PAXITAL C/S.SOL.IN 6MG/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - PAXITAL 6MG/ML
Καρκίνος των ωοθηκών: στη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών, το Paxital® ενδείκνυται για ασθενείς με προχωρημένη ή υπολειπόμενη νόσο (>1cm) μετά από λαπαροτομία, σε συνδυασμό με σισπλατίνη. Στη χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών, το Paxital® ενδείκνυται για την θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου των ωοθηκών μετά την αποτυχία της καθιερωμένης θεραπείας με λευκόχρυσο.
Καρκίνος του μαστού: κατά την επικουρική αγωγή, το Paxital® ενδείκνυται για τη θεραπεία των ασθενών με καρκίνο του μαστού με θετικούς λεμφαδένες μετά από θεραπεία με ανθρακυκλίνη και κυκλοφωσφαμίδη (AC). Η επικουρική θεραπεία με Paxital® πρέπει να θεωρείται ως εναλλακτική της παρατεταμένης θεραπείας με AC. To Paxital® ενδείκνυται για την αρχική θεραπεία του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού είτε σε συνδυασμό με μια ανθρακυκλίνη σε ασθενείς για τους οποίους η θεραπεία με ανθρακυκλίνη είναι κατάλληλη, είτε σε συνδυασμό με trastuzumab σε ασθενείς που έχουν υπερέκφραση του HER-2 σε επίπεδο 3+, όπως καθορίζεται από την ανοσοϊστοχημεία και για τους οποίους οι ανθρακυκλίνες δεν είναι κατάλληλες (βλέπε 4.4. και 5.1). Ως μονοθεραπεία, το Paxital® ενδείκνυται για την θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε ασθενείς στους οποίους έχει αποτύχει ή που δεν θα ήταν κατάλληλη η καθιερωμένη θεραπεία με ανθρακυκλίνες.
Προχωρημένος μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα: το Paxital®, σε συνδυασμό με σισπλατίνη, ενδείκνυται για τη θεραπεία του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα σε ασθενείς που δεν είναι δυνατόν να υποβληθούν σε θεραπευτική χειρουργική επέμβαση και σε/ή ακτινοθεραπεία.
ΣάρκωμαKaposiσχετιζόμενο μεAIDS: το Paxital® ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με προχωρημένο σάρκωμα Kaposi (KS) σχετιζόμενο με AIDS, οι οποίοι δεν αποκρίθηκαν σε προηγούμενη θεραπεία με λιποσωμιακή ανθρακυκλίνη. Περιορισμένα δεδομένα αποτελεσματικότητας υποστηρίζουν την ένδειξη αυτή. Περίληψη των σχετικών μελετών περιγράφεται στην παράγραφο 5.1.
Σε όλους τους ασθενείς πρέπει να χορηγούνται κορτικοστεροειδή, αντιισταμινικά και ανταγωνιστές των Η2 υποδοχέων πριν την έγχυση του Paxital®, όπως
| Φάρμακο | Δόση | Χορήγηση πριν από τοPaxital® |
| Δεξαμεθαζόνη | 20mg από το στόμα* ή ενδοφλεβίως | Από το στόμα : περίπου 12 και 6 ώρες Ενδοφλεβίως: 30 έως 60 λεπτά |
| Διφαινυδραμίνη** | 50mg ενδοφλεβίως | 30 έως 60 λεπτά |
| Σιμετιδίνη ή ρανιτιδίνη | 300mg ενδοφλεβίως 50mg ενδοφλεβίως | 30 έως 60 λεπτά |
*8-20mg για ασθενείς με KS
** ή ένα ισοδύναμο αντιισταμινικό π.χ. χλωροφαινυραμίνη
Το Paxital® θα πρέπει να χορηγείται δια μέσου ενσωματωμένου στη συσκευή εγχύσεως φίλτρου με μικροπορώδη μεμβράνη < 0,22μm (βλέπε 6.6).
Χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών: Αν και άλλα δοσολογικά σχήματα διερευνώνται, συνιστάται μια συνδυασμένη θεραπεία αποτελούμενη από το Paxital® και σισπλατίνη. Ανάλογα με την διάρκεια της έγχυσης, δύο δοσολογικά σχήματα Paxital® συνιστώνται: 175mg/m2 Paxital® χορηγούμενα ενδοφλεβίως σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, ακολουθούμενα από 75mg/m2 σισπλατίνη, κάθε τρείς εβδομάδες ή Paxital® 135mg/m2 με 24ωρη έγχυση, ακολουθούμενη από 75mg/m2 σισπλατίνη, με διάστημα 3 εβδομάδων μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων (βλέπε 5.1).
Χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών: Η συνιστώμενη δόση του Paxital® είναι 175mg/m2, που χορηγείται μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, με διάστημα 3 εβδομάδων μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων.
Επικουρική χημειοθεραπεία στον καρκίνο του μαστού: η συνιστώμενη δόση του Paxital® είναι 175mg/m2, που χορηγείται μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, σε κύκλο 3 εβδομάδων σε τέσσερα θεραπευτικά σχήματα, μετά τη θεραπεία με AC.
Χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου του μαστού: Όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη (50mg/m2), το Paxital® πρέπει να χορηγείται 24 ώρες μετά τη δοξορουβικίνη. Η συνιστώμενη δόση Paxital® είναι 220mg/m2 χορηγούμενη ενδοφλεβίως μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, με 3 εβδομάδων διάστημα μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων (βλέπε 4.5 και 5.1). Όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με trastuzumab, η συνιστώμενη δόση του Paxital® είναι 175mg/m2 που χορηγείται ενδοφλεβίως μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, με 3 διάστημα εβδομάδων μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων (βλέπε 5.1). Η έγχυση με Paxital® μπορεί να αρχίσει την επόμενη ημέρα από τη πρώτη δόση του trastuzumab ή αμέσως μετά για τις επόμενες δόσεις του trastuzumab, εάν η προηγούμενη δόση του trastuzumab ήταν καλά ανεκτή (για λεπτομερή δοσολογία του trastuzumab βλέπε Περίληψη των Χαρακτηριστικών Προϊόντος του Herceptin® ).
Χημειοθεραπεία δεύτερης γραμμής του καρκίνου του μαστού: η συνιστώμενη δόση του Paxital® είναι 175mg/m2 που χορηγείται μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, με 3 εβδομάδων διάστημα μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων.
Θεραπεία προχωρημένου μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα: Η συνιστώμενη δόση του Paxital® είναι 175mg/m2 , που χορηγείται μέσα σε χρονικό διάστημα 3 ωρών, ακολουθούμενη από 80mg/m2 σισπλατίνη, σε κύκλο 3 εβδομάδων.
Θεραπεία του σχετιζόμενου μεAIDSσαρκώματοςKaposi(ΚS): Η συνιστώμενη δόση Paxital® είναι 100mg/m2 που χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε χρονικό διάστημα 3 ωρών κάθε δύο εβδομάδες.
Συμπληρωματικές δόσεις Paxital® μπορεί να χορηγούνται ανάλογα με την ανοχή κάθε ασθενούς. Το Paxital® δεν θα πρέπει να επαναχορηγείται μέχρις ότου ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι >1.500/mm3 (>1.000/mm3 για τους ασθενείς με KS) και ο αριθμός των αιμοπεταλίων >100.000/mm3 (>75.000/mm3 για τους ασθενείς με KS). Οι ασθενείς που εμφανίζουν βαριά ουδετεροπενία (αριθμός ουδετερόφιλων <500mm3 επί >7ημέρες) ή βαριά περιφερική νευροπάθεια θα πρέπει κατά τις επόμενες χορηγήσεις να λαμβάνουν δόση ελαττωμένη κατά 20% (25% για τους ασθενείς με KS) (βλέπε 4.4).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία: Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη σύσταση αλλαγών στη δοσολογία σε ασθενείς με ήπιες έως μέτριες ηπατικές δυσλειτουργίες (βλέπε 4.4. και 5.2). Οι ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν πακλιταξέλη.
Υπερευαισθησία στην πακλιταξέλη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα, ιδιαίτερα το πολυοξυαιθυλιωμένο καστορέλαιο (βλέπε παράγραφο4.4).
Το Paxital® δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με τιμή εκκίνησης ουδετεροφίλων <1,500/mm³ (<1,000/mm³ για ασθενείς με σάρκωμα Kaposi).
Το Paxital® αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλέπε παράγραφο 4.6).
Στο σάρκωμα Kaposi, το Paxital® επίσης αντενδείκνυται σε ασθενείς με ταυτόχρονες, σοβαρές, ανεξέλεγκτες μολύνσεις.
Το Paxital® θα πρέπει να χορηγείται υπό την επίβλεψη γιατρού με εμπειρία στην χρήση αντικαρκινικών χημειοθεραπευτικών φαρμάκων. Επειδή μπορεί να εμφανισθούν σημαντικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, θα πρέπει να διατίθεται ο κατάλληλος εξοπλισμός υποστήριξης.
Λόγω της πιθανότητας εξαγγείωσης, κρίνεται σκόπιμο να ελέγχεται στενά η έγχυση για πιθανή δημιουργία ιζήματος κατά τη διάρκεια της χορήγησης του φαρμάκου.
Οι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται σε προθεραπεία με κορτικοστεροειδή, αντιισταμινικά και ανταγωνιστές των Η2 υποδοχέων (βλέπε παράγραφο 4.2).
Όταν το Paxital® χρησιμοποιείται σε συνδυασμό, θα πρέπει να χορηγείται πριν τη σισπλατίνη (βλέπε παράγραφο 4.5).
Σημαντικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας που χαρακτηρίζονται από δύσπνοια και υπόταση που απαιτούν θεραπεία, αγγειοοίδημα και γενικευμένη κνίδωση παρατηρήθηκαν σε ποσοστό ασθενών <1% που ελάμβαναν Paxital® μετά από επαρκή προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή. Αυτές οι αντιδράσεις πιθανόν οφείλονται στην ισταμίνη. Στην περίπτωση σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας, η έγχυση με Paxital® θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως,, να ξεκινά συμπτωματική θεραπεία και να μηνεπαναχορηγηθεί το φάρμακο στον ασθενή.
Η καταστολή του μυελού των οστών (κυρίως ουδετεροπενία) αποτελεί δοσοπεριοριστική τοξική εκδήλωση. Θα πρέπει να γίνεται συχνός έλεγχος του αριθμού των έμμορφων συστατικών του αίματος. Στους ασθενείς δεν θα πρέπει να γίνεται επαναχορήγηση, μέχρι να αποκατασταθεί ο αριθμός των ουδετερόφιλων σε ≥1,500/mm³ (≥1,000/mm³ για ασθενείς με σάρκωμα Kaposi) και ο αριθμός των αιμοπεταλίων ≥100,000/mm³ (≥75,000/mm³ για ασθενείς με σάρκωμα Kaposi). Σε κλινική μελέτη για το σάρκωμα Kaposi, η πλειοψηφία των ασθενών ελάμβανε αυξητικό παράγοντα αποικιών των κοκκιοκυττάρων (G-CSF).
Οι ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας, ιδιαίτερα μυελοκαταστολής Βαθμού 3-4. Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η τοξικότητα του Paxital® αυξάνεται όταν χορηγείται με τρίωρη έγχυση σε ασθενείς με ελαφρά διαταραγμένη ηπατική λειτουργία. Όταν το Paxital® χορηγείται με έγχυση μεγαλύτερης διάρκειας, μπορεί να παρατηρηθεί αυξημένη μυελοκαταστολή σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική βλάβη. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανάπτυξη έντονης μυελοκαταστολής (βλέπε παράγραφο 4.2). Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα για να προταθούν μεταβολές της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 5.2).
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή χολόσταση κατά την έναρξη της θεραπείας. Οι ασθενείς με σοβαρή ηπατική βλάβη δεν πρέπει να θεραπεύονται με πακλιταξέλη.
Σοβαρές διαταραχές της καρδιακής αγωγιμότητας αναφέρθηκαν σπάνια κατά τη μονοθεραπεία με Paxital®. Εάν οι ασθενείς αναπτύξουν σημαντικές διαταραχές της αγωγιμότητας κατά τη διάρκεια της χορήγησης του Paxital®, πρέπει να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία και να παρακολουθείται συνεχώς η καρδιακή λειτουργία κατά τη μετέπειτα θεραπεία με Paxital®. Υπόταση, υπέρταση και βραδυκαρδία έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της χορήγησης του Paxital®, οι ασθενείς είναι συνήθως ασυμπτωματικοί και γενικά δεν χρήζουν θεραπείας. Συνιστάται η συχνή παρακολούθηση των ζωτικών σημείων, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πρώτης ώρας της έγχυσης του Paxital®. Σοβαρά καρδιοαγγειακά επεισόδια παρατηρήθηκαν συχνότερα σε ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα από ότι σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού ή των ωοθηκών. Μία μοναδική περίπτωση καρδιακής ανεπάρκειας συσχετιζόμενη με την πακλιταξέλη παρατηρήθηκε στην κλινική μελέτη AIDS-KS.
Όταν το Paxital® χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με δοξορουβικίνη ή trastuzumab για αρχική θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας. Όταν οι ασθενείς είναι υποψήφιοι για θεραπεία με Paxital® σε αυτούς τους συνδυασμούς, θα πρέπει να υποβάλλονται σε αρχική καρδιολογική εκτίμηση συμπεριλαμβανομένων του ιστορικού, εξέτασης της φυσικής κατάστασης, ΗΚΓ, υπερηχοκαρδιογράφημα και/ή ραδιοϊσοτοπικής κοιλιογραφίας (MUGA scan). Η καρδιακή λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται και κατά τη διάρκεια της θεραπείας (π.χ. κάθε 3 μήνες). Ο έλεγχος μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση των ασθενών που αναπτύσσουν καρδιακή δυσλειτουργία και οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να υπολογίζουν προσεκτικά τη συσσωρευτική δόση (mg/m2) της ανθρακυκλίνης που χορηγείται όταν παίρνουν αποφάσεις σχετικά με τη συχνότητα της αξιολόγησης της κοιλιακής λειτουργίας. Όταν οι εξετάσεις δείχνουν επιδείνωση της καρδιακής λειτουργίας, ακόμα και ασυμπτωματική, οι θεράποντες ιατροί πρέπει να υπολογίζουν προσεκτικά τα κλινικά οφέλη της περαιτέρω θεραπείας έναντι της πιθανότητας να προκληθεί καρδιακή βλάβη, συμπεριλαμβανομένης της της πιθανότητας μη αναστρέψιμης βλάβης. Εάν χορηγηθεί περαιτέρω θεραπεία, η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας θα πρέπει να είναι συχνότερη (π.χ. κάθε 1-2 κύκλους). Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε την Περίληψη των Χαρακτηριστικών Προϊόντος του Herceptin ή της δοξορουβικίνης.
Μολονότι η εμφάνιση περιφερικής νευροπάθειας είναι συχνή, η ανάπτυξη σοβαρών συμπτωμάτων είναι σπάνια. Σε βαριές περιπτώσεις, συνιστάται η ελάττωση της δόσης κατά 20% (25% για τους ασθενείς με KS) για όλες τις επόμενες χορηγήσεις του Paxital®. Στους ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα και σε ασθενείς με καρκίνο των ωοθηκών στους οποίους χορηγείται θεραπεία πρώτης γραμμής, η χορήγηση Paxital® με τρίωρη έγχυση σε συνδυασμό με σισπλατίνη, είχε σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης νευροτοξικότητας από ότι παρατηρείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ή μονοθεραπεία με Paxital® ή κυκλοφωσφαμίδη ακολουθούμενη από σισπλατίνη.
Επειδή σε μελέτες με πειραματόζωα για τη μέτρηση της τοπικής ανοχής, παρουσιάσθηκαν σοβαρές αντιδράσεις των ιστών μετά την ενδοαρτηριακή χορήγηση, πρέπει να λαμβάνεται ειδική μέριμνα ώστε να αποφευχθεί η ενδοαρτηριακή χορήγηση του Paxital®,
Το Paxital® σε συνδυασμό με ακτινοβολία στον πνεύμονα, ανεξάρτητα από τη χρονολογική σειράαλληλουχία των δύο γεγονότων, μπορεί να συντελέσει στην ανάπτυξη διαμέσου πνευμονίτιδας.
Επειδή το Paxital® περιέχει αιθανόλη (396mg/ml), θα πρέπει να δίνεται προσοχή για πιθανή επίδραση στο ΚΝΣ και για άλλες επιδράσεις.
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχει σπάνια αναφερθεί, περιλαμβανομένων περιστατικών σε ασθενείς που δεν ελάμβαναν ταυτόχρονα θεραπεία με αντιβιοτικά. Αυτή η αντίδραση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση περιπτώσεων σοβαρής ή επίμονης διάρροιας κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά τη θεραπεία με πακλιταξέλη.
Στους ασθενείς με KS, η εμφάνιση βαριάς βλεννογονίτιδας είναι σπάνια. Εάν παρουσιασθούν σοβαρές αντιδράσεις, η δόση πακλιταξέλης θα πρέπει να ελαττωθεί κατά 25%.
Το προτεινόμενο θεραπευτικό σχήμα της χορήγησης του Paxital® για τη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών είναι να χορηγείται πριν από την σισπλατίνη. Όταν το Paxital® χορηγείται πριν από τη σισπλατίνη, το φάσμα ασφαλείας του Paxital® είναι ανάλογο με εκείνο που αναφέρεται όταν χορηγείται σε μονοθεραπεία. Όταν το Paxital® χορηγήθηκε μετά τη σισπλατίνη, οι ασθενείς εμφάνισαν μία περισσότερο έκδηλη μυελοκαταστολή και περίπου 20% ελάττωση της κάθαρσης της πακλιταξέλης. Οι ασθενείς με γυναικολογικούς καρκίνους στους οποίους χορηγείται Paxital® και σισπλατίνη, είναι δυνατόν να έχουν αυξημένο κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας σε σχέση με τη μονοθεραπεία με σισπλατίνη.
Επειδή η απέκκριση της δοξορουβικίνης και των ενεργών μεταβολιτών της μπορεί να μειωθεί όταν η πακλιταξέλη και η δοξορουβικίνη χορηγούνται χρονικά πλησιέστερα, το Paxital® για την αρχική θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού πρέπει να χορηγείται 24 ώρες μετά τη δοξορουβικίνη (βλέπε 5.2).
Ο μεταβολισμός της πακλιταξέλης καταλύεται, εν μέρει, από τα ισοένζυμα CYP2C8 και 3Α4 του κυτοχρώματος P450 (βλέπε 5.2). Κλινικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι ο μεταβολισμός της paclitaxel καταλύεται, εν μέρει, από τα ισοένζυμα CYP2C8 σε 6α-hydroxypaclitaxel, που είναι η μεγαλύτερη μεταβολική οδός στον άνθρωπο. Ταυτόχρονη χορήγηση κετοκοναζόλης, που είναι γνωστός ισχυρός αναστολέας του CYP3A4, δεν αναστέλλει την απέκκριση της πακλιταξέλης στους ασθενείς και επομένως μπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς αναπροσαρμογή της δοσολογίας. Περαιτέρω στοιχεία σχετικά με τη δυνατότητα αλληλεπίδρασης της πακλιταξέλης με άλλα υποστρώματα/αναστολείς του CYP3A4 είναι ελλιπή. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εφιστάται η προσοχή, κατά τα συγχορήγηση πακλιταξέλης με φάρμακα που είναι γνωστοί αναστολείς (ερυθρομυκίνη, φλουοξετίνη, γεμφιβροζίλη) ή επαγωγείς (ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη) είτε του CYP2C8 είτε του 3Α4.
Η κάθαρση της πακλιταξέλης δεν επηρεάζεται από την προθεραπευτική αγωγή με σιμετιδίνη.
Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ασθενείς με KS, που λάμβαναν πολλά συγχορηγούμενα φάρμακα, δείχνουν ότι η συστηματική κάθαρση της πακλιταξέλης ήταν σημαντικά χαμηλότερη παρουσία νελφιναβίρης και ριτοναβίρης αλλά όχι παρουσία ινδιναβίρης. Δεν υπάρχει επαρκής πληροφόρηση για αλληλεπιδράσεις με άλλους αναστολείς πρωτεασών. Συνεπώς, η πακλιταξέλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή στους ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως αναστολείς πρωτεασών.
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από την χρήση της πακλιταξέλης σε εγκύους γυναίκες. Η πακλιταξέλη αποδείχθηκε ότι είναι εμβρυοτοξική στα κουνέλια και ελαττώνει τη γονιμότητα των αρουραίων. Όπως και τα άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα, η πακλιταξέλη μπορεί να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου όταν χορηγείται σε εγκύους. Ως εκ τούτου, η χρήση της πακλιταξέλης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν ενδείκνυται εκτός εάν είναι ξεκάθαρα απαραίτητη. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που λαμβάνουν πακλιταξέλη, θα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφύγουν την εγκυμοσύνη και να πληροφορήσουν αμέσως τον γιατρό τους σε περίπτωση εγκυμοσύνης.
Γυναίκες και άνδρες σε γόνιμη ηλικία, καθώς και/ή οι σύντροφοί τους θα πρέπει να χρησιμοποιούν αντισυλληπτικές μεθόδους για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη θεραπεία με πακλιταξέλη.
Οι άνδρες ασθενείς θα πρέπει να ζητήσουν συμβουλή σχετικά με την αποθήκευση σπέρματος πριν από τη θεραπεία με πακλιταξέλη, λόγω του ενδεχομένου στειρότητας.
Η πακλιταξέλη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας (βλέπε παράγραφο 4.3). Δεν είναι γνωστό εάν η πακλιταξέλη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται όσο διαρκεί η θεραπεία.
Δεν έχει αποδειχθεί ότι το Paxital® επηρεάζει την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Paxital® περιέχει αιθανόλη (βλέπε παραγράφους 4.4 και 6.1).
Εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά, το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται σε βάση δεδομένων ασφαλείας 812 ασθενών με συμπαγείς όγκους στους οποίους χορηγήθηκε μονοθεραπεία Paxital® σε κλινικές μελέτες. Καθώς ο πληθυσμός με KS είναι πολύ συγκεκριμένος, στο τέλος αυτής της παραγράφου παρατίθεται ένα ειδικό κεφάλαιο βασισμένο σε μια κλινική μελέτη με 107 ασθενείς με KS .
Εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά, η συχνότητα και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι γενικώς παρόμοια μεταξύ των ασθενών που λαμβάνουν Paxital® για τη θεραπεία καρκίνου των ωοθηκών, του μαστού ή του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα. Καμία από τις παρατηρηθείσες τοξικότητες δεν επηρεαζόταν σαφώς από την ηλικία.
Σημαντική αντίδραση υπερευαισθησίας με πιθανή μοιραία κατάληξη (οριζόμενη σαν υπόταση που απαιτούσε θεραπεία, αγγειοοίδημα, αναπνευστική δυσχέρεια που απαιτούσε θεραπεία με βρογχοδιασταλτικά, ή γενικευμένη κνίδωση) παρατηρήθηκε σε 2 ασθενείς (<1%). Σε ποσοστό 34% των ασθενών (17% όλων των κύκλων θεραπείας) εμφανίστηκαν ελαφρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Οι ελαφρές αυτές αντιδράσεις, κυρίως έξαψη και εξάνθημα, δεν χρειάσθηκαν θεραπευτική παρέμβαση ούτε εμπόδισαν την συνέχιση της θεραπείας με το Paxital®.
Η συχνότερη σημαντική ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η καταστολή του μυελού των οστών. Σοβαρή ουδετεροπενία (<500 κύτταρα/mm3) παρατηρήθηκε σε ποσοστό 28% των ασθενών, αλλά δεν συνοδευόταν από εμπύρετα επεισόδια. Μόνο 1% των ασθενών εμφάνισε σοβαρή ουδετεροπενία για ≥7 ημέρες. Θρομβοκυττοπενία αναφέρθηκε σε ποσοστό 11% των ασθενών. Σε ποσοστό 3% των ασθενών σημειώθηκε ελάχιστος αριθμός αιμοπεταλίων <50.000/mm3 τουλάχιστον μία φορά κατά την μελέτη. Αναιμία παρατηρήθηκε σε ποσοστό 64% των ασθενών, αλλά ήταν σοβαρή (Hb<5mmol/L) μόνο σε ποσοστό 6% των ασθενών. Η συχνότητα και η βαρύτητα της αναιμίας σχετίζονται με τις τιμές εκκίνησης της αιμοσφαιρίνης.
Νευροτοξικότητα, κυρίως περιφερική νευροπάθεια, φάνηκε να είναι περισσότερο συχνή και σοβαρή με δόση 175mg/m2 και τρίωρη έγχυση (85% νευροτοξικότητα, 15% σοβαρή) από ότι με δόση 135mg/m2 και 24ωρη έγχυση (25% περιφερική νευροπάθεια, 3% σοβαρή) όταν το Paxital® χορηγήθηκε σε συνδυασμό με σισπλατίνη. Σε ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα και σε ασθενείς με καρκίνο των ωοθηκών που έλαβαν θεραπεία με Paxital® με τρίωρη έγχυση ακολουθούμενη από σισπλατίνη, υπήρξε μία εμφανής αύξηση της συχνότητας εμφάνισης σοβαρής νευροτοξικότητας. Περιφερική νευροπάθεια μπορεί να παρατηρηθεί μετά τον πρώτο κύκλο και μπορεί να επιδεινώνεται με την αυξημένη έκθεση στο Paxital®. Η περιφερική νευροπάθεια ήταν η αιτία διακοπής του Paxital® σε μερικές περιπτώσεις. Τα συμπτώματα που αφορούν την αισθητικότητα συνήθως βελτιώθηκαν ή υποχώρησαν τελείως μερικούς μήνες μετά τη διακοπή του Paxital®. Προϋπάρχουσες νευροπάθειες, αποτέλεσμα προηγούμενων θεραπειών, δεν αποτελούν αντένδειξη για τη θεραπεία με Paxital® .
Αρθραλγία ή μυαλγία προσέβαλε ποσοστό 60% των ασθενών και ήταν σοβαρή σε ποσοστό 13% των ασθενών.
Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης κατά την ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να οδηγήσουν σε εντοπισμένο οίδημα, πόνο, ερύθημα, και σκλήρυνση. Σε κάποιες περιπτώσεις, η εξαγγείωση μπορεί να καταλήξει σε κυτταρίτιδα. Ο σχηματισμός εφελκίδων και/ή η αποφλοίωση του δέρματος που έχουν αναφερθεί, έχουν συσχετισθεί μερικές φορές με την εξαγγείωση. Μπορεί επίσης να εμφανισθεί αποχρωματισμός του δέρματος. Επανεμφάνιση των δερματικών αντιδράσεων στο σημείο προηγούμενης εξαγγείωσης μετά τη χορήγηση του Paxital® σε διαφορετικό σημείο, δηλαδή «αναμνηστική αντίδραση», έχουν σπανίως αναφερθεί. Επί του παρόντος δεν είναι γνωστή ειδική θεραπεία για τις αντιδράσεις από εξαγγείωση.
Σε μερικές περιπτώσεις, η έναρξη των αντιδράσεων στο σημείο της ένεσης είτε παρουσιάζεται κατά την διάρκεια παρατεταμένης χορήγησης είτε καθυστερεί μια εβδομάδα με 10 ημέρες.
Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει ανεπιθύμητες ενέργειες ασχέτως από τη βαρύτητά τους, που σχετίζονται με τη χορήγηση μονοθεραπείας Paxital® με έγχυση τριών ωρών στις περιπτώσεις μεταστάσεων (812 ασθενείς που συμμετείχαν σε κλινικές μελέτες) καθώς και στις αναφερθείσες κατά την μετά κυκλοφορία του Paxital®, παρακολούθηση*.
Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών που περιλαμβάνονται παρακάτω, έχουν καταταγεί σύμφωνα με την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), μη συχνές (≥1/1000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000, <1/1000), πολύ σπάνιες ( <1/10.000). Σε κάθε κατηγορία συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Πολύ συχνές Μη συχνές Σπάνιες | Λοίμωξη (κυρίως λοιμώξεις του ουροποιητικού και της ανώτερης αναπνευστικής οδού), με αναφερθείσες περιπτώσεις με μοιραία έκβαση Σηπτική καταπληξία Σήψη*, περιτονίτιδα*, πνευμονία* |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες | Μυελοκαταστολή, ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, αιμορραγία Εμπύρετη ουδετεροπενία* Οξεία μυελογενής λευχαιμία*, μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο* |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Πολύ συχνές Μη συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες | Ελαφρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (κυρίως έξαψη και εξάνθημα) Σημαντικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας που απαιτούν θεραπεία (π.χ. υπόταση, αγγειονευρωτικό οίδημα, αναπνευστική δυσχέρεια, γενικευμένη κνίδωση, ρίγη, οσφυαλγία, στηθάγχη, ταχυκαρδία, κοιλιακό άλγος, πόνος στα άκρα, εφίδρωση και υπέρταση) Αναφυλακτικές αντιδράσεις* Αναφυλακτικό σοκ* |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Πολύ σπάνιες Μη γνωστές | Ανορεξία* Σύνδρομο λύσης όγκου* |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Πολύ σπάνιες | Συγχυτική κατάσταση* |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες | Νευροτοξικότητα (κυρίως: περιφερική νευροπάθεια) Κινητική νευροπάθεια (με επακόλουθη ελαφρά τελική αδυναμία)* Σπασμοί γενικευμένης επιληψίας*, αυτόνομη νευροπάθεια (που οδηγεί σε παραλυτικό ειλεό και ορθοστατική υπόταση)*, εγκεφαλοπάθεια*, σπασμοί*,ζάλη*, αταξία*, κεφαλαλγία* |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Πολύ σπάνιες Μη γνωστές | Διαταραχές του οπτικού νεύρου και/ή οπτικές διαταραχές (σπινθηροβόλα σκοτώματα)*, ιδιαίτερα σε ασθενείς που έχουν λάβει υψηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις Οίδημα της ωχράς κηλίδας*, φωτοψία*, υαλώδη εξιδρώματα* |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβύρινθου | Πολύ σπάνιες | Απώλεια ακοής*, ωτοτοξικότητα*, εμβοές*, ίλιγγος* |
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές Μη συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες | Βραδυκαρδία Έμφραγμα του μυοκαρδίου, κολποκοιλιακός αποκλεισμός και συγκοπή, καρδιομυοπάθεια, ασυμπτωματική κοιλιακή ταχυκαρδία, ταχυκαρδία με διδυμία Καρδιακή ανεπάρκεια Κολπική μαρμαρυγή*, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία* |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ συχνές Μη συχνές Πολύ σπάνιες Μη γνωστές | Υπόταση Θρόμβωση, υπέρταση, θρομβοφλεβίτιδα Καταπληξία* Φλεβίτις* |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Σπάνιες Πολύ σπάνιες | Αναπνευστική ανεπάρκεια*, πνευμονική εμβολή*, πνευμονική ίνωση *, διάμεση πνευμονία*, δύσπνοια*, πλευριτική συλλογή* Βήχας* |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Πολύ συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες | Διάρροια, έμετος, ναυτία, φλεγμονή βλεννογόνου Απόφραξη εντέρου*, διάτρηση εντέρου*, ισχαιμική κολίτιδα*, παγκρεατίτιδα* Θρόμβωση μεσεντερίου*, ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα*, ουδετεροπενική κολίτιδα*, ασκίτης*, οισοφαγίτιδα*, δυσκοιλιότητα* |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Πολύ σπάνιες | Ηπατική νέκρωση*, ηπατική εγκεφαλοπάθεια* (και στις δύο με αναφερθείσες περιπτώσεις με μοιραία έκβαση) |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνές Συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Μη γνωστές | Αλωπεκία Παροδικές και ελαφρές αλλοιώσεις του δέρματος και των ονύχων Κνησμός*, εξάνθημα*, ερύθημα* Σύνδρομο Stevens-Johnson*, επιδερμική νεκρόλυση*, πολύμορφο ερύθημα*, αποφολιδωτική δερματίτιδα*, κνίδωση*, ονυχόλυση (οι ασθενείς σε θεραπεία θα πρέπει να φορούν ηλιοπροστατευτικό στα χέρια και στα πόδια)* Σκληροδερμία* |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πολύ συχνές Μη γνωστές | Αρθραλγία, μυαλγία Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος* |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές Σπάνιες | Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (περιλαμβανομένου εντοπισμένου οιδήματος, πόνου, ερυθήματος, σκλήρυνσης, κατά περίπτωση εξαγγείωση μπορεί να οδηγήσει σε κυτταρίτιδα, ίνωση του δέρματος και νέκρωση του δέρματος) Πυρεξία*, αφυδάτωση*, εξασθένηση*, οίδημα*, αδιαθεσία* |
| Έρευνες | Συχνές Μη συχνές Σπάνιες | Σοβαρή αύξηση της AST (SGOT), σοβαρή αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης Σοβαρή αύξηση της χολερυθρίνης Αύξηση της κρεατινίνης αίματος* |
Ασθενείς με καρκίνο του μαστού που έλαβαν Paxital® κατά την επικουρική ρύθμιση μετά από θεραπεία με AC, παρουσίασαν μεγαλύτερη νευροαισθητική τοξικότητα, αντιδράσεις υπερευαισθησίας, αρθραλγία/μυαλγία, αναιμία, λοίμωξη, πυρετό, ναυτία/έμετο και διάρροια σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν μόνο AC. Ωστόσο, η συχνότητα των συμβαμάτων αυτών ήταν σύμφωνη με τη χρήση μονοθεραπείας με το Paxital®, όπως αναφέρονται παραπάνω.
Θεραπεία συνδυασμού
Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται σε δύο κύριες μελέτες για τη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής καρκίνου των ωοθηκών (Paxital® + σισπλατίνη: σε πάνω από 1050 ασθενείς), δύο μελέτες φάσης ΙΙΙ για θεραπεία πρώτης γραμμής μεταστατικού καρκίνου του μαστού εκ των οποίων η μία μελετά το συνδυασμό με δοξορουβικίνη (Paxital® + δοξορουβικίνη: 267 ασθενείς) και η άλλη το συνδυασμό με trastuzumab (σχεδιασμένη ανάλυση υποομάδας Paxital® + trastuzumab: σε 188 ασθενείς), και δύο δοκιμές φάσης ΙΙΙ για τη θεραπεία του προχωρημένου μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα (Paxital® + σισπλατίνη: σε πάνω από 360 ασθενείς) (βλέπε παράγραφο 5.1).
Όταν χορηγήθηκε με τρίωρη έγχυση για τη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του καρκίνου των ωοθηκών, νευροτοξικότητα, αρθραλγία/μυαλγία και υπερευαισθησία αναφέρθηκαν περισσότερο συχνά και με μεγαλύτερη σοβαρότητα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Paxital® ακολουθούμενη από σισπλατίνη σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν κυκλοφωσφαμίδη ακολουθούμενη από σισπλατίνη. Η μυελοκαταστολή αναφέρθηκε λιγότερο συχνά και με μικρότερη σοβαρότητα με το Paxital®, χορηγούμενη με τρίωρη έγχυση, ακολουθούμενη από σισπλατίνη σε σύγκριση με κυκλοφωσφαμίδη ακολουθούμενη από σισπλατίνη.
Για τη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, αναφέρθηκαν ουδετεροπενία, αναιμία, περιφερική νευροπάθεια, αρθραλγία/μυαλγία, εξασθένιση, πυρετός και διάρροια πιο συχνά και με μεγαλύτερη σοβαρότητα όταν το Paxital® (220mg/m2) χορηγήθηκε ως 3ωρη έγχυση 24 ώρες μετά τη δοξορουβικίνη (50mg/m2) σε σύγκριση με την καθιερωμένη θεραπεία (FAC) (5-FU 500mg/m2, δοξορουβικίνη 50mg/m2, κυκλοφωσφαμίδη 500mg/m2). Η ναυτία και ο έμετος φαίνονται ότι είναι λιγότερο συχνά και σοβαρά με το σχήμα Paxital® (220mg/m2) / δοξορουβικίνη (50mg/m2) σε σύγκριση με το καθιερωμένο σχήμα FAC. Η χρήση κορτικοστεροειδών μπορεί να συνέβαλε στη μικρότερη συχνότητα και σοβαρότητας της ναυτίας και του εμέτου στην ομάδα Paxital®/δοξορουβικίνη.
Όταν το Paxital® χορηγήθηκε με τρίωρη έγχυση σε συνδυασμό με το trastuzumab για τη θεραπεία πρώτης γραμμής ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, αναφέρθηκαν οι ακόλουθες παρενέργειες (ανεξάρτητα από τη σχέση τους με το Paxital® ή το trastuzumab) πιο συχνά απ’ ότι με τη μονοθεραπεία με Paxital®: καρδιακή ανεπάρκεια (8% έναντι 1%), λοίμωξη (46% έναντι 27%), ρίγη (42% έναντι 4%), πυρετός (47% έναντι 23%), βήχας (42% έναντι 22%), εξάνθημα (39% έναντι 18%), αρθραλγία (37% έναντι 21%), ταχυκαρδία (12% έναντι 4%), διάρροια (45% έναντι 30%), υπερτονία (11% έναντι 3%), επίσταξη (18% έναντι 4%), ακμή (11% έναντι 3%), απλός έρπητας (12% έναντι 3%), τυχαίος τραυματισμός (13% έναντι 3%), αϋπνία (25% έναντι 13%), ρινίτιδα (22% έναντι 5%), ιγμορίτιδα (21% έναντι 7%) και αντίδραση στη θέση της ένεσης (7% έναντι 1%). Κάποιες από τις διάφορες στη συχνότητα εμφάνισης μπορεί να οφείλονται στον αυξημένο αριθμό και διάρκεια των θεραπειών με το συνδυασμό Paxital®/trastuzumab έναντι της μονοθεραπείας με Paxital®. Σοβαρά συμβάματα αναφέρθηκαν σε παρόμοια ποσοστά για το συνδυασμό Paxital®/trastuzumab και για μονοθεραπεία με Paxital®.
Όταν η δοξορουβικίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με Paxital® στο μεταστατικό καρκίνο του μαστού παρατηρήθηκαν διαταραχές καρδιακών συστολών (μείωση ≥20% του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας) στο 15% των ασθενών έναντι 10% αυτών του καθιερωμένου σχήματος FAC. Παρατηρήθηκε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε <1% τόσο στην ομάδα Paxital® /δοξορουβικίνη όσο και στην ομάδα της καθιερωμένης θεραπείας FAC. Η χορήγηση trastuzumab σε συνδυασμό με Paxital® σε προθεραπευμένους με ανθρακυκλίνες ασθενείς είχε ως αποτέλεσμα αυξημένη συχνότητα και σοβαρότητα καρδιακής δυσλειτουργίας σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με Paxital® (τάξης Ι/ΙΙ κατά NYHA 10% έναντι 0%, τάξης III/IV κατά NYHA 2% έναντι 1%) και σπάνια συσχετίσθηκε με θάνατο (βλέπε Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος trastuzumab). Σε όλες τις περιπτώσεις, εκτός από αυτές τις σπάνιες, οι ασθενείς ανταποκρίθηκαν στην κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση.
Πνευμονίτιδα από ακτινοβολία έχει αναφερθεί σε ασθενείς με ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία.
Σάρκωμα Kaposi (KS) σχετιζόμενο με AIDS
Με εξαίρεση τις αιματολογικές και ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλέπε παρακάτω), η συχνότητα και σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι γενικά παρόμοια μεταξύ των ασθενών με KS και των ασθενών στους οποίους χορηγείται μονοθεραπεία πακλιταξέλης για άλλους συμπαγείς όγκους, με βάση μια κλινική μελέτη που περιελάμβανε 107 ασθενείς.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Η καταστολή του μυελού των οστών ήταν η σημαντικότερη δοσοπεριοριστική τοξικότητα. Η ουδετεροπενία είναι η πιο σημαντική αιματολογική τοξικότητα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου κύκλου της θεραπείας, σοβαρή ουδετεροπενία (<500 κύτταρα/mm3) εμφανίσθηκε στο 20% των ασθενών. Κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου θεραπείας, παρατηρήθηκε σοβαρής μορφής ουδετεροπενία στο 39% των ασθενών. Η ουδετεροπενία παρέμεινε για >7 ημέρες στο 41% των ασθενών και για 30-35 ημέρες στο 8% των ασθενών. Υποχώρησε μέσα σε 35 ημέρες σε όλους τους ασθενείς που βρίσκονταν υπό παρακολούθηση. Το ποσοστό ουδετεροπενίας Βαθμού 4, διάρκειας ≥7 ημερών, ήταν 22%.
Ουδετεροπενικός πυρετός σχετιζόμενος με την χορήγηση πακλιταξέλης αναφέρθηκε στο 14% των ασθενών και στο 1,3% των θεραπευτικών κύκλων. Σημειώθηκαν 3 σηψαιμικά επεισόδια (2,8%) κατά τη διάρκεια της χορήγησης πακλιταξέλης σχετιζόμενα με το φαρμακευτικό προϊόν, τα οποία αποδείχθηκαν μοιραία.
Παρατηρήθηκε θρομβοκυττοπενία στο 50% των ασθενών και ήταν σοβαρής μορφής (<50.000 κύτταρα/mm3) στο 9% των ασθενών. Μόνο στο 14% των ασθενών σημειώθηκε πτώση στον αριθμό των αιμοπεταλίων τους σε <75.000 κύτταρα/mm3, τουλάχιστον μια φορά κατά τη θεραπεία. Αναφέρθηκαν επεισόδια αιμορραγίας σχετιζόμενα με την πακλιταξέλη σε <3% των ασθενών, αλλά τα αιμορραγικά επεισόδια ήταν εντοπισμένα.
Παρατηρήθηκε αναιμία (Hb<11g/dl) στο 61% των ασθενών και ήταν σοβαρής μορφής (Hb<8g/dl) στο 10% των περιπτώσεων. Μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων απαιτήθηκαν στο 21% των ασθενών.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Μεταξύ των ασθενών (>50% των ασθενών στους οποίους χορηγούνται αναστολείς πρωτεάσης) με φυσιολογική ηπατική λειτουργία κατά την αρχική αξιολόγηση, 28%, 43% και 44% παρουσίασαν αύξηση της χολερυθρίνης, της αλκαλικής φωσφατάσης και της AST (SGOT), αντίστοιχα. Για κάθε μία από αυτές τις παραμέτρους, οι αυξήσεις ήταν σοβαρές στο 1% των περιπτώσεων.
Δεν υπάρχει γνωστό αντίδοτο για την υπερδοσολογία με Paxital®. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά. Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας θα πρέπει να κατευθύνεται στις κύριες αναμενόμενες τοξικότητες, που συνίστανται σε καταστολή του μυελού των οστών, περιφερική νευροτοξικότητα και βλεννογονίτιδα.
Η υπερδοσολογία σε παιδιατρικούς ασθενείς μπορεί να σχετίζεται με οξεία τοξικότητα στην αιθανόλη.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - PAXITAL 6MG/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία/κωδικόςATC: κυτταροστατικός παράγων LO1C D01
Η πακλιταξέλη είναι ένα νέο αντιμικροσωληναριακό φάρμακο που προάγει τη συνένωση των μικροσωληνίσκων από τα διμερή της τουβουλίνης και σταθεροποιεί τους μικροσωληνίσκους εμποδίζοντας τον αποπολυμερισμό τους. Η σταθεροποίηση αυτή έχει σαν αποτέλεσμα την αναστολή της φυσιολογικής δυναμικής αναδιοργάνωσης του δικτύου των μικροσωληνίσκων που είναι απαραίτητη για τις μεταξύ των φάσεων και τις μιτωτικές ζωτικές λειτουργίες του κυττάρου. Επιπλέον, η πακλιταξέλη προκαλεί ανώμαλες διατάξεις ή δεσμίδες μικροσωληναρίων σε όλη τη διάρκεια του κυτταρικού κύκλου και πολλαπλές αστεροειδείς διατάξεις των μικροσωληναρίων κατά τη μίτωση.
Στη χημειοθεραπεία πρώτης γραμμής καρκίνου των ωοθηκών, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Paxital®, αξιολογήθηκε σε δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες (σε σύγκριση με 750mg/m2 κυκλοφωσφαμίδης /75mg/m2 σισπλατίνης) μελέτες. Στη μελέτη (B-MS CA 139-209) περισσότεροι από 650 ασθενείς με στάδιο ΙΙb-c, ΙΙΙ ή IV πρωτογενούς καρκίνου των ωοθηκών, έλαβαν κατά μέγιστο όριο 9 θεραπευτικά σχήματα Paxital®(175mg/m2 σε τρίωρη έγχυση) ακολουθούμενη από σισπλατίνη (75mg/m2) ή φάρμακο αναφοράς.
Η δεύτερη μεγάλη μελέτη (GOG-111/B-MS CA 139-022) αξιολόγησε ένα μέγιστο όριο 6 θεραπευτικών σχημάτων ή Paxital® (135mg/m2 με 24ωρη έγχυση) ακολουθούμενα από σισπλατίνη (75mg/m2) ή φάρμακο αναφοράς σε περισσότερους από 400 ασθενείς με στάδιο III/IV πρωτογενούς καρκίνου των ωοθηκών, με υπολειπόμενη νόσο >1cm μετά από λαπαροτομία για σταδιοποίηση ή με απομακρυσμένες μεταστάσεις. Αν και οι δύο διαφορετικές δοσολογίες Paxital® δεν συγκρίθηκαν η μία με την άλλη άμεσα, και στις δύο μελέτες οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Paxital® σε συνδυασμό με σισπλατίνη είχαν ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοτό ανταπόκρισης, μεγαλύτερο χρόνο για να εμφανίσουν επιδείνωση και μακρύτερο χρόνο επιβίωσης, σε σύγκριση με την καθιερωμένη θεραπεία. Αυξημένη νευροτοξικότητα, αρθραλγία/μυαλγία αλλά ελαττωμένη μυελοκαταστολή, παρατηρήθηκε σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών, στους οποίους χορηγήθηκε Paxital®/σισπλατίνη με τρίωρη έγχυση σε σύγκριση με ασθενείς οι οποίοι έλαβαν κυκλοφωσφαμίδη/σισπλατίνη.
Κατά την επικουρική αγωγή του καρκίνου του μαστού, 3121 ασθενείς με καρκίνο του μαστού με θετικούς λεμφαδένες έλαβαν επικουρική θεραπεία Paxital® ή καμία χημειοθεραπεία μετά από 4 θεραπευτικά σχήματα δοξορουβικίνης και κυκλοφωσφαμίδης (CALGB 9344, BMS CA 139-223). Η διάμεση παρακολούθηση ήταν 69 μήνες. Συνολικά, οι ασθενείς του Paxital® παρουσίασαν σημαντική μείωση κατά 18% του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου σε σχέση με τους ασθενείς που έλαβαν μόνο AC (p=0,0014), και σημαντική μείωση κατά 19% του κινδύνου θανάτου σε σχέση με τους ασθενείς που έλαβαν μόνο AC. Αναδρομικές αναλύσεις δείχνουν όφελος σε όλες τις υποομάδες των ασθενών. Σε ασθενείς με όγκους με αρνητικούς ορμονικούς υποδοχείς/άγνωστους, η μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου ήταν 28% (95%CI:0,59-0,86). Στην υποομάδα των ασθενών με όγκους με αρνητικούς ορμονικούς υποδοχείς, η μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου ήταν 9% (95%CI:0,78-1,07).
Ωστόσο, η σχεδίαση της μελέτης δεν ερεύνησε την επίδραση της παρατεταμένης θεραπείας με AC πέραν των 4 κύκλων. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί με βάση μόνο τη μελέτη αυτή ότι τα παρατηρηθέντα αποτελέσματα μπορεί να οφείλονται εν μέρει στη διαφορά της διάρκειας της χημειοθεραπείας μεταξύ των δύο βραχιόνων ( AC 4 κύκλοι, AC+ Paxital® 8 κύκλοι). Επομένως η επικουρική θεραπεία με Paxital® πρέπει να θεωρείται ως εναλλακτική της παρατεταμένης θεραπείας με AC.
Σε μία δεύτερη μεγάλη κλινική μελέτη στην επικουρική αγωγή καρκίνου με θετικούς λεμφαδένες, με παρόμοια σχεδίαση, 3060 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν ή να μη λάβουν τέσσερα σχήματα Paxital® στην υψηλότερη δόση των 225 mg/m2 μετά τέσσερα σχήματα AC ( NSABP Β-28, BMS CA 139-270). Μετά από διάμεση παρακολούθηση 64 μηνών, οι ασθενείς του Paxital® παρουσίασαν σημαντική μείωση κατά 17% του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου σε σχέση με τους ασθενείς που έλαβαν μόνο AC (p=0,006). Η θεραπεία με Paxital® σχετίσθηκε με μείωση του κινδύνου του θανάτου κατά 7% (95% CΙ:0,78-1,12). Όλες οι αναλύσεις των υποομάδων ευνοούν το βραχίονα του Paxital®. Στη μελετη αυτή οι ασθενείς με όγκους με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς παρουσίασαν μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου κατά 23% (95% CΙ: 0,6-0,92). Στην υποομάδα των ασθενών με όγκους με αρνητικούς ορμονικούς υποδοχείς η μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου ήταν 10% (95% CΙ: 0,7-1,11).
Στη θεραπεία πρώτης γραμμής του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Paxital® αξιολογήθηκαν σε δύο καίριες, φάσης ΙΙΙ, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες, ανοιχτές μελέτες. Στην πρώτη μελέτη (BMS CA 139-278), o συνδυασμός δοξορουβικίνης bolus (50 mg/m2) που ακολουθείται μετά από 24 ώρες από Paxital® (220 mg/m2 με 3-ωρη έγχυση) (ΑΤ) σε σύγκριση με το καθιερωμένο σχήμα FAC (5-FU 500 mg/m2, δοξορουβικίνη 50 mg/m2, κυκλοφωσφαμίδη 500 mg/m2), χορηγούμενα και τα δύο κάθε τρεις εβδομάδες για οκτώ κύκλους θεραπείας. Στην τυχαιοποιημένη αυτή μελέτη εντάχθηκαν 267 ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, που είτε δεν είχαν προηγουμένως λάβει χημειοθεραπεία ή είχαν λάβει χημειοθεραπεία μόνο χωρίς ανθρακυκλίνη κατά την επικουρική ρύθμιση. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική διαφορά στο χρόνο για την πρόοδο της νόσου για τους ασθενείς που έλαβαν ΑΤ σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν FAC (8,2 έναντι 6,2 μήνες, p=0,029). Η διάμεση τιμή επιβίωσης ήταν προς όφελος του συνδυασμού Paxital®/ δοξορουβικίνη έναντι FAC (23,0 έναντι 18,3 μήνες, p=0,004). Στις ομάδες θεραπείας ΑΤ και FAC το 44% και 48% αντίστοιχα έλαβαν αναμνηστική χημειοθεραπεία που περιελάμβανε ταξάνες στο 7% και 50% αντίστοιχα. Η συνολική αναλογία αντίδρασης ήταν επίσης σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα ΑΤ σε σύγκριση με την ομάδα FAC (68% έναντι 55%). Πλήρεις ανταποκρίσεις διαπιστώθηκαν στο 19% της ομάδας ασθενών του Paxital®/ δοξορουβικίνη έναντι 8% της ομάδας ασθενών της FAC. Όλα τα αποτελέσματα δραστικότητας έχουν εκ των υστέρων επιβεβαιωθεί από τυφλή ανεξάρτητη ανασκόπηση.
Στη δεύτερη καίρια μελέτη, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του συνδυασμού Paxital® και Herceptin® αξιολογήθηκαν σε σχεδιασμένη ανάλυση μιας υποομάδας (ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, οι οποίοι είχαν λάβει προηγουμένως συμπληρωματική θεραπεία με ανθρακυκλίνες) της μελέτης ΗΟ648g. Η αποτελεσματικότητα του Herceptin® σε συνδυασμό με πακλιταξέλη σε ασθενείς οι οποίοι δεν έλαβαν προηγουμένως συμπληρωματική θεραπεία με ανθρακυκλίνες, δεν έχει αποδειχθεί. Ο συνδυασμός trastuzumab (4 mg/kg δόση εφόδου και μετά 2 mg/kg εβδομαδιαία) και Paxital® (175 mg/m2) με 3-ωρη έγχυση, κάθε τρεις εβδομάδες συγκρίθηκε με μονοθεραπεία Paxital® (175 mg/m2) με 3-ωρη έγχυση, κάθε τρεις εβδομάδες σε 188 ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού με υπερέκφραση του HER2 (2+ ή 3+ όπως μετρήθηκε με ανοσοϊστοχημεία) στους προθεραπευμένους με ανθρακυκλίνες ασθενείς.
Το Paxital® χορηγήθηκε κάθε 3 εβδομάδες για τουλάχιστον 6 κύκλους θεραπείας, ενώ το trastuzumab χορηγήθηκε εβδομαδιαίως μέχρι την πρόοδο της νόσου. Η μελέτη έδειξε ένα σημαντικό όφελος για το συνδυασμό Paxital® /trastuzumab όσον αφορά το χρόνο μεχρι την πρόοδο της νόσου (6,9 έναντι 3,0 μήνες),το ποσοστό ανταπόκρισης (41% έναντι 17%) και τη διάρκεια ανταπόκρισης (10,5 έναντι 4,5 μήνες) όταν συγκρίθηκε με μονοθεραπεία Paxital® . η πιο σημαντική τοξικότητα που παρατηρήθηκε με το συνδυασμό Paxital®/ trastuzumab ήταν καρδιακή δυσλειτουργία (βλέπε 4,8).
Στη θεραπεία προχωρημένου μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα, το Paxital® 175 mg/m2 ακολουθούμενο από σισπλατίνη 80 mg/m2 έχει αξιολογηθεί σε δύο μελέτες φάσης ΙΙΙ (367 ασθενείς στο συγκριτικό θεραπευτικό σχήμα). Και οι δύο ήταν τυχαιοποιημένες μελέτες. Η μία σύγκρινε την αγωγή με σισπλατίνη 100 mg/m2 , η άλλη χρησιμοποίησε τενιποσίδη 100 mg/m2 ακολουθούμενη από σισπλατίνη 80 mg/m2 ως συγκριτικό θεραπευτικό σχήμα ( 367 ασθενείς στο συγκριτικό θεραπευτικό σχήμα). Τα αποτελέσματα των μελετών ήταν παρόμοια. Για την κύρια έκβαση, τη θνησιμότητα, δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των σχημάτων θεραπείας. Σημειώθηκε σημαντική ωφέλεια όσο αφορά τα ποσοστά κλινικής ανταπόκρισης. Τα αποτελέσματα ποιότητας ζωής δείχνουν όφελος με τα σχήματα που περιλαμβάνουν το Paxital® όσον αφορά την ανορεξία και παρέχουν σαφείς ενδείξεις της κατωτερότητας των σχημάτων που περιλαμβάνουν Paxital® όσον αφορά την περιφερική νευροπάθεια (p<0,008).
Κατά τη θεραπεία ΚS που σχετίζεται με AIDS, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της πακλιταξέλης ερευνήθηκαν σε μη συγκριτικές μελέτες, σε ασθενείς με προχωρημένο KS, που προηγουμένως είχαν υποβληθεί σε συστηματική χημειοθεραπεία. Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο ήταν η καλύτερη ανταπόκριση του όγκου. Από τους 107 ασθενείς οι 63 θεωρήθηκαν ανθεκτικοί σε λιποσωμιακές ανθρακυκλίνες. Η υποομάδα αυτή των ασθενών θεωρείται ότι αποτελούν τον πληθυσμιακό πυρήνα αποτελεσματικότητας. Το γενικό ποσοστό επιτυχίας (πλήρους/μερικής ανταπόκρισης)μετά από 15 κύκλους θεραπείας ήταν 57% ( Cl 44-70%) σε ασθενείς ανθεκτικούς σε λιποσωμιακή ανθρακυκλίνη. Τα αποτελέσματα για περισσότερες από το 50% των ανταποκρίσεων παρουσιάσθηκαν μετά από τους 3 πρώτους κύκλους θεραπείας. Τα αποτελέσματα των ασθενών που ανθίστανται στη λιποσωμιακή ανθρακυκλίνη ήταν συγκρίσιμα για ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί ποτέ σε θεραπεία με αναστολέα πρωτεάσης τουλάχιστον 2 μήνες πριν από την θεραπεία με πακλιταξέλη (60,9%). Ο μέσος χρόνος για την εξέλιξη της νόσου στην κατηγορία αυτή των ασθενών ήταν 468 ημέρες (95% CI 257-NE). Ο μέσος χρόνος επιβίωσης δεν μπορεί να υπολογισθεί, το χαμηλότερο όμως όριο 95% ήταν 617 ημέρες για την κατηγορία αυτή των ασθενών.
Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, η πακλιταξέλη παρουσιάζει διφασική πτώση των συγκεντρώσεων του πλάσματος. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της πακλιταξέλης προσδιορίσθηκαν μετά από τρίωρη και 24ωρη έγχυση σε δόσεις 135 και 175 mg/m2. οι εκτιμηθείσες μέσες τιμές τελικού χρόνου ημιζωής κυμάνθηκαν μεταξύ 3,0 και 52,7 ωρών και οι μέσες μη διαμερισματικές (τμηματικές) τιμές ολικής σωματικής κάθαρσης κυμάνθηκαν μεταξύ 11,6-24,0 L/hr/m2. Η ολική σωματική κάθαρση φαίνεται ότι ελαττώνεται με υψηλότερες συγκεντρώσεις πακλιταξέλης στο πλάσμα. Ο μέσος όγκος κατανομής στη σταθερή κατάσταση κυμάνθηκε από 198 έως 688 L/m2 , ενδεικτικό της εκτεταμένης εξωαγγειακής κατανομής και/ή της δέσμευσης της πακλιταξέλης από τους ιστούς. Με τρίωρη έγχυση, αυξανόμενες δόσεις έχουν σαν αποτέλεσμα μη γραμμική φαρμακοκινητική. Σε αύξηση κατά 30% της δόσης, από 135 mg/m2 σε 175mg/m2 , οι τιμές των Cmax και AUCo→00 αυξήθηκαν κατά 75% και 81% αντίστοιχα. Μετά από ενδοφλέβια δόση 100 mg/m2, η οποία χορηγήθηκε ως έγχυση 3 ωρών σε 19 ασθενείς με KS η διάμεση Cmax ήταν 1,530ng/ml (εύρος διακύμανσης 761 έως 2,860 ng/ml) και η διάμεση AUC 5.619 ng.hr/ml (εύρος διακύμανσης 2.609 έως 9.428 ng.hr/ml). Η κάθαρση ήταν
20,6 l/h/m2 (εύρος διακύμανσης 11-38) και ο όγκος κατανομής 291l/m2 (εύρος διακύμανσης 121-638). Η μέση τελική ημι-ζωή απέκκρισης ήταν 23,7 ώρες (εύρος διακύμανσης 12-33). Η ενδοατομική μεταβλητότητα στη συστηματική έκθεση σε πακλιταξέλη ήταν ελάχιστη. Δεν υπάρχει ένδειξη συσσώρευσης της πακλιταξέλης με πολλαπλές χορηγήσεις. In vitro μελέτες της σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού δείχνουν ότι κατά μέσο όρο, το φάρμακο συνδέεται σε ποσοστό 89-98%. Η παρουσία της σιμετιδίνης, της ρανιτιδίνης, της δεξαμεθαζόνης ή της διφαινυδραμίνης δεν επηρέασαν τη σύνδεση της πακλιταξέλης με τις πρωτεΐνες. Η αποβολή της πακλιταξέλης δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως στον άνθρωπο. Μέσες τιμές αθροιστικής ανάκτησης αναλλοίωτου φαρμάκου στα ούρα κυμαίνονται από 1,3 μέχρι 12,6 % της δόσεως, ενδεικτικό εκτεταμένης μη νεφρικής κάθαρσης. Μεταβολισμός στο ήπαρ και χολική κάθαρση ίσως είναι ο κύριος μηχανισμός αποβολής της πακλιταξέλης. Η πακλιταξέλη φαίνεται ότι αρχικά μεταβολίζεται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450. Μετά από χορήγηση ραδιοεπισημασμένης πακλιταξέλης 26,2 και 6% κατά μέσον όρο της ραδιενέργειας αποβλήθηκε στα κόπρανα ως 6α-hydroxypaclitaxel, 3’ –p- hydroxypaclitaxel και 6α-3’-p-dihydroxy-paclitaxel αντίστοιχα. Ο σχηματισμός αυτών των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών καταλύεται από το CYP2C8, από το -3Α4 και από τα δύο -2C8 και -3Α4 αντιστοίχως. Η επίδραση της ηπατικής και νεφρικής δυσλειτουργίας στην αποβολή της πακλιταξέλης μετά από τρίωρη έγχυση δεν έχει επίσημα ερευνηθεί. Φαρμακοκινητικές παράμετροι που ελήφθησαν από έναν ασθενή σε αιμοκάθαρση πού έλαβε τρίωρη έγχυση Paxital® 135mg/m2 ήταν μέσα στα όρια των τιμών που είχαν καθοριστεί σε ασθενείς που δεν έκαναν αιμοκάθαρση. Στις κλινικές μελέτες όπου το Paxital® και η δοξορουβικίνη χορηγήθηκαν ταυτόχρονα, η κατανομή και η απέκκριση της δοξορουβικίνης και των μεταβολιτών της είχαν επιμηκυνθεί. Η συνολική έκθεση πλάσματος στην δοξορουβικίνη ήταν 30% υψηλότερη όταν η πακλιταξέλη ακολουθούσε αμέσως μετά την δοξορουβικίνη απ’ ότι όταν υπήρχε ένα διάστημα 24 ωρών μεταξύ των φαρμάκων. Για την χρήση του Paxital® σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες, παρακαλούμε να συμβουλευτείτε την Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για την σισπλατίνη, τη δοξορουβικίνη ή τη trastuzumab για πληροφορίες για τη χρήση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων.
-
Προκλινικά στοιχεία ασφάλειας: το ενδεχόμενο καρκινογόνου δράσης του Paxital® δεν μελετήθηκε. Ωστόσο η πακλιταξέλη είναι δυνιτικά καρκινογόνο και γονοτοξικό φάρμακο με βάση το φαρμακοδυναμικό μηχανισμό δράσης της. Το Paxital® αποδείχθηκε μεταλλαξιογόνο τόσο in vitro όσο και in vivo στα υπό δοκιμασία συστήματα των θηλαστικών.
-
ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
Φαρμακευτικές πληροφορίες - PAXITAL 6MG/ML
: Το πολυοξυαιθυλιωμένο καστορέλαιο μπορεί να προκαλέσει την απελευθέρωση DEHP (di-2-ethylhexyl)phthalate) από τους περιέκτες από πλαστικοποιημένο πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC), σε στάθμες που αυξάνουν με το χρόνο και τη συγκέντρωση. Επομένως, η παρασκευή, η αποθήκευση και η χορήγηση του αραιωμένου Paxital® πρέπει να γίνονται με τη χρήση συσκευών που δεν περιέχουν PVC.
: Φυλάσσεται σε θερμοκρασία < 250 C με προστασία από το φως. Μετά την ανασύσταση (εντός του ορού) το προϊόν διατηρείται 27 ώρες.
: Υάλινα φιαλίδια που περιέχουν 30mg, 100mg, 150mg, 300mg πακλιταξέλης σε 5ml, 16,7ml, 25ml και 50ml αντίστοιχα. Τα φιαλίδια διατίθενται συσκευασμένα κάθε ένα μεμονωμένα σε κουτί. Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες σε όλες τις χώρες μέλη.
Χειρισμός : όπως με όλα τα αντικαρκινικά φάρμακα, ο χειρισμός του Paxital® πρέπει να γίνεται με προσοχή. Η αραίωση θα πρέπει να γίνεται κάτω από άσηπτες συνθήκες από εκπαιδευμένο προσωπικό σε καθορισμένη περιοχή. Πρέπει να χρησιμοποιούνται κατάλληλα προστατευτικά γάντια. Πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις ώστε να αποφεύγεται η επαφή με το δέρμα και τους βλεννογόνους. Σε περίπτωση επαφής με το δέρμα η περιοχή να πλυθεί με σαπούνι και νερό. Μετά την τοπική έκθεση, έχουν παρατηρηθεί μυρμηκιάσεις, αίσθημα καύσους και ερυθρότητα. Σε περίπτωση επαφής με τους βλεννογόνους, αυτοί πρέπει να εκπλυθούν με άφθονο νερό. Κατά την εισπνοή, έχουν αναφερθεί δύσπνοια, πόνος στο στήθος, ερεθισμός στον λαιμό και ναυτία. Εάν τα κλειστά φιαλίδια ψυχθούν μπορεί να σχηματισθεί ίζημα, το οποίο επαναδιαλύεται με μικρή η καθόλου ανατάραξη μόλις πλησιάσει τη θερμοκρασία περιβάλλοντος. Η ποιότητα του προϊόντος δεν επηρεάζεται. Εάν το διάλυμα παραμένει θολό ή παρουσιάζεται ένα αδιάλυτο ίζημα το φιαλίδιο θα πρέπει να απορρίπτεται. Μετά από πολλαπλές εισόδους της βελόνας και αφαιρέσεις προϊόντος, τα φιαλίδια Paxital® παραμένουν μικροβιολογικά , χημικά και φυσικά σταθερά για μέχρι 28 ημέρες στους 250 C. Άλλοι χρόνοι και άλλες συνθήκες διατήρησης κατά τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη. Η συσκευή “Chemo-Dispensing Pin” ή παρόμοιες συσκευές με ακίδες, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται, γιατί μπορεί να προκαλέσουν φθορά στο πώμα του φιαλιδίου, με αποτέλεσμα απώλεια της στειρότητας.
Παρασκευή για ενδοφλέβια χορήγηση : πριν από την έγχυση, το Paxital® πρέπει να αραιώνεται με άσηπτες μεθόδους σε ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% ή σε ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης 5% και χλωριούχου νατρίου 0,9% ή σε ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης 5% σε ενέσιμο διάλυμα Ringer, σε τελική συγκέντρωση 0,3% έως 1,2mg/ml. H φυσική και χημική σταθερότητα κατά τη χρήση, των διαλυμάτων που έχουν ετοιμασθεί για έγχυση έχει αποδειχθεί στους 50 C και στους 250 C για 7 ημέρες όταν αραιωθούν σε 5% διάλυμα δεξτρόζης και για 14 ημέρες όταν αραιωθούν σε ενέσιμο διάλυμα Χλωριούχου Νατρίου 0,9%. Από μικροβιολογική άποψη το προϊόν θα πρέπει να χορηγείται αμέσως. Αν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και δεν θα πρέπει κανονικά να ξεπερνούν τις 2 ώρες στους 2 έως 80 C, εκτός εάν η αραίωση έλαβε χώρα υπό ελεγχόμενες και αξιολογημένες άσηπτες συνθήκες. Μετά την αραίωση το διάλυμα χρησιμοποιείται για μία μόνο φορά. Κατά την παρασκευή, τα διαλύματα μπορεί να δείχνουν θολότητα που αποδίδεται στα έκδοχα της μορφής και δεν αφαιρείται με διήθηση. Το Paxital® πρέπει να χορηγείται μέσω ενσωματωμένου φίλτρου με μικροπορώδη μεμβράνη <0,22μm. Καμία σημαντική απώλεια της ισχύος δεν σημειώθηκε μετά την προσομοιωμένη δίοδο του διαλύματος από ενδοφλέβια συσκευή που έφερε ενσωματωμένο φίλτρο. Υπάρχουν σπάνιες αναφορές για εμφάνιση ιζήματος κατά την διάρκεια εγχύσεων με Paxital®, κυρίως προς το τέλος μιας 24ωρης έγχυσης. Αν και η αιτία του ιζήματος δεν έχει προσδιορισθεί, πιθανότατα συνδέεται με τον υπερκορεσμό του αραιωμένου διαλύματος. Για να ελαττώσουμε την πιθανότητα εμφάνισης τους ιζήματος, το Paxital® θα πρέπει να χρησιμοποιείται όσο το δυνατό συντομότερα μετά την αραίωση και θα πρέπει να αποφεύγεται η παρατεταμένη ανατάραξη, δόνηση, ή ανακίνηση. Οι συσκευές έγχυσης θα πρέπει να ξεπλένονται πολύ καλά πριν τη χρήση. Κατά τη διάρκεια της έγχυσης η εμφάνιση του διαλύματος πρέπει να ελέγχεται τακτικά και η έγχυση θα πρέπει να διακόπτεται εάν παρουσιασθεί ίζημα. Για αν ελαχιστοποιήσουμε την έκθεση του ασθενούς στο DEHP που μπορεί να απελευθερώνεται από τους πλαστικοποιημένους με PVC σάκους για έγχυση ή συσκευές ή άλλα ιατρικά όργανα, τα αραιωμένα διαλύματα του Paxital®, θα πρέπει να διατηρούνται σε φιάλες που δεν είναι από PVC ( από γυαλί ή πολυπροπυλένιο) ή σε πλαστικούς σάκους (από πολυπροπυλένιο ή πολυολεφίνη) και να χορηγούνται με συσκευές επικαλυμμένες εσωτερικά με πολυαιθυλένιο. Η χρήση φίλτρων (π.χ. IVEX-2® με ενσωματωμένο μικρό πλαστικοποιημένο με PVC σωληνάριο εισόδου και/η εξόδου δεν επέφερε σημαντική απελευθέρωση DEHP.
Απόρριψη : όλα τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανασύσταση, τη χορήγηση ή που ήρθαν με άλλο τρόπο σε επαφή με το Paxital®, πρέπει να απορρίπτονται σύμφωνα με τις τοπικές οδηγίες για το χειρισμό των κυτταροτοξικών φαρμάκων.
Αριθμός Τηλεφώνου Κέντρου Δηλητηριάσεων : 210 7793 777
-
ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ :
MEDICAMERC A.E., Ελαιών 36, 145 64 Κηφισιά,
Τηλ: 210 8079013, Φαξ: 210 8078342
Παρασκευαστής: EBEWE PHARMA GES.MB.H NFG KG, AUSTRIA
ΚάτοχοςΣήματος: NOVISIS PHARMA Ltd, CYPRUS