ONDANSETRON/NORIDEM INJ.SOL 2MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - ONDANSETRON/NORIDEM 2MG/ML
Ενήλικες
To ONDANSETRON/NORIDEM ενδείκνυται για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από την κυτταροτοξική χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία. Το ONDANSETRON/NORIDEM ενδείκνυται επίσης για την πρόληψη και τη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας του εμέτου.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το ONDANSETRON/NORIDEM ενδείκνυται για την αντιμετώπιση της ναυτίας και εμέτου που προκαλούνται από κυταροτοξική χημειοθεραπεία σε παιδιά και εφήβους ηλικίας από 6 μηνών έως 17 ετών. Το ONDANSETRON/NORIDEM ενδείκνυται για την πρόληψη ή τη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου σε παιδιά και εφήβους ηλικίας από 1 μηνός έως 17 ετών.
Χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία που προκαλεί ναυτία και έμετο (CINV και RINV)
Το εμετογόνο δυναμικό της αντικαρκινικής θεραπείας ποικίλλει ανάλογα με τη δοσολογία και το θεραπευτικό σχήμα που ακολουθείται για τη χημειοθεραπεία ή την ακτινοθεραπεία. Η επιλογή του δοσολογικού σχήματος πρέπει να καθορίζεται από τη σοβαρότητα της εμετογόνου πρόκλησης.
CINV και RINV σε ενήλικες
Η δοσολογία του ONDANSETRON/NORIDEM κυμαίνεται μεταξύ 8 - 32 mg ημερησίως και επιλέγεται όπως αναφέρεται παρακάτω.
Η συνιστώμενη ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή δόση ονδανσετρόνης είναι 8 mg και χορηγείται αμέσως πριν από τη χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία.
Έντονα εμετογόνος χημειοθεραπεία
Σε ασθενείς που λαμβάνουν έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία, μια μέγιστη αρχική δόση των 16 mg μπορεί να χορηγηθεί ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας όχι μικρότερης των 15 λεπτών. Μία εφάπαξ δόση μεγαλύτερη από 16 mg δεν επιτρέπεται να χορηγείται λόγω δοσοεξαρτώμενης αύξησης του κινδύνου παράτασης του διαστήματος QT (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8 και 5.1).
-
Μία εφάπαξ δόση των 8 mg χορηγούμενη με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (σε όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) ή ενδομυϊκή ένεση, αμέσως πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας.
-
Μία δόση των 8 mg χορηγούμενη με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (σε όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) ή ενδομυϊκή ένεση αμέσως πριν από τη χημειοθεραπεία, ακολουθούμενη είτε από 2 επιπλέον δόσεις των 8 mg κάθε 4 ώρες χορηγούμενες ενδοφλεβίως (σε όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) ή ενδομυϊκές, είτε μέσω συνεχούς έγχυσης με ρυθμό 1 mg/ώρα για χρονικό διάστημα έως 24.
-
Μία μέγιστη αρχική ενδοφλέβια δόση των 16 mg διαλυόμενη σε 50 – 100 mL διαλύματος χλωριούχου νατρίου 0.9% w/v ή σε άλλο συμβατό υγρό έγχυσης (βλ. παράγραφο 6.6) εγχύεται σε διάστημα όχι μικρότερο των 15 λεπτών αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία. Την αρχική δόση του ONDANSETRON/NORIDEM μπορεί να ακολουθήσουν δύο επιπλέον ενδοφλέβιες δόσεις των 8mg (σε όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) ή ενδομυϊκές ενέσεις ανά τέσσερις ώρες.
Η αποτελεσματικότητα του ONDANSETRON/NORIDEM σε έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία είναι δυνατόν να αυξηθεί με τη χορήγηση μίας εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης 20 mg νατριούχου φωσφορικής δεξαμεθαζόνης πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας.
Η από του στόματος θεραπεία συνιστάται για την προφύλαξη από καθυστερημένη ή παρατεταμένη έμεση που εκδηλώνεται μετά τις πρώτες 24 ώρες. Η συνιστώμενη δόση από του στόματος είναι 8 mg και πρέπει να χορηγείται δύο φορές ημερησίως.
Η επιλογή του δοσολογικού σχήματος πρέπει να καθορίζεται από τη σοβαρότητα της εμετογόνου πρόκλησης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
CINV σε παιδιά και εφήβους ηλικίας από 6 μηνών έως 17 ετών
Η δόση για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από τη χημειοθεραπεία (CINV) μπορεί να υπολογιστεί βάσει τηςεπιφάνειας σώματος (BSA) ή του σωματικόυ βάρους.
Τα δοσολογικά σχήματα που υπολογίζονται βάσει του σωματικού βάρος, έχουν σαν αποτέλεσμα υψηλότερες συνολικές ημερήσιες δόσεις σε σύγκριση με τα σχήματα που υπολογίζονται βάσει της επιφάνειας σώματος (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).
Σε κλινικές δοκιμές σε παιδιά, η ονδανσετρόνη χορηγήθηκε μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης, αραιωμένη σε 25 εως 50 mL διαλύματος χλωριούχου νατρίου 0.9% w/v ή άλλου συμβατού υγρού έγχυσης (βλ. παράγραφο 6.6) και να εγχέεται για όχι λιγότερο από 15 λεπτά.
Δεν υπάρχουν δεδομένα από ελεγχόμενες κλινικές μελέτες για τη χρήση της ονδανσετρόνης στη θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από ακτινοθεραπεία σε παιδιά.
Δοσολογία βάσει της Επιφάνειας Σώματος (BSA)
Το ONDANSETRON/NORIDEM θα πρέπει να χορηγείται αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία ως εφάπαξ ενδοφλέβια δόση των 5 mg/m2.
Η εφάπαξ ενδοφλέβια δόση δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg.
Η από του στόματος θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει 12 ώρες αργότερα και να συνεχιστεί μέχρι και 5 ημέρες (Πίνακας 1).
Η συνολική δόση μετά τις 24 ώρες (χορηγείται σε διηρημένες δόσεις) δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη δόση των ενηλίκων (32 mg).
Πίνακας 1: Δοσολογικό σχήμα για CINV υπολογισμένο με βάση την επιφάνεια σώματος (ηλικία 6 μηνών έως 17 ετών)
| Επιφάνεια σώματος | Ημέρα 1 (a,b) | Ημέρες 2-6 (b) |
| < 0,6 m2 | 5 mg/m2 ενδοφλεβίως και 2 mg σιροπιού μετά από 12 ώρες | 2 mg σιροπιού κάθε 12 ώρες |
| ≥ 0,6 m2 | 5 mg/m2 ενδοφλεβίως και 4 mg σιροπιού ήδισκίου μετά από 12 ώρες | 4 mg σιροπιού ή δισκίουκάθε 12 ώρες |
a Η ενδοφλέβια δόση δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg.
b Η συνολική δόση μετά τις 24 ώρες δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη δόση των ενηλίκων (32 mg).
Δοσολογία βάσει του σωματικό βάρους
Τα δοσολογικά σχήματα που υπολογίζονται βάσει του σωματικού βάρους, έχουν σαν αποτέλεσμα υψηλότερες συνολικές ημερήσιες δόσεις σε σύγκριση με τα σχήματα που υπολογίζονται βάσει της επιφάνεια σώματος (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).
Το ONDANSETRON/NORIDEM θα πρέπει να χορηγείται αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία ως εφάπαξ ενδοφλέβια δόση των 0,15 mg/kg. Η εφάπαξ ενδοφλέβια δόση δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg.
Κατά την Ημέρα 1, δύο επιπλέον ενδοφλέβιες δόσεις μπορούν να δοθούν με τετράωρα διαστήματα.
Η από του στόματος θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει 12 ώρες αργότερα και να συνεχιστεί μέχρι και 5 ημέρες (Πίνακας 2).
Η συνολική δόση μετά τις 24 ώρες (χορηγείται σε διηρημένες δόσεις) δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη δόση των ενηλίκων (32 mg).
Πίνακας 2: Δοσολογικό σχήμα για CINV υπολογισμένο βάσει του σωματικού βάρους (ηλικία από 6 μηνών έως 17 ετών)
| Βάρος σώματος | Ημέρα 1 (a,b) | Ημέρες 2-6 (b) |
| ≤ 10 kg | Έως 3 δόσεις των 0,15 mg/kg ενδοφλεβίως κάθε 4 ώρες | 2 mg σιροπιού κάθε 12ώρες |
| > 10 kg | Έως 3 δόσεις των 0,15 mg/kg ενδοφλεβίως κάθε 4 ώρες | 4 mg σιροπιού ή δισκίου κάθε 12 ώρες |
a Η ενδοφλέβια δόση δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg.
b Η συνολική δόση μετά τις 24 ώρες δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη δόση των ενηλίκων (32 mg).
CINV και RINV σε ηλικιωμένους ασθενείς
Σε ασθενείς 65 έως 74 ετών, μπορεί να ακολουθείται το δοσολογικό σχήμα για τους ενήλικες. Όλες οι ενδοφλέβιες δόσεις θα πρέπει να αραιώνονται σε 50 – 100mL διαλύματος χλωριούχου νατρίου 0.9% w/v ή άλλου συμβατού υγρού έγχυσης (βλέπε παράγραφο 6.6) και να εγχέονται για 15 λεπτά.
Σε ασθενείς 75 ετών και άνω, η αρχική ενδοφλέβια δόση του ONDANSETRON/NORIDEM δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg. Όλες οι ενδοφλέβιες δόσεις θα πρέπει να αραιώνονται σε 50 – 100 mL διαλύματος χλωριούχου νατρίου 0.9% w/v ή άλλου συμβατού υγρού έγχυσης (βλέπε παράγραφο 6.6) και να εγχύονται για τουλάχιστον 15 λεπτά. Η αρχική δόση των 8 mg μπορεί να ακολουθείται από δύο επιπλέον ενδοφλέβιες δόσεις των 8 mg, χορηγούμενες για πάνω από 15 λεπτά και να χορηγούνται σε διάστημα μικρότερο των τεσσάρων ωρών. (βλέπε παράγραφο 5.2)
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος (PONV)
PONV σε Ενήλικες
Για την πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου (PONV) η συνιστώμενη εφάπαξ δόση είναι 4 mg με που χορηγείται με ενδομυϊκή ή βραδεία ενδοφλέβια ένεση κατά την εισαγωγή στην αναισθησία. Για τη θεραπεία της εγκατεστημένης μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου, συνιστάται η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης των 4 mg με ενδομυϊκή ή βραδεία ενδοφλέβια ένεση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος (PONV) σε παιδιά και έφηβους (ηλικίας από 1 μήνα έως 17 ετών)
Για την πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου σε παιδιατρικούς ασθενείς που υπόκεινται σε χειρουργική επέμβαση με γενική αναισθησία, μπορεί να χορηγηθεί μία εφάπαξ δόση 0,1 mg ONDANSETRON/NORIDEM ανά kg βάρους σώματος, με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (διάρκειας όχι μικρότερης των 30 δευτερολέπτων) και με μέγιστη δόση τα 4 mg, είτε κατά την εισαγωγή στην αναισθησία, είτε πριν ή μετά.
Για τη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου σε παιδιατρικούς ασθενείς που υπόκεινται σε χειρουργική επέμβαση με γενική αναισθησία, μπορεί να χορηγηθεί μία εφάπαξ δόση 0,1 mg ONDANSETRON/NORIDEM ανά kg βάρους σώματος με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (διάρκειας όχι μικρότερης των 30 δευτερολέπτων) και με μέγιστη δόση τα 4 mg.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Η εμπειρία για τη χρήση της ονδανσετρόνης στην πρόληψη και τη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου στους ηλικιωμένους είναι περιορισμένη, εν τούτοις η ονδανσετρόνη γίνεται καλά ανεκτή από ασθενείς άνω των 65 ετών που λαμβάνουν χημειοθεραπεία.
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Καμία μεταβολή της ημερήσιας δοσολογίας ή της συχνότητας χορήγησης, ή της οδού χορήγησης δεν απαιτείται.
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
Σε άτομα με μετρίου ή σοβαρού βαθμού ανεπάρκεια της ηπατικής λειτουργίας, η κάθαρση της ονδανσετρόνης μειώνεται σημαντικά και o χρόνος ημιζωής στον ορό παρατείνεται σημαντικά. Σε αυτούς τους ασθενείς η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg και γι’ αυτό το λόγο προτιμάται παρεντερική ή από του στόματος χορήγηση.
Ασθενείς με πτωχό μεταβολισμό σπαρτεΐνης/δεβρισοκίνης
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ονδανσετρόνης δεν μεταβάλλεται σε ασθενείς που ταξινομούνται ως κακοί μεταβολιστές πτωχοί μεταβολιστές της σπαρτεΐνης και της δεβρισοκίνης. Κατά συνέπεια, σε αυτούς τους ασθενείς επαναλαμβανόμενες δόσεις θα δώσουν επίπεδα έκθεσης στο φάρμακο που δεν διαφέρουν από εκείνα του γενικού πληθυσμού. Καμία μεταβολή της ημερήσιας δόσης ή της συχνότητας χορήγησης δεν απαιτείται.
Βάσει αναφορών σοβαρής υπότασης και απώλειας συνείδησης όταν η ονδανσετρόνη συγχορηγήθηκε μαζί με υδροχλωρική απομορφίνη, η συγχορήγηση με απομορφίνη αντενδείκνειται (βλέπε παράγραφο 4.5).
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει υπερευαισθησία σε άλλους εκλεκτικούς ανταγωνιστές των 5ΗΤ3 υποδοχέων. Αναπνευστικά προβλήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται συμπτωματικά, ενώ θα πρέπει να δίνεται σε αυτά ιδιαίτερη σημασία από τους κλινικούς, καθώς αποτελούν πρόδρομες εκδηλώσεις των αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
Η ονδανσετρόνη προκαλεί παράταση του μεσοδιαστήματος QT με δοσοεξαρτώμενο τρόπο (βλ. παράγραφο 5.1). Επιπλέον, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος έχουν αναφερθεί περιστατικά πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας (Torsade de Pointes) σε ασθενείς που λαμβάνουν ονδανσετρόνη. Να αποφεύγεται η χορήγηση ονδανσετρόνης σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού QT. Η ονδανσετρόνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν αναπτύξει ή μπορεί να αναπτύξουν παράταση του QTc, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με ηλεκτρολυτικές διαταραχές, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμίες, διαταραχές αγωγιμότητας σε ασθενείς που λαμβάνουν αντι-αρρυθμικούς παράγοντες ή β- αδρενεργικούς αναστολείς ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν επιμήκυνση του διαστήματος QT ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ισχαιμίας του μυοκαρδίου σε ασθενείς που έλαβαν ονδανσετρόνη. Σε ορισμένους ασθενείς, ιδιαίτερα στην περίπτωση ενδοφλέβιας χορήγησης, εμφανίστηκαν συμπτώματα αμέσως μετά τη χορήγηση ονδανσετρόνης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα της ισχαιμίας του μυοκαρδίου.
Η υποκαλιαιμία και η υπομαγνησιαιμία θα πρέπει να διορθώνονται πριν τη χορήγηση ονδανσετρόνης.
Υπάρχουν αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος που περιγράφουν ασθενείς με σεροτονινεργικό σύνδρομο (που περιλαμβάνουν μεταβολή του επιπέδου συνείδησης αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος και νευρομυϊκές ανωμαλίες) που ακολουθούν τη συγχορήγηση ονδανσετρόνης και άλλων σεροτονινεργικών φαρμάκων (περιλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) και των αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (SNRIs)). Εάν η συγχορήγηση ονδανσετρόνης με άλλα σεροτονινεργικά φάρμακα είναι κλινικά δικαιολογημένη, συνιστάται η κατάλληλη παρακολούθηση του ασθενούς.
Επειδή είναι γνωστό ότι η ονδανσετρόνη αυξάνει το χρόνο διάβασης του παχέως εντέρου, οι ασθενείς με υποξεία εντερική απόφραξη θα πρέπει να παρακολουθούνται μετά τη χορήγησή του.
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργική αφαίρεση των αμυγδαλών, η πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου με ονδανσετρόνη πιθανόν να συγκαλύψει μία λανθάνουσα αιμορραγία. Γι’ αυτό οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά μετά τη χορήγηση ονδανσετρόνης.
Το φαρμακευτικό προϊόν αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φύσιγγα, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι παιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν ονδανσετρόνη μαζί με ηπατοτοξικούς χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τυχόν εμφάνιση μειωμένης ηπατικής λειτουργίας.
Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία
Εάν η δόση υπολογισθεί με βάση το βάρος σώματος και χορηγηθούν 3 δόσεις ανά τετράωρα διαστήματα, η συνολική ημερήσια δόση θα είναι υψηλότερη, από ότι αν χορηγηθεί μία εφάπαξ δόση των 5 mg/m2, ακολουθούμενη από μία δόση από του στόματος. Η σχετική αποτελεσματικότητα αυτών των δύο δοσολογικών σχημάτων δεν έχει ερευνηθεί με βάση κλινικές μελέτες. Αποτελέσματα συγκριτικών διασταυρούμενων μελετών υποδεικνύουν παρόμοια αποτελεσματικότητα και για τα δύο σχήματα (βλ. παράγραφο 5.1).
Δεν υπάρχουν δεδομένα τα οποία να υποδεικνύουν ότι η ονδανσετρόνη είτε επάγει είτε αναστέλλει το μεταβολισμό των άλλων φαρμάκων που συνήθως συγχορηγούνται με αυτό. Συγκεκριμένες μελέτες έχουν δείξει ότι η ονδανσετρόνη δεν αλληλεπιδρά όταν χορηγείται με αλκοόλη, τεμαζεπάμη, φουροσεμίδη, αλφεντανίλη, τραμαδόλη, μορφίνη, λιδοκαϊνη, θειοπεντάλη ή προποφόλη
Η ονδανσετρόνη μεταβολίζεται από πολλαπλά ηπατικά κυτοχρωμικά P-450 ένζυμα: CYP3A4, CYP2D6 και CYP1Α2. Εξαιτίας της πολλαπλότητας των μεταβολικών ενζύμων, τα οποία είναι ικανά να μεταβολίσουν την ονδανσετρόνη, η πιθανή ενζυμική αναστολή ή η μειωμένη δραστικότητα ενός ενζύμου (π.χ. γενετική ανεπάρκεια του CYP2D6), συνήθως αντισταθμίζεται από τη δράση των άλλων ενζύμων με αποτέλεσμα να μπορεί να οδηγήσει σε μία μικρή έως ασήμαντη μεταβολή στη συνολική κάθαρση της ονδανσετρόνης ή της απαιτούμενης δοσολογίας.
Προσοχή πρέπει να δίνεται όταν η ονδανσετρόνη συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που επιμηκύνουν το μεσοδιάστημα QT (συμπεριλαμβανομένων μερικών κυτταροτοξικών) και/ή προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές. (βλ. παράγραφο 4.4)
Η χρήση της ονδανσετρόνης με φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω παράταση του διαστήματος QT. Η συγχορήγηση ονδανσετρόνης με καρδιοτοξικά φάρμακα (π.χ. ανθρακυκλίνες όπως δοξορουβικίνη, δαουνορουβικίνη ή τραστουζουμάμπη), αντιβιοτικά (όπως η ερυθρομυκίνη), αντιμυκητιασικά (όπως η κετοκοναζόλη), αντιαρρυθμικά (όπως η αμιωδαρόνη) και β- αναστολείς (όπως η ατενολόλη ή τιμολόλη ) μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αρρυθμιών. (βλ. παράγραφο 4.4).
Σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. SSRIs και SNRIs)
Υπάρχουν αναφορές μετά την κυκλοφορία του προιόντος που περιγράφουν ασθενείς με σεροτονινεργικό σύνδρομο (που περιλαμβάνουν μεταβολή του επιπέδου συνείδησης, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος και νευρομυϊκές ανωμαλίες) που ακολουθούν τη συγχορήγηση ονδανσετρόνης και άλλων σεροτονινεργικών φαρμάκων (περιλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) και των αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (SNRIs)). (βλ. παράγραφο 4.4).
Απομορφίνη
Με βάση τις αναφορές μεγάλης πτώσης πίεσης και απώλειας συνείδησης όταν η ονδανσετρόνη χορηγήθηκε με υδροχλωρική απομορφίνη, η ταυτόχρονη χρήση με απομορφίνη αντενδείκνυται.
Φαινυτοΐνη, Καρβαμαζεπίνη και Ριφαμπικίνη
Σε ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη και ριφαμπικίνη), η κάθαρση της ονδανσετρόνης όταν αυτό λαμβάνεται από το στόμα αυξήθηκε και η συγκέντρωση της ονδανσετρόνης στο αίμα μειώθηκε.
Τραμαδόλη
Δεδομένα από περιορισμένες μελέτες δείχνουν ότι η ονδανσετρόνη πιθανόν να μειώσει την αναλγητική δράση της τραμαδόλης.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Για τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να εξετάζεται η χρήση μεθόδου αντισύλληψης.
Κύηση
Με βάση την εμπειρία από επιδημιολογικές μελέτες σε ανθρώπους, υπάρχουν υποψίες ότι η ονδανσετρόνη, χορηγούμενη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης, μπορεί να προκαλέσει στοματοπροσωπικές δυσπλασίες.
Σε μία μελέτη κοόρτης, στην οποία εξετάστηκαν 1,8 εκατομμύρια κυήσεις, η χρήση ονδανσετρόνης κατά το πρώτο τρίμηνο συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο σχιστιών στόματος (3 πρόσθετα περιστατικά ανά 10 000 γυναίκες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία, προσαρμοσμένος σχετικός κίνδυνος 1,24 (ΔΕ 95%: 1,03-1,48)).
Οι διαθέσιμες επιδημιολογικές μελέτες σχετικά με τις καρδιακές δυσπλασίες παρήγαγαν αντικρουόμενα συμπεράσματα. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επίδρασεις σε ό,τι αφορά την τοξικότητα στην αναπαραγωγή.
Η ονδανσετρόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιέιται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Έλεγχος εγκυμοσύνης
Η κατάσταση της εγκυμοσύνης θα πρέπει να επαληθεύεται στις γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης πριν
από την έναρξη της θεραπείας με ονδανσετρόνη.
Θηλασμός
Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα σχετικά με την απέκκριση της ονδανσετρόνης / μεταβολιτών στο ανθρώπινο γάλα ή με την επίδραση στην παραγωγή του μητρικού γάλακτος. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά / τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει απέκκριση της ονδανσετρόνης / μεταβολιτών στο γάλα (βλ.
παράγραφο 5.3). Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη. Η ονδανσετρόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα για τις επιδράσεις της ονδανσετρόνης ως προς τη γονιμότητα στον άνθρωπο.
ν
Ψυχοκινητικές μελέτες έδειξαν ότι η ονδανσετρόνη δεν έχει επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων και δεν προκαλεί καταστολή.
Δεν προβλέπονται βλαβερές επιδράσεις μετά απο τέτοιες δραστηριότητες από τη φαρμακολογία της ονδανσετρόνης.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατηγοριοποιούνται κατωτέρω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα.
Χρησιμοποιείται η ακόλουθη ορολογία σχετικά με τη συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών: Πολύ συχνές: (≥ 1/10), συχνές: (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές: (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες: (≥ 1/10.000 έως < 1/1000), πολύ σπάνιες: (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Οι πολύ συχνές, οι συχνές και οι όχι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες, καθορίστηκαν κατά γενικό κανόνα από δεδομένα που προκύπτουν από κλινικές δοκιμές. Η συχνότητα εμφάνισής τους στο εικονικό φάρμακο λήφθηκε υπόψη. Οι σπάνιες και οι πολύ σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες καθορίστηκαν κατά γενικό κανόνα από αυθόρμητες αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος.
Οι συχνότητες που ακολουθούν έχουν υπολογιστεί από τη χορήγηση των καθιερωμένων συνιστώμενων δόσεων ονδανσετρόνης. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες σε παιδιά και εφήβους ήταν παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες.
| Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Σπάνιες: | Άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, μερικές φορές σοβαρές, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας. |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές | Κεφαλαλγία. |
| Όχι συχνές: | Επιληπτικές κρίσεις, κινητικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών αντιδράσεων, όπως δυστονικές αντιδράσεις, βολβοστροφικές κρίσεις καιδυσκινησία)(1). |
| Σπάνιες: | Ζάλη κυρίως κατά τη διάρκεια ταχείας ενδοφλέβιας χορήγησης. |
| Διαταραχές του οφθαλμού | |
| Σπάνιες: | Παροδικές οπτικές διαταραχές (π.χ. θάμβος οράσεως), κυρίως κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης. |
| Πολύ σπάνιες: | Προσωρινές διαταραχές της όρασης , κυρίως κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης.(2) |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Όχι συχνές: | Αρρυθμίες, πόνος στο θώρακα με ή χωρίς κατάσπαση του διαστήματος ST, βραδυκαρδία. |
| Σπάνιες: | Επιμήκυνση του διαστήματος QTc (περιλαμβανομένης της πολύμορφης κοιλιακήςταχυκαρδίας (Torsade de Pointes)) |
| Μη γνωστές: | Ισχαιμία του μυοκαρδίου (βλ. παράγραφο 4.4) |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Συχνές: | Αίσθημα καύσου ή θερμότητας. |
| Όχι συχνές: | Υπόταση. |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | |
| Όχι συχνές: | Λόξιγκας. |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | |
| Συχνές: | Δυσκοιλιότητα. |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | |
| Όχι συχνές: | Ασυμπτωματική αύξηση των τιμών των ηπατικών εργαστηριακών εξετάσεων .(3) |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Πολύ σπάνιες: | τοξικό εξάνθημα δέρματος συμπεριλαμβανομένης της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | |
| Συχνές: | Τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, όταν χορηγείται ενδοφλεβίως. |
-
Παρατηρήθηκαν χωρίς να υπάρχουν οριστικά στοιχεία εμμένουσων κλινικών συνεπειών.
-
Η πλειοψηφία των περιπτώσεων τύφλωσης που αναφέρθηκαν επανήλθε εντός 20 λεπτών. Οι περισσότεροι ασθενείς είχαν λάβει χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, οι οποίοι περιελάμβαναν σισπλατίνη. Ορισμένες περιπτώσεις παροδικής τύφλωσης αναφέρθηκαν να είναι φλοιώδους προέλευσης.
-
Αυτά τα γεγονότα παρατηρήθηκαν συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν χημειοθεραπεία με σισπλατίνη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284 ΤΚ 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
Συμπτώματα και σημεία
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία για την υπερβολική λήψη ονδανσετρόνης. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα συμπτώματα ήταν παρόμοια με εκείνα που είχαν ήδη παρατηρηθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν συνιστώμενες δόσεις (βλέπε παράγραφο 4.8).
Στις εκδηλώσεις που έχουν αναφερθεί συμπεριλαμβάνονται οφθαλμικές διαταραχές, έντονη δυσκοιλιότητα, υπόταση και βαγοτονικό επεισόδιο με δευτέρου βαθμού παροδικό κολποκοιλιακό αποκλεισμό.
Η ονδανσετρόνη προκαλεί επιμήκυνση του διαστήματος QT με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Συνιστάται ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιατρικά περιστατικά που συνάδουν με σύνδρομο σεροτονίνης έχουν αναφερθεί μετά από ακούσιες από του στόματος υπερδοσολογήσεις ονδανσετρόνης (υπέρβαση της αναμενόμενης κατάποσης των 4 mg/kg) σε νήπια και παιδιά ηλικίας 12 μηνών έως 2 ετών.
Θεραπεία
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την ονδανσετρόνη, συνεπώς σε περιπτώσεις που υπάρχει υπόνοια υπερβολικής λήψης του φαρμάκου, πρέπει να ακολουθείται συμπτωματική και υποστηρικτική θεραπεία.
Η περαιτέρω διαχείριση πρέπει να είναι όπως υποδεικνύεται κλινικά ή όπως συνιστάται από το εθνικό κέντρο δηλητηριάσεων, εφόσον υπάρχει.
Η χρήση ιπεκακουάνας για την αντιμετώπιση της υπερβολικής λήψης ονδανσετρόνης δεν συνιστάται, καθώς είναι απίθανο να ανταποκριθούν σε αυτήν οι ασθενείς, λόγω της ισχυρής αντιεμετικής δράσης της ίδιας της ονδανσετρόνης.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - ONDANSETRON/NORIDEM 2MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα αντιεμετικά και κατά της ναυτίας, ανταγωνιστές της σεροτονίνης (5ΗΤ3).
Κωδικός ATC: A04AA01
Μηχανισμός δράσης
Η ονδανσετρόνη είναι ένας ισχυρός και εξαιρετικά εκλεκτικός ανταγωνιστής των 5ΗΤ3 υποδοχέων. Ο ακριβής τρόπος δράσης του για τον έλεγχο της ναυτίας και του εμέτου δεν είναι γνωστός. Οι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες και η ακτινοθεραπεία μπορεί να προκαλέσουν απελευθέρωση της ουσίας 5- υδροξυτρυπταμίνης (5ΗΤ) στο λεπτό έντερο προκαλώντας έμετο ως αντανακλαστική αντίδραση, λόγω ενεργοποίησης των προσαγωγών νευρικών ινών του παρασυμπαθητικού μέσω των 5ΗΤ3 υποδοχέων. Η ονδανσετρόνη παρεμποδίζει την έναρξη της αντανακλαστικής αυτής αντίδρασης. Ενεργοποίηση των προσαγωγών νευρικών ινών του παρασυμπαθητικού μπορεί επίσης να προκαλέσει απελευθέρωση της 5ΗΤ στην περιοχή postrema του εγκεφάλου που βρίσκεται στη βάση της τέταρτης κοιλίας, με αποτέλεσμα να προάγει την έμεση μέσω ενός κεντρικού μηχανισμού. Επομένως, η δράση της ονδανσετρόνης στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από κυτταροτοξική χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία οφείλεται πιθανόν στον ανταγωνισμό των 5ΗΤ3 υποδοχέων στους νευρώνες που βρίσκονται τόσο στο περιφερικό όσο και στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Ο μηχανισμός δράσης της ονδανσετρόνη στην μετεγχειρητική ναυτία και τον έμετο δεν είναι γνωστός αλλά είναι πιθανό ο τρόπος δράσης να είναι κοινός με την περίπτωση που η ναυτία και ο έμετος προκαλούνται από κυτταροτοξική θεραπεία.
Η ονδανσετρόνη δεν μεταβάλλει τις συγκεντρώσεις της προλακτίνης στο πλάσμα.
Επιμήκυνση του διαστηματος QT
Η δράση της ονδανσετρόνης στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε μία διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη, placebo και θετικού (moxifloxacin) ελέγχου, διασταυρούμενη μελέτη σε 58 υγιείς ενήλικες άνδρες και γυναίκες.
Δόσεις ονδανσετρόνης περιελάμβαναν 8 mg και 32 mg που χορηγούνταν ενδοφλέβια για περίοδο πάνω από 15 λεπτά. Στην υψηλότερη εξεταζόμενη δόση των 32 mg, η μέγιστη μέση (ανώτατο όριο του 90% CI) διαφορά στο QTcF από το εικονικό φάρμακο μετά τη διόρθωση της βασικής γραμμής ήταν 19,6 (21,5) msec. Στην κατώτερη εξεταζόμενη δόση των 8mg, η μέγιστη μέση (ανώτατο όριο του 90% CI) διαφορά στο QTcF συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο μετά τη διόρθωση της βασικής γραμμής ήταν 5,8 (7,8) msec. Σε αυτή τη μελέτη, δεν υπήρχαν μετρήσεις QTcF μεγαλύτερες από 480 msec και καμία παράταση QTcF δεν ήταν μεγαλύτερη από 60 msec. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στα μετρούμενα ηλεκτροκαρδιογραφικά PR ή QRS διαστήματα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ναυτία και εμετός που προκαλούνται από χημειοθετραπεία
Η αποτελεσματικότητα της ονδανσετρόνης στον έλεγχο του εμέτου και της ναυτίας που προκαλούνται από την αντικαρκινική χημειοθεραπεία εκτιμήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη διπλή τυφλή μελέτη σε 415 ασθενείς ηλικίας 1 έως 18 ετών (S3AB3006). Κατά τις ημέρες της χημειοθεραπείας, οι ασθενείς έλαβαν είτε 5 mg/m2 ονδανσετρόνης ενδοφλεβίως και 4 mg ονδανσετρόνης από του στόματος μετά από 8 έως 12 ώρες ή 0,45 mg/kg ονδανσετρόνης ενδοφλεβίως και εικονικό φάρμακο από του στόματος μετά από 8 έως 12 ώρες. Μετά τη χημειοθεραπεία και οι δύο ομάδες έλαβαν 4 mg σιρόπι ονδανσετρόνης 2 φορές ημερησίως για 3 ημέρες. Πλήρης έλεγχος της έμεσης κατά τη χειρότερη μέρα της χημειοθεραπείας επετεύχθη σε ποσοστό 49 % (5 mg/m2 ονδανσετρόνης ενδοφλεβίως και 4 mg ονδανσετρόνης από του στόματος) και 41% (0,45 mg/kg ενδοφλεβίως και εικονικό φάρμακο από του στόματος). Δεν υπήρχε διαφορά στη συνολική συχνότητα εμφάνισης ή τη φύση των ανεπιθύμητων ενεργειών μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας.
Μία τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (S3AB4003) σε 438 ασθενείς ηλικίας 1 έως 17 ετών, έδειξε πλήρη έλεγχο της έμεσης κατά τη χειρότερη μέρα της χημειοθεραπείας σε:
-
73% των ασθενών, όταν η ονδανσετρόνη χορηγήθηκε ενδοφλεβίως σε δόση 5 mg/m2 μαζί με 2 έως 4 mg δεξαμεθαζόνης από του στόματος.
-
71% των ασθενών, όταν η ονδανσετρόνη χορηγήθηκε σαν σιρόπι σε δόση 8 mg μαζί με 2 - 4 mg δεξαμεθαζόνης από του στόματος κατά τις ημέρες της χημειοθεραπείας.
Μετά τη χημειοθεραπεία και οι δύο ομάδες έλαβαν 4 mg σιροπιού ονδανσετρόνης δύο φορές ημερησίως για 2 ημέρες. Δεν υπήρχε διαφορά στη συνολική συχνότητα εμφάνισης ή τη φύση των ανεπιθύμητων ενεργειών μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας.
Η αποτελεσματικότητα της ονδανσετρόνης σε 75 παιδιά ηλικίας 6 έως 48 μηνών ερευνήθηκε σε μία ανοιχτή, μη συγκριτική μελέτη μονού σκέλους (S3A40320). Όλα τα παιδιά έλαβαν 3 δόσεις των 0,15 mg/kg ονδανσετρόνης ενδοφλεβίως, χορηγούμενες 30 λεπτά πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας και εν συνεχεία στις 4 και 8 ώρες μετά από την πρώτη δόση. Πλήρης έλεγχος της έμεσης επετεύχθη στο 56% των ασθενών.
Σε μία άλλη ανοιχτή, μη συγκριτική μελέτη μονού σκέλους (S3A239), ερευνήθηκε η αποτελεσματικότητα μίας ενδοφλέβιας δόσης ονδανσετρόνης των 0,15 mg/kg, ακολουθούμενης από δύο από του στόματος δόσεις ονδανσετρόνης των 4 mg για παιδιά ηλικίας < 12 ετών και 8 mg για παιδιά ηλικίας ≥ 12 ετών (συνολικός αριθμός παιδιών n = 28). Πλήρης έλεγχος της έμεσης επετεύχθη στο 42 % των ασθενών.
Μετεγχειρητική ναυτίας και εμετός
Η αποτελεσματικότητα μίας μονής δόσης ονδανσετρόνης στην πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου, ερευνήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 670 παιδιά ηλικίας 1 έως 24 μηνών (ηλικία μετά τη σύλληψη ≥ 44 εβδομάδων, βάρος ≥ 3 kg). Οι συμμετέχοντες προγραμματίστηκε να υποβληθούν σε εκλεκτική χειρουργική επέμβαση με γενική αναισθησία και είχαν ASA status ≤ III. Μία μονή δόση ονδανσετρόνης χορηγήθηκε μέσα σε 5 λεπτά από την επαγωγή της αναισθησίας. Το ποσοστό των συμμετεχόντων οι οποίοι υπέστησαν τουλάχιστον ένα επεισόδιο εμέτου κατά τη διάρκεια της 24ωρης περιόδου εκτίμησης (ITT), ήταν μεγαλύτερο για τους ασθενείς που ελάμβαναν το εικονικό φάρμακο σε σχέση με εκείνους που ελάμβαναν ονδανσετρόνη (28% έναντι 11%, p<0,0001).
Τέσσερις διπλές τυφλές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, έχουν διεξαχθεί σε 1469 ασθενείς, αρσενικού και θηλυκού φύλου (2 έως 12 ετών), οι οποίοι υποβλήθησαν σε γενική αναισθησία. Στους ασθενείς χορηγήθηκαν κατά τυχαίο τρόπο είτε μονές ενδοφλέβιες δόσεις ονδανσετρόνης (0,1 mg/kg για παιδιατρικούς ασθενείς που ζυγίζουν 40 kg ή λιγότερο, 4 mg για παιδιατρικούς ασθενείς που ζυγίζουν περισσότερο από 40 kg. Αριθμός ασθενών = 735) ή εικονικό φάρμακο (αριθμός ασθενών = 734). Το υπό μελέτη φάρμακο χορηγήθηκε για τουλάχιστον 30 δευτερόλεπτα αμέσως πριν ή αμέσως μετά την επαγωγή της αναισθησίας. Η ονδανσετρόνη ήταν σημαντικά πιο αποτελεσματικό από το εικονικό φάρμακο στην πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών, συνοψίζονται στον Πίνακα 3.
Πίνακας 3: Πρόληψη και θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου σε παιδιατρικούς ασθενείς – Ανταπόκριση στη θεραπεία μέσα σε διάστημα 24 ωρών.
| Μελέτη | Endpoint | Ondansetron (%) | Εικονικό φάρμακο (%) | Τιμή P |
| S3A380 | CR | 68 | 39 | ≤ 0,001 |
| S3GT09 | CR | 61 | 35 | ≤ 0,001 |
| S3A381 | CR | 53 | 17 | ≤ 0,001 |
| S3GT11 | Όχι ναυτία | 64 | 51 | 0,004 |
| S3GT11 | Όχι έμετος | 60 | 47 | 0,004 |
CR =χωρίς εμετικά επεισόδια, διάσωση ή στέρηση
Η κατανομή της ονδανσετρόνης, μετά τη χορήγηση από το στόμα ή την ενδομυϊκή ή την ενδοφλέβια χορήγηση σε ενήλικες, είναι παρόμοια με τελικό χρόνο ημιζωής περίπου 3 ώρες και όγκο κατανομής στην κατάσταση ισορροπίας περίπου 140 λίτρα. Η συστημική έκθεση που επιτυγχάνεται μετά από ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση ονδανσετρόνης είναι ισοδύναμη.
Η δέσμευση της ονδανσετρόνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος δεν είναι ισχυρή (70-76%). Η κάθαρση της ονδανσετρόνης από τη συστηματική κυκλοφορία γίνεται, κυρίως από το ήπαρ μέσω πολλαπλών ενζυμικών διαδικασιών. Λιγότερο από 5% της απορροφούμενης δόσης αποβάλλεται αμετάβλητο στα ούρα. Η έλλειψη του ενζύμου CYP2D6 (πολυμορφισμός της δεβρισοκίνης) δεν έχει επίδραση στην φαρμακοκινητική της
ονδανσετρόνης. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ονδανσετρόνης δεν μεταβάλλονται με τη χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων. Μελέτες σε υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές έδειξαν μικρές, αλλά κλινικά ασήμαντες, αυξήσεις σχετιζόμενες με την ηλικία τόσο στην από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα όσο και στον χρόνο ημιζωής της ονδανσετρόνης.
Παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις στη κατανομή της ονδανσετρόνης που οφείλονται στο φύλο των ασθενών, με τις γυναίκες να παρουσιάζουν μεγαλύτερο ρυθμό και βαθμό απορρόφησης του φαρμάκου, μετά από τη λήψη μίας δόσης ονδανσετρόνης από το στόμα, καθώς και μειωμένη συστηματική κάθαρση και όγκο κατανομής (διορθωμένα ως προς το σωματικό βάρος).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως 4 μηνών (n = 19), που υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση, η κανονικοποιημένη ως προς το βάρος κάθαρση ήταν περίπου 30% πιο αργή σε σχέση με ασθενείς 5 έως
24 μηνών (n = 22), αλλά συγκρίσιμη με αυτή σε ασθενείς ηλικίας 3 έως 12 ετών. Ο χρόνος ημιζωής στους ασθενείς ηλικίας 1 έως 4 μηνών αναφέρθηκε ότι φτάνει κατά μέσο όρο τις 6,7 ώρες σε σύγκριση με τις 2,9 ώρες, στους ασθενείς ηλικίας 5 έως 24 μηνών και 3 έως 12 ετών. Οι διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους στους ασθενείς ηλικίας 1 έως 4 μηνών μπορεί κατά ένα μέρος να αιτιολογηθεί από το μεγαλύτερο ποσοστό ολικού νερού σώματος σε νεογνά και βρέφη και άρα το μεγαλύτερο όγκο κατανομής για υδατοδιαλυτά φάρμακα όπως η ονδανσετρόνη.
Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας μεταξύ 3 έως 12 ετών, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε εκλεκτική χειρουργική επέμβαση με γενική αναισθησία, οι απόλυτες τιμές κάθαρσης και όγκου κατανομής της ονδανσετρόνης μειώθηκαν σε σχέση με τις τιμές των ενήλικων ασθενών. Και οι δύο παράμετροι παρουσίασαν γραμμική αύξηση σε σχέση με το βάρος και την ηλικία των 12 ετών, οι τιμές των παραμέτρων αυτών πλησίαζαν αυτές των νεαρών ενηλίκων. Όταν οι τιμές της κάθαρσης και του όγκου κατανομής ομαλοποιούνταν από το σωματικό βάρος, οι τιμές των παραμέτρων αυτών ήταν παρόμοιες μεταξύ των διαφόρων ηλικιακών ομάδων. Με την προσαρμογή της δοσολογίας ανάλογα με το βάρος σώματος αντισταθμίζονται οι μεταβολές που σχετίζονται με την ηλικία και επιτυγχάνεται ομαλοποίηση της συστημικής έκθεσης στους παιδιατρικούς ασθενείς.
Φαρμακοκινητική ανάλυση πραγματοποιήθηκε σε 428 ασθενείς (καρκινοπαθείς, χειρουργημένους και υγιείς εθελοντές) ηλικίας 1 μηνός έως 44 ετών μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ονδανσετρόνης. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, η συστημική έκθεση (AUC) της ονδανσετρόνης ύστερα από του στόματος ή την ενδοφλέβια χορήγηση σε παιδιά και εφήβους ήταν συγκρίσιμη με αυτή στους ενήλικες, με εξαίρεση τα βρέφη ηλικίας
1 έως 4 μηνών. Ο όγκος κατανομής σχετίστηκε με την ηλικία και ήταν χαμηλότερος στους ενήλικες από ό,τι στα βρέφη και τα παιδιά. Η κάθαρση σχετίστηκε με το βάρος, αλλά όχι με την ηλικία, με εξαίρεση τα βρέφη ηλικίας 1 έως 4 μηνών. Είναι δύσκολο να αποφασιστεί αν υπήρξε επιπρόσθετη μείωση στην κάθαρση σχετιζόμενη με την ηλικία σε βρέφη ηλικίας 1 έως 4 μηνών, η απλά εγγενείς διακυμάνσεις λόγω του μικρού αριθμού των συμμετεχόντων σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Εφόσον οι ασθενείς ηλικίας μικρότερης των
μηνών θα λάβουν μόνο μία μονή δόση για την αντιμετώπιση της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου, πιθανή μειωμένη κάθαρση δεν αναμένεται να σχετίζεται κλινικά.
Ηλικιωμένοι
Οι αρχικές μελέτες Φάσης Ι σε υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές έδειξαν μία μικρή μείωση στην κάθαρση που σχετίζεται με την ηλικία και μία αύξηση στο χρόνο ημίσειας ζωής της ονδανσετρόνης. Ωστόσο, η μεγάλη διατομική διακύμανση είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική επικάλυψη στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους ανάμεσα στους νέους (< 65 ετών) και τα ηλικιωμένα άτομα (≥ 65 ετών) και δεν υπήρξαν συνολικές διαφορές στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα που παρατηρήθηκε μεταξύ των νέων και των ηλικιωμένων ασθενών με καρκίνο εγγεγραμμένων στις κλινικές δοκιμές CINV, ώστε να υποστηρίξουν μία διαφορετική σύσταση δοσολογίας για τους ηλικιωμένους.
Με βάση τις πιο πρόσφατες συγκεντρώσεις ονδανσετρόνης στο πλάσμα και του μοντέλου έκθεσης- ανταπόκρισης, προβλέπεται μεγαλύτερη επίδραση στο QTcF σε ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών συγκριτικά με τους νεότερους ενήλικες. Ειδικές πληροφορίες δοσολογίας παρέχονται για τους ασθενείς άνω των 65 ετών και άνω των 75 ετών για ΕΦ δοσολογία (βλέπε παράγραφο 4.2).
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 15 – 60 mL/λεπτό), η συστηματική κάθαρση και ο όγκος κατανομής μειώνονται, με αποτέλεσμα μία μικρή, αλλά άνευ κλινικής σημασίας, αύξηση του χρόνου ημιζωής (5,4 ώρες). Μία μελέτη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, οι οποίοι υποβάλλονταν τακτικά σε αιμοκάθαρση (οι μετρήσεις έγιναν στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των συνεδριών αιμοκάθαρσης), έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της ονδανσετρόνης ουσιαστικά δεν μεταβάλλεται.
Ηπατική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, η συστηματική κάθαρση μειώνεται σημαντικά και παρουσιάζεται παρατεταμένος χρόνος ημιζωής (15 έως 32 ώρες) και η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα πλησιάζει το 100%, λόγω του μειωμένου προ- συστηματικού μεταβολισμού.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - ONDANSETRON/NORIDEM 2MG/ML
Το ONDANSETRON/NORIDEM δεν πρέπει να χορηγείται μέσω της ίδιας σύριγγας ή έγχυσης όπως και οποιοδήποτε άλλο φάρμακο. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Γυάλινες φύσιγγες: 3 χρόνια
Πλαστικές φύσιγγες σε ατομικές κυψέλες αλουμινίου: 3 χρόνια Πλαστικές φύσιγγες εντός προστατευτικού θύλακα (σακουλάκι): 3 χρόνια
Χρήση εντός 4 μηνών από το άνοιγμα του προστατευτικού θύλακα (σακουλάκι). Μετά την αραίωση:
Έχει αποδειχθεί φυσική και χημική σταθερότητα, για 24 ώρες στους 25°C και για 36 ώρες στο ψυγείο
(2-8°C). Τα αραιωμένα διαλύματα του ONDANSETRON/NORIDEM με συμβατά ενδοφλέβια διαλύματα παραμένουν σταθερά σε συνθήκες κανονικού φωτισμού για τουλάχιστον 24 ώρες και κατά συνέπεια δεν απαιτείται προστασία από το φως κατά τη διάρκεια της έγχυσης.
Από μικροβιολογικής πλευράς, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μετά το άνοιγμα της συσκευασίας, εκτός εάν το άνοιγμα του περιέκτη και η αραίωση έχουν γίνει υπό άσηπτες συνθήκες. Αν το διάλυμα δε χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι συνθήκες και η διάρκεια φύλαξης αποτελούν ευθύνη του χρήστη.
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Για τις συνθήκες φύλαξης μετά την αραίωση, βλ. παράγραφο 6.3.
Φύσιγγες των 2 mL και 4 mL, από blow-fill sealed πολυπροπυλένιο με twist-off πώμα ή από διαυγές, άχρωμο γυαλί (τύπου Ι, Ph.Eur.).
Οι πλαστικές φύσιγγες συσκευάζονται σε ατομικές κυψέλες αλουμινίου και τοποθετούνται σε κουτιά. Εναλλακτικά, ταινίες των 5 πλαστικών φυσίγγων εσωκλείονται εντός προστατευτικού θύλακα και τοποθετούνται σε κουτιά.
Οι γυάλινες φύσιγγες τοποθετούνται σε πλαστικές θήκες μέσα σε κουτιά.
Κουτιά των 5 γυάλινων φυσίγγων ή των 5, 10 και 50 πλαστικών φυσίγγων είναι διαθέσιμα. Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Το ONDANSETRON/NORIDEM δεν πρέπει να κλιβανίζεται.
Κάθε μη χρησιμοποιηθέν προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Συμβατότητα με ενδοφλέβια διαλύματα
Το ONDANSETRON/NORIDEM πρέπει να αναμειγνύεται μόνο με τα συνιστώμενα διαλύματα για έγχυση:
| Μέσο αραίωσης | Συγκέντρωση της ονδανσετρόνης στο διάλυμα που προκύπτει |
| Διάλυμα Χλωριούχου νατρίου 0,9% w/v γιαενδοφλέβια έγχυση | 0,16 mg/mL |
| Διάλυμα Γλυκόζης 5% w/v για ενδοφλέβια έγχυση | 0,16 mg/mL |
| Διάλυμα Μαννιτόλης 10% w/v για ενδοφλέβια έγχυση | 0,16 mg/mL |
| Διάλυμα Ringer για ενδοφλέβια έγχυση | 0,16 mg/mL |
| Διάλυμα Χλωριούχου καλίου 0,3% w/v και Χλωριούχου νατρίου 0.9% w/v για ενδοφλέβια έγχυση | 0,16 mg/mL |
| Διάλυμα Χλωριούχου καλίου 0,3% w/v και Γλυκόζης5% w/v για ενδοφλέβια έγχυση | 0,16 mg/mL |
Για την τήρηση της ορθής φαρμακευτικής πρακτικής, οι αραιώσεις της ονδανσετρόνης με τα διαλύματα για ενδοφλέβια έγχυση πρέπει να ετοιμάζονται αμέσως πριν την έγχυση. Εν τούτοις, έχει διαπιστωθεί ότι το ONDANSETRON/NORIDEM που έχει αραιωθεί με τα παραπάνω διαλύματα σε φιάλες πολυαιθυλενίου, παραμένει σταθερό για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου (25 ± 2°C) ή για 36 ώρες στο ψυγείο (2 - 8°C).
Συμβατότητα με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα:
Η ονδανσετρόνη μπορεί να χορηγηθεί με ενδοφλέβια έγχυση με ρυθμό 1 mg/ώρα, π.χ. από ασκό ή αντλία έγχυσης. Τα παρακάτω φάρμακα είναι δυνατόν να χορηγηθούν μέσω συσκευής τύπου Υ, για περιεκτικότητες ονδανσετρόνης που κυμαίνονται από 16 έως 160 μg/mL (π.χ. 8 mg/500 mL και 8 mg/50 mL αντίστοιχα).
Σισπλατίνη
Συγκεντρώσεις μέχρι 0,48 mg/mL (π.χ. 240 mg σε 500 mL) που χορηγούνται σε χρονικό διάστημα από μία έως οκτώ ώρες.
5-Φθοροουρακίλη
Συγκεντρώσεις μέχρι 0,8 mg/mL (π.χ. 2,4 g σε 3 λίτρα ή 400 mg σε 500 mL) χορηγούνται με ρυθμό τουλάχιστον 20 mL ανά ώρα (480 mL ανά 24ωρο). Μεγαλύτερες συγκεντρώσεις 5-φθοροουρακίλης μπορεί να προκαλέσουν καθίζηση της ονδανσετρόνης. Το διάλυμα έγχυσης 5-φθοροουρακίλης μπορεί να περιέχει μέχρι 0,045%w/v χλωριούχο μαγνήσιο μαζί με τα άλλα έκδοχα που έχουν αποδειχθεί ότι είναι συμβατά.
Καρβοπλατίνη
Συγκεντρώσεις που κυμαίνονται από 0,18 mg/mL έως 9,9 mg/mL (π.χ. από 90 mg σε 500 mL έως 990 mg σε 100 mL) χορηγούνται σε χρονικό διάστημα από 10 λεπτά έως 1 ώρα.
Ετοποσίδη
Συγκεντρώσεις που κυμαίνονται από 0,14 mg/mL έως 0,25 mg/mL (π.χ. από 70 mg σε 500 mL έως 250 mg σε 1 λίτρο) χορηγούνται σε χρονικό διάστημα από 30 λεπτά έως 1 ώρα.
Κεφταζιδίμη
Δόσεις που κυμαίνονται από 250 mg έως 2000 mg διαλύονται σε ύδωρ για ενέσιμα σύμφωνα με τις οδηγίες του παρασκευαστή (π.χ. 2,5 mL για 250 mg και 10 mL για 2 g κεφταζιδίμης) και χορηγούνται με ενδοφλέβια bolus ένεση διάρκειας περίπου πέντε λεπτών.
Κυκλοφωσφαμίδη
Δόσεις που κυμαίνονται από 100 mg έως 1 g διαλύονται σε ύδωρ για ενέσιμα, χρησιμοποιούνται 5 mL ανά 100 mg κυκλοφωσφαμίδης, όπως συνιστάται από τον παραγωγό, και χορηγούνται με ενδοφλέβια bolus ένεση διάρκειας περίπου πέντε λεπτών.
Δοξορουβικίνη
Δόσεις που κυμαίνονται από 10 mg έως 100 mg διαλύονται σε ύδωρ για ενέσιμα, χρησιμοποιούνται 5 mL ανά 10 mg δοξορουβικίνης, όπως συνιστάται από τον παραγωγό και χορηγούνται με ενδοφλέβια bolus ένεση διάρκειας περίπου πέντε λεπτών.
Δεξαμεθαζόνη
20 mg νατριοφωσφορικής δεξαμεθαζόνης χορηγούνται με βραδεία ενδοφλέβια ένεση διάρκειας 2-5 λεπτών με συσκευή έγχυσης τύπου Υ, σε συνδυασμό με 8 ή 16 mg ονδανσετρόνης που διαλύονται σε 50 – 100 mL ενός από τα παρακάτω υγρά για έγχυση:
-
Χλωριούχο νάτριο 0,9% w/v
-
Γλυκόζη 5% w/v
-
Χλωριούχο νάτριο 0,9% και Γλυκόζη 5% w/v για ενδοφλέβια έγχυση και εγχέονται για διάστημα περίπου 15 λεπτών.
Η συμβατότητα μεταξύ της νατριοφωσφορικής δεξαμεθαζόνης και της ονδανσετρόνης έχει αποδειχθεί με τη χορήγηση των δύο φαρμάκων μέσω της ίδιας συσκευής, καταλήγοντας σε συγκεντρώσεις 32 mcg – 2,5 mg/mL για τη νατριοφωσφορική δεξαμεθαζόνη και 8 mcg – 1 mg/mL για την ονδανσετρόνη.
Η ονδανσετρόνη δεν πρέπει να χορηγείται στην ίδια σύριγγα έγχυσης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.