VOMITORAN F.C.TAB 300MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - VOMITORAN 300MG/TAB
Λοιμώξεις από ευαίσθητους στη ροξιθρομυκίνη/roxithromycin μικροοργανισμούς και κυρίως σε:
-
Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού: φαρυγγίτιδα/αμυγδαλίτιδα οφειλόμενες σε Streptococcus Pyogenes. Οξεία παραρινοκολπίτιδα οφειλόμενη σε Streptococcus Pneumoniae.
-
Λοιμώξεις κατώτερου αναπνευστικού: αιτιολογική θεραπεία οξείας βακτηριακής παρόξυνσης χρόνιας βρογχίτιδας οφειλόμενη σε Haemophilus Influenzae, Moraxella Catarrhalis ή Streptococcus Pneumoniae. Εμπειρική θεραπεία σε ασθενείς με λοιμώξεις αναπνευστικού, στους οποίους υπάρχει υπόνοια λοίμωξης από H. Influenza, δεν συνιστάται.
Πνευμονία οφειλόμενη σε Mycoplasma Pneumoniae, Streptococcus Pneumonia, Chlamydia Pneumoniae.
Στη θεραπεία της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας τα μακρολίδια δεν αποτελούν φάρμακα πρώτης επιλογής.
-
Λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος, εκτός από τις γονοκοκκικές λοιμώξεις.
-
Μη επιπεπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων οφειλόμενες σε
Streptococcus Pyogenes ή Staphylococcus Aureus.
Tα αποστήματα απαιτούν συνήθως χειρουργική παροχέτευση.
Η “in vitro” ευαισθησία των βακτηριδίων στα αντιβιοτικά διαφέρει γεωγραφικά και χρονικά. Η επικρατούς στην περιοχή κατάσταση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν γίνεται επιλογή αντιμικροβιακής θεραπείας.
Ενήλικες: Από το στόμα 1 δισκίο Vomitoran® (300 mg) την ημέρα με κενό στόμαχο ή 15 λεπτά πριν από το γεύμα.
Τα δισκία Vomitoran® των 300mg λαμβάνονται με επαρκή ποσότητα νερού.
Δεν συνιστάται η χορήγηση δισκίων Vomitoran®των 300mg σε παιδιά.
Δοσολογία ενηλίκων σε ειδικές καταστάσεις
-
Ηλικιωμένοι
Σε ηλικιωμένους ασθενείς, ο χρόνος ημίσειας ζωής παρατείνεται. Παρ΄ όλα αυτά, μετά από επανειλημμένες χορηγήσεις 150mg ανά 12ωρο, τόσο η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα κατά το στάδιο της ισορροπίας, όσο και η επιφάνεια κάτω από την καμπύλη στο μεσοδιάστημα δύο δόσεων ροξιθρομυκίνης δεν διαφέρουν από αυτές που επιτυγχάνονται σε νέους ασθενείς. Για το λόγο αυτό δεν απαιτείται τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος στους υπερήλικες ασθενείς.
Σε ηλικιωμένους χορηγούνται 300mg την ημέρα, διαιρεμένα σε δύο δόσεις, ήτοι 1 δισκίο των 150mg το πρωί και 1 δισκίο150mg το βράδυ.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
Η Ροξιθρομυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε άτομα με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια.
Οι παράμετροι της ηπατικής λειτουργίας πρέπει να ελέγχονται τακτικά σε ασθενείς με σημεία ηπατικής δυσλειτουργίας ή σε περίπτωση που εμφανιστεί ηπατική δυσλειτουργία σε προηγούμενη θεραπεία με ροξιθρομυκίνη. Αν κατά τη χορήγηση ροξιθρομυκίνης οι παράμετροι αυτές επιδεινωθούν θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Δεδομένου ότι η νεφρική απέκκριση είναι μικρή δεν απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας.
-
Διάρκεια αγωγής
Η διάρκεια της αγωγής εξαρτάται από την ένδειξη για την οποία χορηγείται, από το λοιμώδη παράγοντα και την κλινική εικόνα.
Η ροξιθρομυκίνη αντενδείκνυται στις ακόλουθες περιπτ
-Υπερευαισθησία στη ροξιθρομυκίνη ή στις μακρολίδες.
-Συνδυασμός με αγγειοσυσπαστικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους ολύρας, κυρίως εργοταμίνη και διϋδροεργοταμίνη (βλ. παράγραφο 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»).
- -Κύηση και γαλουχία (βλ. Ιδιαίτερο κεφάλαιο)
-Τα δισκία Vomitoran® των 300mg αντενδείκνυται σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική ανεπάρκεια.
-
Προειδοποιήσεις
Σοβαρή αγγειοσύσπαση («εργοτισμός») με πιθανότητα νέκρωσης των άκρων έχει αναφερθεί μετά από ταυτόχρονη χορήγηση μακρολιδίων με αγγειοσυσπαστικά της ερυσιβώδους ολύρας. Πρέπει πάντα να αποκλείεται η λήψη αυτών των φαρμάκων πριν χορηγηθεί ροξιθρομυκίνη (βλ. παράγραφο 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»).
-
Προφυλάξεις
Σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (π.χ. κίρρωση του ήπατος με ίκτερο ή/και ασκίτη) η δόση πρέπει να μειώνεται στο ήμισυ (π.χ. σε ενήλικες 150mg εφάπαξ ημερησίως). Η απέκκριση της ροξιθρομυκίνης και των μεταβολιτών της από τους νεφρούς ανέρχεται σε 10% περίπου της από του στόματος χορηγούμενης δόσης. Δεν απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας, σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας.
Δεν απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας στους ηλικιωμένους.
Σε συγκεκριμένες καταστάσεις, τα μακρολίδια περιλαμβανομένης της ροξιθρομυκίνης ενδέχεται να επιμηκύνουν το διάστημα QT. Γι’ αυτό, απαιτείται προσοχή όταν η ροξιθρομυκίνη χρησιμοποιείται σε ασθενείς με συγγενές παρατεταμένο διάστημα του QT, με συνυπάρχουσες καταστάσεις που προδιαθέτουν σε αρρυθμίες (π.χ. μη διορθωμένη υποκαλλιαιμία ή υπόμαγνησία, κλινικά σημαντική βραδυκαρδία) και σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιαρρυθμικά της τάξης ΙΙΙ (βλ. παράγραφο 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»).
Όπως είναι γνωστό ότι συμβαίνει με άλλα μακρολίδια, ενδέχεται να επιδεινωθεί η μυασθένεια gravis από τη ροξιθρομυκίνη.
Οι ασθενείς με σπάνια δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Συγχορηγήσεις που αντενδείκνυνται
-
Αγγειοσυσπαστικά της ερυσιβώδους ολύρας (βλ. 4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
-
Λινκομυκίνη
Συγχορηγήσεις που δεν συνιστώνται
-
Τερφεναδίνη
Μερικά μακρολίδια παρουσιάζουν φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με την τερφεναδίνη που οδηγεί σε αύξηση των συγκεντρώσεών της στον ορό. Αυτό έχει σαν συνέπεια σοβαρή κοιλιακή αρρυθμία όπως torsades de pointes. Παρόλο ότι τέτοια αντίδραση δεν έχει αναφερθεί με τη ροξιθρομυκίνη και μελέτες σε περιορισμένο αριθμό υγιών εθελοντών δεν έχουν δείξει καμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση ή σχετικές μεταβολές του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ), εντούτοις δεν συνίσταται η συγχορήγηση ροξιθρομυκίνης με τερφεναδίνη.
-
Αστεμιζόλη, σιζαπρίδη, πιμοζίδη
Άλλα φάρμακα, όπως είναι η αστεμιζόλη, η σιζαπρίδη ή η πιμοζίδη, τα οποία μεταβολίζονται στο ήπαρ από το ισοένζυμο CYP3A σχετίζονται με παράταση του διαστήματος QT ή/και με αρρυθμίες της καρδιάς (torsades de pointes) λόγω αύξησης των επιπέδων τους στον ορό δευτερογενώς μετά από αλληλεπίδραση με σημαντικούς αναστάλτες αυτού του ισοενζύμου, στα οποία περιλαμβάνονται ορισμένα αντιμικροβιακά του τύπου των μακρολιδίων.
Μολονότι η ροξιθρομυκίνη εμφανίζει περιορισμένη ικανότητα ή και καθόλου ικανότητα να αλληλεπιδράμε το CYP3A και γι’ αυτό να αναστέλλει το μεταβολισμό άλλων φαρμάκων που μετατρέπεονται από αυτό το ισοένζυμο εντούτοις δεν μπορεί ούτε να διακριβωθεί ούτε να αποκλεισθεί με βεβαιότητα η πιθανότητα κλινικής αλληλεπίδρασης μεταξύ της ροξιθρομυκίνης και των προαναφερθέντων φαρμάκων. Γι’ αυτό δεν συνίσταται η συγχορήγηση Ροξιθρομυκίνης με αυτά τα φάρμακα.
Προφυλάξεις κατά τη χρήση
Σε μελέτες με εθελοντές δεν παρατηρήθηκε αλληλεπίδραση με βαρφαρίνη. Ωστόσο, αύξηση του χρόνου προθρομβίνης ή του Διεθνούς Δείκτη Ομαλοποίησης (INR) οι οποίοι μπορούν να εξηγηθούν από λοιμώξεις, έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ροξιθρομυκίνη και ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ. Θεωρείται φρόνιμη η πρακτική παρακολούθησης του INR κατά τη συνδυασμένη αγωγή ροξιθρομυκίνης με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ.
Σε μια in-vitro μελέτη έχει παρατηρηθεί ότι η ροξιθρομυκίνη μπορεί να εκτοπίσει τη συνδεδεμένη με πρωτεΐνη δισοπυραμίδη. Αυτό το φαινόμενο “in vivo” έχει σαν αποτέλεσμα αύξηση των συγκεντρώσεων της ελεύθερης δισοπυραμίδης στον ορό.
Συνεπώς θα πρέπει να παρακολουθείται το ηλεκτροκαρδιογράφημα και, εφόσον είναι δυνατό, οι συγκεντρώσεις δισοπυραμίδης στον ορό.
-
Διγοξίνη και άλλοι καρδιοτονωτικοί γλυκοσίδες: Μελέτη σε υγιείς εθελοντές έδειξε ότι η ροξιθρομυκίνη μπορεί να αυξήσει την απορρόφηση της διγοξίνης. Πολύ σπάνια η δράση αυτή, συνήθης για τα άλλα μακρολίδια, μπορεί να καταλήξει σε τοξικότητα από τις καρδιακές γλυκοσίδες. Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί με συμπτώματα όπως ναυτία, έμετο, διάρροια, κεφαλαλγία ή ζάλη. Η τοξικότητα από καρδιακές γλυκοσίδες δυνατόν επίσης να αποκαλύψει διαταραχές του καρδιακού ρυθμού ή/και της αγωγιμότητα . Συνεπώς θα πρέπει να παρακολουθούνται το ηλεκτροκαρδιογράφημα και αν είναι δυνατό, οι συγκεντρώσεις των καρδιακών γλυκοσίδων στον ορό σε ασθενείς οι οποίοι αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με ροξιθρομυκίνη και διγοξίνη ή άλλοες καρδιακές γλυκοσίδες. Αυτό θεωρείται υποχρεωτικό στην περίπτωση που παρουσιασθούν συμπτώματα τα οποία, υποδηλώνουν υπερδοσολογία από καρδιακές γλυκοσίδες.
Η ροξιθρομυκίνη, όπως συμβαίνει και με τα άλλα μακρολίδια, πρέπει να χρησιμοποιείται
με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιαρρυθμικά της τάξης ΙΑ και της τάξης ΙΙΙ (βλ. παράγραφο «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά της χρήση»).
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
H ροξιθρομυκίνη, όπως και άλλα μακρολίδια, μπορεί να αυξήσει την επιφάνεια κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου της μιδαζολάμης καθώς και το χρόνο ημίσειας ζωής της. Γι’ αυτό οι δράσεις της μιδαζολάμης μπορεί να ενισχυθούν και να παραταθούν σε ασθενείς που λαμβάνουν ροξιθρομυκίνη. Δεν υπάρχει πειστική απόδειξη αλληλεπίδρασης μεταξύ ροξιθρομυκίνης και τριαζολάμης.
Έχει παρατηρηθεί μια μικρή αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της θεοφυλλίνης ή της κυκλοσπορίνης Α, η οποία δεν απαιτεί αλλαγές στη συνήθη δοσολογία.
Άλλες
Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με καρβαμαζεπίνη, ρανιτιδίνη και με υδροξείδιο του μαγνησίου και του αργιλίου, από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά περιλαμβανομένων και των προγεσταγόνων.
Η απορρόφηση του φαρμάκου δεν επηρεάζεται όταν χορηγείται πριν τα γεύματα.
Επίδραση στις εργαστηριακές και διαγνωστικές δοκιμασίες
Καμία γνωστή.
-
-
Κύηση
Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έδειξαν τερατογενετική δράση ή εμβρυοτοξική δράση σε δόσεις μέχρι και 200mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα ή αλλιώς 40 φορές της θεραπευτικής δόσης για τους ανθρώπους.
Η ασφάλεια για το έμβρυο από τη ροξιθρομυκίνη δεν έχει εξακριβωθεί στην ανθρώπινη κύηση.
-
Γαλουχία
Μικρή ποσότητα ροξιθρομυκίνης απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα των ανθρώπων. Γι΄ αυτό ο θηλασμός ή η θεραπεία της μητέρας με Vomitoran® πρέπει να διακόπτονται όπως απαιτείται.
-
Έρευνες: Αύξηση των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT ή/και της αλκαλικής φωσφατάσης).
-
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Ηωσινοφιλία.
-
Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Ζάλη, κεφαλαλγία, παραισθησία. Όπως συμβαίνει και με άλλα μακρολίδια, έχουν αναφερθεί διαταραχές της γεύσης (περιλαμβανομένης της αγευσίας) ή/και απώλεια της όσφρησης (περιλαμβανομένης της ανοσμίας).
-
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου: Βρογχόσπασμος.
-
Διαταραχές του γαστρεντερικού: Ναυτία, έμετος, επιγαστραλγία (δυσπεψία) διάρροια (ορισμένες φορές με πρόσμιξη αίματος). Έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα παγκρεατίτιδας. Στους περισσότερους ασθενείς είχαν χορηγηθεί άλλα φάρμακα για τα οποία η παγκρεατίτιδα ήταν γνωστή ανεπιθύμητη αντίδραση.
-
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούς: Πολύμορφο ερύθημα, εξάνθημα κνίδωση, αγγειοοίδημα, πορφύρα.
-
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: Επιλοίμωξη: Όπως συμβαίνει και με άλλα αντιβιοτικά, η χορήγηση ροξιθρομυκίνης και ειδικότερα αν είναι παρατεταμένη δυνατόν να έχει ως επακόλουθο την ανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών.
Ουσιώδους σημασίας είναι η επαναλαμβανόμενη παρακολούθηση της κατάστασης του ασθενή. Στην περίπτωση που εμφανιστεί επιλοίμωξη κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισης.
-
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Αναφυλακτική καταπληξία.
-
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Χολοστατική ή ηπατοκυττατική οξεία ηπατίτιδα (ορισμένες φορές με ίκτερο).
-
Ψυχιατρικές διαταραχές: Ψευδαισθήσεις.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - VOMITORAN 300MG/TAB
Αντιμικροβιακή δράση: To φυσικό αντιμικροβιακό φάσμα της ροξιθρομυκίνης είναι το ακόλουθο :
α) Στελέχη συνήθως ευαίσθητα:
-Streptococcus group A (Streptococcus pyogenes)
-Streptococcus group C
-Streptococcus group G
-Streptococcus mitis, sanguis, viridans
-Streptococcus agalactiae
-Streptococcus pneumoniae
-Neisseria meningitidis
-Neisseria gonorrhoeae
-Bordetella pertussis
-Moraxella catarrhalis
-Corynebacterium diphtheriae
-Listeria monocytogenes
-Clostridium
-Mycoplasma pneumoniae
-Pasteurella multocida
-Chlamydia trachomatis, psittaci και pneumoniae
-Ureaplasma urealyticum
-Legionella pneumophila
-Helicobacter pylori
-Gardnerella vaginalis
β) Στελέχη με μεταβλητή ευαισθησία:
-Ηaemophilus influenzae (συνήθως ανθεκτικός)
-Bacteroides fragilis
-Vibrio cholerae
-Staphylococcus aureus, Staphylococcus coagulase negative (μη ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη)
-Staphylococcus epidermidis.
γ) Ανθεκτικά στελέχη :
-Enterobacteriaceae
-Pseudomonas spp
-Acinetobacter spp
Απορρόφηση: H ροξιθρομυκίνη απορροφάται γρήγορα. Το αντιβιοτικό βρίσκεται στον ορό ήδη 15 λεπτά μετά τη λήψη. Η μέγιστη στάθμη στον ορό επιτυγχάνεται 2,2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση 150mg επί κενού στομάχου.
Η ροξιθρομυκίνη όταν χορηγείται με κενό στόμαχο υπό μορφή δισκίου 300mg από το στόμα απορροφάται γρήγορα. Η ροξιθρομυκίνη είναι περισσότερο σταθερή σε όξινο περιβάλλον από τις άλλες μακρολίδες: βρίσκεται στον ορό ήδη 15 λεπτά μετά τη λήψη.
Σε υγιή άτομα η μέγιστη στάθμη στον ορό επιτυγχάνεται σε 1,5 ώρα (Τmax) μετά την από του στόματος χορήγηση 300mg.
Η απορρόφηση ελαττώνεται με τη λήψη τροφής γι΄ αυτό συνιστάται τα δισκία να λαμβάνονται πριν τα γεύματα.
Κατανομή: Εφάπαξ δόση: Μετά από του στόματος χορηγούμενη εφάπαξ δόση 1 δισκίου 150mg σε υγιή άτομα, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι έχουν ως ακολούθως:
-μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα: 6,6 mg/l
-μέση συγκέντρωση (12 ώρες μετά από του στόματος χορήγηση): 1,8 mg/l
-μέσος χρόνος ημίσειας ζωής: 10,5 ώρες.
Μετά από του στόματος εφάπαξ χορηγούμενη δόση 1 δισκίου 300mg σε υγιή άτομα, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της ροξιθρομυκίνης είναι κατά μέσο όρο 9,7 mg/I. Η τιμή αυτή επιτυγχάνεται σε 1,5 ώρα περίπου (Τmax). Σε 12 ώρες η υπολειπόμενη συγκέντρωση είναι 2,9mg/I και σε 24 ώρες 1,2 mg/I.
Επανειλημμένες δόσεις: Μετά από χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων σε υγιή άτομα (150mg κάθε 12 ώρες για 10 ημέρες), η σταθερή κατάσταση στο πλάσμα επιτυγχάνεται μεταξύ της 2ης και της 4ης ημέρας. Οι συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση έχουν ως ακολούθως:
-μέγιστη συγκέντρωση: 9,3 mg/l
-ελάχιστη συγκέντρωση: 3,6 mg/l
Μετά τη χορήγηση 300mg κάθε 24 ώρες για 11 ημέρες η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της ροξιθρομυκίνης είναι 10,9 mg/I
Κατά τοτη σταθερή κατάσταση, η υπολειπόμενη συγκέντρωση (στις 24 ώρες) είναι 1,7 mg/I.
O χρόνος ημίσειας ζωής στους ενήλικες είναι 11,2 ± 4,4 ώρες.
Η διείσδυση στους ιστούς και τα υγρά του σώματος είναι καλή, ιδιαίτερα στον πνεύμονα, στις αμυγδαλές και στον προστάτη, 6 και 12 ώρες μετά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση ροξιθρομυκίνης.
Σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος: 96%. Η ροξιθρομυκίνη συνδέεται κυρίως με την α-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Η σύνδεση αυτή παρουσιάζει κορεσμό και το ποσοστό μειώνεται όταν η συγκέντρωση της Ροξιθρομυκίνης υπερβαίνει τα 4mg/l.
Μικρές ποσότητες ροξιθρομυκίνης έχουν ανιχνευθεί στο γάλα, μικρότερες από το 0,05% της χορηγηθείσας δόσης.
Βιομετασχηματισμός: Η ροξιθρομυκίνη μεταβολίζεται μόνο μερικά, δεδομένου ότι περισσότερο από το 50% της μητρικής ουσίας απεκκρίνεται αναλλοίωτο.
Έχουν ανιχνευθεί 3 μεταβολίτες στα ούρα και στα κόπρανα: η descladinose roxithromycin είναι ο κύριος μεταβολίτης και οι N-mono και N-didemethyl roxithromycin, δύο μικρότερης σημασίας.
Η αναλογία με την οποία αποβάλλονται η ροξιθρομυκίνη και οι 3 μεταβολίτες στα ούρα και στα κόπρανα είναι ίδια.
Απέκκριση: H απέκκριση της ροξιθρομυκίνης γίνεται κυρίως από τα κόπρανα 72 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση σεσημασμένης ροξιθρομυκίνης με άνθρακα (14C), 12% της ραδιενέργειας αποβάλλεται από τα ούρα, ενώ το υπόλοιπο από τα κόπρανα.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ατόμων.
Ηλικιωμένοι: Μετά τη χορήγηση 1 δισκίου 300mg, η μέγιστη συγκέντρωση της
ροξιθρομυκίνης στο πλάσμα (Cmax) είναι κατά μέσο όρο 17,8 mg/l και επιτυγχάνεται σε 1,5 ώρα περίπου.
Η υπολειπόμενη συγκέντρωση σε 24 ώρες είναι 5,2mg/l.
Στους ηλικιωμένους ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι κατά μέσο όρο διπλάσιος.
Η απόκλιση από τη γραμμική κινητική είναι περισσότερο έντονη σε ηλικιωμένα άτομα, όπου παρατηρείται η αύξηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις να είναι μικρότερη από την αναμενόμενη. Αυτό πιθανότατα οφείλεται σε κορεσμό της σύνδεσης της ροξιθρομυκίνης στις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Νεφρική ανεπάρκεια: Μετά τη χορήγηση 1 δισκίου 300mg, η μέγιστη συγκέντρωση της ροξιθρομυκίνης στο πλάσμα (Cmax) είναι 10,2 mg/l και επιτυγχάνεται σε 2,2. ώρες. Η υπολειπόμενη συγκέντρωση σε 24 ώρες είναι 3,4mg/l.
O χρόνος ημίσειας ζωής είναι 16 ώρες.
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια: Μετά την από του στόματος χορήγηση ενός δισκίου 150mg, ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται σε 25 ώρες.
Προκλινικά στοιχεία ασφαλείας: Η ροξιθρομυκίνη, όπως και η ερυθρομυκίνη, έχει δείξει “in vitro” να προκαλεί μια εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση παράταση του QRS. Τέτοιες επιδράσεις δεν παρατηρήθηκαν σε ανθρώπους αλλά θεωρούνται σαν πιθανές στην κλινική πράξη.
Οξεία τοξικότητα: Η ροξιθρομυκίνη εμφανίζει μικρή τοξικότητα μετά από οξεία χορήγηση (LD50 με περίπου 750mg/kg από του στόματος σε ποντικούς 1000-1700mg/kg από του στόματος σε αρουραίους και > 2000 mg/kg από του στόματος σε σκύλους).
Χρόνια τοξικότητα: Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση τα βασικά όργανα-στόχοι ήταν το ήπαρ και το πάγκρεας.
Η δράση στο ήπαρ ήταν πιο έκδηλη στο σκύλο από ότι στον αρουραίο, σε δόσεις που κυμαίνονταν από 180mg/kg/ημερησίως για 1 μήνα έως 100 mg/kg/ημέρα για 6 μήνες σε σύγκριση με 400 και 125 mg/kg/ημέρα αντίστοιχα, στις αυτές μελέτες στον αρουραίο: τα αποτελέσματα που εμφανίσθηκαν με αυτές τις δόσεις ήταν επίσης πιο έκδηλα στο σκύλο από ότι στον αρουραίο.
Η δράση στο πάγκρεας εντοπίσθηκε στην ενδοκρινή μοίρα στον αρουραίο αλλά πιο έντονα στην εξωκρινή μοίρα στο σκύλο: τα φαινόμενα αυτά έγιναν αντιληπτά μετά από χορήγηση υψηλών δόσεων ή για μακρό χρονικό διάστημα.
Στον αρουραίο παρατηρήθηκε ακόμη κάποια επίδραση στα δόντια.
Τερατογόνος δράση: Τα πρωτότυπα τοξικολογικά στοιχεία έδειξαν επίσης ότι η ροξιθρομυκίνη δεν εμφάνισε ούτε τερατογόνο δράση στον ποντικό, στον αρουραίο ή στο κουνέλι ούτε εκδηλώθηκε μεταλλαξιογόνος δράση.
Φαρμακευτικά στοιχεία
Φαρμακευτικές πληροφορίες - VOMITORAN 300MG/TAB
-
Vomitoran® F.C. Tablets 300mg/tab.
Έκδοχα: Polyvidone , Hyprolose, Silicon Dioxide Colloidal, Palaxalcol (Pluronic F68), Talc, Magnesium Stearate, Starch Maize.
Σύνθεση επικάλυψης: Hypromellose, Dextrose (Glucose), Propylene Glycol, Titanium Dioxide.
24 μήνες για προϊόν διατηρημένο σύμφωνα με τις οδηγίες.
Ιδιαίτερες προφυλάξεις για τη φύλαξη του προϊόντος: Να μη φυλάσσεται σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 250C.
Χάρτινο κουτί που περιέχει 8 δισκία επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο λευκού χρώματος σε alu-blister και φύλλο οδηγιών χρήσεως.
-
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας: ΝΟΡΜΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε., Μενάνδρου 54, 10431 Αθήνα, τηλ: 210 52 22 282, φαξ: 210 52 41 368, http://www.normahellas.gr, email: info@normahellas.gr.
-
Παρασκευαστής: ΑΝΦΑΡΜ ΕΛΛΑΣ Α. Ε., 320 09 Σχηματάρι Βοιωτίας.
-
Ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας
02-02-2005
12. Ημερομηνία αναθεώρησης κειμένου: Ιούλιος 2010 (Σύμφωνα με την εγκύκλιο του Ε.Ο.Φ. 7869/3-2-2010).
ΝΟΡΜΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.
Μενάνδρου 54, 104 31 Αθήνα
Τηλ: (210) 52.22.282, Φαξ: (210) 52.41.368
E-mail: info@normahellas.gr, http:// www.normahellas.gr.
SPC-2094802-2