DEXALEAU ORAL.SOL 20mg/5ml (4mg/ml)
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - DEXALEAU 20mg/5ml
Η δεξαμεθαζόνη είναι κορτικοστεροειδές. Προορίζεται για χρήση σε ορισμένες ενδοκρινολογικές και μη ενδοκρινολογικές διαταραχές, σε ορισμένες περιπτώσεις εγκεφαλικού οιδήματος και για το διαγνωστικό έλεγχο υπερλειτουργίας του φλοιού των επινεφριδίων.
Ενδοκρινολογικές διαταραχές: Εξόφθαλμος ενδοκρινούς προέλευσης.
Μη ενδοκρινολογικές διαταραχές: Η δεξαμεθαζόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία μη ενδοκρινολογικών παθήσεων με απόκριση στα κορτικοστεροειδή μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται:
Αλλεργία και αναφυλαξία: Αναφυλαξία.
Αρτηρίτιδα, κολλαγόνωση: Ρευματική πολυμυαλγία, οζώδης πολυαρτηρίτιδα.
Αιματολογικές διαταραχές: Αιμολυτική αναιμία (επίσης αυτοάνοση), λευχαιμία, μυέλωμα, ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα σε ενήλικες, δικτυολεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές (βλέπε επίσης στην ενότητα ογκολογικές διαταραχές).
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Για θεραπεία κατά τη διάρκεια της ζωτικής σημασίας φάσης στα εξής: ελκώδης κολίτιδα (ορθικού τύπου μόνο), περιφερειακή εντερίτιδα (νόσος του Crohn), μερικές μορφές ηπατίτιδας.
Μυϊκές διαταραχές: Πολυμυοσίτιδα.
Νευρολογικές διαταραχές: Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση δευτεροπαθής σε εγκεφαλικούς όγκους, οξείες εξάρσεις της σκλήρυνσης κατά πλάκας.
Οφθαλμολογικές διαταραχές: Πρόσθια και οπίσθια ραγοειδίτιδα, οπτική νευρίτιδα, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα, κροταφική αρτηρίτιδα, κογχικός ψευδοόγκος.
Νεφρικές διαταραχές: Νεφρωσικό σύνδρομο
Πνευμονικές διαταραχές: Χρόνιο βρογχικό άσθμα, πνευμονίτιδα λόγω αναρρόφησης, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), σαρκοείδωση, αλλεργική πνευμονοπάθεια όπως πνεύμονας του γεωργού και του εκτροφέα περιστεριών, σύνδρομο Löffler, κρυπτογενής σκληρυντική κυψελίτιδα.
Ρευματικές διαταραχές: Ορισμένες περιπτώσεις ή ειδικές μορφές (σύνδρομο Felty, σύνδρομο Sjörgen) ρευματοειδούς αρθρίτιδας, συμπεριλαμβανομένης της νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας, οξείς ρευματισμοί, διάχυτος ερυθηματώδης λύκος, κροταφική αρτηριίτιδα (ρευματική πολυμυαλγία).
Δερματικές διαταραχές: Κοινή πέμφιγα, πομφολυγώδης πέμφιγα, ερυθροδερμίες, σοβαρές μορφές πολύμορφου ερυθήματος (σύνδρομο Stevens-Johnson), σπογγοειδής μύκωση, πομφολυγώδης ερπητοειδής δερματίτιδα.
Ογκολογικές διαταραχές: Λεμφική λευχαιμία, ιδιαίτερα οξείας μορφής, κακόηθες λέμφωμα (νόσος Hodgkin, λέμφωμα non Hodgkin), μεταστατικός καρκίνος του μαστού, υπερασβεστιαιμία ως αποτέλεσμα οστικής μετάστασης ή της νόσου του Kahler.
Διάφορα: Έντονες αλλεργικές αντιδράσεις, ως ανοσοκατασταλτικό σε μεταμόσχευσηοργάνων, ως επικουρική θεραπεία στην πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου και στη θεραπεία του καρκίνου με ογκολυτικά που έχουν σοβαρή εμετική δράση.
4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Γενικές θεωρήσεις:
Η δοσολογία πρέπει να τιτλοδοτείται βάσει της μεμονωμένης απόκρισης κάθε ατόμου και της φύσης της νόσου. Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη δυνατή αποτελεσματική δοσολογία (βλ. «Ανεπιθύμητες ενέργειες»).
Η αρχική δοσολογία κυμαίνεται από 0,5‑9mg (0,125 ml to 2,25 ml) την ημέρα ανάλογα με την υπό θεραπεία νόσο. Στις πιο σοβαρές νόσους, ενδέχεται να απαιτούνται δόσεις μεγαλύτερες από 9mg. Η αρχική δοσολογία θα πρέπει να διατηρείται ή να ρυθμίζεται μέχρι να γίνει ικανοποιητική η απόκριση του ασθενούς. Τόσο η δόση το βράδυ, που είναι χρήσιμη για να καταπραΰνεται η πρωινή ακαμψία, όσο και το σχήμα των επί μέρους χωρισμένων δόσεων συσχετίζονται με μεγαλύτερη καταστολή του άξονα «υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια». Αν δεν υπάρξει ικανοποιητική κλινική απόκριση μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, διακόψτε τη θεραπεία με δεξαμεθαζόνη και χορηγήστε άλλη θεραπεία στον ασθενή.
Αν η αρχική απόκριση είναι ικανοποιητική, η δοσολογία συντήρησης πρέπει να καθοριστεί μειώνοντας βαθμιαία τη δόση μέχρι την ελάχιστη απαιτούμενη για τη διατήρηση επαρκούς κλινικής απόκρισης. Η χρόνια δοσολογία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει κατά προτίμηση το 1,5mg (0,375 ml) δεξαμεθαζόνης ημερησίως.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν σημεία που απαιτούν ρύθμιση της δόσης. Αυτά μπορεί να είναι αλλαγές στην κλινική κατάσταση ως αποτέλεσμα υποτροπών ή εξάρσεων της νόσου, μεμονωμένη αντίδραση στο φάρμακο και επίδραση του στρες (π.χ. χειρουργική επέμβαση, λοίμωξη, τραυματισμός). Κατά τη διάρκεια στρεσογόνων καταστάσεων, ενδέχεται να είναι απαραίτητη η προσωρινή αύξηση της δοσολογίας.
Αν το φάρμακο πρέπει να σταματήσει αφού περάσουν περισσότερες από λίγες ημέρες θεραπείας, η διακοπή θα πρέπει να γίνει σταδιακά.
Οι ακόλουθες ισοδυναμίες διευκολύνουν τη μετάβαση στη δεξαμεθαζόνη από άλλα γλυκοκορτικοειδή:
Συγκρίνοντας ποσότητες ανά χιλιοστόγραμμο (milligram), η δεξαμεθαζόνη είναι περίπου ισοδύναμη με τη βηταμεθαζόνη, 4 έως 6φορές πιο ισχυρή από τη μεθυλπρεδνιζολόνη και την τριαμκινολόνη, 6 έως 8φορές πιο ισχυρή από την πρεδνιζόνη και την πρεδνιζολόνη, 25 έως 30φορές πιο ισχυρή από την υδροκορτιζόνη και περίπου 35φορές πιο ισχυρή από την κορτιζόνη.
Οξείες, αυτοπεριοριζόμενες αλλεργικές διαταραχές ή οξείες εξάρσεις χρόνιων αλλεργικών διαταραχών.
Προτείνεται το ακόλουθο σχήμα δοσολογίας, το οποίο συνδυάζει παρεντερική και από του στόματος θεραπεία:
Πρώτη ημέρα: Ενδομυϊκή ένεση νατριούχου φωσφορικής δεξαμεθαζόνης 4mg ή 8mg.
Δεύτερη ημέρα: 1mg (0,25ml) DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα, δύο φορές την ημέρα.
Τρίτη ημέρα: 1mg (0,25ml) DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα, δύο φορές την ημέρα.
Τέταρτη ημέρα: 500μικρογραμμάρια (0,125ml) DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα , δύο φορές την ημέρα.
Πέμπτη ημέρα: 500μικρογραμμάρια (0,125ml) DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα, δύο φορές την ημέρα.
Έκτη ημέρα: 500μικρογραμμάρια (0,125ml DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα.
Έβδομη ημέρα: 500μικρογραμμάρια (0,125ml) DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα.
Όγδοη ημέρα: Επαναξιολόγηση.
Το πρόγραμμα αυτό έχει σχεδιαστεί για να διασφαλίζει επαρκή θεραπεία κατά τη διάρκεια οξέων επεισοδίων ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο υπερδοσολογίας σε χρόνιες περιπτώσεις.
Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση: Η αρχική θεραπεία είναι συνήθως με ένεση. Όταν απαιτείται θεραπεία συντήρησης, αυτή θα πρέπει να αλλάξει σε πόσιμο διάλυμα δεξαμεθαζόνης το συντομότερο δυνατό. Για την παρηγορητική αντιμετώπιση ασθενών με υποτροπιάζοντες ή ανεγχείρητους εγκεφαλικούς όγκους, η δοσολογία συντήρησης πρέπει να υπολογίζεται για κάθε άτομο ξεχωριστά. Δόση 2mg δύο ή τρεις φορές την ημέρα μπορεί να είναι αποτελεσματική. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται πάντα η μικρότερη απαραίτητη δόση για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.
Δοκιμασίες καταστολής δεξαμεθαζόνης:
1. Δοκιμασίες για σύνδρομο Cushing:
2mg (0,5ml) DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα θα πρέπει να χορηγούνται στις 11μ.μ.. Κατόπιν λαμβάνονται δείγματα αίματος στις 8π.μ. το επόμενο πρωί για τον προσδιορισμό της κορτιζόλης στο πλάσμα.
Αν απαιτείται μεγαλύτερη ακρίβεια, θα πρέπει να χορηγούνται 500μικρογραμμάρια (0,125ml) DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα κάθε 6ώρες για 48ώρες. Θα πρέπει να λαμβάνεται αίμα στις 8π.μ. του τρίτου πρωινού για τον προσδιορισμό της κορτιζόλης στο πλάσμα.
Για τον προσδιορισμό της έκκρισης του 17‑υδροξυκορτικοστεροειδούς θα πρέπει να χρησιμοποιείται συλλογή ούρων εικοσιτετραώρου.
2. Δοκιμασία για τη διάκριση συνδρόμου Cushing που προκαλείται από περίσσεια ACTH της υπόφυσης από το σύνδρομο που προκαλείται από άλλες αιτίες:
2mg (0,5ml) DEXALEAU 20 mg/5ml Πόσιμο Διάλυμα θα πρέπει να χορηγούνται κάθε 6ώρες για 48ώρες. Θα πρέπει να λαμβάνεται αίμα στις 8π.μ. του τρίτου πρωινού για τον προσδιορισμό της κορτιζόλης στο πλάσμα.
Για τον προσδιορισμό της έκκρισης 17‑υδροξυκορτικοστεροειδούς θα πρέπει να χρησιμοποιείται συλλογή ούρων εικοσιτετραώρου.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Η δοσολογία θα πρέπει να περιορίζεται σε μία μόνο δόση μέρα παρά μέρα για να μειώνεται η καθυστέρηση στην ανάπτυξη και να ελαχιστοποιείται η καταστολή του άξονα «υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια».
Ηλικιωμένοι:
Η θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών, ιδιαίτερα αν είναι μακροχρόνια, θα πρέπει να προγραμματίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις πιο σοβαρές συνέπειες των συχνών ανεπιθύμητων ενεργειών των κορτικοστεροειδών στους ηλικιωμένους.
Τρόπος χορήγησηςDEXALEAU20mg/5mlΠόσιμο Διάλυμα:
Από του στόματος χορήγηση. Το φαρμακευτικό προϊόν διατίθεται με μία διαβαθμισμένη δοσιμετρική σύριγγα των3ml και έναν προσαρμογέα σύριγγας/φιάλης που εφαρμόζεται με πίεση (press in adaptor). Κάθε επιμέρους γραμμή διαβάθμισης ισοδυναμεί με 0,125 ml πόσιμου διαλύματος.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα έκδοχα στην παράγραφο 6.1.
-
Συστηματική λοίμωξη εκτός και αν χρησιμοποιείται ειδική θεραπεία κατά της λοίμωξης.
-
Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις.
-
Έλκος στομάχου ή έλκος δωδεκαδακτύλου
-
Λοίμωξη από τροπικούς σκώληκες
Οι ασθενείς θα πρέπει να φέρουν κάρτες «στεροειδούς θεραπείας» που να παρέχουν σαφείς οδηγίες σχετικά με τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου και οι οποίες παρέχουν λεπτομέρειες για τον συνταγογράφο, το φάρμακο, τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας.
Η επινεφριδιακή ανεπάρκεια, η οποία προκαλείται από τη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, ενδέχεται, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, να παραταθεί για πολλούς μήνες, και σε ορισμένες περιπτώσεις, περισσότερο από ένα έτος, μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα για ειδικές, σωματικές εκδηλώσεις στρες (τραύμα, χειρουργική επέμβαση, τοκετό, κλπ.), μπορεί να απαιτείται μία προσωρινή αύξηση της δόσης. Λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου σε στρεσογόνες συνθήκες, θα πρέπει να γίνει μια ταυτότητα κορτικοστεροειδούς για τους ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία. Ακόμη και σε περιπτώσεις παρατεταμένης επινεφριδιακής ανεπάρκειας μετά τη διακοπή της θεραπείας, η χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να είναι απαραίτητη σε φυσικέςς στρεσογόνες καταστάσεις. Η οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια που προκαλείται από τη θεραπεία μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με βραδεία μείωση της δόσης μέχρι την προγραμματισμένη διακοπή.
Η θεραπεία με DEXALEAU θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση των ισχυρότερων ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο πρέπει να χορηγείται πρόσθετη στοχευμένη αντιλοιμώδης θεραπεία για τις ακόλουθες ασθένειες:
-
Οξείες ιογενείς λοιμώξεις (έρπης ζωστήρα, απλός έρπης, ανεμοβλογιά, ερπητική κερατίτιδα)
-
Χρόνια ενεργή ηπατίτιδα, θετική σε HBsAG
-
Περίπου 8 εβδομάδες πριν έως 2 εβδομάδες μετά τους εμβολιασμούς με εμβόλια ζώντος ιού
-
Συστηματικές μυκητιάσεις και παρασιτώσεις (π.χ. νηματώδεις)
-
Πολιομυελίτιδα
-
Λεμφαδενίτιδα μετά από εμβολιασμό BCG
-
Οξείες και χρόνιες βακτηριακές λοιμώξεις
-
Ιστορικό φυματίωσης (κίνδυνος επανενεργοποίησης). Να χρησιμοποιείται μόνο υπό προστασία για τη φυματίωση
Επιπλέον, η θεραπεία με DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για τη χρήση του και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να χορηγείται πρόσθετη εξειδικευμένη θεραπεία για:
-
Γαστρεντερικά έλκη
-
Σοβαρή οστεοπόρωση
-
Δύσκολα ρυθμιζόμενη υψηλή αρτηριακή πίεση
-
Δύσκολα ρυθμιζόμενος σακχαρώδης διαβήτης
-
Ψυχιατρικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού)
-
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας και γλαύκωμα ανοικτής γωνίας
-
Έλκη και τραυματισμοί του κερατοειδή
Λόγω του κινδύνου της εντερικής διάτρησης, το DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για τη χρήση του σε επείγουσες καταστάσεις και υπό κατάλληλη παρακολούθηση για:
-
Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με επαπειλούμενη διάτρηση
-
Εγκολπωματίτιδα
-
Αναστόμωση του εντέρου (αμέσως μετά την εγχείρηση)
Οι ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών ενδέχεται να μην παρουσιάσουν σημεία περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από τη διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα.
Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα μεγαλύτερης ανάγκης για ινσουλίνη ή από του στόματος αντιδιαβητικά κατά τη χορήγηση DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα σε διαβητικούς.
Η τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα, ιδιαίτερα κατά τη χορήγηση υψηλότερων δόσεων και σε ασθενείς με δυσκολία ρύθμισης της υψηλής αρτηριακής πίεσης.
Λόγω του κινδύνου επιδείνωσης, οι ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Η θεραπεία με DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα μπορεί να καλύψει συμπτώματα μίας υπάρχουσας ή αναπτυσσόμενης λοίμωξης, καθιστώντας έτσι τη διάγνωσή της πιο δύσκολη.
Η παρατεταμένη χρήση ακόμη και μικρών ποσοτήτων δεξαμεθαζόνης οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης, ακόμη και από μικροοργανισμούς οι οποίοι σε άλλες περιπτώσεις σπάνια προκαλούν λοιμώξεις (οι λεγόμενες ευκαιριακές λοιμώξεις). Οι εμβολιασμοί με αδρανοποιημένο εμβόλιο είναι πάντα εφικτοί. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ανοσολογική αντίδραση και ως εκ τούτου η επιτυχία του εμβολιασμού, ενδέχεται να επηρεαστεί από υψηλές δόσεις των κορτικοειδών.
Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με το DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα συνίστανται οι τακτικοί ιατρικοί έλεγχοι (συμπεριλαμβανομένων των εξετάσεων όρασης ανά διαστήματα τριών μηνών).
Σε υψηλές δόσεις, θα πρέπει να παρακολουθείται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και ο περιορισμός του νατρίου, καθώς και τα επίπεδα καλίου στον ορό του αίματος. Ανάλογα με τη διάρκεια και τη δοσολογία της θεραπείας, μπορεί να αναμένεται αρνητική επίδραση στο μεταβολισμό του ασβεστίου, έτσι ώστε να συνίσταται θεραπεία προφύλαξης κατά της οστεοπόρωσης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις συνυπαρχόντων παραγόντων κινδύνου, όπως η οικογενής προδιάθεση, η προχωρημένη ηλικία, η εμμηνόπαυση, η ανεπαρκής πρόσληψη πρωτεϊνών και ασβεστίου, το βαρύ κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ καθώς και η ανεπαρκής σωματική άσκηση. Στην πρόληψη περιλαμβάνονται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D και η σωματική δραστηριότητα. Σε περίπτωση προϋπάρχουσας οστεοπόρωσης θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο λήψης πρόσθετης ιατρικής θεραπείας.
Σε περίπτωση προσωρινής ή οριστικής διακοπής της μακροχρόνιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών θα πρέπει να εξεταστούν οι ακόλουθοι κίνδυνοι:
-
Έξαρση ή επανεμφάνιση της υποκείμενης νόσου, οξεία ανεπάρκεια των επινεφριδίων, σύνδρομο στέρησης κορτικοστεροειδών.
-
Ορισμένες ιογενείς ασθένειες (ανεμοβλογιά, ιλαρά) σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, ενδέχεται να εμφανιστούν σε πολύ σοβαρή μορφή.
-
Παιδιά και ανοσοκατεσταλμένα άτομα χωρίς προηγούμενη λοίμωξη από ανεμοβλογιά ή ιλαρά κινδυνεύουν ιδιαίτερα. Αν αυτοί οι άνθρωποι έρθουν σε επαφή με άτομα που έχουν μολυνθεί από ιλαρά ή ανεμοβλογιά ενώ υποβάλλονται σε θεραπεία με DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα, θα πρέπει να ακολουθηθεί μια προληπτική θεραπεία, εάν είναι απαραίτητο.
Ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ασθενείς ή/και οι φροντιστές θα πρέπει να προειδοποιούνται ότι μπορεί να παρατηρηθούν πιθανές σοβαρές ψυχιατρικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις με τα συστηματικά στεροειδή (βλέπε ενότητα4.8). Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται εντός λίγων ημερών ή εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας. Οι κίνδυνοι μπορεί να είναι μεγαλύτεροι με τις υψηλές δόσεις/ συστηματική έκθεση (βλέπε επίσης ενότητα4.5 φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών), αν και τα επίπεδα δόσης δεν επιτρέπουν πρόβλεψη της έναρξης, του τύπου, της σοβαρότητας ή της διάρκειας των αντιδράσεων. Οι περισσότερες αντιδράσεις υποχωρούν είτε μετά από μείωση της δόσης είτε μετά από απόσυρση, αν και μπορεί να απαιτείται ειδική θεραπεία.
Οι ασθενείς/φροντιστές θα πρέπει να ενθαρρύνονται να αναζητούν ιατρική συμβουλή εάν εμφανιστούν ανησυχητικά ψυχολογικά συμπτώματα, ειδικότερα εάν υπάρχει υποψία για καταθλιπτική διάθεση ή αυτοκτονικό ιδεασμό. Οι ασθενείς/φροντιστές θα πρέπει επίσης να είναι σε εγρήγορση για πιθανές ψυχιατρικές διαταραχές οι οποίες μπορεί να παρατηρηθούν είτε κατά τη διάρκεια είτε αμέσως μετά τη βαθμιαία μείωση της δόσης/διακοπή των συστηματικών στεροειδών, αν και τέτοιες αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σπάνια.
Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν εξετάζεται η χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με υφιστάμενο ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών συναισθηματικών διαταραχών στους ίδιους ή σε συγγενείς πρώτου βαθμού. Αυτές περιλαμβάνουν την καταθλιπτική ή μανιοκαταθλιπτική νόσο και προηγούμενη ψύχωση από στεροειδή.
Σύνδρομο λύσης όγκου
Σύμφωνα με την μετά την κυκλοφορία αποκτηθείσα εμπειρία, το σύνδρομο λύσης όγκου (ΣΛΟ) έχει αναφερθεί σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες μετά τη χρήση μόνο δεξαμεθαζόνης ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες. Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο ΣΛΟ, όπως ασθενείς με υψηλό ποσοστό πολλαπλασιασμού, υψηλό φορτίο όγκου, και υψηλή ευαισθησία σε κυτταροτοξικούς παράγοντες, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και θα πρέπει να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις.
Οφθαλμική διαταραχή
Ενδέχεται να αναφερθεί οφθαλμική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οφθαλμικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
Πρόωρα νεογνά
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία αναμένεται η εκδήλωση μακροχρόνιων νευροαναπτυξιακών ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από πρώιμη θεραπεία (σε διάστημα<96ωρών) πρόωρων βρεφών με χρόνια πνευμονική νόσο σε δόσεις έναρξης των 0,25mg/kg δις ημερησίως.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα κορτικοστεροειδή προκαλούν μια δοσο-εξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης κατά τη βρεφική ηλικία, την παιδική ηλικία και την εφηβεία, η οποία ενδέχεται να είναι μη αναστρέψιμη. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας με DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα, πρέπει να υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις χρήσης του σε παιδιά και ο ρυθμός ανάπτυξης τους θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά.
Χρήση σε ηλικιωμένους
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικών κορτικοστεροειδών μπορούν να σχετίζονται με σοβαρότερες επιπτώσεις σε μεγάλες ηλικίες, ιδίως σε οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ευαισθησία σε λοιμώξεις και ατροφία του δέρματος. Απαιτείται στενή κλινική επίβλεψη για την αποφυγή απειλητικών για τη ζωή ανεπιθύμητων ενεργειών.
Επίδραση σε διαγνωστικές εξετάσεις
Τα γλυκοκορτικοειδή μπορούν να καταστείλουν την αντίδραση του δέρματος σε εξετάσεις αλλεργιών. Μπορούν επίσης να επηρεάσουν τη δοκιμή νιτροκυανού του τετραζολίου για βακτηριακές λοιμώξεις και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.
Σημείωση σχετικά με το ντόπινγκ
Ο έλεγχος ντόπινγκ κατά τη λήψη DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα.
Προειδοποιήσεις σχετικά με τα έκδοχα
Το προϊόν αυτό περιέχει: υγρή μαλτιτόλη και σορβιτόλη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη δεξαμεθαζόνη:
Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4). Η ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης με επαγωγείς του CYP3A4, όπως η φαινυτοΐνη, τα βαρβιτουρικά, η εφεδρίνη, η ριφαβουτίνη, η καρβαμαζεπίνη και η ριφαμπικίνη ενδέχεται να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα και η δόση ενδέχεται να χρειάζεται να αυξηθεί. Η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων CYP3A4 όπως η κετοκοναζόλη, η ριτοναβίρη και η ερυθρομυκίνη ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα
Η συγχορήγηση αναστολέων του CYP3A, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που περιέχουν κομπισιστάτη, αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών παρενεργειών. Ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών παρενεργειών από κορτικοστεροειδή, οπότε οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές παρενέργειες των κορτικοστεροειδών.
Αυτές οι αλληλεπιδράσεις ενδέχεται επίσης να παρέμβουν στις δοκιμασίες καταστολής της δεξαμεθαζόνης, οι οποίες θα πρέπει επομένως να ερμηνεύονται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της χορήγησης ουσιών που επηρεάζουν το μεταβολισμό της δεξαμεθαζόνης.
Η κετοκοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα μέσω αναστολής του CYP3A4, αλλά ενδέχεται επίσης να καταστείλει τη σύνθεση των κορτικοστεροειδών στα επινεφρίδια και επομένως να προκαλέσει επινεφριδική ανεπάρκεια κατά τη διακοπή της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
Η εφεδρίνη ενδέχεται να αυξήσει τη μεταβολική κάθαρση των κορτικοστεροειδών, με αποτέλεσμα μειωμένα επίπεδα στο πλάσμα. Μια αύξηση της δόσης του κορτικοστεροειδούς θα μπορούσε να είναι απαραίτητη.
Έχουν αναφερθεί ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα στη δοκιμασία καταστολής της δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ινδομεθακίνη.
Αντιβιοτικά: Έχει αναφερθεί ότι τα μακρολιδικά αντιβιοτικά προκαλούν σημαντική μείωση στην κάθαρση των κορτικοστεροειδών
Αντιχολινεστεράσες: Η ταυτόχρονη χρήση αντιχοληνεστερασικών παραγόντων και κορτικοστεροειδών ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια gravis. Αν είναι δυνατόν, θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση αντιχοληνεστερασικών παραγόντων τουλάχιστον 24ώρες πριν την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
Χολεστυραμίνη: Η χολεστυραμίνη ενδέχεται να μειώσει την απορρόφηση της δεξαμεθαζόνης.
Οιστρογόνα, συμπεριλαμβανομένων των αντισυλληπτικών που λαμβάνονται από το στόμα: Τα οιστρογόνα ενδέχεται να μειώσουν τον ηπατικό μεταβολισμό ορισμένων κορτικοστεροειδών, αυξάνοντας έτσι την επίδρασή τους.
Αμινογλουτεθιμίδη: Μείωση της αποτελεσματικότητας της δεξαμεθαζόνης λόγω αύξησης του μεταβολισμού της. Ενδέχεται να απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας της δεξαμεθαζόνης.
Γαστρεντερικά τοπικά, αντιόξινα, άνθρακας: Έχει αναφερθεί μείωση στην πεπτική απορρόφηση των γλυκοκορτικοειδών με την πρεδνιζολόνη και τη δεξαμεθαζόνη. Επομένως, τα γλυκοκορτικοειδή θα πρέπει να λαμβάνονται ξεχωριστά από τα τοπικά γαστρεντερικά, τα αντιόξινα ή τον άνθρακα και να παρεμβάλλεται χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ωρών ανάμεσα στις θεραπείες.
Επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η δεξαμεθαζόνη είναι μέτριος επαγωγέας του CYP3A4.Η ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης με ουσίες που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένη κάθαρση και μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα των ουσιών αυτών.
Η νεφρική κάθαρση των σαλικυλικών αυξάνεται με τα κορτικοστεροειδή και επομένως, η δοσολογία των σαλικυλικών θα πρέπει να μειώνεται με τη διακοπή των στεροειδών.
Τα κορτικοστεροειδή ανταγωνίζονται τις επιθυμητές δράσεις των υπογλυκαιμικών παραγόντων (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης), των αντιϋπερτασικών και των διουρητικών.
Ενισχύονται οι υποκαλιαιμικές δράσεις της ακεταζολαμίδης, των διουρητικών της αγκύλης, των διουρητικών θειαζίδης, της ενέσιμης αμφοτερικίνης B, των μη καλιοσυντηρητικών παραγόντων, των κορτικοστεροειδών (γλυκο-αλατοκορτικοειδών), της τετρακοζακτίδης και της καρβενοξολόνης. Η υποκαλιαιμία δημιουργεί προδιάθεση σε καρδιακή αρρυθμία ιδιαίτερα της κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsade de pointes) και αύξηση της τοξικότητας των καρδιακών γλυκοσιδών. Η υποκαλιαιμία θα πρέπει να διορθώνεται πριν από την έναρξη θεραπείας με κορτικοστεροειδή. Επιπλέον, αναφέρθηκαν και περιπτώσεις όπου την ταυτόχρονη χρήση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης ακολούθησε μεγέθυνση της καρδιάς και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
Η σουλτοπρίδη έχει συνδεθεί με κοιλιακές αρρυθμίες, ιδιαίτερα κοιλιακές ταχυκαρδίες δίκην ριπιδίου. Ο συνδυασμός αυτός δεν συνιστάται.
Ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ θα πρέπει να παρακολουθούνται επειδή η επίπτωση ή/και η σοβαρότητα γαστρικού έλκους μπορεί να αυξηθεί. Σε περιπτώσεις υποπροθρομβιναιμίας, η ασπιρίνη θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται προσεκτικά σε συνδυασμό με τα κορτικοστεροειδή.
Αντιφυματικά φάρμακα: Ενδέχεται να μειωθούν οι συγκεντρώσεις στον ορό της ισονιαζίδης.
Κυκλοσπορίνη: Ενδέχεται να εμφανιστεί αυξημένη δράση τόσο της κυκλοσπορίνης όσο και των κορτικοστεροειδών όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα. Μ' αυτήν την ταυτόχρονη χρήση έχουν αναφερθεί σπασμοί.
Θαλιδομίδη: Η συγχορήγηση της θαλιδομίδης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς με την ταυτόχρονη χρήση έχει αναφερθεί τοξική επιδερμική νεκρόλυση.
Τα κορτικοστεροειδή ενδέχεται να επηρεάσουν τη δοκιμασία ΝΒΤ (δοκιμή νιτροκυανού του τετραζολίου) για βακτηριακή λοίμωξη και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.
Ζωντανά εξασθενημένα εμβόλια
Κίνδυνος θανατηφόρας συστηματικής νόσου
Πραζικουαντέλη:
Μείωση των συγκεντρώσεων της πραζικουαντέλης στο πλάσμα, με κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας, λόγω του ότι ο ηπατικός μεταβολισμός της αυξάνεται από τη δεξαμεθαζόνη.
Από του στόματος λαμβανόμενα αντιπηκτικά:
Ενδεχόμενη επίδραση της θεραπείας με κορτικοστεροειδή στο μεταβολισμό των από του στόματος αντιπηκτικών και σε παράγοντες πήξης. Σε υψηλές δόσεις ή με θεραπεία που διαρκεί περισσότερο από 10ημέρες, υπάρχει κίνδυνος αιμορραγίας ειδικά με τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή (γαστρεντερικός βλεννογόνος, εύθραυστα αγγεία). Οι ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή σε συνδυασμό με από του στόματος λαμβανόμενα αντιπηκτικά θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βιολογικές εξετάσεις την 8ηημέρα, κατόπιν κάθε 2εβδομάδες κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά τη διακοπή της θεραπείας).
Ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες, μετφορμίνη:
Αύξηση της γλυκόζης του αίματος, μερικές φορές με διαβητική κέτωση, καθώς τα κορτικοστεροειδή διαταράσσουν την ανοχή στους υδατάνθρακες. Επομένως, θα πρέπει να ενισχύεται η αυτο-παρακολούθηση του αίματος και των ούρων στον ασθενή, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.
Ισονιαζίδη:
Με την πρεδνιζολόνη έχει αναφερθεί μείωση στα επίπεδα της ισονιαζίδης στο πλάσμα. Ο προτεινόμενος μηχανισμός είναι μια αύξηση στον ηπατικό μεταβολισμό της ισονιαζίδης και μια μείωση στον ηπατικό μεταβολισμό των γλυκοκορτικοειδών. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ισονιαζίδη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Κύηση
Η δεξαμεθαζόνη διαπερνά τον πλακούντα. Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε ζώα κατά την κύηση μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εμβρύου, συμπεριλαμβανομένων της υπερωιοσχιστίας (λυκόστομα), της καθυστέρησης της ενδομήτριας ανάπτυξης και επιπτώσεων στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και τη σωματική διάπλαση. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι τα κορτικοστεροειδή οδηγούν στην αυξημένη συχνότητα των συγγενών ανωμαλιών, όπως υπερωιοσχιστία/χειλεοσχιστία (λυκόστομα/λαγώχειλος) στον άνθρωπο (βλέπε παράγραφο 5.3). Η μακροχρόνια ή επαναλαμβανόμενη θεραπεία με κορτικοστεροειδή κατά την κύηση αυξάνει τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Στα νεογνά που εκτίθενται σε κορτικοστεροειδή κατά την προγεννητική περίοδο, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανεπάρκειας των επινεφριδίων, η οποία υπό κανονικές συνθήκες υφίσταται αυτόματη μεταγεννητική παλινδρόμηση και σπάνια είναι κλινικής σημασίας. Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να συνταγογραφείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο, μόνο όταν το όφελος υπερτερεί των κινδύνων για τη μητέρα και το παιδί.
Θηλασμός
Τα γλυκοκορτικοειδή εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστοί οι κίνδυνοι για τα βρέφη. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή για το κατά πόσο ενδείκνυται η χρήση τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Σε περίπτωση που η σχετική κατάσταση απαιτεί υψηλότερες δόσεις, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Το DEXALEAU 20 mg/5 ml Πόσιμο Διάλυμα δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.
Η επίπτωση προβλέψιμων ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής του άξονα «υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια» συσχετίζεται με τη σχετική δραστικότητα της δραστικής ουσίας, τη δοσολογία, την ώρα χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια μιας βραχυπρόθεσμης θεραπείας, που γίνεται σύμφωνα με τις δοσολογικές συστάσεις και με στενή παρακολούθηση των ασθενών, ο κίνδυνος εμφάνισης των παρενεργειών είναι χαμηλός.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται σε κάθε συχνότητα κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας με τη χρήση της ακόλουθης κατηγορίας: μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Μη γνωστή | Αυξημένη ευαισθησία σε, ή έξαρση (λανθάνουσων) λοιμώξεων με συγκάλυψη των κλινικών συμπτωμάτων, ευκαιριακών λοιμώξεων, επανεμφάνιση λανθάνουσας φυματίωσης, έξαρση οφθαλμικών λοιμώξεων, καντιντίαση |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Μη γνωστή | Λευκοκυττάρωση, λεμφοπενία, ηωσινοπενία, πολυκυτταραιμία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Μη γνωστή | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, ανοσοκαταστολή (βλ. επίσης «Λοιμώξεις και παρασιτώσεις») |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Μη γνωστή | Καταστολή του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων και πρόκληση του συνδρόμου του Cushing (τυπικά συμπτώματα: σεληνοειδές πρόσωπο, ερυθαιμία, παχυσαρκία κορμού), δευτερεύουσα ανεπάρκεια των επινεφριδίων και της υπόφυσης (ιδιαίτερα σε συνθήκες πίεσης, όπως στρες ή χειρουργική επέμβαση) |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Μη γνωστή | Αύξηση βάρους, αρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνών και ασβεστίου, αυξημένη όρεξη, κατακράτηση νατρίου και νερού, απώλεια καλίου (προσοχή: αρρυθμίες), υποκαλιαιμική αλκάλωση, εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδους διαβήτη, μειωμένη ανοχή στους υδατάνθρακες με αυξημένες απαιτήσεις δόσεων αντιδιαβητικής θεραπείας, υπερχοληστερολαιμία, υπερτριγλυκεριδαιμία |
| Ψυχιατρικές Διαταραχές | Μη γνωστή | Ψυχολογική εξάρτηση, κατάθλιψη, αϋπνία, υποτροπιάζουσα σχιζοφρένεια, ψυχική ασθένεια, με μετάβαση από ευφορία σε ψύχωση |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Μη γνωστή | Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα της οπτικής θηλής σε παιδιά (εγκεφαλικός ψευδοόγκος), συνήθως μετά τη διακοπή της θεραπείας, εκδήλωση λανθάνουσας επιληψίας, αύξηση κρίσεων σε γνωστή επιληψία |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Μη γνωστή | Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, γλαύκωμα, οίδημα της οπτικής θηλής, καταρράκτης, κυρίως με εμφάνιση οπίσθιας υποκάψιας θολότητας, ατροφία του κερατοειδούς και του σκληρού χιτώνα, αυξημένη συχνότητα οφθαλμικών ιογενών, μυκητιασικών και βακτηριακών λοιμώξεων, επιδείνωση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με έλκη του κερατοειδούς, χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, θολή όραση (βλ. επίσης παράγραφο 4.4) |
| Καρδιακές διαταραχές | Μη γνωστή | Ρήξη μυοκαρδίου μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με προδιάθεση |
| Αγγειακές διαταραχές | Μη γνωστή | Υπέρταση, αγγειίτιδα, αυξημένος κίνδυνος αρτηριοσκλήρυνσης και θρόμβωσης/θρομβοεμβολής |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Μη γνωστή | Λόξυγγας |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Μη γνωστή | Δυσπεψία, γαστρικά έλκη με διάτρηση και αιμορραγία, οξεία παγκρεατίτιδα, ελκώδης οισοφαγίτιδα, μετεωρισμός, ναυτία, έμετος. |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Μη γνωστή | Δασυτριχισμός, υπερτρίχωση, δερματική ατροφία, τελαγγειεκτασία, ραβδώσεις, ερύθημα, ακμή από στεροειδή, πετέχειες, εκχύμωση, αλλεργική δερματίτιδα, κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα, λέπτυνση τριχών, διαταραχές χρώσης, αυξημένη ευθραυστότητα των τριχοειδών, περιστοματική δερματίτιδα |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μη γνωστή | Καταστολή της ανάπτυξης σε βρέφη, παιδιά και εφήβους, πρόωρη σύγκλειση της επίφυσης, οστεοπόρωση, κατάγματα της σπονδυλικής στήλης και μακρών οστών, άσηπτη νέκρωση των μηριαίων και βραχιόνων οστών, ρήξεις τενόντων, εγγύς μυοπάθεια, μυϊκή αδυναμία, απώλεια μυϊκής μάζας. |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Μη γνωστή | Ακανόνιστη έμμηνος ρύση, αμηνόρροια, ανικανότητα |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Μη γνωστή | Καθυστερημένη επούλωση τραυμάτων, δυσφορία, σύνδρομο στέρησης από στεροειδή: υπερβολικά ταχεία μείωση της δόσης του κορτικοστεροειδούς μετά από παρατεταμένη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία ανεπάρκεια των επινεφριδίων, υπόταση και θάνατο. Κατά τη διάρκεια του συνδρόμου στέρησης παρουσιάζονται πυρετός, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, πόνος, οζίδια δέρματος με κνησμό και απώλεια βάρους. |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Μη γνωστή | Μειωμένη απόκριση σε εμβολιασμό και στις δερματικές δοκιμές, τάση για μώλωπες |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω.
| Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr | Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs |
Αναφορές οξείας τοξικότητας ή/και θανάτων μετά από υπερδοσολογία με γλυκοκορτικοειδή είναι σπάνιες. Δεν υπάρχει διαθέσιμο αντίδοτο. Πιθανώς να μην ενδείκνυται θεραπεία για αντιδράσεις που οφείλονται σε χρόνια δηλητηρίαση εκτός και αν ο ασθενής πάσχει από πάθηση που θα τον έκανε ασυνήθιστα ευαίσθητο σε ανεπιθύμητες ενέργειες από τα κορτικοστεροειδή. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να κενωθεί το στομάχι και να χορηγηθεί συμπτωματική θεραπεία, όπως ενδείκνυται. Αναφυλακτικές αντιδράσεις και αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορούν να αντιμετωπισθούν με επινεφρίνη (αδρεναλίνη), τεχνητή αναπνοή θετικής πίεσης και αμινοφυλλίνη. Ο ασθενής θα πρέπει να διατηρείται ζεστός και ήσυχος. Η βιολογική ημιζωή της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα είναι περίπου 190λεπτά.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - DEXALEAU 20mg/5ml
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Γλυκοκορτικοειδές
Κωδικός ATC: H02A B02
Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό και μακράς διάρκειας δράσης γλυκοκορτικοειδές με αμελητέες ιδιότητες κατακράτησης νατρίου και είναι επομένως ιδιαίτερα κατάλληλο για χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση. Η αντιφλεγμονώδης δράση του είναι 7φορές μεγαλύτερη από εκείνη της πρεδνιζολόνης και όπως άλλα γλυκοκορτικοειδή η δεξαμεθαζόνη έχει επίσης αντιαλλεργικές, αντιπυρετικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.
Η δεξαμεθαζόνη απορροφάται καλά όταν χορηγείται από το στόμα. Τα ανώτατα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μεταξύ 1 και 2ωρών μετά την πρόσληψη και εμφανίζουν ευρείες διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο. Σε υγιείς εθελοντές έχει παρατηρηθεί χρόνος ημιζωής στο πλάσμα ίσος με 3-6 ώρες, ωστόσο, σε μελέτες ασθενών αυτό μπορεί να μειωθεί σε λιγότερο από 2 ώρες. Η δεξαμεθαζόνη δεσμεύεται (περίπου έως 77%) στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως τις λευκωματίνες. Η ποσοστιαία δέσμευση της δεξαμεθαζόνης στις πρωτεΐνες, αντίθετα με εκείνη της κορτιζόνης, παραμένει πρακτικά αμετάβλητη με αυξημένες συγκεντρώσεις στεροειδών. Τα κορτικοστεροειδή κατανέμονται ταχέως σε όλους τους ιστούς του σώματος. Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ αλλά και στους νεφρούς. Η δεξαμεθαζόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα ούρα.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - DEXALEAU 20mg/5ml
Προπυλενογλυκόλη (E1520)
Υγρή μαλτιτόλη (E965)
Άρωμα μέντας
Υγρή σορβιτόλη (μη κρυσταλλωμένη) (E420)
Κιτρικό διϋδρικό νάτριο (Ε331)
Αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό (EDTA) δινάτριο
Σουκραλόζη
Διάλυμα υδροξειδίου του νατρίου 1Ν
Κεκαθαρμένο νερό
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία άνω των 25°C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Μην ψύχετε.
Σκουρόχρωμη (τύπου ΙΙΙ) γυάλινη φιάλη που διαθέτει βιδωτό καπάκι ασφαλείας για τα παιδιά, με επένδυση LDPE, μια διαβαθμισμένη δοσιμετρική σύριγγα 3ml και έναν προσαρμογέα σύριγγας/φιάλης που εφαρμόζει με πίεση (press-in adaptor).
Συσκευασία: 30ml και 50ml.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.