KYINSU IN.SO.PF.P (700U+2MG)/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)
Τελευταία ενημέρωση SmPC

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - KYINSU 00U+2MG
Το Kyinsu ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, που δεν ελέγχεται επαρκώς με βασική ινσουλίνη ή αγωνιστές υποδοχέων γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου 1 (GLP-1) σε συνδυασμό με δίαιτα και άσκηση, επιπροσθέτως από του στόματος χορηγούμενων αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων.
Για αποτελέσματα μελετών σχετικά με συνδυασμούς, επιδράσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο καθώς και για τους πληθυσμούς που μελετήθηκαν, βλ. παραγράφους 4.4, 4.5 και 5.1.
Δοσολογία
Το Kyinsu χορηγείται μία φορά εβδομαδιαίως μέσω υποδόριας χορήγησης.
Το Kyinsu προορίζεται για χορήγηση την ίδια ημέρα της εβδομάδας. Το Kyinsu μπορεί να χορηγηθεί οποιαδήποτε ώρα της ημέρας.
Το Kyinsu χορηγείται σε δοσολογικά βήματα.
Δέκα (10) δοσολογικά βήματα περιέχουν 10 μονάδες ινσουλίνης icodec και 0,029 mg σεμαγλουτίδης.
Ο μετρητής δόσης στη συσκευή τύπου πένας δείχνει τον αριθμό των βημάτων δόσης.
Η μέγιστη συνιστώμενη εβδομαδιαία δόση είναι 350 δοσολογικά βήματα, δηλ. 350 μονάδες ινσουλίνης icodec και 1 mg σεμαγλουτίδης.
Το Kyinsu θα πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με τις ανάγκες του κάθε ασθενή. Συνιστάται η βελτιστοποίηση του γλυκαιμικού ελέγχου μέσω προσαρμογής της δόσης βάσει των επιπέδων γλυκόζης πλάσματος νηστείας, όπως παρακολουθούνται από τον ίδιο τον ασθενή.
Λόγω του μεγάλου χρόνου ημίσειας ζωής του Kyinsu, δε συνιστάται προσαρμογή της δόσης κατά τη διάρκεια οξείας νόσου ή εάν οι ασθενείς κάνουν βραχυπρόθεσμες αλλαγές στο επίπεδο σωματικής δραστηριότητας ή στη συνήθη διατροφή τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς να συμβουλευτούν τον επαγγελματία υγείας τους για περαιτέρω καθοδήγηση σχετικά με άλλες ισχύουσες προσαρμογές, π.χ. πρόσληψη γλυκόζης ή αλλαγές σε άλλο(α) φαρμακευτικό(ά) προϊόν(τα) μείωσης της γλυκόζης.
Έναρξη του Kyinsu
Η θεραπεία με βασική ινσουλίνη ή αγωνιστή υποδοχέων GLP-1 θα πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη του Kyinsu. Η συνιστώμενη δόση έναρξης του Kyinsu είναι 40 δοσολογικά βήματα (40 μονάδες ινσουλίνης icodec και 0,114 mg σεμαγλουτίδης) και στη συνέχεια εξατομικευμένες προσαρμογές της μία φορά εβδομαδιαίως χορηγούμενης δόσης. Συνιστάται συχνή παρακολούθηση της γλυκόζης κατά τη διάρκεια της μετάταξης και τις επόμενες εβδομάδες.
Όταν το Kyinsu προστίθεται σε θεραπεία με σουλφονυλουρία, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής ή μείωσης της δόσης της σουλφονυλουρίας.
Μετάταξη από σχήμα ημερησίως χορηγούμενης βασικής ινσουλίνης ή ημερησίως χορηγούμενου αγωνιστή υποδοχέων GLP-1
Κατά τη μετάταξη από ημερησίως χορηγούμενη βασική ινσουλίνη ή αγωνιστή υποδοχέων GLP-1, η θεραπεία με το Kyinsu θα πρέπει να ξεκινήσει την ημέρα μετά την τελευταία χορηγηθείσα δόση του προηγούμενου σχήματος ημερήσιας χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.4).
Κατά τη μετάταξη από ημερησίως χορηγούμενη βασική ινσουλίνη στο Kyinsu, μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσαρμογών άλλων αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων. Η γλυκόζη του αίματος πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. παράγραφο 4.4).
Μετάταξη από βασική ινσουλίνη χορηγούμενη μία φορά εβδομαδιαίως
Δεν υπάρχει εμπειρία από τη μετάταξη από εβδομαδιαίως χορηγούμενη βασική ινσουλίνη στο Kyinsu. Κατά τη μετάταξη από εβδομαδιαίως χορηγούμενη βασική ινσουλίνη, ο χρόνος έναρξης της θεραπείας με το Kyinsu θα πρέπει να βασίζεται στην εξατομικευμένη γλυκόζη πλάσματος νηστείας του ασθενή, μία εβδομάδα μετά την τελευταία χορηγούμενη δόση εβδομαδιαίας βασικής ινσουλίνης.
Μετάταξη από αγωνιστή υποδοχέων GLP-1 χορηγούμενο μία φορά εβδομαδιαίως
Κατά τη μετάταξη από εβδομαδιαίως χορηγούμενο αγωνιστή υποδοχέων GLP-1, η θεραπεία με το Kyinsu θα πρέπει να ξεκινήσει μία εβδομάδα μετά την τελευταία χορηγηθείσα δόση της προηγούμενης εβδομαδιαίως χορηγούμενης θεραπείας με αγωνιστή υποδοχέων GLP-1.
Τιτλοποίηση δόσης
Το Kyinsu θα πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με τις εξατομικευμένες ανάγκες του ασθενή. Συνιστάται η βελτιστοποίηση του γλυκαιμικού ελέγχου μέσω προσαρμογής της δόσης μία φορά εβδομαδιαίως βάσει της γλυκόζης πλάσματος νηστείας (βλ. παράγραφο 5.1).
Η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να γίνεται με βάση τη γλυκόζη πλάσματος νηστείας, όπως παρακολουθείται από τον ίδιο τον ασθενή, την ημέρα της τιτλοποίησης και τις δύο προηγούμενες ημέρες.
Παράλειψη δόσης
Εάν παραλειφθεί μία δόση, αυτή θα πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατόν. Εάν έχουν περάσει μέχρι 3 ημέρες από τη δόση που παραλείφθηκε, ο ασθενής μπορεί μετά να συνεχίσει με το αρχικό σχήμα της εβδομαδιαίας χορήγησης.
Εάν έχουν περάσει περισσότερες από 3 ημέρες, η παραληφθείσα δόση θα πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατόν. Το δοσολογικό σχήμα της άπαξ εβδομαδιαίας δόσης θα αλλάξει στη συνέχεια στην ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία χορηγήθηκε η παραληφθείσα δόση. Εάν πρόκειται να διατηρηθεί η αρχική ημέρα χορήγησης της άπαξ εβδομαδιαίας δόσης, ο χρόνος μεταξύ των επόμενων δόσεων μπορεί να παραταθεί σταδιακά μέχρι να επιτευχθεί τελικά η ίδια ημέρα χορήγησης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2). Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συνιστάται συχνότερη παρακολούθηση της γλυκόζης.
Το Kyinsu δε συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου, λόγω των περιορισμένων δεδομένων με το μονοσυστατικό της σεμαγλουτίδης (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2). Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, συνιστάται συχνότερη παρακολούθηση της γλυκόζης.
Η εμπειρία με τη χρήση του Kyinsu σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη θεραπεία αυτών των ασθενών με το Kyinsu.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Kyinsu σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Μόνο για υποδόρια χρήση.
Το Kyinsu δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπογλυκαιμία.
Το Kyinsu δεν πρέπει να χορηγείται ενδομυϊκώς καθώς αυτό μπορεί να μεταβάλλει την απορρόφηση. Το Kyinsu δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αντλίες έγχυσης ινσουλίνης.
Το Kyinsu δεν πρέπει να αναρροφάται από το φυσίγγιο της προγεμισμένης συσκευής τύπου πένας μέσα σε σύριγγα (βλ. παράγραφο 4.4).
Το Kyinsu χορηγείται με υποδόρια ένεση στον μηρό, στο άνω τμήμα του βραχίονα ή στο κοιλιακό τοίχωμα. Οι θέσεις ένεσης πρέπει να εναλλάσσονται συνεχώς εντός της ίδιας περιοχής για τον περιορισμό του κινδύνου λιποδυστροφίας και δερματικής αμυλοείδωσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Πρέπει να δίνεται οδηγία στους ασθενείς να χρησιμοποιούν πάντα μια καινούργια βελόνα. Η επαναχρησιμοποίηση των βελονών της συσκευής τύπου πένας αυξάνει τον κίνδυνο απόφραξης των βελονών, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν υποδοσολογία. Σε περίπτωση φραγμένων βελονών, οι ασθενείς πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες που περιγράφονται στις οδηγίες χρήσης στο τέλος του φύλλου οδηγιών χρήσης (βλ. παράγραφο 6.6).
Το Kyinsu είναι διαθέσιμο σε προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας.
Ο μετρητής δόσης δείχνει τον αριθμό των βημάτων δόσης του Kyinsu που ενίονται.
Δεν απαιτείται επαναϋπολογισμός της δόσης.
Οι προγεμισμένες συσκευές τύπου πένας Kyinsu μπορούν να παρέχουν τις ακόλουθες δόσεις:
-
Η προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 0,43 ml χορηγεί 10–300 δοσολογικά βήματα με μία ένεση σε διαβαθμίσεις των 10 δοσολογικών βημάτων.
-
Η προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας του 1 ml χορηγεί από 10–350 δοσολογικά βήματα με μία ένεση σε διαβαθμίσεις των 10 δοσολογικών βημάτων.
-
Η προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 1,5 ml χορηγεί από 10–350 δοσολογικά βήματα με μία ένεση σε διαβαθμίσεις των 10 δοσολογικών βημάτων.
Για περισσότερες πληροφορίες πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Γενικά
Το Kyinsu δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 ή για τη θεραπεία της διαβητικής κετοξέωσης.
Δεν υπάρχει θεραπευτική εμπειρία σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας IV σύμφωνα με τα Κριτήρια της Καρδιολογικής Εταιρείας Νέας Υόρκης (NYHA).
Υπογλυκαιμία
Εάν η δόση του Kyinsu είναι υψηλότερη από την απαιτούμενη μπορεί να συμβεί υπογλυκαιμία (βλ. παραγράφους 4.5, 4.8 και 4.9).
Η παράλειψη κάποιου γεύματος ή η μη προγραμματισμένη, έντονη σωματική άσκηση μπορεί να οδηγήσουν σε υπογλυκαιμία.
Η σοβαρή υπογλυκαιμία μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια αισθήσεων ή/και σπασμούς και ενδέχεται να προκαλέσει παροδική ή μόνιμη βλάβη της εγκεφαλικής λειτουργίας ή ακόμη και θάνατο.
Τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας συνήθως εμφανίζονται ξαφνικά. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν κρύο ιδρώτα, κρύο και χλωμό δέρμα, κόπωση, νευρικότητα ή τρόμο, άγχος, ασυνήθη κόπωση ή αδυναμία, σύγχυση, δυσκολία συγκέντρωσης, υπνηλία, υπερβολική πείνα, αλλαγές στην όραση, κεφαλαλγία, ναυτία και αίσθημα παλμών.
Ασθενείς των οποίων ο έλεγχος της γλυκόζης του αίματος βελτιώνεται σημαντικά (π.χ. μέσω εντατικοποιημένης θεραπείας) ενδέχεται να εμφανίσουν μεταβολή των συνήθων προειδοποιητικών συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας και θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά. Τα συνήθη προειδοποιητικά συμπτώματα της υπογλυκαιμίας μπορεί να εξαφανιστούν σε ασθενείς με μακροχρόνιο διαβήτη.
Οι παράγοντες που αυξάνουν την ευαισθησία στην υπογλυκαιμία απαιτούν ιδιαίτερα στενή παρακολούθηση. Αυτοί περιλαμβάνουν αλλαγή στη σωματική δραστηριότητα, αλλαγή στη δίαιτα ή παράλειψη γευμάτων, κατανάλωση οινοπνευματωδών, συγχορηγούμενη θεραπεία με ορισμένα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.5), ασθένεια, βελτιωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη (π.χ.
με αντιμετώπιση των στρεσογόνων παραγόντων ή μεταβολή του βάρους), αλλαγή στην περιοχή της ένεσης και ορισμένες μη ρυθμιζόμενες ενδοκρινικές διαταραχές.
Η παρατεταμένη δράση των βασικών ινσουλινών μπορεί να καθυστερήσει την ανάνηψη από την υπογλυκαιμία. Κατά την εκδήλωση ενός υπογλυκαιμικού επεισοδίου, συνιστάται στον ασθενή να μετρά συχνά τη γλυκόζη του αίματος μέχρι την ανάνηψη.
Ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού συστήματος
Η χρήση αγωνιστών υποδοχέων GLP-1 όπως η σεμαγλουτίδη, ένα μονοσυστατικό του Kyinsu, μπορεί να σχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού (βλ. παράγραφο 4.8). Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη θεραπεία ασθενών με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, καθώς η ναυτία, ο έμετος και η διάρροια ενδέχεται να προκαλέσουν αφυδάτωση, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τον ενδεχόμενο κίνδυνο αφυδάτωσης, ο οποίος σχετίζεται με τις ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού συστήματος, και να λαμβάνουν προφυλάξεις για την αποφυγή της ελάττωσης των υγρών.
Εισρόφηση σε συνδυασμό με γενική αναισθησία ή βαθιά καταστολή
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις πνευμονικής εισρόφησης σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωνιστές υποδοχέων GLP-1 και υποβάλλονται σε γενική αναισθησία ή βαθιά καταστολή. Συνεπώς, πριν από την εκτέλεση επεμβάσεων με γενική αναισθησία ή βαθιά καταστολή, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος υπολειμματικού γαστρικού περιεχομένου λόγω καθυστερημένης γαστρικής κένωσης (βλ. παράγραφο 4.8).
Υπεργλυκαιμία
Η επίπτωση των υπεργλυκαιμικών συμβαμάτων ήταν αυξημένη με το Kyinsu σε σύγκριση με την ινσουλίνη glargine συνδυασμένη με ινσουλίνη aspart (4,1% έναντι 1,2%) και την ινσουλίνη icodec (4,2% έναντι 2,6%), αντίστοιχα. Για το Kyinsu, τα περισσότερα υπεργλυκαιμικά συμβάματα αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 εβδομάδων θεραπείας. Σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με υψηλότερες ημερήσιες δόσεις βασικής ινσουλίνης πριν από τη μελέτη
(≥ 40 U) και είχαν υψηλότερες αρχικές τιμές γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης A1c (HbA1c) (≥ 8,5%), η γλυκόζη πλάσματος νηστείας αυξήθηκε έως και 3 mmol/l εντός των πρώτων δύο εβδομάδων μετά την έναρξη του Kyinsu, και, μετά από αυτό το διάστημα, οι τιμές αυτές άρχισαν να μειώνονται, επιστρέφοντας στις αρχικές τιμές κατά την εβδομάδα 7-9 ενώ πέτυχαν τον γλυκαιμικό στόχο
(< 7,2 mmol/l) κατά την εβδομάδα 14-17. Κατά την έναρξη της θεραπείας, οι τιμές γλυκόζης αίματος του ασθενή θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Οι αρχικές αυξήσεις της γλυκόζης πλάσματος νηστείας θα υποχωρήσουν μετά από συνεχή τιτλοποίηση (βλ. παράγραφο 4.2).
Η ανεπαρκής δόση ή/και η διακοπή των αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται να οδηγήσει σε υπεργλυκαιμία και δυνητικώς σε διαβητική κετοξέωση. Επιπλέον, η συννοσηρότητα, ιδιαιτέρως οι λοιμώξεις, μπορεί να οδηγήσει σε υπεργλυκαιμία και συνεπώς να προκαλέσει αυξημένη ανάγκη για αντιδιαβητική θεραπεία.
Τα πρώτα συμπτώματα της υπεργλυκαιμίας αναπτύσσονται συνήθως σταδιακά, μέσα σε ώρες ή ημέρες. Αυτά περιλαμβάνουν δίψα, αυξημένη συχνότητα διούρησης, ναυτία, έμετο, υπνηλία, ερυθηματώδη ξηροδερμία, ξηροστομία, απώλεια όρεξης, καθώς και αναπνοή με οσμή ακετόνης. Η υπεργλυκαιμία που δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά μπορεί να οδηγήσει τελικά σε διαβητική κετοξέωση, η οποία είναι δυνητικά θανατηφόρος. Σε καταστάσεις σοβαρής υπεργλυκαιμίας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης ινσουλίνης ταχείας δράσης.
Οξεία παγκρεατίτιδα
Έχει παρατηρηθεί οξεία παγκρεατίτιδα κατά τη χρήση αγωνιστών υποδοχέων GLP-1, συμπεριλαμβανομένης της σεμαγλουτίδης (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της οξείας παγκρεατίτιδας. Εάν υπάρχει υποψία παγκρεατίτιδας,
το Kyinsu πρέπει να διακόπτεται. Εάν αυτή επιβεβαιωθεί, το Kyinsu δεν πρέπει να ξεκινήσει ξανά. Απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με ιστορικό παγκρεατίτιδας.
Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια
Σε ασθενείς με διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια υπό θεραπεία με ινσουλίνη και σεμαγλουτίδη, έχει παρατηρηθεί στο παρελθόν αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης επιπλοκών διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας. Συνεπώς, οι ασθενείς με ιατρικό ιστορικό διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνουν θεραπεία σύμφωνα με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες. Η ταχεία βελτίωση του ελέγχου της γλυκόζης έχει συσχετιστεί με προσωρινή επιδείνωση της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας (βλ. παράγραφο 4.8), όμως δεν μπορούν να αποκλειστούν άλλοι μηχανισμοί. Δεν υπάρχει εμπειρία με το Kyinsu σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη και δυνητικά ασταθή διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια ή ωχροπάθεια συνεπώς, το Kyinsu δε συνιστάται σε αυτούς τους ασθενείς.
Για άτομα χωρίς διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια κατά την έναρξη, βλ. παράγραφο 4.8. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Οι αλλεργικές αντιδράσεις άμεσου τύπου είτε στην ινσουλίνη icodec είτε στη σεμαγλουτίδη μπορεί δυνητικά να είναι απειλητικές για τη ζωή.
Στις κλινικές μελέτες με Kyinsu, έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Kyinsu (βλ. παράγραφο 4.8).
Λιποδυστροφία και δερματική αμυλοείδωση (αντιδράσεις στη θέση ένεσης)
Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες σχετικά με τη διαρκή εναλλαγή των θέσεων ένεσης για τον περιορισμό του κινδύνου ανάπτυξης λιποδυστροφίας και δερματικής αμυλοείδωσης (βλ. παράγραφο 4.8). Μετά τη χορήγηση ενέσεων ινσουλίνης σε σημεία που εμφανίζουν τις εν λόγω ανεπιθύμητες ενέργειες, υπάρχει δυνητικά κίνδυνος καθυστερημένης απορρόφησης της ινσουλίνης και επιδείνωσης του γλυκαιμικού ελέγχου. Σύμφωνα με αναφορές, η αιφνίδια αλλαγή του σημείου χορήγησης της ένεσης σε περιοχή που δεν έχει επηρεαστεί έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση υπογλυκαιμίας. Μετά την αλλαγή της θέσης ένεσης από περιοχή που έχει επηρεαστεί σε περιοχή που δεν έχει επηρεαστεί, συνιστάται παρακολούθηση της γλυκόζης αίματος, ενώ μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων.
Συνδυασμός πιογλιταζόνης και φαρμακευτικών προϊόντων ινσουλίνης
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας όταν η πιογλιταζόνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ινσουλίνη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με συνδυασμό πιογλιταζόνης και Kyinsu. Εάν χρησιμοποιηθεί ο εν λόγω συνδυασμός, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, αύξησης βάρους και οιδήματος. Η πιογλιταζόνη πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση επιδείνωσης των καρδιακών συμπτωμάτων.
Αποφυγή λανθασμένης χορήγησης φαρμάκων
Πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς ελέγχουν πάντα την επισήμανση στην προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας πριν από κάθε ένεση προκειμένου να αποφεύγεται η τυχαία ανάμειξη του Kyinsu με άλλα ενέσιμα φαρμακευτικά προϊόντα για τον διαβήτη.
Οι ασθενείς πρέπει να επιβεβαιώνουν οπτικά τα επιλεγμένα δοσολογικά βήματα στον μετρητή δόσης της προγεμισμένης συσκευής τύπου πένας. Σε ασθενείς που πάσχουν από τύφλωση ή έχουν προβλήματα όρασης θα πρέπει να δίνεται η οδηγία να αναζητούν πάντοτε βοήθεια από άλλο άτομο που έχει καλή όραση και είναι εκπαιδευμένο στη χρήση της προγεμισμένης συσκευής τύπου πένας.
Προκειμένου να αποφεύγονται σφάλματα στη δοσολογία και πιθανή υπερδοσολογία, οι ασθενείς και οι επαγγελματίες υγείας δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιούν σύριγγα για αναρρόφηση του φαρμακευτικού προϊόντος από το φυσίγγιο στην προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας.
Σε περίπτωση φραγμένων βελονών, οι ασθενείς πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες που περιγράφονται στις οδηγίες χρήσης στο τέλος του φύλλου οδηγιών χρήσης.
Μετάταξη από άλλη ενέσιμη θεραπεία για τον διαβήτη σε εβδομαδιαίως χορηγούμενο Kyinsu
Κατά τη διάρκεια της μετάταξης από άλλη ενέσιμη θεραπεία για τον διαβήτη, μπορεί να προκύψουν ιατρικά σφάλματα με τη μορφή π.χ. υπερδοσολογίας ή σφαλμάτων δοσολογίας. Αυτά τα σφάλματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπογλυκαιμία, υπεργλυκαιμία ή ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού συστήματος. Οι ασθενείς που μετατάσσονται από ημερησίως χορηγούμενη ή άλλη άπαξ εβδομαδιαίως χορηγούμενη ενέσιμη θεραπεία για τον διαβήτη πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να ελέγχουν ότι ενίουν τη σωστή συνταγογραφημένη δόση μία φορά εβδομαδιαίως. Στους ασθενείς που δεν είναι βέβαιοι για τη σωστή δόση πρέπει να δίνονται οδηγίες να συμβουλευτούν τον επαγγελματία υγείας τους για περαιτέρω καθοδήγηση.
Ανοσογονικότητα
Η χορήγηση του Kyinsu μπορεί να προκαλέσει τον σχηματισμό αντισωμάτων κατά της ινσουλίνης icodec ή/και της σεμαγλουτίδης. Σε σπάνιες περιπτώσεις, η παρουσία τέτοιων αντισωμάτων ενδέχεται να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης του Kyinsu, ώστε να διορθωθεί μια τάση για υπεργλυκαιμία ή υπογλυκαιμία (βλ. παραγράφους 5.1 και 5.2).
Περιεκτικότητα σε νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, δηλ. είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες για πιθανές αλληλεπιδράσεις του Kyinsu με φάρμακα, τρόφιμα ή οινοπνευματώδη. Οι αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν αναγνωριστεί με τη χρήση των μονοσυστατικών ινσουλίνη icodec και σεμαγλουτίδη παρουσιάζονται παρακάτω.
Ινσουλίνη icodec
Είναι γνωστό ότι ένας αριθμός φαρμακευτικών προϊόντων αλληλοεπιδρά με τον μεταβολισμό της γλυκόζης.
Ουσίες που ενδέχεται να μειώσουν την ανάγκη σε ινσουλίνη
Αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα, αγωνιστές υποδοχέων GLP-1, σουλφονυλουρία, αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (αναστολείς ΜΑΟ), β-αναστολείς, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ), σαλικυλικά, αναβολικά στεροειδή και σουλφοναμίδες.
Ουσίες που ενδέχεται να αυξήσουν την ανάγκη σε ινσουλίνη
Από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά, θειαζιδικά, γλυκοκορτικοειδή, θυρεοειδικές ορμόνες, συμπαθομιμητικά, αυξητική ορμόνη και δαναζόλη.
Η οκτρεοτίδη/λανρεοτίδη μπορεί είτε να αυξήσει είτε να μειώσει τις ανάγκες σε ινσουλίνη.
Τα οινοπνευματώδη ενδέχεται να ενισχύσουν ή να μειώσουν την υπογλυκαιμική δράση της ινσουλίνης.
Οι β-αναστολείς ενδέχεται να συγκαλύψουν τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας. Σεμαγλουτίδη
Η σεμαγλουτίδη μπορεί να καθυστερήσει τη γαστρική κένωση και θα μπορούσε δυνητικά να επηρεάσει την απορρόφηση των συγχορηγούμενων από του στόματος φαρμακευτικών προϊόντων. Η πιθανή επίδραση της σεμαγλουτίδης στην απορρόφηση των συγχορηγούμενων από του στόματος φαρμακευτικών προϊόντων μελετήθηκε για τη σεμαγλουτίδη 1 mg σε έκθεση σε σταθερή κατάσταση.
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με τη σεμαγλουτίδη βάσει των φαρμακευτικών προϊόντων που αξιολογήθηκαν (βαρφαρίνη και άλλα παράγωγα κουμαρίνης, παρακεταμόλη, από του στόματος αντισυλληπτικά, ατορβαστατίνη, διγοξίνη και μετφορμίνη). Συνεπώς, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, όταν αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα συγχορηγούνται με σεμαγλουτίδη.
-
Βαρφαρίνη και άλλα κουμαρινικά παράγωγα: Κατά την έναρξη της θεραπείας με σεμαγλουτίδη σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη ή άλλα κουμαρινικά παράγωγα, συνιστάται η συχνή παρακολούθηση του διεθνούς κανονικοποιημένου πηλίκου (INR). Η σεμαγλουτίδη δε μετέβαλε τη συνολική έκθεση ή τη Cmax της R- και της S-βαρφαρίνης μετά από εφάπαξ δόση βαρφαρίνης (25 mg) ενώ οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις της βαρφαρίνης όπως μετρήθηκαν με βάση το διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR) δεν επηρεάστηκαν με κλινικά σημαντικό τρόπο. Ωστόσο, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μειωμένου INR κατά την ταυτόχρονη χρήση ασενοκουμαρόλης και σεμαγλουτίδης.
-
Παρακεταμόλη: Η σεμαγλουτίδη καθυστερεί τον ρυθμό γαστρικής κένωσης, όπως εκτιμάται βάσει της φαρμακοκινητικής της παρακεταμόλης κατά τη διάρκεια μιας δοκιμής με χρήση τυποποιημένου γεύματος. Η AUC0-60min και η Cmax της παρακεταμόλης μειώθηκαν κατά 27% και 23%, αντίστοιχα, μετά από συγχορήγηση σεμαγλουτίδης 1 mg. Η συνολική έκθεση στην παρακεταμόλη (AUC0-5h) δεν επηρεάστηκε. Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση στην παρακεταμόλη με σεμαγλουτίδη. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της παρακεταμόλης όταν χορηγείται μαζί με σεμαγλουτίδη.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά: Η σεμαγλουτίδη δεν αναμένεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα των από του στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών, καθώς η σεμαγλουτίδη δε μετέβαλε σε κλινικά σημαντικό βαθμό τη συνολική έκθεση της αιθινυλοιστραδιόλης και της λεβονοργεστρέλης κατά τη συγχορήγηση ενός από του στόματος αντισυλληπτικού φαρμακευτικού προϊόντος συνδυασμού (0,03 mg
αιθινυλοιστραδιόλης/0,15 mg λεβονοργεστρέλης) με σεμαγλουτίδη. Η έκθεση της αιθινυλοιστραδιόλης δεν επηρεάστηκε. Παρατηρήθηκε αύξηση κατά 20% στην έκθεση της λεβονοργεστρέλης σε σταθερή κατάσταση. Η Cmax δεν επηρεάστηκε για καμία από αυτές τις ουσίες.
-
Ατορβαστατίνη: Η σεμαγλουτίδη δε μετέβαλε τη συνολική έκθεση της ατορβαστατίνης μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης ατορβαστατίνης (40 mg). Η Cmax της ατορβαστατίνης μειώθηκε κατά 38%. Η μείωση αυτή δε θεωρήθηκε κλινικά σημαντική.
-
Διγοξίνη: Η σεμαγλουτίδη δε μετέβαλε τη συνολική έκθεση ή τη Cmax της διγοξίνης μετά από εφάπαξ δόση διγοξίνης (0,5 mg).
-
Μετφορμίνη: Η σεμαγλουτίδη δε μετέβαλε τη συνολική έκθεση ή τη Cmax της μετφορμίνης μετά από χορήγηση 500 mg δύο φορές ημερησίως επί 3,5 ημέρες.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη γονιμότητα, την κύηση και τη γαλουχία για το Kyinsu.
Οι προειδοποιήσεις και οι προφυλάξεις που έχουν προσδιοριστεί για τα μονοσυστατικά παρουσιάζονται παρακάτω.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 2 μήνες μετά τη θεραπεία με το Kyinsu.
Κύηση
Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία με τη χρήση της ινσουλίνης icodec σε εγκύους. Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα με τη χρήση ινσουλίνης icodec δεν αποκάλυψαν οποιαδήποτε επίδραση όσον αφορά την εμβρυοτοξικότητα και την τερατογένεση.
Είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της σεμαγλουτίδης σε εγκύους. Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα με τη σεμαγλουτίδη κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Συνεπώς, λόγω των ευρημάτων σε ζώα για τη σεμαγλουτίδη και της περιορισμένης κλινικής εμπειρίας, το Kyinsu δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Εάν μια ασθενής επιθυμεί να μείνει έγκυος ή προκύψει κύηση, το Kyinsu πρέπει να διακοπεί.
Το Kyinsu πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 2 μήνες πριν από προγραμματισμένη κύηση λόγω του μεγάλου χρόνου ημίσειας ζωής (βλ. παράγραφο 5.2).
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η ινσουλίνη icodec απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε αρουραίους έδειξαν απέκκριση της ινσουλίνης icodec στο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Σε θηλάζοντες αρουραίους, η σεμαγλουτίδη απεκκρίθηκε στο μητρικό γάλα. Ο κίνδυνος στα θηλάζοντα βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Συνεπώς, λόγω του ευρήματος σε θηλάζοντες αρουραίους για τα μονοσυστατικά, το Kyinsu δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Η επίδραση της ινσουλίνης icodec στη γονιμότητα των ανθρώπων είναι άγνωστη. Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα με την ινσουλίνη icodec δεν έχουν αποκαλύψει ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα.
Η επίδραση της σεμαγλουτίδης στην ανθρώπινη γονιμότητα είναι άγνωστη. Η σεμαγλουτίδη δεν επηρέασε τη γονιμότητα σε αρσενικούς αρουραίους. Σε θηλυκούς αρουραίους, παρατηρήθηκε αύξηση στη διάρκεια του οίστρου και μικρή μείωση στον αριθμό των ωορρηξιών σε δόσεις που συσχετίστηκαν με απώλεια σωματικού βάρους της μητέρας (βλ. παράγραφο 5.3).
Το Kyinsu δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.
Η ικανότητα του ασθενή να συγκεντρωθεί και να αντιδράσει μπορεί να επηρεαστεί ως αποτέλεσμα υπογλυκαιμίας ή υπεργλυκαιμίας ή, για παράδειγμα, ως αποτέλεσμα διαταραχής της όρασης. Το γεγονός αυτό μπορεί να ενέχει κίνδυνο σε καταστάσεις όπου οι ικανότητες αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία (π.χ. οδήγηση αυτοκινήτου ή χειρισμός μηχανημάτων).
Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ώστε να λαμβάνουν προφυλάξεις προς αποφυγή της υπογλυκαιμίας κατά την οδήγηση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για όσους επιδεικνύουν μειωμένη ή καμία επίγνωση των προειδοποιητικών σημείων της υπογλυκαιμίας ή έχουν συχνά υπογλυκαιμικά επεισόδια. Θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο συνιστάται η οδήγηση σε αυτές τις συνθήκες.
Περίληψη προφίλ ασφάλειας
Συνολικά, το προφίλ ασφάλειας για την ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη συμφωνεί με το προφίλ ασφάλειας των μονοσυστατικών. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη είναι η υπογλυκαιμία και οι ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης 20,1% ναυτίας και 13,8% διάρροιας (βλ. παράγραφο «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών»).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Το πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης της ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης περιλάμβανε 1.325 ασθενείς υπό θεραπεία με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη από κλινικές μελέτες φάσης 3α, διάρκειας
52 εβδομάδων έκαστη.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη και ελήφθησαν από κλινικές μελέτες παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κωδικοποιούνται σύμφωνα με τους προτιμώμενους όρους (PT) με βάση την κατηγορία/οργανικό σύστημα (SOC) MedDRA και παρουσιάζονται ανά συχνότητα με βάση τις κλινικές μελέτες φάσης 3α. Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών εκφράζεται σύμφωνα με τις ακόλουθες κατηγορίες: Πολύ συχνές
(≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως
< 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορία συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται σε σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες| Κατηγορία/ορ γανικό σύστημαMedDRA | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Μη γνωστής συχνότητας |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικο ύ συστήματος | Υπερευαισθησία1 | Αναφυλακτικ ή αντίδραση7 | |||
| Μεταβολικές και διατροφικέςδιαταραχές | Υπογλυκαιμία | Μειωμένη όρεξη | |||
| Διαταραχές του νευρικούσυστήματος | Κεφαλαλγία Ζάλη | Δυσγευσία | |||
| Διαταραχές του οφθαλμού | Επιπλοκές διαβητικήςαμφιβληστροειδο πάθειας2 |
| Κατηγορία/ορ γανικό σύστημαMedDRA | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Μη γνωστής συχνότητας |
| Καρδιακές διαταραχές | Αυξημένοςκαρδιακός ρυθμός3 | ||||
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Ναυτία Διάρροια | Έμετος Κοιλιακός πόνος4 Κοιλιακή διάταση Δυσκοιλιότητα Δυσπεψία Γαστρίτιδα Γαστροοισοφαγι κή παλινδρόμηση (ΓΟΠ)Ερυγή Τυμπανισμός | Οξεία παγκρεατίτιδ α Καθυστερημέ νη γαστρική κένωση7 | Εντερική απόφραξη8 | |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Χολολιθίαση | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριουιστού | Λιποδυστροφί αΔερματική αμυλοείδωση | Αγγειοοίδημα8 | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσειςστη θέση χορήγησης | Κόπωση | Αντίδραση στη θέση ένεσης5Περιφερικό οίδημα6 | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αυξημένη λιπάση7 Αυξημένηαμυλάση7 |
1Ομαδοποιημένος όρος που καλύπτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως εξάνθημα.
2Ομαδοποιημένος όρος που καλύπτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια.
3Ομαδοποιημένος όρος που καλύπτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με αυξημένο καρδιακό ρυθμό.
4Ομαδοποιημένος όρος που καλύπτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με κοιλιακό πόνο. 5Ομαδοποιημένος όρος που καλύπτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με αντιδράσεις στη θέση ένεσης.
6Ομαδοποιημένος όρος που καλύπτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με περιφερικό οίδημα. 7Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε μελέτες φάσης 3α με μονοθεραπεία με υποδορίως χορηγούμενη σεμαγλουτίδη.
8Από αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την κυκλοφορία στην αγορά μονοθεραπείας με υποδορίως χορηγούμενη σεμαγλουτίδη.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Υπογλυκαιμία
Σε κλινικές μελέτες φάσης 3α με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη, ως σοβαρή υπογλυκαιμία ορίστηκε η υπογλυκαιμία που σχετίζεται με σοβαρή γνωστική δυσλειτουργία που απαιτεί εξωτερική βοήθεια για την ανάνηψη και ως κλινικά σημαντική υπογλυκαιμία ορίστηκε η τιμή γλυκόζης πλάσματος κάτω από 54 mg/dl (3,0 mmol/l).
Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με βασική ινσουλίνη, το ποσοστό ασθενών που ανέφεραν σοβαρά ή κλινικά σημαντικά υπογλυκαιμικά επεισόδια ήταν 7,1% έναντι 20,8% (ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη έναντι ινσουλίνης icodec) και 10,0% έναντι 58,5% (ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη έναντι σχήματος βασικής-γευματικής ινσουλίνης). Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αγωνιστές υποδοχέων GLP-1, το ποσοστό ασθενών που ανέφεραν σοβαρά ή κλινικά σημαντικά υπογλυκαιμικά επεισόδια ήταν 3,5% έναντι 3,8% (ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη έναντι υποδορίως χορηγούμενης σεμαγλουτίδης).
Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που είχαν λάβει προηγoυμένως θεραπεία με βασική ινσουλίνη, η εκτιμώμενη αναλογία σοβαρών ή κλινικά σημαντικών υπογλυκαιμικών επεισοδίων ανά ασθενοέτος έκθεσης (PYE) ήταν 0,153 έναντι 0,68 (ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη έναντι ινσουλίνης icodec) και 0,257 έναντι 2,18 (ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη έναντι σχήματος βασικής-γευματικής ινσουλίνης). Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αγωνιστές υποδοχέων GLP-1, η εκτιμώμενη αναλογία σοβαρών ή κλινικά σημαντικών υπογλυκαιμικών επεισοδίων ανά PYE ήταν 0,04 έναντι 0,033 (ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη έναντι υποδορίως χορηγούμενης σεμαγλουτίδης).
Ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού συστήματος
Σε κλινικές μελέτες φάσης 3α, εμφανίστηκε ναυτία σε ποσοστό 20,1%, διάρροια στο 13,8%, έμετος στο 9,1% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη.
Σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αγωνιστές υποδοχέων GLP-1, το ποσοστό των ασθενών που ανέφεραν ναυτία ήταν 11,7% με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη σε σύγκριση με 11,5% με υποδορίως χορηγούμενη σεμαγλουτίδη, για τη διάρροια ήταν 11,1% έναντι 12,4% και για τον έμετο ήταν 5,3% έναντι 6,5%, αντίστοιχα. Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με βασική ινσουλίνη, το ποσοστό των ασθενών που ανέφεραν ναυτία ήταν 23,8% με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη σε σύγκριση με 3,9% με την ινσουλίνη icodec, για τη διάρροια ήταν 15,8% έναντι 7,3% και για τον έμετο ήταν 10,6% έναντι 2,6%, αντίστοιχα. Το ποσοστό των ασθενών που ανέφεραν ναυτία ήταν 21,8% με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη σε σύγκριση με 2,4% με σχήμα βασικής-γευματικής ινσουλίνης, για τη διάρροια ήταν 12,6% έναντι 5,5% και για τον έμετο ήταν 10,0% έναντι 2,7%, αντίστοιχα.
Τα περισσότερα συμβάματα ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας με διάμεση διάρκεια 2-4 ημέρες και η αναφορά των συμβαμάτων μειωνόταν με τον χρόνο. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας στο 2,5%, σε παροδικές διακοπές στο 1,7% και σε μείωση δόσης στο 4,2% των ασθενών.
Επιπλοκές διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας
Μια κλινική μελέτη διάρκειας 2 ετών με υποδορίως χορηγούμενη σεμαγλουτίδη διερεύνησε 3.297 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, που διέτρεχαν υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο, με μακρά διάρκεια διαβήτη και ανεπαρκώς ελεγχόμενη γλυκόζη αίματος. Στη μελέτη αυτή, τα επιβεβαιωμένα συμβάματα επιπλοκών διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας εμφανίστηκαν σε περισσότερους ασθενείς που λάμβαναν υποδόρια σεμαγλουτίδη (3,0%) σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο (1,8%). Αυτό παρατηρήθηκε σε ασθενείς με γνωστή διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια που λάμβαναν ινσουλίνη. Η διαφορά θεραπείας εμφανίστηκε νωρίς και παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης.
Στις κλινικές μελέτες φάσης 3α με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη, με διάρκεια θεραπείας
52 εβδομάδων που περιλάμβαναν 2.637 ασθενείς με μακροχρόνιο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια στο 9,3% των συμμετεχόντων που έλαβαν θεραπεία με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη και στο 8,1% των συμμετεχόντων που έλαβαν θεραπεία με φάρμακα σύγκρισης. Σε συμμετέχοντες χωρίς διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια κατά την έναρξη, παρατηρήθηκαν κατά την εβδομάδα 52 συμβάματα διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας σε ποσοστό 5,2% στην ομάδα ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης και σε ποσοστό 3,8% στην ομάδα σύγκρισης. Τα περισσότερα από τα συμβάματα ήταν ήπιας ή
μέτριας βαρύτητας χωρίς σημεία/συμπτώματα και ανιχνεύτηκαν στην οφθαλμολογική εξέταση στο τέλος της μελέτης.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Η λιποδυστροφία (συμπεριλαμβανομένης λιποϋπερτροφίας, λιποατροφίας) και η δερματική αμυλοείδωση ενδέχεται να εμφανιστούν στο σημείο της ένεσης και να καθυστερήσουν την τοπική απορρόφηση της ινσουλίνης. Η διαρκής εναλλαγή της θέσης ένεσης σε μια συγκεκριμένη περιοχή ένεσης ενδέχεται να συμβάλλει στη μείωση ή πρόληψη των εν λόγω αντιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.4.).
Αυξημένος καρδιακός ρυθμός
Έχει παρατηρηθεί αυξημένος καρδιακός ρυθμός με αγωνιστές υποδοχέων GLP-1. Στον πληθυσμό πρωτοθεραπευόμενων με σεμαγλουτίδη σε δύο από τις μελέτες φάσης 3α, οι εκτιμώμενες μέσες μεταβολές στον καρδιακό παλμό με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη ήταν 1,59 bpm έναντι -0,12 bpm (ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη έναντι ινσουλίνης icodec) αντίστοιχα και 1,11 bpm έναντι 0,67 bpm (ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη έναντι σχήματος βασικής-γευματικής ινσουλίνης). Η μελέτη φάσης 3α που συνέκρινε την ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη με τη σεμαγλουτίδη έδειξε μια εκτιμώμενη μέση μεταβολή στον καρδιακό παλμό -1,11 bpm για την ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη και -
0,40 bpm για τη σεμαγλουτίδη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Εάν ένας ασθενής λάβει μεγαλύτερη δόση Kyinsu από την απαιτούμενη ενδέχεται να εκδηλωθεί υπογλυκαιμία και ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού συστήματος.
Η υπογλυκαιμία μπορεί να εκδηλωθεί σε διαδοχικά στάδια:
-
Τα ήπια υπογλυκαιμικά επεισόδια μπορούν να αντιμετωπιστούν με χορήγηση γλυκόζης από το στόμα ή άλλων προϊόντων που περιέχουν ζάχαρη. Συνεπώς, συνιστάται ο ασθενής να έχει πάντα μαζί του προϊόντα που περιέχουν ζάχαρη.
-
Τα σοβαρά υπογλυκαιμικά επεισόδια, κατά τα οποία ο ασθενής δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάστασή του μόνος/η του/ης, μπορούν να αντιμετωπιστούν με γλυκαγόνη χορηγούμενη ενδομυϊκώς, υποδορίως ή ενδοκρινικώς από ένα εκπαιδευμένο άτομο ή με γλυκόζη χορηγούμενη ενδοφλεβίως από επαγγελματία υγείας. Εάν ο ασθενής δεν ανταποκριθεί στη χορήγηση γλυκαγόνης εντός 10 έως 15 λεπτών, πρέπει να του χορηγηθεί γλυκόζη ενδοφλεβίως. Με την ανάκτηση των αισθήσεων, συνιστάται η χορήγηση στον ασθενή υδατανθράκων από το στόμα, ώστε να προληφθεί τυχόν υποτροπή.
Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών του γαστρεντερικού συστήματος, θα πρέπει να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία σύμφωνα με τα κλινικά σημεία και συμπτώματα του ασθενή. Μπορεί να απαιτείται παρατεταμένη περίοδος παρατήρησης και θεραπείας για τα συμπτώματα του γαστρεντερικού συστήματος, δεδομένου του μεγάλου χρόνου ημίσειας ζωής της σεμαγλουτίδης που είναι περίπου 1 εβδομάδα.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - KYINSU 00U+2MG
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στον σακχαρώδη διαβήτη, ινσουλίνες και ανάλογα, ενέσιμα, μακράς διάρκειας,
Κωδικός ATC: A10AE57 Μηχανισμός δράσης
Η ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη συνδυάζει δύο δραστικές ουσίες με συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου: την ινσουλίνη icodec, ένα ανάλογο βασικής ινσουλίνης, και τη σεμαγλουτίδη, έναν αγωνιστή υποδοχέων GLP-1.
Ινσουλίνη icodec
Η αργή και σταθερή δράση μείωσης της γλυκόζης από την ινσουλίνη icodec οφείλεται στη δέσμευση στη λευκωματίνη, καθώς και στη μειωμένη δέσμευση στον υποδοχέα ινσουλίνης και τη μειωμένη κάθαρση. Ο παρατεταμένος χρόνος ημίσειας ζωής της ινσουλίνης icodec αποτυπώνεται σε μια δεξαμενή ινσουλίνης icodec στην κυκλοφορία και στο διάμεσο διαμέρισμα, από την οποία η ινσουλίνη icodec απελευθερώνεται αργά και συνεχόμενα, και δεσμεύεται ειδικά στον υποδοχέα ινσουλίνης. Όταν η ινσουλίνη icodec δεσμεύεται στον υποδοχέα ανθρώπινης ινσουλίνης, προκαλεί την ίδια φαρμακολογική δράση με την ανθρώπινη ινσουλίνη.
Η κύρια δράση της ινσουλίνης, συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης icodec, είναι η ρύθμιση του μεταβολισμού της γλυκόζης. Η ινσουλίνη και τα ανάλογά της μειώνουν τη γλυκόζη στο αίμα ενεργοποιώντας συγκεκριμένους υποδοχείς ινσουλίνης ώστε να διεγείρουν την περιφερική πρόσληψη γλυκόζης, ειδικά από τους σκελετικούς μύες και το λίπος, και επίσης να αναστείλουν την ηπατική παραγωγή γλυκόζης. Η ινσουλίνη αναστέλλει επίσης τη λιπόλυση και την πρωτεόλυση και ενισχύει την πρωτεϊνοσύνθεση.
Σεμαγλουτίδη
Η σεμαγλουτίδη είναι ένα ανάλογο GLP-1 με ομοιότητα αλληλουχίας κατά 94% με το ανθρώπινο GLP-1. Η σεμαγλουτίδη δρα ως αγωνιστής υποδοχέων GLP-1 που δεσμεύεται εκλεκτικά στον υποδοχέα GLP-1, στόχο του ενδογενούς GLP-1, και τον ενεργοποιεί.
Το GLP-1 είναι μια φυσιολογική ορμόνη με πολλαπλές δράσεις στη ρύθμιση της γλυκόζης και της όρεξης καθώς και στο καρδιαγγειακό σύστημα. Οι επιδράσεις στη γλυκόζη και την όρεξη διαμεσολαβούνται ειδικά από υποδοχείς του GLP-1 στο πάγκρεας και τον εγκέφαλο.
Η σεμαγλουτίδη μειώνει τη γλυκόζη στο αίμα με τρόπο γλυκοζοεξαρτώμενο, διεγείροντας την έκκριση ινσουλίνης και μειώνοντας την έκκριση γλυκαγόνης όταν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα είναι υψηλά. Στον μηχανισμό μείωσης των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα εμπλέκεται επίσης μία μικρή καθυστέρηση της γαστρικής κένωσης κατά την πρώιμη μεταγευματική φάση. Κατά την υπογλυκαιμία, η σεμαγλουτίδη μειώνει την έκκριση ινσουλίνης και δεν επηρεάζει την έκκριση γλυκαγόνης.
Η σεμαγλουτίδη μειώνει το σωματικό βάρος και τη λιπώδη μάζα του σώματος μέσω της μειωμένης πρόσληψης ενέργειας, που σχετίζεται με γενική μείωση της όρεξης. Επιπλέον, η σεμαγλουτίδη μειώνει την προτίμηση για τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά.
Οι υποδοχείς GLP-1 εκφράζονται επίσης στην καρδιά, τα αγγεία, το ανοσοποιητικό σύστημα και τους νεφρούς. Ο μηχανισμός δράσης της σεμαγλουτίδης είναι πιθανώς πολυπαραγοντικός. Οι έμμεσες επιδράσεις υποδεικνύονται από την ευεργετική επίδραση της σεμαγλουτίδης στα λιπίδια του πλάσματος, τη μειωμένη συστολική αρτηριακή πίεση και τη μειωμένη φλεγμονή σε κλινικές μελέτες, αλλά είναι πιθανό να εμπλέκονται και άμεσες επιδράσεις. Σε μελέτες σε ζώα, η σεμαγλουτίδη
μετριάζει την ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης προλαμβάνοντας την εξέλιξη της αορτικής πλάκας και μειώνοντας τη φλεγμονή στην πλάκα.
Κλινικά δεδομένα έδειξαν ότι η σεμαγλουτίδη μείωσε τη λευκωματουρία σε ασθενείς με νεφροπάθεια. Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη
Η επίδραση του συνδυασμού ινσουλίνης icodec και σεμαγλουτίδης στη φαρμακοδυναμική της ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης δεν έχει μελετηθεί σε κάποια κλινική φαρμακολογική μελέτη.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης αξιολογήθηκαν σε τρεις πολυεθνικές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με δραστικό φάρμακο, παράλληλων ομάδων κλινικές μελέτες φάσης 3. Στις τρεις κλινικές μελέτες (COMBINE 1-3), ο πρωτεύων στόχος ήταν η αξιολόγηση του γλυκαιμικού ελέγχου που μετρήθηκε από τη μεταβολή της HbA1c από την έναρξη έως την εβδομάδα 52. Αυτές οι μελέτες διεξήχθησαν με διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, οι οποίοι ορίστηκαν με βάση την προηγούμενη αντιδιαβητική θεραπεία τους. Οι θεραπείες σύγκρισης αποτελούνταν από ινσουλίνη icodec χορηγούμενη μία φορά εβδομαδιαίως (COMBINE 1), υποδορίως χορηγούμενη σεμαγλουτίδη 1 mg (COMBINE 2) και ένα σχήμα βασικής-γευματικής ινσουλίνης που αποτελείται από ινσουλίνη glargine 100 μονάδες/ml και ινσουλίνη aspart (COMBINE 3).
Σε όλες τις κλινικές μελέτες φάσης 3α, η δόση έναρξης της ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης ήταν
40 δοσολογικά βήματα (αντιστοιχούν σε 40 μονάδες ινσουλίνης icodec και 0,114 mg σεμαγλουτίδης), ενώ γινόταν τιτλοποίηση των δόσεων μία φορά εβδομαδιαίως με +/- 10 δοσολογικά βήματα ακολουθώντας ένα σχήμα τιτλοποίησης (βλ. Πίνακα 2).
Πίνακας 2: Σχήμα τιτλοποίησης της ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης στις COMBINE 1-3| Γλυκόζη πλάσματος νηστείας | Προσαρμογή δόσης | ||
| Τιμή προς χρήση | mmol/l | mg/dl | Δοσολογικά βήματα |
| Η χαμηλότερη από τις τιμές γλυκόζηςπλάσματος νηστείας | < 4,4 | < 80 | -10 |
| Μέση τιμή γλυκόζης πλάσματος νηστείας | 4,4-7,2 | 80-130 | 0 |
| > 7,2 | > 130 | +10 | |
Στις κλινικές μελέτες φάσης 3, η προσαρμογή της δόσης βασίστηκε στη μέση τιμή τριών τιμών αυτοπαρακολούθησης γλυκόζης πλάσματος (SMPG) πριν από το πρωινό γεύμα που μετρήθηκαν την ημέρα της τιτλοποίησης και τις δύο προηγούμενες ημέρες.
Οι κλινικές μελέτες φάσης 3 με ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 επέτρεψαν τη διατήρηση της τρέχουσας αντιδιαβητικής θεραπείας χωρίς ινσουλίνη στο ίδιο επίπεδο δόσης, με εξαίρεση τις γλινίδες, τις σουλφονυλουρίες και τους αναστολείς DPP-4, τα οποία διακόπηκαν.
Μετάταξη από βασική ινσουλίνη: ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη σε σύγκριση με μία φορά εβδομαδιαίως χοτηγούμενη βασική ινσουλίνη icodec (Μελέτη 4591- COMBINE 1)
Διεξήχθη μια τυχαιοποιημένη, ανοικτής επισήμανσης κλινική μελέτη διάρκειας 52 εβδομάδων με ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ανεπαρκώς ελεγχόμενο με βασική ινσουλίνη, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη ή ινσουλίνη icodec, όλοι με (93,6%) ή χωρίς (6,4%) από του στόματος χορηγούμενα αντιδιαβητικά. Κατά την έναρξη, οι ασθενείς είχαν μέση διάρκεια διαβήτη 15,34 έτη, μέση HbA1c 8,22% και μέσο BMI 29,90 kg/m2.
Τα βασικά αποτελέσματα της μελέτης εμφανίζονται στο Σχήμα 1 και στον Πίνακα 3.
Χρόνος από την τυχαιοποίηση (εβδομάδες)
Ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη
Ινσουλίνη icodec
Χρόνος από την τυχαιοποίηση (εβδομάδες)
Ινσουλίνη
icodec/σεμαγλουτίδη Ινσουλίνη icodec
Σωματικό βάρος (lb)
HbA1c στο αίμα (mmol/mol)
Σωματικό βάρος (kg)
HbA1c στο αίμα (%)
Μέση τιμή (σύμβολο) ± τυπικό σφάλμα ως προς τη μέση τιμή (ράβδοι σφάλματος).
Σχήμα 1 Μέση μεταβολή της HbA1c ανά εβδομάδα θεραπείας (επάνω) και του σωματικού βάρους ανά εβδομάδα θεραπείας (κάτω) – COMBINE 1
Πίνακας 3 Αποτελέσματα από κλινική μελέτη ανοικτής επισήμανσης (διάρκειας 52 εβδομάδων) που συνέκρινε τη χορηγούμενη μία φορά εβδομαδιαίως ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη με τη χορηγούμενη μία φορά εβδομαδιαίως ινσουλίνη icodec σε συμμετέχοντες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, ανεπαρκώς ελεγχόμενους με ημερησίως χορηγούμενη βασική ινσουλίνη – COMBINE 1| Ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη | Ινσουλίνη icodec | |
| N (Σύνολο Πλήρους Ανάλυσης) | 646 | 645 |
| HbA1c (%) | ||
| Αρχική τιμή (μέση) | 8,22 | 8,22 |
| Τέλος μελέτης* | 6,67 | 7,33 |
| Μεταβολή από την έναρξη κατά την εβδομάδα 52* | -1,55 | -0,89 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | -0,66 [-0,76, -0,57]α | |
| Ασθενείς (%) με επίτευξη στόχων HbA1c | ||
| < 7% χωρίς υπογλυκαιμία επιπέδου 2 ή 3 και χωρίς αύξηση σωματικού βάρους | 55,7 | 10,2 |
| Ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη | Ινσουλίνη icodec | |
| Εκτιμώμενος λόγος πιθανοτήτων [95% CI] | 11,1 [8,22, 15,1]β | |
| Γλυκόζη πλάσματος νηστείας (FPG) (mmol/l) | ||
| Τέλος μελέτης* | 6,92 | 7,06 |
| Μεταβολή από την έναρξη κατά την εβδομάδα 52* | -1,68 | -1,54 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | -0,14 [-0,38, 0,10]β | |
| Χρόνος εντός εύρους 3,9-10,0 mmol/l (70-180 mg/dl) (%) | ||
| Εβδομάδες 48-52* | 73,3 | 61,8 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | 11,5 [9,35, 13,7]β,γ | |
| Σωματικό βάρος (kg) | ||
| Αρχική τιμή (μέση) | 83,67 | 85,26 |
| Μεταβολή από την έναρξη κατά την εβδομάδα 52* | -3,70 | 1,89 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | -5,59 [-6,14, -5,04]α | |
| Ποσοστά υπογλυκαιμικών επεισοδίων ανά PYE* | ||
| Επίπεδο 2 ή επίπεδο 3 (% ασθενών*) | 7,1 | 20,8 |
| Ποσοστό υπογλυκαιμίας | 0,153 | 0,68 |
| Εκτιμώμενος λόγος ποσοστών [95% CI] | 0,22 [0,14, 0,36]α | |
| Εβδομαδιαία δόση βασικής ινσουλίνης (U) | ||
| Εβδομάδα 50-52 (μέση τιμή)* | 182 | 355 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | -172 [-190, -155]β | |
PYE = ασθενοέτη έκθεσης
*Μέση τιμή ελαχίστων τετραγώνων (LS)
α Ελέγχθηκε για πολλαπλότητα.
β Δεν ελέγχθηκε για πολλαπλότητα.
γ Το 11,5% αντιστοιχεί σε περίπου 166 λεπτά περισσότερα εντός εύρους ανά ημέρα.
Μετάταξη από αγωνιστή υποδοχέων GLP-1: ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη σε σύγκριση με αγωνιστή υποδοχέων GLP-1 (Μελέτη 4592-COMBINE 2)
Σε μια τυχαιοποιημένη, ανοικτής επισήμανσης κλινική μελέτη διάρκειας 52 εβδομάδων, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης συγκρίθηκε με χορηγούμενη μία φορά εβδομαδιαίως σεμαγλουτίδη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, οι οποίοι είχαν ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο με αγωνιστή υποδοχέων GLP-1. Η μελέτη αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και των δύο θεραπειών με (95,6%) ή χωρίς (4,4%) από του στόματος αντιδιαβητικά. Κατά την έναρξη, οι ασθενείς είχαν μέση διάρκεια διαβήτη 12,64 έτη, μέση
HbA1c 8,0% και μέσο BMI 31,11 kg/m2.
Χρόνος από την τυχαιοποίηση (εβδομάδες)
Ινσουλίνη
icodec/σεμαγλουτίδη
Σεμαγλουτίδη 1,0 mg
Χρόνος από την τυχαιοποίηση (εβδομάδες)
Ινσουλίνη
icodec/σεμαγλουτίδη
Σεμαγλουτίδη 1,0 mg
HbA1c στο αίμα (mmol/mol)
Σωματικό βάρος (lb)
Σωματικό βάρος (kg)
HbA1c στο αίμα (%)
Μέση τιμή (σύμβολο) ± τυπικό σφάλμα ως προς τη μέση τιμή (ράβδοι σφάλματος).
Σχήμα 2 Μέση μεταβολή της HbA1c ανά εβδομάδα θεραπείας (επάνω) και του σωματικού βάρους ανά εβδομάδα θεραπείας (κάτω) – COMBINE 2
Πίνακας 4 Αποτελέσματα από μια κλινική μελέτη ανοικτής επισήμανσης (διάρκειας 52 εβδομάδων) που συνέκρινε τη χορηγούμενη μία φορά εβδομαδιαίως ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη με την χορηγούμενη μία φορά εβδομαδιαίως σεμαγλουτίδη σε συμμετέχοντες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, ανεπαρκώς ελεγχόμενους με αγωνιστή υποδοχέων GLP-1 – COMBINE 2| Ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη | Σεμαγλουτίδη 1 mg | |
| N (Σύνολο Πλήρους Ανάλυσης) | 342 | 341 |
| HbA1c (%) | ||
| Αρχική τιμή (μέση) | 8,07 | 7,93 |
| Τέλος μελέτης* | 6,65 | 7,10 |
| Μεταβολή από την έναρξη κατά την εβδομάδα 52* | -1,35 | -0,90 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | -0,44 [-0,56, -0,33]α | |
| Ασθενείς (%) με επίτευξη στόχων HbA1c | ||
| Ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη | Σεμαγλουτίδη 1 mg | |
| < 7% χωρίς υπογλυκαιμία επιπέδου 2 ή 3 και χωρίς αύξηση σωματικού βάρους την εβδομάδα 52* | 30,2 | 40,5 |
| Εκτιμώμενος λόγος πιθανοτήτων [95% CI] | 0,64 [0,46, 0,88]β | |
| Γλυκόζη πλάσματος νηστείας (FPG) (mmol/l) | ||
| Τέλος μελέτης* | 6,98 | 8,05 |
| Μεταβολή από την έναρξη* | -2,48 | -1,41 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | -1,07 [-1,37, -0,76]β | |
| Σωματικό βάρος (kg) | ||
| Αρχική τιμή (μέση) | 87,58 | 90,82 |
| Μεταβολή από την έναρξη κατά την εβδομάδα 52* | 0,84 | -3,70 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | 4,54 [3,84, 5,23]β | |
| Ποσοστά υπογλυκαιμικών επεισοδίων ανά PYE* | ||
| Επιπέδου 2 ή επιπέδου 3 (% ασθενών*) | 3,5 | 3,8 |
| Ποσοστό υπογλυκαιμίας | 0,0399 | 0,0334 |
| Εκτιμώμενος λόγος ποσοστών [95% CI] | 1,20 [0,53, 2,69]β | |
PYE = ασθενοέτη έκθεσης
* Μέση τιμή ελαχίστων τετραγώνων (LS)
α Ελέγχθηκε για πολλαπλότητα.
β Δεν ελέγχθηκε για πολλαπλότητα.
Μετάταξη από σχήμα ινσουλίνης που περιλαμβάνει βασική ινσουλίνη: ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη σε σύγκριση με σχήμα βασικής-γευματικής ινσουλίνης (Μελέτη 4593- COMBINE 3)
Διεξήχθη μια τυχαιοποιημένη, ανοικτής επισήμανσης κλινική μελέτη διάρκειας 52 εβδομάδων με ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, ανεπαρκώς ελεγχόμενους με βασική ινσουλίνη, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη ή σχήμα βασικής-γευματικής ινσουλίνης, όλοι με (95,3%) ή χωρίς (4,7%) από του στόματος αντιδιαβητικά. Το σχήμα βασικής-γευματικής ινσουλίνης περιλάμβανε ημερησίως χορηγούμενη βασική ινσουλίνη (ινσουλίνη glargine 100 μονάδες/ml) σε συνδυασμό με γευματική ινσουλίνη (ινσουλίνη aspart). Κατά την έναρξη, οι ασθενείς είχαν μέση διάρκεια διαβήτη 14,42 έτη, μέση HbA1c 8,30% και μέσο ΒΜΙ 30,39 kg/m2.
Τα βασικά αποτελέσματα της μελέτης εμφανίζονται στο Σχήμα 3 και στον Πίνακα 5.
Χρόνος από την τυχαιοποίηση (εβδομάδες)
Ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη
Glargine + aspart
Χρόνος από την τυχαιοποίηση (εβδομάδες)
Ινσουλίνη
icodec/σεμαγλουτίδη Glargine + aspart
Σωματικό βάρος (lb)
HbA1c στο αίμα (mmol/mol)
HbA1c στο αίμα (%)
Σωματικό βάρος (kg)
Μέση τιμή (σύμβολο) ± τυπικό σφάλμα ως προς τη μέση τιμή (ράβδοι σφάλματος).
Σχήμα 3 Μέση μεταβολή της HbA1c ανά εβδομάδα θεραπείας (επάνω) και του σωματικού βάρους ανά εβδομάδα θεραπείας (κάτω) – COMBINE 3
Πίνακας 5 Αποτελέσματα από μια κλινική μελέτη ανοικτής επισήμανσης (διάρκειας 52 εβδομάδων) που συνέκρινε τη χορηγούμενη μια φορά εβδομαδιαίως ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη με την ημερησίως χορηγούμενη ινσουλίνη glargine σε συνδυασμό με ινσουλίνη aspart σε συμμετέχοντες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, ανεπαρκώς ελεγχόμενους με ημερησίως χορηγούμενη βασική ινσουλίνη – COMBINE 3| Ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη | Σχήμα βασικής-γευματικής ινσουλίνης | |
| N (Σύνολο Πλήρους Ανάλυσης) | 340 | 339 |
| HbA1c (%) | ||
| Αρχική τιμή (μέση) | 8,30 | 8,29 |
| Τέλος μελέτης* | 6,83 | 6,89 |
| Μεταβολή από την έναρξη κατά την εβδομάδα 52* | -1,47 | -1,40 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | -0,06 [-0,22, 0,09]α | |
| Ασθενείς (%) με επίτευξη στόχων HbA1c | ||
| Ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη | Σχήμα βασικής-γευματικής ινσουλίνης | |
| < 7% χωρίς υπογλυκαιμία επιπέδου 2 ή 3 και χωρίς αύξηση σωματικού βάρους* | 50,1 | 5,95 |
| Εκτιμώμενος λόγος πιθανοτήτων [95% CI] | 15,9 [9,75, 25,8]γ | |
| Γλυκόζη πλάσματος νηστείας (FPG) (mmol/l) | ||
| Τέλος μελέτης* | 7,12 | 7,10 |
| Μεταβολή από την έναρξη κατά την εβδομάδα 52* | -1,56 | -1,58 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | -0,02 [-0,34, 0,38]γ | |
| Χρόνος εντός εύρους 3,9-10,0 mmol/l (70-180 mg/dl) (%) | ||
| Εβδομάδες 48-52* | 68,6 | 66,4 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | 2,21 [-0,86, 5,27]γ,δ | |
| Σωματικό βάρος (kg) | ||
| Αρχική τιμή (μέση) | 85,32 | 86,22 |
| Μεταβολή από την έναρξη κατά την εβδομάδα 52* | -3,56 | 3,16 |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | -6,72 [-7,58, -5,86]β | |
| Ποσοστά υπογλυκαιμικών επεισοδίων ανά PYE* | ||
| Eπίπεδο 2 ή επίπεδο 3 (% ασθενών*) | 10,0 | 58,5 |
| Ποσοστό υπογλυκαιμίας | 0,257 | 2,18 |
| Εκτιμώμενος λόγος ποσοστών [95% CI] | 0,12 [0,08, 0,17]β | |
| Εβδομαδιαία δόση ινσουλίνης (συνολική) (U) | ||
| Εβδομάδα 50-52 (μέση τιμή)* | 196 | 466ε |
| Εκτιμώμενη διαφορά [95% CI] | -270 [-303, -236]β | |
PYE = ασθενοέτη έκθεσης.
* Μέση τιμή ελαχίστων τετραγώνων (LS)
α Ελέγχθηκε για πολλαπλότητα. Το περιθώριο μη κατωτερότητας είναι 0,3%.
β Ελέγχθηκε για πολλαπλότητα.
γ Δεν ελέγχθηκε για πολλαπλότητα.
δ Το 2,21% αντιστοιχεί σε περίπου 31 λεπτά που τα περισσότερα πέρασαν εντός του ορίου ανά ημέρα.
ε Η συνολική εβδομαδιαία δόση ινσουλίνης για το συγκριτικό φάρμακο περιελάμβανε γευματική και βασική ινσουλίνη.
Καρδιαγγειακές εκβάσεις στο πρόγραμμα SUSTAIN (σεμαγλουτίδη)
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες με εκβάσεις που σχετίζονται με το καρδιαγγειακό με την ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη. Η επίδραση της σεμαγλουτίδης, ενός μονοσυστατικού της ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης, στα καρδιαγγειακά συμβάματα σε ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που είχαν εγκατεστημένη καρδιαγγειακή (ΚΑ) νόσο ή διέτρεχαν κίνδυνο εμφάνισης ΚΑ νόσου, αξιολογήθηκε στη μελέτη SUSTAIN 6 (μελέτη με εκβάσεις που σχετίζονται με το καρδιαγγειακό με σεμαγλουτίδη χορηγούμενη υποδορίως μία φορά εβδομαδιαίως).
Η μελέτη SUSTAIN 6 ήταν μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο διπλά τυφλή μελέτη διάρκειας 104 εβδομάδων με 3.297 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που διέτρεχαν υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Αυτοί οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν είτε σε σεμαγλουτίδη 0,5 mg
χορηγούμενη υποδορίως μία φορά εβδομαδιαίως, είτε σε σεμαγλουτίδη 1 mg χορηγούμενη υποδορίως μία φορά εβδομαδιαίως είτε σε αντίστοιχο εικονικό φάρμακο επιπροσθέτως της καθιερωμένης φροντίδας, και παρακολουθήθηκαν στη συνέχεια για 2 έτη.
Ο πληθυσμός της μελέτης κατανεμήθηκε ανά ηλικία ως εξής: 1.598 ασθενείς (48,5%) ≥ 65 ετών, 321 (9,7%) ≥ 75 ετών και 20 (0,6%) ≥ 85 ετών. Υπήρχαν 2.358 ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή ήπια νεφρική δυσλειτουργία, 832 με μέτρια και 107 με σοβαρή ή τελικού σταδίου
νεφρική δυσλειτουργία. Το 61% ήταν άνδρες, η μέση ηλικία ήταν 65 έτη και ο μέσος ΒΜΙ ήταν
33 kg/m2. Η μέση διάρκεια του διαβήτη ήταν 13,9 έτη.
Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ο χρόνος από την τυχαιοποίηση έως την πρώτη εμφάνιση ενός μείζονος ανεπιθύμητου καρδιαγγειακού επεισοδίου (MACE): θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια, μη θανατηφόρο έμφραγμα μυοκαρδίου ή μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο (Σχήμα 4).
| FAS | 1648 (100) | 1649 (100) | |
| Πρωτεύον καταληκτικό σημείο – MACE | 0,74 (0,58- 0,95) | 108 (6,6) | 146 (8,9) |
| Εκδηλώσεις της MACE | |||
| Θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια | 0,98 (0,65-1,48) | 44 (2,7) | 46 (2,8) |
| Μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο | 0,61 (0,38-0,99) | 27 (1,6) | 44 (2,7) |
| Μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου | 0,74 (0,51-1,08) | 47 (2,9) | 64 (3,9) |
| Άλλα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία | |||
| Θάνατος κάθε αιτιολογίας | 1,05 (0,74-1,50) | 62 (3,8) | 60 (3,6) |
| 0,2Οφείλεται στη σεμαγλουτίδη | 1 | 5Οφείλεται στο εικονικό φάρμακο | |
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Ανοσογονικότητα
Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, η θεραπεία με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη προκάλεσε την ανάπτυξη αντισωμάτων κατά του φαρμάκου (ADA) ενάντια τόσο στην ινσουλίνη icodec όσο και στη σεμαγλουτίδη που χορηγούνται υποδορίως. Σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως ινσουλίνη, ποσοστό 68,2% ανέπτυξε αντισώματα κατά της ινσουλίνης icodec (COMBINE 2). Σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με ινσουλίνη, ποσοστό 72,5% ανέπτυξε αντισώματα κατά της ινσουλίνης icodec (COMBINE 1). Οι περισσότεροι από τους θετικούς για αντισώματα κατά της ινσουλίνης icodec ασθενείς παρουσίασαν επίσης διασταυρούμενη αντίδραση με την ανθρώπινη ινσουλίνη. Οι τίτλοι ADA έφτασαν στη μέγιστη τιμή πρώιμα μετά από 6-
10 εβδομάδες θεραπείας και κατόπιν μειώθηκαν.
Τα αντισώματα κατά της ινσουλίνης icodec δε φάνηκε να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο αντιδράσεων στη θέση ένεσης, υπερευαισθησίας ή υπογλυκαιμικών επεισοδίων. Λόγω του περιορισμένου αριθμού περιστατικών, δεν ήταν δυνατή η εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων σχετικά με τη συσχέτιση της μεταβολής των τίτλων αντισωμάτων από την αρχική τιμή με τις παραμέτρους αποτελεσματικότητας. Ωστόσο, τα ευρήματα ανοσογονικότητας στις 26 εβδομάδες στο πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης για την ινσουλίνη icodec δεν υπέδειξαν καμία συσχέτιση της μεταβολής των αντισωμάτων κατά της ινσουλίνης icodec με τις παραμέτρους αποτελεσματικότητας.
Η ανάπτυξη αντισωμάτων κατά της σεμαγλουτίδης, κατά τη θεραπεία με ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη, δεν παρατηρήθηκε συχνά, καθώς μόλις το 1,4% ανέπτυξε αντισώματα κατά της σεμαγλουτίδης κυρίως παροδικής φύσης. Ο αριθμός των περιστατικών ήταν πολύ χαμηλός για να επιτρέψει τις σωστές αξιολογήσεις των συσχετισμών με τις παραμέτρους αποτελεσματικότητας και ασφάλειας. Στο πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης για την υποδορίως χορηγούμενη σεμαγλουτίδη, δεν εντοπίστηκε καμία επίδραση στην έκθεση σε σεμαγλουτίδη, την HbA1c ή το προφίλ ασφάλειας της σεμαγλουτίδης, και δεν ήταν εμφανής καμία συσχέτιση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την ανοσογονικότητα.
Τα παρακάτω αντιπροσωπεύουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης, εκτός εάν αναφέρεται ότι τα δεδομένα που παρουσιάζονται προέρχονται από τη χορήγηση μόνο ινσουλίνης icodec ή μόνο σεμαγλουτίδης.
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης συνάδει με τη χορήγηση μία φορά εβδομαδιαίως και η συγκέντρωση της ινσουλίνης icodec και της σεμαγλουτίδης σε κλινικά σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 3-4 εβδομάδες εβδομαδιαίας χορήγησης.
Η επίδραση των ADA (αντισώματα κατά του φαρμάκου) δε θεωρείται κλινικά σημαντική για τη φαρμακοκινητική της σεμαγλουτίδης ή της ινσουλίνης icodec.
Απορρόφηση
Σε φαρμακολογικές κλινικές μελέτες, η συνολική έκθεση (σχετική βιοδιαθεσιμότητα) της ινσουλίνης icodec και της σεμαγλουτίδης δεν επηρεάστηκαν με κλινικά σημαντικό τρόπο όταν αυτές χορηγήθηκαν ως ινσουλίνη icodec/σεμαγλουτίδη σε σύγκριση με τη μεμονωμένη χορήγηση ινσουλίνης icodec και σεμαγλουτίδης.
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην εκτιμώμενη μέγιστη συγκέντρωση και στον χρόνο έως τη μέγιστη συγκέντρωση της ινσουλίνης icodec μετά τη χορήγηση ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης και τη μεμονωμένη χορήγηση ινσουλίνης icodec.
Η μέγιστη συγκέντρωση της σεμαγλουτίδης ήταν υψηλότερη (έως 2πλάσια μετά από εφάπαξ δόση και εκτιμάται ότι ήταν 1,5πλάσια σε σταθερή κατάσταση) και ο χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση επήλθε νωρίτερα μετά τη χορήγηση ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης σε σύγκριση με τη μεμονωμένη χορήγηση σεμαγλουτίδης.
Κατανομή
Η ινσουλίνη icodec και η σεμαγλουτίδη δεσμεύονται εκτεταμένα στις πρωτεΐνες του πλάσματος
(> 99% και για τις δύο). Βιομετασχηματισμός
Η αποδόμηση της ινσουλίνης icodec είναι παρόμοια με εκείνη της ανθρώπινης ινσουλίνης. Όλοι οι μεταβολίτες που σχηματίζονται είναι ανενεργοί.
Η σεμαγλουτίδη μεταβολίζεται εκτεταμένα μέσω πρωτεολυτικής διάσπασης της κύριας πεπτιδικής αλυσίδας και επακόλουθης β-οξείδωσης της πλευρικής αλυσίδας λιπαρών οξέων. Αναμένεται η εμπλοκή του ενζύμου ουδέτερη ενδοπεπτιδάση (ΝΕΡ) στον μεταβολισμό της σεμαγλουτίδης.
Αποβολή
Η ινσουλίνη icodec και η σεμαγλουτίδη έχουν χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 1 εβδομάδα μετά την υποδόρια χορήγηση.
Σε μια κλινική μελέτη με εφάπαξ υποδόρια χορήγηση ραδιοσημασμένης σεμαγλουτίδης, διαπιστώθηκε ότι οι κύριες οδοί απέκκρισης ουσιών που σχετίζονταν με τη σεμαγλουτίδη ήταν μέσω των ούρων και των κοπράνων. Περίπου τα 2/3 των σχετιζόμενων με τη σεμαγλουτίδη ουσιών απεκκρίθηκαν μέσω των ούρων και περίπου το 1/3 στα κόπρανα. Περίπου το 3% της δόσης απεκκρίθηκε ως άθικτη σεμαγλουτίδη μέσω των ούρων. Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η κάθαρση της σεμαγλουτίδης ήταν περίπου 0,05 l/ώρα. Με χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 1 εβδομάδα περίπου, η σεμαγλουτίδη θα απαντάται στην κυκλοφορία για περίπου 5 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η έκθεση στην ινσουλίνη icodec αυξάνεται αναλογικά με τη δόση ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης εντός του εύρους δόσεων που μελετήθηκε (40-350 U). Η έκθεση στη σεμαγλουτίδη αυξάνεται περίπου αναλογικά με τη δόση ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης εντός του εύρους δόσεων που μελετήθηκε (0,1-1 mg).
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικία, φύλο και εθνικότητα
Η ηλικία (22-87 ετών), το φύλο, η φυλή (Λευκοί, Μαύροι ή Αφροαμερικανοί, Κινέζοι, Ιάπωνες και άλλοι Ασιάτες) και η εθνικότητα (Ισπανόφωνοι ή Λατίνοι, μη Ισπανόφωνοι ή Λατίνοι) δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης με βάση τα αποτελέσματα από μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού.
Νεφρική δυσλειτουργία
Συνολικά, με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ινσουλίνης icodec και της σεμαγλουτίδης μετά τη χορήγηση ινσουλίνης icodec/σεμαγλουτίδης διατηρούνται και δεν υπάρχει κλινικά σημαντική διαφορά μεταξύ των συμμετεχόντων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και των ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία, παρόλο που η εμπειρία σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου είναι περιορισμένη.
Ινσουλίνη icodec
Δεν υπάρχει διαφορά στη φαρμακοκινητική της ινσουλίνης icodec μεταξύ υγιών συμμετεχόντων και ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία.
Σεμαγλουτίδη
Η νεφρική δυσλειτουργία δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της σεμαγλουτίδης με κλινικά σημαντικό τρόπο.
Αυτό καταδείχτηκε με υποδόρια χορήγηση εφάπαξ δόσης 0,5 mg σεμαγλουτίδης για ασθενείς με διάφορους βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας (ήπια, μέτρια, σοβαρή ή αιμοκαθαιρόμενοι ασθενείς) συγκριτικά με συμμετέχοντες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Αυτό δείχθηκε επίσης για συμμετέχοντες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και με νεφρική δυσλειτουργία βάσει δεδομένων από κλινικές μελέτες φάσης 3α, παρόλο που η εμπειρία σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου ήταν περιορισμένη.
Ηπατική δυσλειτουργία
Ινσουλίνη icodec
Δεν υπάρχει διαφορά στη φαρμακοκινητική της ινσουλίνης icodec μεταξύ υγιών συμμετεχόντων και ασθενών με ηπατική δυσλειτουργία.
Σεμαγλουτίδη
Η ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει καμία επίδραση στην έκθεση της σεμαγλουτίδη. Η φαρμακοκινητική της σεμαγλουτίδης αξιολογήθηκε σε ασθενείς με διαφορετικούς βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας (ήπια, μέτρια, σοβαρή) συγκριτικά με συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία σε μια κλινική μελέτη με υποδόρια χορήγηση εφάπαξ δόσης 0,5 mg σεμαγλουτίδης.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - KYINSU 00U+2MG
Οξικός ψευδάργυρος Γλυκερίνη (Ε 422) Φαινόλη Μετακρεσόλη Χλωριούχο νάτριο
Υδροξείδιο του νατρίου (για ρύθμιση του ρΗ) (E 524) Υδροχλωρικό οξύ (για ρύθμιση του pH) (E 507) Ύδωρ για ενέσιμα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Το Kyinsu δεν πρέπει να προστίθεται σε υγρά για έγχυση.
3 χρόνια.
Διάρκεια ζωής μετά το πρώτο άνοιγμα της συσκευής τύπου πένας
Μετά το πρώτο άνοιγμα ή εάν φέρεται ως εφεδρικό, το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να φυλάσσεται για μέγιστο χρονικό διάστημα:
-
6 εβδομάδων [Kyinsu (700 μονάδες + 2 mg)/ml ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας (0,43 ml)].
-
8 εβδομάδων [Kyinsu (700 μονάδες + 2 mg)/ml ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας (1,5 ml και 1 ml)].
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 30 °C. Μπορεί να φυλάσσεται σε ψυγείο (2 °C - 8 °C).
Διατηρείτε το κάλυμμα τοποθετημένο στη συσκευή τύπου πένας, για να προστατεύεται από το φως.
Πριν από το πρώτο άνοιγμα
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C - 8 °C).
Μην καταψύχετε. Διατηρείτε μακριά από το στοιχείο ψύξης.
Διατηρείτε το κάλυμμα τοποθετημένο στη συσκευή τύπου πένας, για να προστατεύεται από το φως. Μετά από το πρώτο άνοιγμα ή όταν φέρεται ως εφεδρικό
Για τις συνθήκες φύλαξης μετά το πρώτο άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
Διάλυμα 0,43 ml, 1 ml ή 1,5 ml σε φυσίγγιο (γυαλί Τύπου I) με έμβολο (χλωροβουτύλιο) και πολυστρωματικό ελαστικό φύλλο (βρωμοβουτύλιο) που περιέχεται σε αναλώσιμη προγεμισμένη
συσκευή τύπου πένας πολλαπλών δόσεων από πολυπροπυλένιο, πολυοξυμεθυλένιο, πολυκαρβονικό-ακρυλονιτρίλιο-βουταδιένιο-στυρένιο και ακρυλονιτρίλιο-βουταδιένιο-στυρένιο.
Η προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας έχει σχεδιαστεί για χρήση με βελόνες μιας χρήσης 30G, 31G,
και 32G μήκους έως 8 mm.
Το σώμα της συσκευής τύπου πένας είναι πράσινο ενώ η επισήμανση της συσκευής τύπου πένας είναι ροζ με ένα μπλε πλαίσιο που επισημαίνει την περιεκτικότητα του σκευάσματος. Η εξωτερική συσκευασία είναι ροζ με επισήμανση της περιεκτικότητας του σκευάσματος σε μπλε πλαίσιο.
Μεγέθη συσκευασίας
Προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας Kyinsu που περιέχει 300 μονάδες ινσουλίνης icodec και 0,86 mg σεμαγλουτίδης σε διάλυμα 0,43 ml
-
1 προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας χωρίς βελόνες.
-
1 προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας με 6 βελόνες μιας χρήσης NovoFine Plus.
Προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας Kyinsu που περιέχει 700 μονάδες ινσουλίνης icodec και 2 mg σεμαγλουτίδης σε διάλυμα 1 ml
-
1 προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας χωρίς βελόνες.
-
1 προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας με 9 βελόνες μιας χρήσης NovoFine Plus.
Προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας Kyinsu που περιέχει 1.050 μονάδες ινσουλίνης icodec και 3 mg σεμαγλουτίδης σε διάλυμα 1,5 ml
-
1 προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας χωρίς βελόνες.
-
1 προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας με 9 βελόνες μιας χρήσης NovoFine Plus.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν προορίζεται για χρήση μόνο από ένα άτομο.
Το Kyinsu δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εάν το διάλυμα δεν είναι διαυγές και άχρωμο ή σχεδόν άχρωμο.
Το Kyinsu δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εάν έχει καταψυχθεί.
Πρέπει πάντα να εφαρμόζεται μια καινούρια βελόνα πριν από κάθε ένεση.
Οι βελόνες δεν πρέπει να επαναχρησιμοποιούνται. Οι βελόνες πρέπει να απορρίπτονται αμέσως μετά τη χρήση.
Σε περίπτωση φραγμένων βελονών, οι ασθενείς πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες που περιγράφονται στις οδηγίες χρήσης που βρίσκονται στο τέλος του φύλλου οδηγιών χρήσης.
Για λεπτομερείς οδηγίες χρήσης, βλ. το τέλος του φύλλου οδηγιών χρήσης.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.