CONTROLOC CONTROL GR.TAB 20MG/TAB
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CONTROLOC 20MG/TAB
Το CONTROLOC Control ενδείκνυται για βραχυχρόνια αντιμετώπιση συμπτωμάτων παλινδρόμησης (π.χ. αισθήματος καύσου, αναγωγής οξέος) σε ενήλικες.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg παντοπραζόλης (ένα δισκίο) την ημέρα.
Μπορεί να είναι απαραίτητη η λήψη των δισκίων για 2-3 συνεχείς ημέρες για να επιτευχθεί βελτίωση των συμπτωμάτων. Όταν έχει επιτευχθεί πλήρης ανακούφιση από τα συμπτώματα, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Η θεραπεία δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 4 εβδομάδες χωρίς τη συμβουλή γιατρού.
Εάν δεν υπάρξει ανακούφιση από τα συμπτώματα εντός 2 εβδομάδων συνεχούς θεραπείας, πρέπει να γίνει σύσταση στον ασθενή να συμβουλευτεί γιατρό.
Ειδικοί πληθυσμοί
Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το CONTROLOC Control δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των
18 ετών λόγω ανεπαρκών στοιχείων για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα. Τρόπος χορήγησης
Τα γαστροανθεκτικά δισκία CONTROLOC Control 20 mg δεν πρέπει να μασώνται ή να συνθλίβονται και πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα μαζί με υγρό πριν από γεύμα.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Δεν συνιστάται η συγχορήγηση της παντοπραζόλης με αναστολείς της πρωτεάσης του HIV των οποίων η απορρόφηση εξαρτάται από το όξινο ενδογαστρικό pH, όπως η αταζαναβίρη και η νελφιναβίρη, λόγω της σημαντικής μείωσης στη βιοδιαθεσιμότητά τους (βλ. παράγραφο 4.5).
Πρέπει να γίνει σύσταση στους ασθενείς να συμβουλευτούν γιατρό εάν:
-
Έχουν ακούσια απώλεια βάρους, αναιμία, αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, δυσφαγία, επίμονο έμετο ή έμετο με αίμα, επειδή η παντοπραζόλη μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα και να καθυστερήσει τη διάγνωση σοβαρής κατάστασης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η κακοήθεια πρέπει να αποκλείεται.
-
Είχαν προηγούμενο γαστρικό έλκος ή είχαν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση του γαστρεντερικού.
-
Είναι υπό συνεχή συμπτωματική θεραπεία της δυσπεψίας ή του αισθήματος καύσου για 4 ή περισσότερες εβδομάδες.
-
Έχουν ίκτερο, ηπατική δυσλειτουργία ή ηπατοπάθεια.
-
Έχουν οποιαδήποτε άλλη σοβαρή νόσο που επηρεάζει τη γενική καλή κατάσταση.
-
Είναι ηλικίας άνω των 55 ετών με νέα ή προσφάτως μεταβληθέντα συμπτώματα.
Ασθενείς με μακροχρόνια υποτροπιάζοντα συμπτώματα δυσπεψίας ή αισθήματος καύσου πρέπει να επισκέπτονται το γιατρό τους σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Ιδιαίτερα, ασθενείς άνω των 55 ετών που σε καθημερινή βάση λαμβάνουν οποιοδήποτε μη συνταγογραφούμενο φάρμακο για δυσπεψία ή αίσθημα καύσου πρέπει να ενημερώνουν το φαρμακοποιό ή το γιατρό τους.
Οι ασθενείς δεν πρέπει να λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλον αναστολέα αντλίας πρωτονίων ή Η2 - ανταγωνιστή.
Οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται το γιατρό τους πριν τη λήψη αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος εάν πρόκειται να υποβληθούν σε ενδοσκόπηση ή δοκιμασία αναπνοής με ουρία.
Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι τα δισκία δεν προορίζονται να παρέχουν άμεση ανακούφιση.
Οι ασθενείς μπορεί να αρχίσουν να αισθάνονται ανακούφιση από τα συμπτώματα μετά περίπου μία ημέρα θεραπείας με παντοπραζόλη, αλλά μπορεί να είναι απαραίτητο να λαμβάνουν την παντοπραζόλη για 7 ημέρες για να επιτευχθεί πλήρης έλεγχος του αισθήματος καύσου. Οι ασθενείς δεν πρέπει να λαμβάνουν την παντοπραζόλη ως προληπτικό φάρμακο.
Γαστρεντερικές λοιμώξεις προκαλούμενες από βακτήρια
Μειωμένη γαστρική οξύτητα, οφειλόμενη σε οποιαδήποτε μέσα - συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων αντλίας πρωτονίων - αυξάνει τις τιμές στις γαστρικές μετρήσεις των βακτηρίων που φυσιολογικά βρίσκονται στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν το οξύ οδηγεί σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων, όπως λοιμώξεων από Salmonella, Campylobacter ή Clostridium difficile.
Βαριές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs)
Σε συσχέτιση με την παντοπραζόλη έχουν αναφερθεί, με μη γνωστή συχνότητα, βαριές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs), συμπεριλαμβανομένου πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS), τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (ΤΕΝ) και φαρμακευτικής αντίδρασης με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), τα οποία μπορούν να είναι απειλητικά για τη
ζωή ή θανατηφόρα (βλ. παράγραφο 4.8).
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα σημεία και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις.
Εάν παρουσιαστούν σημεία ή συμπτώματα που υποδεικνύουν αυτές τις αντιδράσεις, θα πρέπει να διακοπεί αμέσως η παντοπραζόλη και να εξεταστεί μια εναλλακτική θεραπεία.
Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος (ΥΔΕΛ)
Οι αποκλειστές αντλίας πρωτονίων σχετίζονται με πολύ σπάνια περιστατικά υποξέος δερματικού ερυθηματώδους λύκου. Εάν παρατηρηθούν βλάβες, ιδίως σε περιοχές του δέρματος που εκτίθενται στον ήλιο, συνοδευόμενες από αρθραλγία, ο ασθενής πρέπει να αναζητήσει άμεσα ιατρική βοήθεια και οι επαγγελματίες του τομέα της υγείας πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο διακοπής της χορήγησης του CONTROLOC Control. Η εμφάνιση υποξέος δερματικού ερυθηματώδους λύκου μετά από τη χορήγηση ενός αποκλειστή αντλίας πρωτονίων ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο υποξέος δερματικού ερυθηματώδους λύκου με άλλους αποκλειστές αντλίας πρωτονίων.
Αλληλεπίδραση με εργαστηριακές εξετάσεις
Τα αυξημένα επίπεδα χρωμογρανίνης A (CgA) ενδέχεται να επηρεάζουν τη διερεύνηση νευροενδοκρινικών όγκων. Για να αποφεύγεται αυτή η αλληλεπίδραση, η θεραπεία με CONTROLOC Control πρέπει να διακόπτεται για τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις μετρήσεις της CgA (βλ. παράγραφο 5.1). Εάν οι τιμές της CgA και της γαστρίνης δεν επανέλθουν εντός του εύρους των τιμών αναφοράς μετά την αρχική μέτρηση, οι μετρήσεις πρέπει να επαναληφθούν 14 ημέρες μετά τη διακοπή της χρήσης αναστολέα αντλίας πρωτονίων.
Οι ακόλουθοι πρόσθετοι κίνδυνοι θεωρούνται σχετιζόμενοι με τη μακροχρόνια χρήση:
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν προορίζεται για βραχυχρόνια χρήση (έως 4 εβδομάδες) μόνο (βλ. παράγραφο 4.2). Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται σχετικά με τους πρόσθετους κινδύνους με τη μακροχρόνια χρήση των φαρμακευτικών προϊόντων και πρέπει να δίνεται έμφαση στην ανάγκη συνταγής από ιατρό και τακτικής παρακολούθησης.
Επίδραση στην απορρόφηση της βιταμίνης Β12
Η παντοπραζόλη, όπως και όλα τα φάρμακα που αναστέλλουν την παραγωγή οξέος, ενδέχεται να μειώσει την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 (κυανοκοβαλαμίνης) λόγω υποχλωρυδρίας ή αχλωρυδρίας. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με μειωμένα αποθέματα στον οργανισμό ή παράγοντες κινδύνου για μειωμένη απορρόφηση της βιταμίνης Β12 σε μακροχρόνια θεραπεία, ή εάν παρατηρούνται αντίστοιχα κλινικά συμπτώματα.
Κάταγμα των οστών
Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, ειδικά αν χρησιμοποιούνται σε υψηλές δόσεις και για μεγάλα χρονικά διαστήματα (> 1 έτους), ενδέχεται να αυξήσουν μέτρια τον κίνδυνο για κάταγμα του ισχίου, του καρπού και της σπονδυλικής στήλης, κυρίως σε ηλικιωμένους ή επί υπάρξεως άλλων αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου. Μελέτες παρατήρησης υποδεικνύουν ότι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορούν να αυξήσουν τον συνολικό κίνδυνο κατάγματος κατά 10–40%. Μέρος αυτής της αύξησης ενδέχεται να οφείλεται σε άλλους παράγοντες κινδύνου. Οι ασθενείς με κίνδυνο οστεοπόρωσης πρέπει να έχουν φροντίδα σύμφωνα με τις επικρατούσες κλινικές κατευθυντήριες γραμμές και πρέπει να έχουν επαρκή πρόσληψη βιταμίνης D και ασβεστίου.
Υπομαγνησιαιμία
Βαριά υπομαγνησιαιμία έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPIs), όπως είναι η παντοπραζόλη, για τουλάχιστον τρεις μήνες, και στις περισσότερες περιπτώσεις για ένα έτος. Σοβαρές εκδηλώσεις υπομαγνησιαιμίας, όπως κόπωση, τετανία, παραλήρημα, σπασμοί, ζάλη και κοιλιακή αρρυθμία, μπορούν να εμφανιστούν, αλλά
ενδέχεται να ξεκινήσουν ύπουλα και να παραβλεφθούν. Η υπομαγνησιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε υπασβεστιαιμία ή/και υποκαλιαιμία (βλ. παράγραφο 4.8). Στους περισσότερους επηρεαζόμενους ασθενείς, η υπομαγνησιαιμία (και η συσχετιζόμενη με την υπομαγνησιαιμία υπασβεστιαιμία ή/και υποκαλιαιμία) βελτιώθηκε μετά από αποκατάσταση του μαγνησίου και διακοπή του αναστολέα αντλίας πρωτονίων (PPI).
Για ασθενείς που αναμένεται να υποβληθούν σε παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPIs) με διγοξίνη ή με φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ. διουρητικά), οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο μέτρησης των επιπέδων μαγνησίου πριν από την έναρξη της θεραπείας με αναστολέα αντλίας πρωτονίων (PPI) και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
To CONTROLOC Control περιέχει νάτριο
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Φαρμακευτικά προϊόντα με φαρμακοκινητική απορρόφησης εξαρτώμενη από το pH
Το CONTROLOC Control μπορεί να μειώσει την απορρόφηση δραστικών ουσιών των οποίων η βιοδιαθεσιμότητα εξαρτάται από το γαστρικό pH (π.χ. κετοκοναζόλης).
Αναστολείς της πρωτεάσης του HIV
Αντενδείκνυται η συγχορήγηση της παντοπραζόλης με αναστολείς της πρωτεάσης του HIV των οποίων η απορρόφηση εξαρτάται από το όξινο ενδογαστρικό pH, όπως η αταζαναβίρη και η νελφιναβίρη, λόγω της σημαντικής μείωσης στη βιοδιαθεσιμότητά τους (βλ. παράγραφο 4.3).
Kουμαρινικά αντιπηκτικά (φαινπροκουμόνη ή βαρφαρίνη)
Παρόλο που σε μελέτες κλινικής φαρμακoκινητικής δεν παρατηρήθηκε καμία αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια συγχορήγησης με φαινπροκουμόνη ή βαρφαρίνη, έχουν αναφερθεί λίγα μεμονωμένα περιστατικά μεταβολών της τιμής της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR) κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας, στην περίοδο μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Ως εκ τούτου, σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπευτική αγωγή με κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. φαινπροκουμόνη ή βαρφαρίνη), η παρακολούθηση χρόνου προθρομβίνης/INR συνιστάται μετά την έναρξη, λήξη ή κατά τη διάρκεια μη τακτικής λήψης παντοπραζόλης.
Μεθοτρεξάτη
Ταυτόχρονη χρήση υψηλής δόσης μεθοτρεξάτης (π.χ. 300 mg) και αναστολέων αντλίας πρωτονίων έχει αναφερθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης σε κάποιους ασθενείς. Συνεπώς, σε σχήματα όπου χρησιμοποιείται υψηλή δόση μεθοτρεξάτης, για παράδειγμα σε καρκίνο και ψωρίαση, μπορεί να χρειασθεί να εξετασθεί προσωρινή διακοπή της παντοπραζόλης.
Άλλες μελέτες αλληλεπίδρασης
Η παντοπραζόλη μεταβολίζεται στο ήπαρ μέσω του ενζυμικού συστήματος του κυτοχρώματος P450. Μελέτες αλληλεπίδρασης με καρβαμαζεπίνη, καφεΐνη, διαζεπάμη, δικλοφενάκη, διγοξίνη, αιθανόλη, γλιβενκλαμίδη, μετοπρολόλη, ναπροξένη, νιφεδιπίνη, φαινυτοΐνη, πιροξικάμη, θεοφυλλίνη και ένα από του στόματος αντισυλληπτικό που περιέχει λεβονοργεστρέλη και αιθινυλοιστραδιόλη δεν κατέδειξαν κλινικώς σημαντικές αλληλεπιδράσεις. Ωστόσο, αλληλεπίδραση της παντοπραζόλης με άλλες ουσίες που μεταβολίζονται από το ίδιο ενζυμικό σύστημα δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
Δεν υπήρξαν αλληλεπιδράσεις με συγχρόνως χορηγούμενα αντιόξινα.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-εργαστηριακών δοκιμών
Έχουν υπάρξει αναφορές ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων σε μερικές δοκιμές ούρων διαλογής για τετραϋδροκανναβινόλη (THC) σε ασθενείς που λάμβαναν παντοπραζόλη. Θα πρέπει να εξεταστεί μια εναλλακτική μέθοδος επιβεβαίωσης για τη διακρίβωση θετικών αποτελεσμάτων.
Kύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της παντοπραζόλης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Προκλινικές μελέτες δεν έδειξαν μειωμένη γονιμότητα ή τερατογόνες ενέργειες (βλ. παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Η παντοπραζόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Η παντοπραζόλη/οι μεταβολίτες της έχουν ανιχνευτεί στο ανθρώπινο γάλα. Η επίδραση της παντοπραζόλης στα νεογνά/βρέφη είναι άγνωστη. Το CONTROLOC Control δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν στοιχεία μειωμένης γονιμότητας που να ακολουθούν τη χορήγηση παντοπραζόλης σε μελέτες σε ζώα (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Το CONTROLOC Control δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Ωστόσο, ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ζάλη και οπτικές διαταραχές μπορεί να εμφανισθούν (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν υπάρξει επίδραση, οι ασθενείς δεν πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Περίπου το 5% των ασθενών μπορεί να αναμένεται να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με την παντοπραζόλη.
Στον παρακάτω πίνακα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται σύμφωνα με την ταξινόμηση κατά ΜedDRA ως προς τη συχνότητα: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές
(≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες ενέργειες με παντοπραζόλη σε κλινικές δοκιμές και από εμπειρία μετά την κυκλοφορία
| ΣυχνότηταΚατηγορία οργάνουσυστήματος | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστές |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ακοκκιοκυτταραιμία | Θρομβοπενία, Λευκοπενία, Πανκυτταρο- πενία | |||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομέ- νων των αναφυλακτικών αντιδράσεων και αναφυλακτικήςκαταπληξίας) | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπερλιπιδαιμίες και αυξήσεις λιπιδίων (τριγλυκεριδίων, χοληστερόλης), Μεταβολέςσωματικού βάρους | Υπονατριαιμία, Υπομαγνησιαι- μία, Υπασβεστιαι- μία(1),Υποκαλιαιμία(1) | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Διαταραχές ύπνου | Κατάθλιψη (και όλες οι καταστάσεις επιδείνωσης) | Αποπροσανα- τολισμός (και όλες οι καταστάσεις επιδείνωσης) | Ψευδαίσθηση, Σύγχυση (ιδιαίτερα σε ασθενείς με προδιάθεση, καθώς και επιδείνωση αυτών των συμπτωμάτων σεπερίπτωση προΰπαρξης) | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, ζάλη | Διαταραχές γεύσης | Παραισθησία | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Διαταραχές όρασης / θαμπή όραση | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύποδες αδενίων θόλου (καλοήθεις) | Διάρροια, Ναυτία / έμετος, Διάταση της κοιλίας και μετεωρισμός, Δυσκοιλιότη- τα, ξηροστομία, Κοιλιακόάλγος και δυσφορία | Μικροσκοπική κολίτιδα | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ηπατικά ένζυμα αυξημένα (τρανσαμινά- σες, γ-GT) | Χολερυθρίνη αυξημένη | Ηπατοκυτταρι- κή βλάβη, Ικτερος, Ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια |
| ΣυχνότηταΚατηγορίαοργάνου συστήματος | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Μη γνωστές |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα, Κνησμός | Κνίδωση, Αγγειοοίδημα | Σύνδρομο Stevens-Johnson, Σύνδρομο Lyell, (ΤΕΝ),φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS),Πολύμορφο ερύθημα, Φωτοευαισθη- σία,Υποξύς δερματικός ερυθηματώδηςλύκος (βλ. παράγραφο 4.4) | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Κάταγμα του καρπού, του ισχίου και της σπονδυλικής στήλης | Αρθραλγία, Μυαλγία | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων (με πιθανή εξέλιξησε νεφρική ανεπάρκεια) | ||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Γυναικομαστία | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσειςτης οδού χορήγησης | Εξασθένιση,κ όπωση καιαίσθημα κακουχίας | Θερμοκρασία σώματος αυξημένη, Οίδημα περιφερικό |
(1) Η υπασβεστιαιμία ή/και η αποκαλιαιμία μπορεί να σχετίζονται με την εμφάνιση υπομαγνησιαιμίας (βλ. παράγραφο 4.4)
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
Δόσεις έως 240 mg χορηγούμενες ενδοφλεβίως για 2 λεπτά ήταν καλά ανεκτές.
Επειδή η παντοπραζόλη παρουσιάζει υψηλό βαθμό πρωτεΐνικής σύνδεσης, δεν είναι εύκολα διυλίσιμη.
Στην περίπτωση υπερδοσολογίας με κλινικά σημεία δηλητηρίασης, εκτός από συμπτωματική και υποστηρικτική θεραπεία, δεν μπορούν να γίνουν ειδικές θεραπευτικές συστάσεις.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CONTROLOC 20MG/TAB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aναστολείς αντλίας πρωτονίων, κωδικός ATC: Α02ΒC02 Μηχανισμός δράσης
Η παντοπραζόλη είναι μία υποκατεστημένη βενζιμιδαζόλη η οποία αναστέλλει την έκκριση υδροχλωρικού οξέος στο στομάχι με ειδικό αποκλεισμό των αντλιών πρωτονίων των τοιχωματικών κυττάρων.
Η παντοπραζόλη μετατρέπεται στην ενεργό της μορφή, ένα κυκλικό σουλφοναμίδιο, στο όξινο περιβάλλον των τοιχωματικών κυττάρων, όπου αναστέλλει το ένζυμο H+, K+-ATPάση, δηλαδή το τελικό στάδιο παραγωγής υδροχλωρικού οξέος στο στομάχι.
Η αναστολή είναι δοσοεξαρτώμενη και επηρεάζει και τη βασική έκκριση οξέος και την έκκριση οξέος μετά από διέγερση. Στους περισσότερους ασθενείς, απαλλαγή από τα συμπτώματα αισθήματος καύσου και παλινδρόμησης οξέος επιτυγχάνεται σε 1 εβδομάδα. Η παντοπραζόλη μειώνει την οξύτητα του στομάχου και ως εκ τούτου αυξάνει τη γαστρίνη, σε αναλογία με τη μείωση της οξύτητας. Η αύξηση της γαστρίνης είναι αναστρέψιμη. Επειδή η παντοπραζόλη ενώνεται με το ένζυμο μακράν του επιπέδου του υποδοχέα, μπορεί να αναστείλει την έκκριση υδροχλωρικού οξέος ανεξάρτητα από τη διέγερση από άλλες ουσίες (ακετυλοχολίνη, ισταμίνη, γαστρίνη). Η δράση είναι η ίδια αν η δραστική ουσία χορηγείται από το στόμα ή ενδοφλεβίως.
Οι τιμές γαστρίνης σε νηστεία αυξάνονται υπό την επίδραση της παντοπραζόλης. Σε βραχυχρόνια χρήση, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπερβαίνουν το ανώτερο φυσιολογικό όριο. Kατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας, τα επίπεδα γαστρίνης διπλασιάζονται στις περισσότερες περιπτώσεις. Ωστόσο, υπερβολική αύξηση συμβαίνει μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Ως αποτέλεσμα, παρατηρείται μικρή έως μέτρια αύξηση του αριθμού των ειδικών ενδοκρινικών (ΕCL) κυττάρων στο στομάχι, στη μειοψηφία των περιπτώσεων, κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας (απλή έως αδενωματώδης υπερπλασία). Ωστόσο, σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα, ο σχηματισμός καρκινοειδών προδρόμων (άτυπη υπερπλασία) ή γαστρικών καρκινοειδών όπως βρέθηκαν σε πειράματα σε ζώα (βλ. παράγραφο 5.3) δεν έχει παρατηρηθεί σε ανθρώπους.
Κατά τη θεραπεία με αντιεκκριτικά φαρμακευτικά προϊόντα, η μείωση της έκκρισης οξέων προκαλεί αύξηση των επιπέδων γαστρίνης στον ορό. Ομοίως, αυξάνονται τα επίπεδα CgA λόγω της μειωμένης γαστρικής οξύτητας. Τα αυξημένα επίπεδα CgA ενδέχεται να επηρεάζουν τη διερεύνηση νευροενδοκρινικών όγκων.
Από τα διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία προκύπτει ότι η χρήση αναστολέων αντλίας πρωτονίων θα πρέπει να διακόπτεται 5 ημέρες έως και 2 εβδομάδες πριν από τις μετρήσεις της CgA. Σκοπός της διακοπής είναι να διευκολυνθεί η επάνοδος τυχόν ψευδώς αυξημένων τιμών της CgA μετά τη θεραπεία με PPI εντός του εύρους των τιμών αναφοράς.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε αναδρομική ανάλυση 17 μελετών σε 5960 ασθενείς με γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση οι οποίοι υποβλήθηκαν σε μονοθεραπεία με 20 mg παντοπραζόλης, τα συμπτώματα που σχετίζονται με παλινδρόμηση οξέος π.χ. αίσθημα καύσου και αναγωγή οξέος αξιολογήθηκαν σύμφωνα με τυποποιημένη μεθοδολογία. Οι μελέτες που επιλέχθηκαν έπρεπε να έχουν τουλάχιστον μία καταγραφή συμπτώματος παλινδρόμησης οξέος στις 2 εβδομάδες. Η διάγνωση της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης σε αυτές τις μελέτες βασίστηκε σε ενδοσκοπική εκτίμηση, με
εξαίρεση μία μελέτη στην οποία η ένταξη ασθενών βασίστηκε στη συμπτωματολογία μόνο.
Σε αυτές τις μελέτες, το ποσοστό ασθενών που εμφάνισε πλήρη ανακούφιση από το αίσθημα καύσου μετά από 7 ημέρες ήταν μεταξύ 54,0% και 80,6% στην ομάδα της παντοπραζόλης. Μετά από 14 και 28 ημέρες, πλήρης ανακούφιση από το αίσθημα καύσου εμφανίσθηκε στο 62,9% έως 88,6% και στο 68,1% έως 92,3% των ασθενών, αντίστοιχα.
Για την πλήρη ανακούφιση από την αναγωγή οξέος, ελήφθησαν αποτελέσματα παρόμοια με τα αποτελέσματα για το αίσθημα καύσου. Μετά από 7 ημέρες το ποσοστό των ασθενών που εμφάνισε πλήρη ανακούφιση από την αναγωγή οξέος ήταν μεταξύ 61,5% και 84,4%, μετά από 14 ημέρες ήταν μεταξύ 67,7% και 90,4% και μετά από 28 ημέρες ήταν μεταξύ 75,2% και 94,5%, αντίστοιχα.
Η παντοπραζόλη αποδείχθηκε ότι υπερέχει του εικονικού φαρμάκου και των ανταγωνιστών των Η2 - υποδοχέων και ότι δεν είναι κατώτερη άλλων αναστολέων αντλίας πρωτονίων. Τα ποσοστά ανακούφισης από τα συμπτώματα παλινδρόμησης οξέος ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από το αρχικό στάδιο γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης.
Η φαρμακοκινητική δεν διαφέρει μετά από εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Στο εύρος δόσεων 10 έως 80 mg, η κινητική της παντοπραζόλης στο πλάσμα είναι γραμμική μετά και από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση.
Απορρόφηση
Η παντοπραζόλη απορροφάται πλήρως και ταχέως μετά από του στόματος χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα από το δισκίο βρέθηκε να είναι περίπου 77%. Κατά μέσο όρο, σε περίπου
2,0-2,5 ώρες μετά τη χορήγηση (tmax) εφάπαξ δόσης 20 mg από του στόματος, επιτυγχάνονται οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό (Cmax) που είναι περίπου 1-1,5 μg/ml και αυτές οι τιμές παραμένουν σταθερές μετά πολλαπλή χορήγηση. Η ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν είχε επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα (AUC ή Cmax), αλλά αύξησε τη μεταβλητότητα του λανθάνοντος χρόνου (tlag).
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 0,15 l/kg και η σύνδεση με τις πρωτεΐνες ορού είναι περίπου 98%. Βιομετασχηματισμός
Η παντοπραζόλη μεταβολίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο ήπαρ. Αποβολή
Η κάθαρση είναι περίπου 0,1 l/ώρα/kg και ο τελικός χρόνος ημιζωής (t1/2) είναι περίπου 1 ώρα. Υπήρξαν λίγες περιπτώσεις υποκειμένων με καθυστερημένη απομάκρυνση. Λόγω της ειδικής σύνδεσης της παντοπραζόλης με τις αντλίες πρωτονίων του τοιχωματικού κυττάρου, ο χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης δεν συσχετίζεται με την πολύ μεγαλύτερη διάρκεια δράσης (αναστολή της έκκρισης οξέος).
Η νεφρική απομάκρυνση αντιπροσωπεύει την κύρια οδό απέκκρισης (περίπου 80%) για τους μεταβολίτες της παντοπραζόλης, ενώ το υπόλοιπο αποβάλλεται με τα κόπρανα. Ο κύριος μεταβολίτης και στον ορό και στα ούρα είναι η απομεθυλιωμένη παντοπραζόλη, η οποία συζεύγνυται με θειικό ιόν. Ο χρόνος ημιζωής του κύριου μεταβολίτη (περίπου 1,5 ώρα) δεν είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της παντοπραζόλης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν συνιστάται μείωση της δόσης όταν η παντοπραζόλη χορηγείται σε ασθενείς με περιορισμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένων των ασθενών υπό διύλιση, που απομακρύνει μόνο αμελητέες ποσότητες παντοπραζόλης). Όπως και σε υγιή υποκείμενα, ο χρόνος ημιζωής της παντοπραζόλης είναι βραχύς. Παρόλο που ο κύριος μεταβολίτης έχει μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής (2-3 ώρες), η αποβολή εξακολουθεί να είναι ταχεία και έτσι δεν επέρχεται συσσώρευση.
Ηπατική δυσλειτουργία
Μετά τη χορήγηση παντοπραζόλης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορίες Α, Β και C κατά Child-Pugh), οι τιμές του χρόνου ημιζωής αυξήθηκαν και κυμάνθηκαν μεταξύ 3 και 7 ωρών και οι τιμές της AUC αυξήθηκαν κατά ένα συντελεστή 3-6, ενώ η Cmax αυξήθηκε μόνο ελαφρώς κατά ένα συντελεστή 1,3 σε σύγκριση με τη Cmax σε υγιή υποκείμενα.
Ηλικιωμένοι
Η μικρή αύξηση της AUC και της Cmax σε ηλικιωμένους εθελοντές σε σύγκριση με νεότερα άτομα δεν ήταν κλινικώς σχετική.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - CONTROLOC 20MG/TAB
Πυρήνας
Νάτριο ανθρακικό, άνυδρο Μαννιτόλη (E421) Κροσποβιδόνη
Ποβιδόνη K90 Ασβέστιο στεατικό
Επικάλυψη
Υπρομελλόζη Ποβιδόνη K25
Τιτανίου διοξείδιο (E171) Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172) Προπυλενογλυκόλη (E1520)
Συμπολυμερές μεθακρυλικού οξέος-αιθυλεστέρα ακρυλικού (1:1) Νάτριο λαουρυλοθειικό
Πολυσορβικό 80 Τριαιθυλεστέρας κιτρικός
Μελάνι τυπογραφικό
Κόμμεα λάκκας
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172) Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172) Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172) Αμμωνίας διάλυμα, συμπυκνωμένο
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.
Κυψέλες αλουμινίου/αλουμινίου με ή χωρίς εξωτερική ενίσχυση από χαρτόνι που περιέχουν 7 ή 14 γαστροανθεκτικά δισκία.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.