AMPHOTERICIN B LIPOSOMAL/TILLOMED PD.C.DI.IN 50MG/VIAL
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - AMPHOTERICIN 50MG/VIAL
Το Amphotericin B Liposomal/Tillomed ενδείκνυται για χρήση σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 μηνός και μεγαλύτερους για:
-
Θεραπεία σοβαρής συστηματικής ή εν τω βάθει μυκητίασης
-
Εμπειρική θεραπεία σε εικαζόμενες μυκητιασικές λοιμώξεις σε εμπύτερους ουδετεροπενικούς ασθενείς.
Το Amphotericin B Liposomal/Tillomed μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δευτερεύουσα θεραπεία για σπλαχνική λεϊσμανίαση (Leishmania donovani) σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς και σε ασθενείς με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα (π.χ. άνθρωποι που ζουν με τον ιό HIV) (βλ. παράγραφο 4.4). Υποτροπές πρέπει να αναμένονται σε ασθενείς με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα. Δεν υπάρχει εμπειρία στην πρόληψη των υποτροπών.
Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εθνικές και διεθνείς συστάσεις για την κατάλληλη χρήση αντιλοιμωδών ουσιών.
Δοσολογία
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινάει από έναν γιατρό με εμπειρία στη διαχείριση διηθητικών μυκητιασικών νόσων.
Μη ισοδυναμία προϊόντων αμφοτερικίνης:
Διαφορετικά προϊόντα αμφοτερικίνης (δεοξυχολικού νατρίου, λιποσωμιακά, λιπιδικά συμπλέγματα)
δεν είναι ισοδύναμα όσον αφορά τη φαρμακοδυναμική, τη φαρμακοκινητική και τη δοσολογία. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εναλλάξιμα χωρίς να λαμβάνονται υπόψη αυτές οι διαφορές. Τόσο η εμπορική ονομασία, η κοινή ονομασία καθώς και η δόση πρέπει να επαληθεύονται πριν από τη χορήγηση.
Ενήλικες ασθενείς
Θεραπεία μυκητιάσεων:
Η δόση και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τις εξειδικευμένες ανάγκες κάθε ασθενή. Η θεραπεία συνήθως ξεκινά με 3 mg λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β ανά kg σωματικού βάρους την ημέρα. Για τη θεραπεία των λοιμώξεων από ασπέργιλλο (Aspergllus), η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά στα 5 mg/kg/ημέρα.
Μουκορμυκητιάση:
Στη θεραπεία της μουκορμυκητιάσης, η συνιστώμενη δόση είναι 5 έως 10 mg/kg/ημέρα. Αποφύγετε την αργή κλιμάκωση των δόσεων. Σε περίπτωση προσβολής του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ), πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας υψηλής δόσης με 10 mg/kg/ημέρα. Η απαιτούμενη διάρκεια της θεραπείας για τη μουκορμυκητιάση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την έκταση της νόσου, τη δυνατότητα πραγματοποίησης πλήρους χειρουργικής θεραπείας, τη σοβαρότητα της ανοσοκαταστολής και τις αξιολογήσεις της κλινικής ανταπόκρισης.
Εμπειρική θεραπεία σε εμπύτερους ουδετεροπενικούς ασθενείς:
Για την εμπειρική θεραπεία εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενών με εικαζόμενη μυκητιασική λοίμωξη, συνιστάται δόση 3 mg/kg/ημέρα.
Σπλαχνική λεϊσμανίαση:
Πρέπει να ακολουθούνται οι εθνικές και διεθνείς συστάσεις θεραπείας. Η συνήθης δόση είναι 3 έως 5 mg/kg/ημέρα με ποικίλα διαστήματα θεραπείας. Η διάρκεια της θεραπείας είναι 10 έως 38 ημέρες, ανάλογα με το θεραπευτικό σχήμα και τη συνοδό λοίμωξη από HIV.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς:
Η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β έχει χορηγηθεί σε κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία σε δόσεις που κυμαίνονται από 1 έως 5 mg/kg/ημέρα χωρίς την ανάγκη προσαρμογής της δόσης ή του δοσολογικού διαστήματος (βλ. παράγραφο 4.4). Η χορήγηση κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης ή της αιμοδιήθησης πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 5.2).
Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης. Νεφρική δυσλειτουργία:
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας:
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα που να παρέχουν δοσολογικές συστάσεις για ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β σε παιδιά ηλικίας μικρότερης του 1 μηνός δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Μετά την ανασύσταση και την αραίωση, το Amphotericin B Liposomal/Tillomed χορηγείται ως ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30-60 λεπτών. Μικρότεροι ρυθμοί έγχυσης (σε διάστημα 2 ωρών), ιδιαίτερα σε υψηλότερες ημερήσιες δόσεις, μπορεί να εξεταστούν προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος αντιδράσεων στην έγχυση (βλ. παράγραφο 4.4). Η συνιστώμενη συγκέντρωση για ενδοφλέβια έγχυση είναι 0,2 – 2 mg/ml αμφοτερικίνης Β στη μορφή Amphotericin B Liposomal/Tillomed. Η αμφοτερικίνη Β ως λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β έχει χορηγηθεί σε αθροιστικές δόσεις των 16,8 g για περίοδο 3 μηνών χωρίς να προκαλέσει τοξικές αντιδράσεις.
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, τη σόγια, τα φυστίκια ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Αναφυλαξία και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
Αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις έχουν αναφερθεί με τη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β. Σε περίπτωση σοβαρής αναφυλακτικής/αναφυλακτοειδούς αντίδρασης, η έγχυση πρέπει να διακοπεί αμέσως και ο ασθενής δεν πρέπει να λάβει άλλες εγχύσεις με Amphotericin B Liposomal/Tillomed.
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση
Άλλες σοβαρές αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση μπορεί να εμφανιστούν με τη χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν αμφοτερικίνη Β, συμπεριλαμβανομένου του Amphotericin B Liposomal/Tillomed (βλ. παράγραφο 4.8). Αν και οι σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις δεν είναι συνήθως σοβαρές, πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλες προφυλάξεις για την αποφυγή ή την αντιμετώπιση τέτοιων αντιδράσεων σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Amphotericin B Liposomal/Tillomed. Οι μικρότεροι ρυθμοί έγχυσης (σε διάστημα 2 ωρών) και η τακτική χορήγηση διφαινυδραμίνης, παρακεταμόλης, πεθιδίνης και/ή υδροκορτιζόνης ήταν αποτελεσματικά στην πρόληψη και τη θεραπεία.
Νεφρική τοξικότητα
Η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β έχει αποδειχθεί ότι είναι σημαντικά λιγότερο τοξική από τη συμβατική αμφοτερικίνη Β, ιδιαίτερα όσον αφορά τη νεφροτοξικότητα. Ωστόσο, ενδέχεται να εξακολουθήσουν να εμφανίζονται ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των νεφρικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
Σε μελέτες που συνέκριναν λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 3 mg/kg ημερησίως με υψηλότερες δόσεις (5, 6 ή 10 mg/kg ημερησίως), βρέθηκε ότι τα ποσοστά επίπτωσης αυξημένης κρεατινίνης ορού, υποκαλιαιμίας και υπομαγνησιαιμίας ήταν σημαντικά υψηλότερα στις ομάδες υψηλής δόσης.
Πρέπει να πραγματοποιείται τακτική εργαστηριακή αξιολόγηση των ηλεκτρολυτών του ορού, ιδιαίτερα του καλίου και του μαγνησίου, καθώς και της νεφρικής, ηπατικής και αιμοποιητικής λειτουργίας. Λόγω του κινδύνου υποκαλιαιμίας, μπορεί να απαιτηθεί η λήψη κατάλληλου συμπληρώματος καλίου κατά τη διάρκεια της χορήγησης λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β. Εάν παρατηρηθεί κλινικά σημαντική μείωση της νεφρικής λειτουργίας ή επιδείνωση άλλων παραμέτρων, πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης, η διακοπή ή ο τερματισμός της θεραπείας. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπερκαλιαιμίας (ορισμένες από τις οποίες οδήγησαν σε καρδιακές αρρυθμίες και
καρδιακή ανακοπή). Η πλειοψηφία αυτών εμφανίστηκαν σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, και ορισμένα περιστατικά μετά από λήψη συμπληρωμάτων καλίου σε ασθενείς που είχαν εμφανίσει στο παρελθόν υποκαλιαιμία. Επομένως, η νεφρική λειτουργία και η εργαστηριακή αξιολόγηση του καλίου πρέπει να ελέγχονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική νόσο, που έχουν ήδη εμφανίσει νεφρική ανεπάρκεια ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα νεφροτοξικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.5).
Πνευμονική τοξικότητα
Οξεία πνευμονική τοξικότητα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν συμβατική αμφοτερικίνη Β (ως σύμπλεγμα με δεοξυχολικό νάτριο) κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά τη μετάγγιση λευκοκυττάρων. Επομένως, συνιστάται η καθυστέρηση των εγχύσεων για το μεγαλύτερο δυνατό διάστημα μετά από τη μετάγγιση, και η συνέχιση της παρακολούθησης της πνευμονικής λειτουργίας.
Σπλαχνική λεϊσμανίαση
Καθώς υπάρχουν πολύ περιορισμένα δεδομένα από κλινικές μελέτες σχετικά με τη χρήση της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β στη σπλαχνική λεϊσμανίαση, επί του παρόντος, συνιστάται η χρήση της μόνο ως δευτερεύουσα θεραπεία.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νάτριο (23 mg) ανά φιαλίδιο/δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Παιδιατρικός πληθυσμός
Λόγω έλλειψης δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα, η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά μικρότερα του ενός μηνός (ζωής).
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων με λιποσωμιακή αμφοτερικίνης Β. Ωστόσο, τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα είναι γνωστό ότι αλληλεπιδρούν με την αμφοτερικίνη Β και ενδεχομένως επίσης και με τη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β:
Νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα: Η ταυτόχρονη χορήγηση λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β με άλλους νεφροτοξικούς παράγοντες (π.χ. κυκλοσπορίνη, αμινογλυκοσίδες και πενταμιδίνη) μπορεί να ενισχύσει την πιθανότητα φαρμακοεπαγόμενης νεφροτοξικότητας σε ορισμένους ασθενείς. Ωστόσο, νεφροτοξικές επιδράσεις που σχετίζονται με την ταυτόχρονη χορήγηση κυκλοσπορίνης και/ή αμινογλυκοσιδών με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β έχουν παρατηρηθεί πολύ λιγότερο συχνά από ότι με την ταυτόχρονη χορήγηση συμβατικής αμφοτερικίνης Β. Συνιστάται περιοδικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς που λαμβάνουν λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β ταυτόχρονα με άλλα νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα.
Κορτικοστεροειδή, κορτικοτροπίνη (ACTH) και διουρητικά: Ταυτόχρονη χορήγηση κορτικοστεροειδών, κορτικοτροπίνης (ACTH) και διουρητικών (διουρητικών αγκύλης και θειαζιδικών διουρητικών) μπορεί να επιδεινώσει την υποκαλιαιμία.
Γλυκοσίδες δακτυλίτιδας: Η επαγώμενη από τη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β υποκαλιαιμία μπορεί να επιδεινώσει τον τοξικό δακτυλιδισμό.
Μυοχαλαρωτικά: Η επαγώμενη από τη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β υποκαλιαιμία μπορεί να ενισχύσει τη μιμητική του κουραρίου δράση των μυοχαλαρωτικών (π.χ. τουβοκουραρίνη).
Αντιμυκητιασικά: Η ταυτόχρονη χορήγηση φλουκυτοσίνης μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα της φλουκυτοσίνης, καθώς η κυτταρική της πρόσληψη μπορεί να αυξηθεί και/ή η νεφρική απέκκριση
μπορεί να επηρεαστεί.
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες: Η ταυτόχρονη χορήγηση αντινεοπλασματικών παραγόντων μπορεί να αυξήσει το δυναμικό νεφροτοξικότητας, βρογχόσπασμου και υπότασης. Οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
Μεταγγίσεις λευκοκυττάρων: Οξεία πνευμονική τοξικότητα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν συμβατική αμφοτερικίνη Β (ως σύμπλεγμα με δεοξυχολικό νάτριο) κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά τη μετάγγιση λευκοκυττάρων. Επομένως, συνιστάται η καθυστέρηση των εγχύσεων για το μεγαλύτερο δυνατό διάστημα μετά από τη μετάγγιση και η συνέχιση της παρακολούθησης της πνευμονικής λειτουργίας.
Κύηση
Μελέτες τερατογένεσης σε αρουραίους και κουνέλια υπέδειξαν ότι η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β δεν έχει ενδεχόμενη τερατογόνο δράση σε αυτά τα είδη (βλ. παράγραφο 5.3).
Η ασφάλεια της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β σε έγκυες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί. Η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για τη μητέρα και το έμβρυο.
Οι συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις έχουν αντιμετωπιστεί επιτυχώς με συμβατική αμφοτερικίνη Β χωρίς εμφανή επίδραση στο έμβρυο, ωστόσο ο αριθμός των περιστατικών που αναφέρθηκαν είναι ανεπαρκής για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την ασφάλεια της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β κατά την κύηση.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η αμφοτερικίνη Β απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η απόφαση για θηλασμό κατά τη λήψη λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον πιθανό κίνδυνο για το παιδί, το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με Amphotericin B Liposomal/Tillomed για τη μητέρα.
Γονιμότητα
Δεν σημειώθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στην αναπαραγωγική απόδοση αρσενικών ή θηλυκών αρουραίων (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β που αναφέρονται παρακάτω μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Πυρετός και ρίγη είναι οι πιο συχνές σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις που αναμένονται με τη χορήγηση λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β.
Όχι συχνές, σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα: αίσθημα σύσφιξης του θώρακα ή θωρακικό άλγος, δύσπνοια, βρογχόσπασμος, ερυθρίαση, ταχυκαρδία, υπόταση και μυοσκελετικό άλγος (περιγράφεται ως αρθραλγία, πόνος σε ράχη ή οστικό άλγος). Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες υποχωρούν γρήγορα
μετά τη διακοπή της έγχυσης και μπορεί να μην επανεμφανιστούν με κάθε επόμενη δόση ή μπορεί να απουσιάζουν εάν η έγχυση χορηγείται με αργό ρυθμό (σε διάστημα 2 ωρών). Οι σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις μπορεί να αποφευχθούν με τη χορήγηση προκαταρκτικής αγωγής. Ωστόσο, σοβαρές σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις μπορεί να καταστήσουν απαραίτητη τη μόνιμη διακοπή της θεραπείας με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε δύο διπλά-τυφλές, συγκριτικές μελέτες, η επίπτωση των σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β ήταν σημαντικά χαμηλότερη από ότι σε ασθενείς που λάμβαναν συμβατική αμφοτερικίνη Β ή λιπιδικό σύμπλεγμα αμφοτερικίνης Β.
Συγκεντρωτικά δεδομένα μελετών από τυχαιοποιημένες και ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές με περισσότερους από 1.000 ασθενείς που συνέκριναν τη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β έδειξαν ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σημαντικά λιγότερο σοβαρές και σημαντικά λιγότερο συχνές σε ασθενείς που λάμβαναν λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β από ότι σε ασθενείς που λάμβαναν συμβατική αμφοτερικίνη Β.
Η συμβατική αμφοτερικίνη Β είναι νεφροτοξική σε κάποιο βαθμό στους περισσότερους ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο ενδοφλεβίως. Σε δύο διπλά τυφλές μελέτες, η επίπτωση της νεφροτοξικότητας με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β (που ορίζεται ως αύξηση της κρεατινίνης ορού περισσότερο από το διπλάσιο της αρχικής τιμής) ήταν περίπου η μισή από αυτήν της συμβατικής αμφοτερικίνης Β ή του λιπιδικού συμπλέγματος αμφοτερικίνης Β.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες βάσει των δεδομένων κλινικών δοκιμών και της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία έχουν παρατηρηθεί με τη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β. Η συχνότητα βασίζεται στην ανάλυση συγκεντρωτικών δεδομένων από κλινικές δοκιμές, στις οποίες συμμετείχαν 688 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β. Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που έχουν ταυτοποιηθεί βάσει της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία είναι μη γνωστή.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος (MedDRA) και συχνότητα. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στις ακόλουθες κατηγορίες: Πολύ συχνές (≥1/10)
Συχνές (≥1/100 έως <1/10),
Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000).
Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Μη γνωστής συχνότητας: δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα
| Kατηγορία οργανικού συστήματος | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστής συχνότητας |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικούσυστήματος | θρομβοπενία | αναιμία | |||
| Διαταραχές τουανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτο-ειδής αντίδραση | αναφυλακτικέςαντιδράσεις, υπερευαισθησία | |||
| Μεταβολικές και διατροφικές | υποκαλιαιμία | υπονατριαιμία, υπασβεστιαιμία, |
| διαταραχές | υπομαγνησιαιμία, υπεργλυκαιμία υπερκαλιαιμία | ||||
| Διαταραχές του νευρικούσυστήματος | κεφαλαλγία | ακούσιοιμυϊκοί σπασμοί | |||
| Καρδιακές διαταραχές | ταχυκαρδία | καρδιακήανακοπή, αρρυθμία | |||
| Αγγειακές διαταραχές | υπόταση, αγγειδιαστολή, ερυθρίαση | ||||
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχέςμεσοθωρακίου | δύσπνοια | Βρογχόσπα-σμος | |||
| Γαστρεντερικές διαταραχές | ναυτία, έμετος | διάρροια, κοιλιακό άλγος | |||
| Ηπατοχολικές διαταραχές | μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας, υπερχολερυθρι-ναιμία, αυξημένη αλκαλικήφωσφατάση | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | εξάνθημα | αγγειονευρωτικό οίδημα | |||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | πόνος σε ράχη | ραβδομυόλυση (σχετιζόμενη με υποκαλιαιμία), μυοσκελετικό άλγος (που περιγράφεται ως αρθραλγία ήοστικό άλγος) | |||
| Διαταραχές των νεφρών και τωνουροφόρων οδών | αυξημένη κρεατινίνη,αυξημένη ουρία αίματος | νεφρική ανεπάρκεια,νεφρική δυσλειτουργία | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέσηχορήγησης | ρίγη, πυρετός | θωρακικό άλγος |
Παρεμβολή σε εξετάσεις μέτρησης φωσφορικών:
Μπορεί να προκύψουν εσφαλμένα αυξημένα επίπεδα φωσφορικών ορού όταν δείγματα από ασθενείς που λαμβάνουν λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β αναλύονται με τη δοκιμασία PHOSm (π.χ.
χρησιμοποιείται σε αναλυτές Beckman Coulter με Synchron LX20).
Παροδική απώλεια ακοής, εμβοές, οπτικές διαταραχές και διπλή όραση έχουν παρατηρηθεί σε σπάνιες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με συμβατική αμφοτερικίνη Β.
Μετά από εγχύσεις συμβατικής αμφοτερικίνης Β, εμφανίστηκαν επίσης με μη γνωστη συχνότητα οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες: αυξημένη αρτηριακή πίεση, ακοκκιοκυτταραιμία, διαταραχές της πήξης του αίματος, ηωσινοφιλία, λευκοκυττάρωση, λευκοπενία, εγκεφαλοπάθεια, νευρολογικά συμπτώματα, περιφερική νευροπάθεια, νεφρογενής άποιος διαβήτης, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, φαγούρα, αποφολίδωση δέρματος, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, άλγος στις αρθρώσεις, μυϊκό άλγος, οξεία ηπατική ανεπάρκεια, ίκτερος.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον
Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
http://www.kitrinikarta.gr
Η τοξικότητα της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β λόγω οξείας υπερδοσολογίας δεν έχει τεκμηριωθεί, ωστόσο αναμένονται ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με κανονικές δόσεις λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β (βλ. παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, η χορήγηση πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Η κλινική κατάσταση του ασθενή, συμπεριλαμβανομένης της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών ορού και της αιματολογικής κατάστασης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Η αντιμετώπιση των ασθενών πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις κλινικές ανάγκες. Η αιμοκάθαρση ή η περιτοναϊκή κάθαρση δεν φαίνεται να επηρεάζει την αποβολή της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - AMPHOTERICIN 50MG/VIAL
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμηκυτιασικά για συστηματική χoρήγηση, αντιβιοτικά, κωδικός ATC: J02AA01
Η αμφοτερικίνη Β είναι ένα μακροκυκλικό αντιμυκητιασικό της ομάδας του πολυενίου αντιβιοτικό που παράγεται από τον Streptomyces nodosus. Τα λιποσώματα είναι κλειστά, σφαιρικά κυστίδια που σχηματίζονται από διάφορες αμφιφιλικές ουσίες όπως τα φωσφολιπίδια. Τα φωσφολιπίδια διατάσσονται σε διπλές μεμβράνες μόλις έρθουν σε επαφή με υδατικά διαλύματα. Λόγω της περιεκτικότητάς της σε λιπόφιλα μόρια, η αμφοτερικίνη Β μπορεί να αποθηκευτεί στη διπλή λιπιδική μεμβράνη των λιποσωμάτων.
Ανάλογα με την συγκέντρωση που επιτυγχάνεται στα σωματικά υγρά και την ευαισθησία των μυκήτων, η αμφοτερικίνη Β έχει μυκητοστατική ή μυκητοκτόνο δράση.
Το φάρμακο θεωρείται ότι δρα μέσω της δέσμευσης με τις στερόλες στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα, που με τον τρόπο αυτό μεταβάλλει τη διαπερατότητα της μεμβράνης και επιτρέπει την
διαρροή διαφόρων μικρών μορίων μέσω της μεμβράνης. Καθώς τα κύτταρα των θηλαστικών περιέχουν επίσης στερόλες, εικάζεται ότι η κυτταρική βλάβη που προκαλείται από την αμφοτερικίνη Β σε ανθρώπους και μύκητες βασίζεται σε παρόμοιους μηχανισμούς.
Μικροβιολογία:
Η αμφοτερικίνη Β, το αντιμυκητιασικό συστατικό του Amphotericin B Liposomal/Tillomed εμφανίζει in vitro ισχυρή δραστικότητα έναντι ενός ευρέος φάσματος ειδών μυκήτων, αλλά καμία ή ελάχιστη επίδραση στα βακτήρια και τους ιούς.
Πριν από τη θεραπεία πρέπει να λαμβάνονται δείγματα για καλλιέργειες μυκήτων και άλλες συναφείς εργαστηριακές εξετάσεις (ορολογικές, ιστοπαθολογικές) για την ταυτοποίηση των υπεύθυνων για τη λοίμωξη οργανισμών. Η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει πριν γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα των καλλιεργειών και των άλλων εργαστηριακών εξετάσεων. Μόλις τα αποτελέσματα είναι διαθέσιμα, η αντιλοιμώδης θεραπεία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα.
Η ευαισθησία για επιλεγμένα είδη μπορεί να διαφέρει γεωγραφικά και χρονικά, και οι τοπικές πληροφορίες σχετικά με την ευαισθησία είναι επιθυμητές, ιδιαίτερα για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στους Πίνακες 1 και 2 προορίζονται να παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με τις πιθανότητες ως προς το εάν οι μικροοργανισμοί θα είναι ή όχι ευαίσθητοι στη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β. Όπως για όλους τους αντιμικροβιακούς παράγοντες, έχουν ταυτοποιηθεί κλινικά απομονωμένα στελέχη με μειωμένη ευαισθησία στη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β.
Οι δοκιμές ευαισθησίας για ζυμομύκητες και ευρωτομύκητες που σχηματίζουν σπόρια διενεργήθηκαν σύμφωνα με τις μεθόδους της Υποεπιτροπής Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμυκητιασικούς Παράγοντες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (AFST-EUCAST, Lass-Flörl et al., Antimicrob Agents Chemother. 2008∙ 52(10):3637-41). Βλ.
Πίνακες 1 και 2 για τα δεδομένα σχετικά με την in vitro ευαισθησία (τιμές MIC90).
Πίνακας 1: Ιn vitro ευαισθησία ζυμομυκήτων έναντι της αμφοτερικίνης Β
| Είδη | Αριθμός στελεχών ή μικροβιακών απομονώσεων | Εύρος [µg/ml] |
| Είδη Candida | ||
| C. albicans | 59 | 0,015-0,12 |
| C. glabrata | 18 | 0,5-1 |
| C. parapsilosis | 18 | 0,5-1 |
| C. krusei | 19 | 0,5-2 |
| C. lusitaniae | 9 | 0,06-0,125 |
| C. tropicalis | 10 | 0,25-1 |
| C. guilliermondii | 4 | 0,06-0,12 |
| Λοιπά είδη | ||
| Saccharomyces cerevisiae | 3 | 0,03-0,06 |
| Cryptococcus neoformans var. neoformans | 10 | 0,06-0,12 |
| Cryptococcus neoformans var. gattii | 3 | 0,03-0,06 |
| Trichosporon inkin | 3 | 0,03-0,06 |
| Trichosporon asahii | 4 | 0,01-0,03 |
| Geotrichum candidum | 4 | 0,06-0,25 |
Πίνακας 2: In vitro ευαισθησία ευρωτομυκήτων έναντι της αμφοτερικίνης Β
| Είδη | Αριθμός στελεχών ή μικροβιακώναπομονώσεων | Εύρος [µg/ml] |
| Είδη Aspergillus | ||
| A. fumigatus | 29 | 0,5-2 |
| A. terreus | 34 | 2-4 |
| A. flavus | 21 | 1-4 |
| A. niger | 13 | 1-2 |
| Ζυγομύκητες (Μουκορμύκητες) | ||
| Rhizomucor species | 17 | 0,3-0,125 |
| Absidia corymbifera | 4 | 0,125-1 |
| Absidia species | 17 | 0,5-2 |
| Rhizopus microsporus var. | ||
| oligosporus | 3 | 0,03-0,25 |
| Rhizopus oryzae | 6 | 1-4 |
| Rhizopus species | 12 | 1-4 |
| Mucor hiemalis | 3 | 0,03-0.5 |
| Mucor species | 11 | 0,03-0.5 |
| Cunninghamella species | 4 | 0,5-4 |
| Λοιπά είδη | ||
| Scedosporium prolificans | 2 | >8 |
| Scedosporium apiospermum | 3 | 1-2 |
| Penicillium marneffei | 2 | 0,03-0.25 |
| Penicillium species | 2 | 0,5-1 |
| Fusarium solani | 2 | 4-8 |
| Fusarium oxysporum | 2 | 0,03-0,5 |
| Sporothrix schenckii | 2 | 1-2 |
| Curvularia lunata | 2 | 0,125-0,5 |
| Bipolaris australiensis | 2 | 0,01-0,06 |
| Rhinocladiella aquaspersa | 2 | 0,5-1 |
Η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β έχει επιδείξει αποτελεσματικότητα σε μελέτες σε ζώα στη σπλαχνική λεϊσμανίαση (που προκαλείται από Leishmania infantum και Leishmania donovani). Ποντίκια που είχαν μολυνθεί με Leishmania infantum υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 3 mg/kg σε 3 έως 7 δόσεις. Όλα τα δοσολογικά σχήματα λειτούργησαν ταχύτερα από το
στιβογλυκονικό νάτριο σε ποντίκια και δεν έδειξαν καμία τοξικότητα. Σε ποντίκια που είχαν μολυνθεί με Leishmania donovani, η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β ήταν 5 φορές πιο αποτελεσματική και 25 φορές λιγότερο τοξική από τη συμβατική αμφοτερικίνη Β.
Όρια της δοκιμής ευαισθησίας
Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από το European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST) για την αμφοτερικίνη Β και παρατίθενται εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en.xlsx
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β έχει αποδειχθεί σε σειρά κλινικών μελετών στη θεραπεία συστηματικών μυκητιασικών λοιμώξεων, στη θεραπεία πυρετού άγνωστης αιτιολογίας σε ουδετεροπενικούς ασθενείς και στη θεραπεία της σπλαχνικής λεϊσμανίασης. Αυτές οι μελέτες περιλαμβάνουν τυχαιοποιημένες συγκριτικές δοκιμές της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β έναντι της συμβατικής αμφοτερικίνης Β σε επιβεβαιωμένες λοιμώξεις από Aspergillus και Candida, στις οποίες η αποτελεσματικότητα και των δύο φαρμάκων ήταν συγκρίσιμη. Τόσο σε ενήλικες, όσο και σε παιδιατρικούς ασθενείς με ουδετεροπενικό εμπύρετο και εικαζόμενη μυκητιασική λοίμωξη, τα αποτελέσματα μιας τυχαιοποιημένης, διπλά τυφλής κλινικής μελέτης έδειξαν ότι η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β χορηγούμενη σε δόση 3 mg/kg/ημέρα είναι εξίσου αποτελεσματική με τη συμβατική αμφοτερικίνη Β. Η αποτελεσματικότητα της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β στη θεραπεία της σπλαχνικής λεϊσμανίασης έχει σαφώς καταδειχθεί σε μεγάλο πληθυσμό ανοσοεπαρκών και ανοσοκατεσταλμένων ασθενών.
Διηθητικές Μυκητιασικές Λοιμώξεις οφειλόμενες σε νηματοειδείς μύκητες (IFFIs), συμπεριλαμβανομένων ειδών του Aspergillus: Η αποτελεσματικότητα της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β για την πρωτεύουσα θεραπεία επιβεβαιωμένης ή πιθανολογούμενης IFFI αποδείχθηκε σε μια μεγάλης κλίμακας, προοπτική, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη (AmBiLoad Study) σε ανοσοκατεσταλμένους, κυρίως ουδετεροπενικούς ενήλικες και παιδιά (ηλικίας
>30 ημερών). Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για 12 εβδομάδες. Ένα σύνηθες δοσολογικό σχήμα με 3 mg/kg/ημέρα (n=107) συγκρίθηκε με ένα σχήμα με δόση φόρτισης 10 mg/kg/ημέρα (n=94) κατά τη διάρκεια των πρώτων 14 ημερών θεραπείας. Το ποσοστό ανταπόκρισης στο σύνολο της τροποποιημένης ανάλυσης πρόθεσης για θεραπεία ήταν 50% σε ασθενείς με τη συνήθη δόση και 46% με το σχήμα δόσης φόρτωσης. Οι διαφορές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές. Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την υποχώρηση του πυρετού ήταν παρόμοιος με τη συνήθη δόση και το σχήμα δόσης φόρτωσης (6 και 5 ημέρες, αντίστοιχα). Δώδεκα εβδομάδες μετά την πρώτη χορήγηση λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β, το ποσοστό επιβίωσης ήταν 72% με τη συνήθη δόση και 59% στο σχήμα δόσης φόρτωσης, διαφορά που δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Διηθητική καντιντίαση: Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυεθνική μελέτη μη κατωτερότητας σε ενήλικες και παιδιά, η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β (3 mg/kg/ημέρα) ως κύρια θεραπεία της καντινταιμίας ή της διηθητικής καντιντίασης ήταν εξίσου αποτελεσματική με τη μικαφουγκίνη
(100 mg/ημέρα [σωματικό βάρος > 40 mg/kg] ). Η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β και η μικαφουγκίνη χορηγήθηκαν για διάμεση διάρκεια 15 ημερών. Το ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 89,5% (170/190) στην ομάδα της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β και 89,6% (181/202) στην ομάδα της μικαφουγκίνης (ανά σύνολο ανάλυσης σύμφωνα με το πρωτόκολλο) (Kuse et al., Lancet 2007; 369:1519-27). Η παιδιατρική υπομελέτη, στην οποία συμπεριλήφθηκαν ασθενείς από τη γέννηση, συμπεριλαμβανομένων πρόωρων βρεφών, έδειξε αριθμητικά υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης σε ασθενείς όλων των ηλικιών που έλαβαν θεραπεία με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β, με εξαίρεση τα πρόωρα βρέφη. Το ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 88,1% (37/42) για τη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β και 85,4% (35/41) για τη μικαφουγκίνη (ανά σύνολο ανάλυσης σύμφωνα με το πρωτόκολλο) (Queiroz-Zelles et al., The Pediatric Infectious Disease Journal 2008; 27 ( 9): 1-7).
Διηθητική μουκορμυκητίαση (ζυγομυκητίαση): Δεν υπάρχουν μεγάλης κλίμακας, τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες στο πεδίο της μουκορμυκητίασης. Σε μια αναδρομική μελέτη για περίοδο 15 ετών, συμπεριλήφθηκαν 59 αιματολογικοί ασθενείς με επιβεβαιωμένη ή εικαζόμενη μουκορμυκητίαση
(ζυγομυκητίαση). Η θεραπεία ήταν επιτυχής σε 18 ασθενείς (37%): 9 στους 39 ασθενείς που έλαβαν συμβατική αμφοτερικίνη Β (23%) και 7 στους 12 ασθενείς που έλαβαν λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β (58%) ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία (Pagano et al., Haematologica. 2004;89(2):207-14). Η Ομάδα Εργασίας για τη Ζυγομυκητίαση της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Ιατρικής Μυκητολογίας (ECMM) έχει προοπτικά συλλέξει περιστατικά από ασθενείς με ζυγομυκητίαση. 130 ασθενείς έλαβαν λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β είτε ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό ως θεραπεία πρώτης γραμμής. Σε ασθενείς που έλαβαν λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β ως το μόνο αντιμυκητιασικό φάρμακο και θεραπεύτηκαν, η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 55 ημέρες (εύρος 14-169 ημέρες) και η διάμεση ημερήσια δόση ήταν 5 mg/kg (εύρος 3-10 mg/kg). Το ποσοστό επιβίωσης ήταν 68% (Skiada et al; Clin Microbiol Infect 2011; 17 (12): 1859-67).
Σε μια πιλοτική μελέτη στην οποία συμμετείχαν 20 ασθενείς, η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β (δόσεις
≥5 mg/kg) ως μονοθεραπεία συγκρίθηκε με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β συγχορηγούμενη με δεφερασιρόξη. Το συνολικό ποσοστό επιτυχίας (επιβίωση, κλινική σταθερότητα, ακτινολογική βελτίωση) ήταν 67% (6 στους 9 ασθενείς) μετά από 30 ημέρες και 56% (5 στους 9 ασθενείς) μετά από 90 ημέρες στην ομάδα, η οποία έλαβε λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β ως μονοθεραπεία, σε σύγκριση με 18% (2 στους 11 ασθενείς) μετά από 30 και 90 ημέρες με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β συγχορηγούμενη με δεφερασιρόξη (Spellberg et al, j antimicrob chemother 2012; 67: 715-22).
Σε μια προοπτική πιλοτική μελέτη υψηλής δόσης (10 mg/kg/ημέρα) λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β για την αρχική θεραπεία της μουκορμυκητίασης, η διάμεση διάρκεια θεραπείας των ασθενών που έλαβαν 10 mg/kg/ημέρα ήταν 13,5 ημέρες (εύρος 0-28 ημέρες). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η επιτυχία της θεραπείας την εβδομάδα 4 ή στο τέλος της θεραπείας (όποιο ήταν νωρίτερα). Δώδεκα (36%) από τους 33 ασθενείς που αξιολογήθηκαν ανταποκρίθηκαν (18% πλήρης ύφεση [Cr; Πλήρης ανταπόκριση], 18% μερική ύφεση [Pr, μερική ανταπόκριση]). Το ποσοστό ανταπόκρισης αυξήθηκε σε 45% την εβδομάδα 12. Το ποσοστό επιβίωσης ήταν 62% την εβδομάδα 12 και 47% την εβδομάδα 24
(Lanternier et al; j Antimicrob Chemother 2015; 70 (11): 3116-23).
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β, με βάση τις συνολικές συγκεντρώσεις της αμφοτερικίνης Β στο πλάσμα, προσδιορίστηκε σε ογκολογικούς ασθενείς με εμπύρετη ουδετεροπενία, και σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση μυελού των οστών, καθένας εκ των οποίων έλαβε εγχύσεις 1 ώρας λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β 1 - 7,5 mg/kg/ημέρα για 3 έως 20 ημέρες. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β διαφέρει σημαντικά από αυτό που αναφέρεται στη βιβλιογραφία για τις δοσολογικές μορφές της συμβατικής αμφοτερικίνης Β: Τόσο η συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) όσο και η έκθεση (AUC0-24) ήταν υψηλότερες μετά τη χορήγηση λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β από αυτές μετά τη χορήγηση συμβατικής αμφοτερικίνης Β. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β μετά τη χορήγηση της πρώτης και της τελευταίας δόσης (μέση τιμή ± τυπική απόκλιση) ήταν εντός των ακόλουθων ορίων:
Cmax 7,3µg/ml (±3,8) έως 83,7µg/ml (±43,0)
Χρόνος ημίσειας ζωής (T1/2) 6,3 h (±2,0) έως 10,7 h (±6,4)
AUC0-24 27 µg.hr/ml (±14) έως 555 µg.hr/ml (±311)
Κάθαρση (Cl) 11 ml/h/kg (±6) έως 51 ml/h/kg (±44)
Όγκος κατανομής 0,10 l/kg (±0,07) έως 0,44 l/kg (±0,27)
Οι ελάχιστες και μέγιστες τιμές φαρμακοκινητικής δεν έχουν καθοριστεί απαραίτητα σε σχέση με τις αντίστοιχες ελάχιστες και μέγιστες δόσεις. Μετά τη χορήγηση λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β, η κατάσταση ισορροπίας (σταθεροποιημένη κατάσταση)επιτυγχάνεται ταχέως (συνήθως μετά από 4
ημέρες θεραπείας).
Η φαρμακοκινητική της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης δεν φαίνεται να είναι γραμμική, που σημαίνει ότι οι συγκεντρώσεις της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β στον ορό δεν είναι αναλογικές με την αυξανόμενη δόση. Αυτή η μη αναλογική σχέση δόσης-ανταπόκρισης πιστεύεται ότι οφείλεται στον κορεσμό της δικτυοενδοθηλιακής κάθαρσης της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β. Δεν υπήρξε σημαντική συσσώρευση του φαρμάκου στο πλάσμα μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 1 έως 7,5 mg/kg/ημέρα. Ο όγκος κατανομής την ημέρα 1 και σε σταθεροποιημένη κατάσταση υποδηλώνει ότι η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β κατανέμεται εκτενώς στους ιστούς. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής (t½β) της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις ήταν περίπου 7 ώρες. Οι τιμές μετρήθηκαν σε ένα εύρος από έξι έως δέκα ώρες. Η απέκκριση της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β δεν έχει μελετηθεί. Οι μεταβολικές οδοί της αμφοτερικίνης Β και της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β είναι άγνωστες.
Βάσει του μεγέθους του λιποσώματος, θεωρείται ότι η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β δεν υφίσταται σπειραματική διήθηση ούτε απεκκρίνεται από τους νεφρούς, αποφεύγοντας έτσι την αλληλεπίδραση της αμφοτερικίνης Β με τα κύτταρα των περιφερικών σωληναρίων και μειώνοντας τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας που παρατηρείται με τις δοσολογικές μορφές της συμβατικής αμφοτερικίνης Β.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β δεν έχει μελετηθεί λεπτομερώς. Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, μπορεί να υποτεθεί ότι δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή διαδικασίες αιμοδιήθησης. Ωστόσο, εάν είναι δυνατόν, το Amphotericin B Liposomal/Tillomed δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της ίδιας της διαδικασίας.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - AMPHOTERICIN 50MG/VIAL
Yδρογονωμένη φωσφατιδυλοχολίνη σόγιας Xοληστερόλη
Dιστεαροϋλ-φωσφατιδυλογλυκερόλη All-rac-α-τοκοφερόλη
Σακχαρόζη
Eξαϋδρικό ηλεκτρικό δινάτριο
Nατρίου υδροξείδιο (E524) (για ρύθμιση του pH) Yδροχλωρικό οξύ, πυκνό (37%) (για ρύθμιση του pH)
Το Amphotericin B Liposomal/Tillomed δεν είναι συμβατό με αλατούχα διαλύματα και δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φάρμακα ή ηλεκτρολύτες.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
5 χρόνια
Διάρκεια ζωής μετά την ανασύσταση/αραίωση
Επειδή το Amphotericin B Liposomal/Tillomed δεν περιέχει κάποιο βακτηριοστατικό παράγοντα, από μικροβιολογικής άποψης, το ανασυσταμένο ή αραιωμένο φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως.
Οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση πριν από τη χορήγηση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν θα υπερβαίνουν τις 24 ώρες στους 2-8°C, εκτός εάν η ανασύσταση έχει πραγματοποιηθεί σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.
Ωστόσο, έχουν αποδειχθεί τα ακόλουθα δεδομένα χημικής και φυσικής σταθερότητας κατά τη χρήση για το Amphotericin B Liposomal/Tillomed:
Διάρκεια ζωής μετά την ανασύσταση
Γυάλινα φιαλίδια για 48 ώρες στους 25 ± 2°C εκτεθειμένα σε φως περιβάλλοντος. Γυάλινα φιαλίδια και σύριγγες πολυπροπυλενίου έως 7 ημέρες στους 2 - 8°C. Μην καταψύχετε.
ΜΗ ΦΥΛΑΣΣΕΤΕ μερικώς χρησιμοποιημένα φιαλίδια για μελλοντική χρήση σε ασθενείς.
Διάρκεια ζωής μετά την αραίωση με ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης
Σάκκος έγχυσης PVC: 25 ± 2°C ή 2 - 8°C. Μην καταψύχετε. Δείτε τον παρακάτω πίνακα για συστάσεις:
| Διαλύτης | Συγκέντρωση | Συγκέντρωση Αμφοτερικίνης B mg/mL | Μέγιστη διάρκεια φύλαξηςστους 2-8°C | Μέγιστη διάρκεια φύλαξηςστους 25±2°C |
| Δεξτρόζη 50 mg/mL(5%) διάλυμα για έγχυση | 1:2 | 2,0 | 7 ημέρες | 72 ώρες |
| 1:8 | 0,5 | 7 ημέρες | 72 ώρες | |
| 1:20 | 0,2 | 4 ημέρες | 24 ώρες | |
| Δεξτρόζη 100 mg/mL(10%)διάλυμα για έγχυση | 1:2 | 2,0 | 48 ώρες | 72 ώρες |
| Δεξτρόζη 200 mg/mL(20%)διάλυμα για έγχυση | 1:2 | 2,0 | 48 ώρες | 72 ώρες |
Σάκοι έγχυσης πολυολεφίνης: 25 ± 2°C ή 2 - 8°C. Μην καταψύχετε. Δείτε τον παρακάτω πίνακα για συστάσεις:
| Διαλύτης | Συγκέντρωση | Συγκέντρωση Αμφοτερικίνης B mg/mL | Μέγιστη διάρκεια φύλαξης στους 2-8°C | Μέγιστη διάρκεια φύλαξης στους 25±2°C |
| Δεξτρόζη 50 mg/mL(5%) διάλυμα για έγχυση | 1:2 | 2,0 | 7 ημέρες | 24 ώρες |
| 1:8 | 0,5 | 7 ημέρες | 24 ώρες | |
| 1:20 | 0,2 | 7 ημέρες | 24 ώρες | |
| Δεξτρόζη 100mg/mL (10%) διάλυμα για έγχυση | 1:2 | 2,0 | 48 ώρες | |
| 1:20 | 0,2 | 48 ώρες | ||
| Δεξτρόζη 200mg/mL (20%)διάλυμα για έγχυση | 1:2 | 2,0 | 48 ώρες |
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση και αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος βλ. παράγραφο 6.3.
Το Amphotericin B Liposomal/Tillomed παρέχεται σε αποστειρωμένα, διαυγή γυάλινα Τύπου Ι φιαλίδια των 20 ml. Το σύστημα κλεισίματος αποτελείται από ένα σκούρο γκρι ελαστικό πώμα εισχώρησης βρωμοβουτυλίου με επίστρωση omniflex 3G και σφράγιση με δακτύλιο αλουμινίου στον οποίο εφαρμόζει αποσπώμενο πλαστικό πώμα μπλε χρώματος χωρίς ανάγλυφο. Τα φιαλίδια μιας χρήσης διατίθενται σε χάρτινα κουτιά με φίλτρα μεγέθους πόρων 5 μικρομέτρων.
Συσκευασίες:
1 φιαλίδιο με 1 φίλτρο και 10 φιαλίδια με 10 φίλτρα. Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
Παρακαλείστε να διαβάσετε προσεκτικά ολόκληρη την παράγραφο πριν ξεκινήσετε την προετοιμασία.
Λόγω των μοναδικών φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων, το προϊόν δεν είναι ισοδύναμο με μη λιποσωμιακά σκευάσματα αμφοτερικίνης Β.
Πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε να αποφεύγεται η ανάμειξη αυτών των προϊόντων καθώς οι
δοσολογίες τους διαφέρουν.
Το Amphotericin B Liposomal/Tillomed πρέπει να ανασυσταθεί με στείρο ύδωρ για ενέσιμα (χωρίς αντιβακτηριακούς παράγοντες) και να αραιωθεί μόνο σε γλυκόζη 50 mg/mL (5%), 100 mg/mL (10%) ή 200 mg/mL (20%) διάλυμα για έγχυση.
Το Amphotericin B Liposomal/Tillomed δεν είναι συμβατό με διάλυμα χλωριούχου νατρίου. Να μην διαλύετε ή αραιώνετε ποτέ με διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή να μην χορηγείτε μέσω ενδοφλέβιας γραμμής, που χρησιμοποιήθηκε προηγουμένως για χλωριούχο νάτριο, εκτός εάν έχει προηγουμένως ξεπλυθεί με διάλυμα γλυκόζης 50 mg/mL (5%), 100 mg/mL (10%) ή 200 mg/mL (20%) για έγχυση. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, το Amphotericin B Liposomal/Tillomed θα πρέπει να χορηγείται μέσω ξεχωριστής γραμμής. Το Amphotericin B Liposomal/Tillomed ΔΕΝ πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φάρμακα ή ηλεκτρολύτες. Χρησιμοποιήστε άσηπτη τεχνική σε όλα τα στάδια εργασίας, καθώς ούτε το Amphotericin B Liposomal/Tillomed ούτε τα καθορισμένα διαλύματα διάλυσης και αραίωσης περιέχουν συντηρητικά.
Μετά την ανασύσταση, pH (μεταξύ 5,0 και 6,0) και ωσμογραμμομοριακότητα (μεταξύ 200 mOsmol/kg έως 400 mOsmol/kg).
Το έτοιμο προς χρήση Amphotericin B Liposomal/Tillomed διασπορά προς έγχυση παρασκευάζεται ως εξής:
-
Ενέσετε 12 ml στείρου ύδατος για ενέσιμα σε κάθε φιαλίδιο Amphotericin B Liposomal/Tillomed για να επιτευχθεί διάλυμα που περιέχει 4 mg/ml αμφοτερικίνης Β (συνολικός όγκος 12,5 ml).
-
ΑΜΕΣΩΣ μετά την προσθήκη του ύδατος, ΑΝΑΚΙΝΗΣΤΕ ΔΥΝΑΤΑ ΤΟ ΦΙΑΛΙΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 30 ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ για να επιτευχθεί πλήρης διασπορά του Amphotericin B Liposomal/Tillomed. Μετά την ανασύσταση με ύδωρ για ενέσιμα, το πυκνό σκεύασμα είναι μια διαυγής, κίτρινη διασπορά. Επιθεωρήστε οπτικά το φιαλίδιο για σωματίδια και ανακινήστε μέχρι να επιτευχθεί πλήρης διασπορά αλλά όχι περισσότερο από 120 δευτερόλεπτα. Η διασπορά δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εάν υπάρχουν ενδείξεις καθίζησης σωματιδίων.
-
Υπολογίστε την ποσότητα του ανασυσταθέντος Amphotericin B Liposomal/Tillomed (συγκέντρωση 4 mg/ml) που απαιτείται για περαιτέρω αραίωση (βλ. Πίνακα 4).
-
Η έτοιμη προς χρήση διασπορά προς έγχυση λαμβάνεται με αραίωση του ανασυσταθέντος Amphotericin B Liposomal/Tillomed με 1-19 όγκους διαλύματος γλυκόζης 50 mg/mL (5%), 100 mg/mL (10%) ή 200 mg/mL (20%) για έγχυση.
Η τελική συγκέντρωση είναι επομένως στο συνιστώμενο εύρος 2,0 - 0,2 mg/ml αμφοτερικίνης Β ως Amphotericin B Liposomal/Tillomed (βλ. Πίνακα 4).
-
Αναρροφήστε τον επιθυμητό όγκο του ανασυσταθέντος Amphotericin B Liposomal/Tillomed σε μια αποστειρωμένη σύριγγα και μεταφέρετε σε αποστειρωμένο περιέκτη με την απαιτούμενη ποσότητα διαλύματος γλυκόζης 50 mg/mL (5%), 100 mg/mL (10%) ή 200 mg/mL (20%) για έγχυση χρησιμοποιώντας το φίλτρο 5 μm που παρέχεται.
Ένα ενσωματωμένο φίλτρο μεμβράνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ενδοφλέβια έγχυση του Amphotericin B Liposomal/Tillomed. Ωστόσο, η μέση διάμετρος πόρων του φίλτρου πρέπει να είναι τουλάχιστον 1,0 μm.
Πίνακας 4: Παράδειγμα παρασκευής Amphotericin B Liposomal/Tillomed διασποράς προς έγχυση σε δόση 3 mg/kg/ημέρα σε διάλυμα για έγχυση γλυκόζης 50 mg/mL (5%).
| Σωμα-τικό βάρος (kg) | Αριθμός απαιτού-μενων φιαλιδίων | Ποσότητα Λιποσωμια-κής αμφοτερικί-νης Β (mg) που πρέπει να αναρροφη-θεί για περαιτέρωαραίωση | Όγκος ανασυσταθεί-σας λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β (ml)* | Παρασκευή συγκέντρωσης 0,2 mg/ml(1 προς 20 αραίωση) | Παρασκευή συγκέντρωσης 2,0 mg/ml(1 προς 2 αραίωση) | ||
| Όγκος Απαιτού-μενου Διαλύμα-τος γλυκόζης 50 mg/mL(5%) (ml) | Συνολικός όγκος (ml; Λιποσωμια-κής αμφοτερικί-νης Βμαζί με 50 mg/mL(5%)διαλύματος γλυκόζης) | Όγκος Απαιτού-μενου Διαλύμα-τος γλυκόζης 50 mg/mL(5%) (ml) | Συνολικός όγκος (ml; Λιποσωμια-κής αμφοτερικί-νης Βμαζί με 50mg/mL (5%) διαλύματος γλυκόζης) | ||||
| 10 | 1 | 30 | 7,5 | 142,5 | 150 | 7,5 | 15 |
| 25 | 2 | 75 | 18,75 | 356,25 | 375 | 18,75 | 37,5 |
| 40 | 3 | 120 | 30 | 570 | 600 | 30 | 60 |
| 55 | 4 | 165 | 41,25 | 783,75 | 825 | 41,25 | 82,5 |
| 70 | 5 | 210 | 52,5 | 997,5 | 1050 | 52,5 | 105 |
| 85 | 6 | 255 | 63,75 | 1211,25 | 1275 | 63,75 | 127,5 |
* Κάθε φιαλίδιο Amphotericin B Liposomal/Tillomed (50 mg) ανασυστήνεται με 12 ml ύδατος για ενέσιμα για να παρέχει συγκέντρωση 4 mg/ml αμφοτερικίνης Β.
Το φαρμακευτικό προϊόν προορίζεται για μία μόνο χρήση και κάθε αχρησιμοποίητο διάλυμα θα πρέπει να απορρίπτεται. Μη φυλάσσετε ανοιγμένα φιαλίδια για μελλοντική χρήση.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.