σε επαρκή όγκο του ίδιου διαλύτη έτσι ώστε να συγκεντρωθούν συνολικά 50 ml. * Για τους ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια χορήγηση VELETRI, μπορεί να είναι απαραίτητη η χρήση διαλυμάτων με υψηλότερες τελικές συγκεντρώσεις.
Το αραιωμένο στην τελική συγκέντρωση VELETRI, εντός της δεξαμενής χορήγησης φαρμάκου σύμφωνα με τις οδηγίες, μπορεί να χορηγηθεί αμέσως σε θερμοκρασία δωματίου (25°C), ή, εάν φυλαχτεί, για έως και 8 ημέρες σε θερμοκρασία από 2 έως 8°C, σύμφωνα με τις συνθήκες χρήσης που περιγράφονται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 2: Μέγιστη Διάρκεια Χορήγησης (ώρες) σε Θερμοκρασία Δωματίου (25°C) των Πλήρως Αραιωμένων Διαλυμάτων που Φυλάσσονται στη Δεξαμενή Χορήγησης Φαρμάκου
Εύρος τελικής συγκέντρωσης Άμεση χορήγηση Εάν φυλάσσεται για έως και 8 ημέρες σε θερμοκρασία από 2 έως 8°C ≧3.000 ng/ml και <15.000 ng/ml 48 ώρες 24 ώρες ≧15.000 ng/ml 48 ώρες 48 ώρες Το πλήρως αραιωμένο διάλυμα δεν πρέπει να εκτίθεται στο άμεσο ηλιακό φως.
Υπολογισμός του ρυθμού έγχυσης:
Οι ρυθμοί έγχυσης μπορούν να υπολογιστούν χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο τύπο: Ρυθμός έγχυσης (ml/λεπτό) = Δοσολογία (ng/kg/λεπτό) × σωματικό βάρος (kg)
Συγκέντρωση του διαλύματος (ng/ml) Ρυθμός έγχυσης (ml/ώρα) = Ρυθμός έγχυσης (ml/λεπτό) × 60
Παρακάτω παρατίθενται παραδείγματα ορισμένων συγκεντρώσεων που χρησιμοποιούνται συνήθως στην πνευμονική αρτηριακή υπέρταση.
Πίνακας 3: Ρυθμοί Έγχυσης για το VELETRI σε Συγκέντρωση 5.000 ng/ml
Παράδειγμα Χορήγησης Δόσεων με τη Χρήση μιας Συγκέντρωσης 5.000 ng/ml Δοσολογία (ng/kg/λεπτό) Σωματικό βάρος (kg) 10 20 30 40 50 60 70 80 90 100 2 1,0 1,2 1,4 1,7 1,9 2,2 2,4 4 1,0 1,4 1,9 2,4 2,9 3,4 3,8 4,3 4,8 6 1,4 2,2 2,9 3,6 4,3 5,0 5,8 6,5 7,2 8 1,0 1,9 2,9 3,8 4,8 5,8 6,7 7,7 8,6 9,6 10 1,2 2,4 3,6 4,8 6,0 7,2 8,4 9,6 10,8 12,0 12 1,4 2,9 4,3 5,8 7,2 8,6 10,1 11,5 13,0 14,4 14 1,7 3,4 5,0 6,7 8,4 10,1 11,8 13,4 15,1 16,8 16 1,9 3,8 5,8 7,7 9,6 11,5 13,4 15,4 17,3 19,2 Ρυθμοί ροής σε ml/ώρα Πίνακας 4: Ρυθμοί Έγχυσης για το VELETRI σε Συγκέντρωση 15.000 ng/ml
Παράδειγμα Χορήγησης Δόσεων με τη Χρήση μιας Συγκέντρωσης 15.000 ng/ml Δοσολογία (ng/kg/λεπτό) Σωματικό βάρος (kg) 30 40 50 60 70 80 90 100 4 1,0 1,1 1,3 1,4 1,6 6 1,0 1,2 1,4 1,7 1,9 2,2 2,4 8 1,0 1,3 1,6 1,9 2,2 2,6 2,9 3,2 10 1,2 1,6 2,0 2,4 2,8 3,2 3,6 4,0 12 1,4 1,9 2,4 2,9 3,4 3,8 4,3 4,8 14 1,7 2,2 2,8 3,4 3,9 4,5 5,0 5,6 16 1,9 2,6 3,2 3,8 4,5 5,1 5,8 6,4 Ρυθμοί ροής σε ml/ώρα Πίνακας 5: Ρυθμοί Έγχυσης για το VELETRI σε Συγκέντρωση 30.000 ng/ml
Παράδειγμα Χορήγησης Δόσεων με τη Χρήση μιας Συγκέντρωσης 30.000 ng/ml Δοσολογία (ng/kg/λεπτό) Σωματικό βάρος (kg) 30 40 50 60 70 80 90 100 6 1,0 1,1 1,2 8 1,0 1,1 1,3 1,4 1,6 10 1,0 1,2 1,4 1,6 1,8 2,0 12 1,0 1,2 1,4 1,7 1,9 2,2 2,4 14 1,1 1,4 1,7 2,0 2,2 2,5 2,8 16 1,0 1,3 1,6 1,9 2,2 2,6 2,9 3,2 Ρυθμοί ροής σε ml/ώρα Υψηλότερες δοσολογίες και, ως εκ τούτου, πιο συμπυκνωμένα διαλύματα μπορεί να είναι απαραίτητα με τη μακροχρόνια χορήγηση του VELETRI.