BRUFEN N® F.C.TAB 200MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - BRUFEN 200MG/TAB
Ρευματοειδής αρθρίτιδα, οστεοαρθρίτιδα. Δυσμηνόρροια χωρίς οργανικά αίτια. Άλγος ήπιας έως μέτριας έντασης. Πυρετός σε ενήλικες και εφήβους.
Παιδιά ετών 6–12 (>20 kg): Οξύ άλγος και πυρετός που σχετίζονται με κοινό κρυολόγημα. Οι ενδείξεις για τα παιδιά ισχύουν μόνο για τα δισκία των 200 mg.
Δοσολογία
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά με τη χαμηλότερη αναμενόμενη αποτελεσματική δόση, η οποία μπορεί στη συνέχεια να προσαρμόζεται ανάλογα με τη θεραπευτική ανταπόκριση και τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες. Στη μακροχρόνια θεραπεία θα πρέπει να επιδιώκεται μία χαμηλή δόση συντήρησης.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για τη μικρότερη διάρκεια, η οποία είναι απαραίτητη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 4.4).
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (≥ 40 kg):
Ρευματικές παθήσεις
Ένα δισκίο των 400 mg τρεις φορές ημερησίως ή ένα δισκίο των 600 mg τρεις φορές ημερησίως. Μεταξύ των δόσεων θα πρέπει να μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον 4-6 ωρών. Για ταχύτερη ανακούφιση της πρωινής δυσκαμψίας, η πρώτη δόση μπορεί να λαμβάνεται με άδειο στομάχι. Η δόση
θα πρέπει να μειώνεται σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας. Η μέγιστη δόση που μπορεί να ληφθεί εντός ενός 24ώρου είναι 2.400 mg.
Δυσμηνόρροια
Ένα δισκίο 400 mg μία έως τρεις φορές ημερησίως, ανάλογα με τις ανάγκες. Μεταξύ των δόσεων θα πρέπει να μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον 4-6 ωρών. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά με την πρώτη ένδειξη προβλημάτων εμμήνου ρύσεως.
Ήπιας έως μέτριας έντασης άλγος: Ένα δισκίο των 200 mg ή ένα δισκίο των 400 mg ως εφάπαξ δόση ή τρεις έως τέσσερις φορές ημερησίως. Μεταξύ των δόσεων θα πρέπει να μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον 4-6 ωρών. Για εφάπαξ δόσεις άνω των 400 mg δεν έχει αποδειχθεί επιπρόσθετο αναλγητικό αποτέλεσμα.
Πυρετός σε ενήλικες και εφήβους:
Ένα δισκίο των 200mg ή ένα των 400mg μία έως τρεις φορές την ημέρα όπως απαιτείται.
Παιδιατρικός πληθυσμός:Παιδιά ετών 6–12 (>20 kg)
Οξύ άλγος και πυρετός που σχετίζεται με κοινό κρυολόγημα
Ένα δισκίο των 200 mg μία έως τρεις φορές την ημέρα. Μεταξύ των δόσεων θα πρέπει να μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον 4-6 ωρών.
Τα δισκία δε συνιστώνται για παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών.
Πληθυσμός ηλικιωμένωνΟι ηλικιωμένοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για τις σοβαρές συνέπειες των ανεπιθύμητων ενεργειών. Εάν κάποιο ΜΣΑΦ θεωρείται απαραίτητο, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για τη συντομότερη δυνατή διάρκεια. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά για γαστρεντερική αιμορραγία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΜΣΑΦ. Εάν υπάρχει νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, η δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται.
Νεφρική δυσλειτουργία
Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή με τη δοσολογία της ιβουπροφαίνης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται. Η δόση θα πρέπει να διατηρείται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή με τη δοσολογία της ιβουπροφαίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Η δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται και η δόση θα πρέπει να διατηρείται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Τρόπος χορήγησης
Για επίτευξη ταχύτερης έναρξης της δράσης, η δόση μπορεί να ληφθεί με άδειο στομάχι. Σε ασθενείς με στομαχική ευαισθησία, συνιστάται λήψη της ιβουπροφαίνης μαζί με τροφή.
Τα δισκία Brufen N πρέπει να λαμβάνονται με ένα ποτήρι νερό. Τα δισκία Brufen N θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και δε θα πρέπει να μασώνται, να σπάζονται, να θρυμματίζονται ή να πιπιλίζονται προκειμένου να αποφεύγεται η στοματική δυσφορία και ο ερεθισμός του φάρυγγα.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ενεργό γαστρικό ή δωδεκαδακτυλικό έλκος ή ιστορικό υποτροπιάζοντος δωδεκαδακτυλικού έλκους/αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα διακριτά επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας).
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (Κατηγορία IV κατά NYHA).
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (ρυθμός σπειραματικής διήθησης κάτω από 30 mL/min). Καταστάσεις που ενέχουν αυξημένη αιμορραγική τάση.
Γαστρεντερική αιμορραγία ή διάτρηση, σχετιζόμενη με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ. Τρίτο τρίμηνο της κύησης.
Λόγω διασταυρούμενων αντιδράσεων, το Brufen N δε θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που είχαν εμφανίσει συμπτώματα άσθματος, ρινίτιδας ή κνίδωσης έπειτα από τη λήψη ασπιρίνης ή άλλων ΜΣΑΦ.
Γενικές προειδοποιήσεις
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν με χρήση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης για το μικρότερο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 4.2 και γαστρεντερικές και καρδιαγγειακές διαταραχές παρακάτω).
Η μακροχρόνια χρήση αναλγητικών μπορεί να προκαλέσει κεφαλαλγία, η οποία δεν πρέπει να αντιμετωπισθεί με υψηλότερες δόσεις του φαρμάκου.
Με την ταυτόχρονη κατανάλωση αλκοόλ, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη δραστική ουσία, ιδιαίτερα εκείνες που σχετίζονται με το γαστρεντερικό ή το κεντρικό νευρικό σύστημα, μπορεί να αυξηθούν με τη χρήση ΜΣΑΦ.
Υπάρχουν ενδείξεις πως τα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση κυκλοοξυγενάσης/ προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσουν τη γονιμότητα της γυναίκας λόγω επίδρασης στην ωορρηξία. Αυτό είναι αναστρέψιμο με τη διακοπή της θεραπείας.
Καρδιαγγειακές επιδράσεις
Απαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση και ιατρική συμβουλή για ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης ή/και ήπιας έως μέτριας καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς έχουν αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Κλινικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση της ιβουπροφαίνης, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις (2.400 mg/ημέρα), μπορεί να σχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου εμφάνισης θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Συνολικά, οι επιδημιολογικές μελέτες δεν υποδεικνύουν ότι οι χαμηλές δόσεις ιβουπροφαίνης (π.χ. ≤ 1200 mg/ημέρα) συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων.
Οι ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (βαθμού II-III κατά NYHA), διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο ή/και αγγειοεγκεφαλική νόσο πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με ιβουπροφαίνη μόνο κατόπιν προσεκτικής αξιολόγησης, και πρέπει να αποφεύγονται οι υψηλές δόσεις (2.400 mg/ημέρα). Απαιτείται επίσης προσεκτική αξιολόγηση πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου εμφάνισης
καρδιαγγειακών επεισοδίων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμα), ιδιαίτερα εάν απαιτείται η χορήγηση υψηλών δόσεων ιβουπροφαίνης (2.400 mg/ημέρα).
Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με ιστορικό υπέρτασης ή/και καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς έχουν αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα συσχετιζόμενα με θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Έχουν αναφερθεί περιστατικά συνδρόμου Kounis σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με
Brufen N. Ως σύνδρομο Kounis ορίζονται τα καρδιαγγειακά συμπτώματα που είναι δευτερογενή σε μια αλλεργική ή υπερευαίσθητη αντίδραση η οποία σχετίζεται με στένωση των στεφανιαίων αρτηριών και που δυνητικά έχει ως αποτέλεσμα το έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση και διάτρηση
Υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της δόσης και σοβαρής γαστρεντερικής αιμορραγίας. Η ταυτόχρονη χορήγηση ιβουπροφαίνης με άλλα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) θα πρέπει να αποφεύγεται.
Οι ηλικιωμένοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από τα ΜΣΑΦ, ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση, οι οποίες μπορεί να αποβούν θανατηφόρες.
Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση ή διάτρηση που μπορεί να είναι θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών επεισοδίων.
Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, εξέλκωσης ή διάτρησης είναι υψηλότερος με τις αυξημένες δόσεις ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό πεπτικού έλκους, ιδιαίτερα εάν περιπλέκεται με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. παράγραφο 4.3) και στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς με τους παραπάνω παράγοντες κινδύνου θα πρέπει να ξεκινήσουν τη θεραπεία με τη χαμηλότερη δυνατή δόση.
Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης βλεννογονοπροστατευτικών φαρμάκων (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων) για αυτούς τους ασθενείς, καθώς και για ασθενείς στους οποίους χορηγούνται χαμηλές δόσεις ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλα φάρμακα που ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό (βλ. παρακάτω και παράγραφο 4.5).
Θα πρέπει να συστήνεται στους ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικών αντιδράσεων, ιδιαίτερα όταν είναι ηλικιωμένοι, να βρίσκονται σε εγρήγορση για τυχόν ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία) ιδίως στα αρχικά στάδια της θεραπείας και σε περίπτωση εμφάνισης αυτών των συμπτωμάτων να ζητούν ιατρική βοήθεια.
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εξέλκωσης ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως η βαρφαρίνη, οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή τα αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα όπως ασπιρίνη (βλ. παράγραφο 4.5).
Όταν εμφανίζεται γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν ιβουπροφαίνη, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Τα ΜΣΑΦ θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου, π.χ. ελκώδης κολίτιδα, νόσος του Crohn, επειδή αυτές οι καταστάσεις μπορεί να επιδεινωθούν (βλ. παράγραφο 4.8).
Νεφρικές επιδράσεις
Πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με αφυδάτωση. Yπάρχει κίνδυνος εμφάνισης νεφρικής δυσλειτουργίας ειδικά σε παιδιά και εφήβους με αφυδάτωση και στους ηλικιωμένους.
Όπως με τα άλλα ΜΣΑΦ, η μακροχρόνια χορήγηση της ιβουπροφαίνης έχει ως αποτέλεσμα νέκρωση των νεφρικών θηλών καθώς και άλλες παθολογικές αλλοιώσεις στους νεφρούς. Έχει επίσης παρατηρηθεί νεφρική τοξικότητα σε ασθενείς στους οποίους οι προσταγλανδίνες των νεφρών παίζουν έναν αντισταθμιστικό ρόλο στη διατήρηση της φυσιολογικής νεφρικής αιμάτωσης. Στους ασθενείς αυτούς, η χορήγηση ενός ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει δοσoεξαρτώμενη μείωση της σύνθεσης προσταγλανδινών και, κατά δεύτερο λόγο, της ροής του αίματος στους νεφρούς, που μπορεί να προκαλέσουν νεφρική ανεπάρκεια. Οι ασθενείς που κινδυνεύουν περισσότερο να εμφανίσουν την αντίδραση αυτή είναι όσοι έχουν έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, οι ηλικιωμένοι και όσοι παίρνουν διουρητικά και αναστολείς ΜΕΑ. Τα συμπτώματα είναι συνήθως αναστρέψιμα έπειτα από τη διακοπή του ΜΣΑΦ.
Σε ασθενείς με νεφρική, ηπατική ή καρδιακή δυσλειτουργία, θα πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο δυνατό διάστημα και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία (βλ. επίσης Παράγραφο 4.3).
Αιματολογικές επιδράσεις
Η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, με αποτέλεσμα παράταση του χρόνου ροής.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
Απαιτείται προσοχή όταν η ιβουπροφαίνη χορηγείται σε ασθενείς που πάσχουν από βρογχικό άσθμα ή έχουν ιστορικό βρογχικού άσθματος, χρόνιας ρινίτιδας ή αλλεργικών νόσων, καθώς η ιβουπροφαίνη έχει αναφερθεί ότι προκαλεί βρογχόσπασμο, κνίδωση ή αγγειοοίδημα σε αυτούς τους ασθενείς.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs)
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs), συμπεριλαμβανομένης της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του πολύμορφου ερυθήματος, του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) της Τοξικής Επιδερμικής Νεκρόλυσης (TEN), της φαρμακευτικής αντίδρασης με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (σύνδρομο DRESS), και της οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη χρήση της ιβουπροφαίνης (βλ. παράγραφο 4.8). Η πλειονότητα των εν λόγω ενεργειών εκδηλώθηκε εντός του πρώτου μήνα.
Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά των ενεργειών αυτών, η χρήση ιβουπροφαίνης πρέπει να αποσυρθεί αμέσως και να εξεταστεί εναλλακτική θεραπεία (κατά περίπτωση).
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Κατ’ εξαίρεση, η ανεμοβλογιά μπορεί να αποτελέσει την αρχή σοβαρών λοιμωδών επιπλοκών του δέρματος και των μαλακών μορίων. Μέχρι σήμερα, η συμβολή των ΜΣΑΦ στην επιδείνωση αυτών των λοιμώξεων δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνεπώς, συνιστάται να αποφεύγεται η χρήση του Brufen N σε περίπτωση ανεμοβλογιάς.
Κάλυψη συμπτωμάτων υποκείμενων λοιμώξεων
Το Brufen N μπορεί να καλύψει συμπτώματα λοίμωξης, οδηγώντας ενδεχομένως σε καθυστερημένη έναρξη της κατάλληλης αγωγής και, επομένως, επιδεινώνοντας την έκβαση της λοίμωξης. Αυτό έχει παρατηρηθεί σε περιστατικά βακτηριακής πνευμονίας της κοινότητας και βακτηριακών επιπλοκών της ανεμοβλογιάς. Όταν το Brufen N χορηγείται για την ανακούφιση από τον πυρετό ή τον πόνο σε σχέση με λοίμωξη, συνιστάται η παρακολούθηση της λοίμωξης. Σε μη νοσοκομειακά περιβάλλοντα, ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλευτεί γιατρό, εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται.
Άσηπτη μηνιγγίτιδα
Σε σπάνιες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί άσηπτη μηνιγγίτιδα σε ασθενείς σε θεραπεία με ιβουπροφαίνη. Παρ’ όλο που ίσως είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με συστηματικό
ερυθηματώδη λύκο και σχετιζόμενα νοσήματα του συνδετικού ιστού, έχει αναφερθεί και σε ασθενείς που δεν έχουν υποκείμενη χρόνια νόσο.
Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με γαστρεντερικά προβλήματα, ΣΕΛ, αιματολογικές διαταραχές ή διαταραχές πηκτικότητας και άσθμα και οι ασθενείς να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΜΣΑΦ, επειδή η κατάστασή τους μπορεί να επιδεινωθεί από τα ΜΣΑΦ.
Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα
Tα δισκία Brufen N περιέχουν λακτόζη μονοϋδρική και δε θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλλειψη λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης.
Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δοσολογική μονάδα, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
Πρέπει να αποφεύγονται οι ακόλουθοι συνδυασμοί με το Brufen N:
Ομάδα δικουμαρόλης: Τα ΜΣΑΦ αυξάνουν τη δράση των αντιπηκτικών όπως της βαρφαρίνης. Πειραματικές μελέτες δείχνουν ότι η ιβουπροφαίνη ενισχύει τη δράση της βαρφαρίνης στο χρόνο ροής. Τα ΜΣΑΦ και η ομάδα δικουμαρόλης μεταβολίζονται από το ίδιο ένζυμο, δηλαδή το CYP2C9.
Αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα: Τα ΜΣΑΦ δε θα πρέπει να συνδυάζονται με αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα όπως τικλοπιδίνη λόγω αθροιστικής αναστολής της λειτουργίας των αιμοπεταλίων (βλέπε παρακάτω).
Μεθοτρεξάτη: Τα ΜΣΑΦ αναστέλλουν τη σωληναριακή απέκκριση της μεθοτρεξάτης και μπορεί επίσης να σημειωθεί κάποιου βαθμού μεταβολική αλληλεπίδραση με μειωμένη κάθαρση της μεθοτρεξάτης, ως αποτέλεσμα. Συνεπώς, κατά την αγωγή με υψηλές δόσεις μεθοτρεξάτης θα πρέπει να αποφεύγεται πάντα η συνταγογράφηση ΜΣΑΦ (βλέπε παρακάτω).
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ: Η ταυτόχρονη χορήγηση ιβουπροφαίνης και ακετυλοσαλικυλικού οξέος γενικά δε συνιστάται λόγω του ενδεχόμενου αυξημένης εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών.
Πειραματικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ιβουπροφαίνη πιθανόν να αναστείλει ανταγωνιστικά την επίδραση των χαμηλών δόσεων ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων όταν τα δύο φάρμακα χορηγούνται ταυτόχρονα. Παρόλο που υπάρχουν ασάφειες ως προς την προβολή των εν λόγω δεδομένων σε κλινικές συνθήκες, δεν αποκλείεται η πιθανότητα ότι η τακτική, μακροπρόθεσμη χρήση της ιβουπροφαίνης ενδέχεται να μειώσει την καρδιοπροστατευτική επίδραση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος χαμηλής δοσολογίας. Δεν υπάρχει το ενδεχόμενο κλινικά σχετικής επίδρασης από την περιστασιακή χρήση της ιβουπροφαίνης (βλ. παράγραφο 5.1).
Καρδιακές γλυκοσίδες: Τα ΜΣΑΦ μπορεί να επιδεινώσουν την καρδιακή ανεπάρκεια, να μειώσουν τη σπειραματική διήθηση και να αυξήσουν τα επίπεδα καρδιακών γλυκοσίδων (π.χ. διγοξίνη) στο πλάσμα.
Μιφεπριστόνη: Μείωση στην αποτελεσματικότητα του φαρμακευτικού προϊόντος μπορεί θεωρητικά να συμβεί λόγω των αντιπροσταγλανδινικών ιδιοτήτων των ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Περιορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η συγχορήγηση ΜΣΑΦ κατά την ημέρα χορήγησης της προσταγλανδίνης δεν επηρεάζει αρνητικά τα αποτελέσματα της μιφεπριστόνης ή της προσταγλανδίνης ως προς την τραχηλική ωρίμανση ή τη συσταλτικότητα της μήτρας και δεν μειώνει την κλινική αποτελεσματικότητα της φαρμακευτικής διακοπής της κύησης.
Σουλφονυλουρίες: Υπήρξαν σπάνιες αναφορές υπογλυκαιμίας σε ασθενείς υπό θεραπεία με σουλφονυλουρίες που λαμβάνουν ιβουπροφαίνη.
Ζιδοβουδίνη: Υπάρχουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου για αιμάρθρωση και αιμάτωμα σε HIV (+) αιμοφιλικούς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ζιδοβουδίνη και ιβουπροφαίνη.
Στους παρακάτω συνδυασμούς με το Brufen N μπορεί να απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης:
Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν τη δράση των διουρητικών και των άλλων αντιυπερτασικών παραγόντων.
Τα διουρητικά μπορεί επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας των ΜΣΑΦ. Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν την απέκκριση των αμινογλυκοσίδων.
Παιδιά: Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την ταυτόχρονη αγωγή με ιβουπροφαίνη και αμινογλυκοσίδες.
Λίθιο: Η ιβουπροφαίνη μειώνει τη νεφρική κάθαρση του λιθίου, με αποτέλεσμα την πιθανή αύξηση των επιπέδων λιθίου στον ορό. Ο συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν είναι δυνατή η διεξαγωγή συχνών ελέγχων των επιπέδων λιθίου στον ορό και η μείωση της δόσης του λιθίου.
Αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές αγγειοτασίνης-ΙΙ και διουρητικά:
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνους οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, συνήθως αναστρέψιμης, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (π.χ. αφυδατωμένοι ή/και ηλικιωμένοι ασθενείς όταν η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ ή ανταγωνιστές αγγειοτασίνης ΙΙ χορηγείται ταυτόχρονα με ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων κυκλοοξυγενάσης-2. Συνεπώς, αυτός ο συνδυασμός θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι επαρκώς ενυδατωμένοι και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο ελέγχου της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της συνδυασμένης θεραπείας καθώς και σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
β-αποκλειστές: Τα ΜΣΑΦ αντισταθμίζουν την αντιυπερτασική δράση των β-αδρενεργικών αποκλειστών.
Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs):
Τόσο οι SSRIs όσο και τα ΜΣΑΦ ενέχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας π.χ. από το γαστρεντερικό. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται με τη συνδυασμένη θεραπεία. Ο μηχανισμός μπορεί να συνδέεται με τη μειωμένη πρόσληψη σεροτονίνης από τα αιμοπετάλια (βλ. παράγραφο 4.4).
Κυκλοσπορίνη: Η ταυτόχρονη χορήγηση ΜΣΑΦ και κυκλοσπορίνης πιστεύεται πως μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας λόγω της μειωμένης σύνθεσης της προστακυκλίνης στους νεφρούς. Συνεπώς, σε περίπτωση θεραπείας συνδυασμού, θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά η νεφρική λειτουργία.
Καπτοπρίλη: Πειραματικές μελέτες υποδηλώνουν πως η ιβουπροφαίνη αντισταθμίζει τη δράση της καπτοπρίλης ως προς την απέκκριση του νατρίου.
Χολεστυραμίνη: Η ταυτόχρονη χορήγηση ιβουπροφαίνης και χολεστυραμίνης επιβραδύνει και μειώνει (κατά 25%) την απορρόφηση της ιβουπροφαίνης. Τα φάρμακα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 2 ωρών.
Θειαζίδες, σκευάσματα θειαζιδικού τύπου και διουρητικά αγκύλης: Τα ΜΣΑΦ μπορεί να αντισταθμίσουν τη διουρητική δράση της φουροσεμίδης και της βουμετανίδης, πιθανόν μέσω αναστολής σύνθεσης προσταγλανδινών. Μπορούν επίσης να αντισταθμίσουν την αντιυπερτασική δράση των θειαζίδων.
Τακρόλιμους: Η ταυτόχρονη χορήγηση ΜΣΑΦ και τακρόλιμους πιστεύεται πως μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας λόγω της μειωμένης σύνθεσης της προστακυκλίνης στους νεφρούς. Συνεπώς, σε περίπτωση θεραπείας συνδυασμού, θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά η νεφρική λειτουργία.
Μεθοτρεξάτη: Ο κίνδυνος πιθανής αλληλεπίδρασης μεταξύ ενός ΜΣΑΦ και της μεθοτρεξάτης θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη όταν χορηγείται αγωγή χαμηλής δόσης με μεθοτρεξάτη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Στις περιπτώσεις όπου χορηγείται συνδυασμένη θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία. Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή εάν τα ΜΣΑΦ και η μεθοτρεξάτη χορηγηθούν εντός του ίδιου 24ώρου, επειδή μπορεί να επέλθει αύξηση των επιπέδων της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα, οδηγώντας σε αυξημένη τοξικότητα (βλ. παραπάνω).
Κορτικοστεροειδή: Η ταυτόχρονη θεραπεία οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας.
Αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα: Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ. παραπάνω).
Αναστολείς του CYP2C9: Ταυτόχρονη χορήγηση ιβουπροφαίνης με αναστολείς του CYP2C9 μπορεί να αυξήσει την έκθεση στην ιβουπροφαίνη (υπόστρωμα του CYP2C9). Σε μία μελέτη με βορικοναζόλη και φλουκοναζόλη (αναστολείς του CYP2C9) σημειώθηκε αυξημένη έ κθεση στην S(+)-ιβουπροφαίνη κατά 80 έως 100%. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της ιβουπροφαίνης κατά τη συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP2C9 ιδιαίτερα όταν χορηγούνται υψηλές δόσεις ιβουπροφαίνης σε συνδυασμό με βορικοναζόλη ή φλουκοναζόλη.
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Κύηση
Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εγκυμοσύνη ή/και την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακής δυσπλασίας και γαστρόσχισης μετά τη χρήση ενός αναστολέα της σύνθεσης προσταγλανδινών στην αρχή της εγκυμοσύνης. Ο απόλυτος κίνδυνος για καρδιαγγειακή δυσπλασία αυξήθηκε από <1% έως περίπου 1,5%. Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνεται ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Στα ζώα, η χορήγηση ενός αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί σε αύξηση των απωλειών προ-και μετά εμφύτευσης και της εμβρυϊκής θνησιμότητας. Επιπλέον, αυξημένη επίπτωση διαφόρων δυσπλασιών, περιλαμβανομένων των καρδιαγγειακών, έχει αναφερθεί σε ζώα που τους χορηγήθηκε αναστολέας σύνθεσης των προσταγλανδινών κατά την περίοδο της οργανογένεσης. Από την 20η εβδομάδα της εγκυμοσύνης και μετά, η χρήση ιβουπροφαίνης μπορεί να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο ως αποτέλεσμα νεφρικής δυσλειτουργίας του εμβρύου. Αυτό μπορεί να συμβεί λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμο με τη διακοπή. Επιπλέον, υπήρξαν αναφορές συστολής του αρτηριακού πόρου μετά από θεραπεία στο δεύτερο τρίμηνο, οι περισσότερες από τις οποίες υποχώρησαν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Επομένως το Brufen N δεν θα πρέπει να χορηγηθεί κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Αν το Brufen N χρησιμοποιείται από μια γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά τη διάρκεια του πρώτου ή του δεύτερου τριμήνου της κύησης, η δόση θα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατό χαμηλότερη και η διάρκεια της θεραπείας να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προγεννητική παρακολούθηση για ολιγοϋδράμνιο και στένωση του αρτηριακού πόρου μετά από έκθεση σε ιβουπροφαίνη για αρκετές ημέρες από την 20ή εβδομάδα κύησης και μετά. Το Brufen N θα πρέπει να διακόπτεται εάν εντοπιστεί ολιγοϋδράμνιο ή συστολή του αρτηριακού πόρου.
Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης, όλοι οι αναστολείς σύνθεσης των προσταγλανδινών ενδέχεται να εκθέσουν το έμβρυο στα ακόλουθα:
-
Καρδιοπνευμονική τοξικότητα (πρώιμη στένωση/κλείσιμο του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση)
-
Νεφρική δυσλειτουργία, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο (βλέπε παραπάνω).
Στο τέλος της εγκυμοσύνης, οι αναστολείς σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να εκθέσουν τη μητέρα και το νεογνό στα εξής:
-
Παράταση του χρόνου ροής
-
Αναστολή των συσπάσεων της μήτρας, που μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερημένο ή παρατεταμένο τοκετό.
Κατά συνέπεια, το Brufen N αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τελευταίου τρίμηνου της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Η ιβουπροφαίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, ωστόσο με τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων στα πλαίσια βραχυχρόνιας θεραπείας ο κίνδυνος επίδρασης στο βρέφος φαίνεται απίθανος. Εάν, ωστόσο συνταγογραφηθεί αγωγή μεγαλύτερης διάρκειας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο πρόωρης διακοπής του θηλασμού.
Γονιμότητα
Η χρήση της ιβουπροφαίνης μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που έχουν δυσκολίες να συλλάβουν ή που υποβάλλονται σε έλεγχο της στειρότητας, θα πρέπει να εξετάζεται διακοπή της θεραπείας με ιβουπροφαίνη.
Μετά τη θεραπεία με ιβουπροφαίνη, ο χρόνος αντίδρασης των ασθενών ενδέχεται να επηρεαστεί. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν απαιτείται αυξημένη επαγρύπνηση π.χ. κατά την οδήγηση αυτοκινήτου. Η δράση αυτή είναι εντονότερη σε συνδυασμό με οινόπνευμα.
Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν με την ιβουπροφαίνη είναι παρόμοιο με εκείνο των άλλων ΜΣΑΦ.
-
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γαστρεντερικής φύσης.
Έχουν αναφερθεί ναυτία, έμετος διάρροια, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, μέλαινα, αιματέμεση, ελκώδης στοματίτιδα, αιμορραγία του γαστρεντερικού και έξαρση της ελκώδους κολίτιδας και της νόσου του Crohn (βλ. παράγραφο 4.3) μετά από χορήγηση ιβουπροφαίνης. Λιγότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν είναι γαστρίτιδα, δωδεκαδακτυλικό έλκος και γαστρικό έλκος και διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα.
Τα γαστρεντερικά έλκη, η διάτρηση ή η αιμορραγία μπορεί μερικές φορές να είναι μοιραία, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένα άτομα (βλ. παράγραφο 4.4).
-
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, σοβαρές δερματικές λοιμώξεις και λοιμώδεις επιπλοκές από τα μαλακά μόρια μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια ανεμοβλογιάς. Έχει περιγραφεί επιδείνωση των φλεγμονών που σχετίζονται με λοίμωξη (π.χ. ανάπτυξη νεκρωτικής περιτονιίτιδας) που συμπίπτει με τη χρήση των ΜΣΑΦ.
-
Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
Κλινικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση της ιβουπροφαίνης, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις (2400 mg/ημέρα), μπορεί να σχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου εμφάνισης θρομβωτικών αρτηριακών επεισοδίων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, βλ. παράγραφο 4.4).
Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
-
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Η ιβουπροφαίνη μπορεί να προκαλέσει παράταση του χρόνου ροής μέσω αναστρέψιμης αναστολής της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων.
-
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Στην πλειονότητα των περιστατικών άσηπτης μηνιγγίτιδας που αναφέρθηκαν, υπήρχε κάποιο υποκείμενο αυτοάνοσο νόσημα (ιδιαίτερα, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και συναφή νοσήματα του συνδετικού ιστού).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες είναι τουλάχιστον πιθανώς σχετιζόμενα με την ιβουπροφαίνη περιγράφονται βάσει συχνότητας κατηγορίας οργανικού συστήματος κατά MedDRA. Οι κατηγορίες συχνοτήτων ορίζονται ως: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1000 έως
<1/100), Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000) και Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Όχι συχνές Ρινίτιδα Σπάνιες Άσηπτη μηνιγγίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4) Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Όχι συχνές Λευκοπενία, θρομβοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία και αιμολυτική αναιμία Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Όχι συχνές Υπερευαισθησία Σπάνιες Αναφυλακτική αντίδραση Ψυχιατρικές διαταραχές Όχι συχνές Αϋπνία, άγχος Σπάνιες Κατάθλιψη, συγχυτική κατάσταση Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές Κεφαλαλγία, ζάλη Όχι συχνές Παραισθησία, υπνηλία Σπάνιες Οπτική νευρίτιδα Οφθαλμικές διαταραχές Όχι συχνές Έκπτωση οπτικής οξύτητας Σπάνιες Τοξική οπτική νευροπάθεια Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Όχι συχνές Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας Σπάνιες Εμβοές, ίλιγγος Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Όχι συχνές Άσθμα, βρογχόσπασμος, δύσπνοια Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Συχνές Δυσπεψία, διάρροια, ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, μέλαινα, αιματέμεση,γαστρεντερική αιμορραγία Όχι συχνές Γαστρίτιδα, δωδεκαδακτυλικό έλκος, γαστρικό έλκος, εξέλκωση του στόματος, γαστρεντερική διάτρηση Πολύ σπάνιες Παγκρεατίτιδα Μη γνωστές Έξαρση κολίτιδας και νόσου του Crohn Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Όχι συχνές Ηπατίτιδα, ίκτερος, ηπατικήλειτουργία μη φυσιολογική Σπάνιες Ηπατική βλάβη Πολύ σπάνιες Ηπατική ανεπάρκεια Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές Εξάνθημα Όχι συχνές Κνίδωση, κνησμός, πορφύρα, αγγειοοίδημα, αντίδραση φωτοευαισθησίας Πολύ σπάνιες Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs) (συμπεριλαμβανομένου του πολύμορφου ερυθήματος, της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικήςνεκρόλυσης) Μη γνωστές Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS) Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP), Σταθερόφαρμακευτικό εξάνθημα Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Όχι συχνές Νεφροτοξικότητα διαφόρων μορφών, π.χ. διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων, νεφρωσικό σύνδρομο και νεφρική ανεπάρκεια Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές Κόπωση Σπάνιες Οίδημα Καρδιακές διαταραχές Μη γνωστές Καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, Σύνδρομο Kounis (βλ. παράγραφο 4.4) Αγγειακές διαταραχές Μη γνωστές Υπέρταση Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε:
ΕλλάδαΕθνικό Οργανισμό Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr
ΚύπροςΦαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας
CY-1475 Λευκωσία Τηλ: +357 22608607
Φαξ: + 357 22608669
Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
Τοξικότητα
Κίνδυνος συμπτωμάτων τοξικότητας σε δόσεις >80–100 mg/kg. Σε δόσεις >200 mg/kg υπάρχει ο κίνδυνος σοβαρών συμπτωμάτων, αν και υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις από άτομο σε άτομο. Δόση 560 mg/kg σε ένα παιδί ηλικίας 15 μηνών οδήγησε σε σοβαρή δηλητηρίαση, δόση 3,2 g σε ένα 6χρονο παιδί οδήγησε σε ήπια έως μέτρια δηλητηρίαση, δόσεις 2,8–4 g σε ένα παιδί 1½ έτους και 6 g σε ένα παιδί 6 ετών οδήγησαν σε σοβαρή δηλητηρίαση ακόμη και έπειτα από πλύση στομάχου. Δόση 8 g σε έναν ενήλικα οδήγησε σε μέτρια δηλητηρίαση, ενώ δόση >20 g σε έναν ενήλικα οδήγησε σε πολύ σοβαρή δηλητηρίαση. Δόση 8 g χορηγούμενη σε έναν 16χρονο είχε επίδραση στους νεφρούς, ενώ δόση 12 g σε συνδυασμό με αλκοόλ σε έναν έφηβο οδήγησε σε οξεία σωληναριακή νέκρωση.
Συμπτώματα
Τα κύρια συμπτώματα προέρχονται από το γαστρεντερικό όπως ναυτία, κοιλιακά άλγη, έμετος (πιθανόν με αίμα) - επίσης κεφαλαλγία, εμβοές, σύγχυση και νυσταγμός. Σε υψηλές δόσεις, απώλεια συνείδησης, σπασμοί (κυρίως σε παιδιά). Βραδυκαρδία, υπόταση. Μεταβολική οξέωση, υπερνατριαιμία, νεφρικές επιδράσεις, αιματουρία. Πιθανές ηπατικές επιδράσεις. Περιστασιακά έχουν αναφερθεί υποθερμία και ARDS.
Παρατεταμένη χρήση σε δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες ή υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε νεφρική σωληναριακή οξέωση και υποκαλιαιμία.
Αντιμετώπιση
Εάν ενδείκνυται, πλύση στομάχου, άνθρακας. Σε περίπτωση γαστρεντερικών προβλημάτων, αντιόξινα. Σε περίπτωση υπότασης, ενδοφλέβια υγρά και εάν απαιτείται ινότροπη υποστήριξη. Θα πρέπει να εξασφαλίζεται επαρκής διούρηση. Θα πρέπει να διορθώνονται οι διαταραχές της οξεοβασικής ισορροπίας και των ηλεκτρολυτών. Λοιπές συμπτωματικές αγωγές.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - BRUFEN 200MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιφλεγμονώδη και αντιρευματικά φάρμακα, μη στεροειδή, παράγωγα προπιονικού οξέος
Κωδικός ATC: M01AE01
Μηχανισμός δράσης
Το Brufen N ανήκει στην ομάδα των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ). Περιέχει ένα παράγωγο του προπιονικού οξέος, το p-isobutyl-hydrotropic acid, το οποίο είναι γνωστό με τη γενόσημη ονομασία ιβουπροφαίνη. Η ιβουπροφαίνη έχει, αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση. Η αντιφλογιστική της δράση είναι συγκρίσιμη με της ασπιρίνης και της ινδομεθακίνης. Η φαρμακολογική δράση της ιβουπροφαίνης εικάζεται ότι συνδέεται με την ικανότητά της να αναστέλλει τη σύνθεση των προσταγλανδινών. Η ιβουπροφαίνη παρατείνει τον χρόνο ροής μέσω αναστρέψιμης αναστολής στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Πειραματικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ιβουπροφαίνη πιθανόν να αναστείλει ανταγωνιστικά την επίδραση των χαμηλών δόσεων ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων όταν τα δύο φάρμακα χορηγούνται ταυτόχρονα. Ορισμένες φαρμακοδυναμικές μελέτες υποδεικνύουν ότι,
όταν χορηγήθηκαν εφάπαξ δόσεις 400 mg ιβουπροφαίνης εντός 8 ωρών πριν ή εντός 30 λεπτών μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος άμεσης αποδέσμευσης (81 mg), παρατηρήθηκε μείωση της δράσης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στον σχηματισμό θρομβοξανών ή στη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Παρόλο που υπάρχουν ασάφειες ως προς την παρέκταση των εν λόγω δεδομένων σε κλινικές συνθήκες, δεν αποκλείεται η πιθανότητα ότι η τακτική, μακροπρόθεσμη χρήση της ιβουπροφαίνης ενδέχεται να μειώσει την καρδιοπροστατευτική επίδραση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος χαμηλής δοσολογίας. Δεν υπάρχει το ενδεχόμενο κλινικά σχετικής επίδρασης από την περιστασιακή χρήση της ιβουπροφαίνης (βλ. παράγραφο 4.5).
Η ιβουπροφαίνη αναστέλλει τη σύνθεση των νεφρικών προσταγλανδινών. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, αυτή η δράση δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, μη αντιρροπούμενη καρδιακή ή ηπατική ανεπάρκεια, όπως και καταστάσεις που ενέχουν μεταβολές στον όγκο του πλάσματος, η προκληθείσα αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να οδηγήσει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια, κατακράτηση υγρών και καρδιακή ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.3).
Απορρόφηση
Η ιβουπροφαίνη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σύστημα με βιοδιαθεσιμότητα 80-90%. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις στο ορό επιτυγχάνονται μία έως δύο ώρες μετά τη χορήγηση. Εάν χορηγηθεί συνοδεία τροφής, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό είναι χαμηλότερες και επιτυγχάνονται βραδύτερα συγκριτικά με τη λήψη με άδειο στομάχι. Η τροφή δεν επηρεάζει σημαντικά τη συνολική βιοδιαθεσιμότητα.
Κατανομή
Η ιβουπροφαίνη δεσμεύεται εκτενώς με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (99%). Η ιβουπροφαίνη έχει μικρό όγκο κατανομής περίπου 0,12 - 0,2 L/kg στους ενήλικες.
Βιομετασχηματισμός
Η ιβουπροφαίνη μεταβολίζεται ταχέως στο ήπαρ μέσω του κυτοχρώματος Ρ450, κατά προτίμηση του CYP2C9, σε δύο πρωτογενείς αδρανείς μεταβολίτες, 2-hydroxyibuprofen και 3-carboxyibuprofen.
Μετά την από του στόματος λήψη του φαρμάκου, ελαφρώς λιγότερο από το 90% μιας από του στόματος δόσης ιβουπροφαίνης μπορεί να ανιχνευθεί στα ούρα ως οξειδωτικοί μεταβολίτες και τα συζευγμένα γλυκουρονίδιά τους. Πολύ μικρή ποσότητα ιβουπροφαίνης απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα.
Αποβολή
Η απέκκριση από τους νεφρούς είναι ταχεία και πλήρης. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι περίπου δύο ώρες. Η απέκκριση της ιβουπροφαίνης έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί 24 ώρες μετά την τελευταία δόση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεδομένης της απουσίας νεφρικής δυσλειτουργίας, υπάρχουν μόνο μικρές, κλινικά ασήμαντες διαφορές στο φαρμακοκινητικό προφίλ και την απέκκριση στα ούρα μεταξύ των νέων και των ηλικιωμένων.
Παιδιά
Στα παιδιά ηλικίας 1 έτους και άνω, μετά από προσαρμογή της θεραπευτικής δόσης ως προς το βάρος (5 mg/kg έως 10 mg/kg σωματικού βάρους), η συστηματική έκθεση στην ιβουπροφαίνη, φαίνεται να είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων.
Παιδιά ηλικίας 3 μηνών έως 2,5 ετών φάνηκε να έχουν μεγαλύτερο όγκο κατανομής (L/kg) και κάθαρση (L/kg/h) της ιβουπροφαίνης από ότι τα παιδιά ηλικίας άνω των 2,5 έως 12 ετών.
Νεφρική δυσλειτουργία
Για ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία, έχουν αναφερθεί αυξημένο επίπεδο της αδέσμευτης (S)-ιβουπροφαίνης, υψηλότερες τιμές AUC για την (S)-ιβουπροφαίνη και αυξημένες αναλογίες AUC (S/R) των εναντιομερών σε σύγκριση με τα υγιή άτομα. Σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονταν σε αιμοδιύλιση, το μέσο ελεύθερο κλάσμα της ιβουπροφαίνης ήταν περίπου 3% σε σύγκριση με περίπου 1% σε υγιείς εθελοντές. Σοβαρή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση των μεταβολιτών της ιβουπροφαίνης. Η σημασία αυτής της δράσης είναι άγνωστη. Οι μεταβολίτες μπορεί να απομακρυνθούν με αιμοδιύλιση (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.4).
Ηπατική δυσλειτουργία
Αλκοολική ηπατοπάθεια με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν οδήγησε σε σημαντικά αλλοιωμένες φαρμακοκινητικές παραμέτρους.
Σε κιρρωτικούς ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh 6-10) που έλαβαν θεραπεία με ρακεμική ιβουπροφαίνη, παρατηρήθηκε κατά μέσο όρο διπλάσια παράταση του χρόνου ημίσειας ζωής και η αναλογία AUC των εναντιομερών (S/R) ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες υποδεικνύοντας διαταραχή της μεταβολικής αντιστροφής της (R)-ιβουπροφαίνης στο δραστικό (S)-εναντιομερές (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.4).
Φαρμακευτικές πληροφορίες - BRUFEN 200MG/TAB
Πυρήνας Δισκίου
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη Λακτόζη μονοϋδρική
Πυριτίου οξείδιο κολλοειδές άνυδρο Νάτριο λαουρυλοθειικό
Μαγνήσιο στεατικό
Επικάλυψη δισκίου Υπρομελλόζη Τάλκης
Τιτανίου διοξείδιο E171
200 mg: Κυψέλη (blister) PVC/Al ή PVC/PVdC/Al: 30 δισκία Φιάλη HDPE με πώμα πολυπροπυλενίου: 100 δισκία
400 mg: Κυψέλη (blister) PVC/Al ή PVC/PVdC/Al: 20, 30, 60 δισκία Φιάλη HDPE με πώμα πολυπροπυλενίου: 100 δισκία
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.