CAMCEVI INJ.SU.PRO 42MG/PF.SYR
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CAMCEVI 42MG/PF
Το CAMCEVI ενδείκνυται για τη θεραπεία του ορμονοεξαρτώμενου προχωρημένου καρκίνου του προστάτη και για τη θεραπεία του υψηλού κινδύνου εντοπισμένου και τοπικά προχωρημένου ορμονοεξαρτώμενου καρκίνου του προστάτη σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία.
Δοσολογία
Ενήλικες ασθενείς με καρκίνο του προστάτη
Το CAMCEVI θα πρέπει να χορηγείται υπό τις οδηγίες επαγγελματία υγείας που διαθέτει την κατάλληλη εμπειρία για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.
Το CAMCEVI 42 mg χορηγείται ως εφάπαξ υποδόρια ένεση κάθε έξι μήνες. Το ενέσιμο εναιώρημα σχηματίζει μια αποθήκη χορήγησης στερεού φαρμάκου και παρέχει συνεχή αποδέσμευση λευπρορελίνης για διάστημα έξι μηνών.
Κατά κανόνα, η θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του προστάτη με λευπρορελίνη περιλαμβάνει μακροχρόνια θεραπεία και η θεραπεία δεν πρέπει να διακόπτεται όταν επέλθει ύφεση ή βελτίωση.
Η λευπρορελίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εισαγωγική ή επικουρική θεραπεία σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία σε υψηλού κινδύνου εντοπισμένο και τοπικά προχωρημένο καρκίνο του προστάτη.
Η ανταπόκριση στη λευπρορελίνη πρέπει να παρακολουθείται με κλινικές παραμέτρους και με τη μέτρηση των επιπέδων του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA) στον ορό. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα επίπεδα τεστοστερόνης αυξάνονται κατά τις πρώτες 3 ημέρες της θεραπείας στην πλειοψηφία των ασθενών που δεν έχουν υποβληθεί σε ορχεκτομή και στη συνέχεια μειώνονται κάτω από τα επίπεδα που επιτυγχάνονται με φαρμακολογικό ευνουχισμό εντός 3 έως 4 εβδομάδων. Μόλις επιτεύχθηκαν, τα επίπεδα ευνουχισμού διατηρήθηκαν όσο διαρκούσε η θεραπεία με λευπρορελίνη (<1% τεστοστερόνη εκ διαφυγής). Σε περίπτωση που η ανταπόκριση του ασθενούς φαίνεται να είναι μικρότερη της βέλτιστης , θα πρέπει να
επιβεβαιωθεί ότι τα επίπεδα τεστοστερόνης στον ορό έχουν φθάσει ή παραμένουν σε επίπεδα ευνουχισμού.
Σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη ανθεκτικό στον ευνουχισμό που δεν έχουν ευνουχιστεί χειρουργικά και λαμβάνουν αγωνιστή εκλυτικής ορμόνης γοναδοτροπινών (GnRH), όπως η λευπρορελίνη και είναι επιλέξιμοι για θεραπεία με αναστολείς βιοσύνθεσης ανδρογόνων ή αναστολείς υποδοχέα ανδρογόνων, η θεραπεία με αγωνιστή GnRH μπορεί να συνεχιστεί.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική/ηπατική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διενεργηθεί κλινικές μελέτες σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της λευπρορελίνης σε παιδιά ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλ. επίσης παράγραφο 4.3). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το CAMCEVI πρέπει να χορηγείται υποδόρια μόνο από επαγγελματίες υγείας που είναι εξοικειωμένοι με αυτές τις διαδικασίες. Για οδηγίες σχετικά με τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.6.
Η ενδοαρτηριακή ή ενδοφλέβια ένεση, αντίστοιχα, πρέπει να αποφεύγεται αυστηρά.
Όπως συμβαίνει και με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που χορηγούνται με υποδόρια ένεση, το σημείο της ένεσης πρέπει να αλλάζει περιοδικά.
Το CAMCEVI αντενδείκνυται σε γυναίκες και παιδιατρικούς ασθενείς.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλους αγωνιστές της εκλυτικής ορμόνης της γοναδοτροπίνης (GnRH) ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ασθενείς που υποβλήθηκαν προηγουμένως σε ορχεκτομή (όπως συμβαίνει και με άλλους GnRH αγωνιστές, η λευπρορελίνη δεν προκαλεί περαιτέρω μείωση της τεστοστερόνης στον ορό σε περίπτωση χειρουργικής ορχεκτομής).
Ως αποκλειστική θεραπεία σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη με συμπίεση του νωτιαίου μυελού ή ενδείξεις σπονδυλικών μεταστάσεων (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Η θεραπεία στέρησης ανδρογόνων μπορεί να παρατείνει το διάστημα QT
Σε ασθενείς με ιστορικό ή παράγοντες κινδύνου για παράταση του QT και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να παρατείνουν το διάστημα QT (βλ. παράγραφο 4.5), οι γιατροί θα πρέπει να αξιολογούν τη σχέση οφέλους-κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας εμφάνισης Torsade de pointes, πριν από την έναρξη της λευπρορελίνης. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο περιοδικής παρακολούθησης των ηλεκτροκαρδιογραφημάτων και των ηλεκτρολυτών.
Καρδιαγγειακές νόσοι
Έχει αναφερθεί αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου, αιφνίδιος καρδιακός θάνατος και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο σε σχέση με τη χρήση αγωνιστών GnRH στους άνδρες. Ο κίνδυνος φαίνεται χαμηλός με βάση τις αναφερόμενες αναλογίες πιθανοτήτων και θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά μαζί με τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου κατά τον καθορισμό της θεραπείας για τους ασθενείς με καρκίνο του προστάτη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αγωνιστές GnRH θα πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα και σημεία ενδεικτικά της εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου και να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την τρέχουσα κλινική πρακτική.
Παροδική αύξηση τεστοστερόνης
Η λευπρορελίνη, όπως και άλλοι αγωνιστές GnRH, προκαλεί παροδική αύξηση των συγκεντρώσεων της τεστοστερόνης, της διυδροτεστοστερόνης και της όξινης φωσφατάσης στον ορό κατά την πρώτη εβδομάδα θεραπείας. Οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν επιδείνωση των συμπτωμάτων ή εμφάνιση νέων συμπτωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του οστικού πόνου, της νευροπάθειας, της αιματουρίας ή της απόφραξης του ουρητήρα ή της εξόδου της ουροδόχου κύστης (βλ. παράγραφο 4.8). Τα συμπτώματα αυτά συνήθως υποχωρούν με τη συνέχιση της θεραπείας.
Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο πρόσθετης χορήγησης ενός κατάλληλου αντιανδρογόνου, αρχίζοντας 3 ημέρες πριν από τη θεραπεία με λευπρορελίνη και συνεχίζοντας για τις πρώτες δύο έως τρεις εβδομάδες της θεραπείας. Αυτό έχει αναφερθεί ότι αποτρέπει τις συνέπειες της αρχικής αύξησης της τεστοστερόνης στο ορό.
Μετά από χειρουργικό ευνουχισμό, η λευπρορελίνη δεν οδηγεί σε περαιτέρω μείωση των επιπέδων τεστοστερόνης στον ορό σε άνδρες ασθενείς.
Οστική πυκνότητα
Στην ιατρική βιβλιογραφία έχει αναφερθεί μειωμένη οστική πυκνότητα σε άνδρες που έχουν υποβληθεί σε ορχεκτομή ή σε θεραπεία με αγωνιστές GnRH (βλ. παράγραφο 4.8).
Η θεραπεία με αντιανδρογόνα αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο καταγμάτων λόγω οστεοπόρωσης. Διατίθενται περιορισμένα μόνο δεδομένα για αυτό το ζήτημα. Κατάγματα λόγω οστεοπόρωσης παρατηρήθηκαν στο 5% των ασθενών μετά από 22 μήνες φαρμακευτικής θεραπείας στέρησης ανδρογόνων και στο 4% των ασθενών μετά από 5 έως 10 χρόνια θεραπείας. Ο κίνδυνος καταγμάτων λόγω οστεοπόρωσης είναι γενικά υψηλότερος από τον κίνδυνο παθολογικών καταγμάτων.
Εκτός από τη μακροχρόνια έλλειψη τεστοστερόνης, η αυξημένη ηλικία, το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, η παχυσαρκία και η ανεπαρκής άσκηση μπορούν να επηρεάσουν την εμφάνιση οστεοπόρωσης.
Υποφυσιακή αποπληξία
Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά, έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις υποφυσιακής αποπληξίας (κλινικό σύνδρομο που οφείλεται σε έμφραγμα του αδένα της υπόφυσης) μετά τη χορήγηση αγωνιστών GnRH, με την πλειονότητα να εμφανίζεται εντός 2 εβδομάδων από την πρώτη δόση και ορισμένες εντός της πρώτης ώρας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η υποφυσιακή αποπληξία παρουσιάστηκε ως αιφνίδια κεφαλαλγία, έμετος, οπτικές αλλαγές, οφθαλμοπληγία, μεταβολή της νοητικής κατάστασης και μερικές φορές καρδιαγγειακή κατάρρευση. Απαιτείται άμεση ιατρική φροντίδα.
Μεταβολικές αλλαγές
Σε άνδρες που λαμβάνουν αγωνιστές GnRH έχει αναφερθεί υπεργλυκαιμία και αυξημένος κίνδυνος εκδήλωσης διαβήτη. Η υπεργλυκαιμία μπορεί να αντιπροσωπεύει εκδήλωση σακχαρώδη διαβήτη ή επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με διαβήτη. Θα πρέπει να γίνεται περιοδική παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος ή/και της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωνιστή GnRH και οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική για τη θεραπεία της υπεργλυκαιμίας ή του διαβήτη. Οι μεταβολικές αλλαγές που σχετίζονται με αγωνιστή GnRH μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν τη λιπώδη νόσο του ήπατος.
Σπασμοί
Μετά την κυκλοφορία στην αγορά έχουν παρατηρηθεί αναφορές σπασμών σε ασθενείς που έλαβαν λευπρορελίνη με ή χωρίς ιστορικό προδιαθεσικών παραγόντων (βλ. παράγραφο 4.8). Οι σπασμοί πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την τρέχουσα κλινική πρακτική.
Ιδιοπαθής ενδοκρανιακή υπέρταση:
Έχει αναφερθεί ιδιοπαθής ενδοκρανιακή υπέρταση (pseudotumor cerebri) σε ασθενείς που λαμβάνουν λευπρορελίνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται για σημεία και συμπτώματα ιδιοπαθούς ενδοκρανιακής υπέρτασης, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής ή επαναλαμβανόμενης κεφαλαλγίας, των διαταραχών της όρασης και των εμβοών. Εάν εμφανιστεί ιδιοπαθής ενδοκρανιακή υπέρταση, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της λευπρορελίνης.
Δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες βαριάς μορφής
Έχουν αναφερθεί δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες βαριάς μορφής (SCAR) σχετιζόμενες με τη θεραπεία με λευπρορελίνη, συμπεριλαμβανομένων του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες. Κατά τη συνταγογράφηση, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις βαριάς μορφής. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδεικνύουν αυτές τις αντιδράσεις, η λευπρορελίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εξεταστεί εναλλακτική θεραπεία (όπως είναι κατάλληλο).
Άλλα συμβάντα
Με τη χορήγηση αγωνιστών GnRH έχουν αναφερθεί περιπτώσεις απόφραξης ουρητήρα και συμπίεσης του νωτιαίου μυελού, οι οποίες μπορεί να συμβάλουν σε παράλυση με ή χωρίς θανατηφόρες επιπλοκές. Εάν προκληθεί συμπίεση του νωτιαίου μυελού ή νεφρική δυσλειτουργία, θα πρέπει να εφαρμοστεί η συνήθης θεραπεία για αυτές τις επιπλοκές.
Οι ασθενείς με σπονδυλικές ή/και εγκεφαλικές μεταστάσεις, καθώς και οι ασθενείς με απόφραξη των ουροφόρων οδών θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τις πρώτες εβδομάδες της θεραπείας.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες φαρμακοκινητικής αλληλεπιδράσεων φαρμάκου με φάρμακο. Δεν έχουν αναφερθεί αλληλεπιδράσεις της λευπρορελίνης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
Δεδομένου ότι η θεραπεία στέρησης ανδρογόνων μπορεί να παρατείνει το διάστημα QT, η ταυτόχρονη χρήση της λευπρορελίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT ή με φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να προκαλέσουν Torsade de pointes, όπως αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα κατηγορίας ΙΑ (π.χ. κινιδίνη,
δισοπυραμίδη) ή κατηγορίας ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη), μεθαδόνη, μοξιφλοξασίνη, αντιψυχωσικά κ.λπ., θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά (βλ. παράγραφο 4.4).
Το CAMCEVI αντενδείκνυται σε γυναίκες.
Με βάση ευρήματα σε ζώα και τον μηχανισμό δράσης, η λευπρορελίνη μπορεί να μειώσει τη γονιμότητα σε άνδρες με αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λευπρορελίνη έχουν μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Η χορήγηση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος μπορεί να προκαλέσει κόπωση, ζάλη και διαταραχές της όρασης (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν συμβουλές να μην οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα εάν παρουσιαστούν αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες.
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρούνται με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λευπρορελίνη εξαρτώνται κυρίως από την ειδική φαρμακολογική δράση της λευπρορελίνης, δηλαδή τις αυξήσεις και τις μειώσεις των επιπέδων ορισμένων ορμονών. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι εξάψεις, ναυτία, κακουχία και κόπωση και παροδικός τοπικός ερεθισμός στο σημείο της ένεσης. Εξάψεις ήπιου ή μέτριου βαθμού παρουσιάζονται σε περίπου 58% των ασθενών.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών με ενέσιμα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λευπρορελίνη σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνωμα του προστάτη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ορίζονται, ανά συχνότητα, ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000,
<1/1.000) και πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν για ενέσιμα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λευπρορελίνη
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
| συχνές | ρινοφαρυγγίτιδα |
| όχι συχνές | ουρολοίμωξη, τοπική λοίμωξη του δέρματος |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | |
| συχνές | αιματολογικές αλλαγές, αναιμία |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | |
| όχι συχνές | επιδείνωση σακχαρώδη διαβήτη |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| όχι συχνές | ανώμαλα όνειρα, κατάθλιψη, μειωμένη γενετήσια ορμή |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| όχι συχνές | ζάλη, κεφαλαλγία, υπαισθησία, αϋπνία, διαταραχές τηςγεύσης, διαταραχές της όσφρησης, ίλιγγος |
| σπάνιες | παθολογικές ακούσιες κινήσεις |
| μη γνωστής συνχότητας | ιδιοπαθής ενδοκρανιακή υπέρταση (pseudotumorcerebri) (βλ. παράγραφο 4.4) |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| όχι συχνές | παράταση του διαστήματος QT (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5), έμφραγμα του μυοκαρδίου (βλ.παράγραφο 4.4) |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| πολύ συχνές | εξάψεις |
| όχι συχνές | υπέρταση, υπόταση |
| σπάνιες | συγκοπή, κατέρρειψη |
| Αναπνευστικές, θωρακικέςδιαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | |
| όχι συχνές | ρινόρροια, δύσπνοια |
| μη γνωστής συχνότητας | διάμεση πνευμονοπάθεια |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | |
| συχνές | ναυτία, διάρροια, γαστρεντερίτιδα/κολίτιδα |
| όχι συχνές | δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, δυσπεψία, έμετος |
| σπάνιες | μετεωρισμός, ερυγή |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| πολύ συχνές | εκχυμώσεις, ερύθημα |
| συχνές | κνησμός, νυκτερινοί ιδρώτες |
| όχι συχνές | υπεριδρωσία, αυξημένη εφίδρωση |
| σπάνιες | αλωπεκία, εξάνθημα δέρματος |
| Μη γνωστής συχνότητας | Σύνδρομο Stevens-Johnson/Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (SJS/TEN) (βλ. παράγραφο 4.4) Τοξικό δερματικό εξάνθημαΠολύμορφο ερύθημα |
| Διαταραχές του μυοσκελετικούσυστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| συχνές | αρθραλγία, πόνος στα άκρα, μυαλγία, ρίγη, αδυναμία |
| όχι συχνές | οσφυαλγία, μυϊκές κράμπες |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| συχνές | συχνουρία, δυσκολία στην ούρηση, δυσουρία,νυκτουρία, ολιγουρία |
| όχι συχνές | σπασμός ουροδόχου κύστης, αιματουρία, συχνουρίαεπιδεινωθείσα, κατακράτηση ούρων |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματοςκαι του μαστού | |
| συχνές | ευαισθησία μαστού, ατροφία όρχεων, άλγος όρχεων,υπογονιμότητα, υπερτροφία μαστών, στυτική δυσλειτουργία, μειωμένο μέγεθος πέους |
| όχι συχνές | γυναικομαστία, ανικανότητα, διαταραχή όρχεων |
| σπάνιες | μαστοδυνία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέσηχορήγησης | |
| πολύ συχνές | κόπωση, αίσθημα καύσου της θέσης ένεσης,παραισθησία της θέσης ένεσης |
| συχνές | κακουχία, άλγος της θέσης ένεσης, μώλωπας της θέσηςένεσης, αίσθημα τσιμπήματος της θέσης ένεσης |
| όχι συχνές | κνησμός της θέσης ένεσης, σκλήρυνση της θέσηςένεσης, λήθαργος, άλγος, πυρεξία |
| σπάνιες | εξέλκωση της θέσης ένεσης |
| πολύ σπάνιες | νέκρωση της θέσης ένεσης |
| Παρακλινικές εξετάσεις | |
| συχνές | αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος,παρατεταμένος χρόνος πήξης |
| όχι συχνές | αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης, αυξημένατριγλυκερίδια αίματος, παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης, αυξημένο βάρος |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί γενικά ότι εμφανίζονται με τη θεραπεία με λευπρορελίνη περιλαμβάνουν περιφερικό οίδημα, πνευμονική εμβολή, αίσθημα παλμών, μυαλγία, διαταραχή της αίσθησης του δέρματος, μυϊκή αδυναμία, ρίγη, εξάνθημα, αμνησία και διαταραχές της όρασης. Έχει παρατηρηθεί μυϊκή ατροφία με μακροχρόνια χρήση φαρμακευτικών προϊόντων αυτής της κατηγορίας. Έμφραγμα προϋπάρχοντος υποφυσιακού αδενώματος έχει αναφερθεί σπάνια μετά τη χορήγηση αγωνιστών GnRH βραχείας και μακράς δράσης. Υπήρξαν σπάνιες αναφορές θρομβοπενίας και λευκοπενίας. Έχουν αναφερθεί αλλαγές στην ανοχή στη γλυκόζη.
Έχουν αναφερθεί σπασμοί μετά τη χορήγηση αναλόγων αγωνιστών GnRH (βλ. παράγραφο 4.4).
Οι τοπικές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν μετά την ένεση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν λευπρορελίνη είναι παρόμοιες με τις τοπικές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με παρόμοια φαρμακευτικά προϊόντα που χορηγούνται με υποδόρια ένεση.
Γενικά, αυτές οι τοπικές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά από την υποδόρια ένεση είναι ήπιες και περιγράφονται ως μικρής διάρκειας.
Έχουν αναφερθεί σπάνια αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις μετά από χορήγηση αναλόγων αγωνιστών GnRH.
Αλλαγές της οστικής πυκνότητας
Στην ιατρική βιβλιογραφία έχει αναφερθεί μειωμένη οστική πυκνότητα σε άνδρες που έχουν υποβληθεί σε ορχεκτομή ή σε θεραπεία με ανάλογο GnRH. Μετά από μεγάλες χρονικές περιόδους θεραπείας με λευπρορελίνη αναμένετε ότι μπορεί να εμφανίσουν αυξανόμενα σημεία οστεοπόρωσης. Όσον αφορά τον αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων λόγω οστεοπόρωσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Έξαρση των σημείων και συμπτωμάτων της νόσου
Η θεραπεία με λευπρορελίνη μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση των σημείων και των συμπτωμάτων της νόσου κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων. Εάν επιδεινωθούν καταστάσεις όπως οι σπονδυλικές μεταστάσεις ή/και η απόφραξη της ουροφόρου οδού ή η αιματουρία, μπορεί να εμφανιστούν νευρολογικά προβλήματα, όπως αδυναμία ή/και παραισθησία των κάτω άκρων ή επιδείνωση των συμπτωμάτων από το ουροποιητικό.
Κλινική εμπειρία με το CAMCEVI σχετικά με την τοπική ανεκτικότητα του δέρματος
Η τοπική ανεκτικότητα του δέρματος με το CAMCEVI αξιολογήθηκε στην κύρια μελέτη FP01C-13-001 ως προς τέσσερις πτυχές: κνησμός, ερύθημα, αίσθημα καύσου και τσιμπήματος. Από τα 137 άτομα που έλαβαν υποδόριες ενέσεις CAMCEVI, τα περισσότερα άτομα δεν παρουσίασαν κανέναν ερεθισμό ή παρουσίασαν ήπιο ερεθισμό του δέρματος μετά την ένεση.
Γενικά, τα αναφερόμενα τοπικά συμβάντα ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας και υποχώρησαν.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Η λευπρορελίνη δεν παρουσιάζει δυνατότητα κατάχρησης και η σκόπιμη υπερδοσολογία είναι απίθανη. Δεν υπάρχουν αναφορές κατάχρησης ή υπερδοσολογίας που να έχουν συμβεί στην κλινική πρακτική με τη λευπρορελίνη, αλλά σε περίπτωση που συμβεί στην πραγματικότητα υπερβολική έκθεση, συνιστάται παρακολούθηση και συμπτωματική υποστηρικτική θεραπεία.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CAMCEVI 42MG/PF
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ενδοκρινική θεραπεία, ανάλογα της εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών, κωδικός ΑTC: L02AE02
Μηχανισμός δράσης
Η μεσυλική λευπρορελίνη είναι ένας συνθετικός μη-πεπτιδικός αγωνιστής της φυσικής GnRH ο οποίος, όταν χορηγείται συνεχώς, αναστέλλει την έκκριση γοναδοτροπινών από την υπόφυση και καταστέλλει τη σύνθεση στεροειδών στους όρχεις σε άνδρες. Η επίδραση αυτή είναι αναστρέψιμη μετά τη διακοπή της θεραπείας με το φαρμακευτικό προϊόν. Ωστόσο, ο αγωνιστής διαθέτει μεγαλύτερη ισχύ από τη φυσική ορμόνη και ο χρόνος αποκατάστασης των επιπέδων τεστοστερόνης μπορεί να διαφέρει μεταξύ των ασθενών.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η χορήγηση λευπρορελίνης οδηγεί σε αρχική αύξηση των κυκλοφορούντων επιπέδων της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) και της θυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH), οδηγώντας σε παροδική αύξηση των επιπέδων των γοναδικών στεροειδών, της τεστοστερόνης και της διυδροτεστοστερόνης στους άνδρες. Η συνεχής χορήγηση λευπρορελίνης οδηγεί σε μειωμένα επίπεδα LH και FSH. Στους άνδρες, η τεστοστερόνη μειώνεται κάτω από το όριο ευνουχισμού (≤ 50 ng/dL).
Μετά την πρώτη δόση της λευπρορελίνης, οι μέσες συγκεντρώσεις τεστοστερόνης στον ορό αυξήθηκαν παροδικά, στη συνέχεια μειώθηκαν κάτω από τα επίπεδα ορίου ευνουχισμού (≤ 50 ng/dL) εντός 3-4 εβδομάδων και διατηρήθηκαν κάτω από το όριο ευνουχισμού με 6-μηνη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος (Εικόνα 1 παρακάτω).
Μακροχρόνιες μελέτες της λευπρορελίνης έχουν καταδείξει ότι η συνέχιση της θεραπείας διατηρεί την τεστοστερόνη κάτω από το επίπεδο ευνουχισμού για έως και επτά χρόνια και πιθανώς επ’ αόριστον.
Το μέγεθος του όγκου δεν μετρήθηκε άμεσα κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικών δοκιμών, αλλά υπήρχε έμμεση θετική ανταπόκριση του όγκου, όπως φαίνεται από τη μείωση του μέσου PSA κατά 97% για τη λευπρορελίνη.
Σε μια φάση ΙΙΙ τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη που περιλάμβανε 970 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο καρκίνο του προστάτη (κυρίως T2c-T4 με ορισμένους ασθενείς με T1c έως T2b με παθολογικούς περιοχικούς λεμφαδένες), εκ των οποίων οι 483 εντάχθηκαν ώστε να λάβουν βραχυχρόνια καταστολή των ανδρογόνων (6 μήνες) σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία και οι
487 μακροχρόνια θεραπεία (3 χρόνια), μια ανάλυση μη κατωτερότητας συνέκρινε τη βραχυχρόνια με τη μακροχρόνια ταυτόχρονη και επικουρική ορμονική θεραπεία με αγωνιστή GnRH (τριπτορελίνη ή γκοσερελίνη). Η 5-ετής συνολική θνησιμότητα ήταν 19,0% και 15,2%, στις ομάδες βραχυχρόνιας και μακροχρόνιας θεραπείας, αντίστοιχα. Η παρατηρούμενη αναλογία κινδύνου (HR) 1,42 με ανώτερο μονόπλευρο 95,71% CI 1,79 ή αμφίπλευρο 95,71% CI 1,09, 1,85 (p=0,65 για μη κατωτερότητα), καταδεικνύει ότι ο συνδυασμός ακτινοθεραπείας συν 6 μήνες θεραπείας στέρησης ανδρογόνων παρέχει κατώτερη επιβίωση σε σύγκριση με την ακτινοθεραπεία συν 3 χρόνια θεραπείας στέρησης ανδρογόνων. Η συνολική επιβίωση στα 5 έτη μακροχρόνιας και βραχυχρόνιας θεραπείας καταδεικνύει επιβίωση 84,8% και 81,0%, αντίστοιχα. Η συνολική ποιότητα ζωής με τη χρήση του ερωτηματολογίου QLQ -C30 δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων (p=0,37). Στα αποτελέσματα κυριαρχεί ο πληθυσμός ασθενών με τοπικά προχωρημένους όγκους.
Τα στοιχεία για την ένδειξη του υψηλού κινδύνου εντοπισμένου καρκίνου του προστάτη βασίζονται σε δημοσιευμένες μελέτες ακτινοθεραπείας σε συνδυασμό με ανάλογα GnRH, συμπεριλαμβανομένης της λευπρορελίνης. Αναλύθηκαν τα κλινικά δεδομένα από πέντε δημοσιευμένες μελέτες (EORTC 22863, RTOG 85-31, RTOG 92-02, RTOG 8610 και D’Amico et al., JAMA, 2004), τα οποία όλα καταδεικνύουν όφελος για τον συνδυασμό αναλόγου GnRH και ακτινοθεραπείας. Στις δημοσιευμένες μελέτες δεν ήταν δυνατή η σαφής διαφοροποίηση των αντίστοιχων πληθυσμών των μελετών για τις ενδείξεις τοπικά προχωρημένου καρκίνου του προστάτη και υψηλού κινδύνου εντοπισμένου καρκίνου του προστάτη.
Τα κλινικά δεδομένα έχουν δείξει ότι η ακτινοθεραπεία που ακολουθείται από 3 χρόνια θεραπείας στέρησης ανδρογόνων είναι προτιμότερη από την ακτινοθεραπεία που ακολουθείται από 6 μήνες θεραπείας στέρησης ανδρογόνων.
Η συνιστώμενη διάρκεια της θεραπείας στέρησης ανδρογόνων σύμφωνα με τις ιατρικές κατευθυντήριες οδηγίες για ασθενείς με Τ3-Τ4 που λαμβάνουν ακτινοθεραπεία είναι 2-3 έτη.
Κλινική εμπειρία σχετικά με την αποτελεσματικότητα με το CAMCEVI
Η πολυκεντρική, ενός σκέλους, ανοικτής επισήμανσης, μελέτη φάσης 3 διάρκειας 48 εβδομάδων της λευπρορελίνης περιλάμβανε 137 άνδρες ασθενείς με υψηλού κινδύνου εντοπισμένο και τοπικά προχωρημένο καρκίνο του προστάτη που χρειάζονταν θεραπεία στέρησης ανδρογόνων. Η αποτελεσματικότητα του φαρμακευτικού προϊόντος (δύο δόσεις χορηγούμενες με διαφορά 24 εβδομάδων) αξιολογήθηκε με βάση το ποσοστό των ατόμων με συγκεντρώσεις τεστοστερόνης στον ορό που καταστάλθηκαν σε επίπεδα ορίου ευνουχισμού, την επίδραση στα επίπεδα LH στον ορό ως μέτρο ελέγχου του επιπέδου τεστοστερόνης και την επίδραση στα επίπεδα PSA στον ορό.
Το ποσοστό των ασθενών με επίπεδα τεστοστερόνης στον ορό κάτω από το όριο ευνουχισμού (≤ 50 ng/dL) έως την ημέρα 28 ήταν 98,5% (135 από τους 137 ασθενείς με πρόθεση θεραπείας) και 99,2% (123 από τα 124 άτομα, σύμφωνα με το πρωτόκολλο), αντίστοιχα (Εικόνα 1).
Ημέρες
Τεστοστερόνη ορού(ng/dL)
Εικόνα 1: Μέση συγκέντρωση τεστοστερόνης στον ορό με την πάροδο του χρόνου με το CAMCEVI (n=124, πληθυσμός σύμφωνα με το πρωτόκολλο)
Η διακεκομμένη γραμμή υποδεικνύει το επίπεδο ευνουχισμού (50 ng/dL) τεστοστερόνης ορού.
Τα μέσα επίπεδα της LH στον ορό μειώθηκαν σημαντικά μετά την πρώτη ένεση και η επίδραση αυτή παρέμεινε μέχρι το τέλος της μελέτης [μείωση σε σχέση με την αρχική τιμή κατά 98% (ημέρα 336)].
Το μέγεθος του όγκου δεν μετρήθηκε άμεσα σε αυτήν τη μελέτη, αλλά μπορεί να πιθανολογηθεί μια έμμεση θετική ανταπόκριση του όγκου στην λευπρορελίνη, όπως φαίνεται από τη σημαντική μείωση των μέσων επιπέδων PSA με την πάροδο του χρόνου μετά την ένεση του φαρμακευτικού προϊόντος [μέση τιμή 70 ng/mL κατά την έναρξη, η οποία μειώθηκε σε μέση ελάχιστη τιμή 2,6 ng/mL (πληθυσμός σύμφωνα με το πρωτόκολλο) την ημέρα 168].
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το φαρμακευτικό προϊόν αναφοράς που περιέχει λευπρορελίνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στο καρκίνωμα του προστάτη (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Μετά την πρώτη και τη δεύτερη δόση της λευπρορελίνης, παρατηρήθηκε μια αρχική ταχεία αύξηση της συγκέντρωσης λευπρορελίνης στον ορό, ακολουθούμενη από ταχεία μείωση κατά τις πρώτες 3 ημέρες μετά τη δόση: μετά από μια αρχική φάση «ταχείας ανόδου» που χαρακτηρίζεται από μέσες συγκεντρώσεις λευπρορελίνης στον ορό 99,7 και 93,7 ng/ml μετά από περίπου 3,7 και 3,8 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης αντίστοιχα, τα μέσα επίπεδα λευπρορελίνης στον ορό διατηρήθηκαν σχετικά σταθερά στη διάρκεια κάθε μεσοδιαστήματος χορήγησης 24 εβδομάδων, με τη λευπρορελίνη να αποδεσμεύεται συνεχώς από την τρίτη ημέρα μετά τη χορήγηση της δόσης με σταθερές συγκεντρώσεις στον ορό («φάση επιπέδωσης») κατά τη διάρκεια του μεσοδιαστήματος χορήγησης 24 εβδομάδων (περίπου 6 μήνες) (μέση συγκέντρωση: 0,37 έως 2,97 ng/mL). Δεν υπάρχει ένδειξη σημαντικής συσσώρευσης με επαναλαμβανόμενη χορήγηση της λευπρορελίνης σε διαστήματα 24 εβδομάδων.
Η αρχική απότομη αύξηση των συγκεντρώσεων λευπρορελίνης μετά το CAMCEVI ακολουθείται από ταχεία μείωση σε επίπεδα σταθερής κατάστασης.
Τα προφίλ φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής (σύμφωνα με το επίπεδο τεστοστερόνης ορού) της λευπρορελίνης σε σχέση με τα επίπεδα τεστοστερόνης ορού που παρατηρήθηκαν μετά την αρχική ένεση του CAMCEVI (πρώτη δόση) και στις 24 εβδομάδες (δεύτερη δόση) παρουσιάζεται στην Εικόνα 2 (μελέτη FP01C-13-001, Μέρος II).
Λευπρορελίνη Τεστοστερόνη
ΧΡΟΝΟΣ (ημέρα)
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ (ng/mL)
Εικόνα 2: Φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική ανταπόκριση στο CAMCEVI
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής της λευπρορελίνης σε σταθερή κατάσταση μετά από ενδοφλέβια bolus χορήγηση σε υγιείς άνδρες εθελοντές ήταν 27 λίτρα. Η in-vitro δέσμευση στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος κυμαινόταν από 43% έως 49%.
Μεταβολισμός
Δεν έχει διενεργηθεί μελέτη για τον μεταβολισμό της λευπρορελίνης. Αποβολή
Σε υγιείς άνδρες εθελοντές, ένα 1 mg λευπρορελίνης που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως ως bolus δόση, αποκάλυψε ότι η μέση συστηματική κάθαρση ήταν 8,34 L/h, με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 3 ώρες με βάση ένα μοντέλο δύο διαμερισμάτων.
Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες απέκκρισης της λευπρορελίνης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CAMCEVI 42MG/PF
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C – 8 °C).
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Μία συσκευασία περιέχει:
1 προγεμισμένη σύριγγα (από συμπολυμερές κυκλικής ολεφίνης, κλειστή με ελαστομερές γκρι καπάκι από βρωμοβουτύλιο, έμβολο και λαβή δακτύλου), 1 στείρα βελόνα ασφαλείας (18 G, 5/8 ίντσας).
και άλλος χειρισμός
Ακολουθήστε τις παρεχόμενες οδηγίες για να διασφαλίσετε τη σωστή προετοιμασία του CAMCEVI πριν από τη χορήγηση.
Σημαντικό: Πριν από τη χρήση αφήστε το CAMCEVI να φθάσει σε θερμοκρασία δωματίου (15 °C έως 25 °C). Συνιστάται η χρήση γαντιών κατά τη διάρκεια της χορήγησης.
Το CAMCEVI περιέχει:
-
Μία συσκευασία η οποία περιέχει μία στείρα προγεμισμένη σύριγγα,
-
Μία στείρα βελόνα ασφαλείας.
Συναρμολογημένη προγεμισμένη σύριγγα:
Βήμα 1 - Προετοιμάστε το φαρμακευτικό προϊόν: Αφήστε να φθάσει σε θερμοκρασία δωματίου και επιθεωρήστε το περιεχόμενοσωματίδια μέσα στον κύλινδρο της σύριγγας. -
Αφαιρέστε το CAMCEVI από το ψυγείο.
-
Πριν από τη χρήση αφήστε το CAMCEVI να φθάσει σε θερμοκρασία δωματίου (15 °C έως 25 °C). Για τη διαδικασία αυτή απαιτούνται περίπου 15 έως 20 λεπτά.
-
Σε μια επίπεδη, καθαρή και στεγνή επιφάνεια, ανοίξτε το κουτί και αφαιρέστε τον περιέκτη της συσκευασίας κυψέλης και τη θήκη. Αφαιρέστε την προγεμισμένη σύριγγα CAMCEVI (A) από τον περιέκτη της συσκευασίας κυψέλης. Αφαιρέστε τη βελόνα ασφαλείας (B) από τη θήκη. Εξετάστε όλα τα περιεχόμενα της συσκευασίας. Μην τη χρησιμοποιείτε εάν οποιοδήποτε εξάρτημα έχει υποστεί ζημιά.
-
Ελέγξτε την ημερομηνία λήξης στη σύριγγα. Μην τη χρησιμοποιείτε εάν έχει παρέλθει η ημερομηνία λήξης.
-
Εξετάστε οπτικά το φάρμακο πριν από τη χρήση. Η προγεμισμένη σύριγγα θα πρέπει να περιέχει ένα υπόλευκο έως ανοικτό κίτρινο οπαλίζον εναιώρημα υψηλού ιξώδους. Μην τη χρησιμοποιείτε εάν παρατηρήσετε ξένα
Βήμα 2 - Συναρμολόγηση της σύριγγας:
Συνδέστε τη βελόνα -
Αφαιρέστε το γκρι καπάκι από τη σύριγγα (Α).
-
Συνδέστε τη βελόνα (Β) στο άκρο της σύριγγας (Α) ωθώντας και περιστρέφοντας δεξιόστροφα κατά τρία τέταρτα της στροφής, ωσότου στερεωθεί η βελόνα. Μη σφίγγετε υπερβολικά. Σε περίπτωση που το υπερβολικό σφίξιμο προκαλέσει θραύση της σύριγγας απορρίψτε την προγεμισμένη σύριγγα του CAMCEVI.
Βήμα 3 - Διαδικασία χορήγησης:
Προετοιμάστε το σημείο ένεσηςΧορηγήστε τη θεραπεία Πρέπει να αποφεύγεται αυστηρά η ενδοαρτηριακή ή ενδοφλέβια ένεση. -
Επιλέξτε ένα σημείο ένεσης στην άνω ή στη μέση κοιλιακή χώρα με επαρκή μαλακό ή χαλαρό υποδόριο ιστό που δεν έχει χρησιμοποιηθεί πρόσφατα. Το σημείο της ένεσης θα πρέπει να αλλάζει περιοδικά.
-
Καθαρίστε το σημείο ένεσης με ένα τολύπιο αλκοόλης. ΜΗΝ κάνετε την ένεση σε περιοχές με σκληρό ή ινώδη υποδόριο ιστό ή σε σημεία που μπορούν να τριφτούν ή να συμπιεστούν (π.χ. με ζώνη ή αγκράφα ρούχων).
-
Τραβήξτε το καπάκι της βελόνας από τη βελόνα (Β). Πιάστε και κρατήστε το δέρμα γύρω από το σημείο της ένεσης με το ένα χέρι. Εισαγάγετε τη βελόνα με γωνία 90ο και έπειτα απελευθερώστε το δέρμα που κρατάτε.
-
Κάντε ένεση όλου του περιεχομένου της σύριγγας με αργή και σταθερή πίεση και έπειτα τραβήξτε τη σύριγγα με την ίδια γωνία 90ο που χρησιμοποιήσατε για την εισαγωγή.
Βήμα 4 - Απορρίψτε τη βελόνα και την προγεμισμένη σύριγγα
Προστασία βελόναςΕνεργοποίηση Ενεργοποίησημε αντίχειρα με επιφάνεια Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις. -
Αμέσως μετά την απόσυρση της βελόνας, ενεργοποιήστε τη θωράκιση ασφαλείας, με ένα δάχτυλο/αντίχειρα ή επίπεδη επιφάνεια και ωθήστε έως ότου καλύψει πλήρως το άκρο της βελόνας και ασφαλίσει στη θέση της.
-
Ο ήχος και η αίσθηση του «κλικ» επιβεβαιώνει ότι έχει έλθει στη θέση ασφάλισης. Ελέγξτε για να βεβαιωθείτε ότι το θηκάρι ασφαλείας έχει εμπλακεί πλήρως. Μετά τη χρήση, τοποθετήστε τη χρησιμοποιημένη σύριγγα με τη βελόνα προστατευμένη σε κατάλληλο περιέκτη αιχμηρών αντικειμένων.
-