TABERIL TABLET 20MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - TABERIL 20MG/TAB
Θεραπεία:
-
Του Μείζονος Καταθλιπτικού Επεισοδίου
-
Της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής
-
Της Διαταραχής Πανικού με και χωρίς αγοραφοβία
-
Της Κοινωνικής Αγχώδους Διαταραχής/Κοινωνικής φοβίας
-
Της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής
-
Της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες
Δοσολογία
ΜΕΙΖΟΝ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg ημερησίως. Γενικά, η βελτίωση των ασθενών ξεκινά μετά από μια εβδομάδα, αλλά γίνεται εμφανής μόνο από τη δεύτερη εβδομάδα θεραπείας.
Όπως με όλα τα αντικαταθλιπτικά ιατρικά προϊόντα, η δοσολογία θα πρέπει να αναθεωρείται και να προσαρμόζεται, εάν είναι απαραίτητο, εντός 3 έως 4 εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας και έκτοτε όπως κρίνεται κλινικά σκόπιμο. Σε μερικούς ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση στα 20 mg, η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μέχρι τη μέγιστη των 50 mg την ημέρα σε βήματα των 10 mg ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς.
Ασθενείς με κατάθλιψη θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία για επαρκές χρονικό διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών για να εξασφαλιστεί ότι είναι ελεύθεροι συμπτωμάτων.
ΙΔΕΟΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ (ΙΨΔ)
Η συνιστώμενη δόση είναι 40 mg ημερησίως. Οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν με 20 mg/ημέρα και η δόση μπορεί να αυξάνεται σταδιακά κατά 10 mg μέχρι τη συνιστώμενη δόση. Εάν μετά από μερικές εβδομάδες στη συνιστώμενη δόση δεν παρατηρηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν από τη σταδιακή αύξηση της δόσης τους έως το μέγιστο των 60 mg/ημέρα.
Οι ασθενείς με ιδεοληπτική ψυχαναγκαστική διαταραχή θα πρέπει να υποβάλλονται για επαρκές χρονικό διάστημα, ώστε να εξασφαλίζεται ότι είναι ελεύθεροι συμπτωμάτων. Αυτή η περίοδος μπορεί να είναι μερικοί μήνες ή ακόμα περισσότερο (βλ. παράγραφο 5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).
ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΠΑΝΙΚΟΥ
Η συνιστώμενη δόση είναι 40 mg ημερησίως. Οι ασθενείς θα πρέπει να ξεκινούν με 10 mg/ ημερησίως και η δόση σταδιακά να αυξάνεται με βήματα των 10 mg ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς μέχρι τη συνιστώμενη δόση. Μία χαμηλή δόση έναρξης συνιστάται για την ελαχιστοποίηση της πιθανότητας επιδείνωσης της συμπτωματολογίας, η οποία γενικά αναγνωρίζεται ότι μπορεί να συμβεί νωρίς κατά τη θεραπεία της διαταραχής. Εάν μετά από μερικές εβδομάδες στη συνιστώμενη δόση δεν παρατηρηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν με αύξηση της δόσης τους σταδιακά έως μία μέγιστη των 60 mg/ημερησίως.
Ασθενείς με διαταραχή πανικού θα πρέπει να θεραπεύονται για μία επαρκή περίοδο για να εξασφαλιστεί ότι είναι ελεύθεροι συμπτωμάτων. Αυτή η περίοδος μπορεί να είναι μερικοί μήνες ή περισσότερο (βλ. παράγραφο 5.1).
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΓΧΩΔΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ/ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΦΟΒΙΑ
Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg ημερησίως. Εάν μετά από μερικές εβδομάδες στη συνιστώμενη δόση δεν παρατηρηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν με σταδιακή αύξηση της δόσης τους με βήματα των 10 mg έως το μέγιστο των 50 mg/ημερησίως. Η μακροχρόνια χρήση θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά (βλ. παράγραφο 5.1).
ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΓΧΩΔΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ
Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg ημερησίως. Εάν μετά από μερικές εβδομάδες στη συνιστώμενη δόση δεν παρατηρηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν με αύξηση της δόσης τους σταδιακά με βήματα των 10 mg έως το μέγιστο των 50 mg/ημέρα. Η μακροχρόνια χρήση θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά (βλ. παράγραφο 5.1).
ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΜΕΤΑΤΡΑΥΜΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΕΣ
Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg ημερησίως. Εάν μετά από μερικές εβδομάδες στη συνιστώμενη δόση δεν παρατηρηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν με αύξηση της δόσης τους σταδιακά με βήματα των 10 mg έως μία μέγιστη των
50 mg/ημερησίως. Η μακροχρόνια χρήση θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά (βλ. παράγραφο 5.1).
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΠΟΣΥΡΣΗΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΞΕΤΙΝΗΣ
Απότομη διακοπή θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.4 και παράγραφο 4.8). Το σχήμα της φάσης μείωσης της δοσολογίας που χρησιμοποιήθηκε σε κλινικές δοκιμές περιλάμβανε μείωση της ημερήσιας δόσης κατά 10 mg σε εβδομαδιαία διαστήματα. Αν εμφανιστούν μη ανεκτά συμπτώματα μετά τη μείωση της δόσης ή κατά τη διακοπή της θεραπείας, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναάληψη της προηγουμένως συνταγογραφηθείσας δόσης. Στη συνέχεια, ο γιατρός μπορεί να συνεχίσει να μειώνει τη δόση, αλλά με πιο σταδιακό ρυθμό.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
-
Παιδιά και έφηβοι (7-17 ετών)
Η παροξετίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στη θεραπεία παιδιών και εφήβων, καθώς έχει βρεθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές ότι η παροξετίνη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για αυτοκτονική συμπεριφορά και εχθρότητα. Επιπρόσθετα, σε αυτές τις δοκιμές δεν έχει επαρκώς καταδειχθεί αποτελεσματικότητα (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
-
Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 7 ετών
Δεν έχει μελετηθεί η χρήση της παροξετίνης σε παιδιά μικρότερα των 7 ετών. . Η παροξετίνη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται, εφόσον η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Ηλικιωμένος πληθυσμός
Αυξημένες συγκεντρώσεις παροξετίνης στο πλάσμα εμφανίζονται σε ηλικιωμένους, αλλά το εύρος των συγκεντρώσεων επικαλύπτει αυτό που παρατηρείται σε νεαρότερα άτομα. Η δοσολογία θα πρέπει να ξεκινά με τη δόση έναρξης του ενήλικα. Αύξηση της δόσης μπορεί να είναι χρήσιμη σε μερικούς ασθενείς, αλλά η μέγιστη δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg ημερησίως.
Νεφρική/ηπατική δυσλειτουργία
Αυξημένες συγκεντρώσεις παροξετίνης στο πλάσμα εμφανίζονται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 ml/min) ή σε εκείνους με ηπατική δυσλειτουργία. Για αυτόν τον λόγο, η δοσολογία θα πρέπει να περιορίζεται στο κατώτερο όριο του δοσολογικού εύρους.
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος χορήγηση.
Συνιστάται η παροξετίνη να χορηγείται άπαξ ημερησίως το πρωί μαζί με το φαγητό. Το δισκίο θα πρέπει να καταπίνεται παρά να μασιέται.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Η παροξετίνη αντενδείκνυται σε συνδυασμό με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙ). Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η λινεζολίδη (αντιβιοτικό που είναι αναστρέψιμος μη εκλεκτικός MAOI) μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με παροξετίνη με την προϋπόθεση ότι υπάρχουν μέσα για τη στενή παρακολούθηση των συμπτωμάτων του συνδρόμου σεροτονίνης και παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης (βλ. παράγραφο 4.5).
H θεραπεία με παροξετίνη μπορεί να ξεκινήσει:
-
δύο εβδομάδες μετά τη διακοπή ενός μη αναστρέψιμου ΜΑΟΙ ή
-
τουλάχιστον 24 ώρες μετά τη διακοπή ενός αναστρέψιμου ΜΑΟΙ (π.χ. μοκλοβεμίδη, λινεζολίδη, χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο (μπλε του μεθυλενίου: ένας προεγχειρητικός απεικονιστικός παράγων ο οποίος είναι ένας αναστρέψιμος μη εκλεκτικός MAOI)).
Θα πρέπει να μεσολαβήσει τουλάχιστον μία εβδομάδα μεταξύ της διακοπής της παροξετίνης και της έναρξης της θεραπείας με οποιοδήποτε ΜΑΟΙ.
Η παροξετίνη αντενδείκνυται σε συνδυασμό με θειοριδαζίνη ή με πιμοζίδη (βλ. παράγραφο 4.5).
Η έναρξη της θεραπείας με παροξετίνη θα πρέπει να γίνεται με προσοχή δύο εβδομάδες μετά τον τερματισμό της θεραπείας με έναν μη αναστρέψιμο ΜΑΟΙ ή 24 ώρες μετά τον τερματισμό της θεραπείας με έναν αναστρέψιμο αναστολέα της ΜΑΟ. Η δοσολογία της παροξετίνης θα πρέπει να αυξάνεται σταδιακά έως ότου επιτευχθεί η βέλτιστη ανταπόκριση (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η παροξετίνη δεν πρέπει να χορηγείται στη θεραπεία παιδιών και εφήβων κάτω των 18 ετών. Συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτοκτονία (απόπειρα αυτοκτονίας και αυτοκτονικές σκέψεις) και εχθρ’οτητα (κυρίως επιθετικότητα, αναντιωματική συμπεριφορά και θυμός) παρατηρήθηκαν συχνότερα σε κλινικές δοκιμές μεταξύ παιδιών και εφήβων που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με αυτά που λάμβαναν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Εάν, βάση κλινικής ανάγκης, παρόλα αυτά, ληφθεί απόφαση για θεραπεία, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για την εμφάνιση αυτοκτονικών συμπτωμάτων. Επιπρόσθετα, λείπουν μακροχρόνια δεδομένα ασφαλείας σε παιδιά και εφήβους σχετικά με την ανάπτυξη, την ωρίμανση και τη γνωσιακή και συμπεριφορική ανάπτυξη.
Αυτοκτονία/Αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωση
Η κατάθλιψη συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας (συμβάματα σχετιζόμενα με αυτοκτονία). Ο κίνδυνος αυτός εμμένει μέχρι να επέλθει σημαντική ύφεση. Καθώς μπορεί να μη συμβεί βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων εβδομάδωνθεραπείας ή περισσότερο, οι ασθενείς θα πρέπει να
παρακολουθούνται στενά έως ότου επέλθει τέτοια βελτίωση. Αποτελεί γενική κλινική εμπειρία, ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί κατά τα πρώιμα στάδια ανάρρωσης.
Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες συνταγογραφείται η παροξετίνη μπορούν, επίσης, να σχετίζονται με έναν αυξημένο κίνδυνο σχετιζόμενων με αυτοκτονία συμβαμάτων. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να εμφανίζουν συννοσηρότητα με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Επομένως, οι ίδιες προφυλάξεις που λαμβάνονται κατά τη θεραπεία με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, θα πρέπει να λαμβάνονται και κατά τη θεραπεία ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές.
Ασθενείς με ιστορικό σχετιζόμενων με αυτοκτονία συμβαμάτων ή εκείνοι που παρουσιάζουν ένα σημαντικό βαθμό αυτοκτονικού ιδεασμού πριν από την έναρξη της θεραπείας, είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών αυτοκτονίας και θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μία μετα– ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών με αντικαταθλιπτικών φαρμάκων σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές, έδειξε υψηλότερο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με τα αντικαταθλιπτικά, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς κάτω των 25 ετών (βλ. επίσης παράγραφο 5.1).
Η στενή επίβλεψη των ασθενών και ιδιαιτέρως εκείνων σε υψηλό κίνδυνο θα πρέπει να συνοδεύει τη φαρμακευτική θεραπεία, ιδιαιτέρως την πρώιμη θεραπεία και μετά από αλλαγές της δόσης. Οι ασθενείς (και αυτοί που φροντίζουν τους ασθενείς) θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης τυχόν κλινικής επιδείνωσης, αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή σκέψεων και ασυνήθιστων μεταβολών στη συμπεριφορά και αναζητούν αμέσως ιατρική συμβουλή, εάν παρουσιαστούν αυτά τα συμπτώματα.
Ακαθησία/ψυχοκινητική ανησυχία
Η χρήση της παροξετίνης έχει συσχετιστεί με την ανάπτυξη ακαθησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από μία εσωτερική αίσθηση ανησυχίας και ψυχοκινητικής διέγερσης, όπως ανικανότητα του ασθενούς να καθίσει ή να σταθεί ακίνητος και που συνήθως συνδέεται με υποκείμενο αίσθημα δυσφορίας. Αυτό είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί εντός των πρώτων λίγων εβδομάδων της θεραπείας. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν τέτοια συμπτώματα η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
Σύνδρομο σεροτονίνης/Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο
Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να συμβεί ανάπτυξη του συνδρόμου σεροτονίνης ή συμβάντα προσομοιάζοντα με κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο σε συνδυασμό με τη θεραπεία με παροξετίνη, ειδικά όταν χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα σεροτονινεργικά και/ή νευροληπτικά φάρμακα. Δεδομένου ότι αυτά τα σύνδρομα μπορεί να καταλήξουν σε δυνητικά απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις, η θεραπεία με παροξετίνη θα πρέπει να διακόπτεται αν συμβούν τέτοια συμβάματα (που χαρακτηρίζονται από ομάδες συμπτωμάτων, όπως υπερθερμία, ακαμψία, μυόκλονος, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος με πιθανές γρήγορες μεταβολές των ζωτικών σημείων, μεταβολές της διανοητικής κατάστασης συμπεριλαμβανομένων σύγχυσης, ευερεθιστότητας, υπερβολική διέγερση που εξελίσσεται σε παραλήρημα και κώμα) και θα πρέπει να ξεκινήσει υποστηρικτική συμπτωματική θεραπεία. Η παροξετίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με πρόδρομα σεροτονίνης (όπως η L-τρυπτοφάνη, οξιτριπτάνη) λόγω του κινδύνου σεροτονινεργικού συνδρόμου (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).
Μανία
Όπως με όλα τα αντικαταθλιπτικά, η παροξετίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό μανίας. Η παροξετίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε κάθε ασθενή που εισέρχεται σε μανιακή φάση.
Νεφρική/ηπατική δυσλειτουργία
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή σε εκείνους με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).
Διαβήτης
Σε ασθενείς με διαβήτη, η θεραπεία με έναν SSRI μπορεί να μεταβάλει τον γλυκαιμικό έλεγχο. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δοσολογίας της ινσουλίνης και/ή των από του στόματος υπογλυκαιμικών. Επιπροσθέτως, έχουν υπάρξει μελέτες που υποδηλώνουν ότι ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση στα επίπεδα της γλυκόζης αίματος κατά τη συγχορήγηση της παροξετίνης και πραβαστατίνης (βλέπε παράγραφο 4.5).
Επιληψία
Όπως και με άλλα αντικαταθλιπτικά, η παροξετίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με επιληψία.
Επιληπτικές κρίσεις
Συνολικά η επίπτωση των επικληπτικών κρίσεων σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με παροξετίνη είναι μικρότερη από 0,1 %. Το φάρμακο θα πρέπει να διακόπτεται σε κάθε ασθενή που θα εμφανίσει επιληπτικές κρίσεις.
Ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ΕCT)
Υπάρχει μικρή κλινική εμπειρία της ταυτόχρονης χορήγησης παροξετίνης με ECT.
Γλαύκωμα
Όπως και με άλλους SSRIs, η παροξετίνη μπορεί να προκαλέσει μυδρίαση και θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή ιστορικό γλαυκώματος.
Καρδιακές καταστάσεις
Οι συνήθεις προφυλάξεις θα πρέπει να λαμβάνονται σε ασθενείς με καρδιακές καταστάσεις.
Παράταση του QT
Περιπτώσεις παράτασης του διαστήματος QT έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.
Η παροξετίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με (οικογενειακό) ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT, ταυτόχρονη χρήση αντιαρρυθμικών φαρμακευτικών αγωγών ή άλλων φαρμακευτικών αγωγών που ενδέχεται να παρατείνουν το διάστημα QT, σχετική προϋπάρχουσα καρδιακή νόσο, όπως καρδιακή ανεπάρκεια, ισχαιμική καρδιακή νόσο, καρδιακό αποκλεισμό ή κοιλιακές αρρυθμίες, βραδυκαρδία, και υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία (βλέπε παράγραφο 4.3 και 4.5).
Υπονατριαιμία
Σπάνια έχει αναφερθεί υπονατριαιμία, κυρίως στους ηλικιωμένους. Επίσης, θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε εκείνους τους ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης υπονατριαιμίας, π.χ. από συγχορηγούμενα φάρμακα και κίρρωση. Γενικά, η υπονατριαιμία αναστρέφεται με τη διακοπή της παροξετίνης.
Αιμορραγία
Έχουν υπάρξει αναφορές για δερματικές αιμορραγικές ανωμαλίες, όπως εκχυμώσεις και πορφύρα, με τους SSRIs. Άλλες αιμορραγικές εκδηλώσεις, π.χ. γαστρεντερική και γυναικολογική αιμορραγία έχουν, επίσης, αναφερθεί. Οι ηλικιωμένες ασθενείς μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγικών συμβαμάτων που δεν σχετίζονται με έμμηνο ρύση.
Οι SSRIs/SNRIs ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο αιμορραγίας μετά τον τοκετό (βλέπε
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν SSRIs ταυτόχρονα με από του στόματος αντιπηκτικά, φάρμακα που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων ή άλλα φάρμακα τα οποία μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αιμορραγίας (π.χ. άτυπα αντιψυχωσικά, όπως κλοζαπίνη, φαινοθειαζίνες, τα περισσσότερα TCA, ακετυλοσαλικυλικό οξύ, NSAID και αναστολείς COX-2), καθώς, επίσης, σε ασθενείς με ιστορικό αιμορραγικών διαταραχών ή καταστάσεων που προδιαθέτουν σε αιμορραγία (βλ. παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Αλληλεπίδραση με την ταμοξιφένη
Η παροξετίνη, ένας ισχυρός αναστολέας του CYP2D6, μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις ενδοξιφένης, ενός από τους σημαντικότερους δραστικούς μεταβολίτες της ταμοξιφένης. Επομένως, η παροξετίνη, όπου είναι δυνατόν, θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με ταμοξιφένη (βλ. παράγραφο 4.5).
Συμπτώματα απόσυρσης που παρατηρούνται κατά τη διακοπή της θεραπείας με παροξετίνη
Τα συμπτώματα απόσυρσηςόταν διακόπτεται η θεραπεία είναι συχνά, ιδιαίτερα εάν η διακοπή είναι απότομη (βλ. παράγραφο 4.8). Σε κλινικές δοκιμές, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με τη διακοπή της θεραπείας εμφανίστηκαν στο 30 % των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με παροξετίνη συγκριτικά με το 20 % των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Η εμφάνιση των συμπτωμάτων απόσυρσης δεν είναι η ίδια όπως όταν ένα φάρμακο είναι εθιστικό ή προκαλεί εξάρτηση.
Ο κίνδυνος των συμπτωμάτων απόσυρσης μπορεί να εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας και της δόσης θεραπείας και του ρυθμού μείωσης της δόσης.
Έχουν, επίσης, αναφερθεί αίσθημα ζάλης, διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένης της παραισθησίας, της αίσθησης ηλεκτροπληξίας και των εμβοών), διαταραχές του ύπνου (συμπεριλαμβανομένων έντονων ονείρων), διέγερση ή άγχος, ναυτία, τρόμος, σύγχυση, εφίδρωση, κεφαλαλγία, διάρροια, αίσθημα παλμών, συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα και οπτικές διαταραχές. Γενικά αυτά τα συμπτώματα είναι ήπια έως μέτρια, ωστόσο, σε μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρής εντάσεως. Συνήθως συμβαίνουν εντός των πρώτων ημερών από τη διακοπή της θεραπείας, αλλά έχουν υπάρξει πολυ σπάνιες αναφορές τέτοιων συμπτωμάτων σε ασθενείς που ΄χουν παραλείψει καταλάθος μία δόση. Γενικά, αυτά τα συμπτώματα αυτοπεριορίζονται και συνήθως παρέρχονται εντός δύο εβδομάδων, αν και σε μερικά άτομα μπορεί να παραταθούν (δύο - τρεις μήνες ή και περισσότερο). Για αυτόν τον λόγο συνιστάται η θεραπεία με παροξετίνη να διακόπτεται σταδιακά σε μία περίοδο μερικών εβδομάδων ή μηνών, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.2).
Σεξουαλική δυσλειτουργία
Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) ενδέχεται να προκαλέσουν συμπτώματα σεξουαλικής δυσλειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.8). Αναφέρθηκαν περιπτώσεις μακροχρόνιας σεξουαλικής δυσλειτουργίας, όπου τα συμπτώματα συνεχίστηκαν παρά τη διακοπή των SSRIs.
Νάτριο
Κάθε δισκίο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg), είναι δηλαδή ουσιαστικά
«ελεύθερο νατρίου».
Σεροτονινεργικά φάρμακα
Όπως και με άλλους SSRIs, η ταυτόχρονη χορήγηση με σεροτονινεργικά φάρμακα μπορεί να οδηγήσει σε επίπτωση επιδράσεων που συνδέονται με την 5-ΗΤ (σύνδρομο σεροτονίνης: βλ. παράγραφο 4.4). Συνιστάται προσοχή και απαιτείται στενότερη κλινική παρακολούθηση όταν σεροτονινεργικά φάρμακα (όπως L-τρυπτοφάνη, τριπτάνες, βουπρενορφίνη, τραμαδόλη, πεθιδίνη, λινεζολίδη, χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο (μπλε του μεθυλενίου), SSRIs, λίθιο και παρασκευάσματα St. John´s Wort – Hypericum perforatum) συνδυάζονται με την παροξετίνη. Συνιστάται, επίσης, προσοχή με τη φαιντανύλη που χρησιμοποιείται στη γενική αναισθησία ή στη θεραπεία του χρόνιου πόνου. Η ταυτόχρονη χρήση παροξετίνης και ΜΑΟΙ αντενδείκνυται λόγω του κινδύνου συνδρόμου σεροτονίνης (βλ. παράγραφο 4.3).
Πιμοζίδη
Αυξημένα επίπεδα πιμοζίδης κατά μέσο όρο 2,5 φορές έχουν αποδειχθεί σε μία μελέτη εφάπαξ χαμηλής δόσης πιμοζίδης (2 mg) όταν συγχορηγήθηκε με 60 mg παροξετίνης. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από τις γνωστές ανασταλτικές ιδιότητες της παροξετίνης έναντι του CYP2D6. Λόγω του στενού θεραπευτικού δείκτη της πιμοζίδης και της γνωστής ικανότητάς της να παρατείνει το διάστημα QT, η ταυτόχρονη χορήγηση πιμοζίδης και παροξετίνης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).
Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT
Ο κίνδυνος παράτασης του QTc και/ή των κοιλιακών αρρυθμιών (π.χ. TdP) μπορεί να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων που παρατείνουν το διάστημα QTc (π.χ. ορισμένα αντιψυχωσικά) (βλέπε παράγραφο 4.4). Η ταυτόχρονη χρήση θειοριδαζίνης και παροξετίνης αντενδείκνυται, επειδή, όπως και με άλλα φάρμακα που αναστέλλουν το ηπατικό ένζυμο CYP450 2D6, η παροξετίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα θειοριδαζίνης στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να παρατείνει το διάστημα QT (βλέπε παράγραφο 4.3).
Ένζυμα που μεταβολίζουν το φάρμακο
Ο μεταβολισμός και η φαρμακοκινητική της παροξετίνης μπορεί να επηρεαστούν από την επαγωγή ή την αναστολή των ενζύμων που μεταβολίζουν το φάρμακο.
Όταν η παροξετίνη πρόκειται να συγχορηγηθεί με έναν γνωστό αναστολέα των ενζύμων που μεταβολίζουν το φάρμακο, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης δόσεων παροξετίνης στο κατώτερο όριο του εύρους.
Δεν θεωρείται απαραίτητη η αρχική προσαρμογή της δοσολογίας όταν το φάρμακο πρόκειται να χορηγηθεί ταυτόχρονα με επαγωγείς των ενζύμων που μεταβολίζουν το φάρμακο (π.χ. καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη ή με φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη). Οποιαδήποτε προσαρμογή στη δοσολογίας της παροξετίνης (είτε μετά από την έναρξη ή μετά από τη διακοπή ενός επαγωγέα ενζύμων) θα πρέπει να καθοδηγείται από το κλινικό αποτέλεσμα (ανεκτικότητα και αποτελεσματικότητα).
Νευρομυϊκοί αναστολείς
Οι SSRIs μπορεί να μειώσουν τη δράση της χολινεστεράσης με αποτέλεσμα την παράταση της δράσης του νευρομυϊκού αποκλεισμού του μιβακουρίου και του σουξαμεθονίου.
Φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη: συγχορήγηση φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης 700/100 mg δύο φορές ημερησίως με παροξετίνη 20 mg ημερησίως σε υγιείς εθελοντές για 10 ημέρες, μείωσε σημαντικά τα επίπεδα παροξετίνης στο πλάσμα κατά περίπου 55 %. Τα επίπεδα φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης στο πλάσμα κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης με παροξετίνη ήταν παρόμοια με τις τιμές αναφοράς άλλων μελετών, ενδεικτικό ότι η παροξετίνη δεν είχε σημαντική επίδραση στον μεταβολισμό της φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τις επιδράσεις από τη μακροχρόνια συγχορήγηση παροξετίνης και φοσαμπρεναβίρης/ριτοναβίρης που υπερβαίνει τις 10 ημέρες.
Προκυκλιδίνη: η καθημερινή χορήγηση της παροξετίνης αυξάνει σημαντικά τα επίπεδα της προκυκλιδίνης στο πλάσμα. Αν παρατηρηθούν αντιχολινεργικές επιδράσεις, η δόση της προκυκλιδίνης θα πρέπει να μειωθεί.
Αντιεπιληπτικά: καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, βαλπροϊκό νάτριο. Ταυτόχρονη χορήγηση δεν φαίνεται να έχει καμία επίδραση στο φαρμακοκινητικό/φαρμακοδυναμικό προφίλ στους επιληπτικούς ασθενείς.
Ανασταλτικής ισχύς της παροξετίνης επί του CYP2D6
Όπως και άλλα αντικαταθλιπτικά, συμπεριλαμβανομένων και των άλλων SSRIs, η παροξετίνη αναστέλλει το ένζυμο CYP2D6 του ηπατικού κυτοχρώματος Ρ450. Αναστολή του CYP2D6 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα των συγχορηγούμενων φαρμάκων που μεταβολίζονται με αυτό το ένζυμο. Αυτά περιλαμβάνουν ορισμένα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (π.χ. κλομιπραμίνη, νορτριπτυλίνη και δεσιπραμίνη), νευροληπτικά φαινοθειαζίνης (π.χ. περφεναζίνη και θειοριδαζίνη, βλ. παράγραφο 4.3και ενότητα «Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT» στην παράγραφο 4.5 παραπάνω ), ρισπεριδόνη, ατομοξετίνη, συγκεκριμένα Τύπου 1c αντιαρρυθμικά (π.χ. προπαφαινόνη και φλεκαϊνίδη) και μετοπρολόλη. Δεν συνιστάται να χρησιμοποιείται η παροξετίνη σε συνδυασμό με μετοπρολόλη όταν χορηγείται σε καρδιακή ανεπάρκεια λόγω του στενού θεραπευτικού δείκτη της μετοπρολόλης σε αυτήν την ένδειξη.
Στη βιβλιογραφία έχει αναφερθεί φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ αναστολέων του CYP2D6 και ταμοξιφένης που δείχνει 65-75 % μείωση των επιπέδων στο πλάσμα μιας από τις δραστικότερες μορφές της ταμοξιφένης, δηλαδή της ενδοξιφένης. Μειωμένη αποτελεσματικότητα της ταμοξιφένης έχει αναφερθεί με τη συγχορήγηση ορισμένων SSRI αντικαταθλιπτικών σε ορισμένες μελέτες. Επειδή δεν είναι δυνατόν να αποκλεισθεί μειωμένη επίδραση της ταμοξιφένης, η συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6 (συμπεριλαμβανομένης της παροξετίνης) θα πρέπει όπου είναι δυνατόν να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.4).
Αλκοόλ
Όπως και με τα άλλα ψυχοτρόπα φάρμακα, οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν τη χρήση αλκοόλ ενώ λαμβάνουν παροξετίνη.
Από του στόματος αντιπηκτικά
Μπορεί να συμβεί μία αλληλεπίδραση μεταξύ της παροξετίνης και των από του στόματος αντιπηκτικών. Η ταυτόχρονη χρήση της παροξετίνης με τα από του στόματος αντιπηκτικά μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη αντιπηκτική δραστικότητα και κίνδυνο αιμορραγίας. Ως εκ τούτου, η παροξετίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που θεραπεύονται με από του στόματος αντιπηκτικά (βλ. παράγραφο 4.4).
NSAIDs και ακετυλοσαλικυλικό οξύ και άλλοι αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες
Μπορεί να συμβεί φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ της παροξετίνης και των NSAID/ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Η ταυτόχρονη χορήγηση της παροξετίνης και των NSAID/ακετυλοσαλικυλικού οξέος μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο αιμορραγικό κίνδυνο (βλ. παράγραφο 4.4).
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν SSRIs ταυτόχρονα με από του στόματος αντιπηκτικά, φάρμακα που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων ή αυξάνουν τον κίνδυνο αιμορραγίας (π.χ. άτυπα αντιψυχωσικά όπως η κλοζαπίνη, οι φαινοθειαζίνες, οι περισσότεροι TCAs, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, τα NSAIDs, οι αναστολείς COX-2), όπως επίσης σε ασθενείς με ιστορικό αιμορραγικών διαταραχών ή καταστάσεων που μπορεί να προδιαθέτουν σε αιμορραγία.
Πραβαστατίνη
Έχει παρατηρηθεί αλληλεπίδραση μεταξύ παροξετίνης και πραβαστατίνης σε μελέτες, γεγονός που υποδηλώνει ότι η συγχορήγηση παροξετίνης και πραβαστατίνης μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα. Στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη που λαμβάνουν ταυτόχρονα παροξετίνη και πραβαστατίνη ενδέχεται να χρειαστεί προσαρμογή της δοσολογίας των από στόματος υπογλυκαιμικών παραγόντων και/ή της ινσουλίνης (βλ. παράγραφο 4.4).
Κύηση
Ορισμένες επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν μία αύξηση του κινδύνου συγγενών δυσπλασιών, ιδιαίτερα καρδιαγγειακών (π.χ. ελλείμματα του μεσοκοιλιακού και μεσοκολπικού διαφράγματος), που σχετίζονται με τη χρήση της παροξετίνης κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Ο μηχανισμός είναι άγνωστος. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι ο κίνδυνος γέννησης βρέφους με καρδιαγγειακή ανωμαλία μετά από έκθεση της μητέρας σε παροξετίνη είναι μικρότερος από 2/100, συγκριτικά με το αναμενόμενο ποσοστό για τέτοιες ανωμαλίες 1/100 στον γενικό πληθυσμό.
Η παροξετίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο όταν ενδείκνυται. Ο θεράπων ιατρός θα χρειασθεί να σταθμίσει την επιλογή εναλλακτικών θεραπειών σε γυναίκες που είναι ή σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες. Θα πρέπει να αποφεύγεται απότομη διακοπή κατά τη διάρκεια της κύησης (βλέπε παράγραφο 4.2).
Δεδομένα παρατήρησης έδειξαν αυξημένο κίνδυνο (λιγότερο από 2 φορές) αιμορραγίας μετά τον τοκετό μετά την έκθεση σε SSRI/SNRI εντός του μήνα πριν από τη γέννηση (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.8).
Τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται εάν η μητέρα εξακολουθούσε να λαμβάνει παροξετίνη κατά τα τελευταία στάδια της κύησης, ιδιαίτερα στο τρίτο τρίμηνο.
Τα ακόλουθα συμπτώματα μπορεί να εμφανισθούν σε νεογνά, μετά τη χρήση παροξετίνης από τη μητέρα κατά τα τελευταία στάδια της κύησης: αναπνευστική δυσχέρεια, κυάνωση, άπνοια, επιληπτικές κρίσεις, αστάθεια θερμοκρασίας, δυσκολία σίτισης, έμετος, υπογλυκαιμία, υπερτονία, υποτονία, αύξηση αντανακλαστικών, τρόμος, νευρικότητα, ευερεθιστότητα, λήθαργος, συνεχές κλάμα, υπνηλία και δυσκολία στον ύπνο. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να οφείλονται είτε στις σεροτονινεργικές επιδράσεις ή σε συμπτώματα απόσυρσης. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων αρχίζουν αμέσως ή σύντομα (<24ώρες) μετά τον τοκετό.
Επιδημιολογικά δεδομένα έχουν δείξει ότι η χρήση SSRIs κατά την κύηση, ιδιαίτερα σε προχωρημένη κύηση μπορεί να έχει αυξημένο κίνδυνο επίμονης πνευμονικής υπέρτασης στο νεογνό (PPHN). Ο κίνδυνος που παρατηρήθηκε ήταν περίπου πέντε περιπτώσεις ανά 1000 κυήσεις. Στον γενικό πληθυσμό εμφανίστηκαν μία έως δύο περιπτώσεις PPHN ανά 1000 κυήσεις.
Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα, αλλά δεν υπέδειξαν άμεση βλαπτική επίδραση όσον αφορά την εγκυμοσύνη/την ανάπτυξη του εμβρύου, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3).
Θηλασμός
Μικρές ποσότητες παροξετίνης απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Σε δημοσιευμένες μελέτες, οι συγκεντρώσεις oρού σε βρέφη που θήλαζαν ήταν μη ανιχνεύσιμες (<2 νανογραμμάρια/ml) ή πολύ χαμηλές (<4 νανογραμμάρια/ml) και δεν παρατηρήθηκε κανένα σημείο επίδρασης του φαρμάκου σε αυτά τα βρέφη. Καθώς δεν αναμένονται επιδράσεις, μπορεί να εξετασθεί η δυνατότητα θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει ότι η παροξετίνη μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα του σπέρματος (βλ. παράγραφο 5.3). Δεδομένα in vitro με ανθρώπινο υλικό μπορεί να υποδηλώνουν κάποια επίδραση στην ποιότητα του σπέρματος, ωστόσο, αναφορές περιστατικών από ανθρώπους με ορισμένους SSRIs (συμπεριλαμβανομένης της παροξετίνης) έχουν δείξει ότι η επίδραση στην ποιότητα του σπέρματος φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμη.
Μέχρι σήμερα δεν έχουν παρατηρηθεί επιπτώσεις στην ανθρώπινη γονιμότητα.
ν
Η κλινική εμπειρία έχει δείξει ότι η θεραπεία με παροξετίνη δε συσχετίζεται με διαταραχή της γνωστικής ή ψυχοκινητικής λειτουργίας. Ωστόσο, όπως με όλα τα ψυχοδραστικά φάρμακα, οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται σχετικά με την ικανότητά τους να οδηγήσουν αυτοκίνητο και να χειριστούν μηχανήματα.
Αν και η παροξετίνη δεν αυξάνει τις νοητικές και κινητικές διαταραχές που προκαλεί το αλκοόλ, δε συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση παροξετίνης και αλκοόλ.
Μερικές από τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που αναφέρονται παρακάτω μπορεί να μειωθούν σε ένταση και συχνότητα με τη συνέχιση της θεραπείας και γενικά δεν οδηγούν σε διακοπή της θεραπείας. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου αναφέρονται παρακάτω κατά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000, < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000,
<1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Όχι συχνές: μη φυσιολογική αιμορραγία, κυρίως από το δέρμα και τους βλεννογόνους (συμπεριλαμβανομένων των εκχυμώσεων και της γυναικολογικής αιμορραγίας), λευκοπενία, Πολύ σπάνιες: θρομβοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Πολύ σπάνιες: σοβαρές και δυνητικά θανατηφόρες αλλεργικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένων των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων και του αγγειοοιδήματος)
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
Πολύ σπάνιες: σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Συχνές: αύξηση των επιπέδων χοληστερίνης, μείωση όρεξης
Όχι συχνές: μεταβολή του γλυκαιμικού ελέγχου έχει αναφερθεί σε διαβητικούς ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4)
Σπάνιες: υπονατριαιμία
Υπονατριαιμία έχει αναφερθεί κυρίως σε ηλικιωμένους ασθενείς και μερικές φορές οφείλεται σε απρόσφορη έκκριση της αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
Ψυχιατρικές διαταραχές
Συχνές: υπνηλία, αϋπνία, διέγερση, μη φυσιολογικά όνειρα (συμπεριλαμβανομένων των εφιαλτών)
Όχι συχνές: σύγχυση, ψευδαισθήσεις
Σπάνιες: μανιακές αντιδράσεις, άγχος, αποπροσωποποίηση, κρίσεις πανικού, ακαθησία (βλ. παράγραφο 4.4)
Μη γνωστές: αυτοκτονικός ιδεασμός, αυτοκτονική συμπεριφορά, επιθετικότητα, βρουξισμός
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικής συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια θεραπείας με παροξετίνη ή σύντομα μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Περιπτώσεις επιθετικότητας παρατηρήθηκαν μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί, επίσης, να οφείλονται στην υποκείμενη νόσο.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συχνές: ζάλη, τρόμος, κεφαλαλγία, διαταραχή συγκέντρωσης Όχι συχνές: εξωπυραμιδικές διαταραχές
Σπάνιες: σπασμοί, σύνδρομο ανήσυχων ποδιών (RLS)
Πολύ σπάνιες: σύνδρομο σεροτονίνης (στα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνονται διέγερση, σύγχυση, εφίδρωση, ψευδαισθήσεις, υπεραντανακλαστικότητα, μυόκλονος, ρίγος, ταχυκαρδία και τρόμος)
Έχουν ληφθεί αναφορές εξωπυραμιδικής διαταραχής, συμπεριλαμβανομένης της στοματο- προσωπικής δυστονίας, σε ασθενείς μερικές φορές με υποκείμενες κινητικές διαταραχές ή που χρησιμοποιούσαν νευροληπτική φαρμακευτική αγωγή.
Οφθαλμικές διαταραχές
Συχνές: θάμβος οράσεως
Όχι συχνές: μυδρίαση (βλ. παράγραφο 4.4) Πολύ σπάνιες: οξύ γλαύκωμα
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Μη γνωστές: εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
Όχι συχνές: φλεβοκομβική ταχυκαρδία Σπάνιες: βραδυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές
Όχι συχνές: παροδικές αυξήσεις ή μειώσεις της αρτηριακής πίεσης, ορθοστατική υπόταση
Παροδικές αυξήσεις ή μειώσεις της αρτηριακής πίεσης έχουν αναφερθεί μετά από θεραπεία με παροξετίνη, συνήθως σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υπέρταση ή άγχος.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Συχνές: χασμουρητό
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Πολύ συχνές: ναυτία
Συχνές: δυσκοιλιότητα, διάρροια, έμετος, ξηροστομία Πολύ σπάνιες: γαστρεντερική αιμορραγία
Μη γνωστής συχνότητας: μικροσκοπική κολίτις
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Σπάνιες: αύξηση ηπατικών ενζύμων
Πολύ σπάνιες: ηπατικά συμβάματα (όπως ηπατίτιδα, μερικές φορές συνοδεύεται με ίκτερο και/ή ηπατική αναπάρκεια)
Έχει αναφερθεί αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
Έχουν επίσης ληφθεί πολύ σπάνια αναφορές ηπατικών συμβαμάτων (όπως ηπατίτιδα, που μερικές φορές συνδέεται με ίκτερο και/ή ηπατική ανεπάρκεια) μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Η διακοπή της παροξετίνης θα πρέπει να εξετάζεται εάν υπάρχει παρατεταμένη αύξηση των αποτελεσμάτων των δοκιμασιών της ηπατικής λειτουργίας.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Συχνές: εφίδρωση
Όχι συχνές: δερματικά εξανθήματα, κνησμός
Πολύ σπάνιες: σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένου του πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης), κνίδωση, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Όχι συχνές: κατακράτηση ούρων, ακράτεια ούρων
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Πολύ συχνές: σεξουαλική δυσλειτουργία
Σπάνιες: υπερπρολακτιναιμία/γαλακτόρροια, διαταραχές της εμμήνου ρύσης (συμπεριλαμβανομένων μηνορραγίας, μητρορραγίας, αμηνόρροιας, καθυστερημένης εμμήνου ρύσης και ακανόνιστης εμμήνου ρύσης)
Πολύ σπάνιες: πριαπισμός
Μη γνωστές: αιμορραγία μετά τον τοκετό*
* Η συγκεκριμένη ανεπιθύμητη ενέργεια έχει αναφερθεί για τη θεραπευτική κατηγορία των SSRIs/SNRIs (βλ. παραγράφους 4.4, 4.6).
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Σπάνιες: αρθραλγία, μυαλγία
Επιδημιολογικές μελέτες, που διεξήχθηκαν κυρίως σε ασθενείς ηλικίας 50 ετών και άνω, δείχνουν αυξημένο κίνδυνο κατάγματος οστών σε ασθενείς που λαμβάνουν SSRIs και TCAs. Ο μηχανισμός που οδηγεί σε αυτόν τον κίνδυνο είναι άγνωστος.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Συχνές: αδυναμία, αύξηση σωματικού βάρους Πολύ σπάνιες: περιφερικό οίδημα
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΠΟΣΥΡΣΗΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ ΠΑΡΟΞΕΤΙΝΗ
Συχνά: ζάλη, αισθητικές διαταραχές, διαταραχές του ύπνου, άγχος, κεφαλαλγία
Όχι συχνά: διέγερση, ναυτία, τρόμος, σύγχυση, εφίδρωση, συναισθηματική αστάθεια, οπτική διαταραχή, αίσθημα παλμών, διάρροια, ευερεθιστότητα
Η διακοπή της παροξετίνης (ειδικά η απότομη) συνήθως οδηγεί σε συμπτώματα απόσυρσης. Έχουν αναφερθεί ζάλη, διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένης της παραισθησίας και της αίσθησης ηλεκτροπληξίας και εμβοών), διαταραχές του ύπνου (συμπεριλαμβανομένων των έντονων ονείρων), διέγερση ή άγχος, ναυτία, τρόμος, σύγχυση, εφίδρωση, κεφαλαλγία, διάρροια, αίσθημα παλμών, συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα και οπτικές διαταραχές.
Γενικά αυτά τα συμβάματα είναι ήπια έως μέτρια και αυτοπεριορίζονται, ωστόσο, σε μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρά και/ή να παραταθούν. Επομένως, συνιστάται να γίνεται σταδιακή διακοπή με μείωση της δόσης όταν δεν απαιτείται πλέον θεραπεία με παροξετίνη (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΑ ΣΥΜΒΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΕΣ
Τα ακόλουθα ανεπιθύμητα συμβάματα παρατηρήθηκαν:
Αυξημένες συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτοκτονία (συμπεριλαμβανομένων των αποπειρών αυτοκτονίας και αυτοκτονικών σκέψεων), συμπεριφορές αυτοτραυματισμού και αυξημένη εχθρότητα. Οι αυτοκτονικές σκέψεις και οι απόπειρες αυτοκτονίας παρατηρήθηκαν κυρίως σε κλινικές δοκιμές σε εφήβους με Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή. Η αυξημένη εχθρότητα εμφανίσθηκε ιδιαίτερα σε παιδιά με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και ιδιαίτερα σε νεαρά παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετών.
Επιπρόσθετα συμβάματα που παρατηρήθηκαν είναι: μειωμένη όρεξη, τρόμος, εφίδρωση, υπερκινησία, διέγερση, συναισθηματική αστάθεια (συμπεριλαμβανομένου του κλάματος και των διακυμάνσεων της διάθεσης), ανεπιθύμητα συμβάματα σχετιζόμενα με αιμορραγία, κυρίως στο δέρμα και τους βλεννογόνους.
Συμβάματα που παρατηρήθηκαν μετά τη διακοπή/σταδιακή μείωση της παροξετίνης είναι: συναισθηματική αστάθεια (συμπεριλαμβανομένου του κλάματος, των διακυμάνσεων της διάθεσης, του αυτοτραυματισμού, των αυτοκτονικών σκέψεων και των αποπειρών αυτοκτονίας), νευρικότητα, ζάλη, ναυτία και κοιλιακό άλγος (βλ. παράγραφο 4.4).
Βλέπε παράγραφο 5.1 για περισσότερες πληροφορίες στις παιδιατρικές κλινικές δοκιμές.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους – κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562, Χολαργός, Αθήνα, Τηλ.: + 302132040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.).
Συμπτώματα και σημεία
Είναι εμφανές ένα ευρύ περιθώριο ασφάλειας από διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την
υπερδοσολογία της παροξετίνης. Εμπειρία από υπερδοσολογία παροξετίνης έχει καταδείξει ότι εκτός των συμπτωμάτων που αναφέρθηκαν στην παράγραφο 4.8, έχουν, επίσης, αναφερθεί οι εξής: πυρετός και ακούσιες μυϊκές συσπάσεις. Γενικά, οι ασθενείς έχουν ανακάμψει χωρίς σοβαρές συνέπειες, ακόμα και όταν ελήφθησαν δόσεις έως και 2000 mg. Συμβάματα, όπως κώμα και ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές, έχουν αναφερθεί περιστασιακά και πολύ σπάνια με μοιραία κατάληξη, όταν η παροξετίνη ελήφθη σε συνδυασμό με άλλα ψυχοτρόπα φάρμακα, με ή χωρίς αλκοόλ.
Θεραπεία
Δεν είναι γνωστό κάποιο συγκεκριμένο αντίδοτο.
Η θεραπεία θα πρέπει να περιλαμβάνει όλα εκείνα τα γενικά μέτρα που εφαρμόζονται στην αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας με οποιοδήποτε αντικαταθλιπτικό. Μπορεί να εξετασθεί η χορήγηση 20-30 g ενεργού άνθρακα, εάν είναι δυνατόν εντός ολίγων ωρών μετά από λήψη υπερβολικής δόσης για να μειωθεί η απορρόφηση παροξετίνης. Ενδείκνυται υποστηρικτική φροντίδα με συχνή παρακολούθηση των ζωτικών σημείων και προσεκτική παρατήρηση. Η αντιμετώπιση του ασθενούς θα πρέπει να γίνεται όπως ενδείκνυται κλινικά.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - TABERIL 20MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντικαταθλιπτικά – εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, κωδικός ΑΤC: N06AB05
Μηχανισμός δράσης
Η παροξετίνη είναι ένας ισχυρός και εκλεκτικός αναστολέας της πρόσληψης της 5- υδροξυτρυπταμίνης (5-ΗΤ, σεροτονίνη) και η αντικαταθλιπτική του ενέργεια και αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της ΙΨΔ, της Κοινωνικής Αγχώδους Διαταραχής/ Κοινωνικής Φοβίας, της Γενικής Αγχώδους Διαταραχής, του Μετατραυματικού Στρες και της Διαταραχής Πανικού, θεωρείται ότι σχετίζεται με την εξειδικευμένη αναστολή της 5-ΗΤ στους εγκεφαλικούς νευρώνες.
Η παροξετίνη χημικά δε σχετίζεται με τα τρικυκλικά, τετρακυκλικά και άλλα διαθέσιμα αντικαταθλιπτικά. Η παροξετίνη έχει χαμηλή συγγένεια με τους μουσκαρινικούς χολινεργικούς υποδοχείς και μελέτες σε ζώα έχουν δείξει μόνο ασθενείς αντιχολινεργικές ιδιότητες.
Σε συμφωνία με αυτήν την εκλεκτική δράση, in vitro μελέτες έχουν καταδείξει ότι, αντίθετα με τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, η παροξετίνη έχει χαμηλή συγγένεια για τους άλφα 1, άλφα 2 και βήτα αδρενεργικούς υποδοχείς, καθώς με τους υποδοχείς της ντοπαμίνης (D2), τους ομοιάζοντες με τους υποδοχείς της 5-ΗΤ1 και τους υποδοχείς της 5-ΗΤ2 και της ισταμίνης (Η1). Αυτή η έλλειψη αλληλεπίδρασης με τους μετασυναπτικούς υποδοχείς in vitro έχει υποστηριχτεί και σε in vivo μελέτες οι οποίες καταδεικνύουν έλλειψη καταστολής του ΚΝΣ και υποτασικές ιδιότητες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η παροξετίνη δεν επηρεάζει την ψυχοκινητική λειτουργία και δεν ενισχύει τις κατασταλτικές επιδράσεις της αιθανόλης.
Όπως και με άλλους εκλεκτικούς αναστολείς της πρόσληψης της 5-ΗΤ, η παροξετίνη προκάλεσε συμπτώματα υπερβολικής διέγερσης του υποδοχέα της 5-ΗΤ όταν χορηγήθηκε σε ζώα που προηγουμένως τους είχαν χορηγηθεί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) ή τρυπτοφάνη.
Συμπεριφορικές και ηλεκτροεγκεφαλογραφικές μελέτες καταδεικνύουν ότι η παροξετίνη είναι ασθενώς διεγερτική σε δόσεις γενικά μεγαλύτερες από αυτές που απαιτούνται για την αναστολή της πρόσληψης της 5-ΗΤ. Η φύση των διεγερτικών ιδιοτήτων δεν προσομοιάζει με της αμφεταμίνης.
Μελέτες σε ζώα καταδεικνύουν ότι η παροξετίνη γίνεται καλά ανεκτή από το καρδιαγγειακό σύστημα. Η παροξετίνη δεν προκάλεσε σημαντικές κλινικές μεταβολές στην αρτηριακή πίεση, τον καρδιακό ρυθμό και στο ΗΚΓ μετά τη χορήγησή της σε υγιείς εθελοντές.
Μελέτες καταδεικνύουν ότι, σε αντίθεση με τα αντικαταθλιπτικά, τα οποία αναστέλλουν την πρόσληψη της νοραδρεναλίνης, η παροξετίνη έχει πολύ μειωμένη τάση να αναστέλλει τις αντιυπερτασικές επιδράσεις της γουανεθιδίνης.
Στη θεραπεία των καταθλιπτικών διαταραχών η παροξετίνη εμφανίζει συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα με τα καθιερωμένα αντικαταθλιπτικά.
Υπάρχουν, επίσης, μερικές ενδείξεις ότι η παροξετίνη μπορεί να έχει θεραπευτική αξία σε ασθενείς οι οποίοι απέτυχαν να ανταποκριθούν στην καθιερωμένη θεραπεία.
Η πρωινή δοσολογία της παροξετίνης δεν έχει κάποια επιβλαβή επίδραση ούτε στην ποιότητα ούτε στη διάρκεια του ύπνου. Επιπλέον, οι ασθενείς είναι πιθανό να παρουσιάσουν βελτιωμένο ύπνο, καθώς ανταποκρίνονται στη θεραπεία με παροξετίνη.
Ανάλυση αυτοκτονικότητας ενηλίκων
Μία ειδική ανάλυση για την παροξετίνη σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές σε ενήλικες με ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε υψηλότερη συχνότητα αυτοκτονικής συμπεριφοράς σε νεαρούς ενήλικες (ηλικίας 18-24 ετών) που έλαβαν θεραπεία με παροξετίνη συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (2,19 % έναντι 0,92 %). Σε ομάδες μεγαλύτερης ηλικίας δεν παρατηρήθηκε τέτοια αύξηση. Σε ενήλικες με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή (όλες οι ηλικίες), υπήρξε αύξηση της συχνότητας αυτοκτονικής συμπεριφοράς σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με παροξετίνη συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (0,32 % έναντι 0,05 %). Όλες οι περιπτώσεις ήταν απόπειρες αυτοκτονίας. Ωστόσο, η πλειονότητα αυτών των αποπειρών για την παροξετίνη (8 στις 11) ήταν σε νεαρούς ενήλικες (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Ανταπόκριση στη δόση
Σε μελέτες σταθερής δόσης, υπάρχει μία επίπεδη καμπύλη ανταπόκρισης στη δόση, η οποία δεν παρέχει καμία ένδειξη πλεονεκτήματος ως προς την αποτελεσματικότητα για τη χρήση υψηλότερων από τις συνιστώμενες δόσεις. Ωστόσο, υπάρχουν μερικά κλινικά δεομένα που υποδηλώουν ότι η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επωφελής σε κάποιους ασθενείς.
Μακροχρόνια αποτελεσματικότητα
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της παροξετίνης στην κατάθλιψη έχει καταδειχθεί σε μία μελέτη συντήρησης με σχεδιασμό πρόληψης υποτροπών 52 εβδομάδων: 12 % των ασθενών που λάμβαναν παροξετίνη (20-40 mg ημερησίως) υποτροπίασαν, έναντι 28 % των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο.
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της παροξετίνης στη θεραπεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής έχει εξεταστεί σε τρεις μελέτες συντήρησης με σχεδιασμό πρόληψης υποτροπών 24 εβδομάδων. Σε μία από τις τρεις μελέτες επετεύχθη μία σημαντική διαφορά στο ποσοστό των υποτροπιαζόντων μεταξύ της παροξετίνης (38 %) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (59 %).
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της παροξετίνης στη θεραπεία της διαταραχής πανικού έχει καταδειχτεί σε μία μελέτη συντήρησης με σχεδιασμό πρόληψης υποτροπών 24
εβδομάδων: 5 % των ασθενών που λάμβαναν παροξετίνη (10-40 mg ημερησίως) υποτροπίασαν, έναντι 30 % των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Αυτό υποστηρίχτηκε και με μία μελέτη συντήρησης 36 εβδομάδων.
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της παροξετίνης στη θεραπεία της κοινωνικής αγχώδους διαταραχής και της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής και της διαταραχής Μετατραυματικού Στρες δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς.
Ανεπιθύμητα συμβάματα από παιδιατρικές κλινικές δοκιμές
Σε βραχυπρόθεσμες (έως 10-12 εβδομάδες) κλινικές δοκιμές σε παιδιά και εφήβους, παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα ανεπιθύμητα συμβάματα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με παροξετίνη σε συχνότητα τουλάχιστον 2 % των ασθενών και εμφανίστηκαν σε ποσοστό τουλάχιστον διπλάσιο από αυτό του εικονικού φαρμάκου: αυξημένες συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτοκτονία (συμπεριλαμβανομένων των αποπειρών αυτοκτονίας και των αυτοκτονικών σκέψεων), συμπεριφορές αυτοτραυματισμού και αυξημένη εχθρότητα. Οι αυτοκτονικές σκέψεις και οι απόπειρες αυτοκτονίας παρατηρήθηκαν κυρίως σε κλινικές δοκιμές σε εφήβους με Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή. Η αυξημένη εχθρότητα εμφανίσθηκε ιδιαίτερα σε παιδιά με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και ιδιαίτερα σε νεαρότερα παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετών. Επιπρόσθετα συμβάματα που παρατηρήθηκαν συχνότερα με την παροξετίνη συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου ήταν: μειωμένη όρεξη, τρόμος, εφίδρωση, υπερκινησία, διέγερση, συναισθηματική αστάθεια (συμπεριλαμβανομένου του κλάματος και των διακυμάνσεων της διάθεσης).
Σε μελέτες που χρησιμοποιήθηκε σχήμα σταδιακής μείωσης, συμπτώματα που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της φάσης της σταδιακής μείωσης ή κατά τη διακοπή της παροξετίνης σε συχνότητα τουλάχιστον 2 % των ασθενών και συνέβησαν σε ποσοστό τουλάχιστον διπλάσιο από αυτή του εικονικού φαρμάκου ήταν: συναισθηματική αστάθεια (συμπεριλαμβανομένου του κλάματος, των διακυμάνσεων της διάθεσης, του αυτοτραυματισμού, των αυτοκτονικών σκέψεων και των αποπειρών αυτοκτονίας), νευρικότητα, ζάλη, ναυτία και κοιλιακό άλγος (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε πέντε μελέτες παράλληλων ομάδων με διάρκεια θεραπείας οκτώ εβδομάδες έως οκτώ μήνες, ανεπιθύμητα συμβάματα σχετιζόμενα με αιμορραγία, κυρίως στο δέρμα και τους βλεννογόνους, παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με παροξετίνη, σε συχνότητα 1,74 % συγκριτικά με 0,74 % που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Απορρόφηση
Η παροξετίνη απορροφάται καλά μετά την από του στόματος χορήγηση και υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου. Λόγω του μεταβολισμού πρώτης διόδου, το ποσό της παροξετίνης που είναι διαθέσιμο στη συστηματική κυκλοφορία είναι λιγότερο από αυτό που απορροφάται από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Μερικός κορεσμός του μεταβολισμού πρώτης διότου και μειωμένη κάθαρση πλάσματος συμβαίνει καθώς αυξάνεται η επιβάρυνση τους σώματος με υψηλότερες εφάπαξ δόσεις ή με πολλαπλές δοσολογίες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα δυσανάλογες αυξήσεις των συγκεντρώσεων της παροξετίνης στο πλάσμα και επομένως οι φαρμακοκινητικές παράμετροι δεν είναι σταθερές, με αποτέλεσμα μια μη γραμμική κινητική. Ωστόσο, η μη-γραμμικότητα γενικά είναι μικρή και περιορίζεται σε εκείνα τα άτομα που επιτυγχάνουν χαμηλά επίπεδα πλάσματος σε χαμηλές δόσεις.
Τα συστηματικά επίπεδα σταθεροποιημένης κατάστασης επιτυγχάνονται 7 με 14 ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας με σκευάσματα άμεσης ή ελεγχόμενης αποδέσμευσης και η φαρμακοκινητική δε φαίνεται να μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας.
Κατανομή
Η παροξετίνη κατανέμεται εκτενώς στους ιστούς και φαρμακοκινητικοί υπολογισμοί έχουν καταδεικνύουν ότι μόνο το 1 % της παροξετίνης στο σώμα βρίσκεται στο πλάσμα.
Περίπου το 95 % της παροξετίνης εμφανίζεται δεσμευμένη με την πρωτεΐνη στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις.
Δε βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων της παροξετίνης στο πλάσμα και του κλινικού αποτελέσματος (ανεπιθύμητες ενέργειες και αποτελεσματικότητα).
Βιομετασχηματισμός
Οι κύριοι μεταβολίτες της παροξετίνης είναι πολικά και συζευγμένα προϊόντα οξείδωσης και μεθυλίωσης τα οποία απομακρύνονται εύκολα. Λόγω της σχετικής έλλειψης φαρμακολογικής τους δράσης, είναι πολύ απίθανο να συνεισφέρουν στις θεραπευτικές επιδράσεις της παροξετίνης.
Ο μεταβολισμός δεν επηρεάζει την εκλεκτική δράση της παροξετίνης στη νευρωνική πρόσληψη της 5-ΗΤ.
Αποβολή
Η απέκκριση στα ούρα της αμετάβλητης παροξετίνης είναι γενικά μικρότερη του 2 % της δόσης, ενώ εκείνη των μεταβολιτών είναι περίπου το 64 % της δόσης. Περίπου το 36 % της δόσης εκκρίνεται στα κόπρανα, πιθανά μέσω της χολής, από το οποίο η αμετάβλητη παροξετίνη αντιπροσωπεύει λιγότερο του 1 % της δόσης. Επομένως, η παροξετίνη αποβάλλεται σχεδόν ολοκληρωτικά μέσω μεταβολισμού.
Η απέκκριση των μεταβολιτών είναι διφασική, αρχικά ως αποτέλεσμα ενός μεταβολισμού πρώτης διόδου και στη συνέχεια ελεγχόμενη από τη συστηματική αποβολή της παροξετίνης.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής διαφέρει, αλλά γενικά είναι περίπου μία ημέρα. Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Ηλικιωμένος πληθυσμός και ασθενείς με νεφρική/ηπατική δυσλειτουργία
Αυξημένες συγκεντρώσεις παροξετίνης στο πλάσμα παρουσιάζονται σε ηλικιωμένα άτομα και σε εκείνα τα άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή σε εκείνα με ηπατική δυσλειτουργία, αλλά το εύρος των συγκεντρώσεων πλάσματος επικαλύπτει αυτό των υγιών ενήλικων ατόμων.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - TABERIL 20MG/TAB
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (E460)
Όξινο φωσφορικό ασβέστιο, διϋδρικό (Ε341) Νατριούχος διασταυρούμενη καρμελλόζη (E468) Οξείδιο του πυριτίου κολλοειδές άνυδρο (E551) Στεατικό μαγνήσιο (E470b)
Τα δισκία συσκευάζονται σε κυψέλες (blisters) από πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC) που είναι σφραγισμένες με φύλλο αλουμινίου (aluminium foil). Κουτιά που περιέχουν 14 ή 30 δισκία σε κυψέλες είναι διαθέσιμα.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.