Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Αναζητήστε φάρμακα πιο γρήγορα. Δοκιμάστε τον ελεγκτή αλληλεπιδράσεων.
Σύνδεση
Εγγραφή
Φάρμακα

DEXAMETHASONE/GAP INJ.SOL 8MG(DEX.PH.)/2ML AMP

Πληροφορίες συνταγογράφησης

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο είναι στη λίστα ασφάλισης

Πληροφορίες έκδοσης

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Περιορισμός συνταγογράφησης

ΜΕ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
Λίστα αλληλεπιδράσεων
11
106
14
1
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις με

Τρόφιμα
Φυτά
Συμπληρώματα
Συνήθειες

Περιορισμοί

Νεφρικό
Ηπατικό
Κύηση
Θηλασμός

Άλλες πληροφορίες

Όνομα φαρμάκου

DEXAMETHASONE/GAP INJ.SOL 8MG(DEX.PH.)/2ML AMP

Σύνθεση

Δεν υπάρχουν δεδομένα.

Φαρμακευτική μορφή

ΕΝΕΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ

Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

GAP Α.Ε, ΕΛΛΑΔΑ

Τελευταία ενημέρωση SmPC

20/1/27
Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Βαθμολογία 4,9 σε αστέρια, πάνω από 20.000 αξιολογήσεις

SmPC - DEXAMETHASONE/GAP 8MG

Ενδείξεις

Α. Με ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση όταν η θεραπεία από το στόμα δεν είναι δυνατή στις ακόλουθες περιπτώσεις.

  1. Φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια, συγγενή φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια.

  2. Προεγχειρητική και μετεγχειρητική υποστήριξη.

  3. Μη διαπυηθείσα θυρεοειδίτιδα.

  4. Σοκ.

  5. Ρευματικές παθήσεις.

  6. Νόσοι του κολλαγόνου.

  7. Δερματολογικές παθήσεις.

  8. Αλλεργικές καταστάσεις.

  9. Οφθαλμικές παθήσεις.

  10. Παθήσεις του γαστρεντερικού.

  11. Αναπνευστικές παθήσεις.

  12. Αιματολογικές διαταραχές.

  13. Νεοπλασματικές νόσοι.

  14. Οιδηματικές καταστάσεις.

  15. Εγκεφαλικό οίδημα.

  16. Διάφορα: Φυματιώδης μηνιγγίτιδα με υπαραχνοειδή αποκλεισμό ή επικείμενο αποκλεισμό όταν συνοδεύεται ταυτόχρονα από την κατάλληλη αντιφυματική θεραπεία. Τριχίνωση με νευρολογική ή μυοκαρδιακή προσβολή.

  17. Διαγνωστική δοκιμασία της υπερλειτουργίας του φλοιού των επινεφριδίων

Β. Ενδοαρθρικώς ή εντός των μαλακών μορίων έγχυση:

Ως επιπρόσθετη θεραπεία για βραχυχρόνια χορήγηση (για την υποστήριξη του ασθενή κατά

τη διάρκεια επεισοδίου ή παρόξυνσης) στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • Υμενίτιδα από οστεοαρθρίτιδα.

  • Ρευματοειδή αρθρίτιδα

  • Οξεία και υποξεία θυλακίτιδα

  • Οξεία ουρική αρθρίτιδα

  • Επικονδυλίτιδα

  • Οξεία μη ειδική τενοντοθυλακίτιδα

  • Μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα Γ. Εντός των βλαβών έγχυση:

  • Χηλοειδή

  • Τοπικές υπερτροφικές, διηθημένες φλεγμονώδεις βλάβες από: ομαλό λειχήνα, ψωριακές πλάκες, δακτυλιοειδές κοκκίωμα και χρόνιος απλούς έρπητας (νευροδερματίτιδα)

  • Δισκοειδή ερυθηματώδη λύκο

  • Διαβητική λιποειδική νεκροβίωση

  • Γυροειδή αλωπεκία

Μπορεί επίσης να φανεί χρήσιμο σε κυστικούς όγκους από απονεύρωση τένοντος ή γαγγλίων.

Δοσολογία

1 mL ενέσιμου διαλύματος περιέχει 4,39 mg νατριούχου φωσφορικής δεξαμεθαζόνης που αντιστοιχούν σε 4 mg φωσφορικής δεξαμεθαζόνης. Μπορεί να χορηγηθεί απευθείας από τη φύσιγγα χωρίς ανάμειξη ή αραίωση. Μπορεί να προστεθεί σε διάλυμα: χλωριούχου νατρίου ή δεξτρόζης.

Διαλύματα χρησιμοποιούμενα για ενδοφλέβια χορήγηση ή περαιτέρω αραίωση του προϊόντος, θα πρέπει να μην περιέχουν συντηρητικό όταν χρησιμοποιούνται σε νεογέννητα, ειδικά σε πρόωρα.

Όταν το ενέσιμο DEXAMETHASONE/G.A.P. προστίθεται σε διάλυμα προς έγχυση το μίγμα πρέπει να χρησιμοποιηθεί μέσα σε 24 ώρες εφόσον τα διαλύματα προς έγχυση δεν περιέχουν συντηρητικά. Πρέπει να τηρούνται οι συνήθεις κανόνες ασηψίας για τα ενέσιμα.

Ενδοφλέβια και ενδομυϊκή χορήγηση

Η συνήθης αρχική δοσολογία πρέπει να ποικίλει από 0,5 mg έως 20 mg την ημέρα ανάλογα με την ειδική υπό θεραπεία νόσο. Η παρεντερική δοσολογία συνήθως κυμαίνεται μεταξύ του ενός τρίτου έως του ενός δευτέρου της από του στόματος χορηγούμενης δόσης και χορηγείται σε ένα 12ωρο. Παρόλα αυτά σε ορισμένες επείγουσες άμεσα περιπτώσεις, οξείες, απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις, δικαιολογείται η χορήγηση δόσεων μεγαλύτερων ή πολλαπλάσιων των συνηθισμένων από το στόματος χορηγούμενων δόσεων.

Σ’ αυτές τις καταστάσεις πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το χαμηλότερο ποσοστό απορρόφησης κατά την ενδομυϊκή χορήγηση.

Οι απαιτούμενες δόσεις διαφέρουν και πρέπει να εξατομικεύονται με βάση την υπό θεραπεία νόσο και την ανταπόκριση του ασθενή. Αν πρόκειται να διακοπεί το φάρμακο, αφού έχει ήδη χορηγηθεί μερικές μέρες, συνιστάται να διακόπτεται σταδιακά και όχι απότομα.

Σε επείγουσες περιπτώσεις η συνήθης δόση είναι 1-5 mL (4-20 mg) ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά (για σοκ χορηγείται μόνο ενδοφλέβια).

Αυτή η δόση μπορεί να επαναληφθεί μέχρι να επιτευχθεί επαρκής ανταπόκριση. Μετά από αρχική βελτίωση οι δόσεις των 0,5-1 mL (2-4 mg) πρέπει να επαναλαμβάνονται ανάλογα με τις ανάγκες. Συνήθως δεν υπάρχει ανάγκη να υπερβαίνει η ολική ημερήσια δοσολογία (80 mg) ακόμη και σε σοβαρές καταστάσεις.

Όταν επιδιώκεται ένα μέγιστο σταθερό αποτέλεσμα, η δοσολογία πρέπει να επαναλαμβάνεται ανά διάστημα τριών ή τεσσάρων ωρών ή να χορηγείται στάγδην ενδοφλεβίως.

Η ενδοφλέβια και ενδομυϊκή χορήγηση συνιστώνται σε οξείες καταστάσεις. Όταν περάσει το οξύ στάδιο, η θεραπεία πρέπει να αντικατασταθεί με την από του στόματος χορήγηση το ταχύτερο δυνατόν.

Σοκ (από αιμορραγική, τραυματική ή χειρουργική αιτία)

Η συνήθης δόση είναι 2 έως 6 mg/kg βάρους σώματος χορηγούμενη εφάπαξ ενδοφλεβίως.

Αυτή μπορεί να επαναληφθεί μέσα σε 2-6 ώρες εφόσον το σοκ επιμένει. Εναλλακτικά δίνονται 2-6 mg/kg βάρους σώματος εφάπαξ ενδοφλεβίως και στη συνέχεια αυτή η δόση με στάγδην έγχυση. Η αγωγή με το ενέσιμο συμπληρώνει και δεν αντικαθιστά τη συμβατική θεραπεία.

Χορήγηση υψηλών δόσεων σε πρωτοπαθή ή μεταστατικό όγκο του εγκεφάλου,νευροχειρουργικές επεμβάσεις, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, ψευδή όγκο τουεγκεφάλου ή προεγχειρητική ετοιμασία ασθενών με αυξημένη ενδοκρανιακή πίεσηδευτερογενώς λόγω του εγκεφαλικού όγκου

Αρχικά 10 mg (2,5 mL) ενέσιμο DEXAMETHASONE/G.A.P. ενδοφλεβίως και ακολούθως 4 mg (1 mL) ενδομυϊκώς ανά 6ωρο μέχρις ότου υποχωρήσουν τα συμπτώματα του εγκεφαλικού οιδήματος.

Βελτίωση παρατηρείται συνήθως μέσα σε 12 έως 24 ώρες.

Η δοσολογία μπορεί να ελαττωθεί μετά από 2-4 ημέρες και να διακοπεί βαθμηδόν κατά τη διάρκεια των επόμενων 5 έως 7 ημερών. Υψηλές δόσεις ενέσιμου συνιστώνται για αρχική βραχυχρόνια εντατική θεραπεία σε οξύ, επικίνδυνο για τη ζωή εγκεφαλικό οίδημα.

Μετά το υψηλό δοσολογικό σχήμα της πρώτης ημέρας της θεραπείας, η δοσολογία μειώνεται βαθμηδόν μετά την περίοδο των 7-10 ημερών εντατικής θεραπείας και στη συνέχεια ελαττώνεται μέχρι διακοπής εντός των επόμενων 7-10 ημερών. Όταν απαιτείται θεραπεία συντήρησης αυτή πρέπει να αλλάζεται με από το στόμα χορηγούμενο το συντομότερο δυνατόν.

Συνιστώμενο υψηλό δοσολογικό σχήμα σε εγκεφαλικό οίδημα

Ενήλικες
Αρχική δόση 50 mg I.V.
1η ημέρα 8 mg Ι.V. κάθε 2 ώρες
2η ημέρα 8 mg Ι.V. κάθε 2 ώρες
3η ημέρα 8 mg Ι.V. κάθε 2 ώρες
4η ημέρα 4 mg Ι.V. κάθε 2 ώρες
5η – 8η ημέρα 4 mg Ι.V. κάθε 4 ώρες
Αρχική δόση 25 mg I.V.
1η ημέρα 4 mg Ι.V. κάθε 2 ώρες
2η ημέρα 4 mg Ι.V. κάθε 2 ώρες
3η ημέρα 4 mg Ι.V. κάθε 2 ώρες
4η ημέρα 4 mg Ι.V. κάθε 4 ώρες
5η – 8η ημέρα 4 mg Ι.V. κάθε 6 ώρες

Στη συνέχεια ελαττώνετε μειώνοντας καθημερινά κατά 4 mg. Παιδιά (35 Kg και άνω)

Αρχική δόση 20 mg I.V.
1η ημέρα 4 mg Ι.V. κάθε 3 ώρες
2η ημέρα 4 mg Ι.V. κάθε 3 ώρες
3η ημέρα 4 mg Ι.V. κάθε 3 ώρες
4η ημέρα 4 mg Ι.V. κάθε 6 ώρες

Στη συνέχεια ελαττώνετε μειώνοντας καθημερινά κατά 2 mg. Παιδιά (κάτω των 35 Kg)

5η – 8η ημέρα 2 mg Ι.V. κάθε 6 ώρες

Στη συνέχεια ελαττώνετε μειώνοντας καθημερινά κατά 1 mg.

Για παρηγορητική αγωγή ασθενών με υποτροπιάζοντες ή ανεγχείρητους όγκους τουΕγκεφάλου

Η θεραπεία συντήρησης πρέπει να εξατομικεύεται. Δοσολογία 2 mg 2 ή 3 φορές την ημέρα μπορεί να είναι αποτελεσματική.

Ασθενείς με οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο (εξαιρουμένης της εγκεφαλικής αιμορραγίας) Αρχικά χορηγούνται 10 mg (2,5 mL) ενέσιμο ενδοφλεβίως ακολουθούμενο από 4 mg (1 mL) ενδομυϊκώς κάθε 6 ώρες για 10 ημέρες. Οι δόσεις πρέπει να ελαττώνονται βαθμιαία μέχρι διακοπής του φαρμάκου τις επόμενες 7 ημέρες. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δοσολογία που είναι απαραίτητη για τον έλεγχο του εγκεφαλικού οιδήματος.

Ενδοαρθρική, εντός των βλαβών και εντός μορίων έγχυση

Ενδοαρθρικές εντός των βλαβών και εντός των μαλακών μορίων ενέσεις γενικά χρησιμοποιούνται όταν οι προσβεβλημένες αρθρώσεις είναι περιορισμένες σε μία ή δύο θέσεις.

Συνιστώνται οι ακόλουθες εφάπαξ δόσεις

Σημείο ένεσης Όγκος ενέσιμου διαλύματος Ποσότητα φωσφορικής δεξαμεθαζόνης (mg)

Μεγάλες αρθρώσεις π.χ.

γόνατο 0,5-1 2-4

Μικρές αρθρώσεις π.χ. μεσοφαλαγγικές

Ορογόνοι θύλακες 0,5-0,75 2-3

Τενόντια έλυτρα 0,1-0,25 0,4-1

Διήθηση μαλακών μορίων 0,5-1,5 2-6

Γάγγλια 0,25-0,5 1-2

Η συχνότητα των ενέσεων ποικίλλει ανάλογα με την ανταπόκριση στη θεραπεία από 3-5 ημέρες μέχρι 2 έως 3 εβδομάδες.

Αντενδείξεις

Περιλαμβάνουν σημαντικό αριθμό νοσημάτων και παθολογικών καταστάσεων. Θα πρέπει όμως πάντα να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το προσδοκώμενο ευεργετικό αποτέλεσμα. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι: γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, απλός οφθαλμικός έρπητας, γλαύκωμα, εκσεσημασμένη οστεοπόρωση, σακχαρώδης διαβήτης, ψυχώσεις, αμέσως πριν ή μετά από προφυλακτικό εμβολιασμό, καρδιοπάθεια ή υπέρταση με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, συστηματική μυκητίαση, φυματίωση, βαριά νεφροπάθεια, λοιμώδη νοσήματα, αιμορραγική διάθεση.

Επίσης σε περίπτωση υπερευαισθησίας στη δεξαμεθαζόνη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Προειδοποιήσεις

Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επιδεινώσουν τις συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις και γι’ αυτό το λόγο δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά την εμφάνιση τέτοιων λοιμώξεων εκτός και αν χρειάζονται για τον έλεγχο φαρμακευτικών αντιδράσεων που οφείλονται στην αμφοτερικίνη Β.

Επιπλέον έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου η ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης επέφερε καρδιακή διόγκωση και συμφορητική ανεπάρκεια. Αναφορές της βιβλιογραφίας παρουσιάζουν μία προφανή σχέση μεταξύ της χρήσης κορτικοστεροειδών και ρήξης τοιχώματος της αριστερής κοιλίας μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Γι’ αυτό το λόγο η θεραπεία με κορτικοστεροειδή θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή σε τέτοιους ασθενείς.

Μέσες και μεγάλες δόσεις υδροκορτιζόνης μπορεί να προκαλέσουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση άλατος και νερού και αυξημένη απέκκριση καλίου. Αυτές οι ενέργειες είναι λιγότερο πιθανό να συμβούν με τα συνθετικά παράγωγα, εκτός αν αυτά χρησιμοποιηθούν σε μεγάλες δόσεις. Μπορεί να χρειασθεί διαιτητικός περιορισμός του άλατος και επιπρόσθετη χορήγηση καλίου. Όλα τα κορτικοστεροειδή αυξάνουν την απέκκριση του ασβεστίου.

Η φαρμακευτική δευτεροπαθής επινεφριδική ανεπάρκεια μπορεί να μειωθεί στο ελάχιστο με βαθμιαία ελάττωση της δόσης. Το είδος αυτό της σχετικής ανεπάρκειας μπορεί να επιμένει για μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας, συνεπώς, σε οποιαδήποτε κατάσταση stress που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου πρέπει να επαναχορηγείται κορτικοστεροειδική θεραπεία ή η τρέχουσα δοσολογία ίσως χρειαστεί να αυξηθεί.

Επειδή η έκκριση αλατοκορτικοειδών μπορεί να ελαττωθεί θα πρέπει συγχρόνως να χορηγηθεί αλάτι και/ή ένα αλατοκορτικοειδές.

Μετά από παρατεταμένη θεραπεία, διακοπή των κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα του συνδρόμου στερήσεως των κορτικοστεροειδών, συμπεριλαμβανομένου του πυρετού, μυαλγίας, αρθραλγίας και κακουχίας. Αυτό μπορεί να συμβεί και σε ασθενείς χωρίς ένδειξη επινεφριδικής ανεπάρκειας. Επειδή έχουν παρατηρηθεί σπάνιες περιπτώσεις αναφυλακτικών αντιδράσεων σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή παρεντερικώς, θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα πριν από τη χορήγηση, ιδίως σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας σε οποιοδήποτε φάρμακο.

Χορήγηση εμβολίων εκ ζώντων ιών αντενδείκνυται σε ασθενείς που παίρνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών. Αν χορηγηθούν εμβόλια από αδρανοποιημένους ιούς ή από βακτηρίδια σε ασθενείς που παίρνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών, μπορεί να μην αναπτυχθούν τα αναμενόμενα αντισώματα στον ορό. Παραταύτα μπορεί να γίνουν εμβολιασμοί σε ασθενείς που παίρνουν κορτικοστεροειδή σαν θεραπεία υποκατάστασης π.χ. στη νόσο του Addison.

Η χρήση του ενέσιμου σε ενεργό φυματίωση θα πρέπει να περιορίζεται μόνον σε εκείνες τις περιπτώσεις της κεραυνοβόλου ή διάχυτης φυματίωσης, στις οποίες το κορτικοστεροειδες χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της νόσου σε συνδυασμό με μία κατάλληλη αντιφυματική αγωγή.

Εάν τα κορτικοστεροειδή ενδείκνυνται σε ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση ή με θετική φυματινοαντίδραση είναι αναγκαία η στενή παρακολούθηση, επειδή μπορεί να συμβεί αναζωπύρωση της νόσου. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας με κορτικοστεροειδή αυτοί οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν χημειοπροφύλαξη.

Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε μη ειδική κολίτιδα εάν υπάρχει πιθανότητα επικείμενης διάτρησης, σε απόστημα ή άλλη πυογόνο λοίμωξη, σε πρόσφατη εντερική αναστόμωση, σε ενεργό ή λανθάνον πεπτικό έλκος, σε νεφρική ανεπάρκεια, υπέρταση, οστεοπόρωση και μυασθένεια Gravis.

Τα συμπτώματα περιτονιακού ερεθισμού που ακολουθούν γαστρεντερική διάτρηση σε ασθενείς που παίρνουν μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να είναι ελάχιστα ή καθόλου. Λιπώδης εμβολή έχει αναφερθεί σαν πιθανή επιπλοκή του υπερκορτιζονισμού.

Σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό και σε ασθενείς με κίρρωση υπάρχει μία αύξηση της δράσης των κορτικοστεροειδών. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσουν ή να ελαττώσουν την κινητικότητα και τον αριθμό των σπερματοζωαρίων σε μερικούς ασθενείς. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να καλύψουν μερικά σημεία μόλυνσης και νέες μολύνσεις μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της χρήσης τους. Σε εγκεφαλική ελονοσία, η χρήση των κορτικοστεροειδών σχετίζεται με την παράταση του κώματος και υψηλότερη συχνότητα πνευμονίας και γαστρεντερικής αιμορραγίας.

Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να ενεργοποιήσουν λανθάνουσα αμοιβάδωση. Γι’ αυτό συνιστάται να αποκλειστεί η λανθάνουσα ή η εν ενεργεία αμοιβαδική λοίμωξη πριν αρχίσει η θεραπεία με κορτικοστεροειδή, σε κάθε ασθενή που έχει ζήσει σε τροπικές χώρες ή σε κάθε ασθενή με ανεξήγητη διάρροια.

Παρατεταμένη χρήση κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει την εγκατάσταση δευτεροπαθούς οφθαλμικής λοίμωξης οφειλόμενης σε μύκητες ή ιούς. Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με απλό οφθαλμικό έρπη λόγω πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς.

Η ανάπτυξη και εξέλιξη νηπίων και παιδιών που βρίσκονται υπό παρατεταμένη θεραπεία με κορτικοστεροειδή, πρέπει να παρακολουθείται επισταμένα.

Πρόωρα νεογνά:

Οι διαθέσιμες ενδείξεις υποδηλώνουν μακροχρόνια νευροαναπτυξιακά ανεπιθύμητα συμβάντα μετά από πρώιμη θεραπεία (< 96 ώρες) σε πρόωρα βρέφη με χρόνια πνευμονοπάθεια σε δόσεις έναρξης των 0,25 mg/hg δύο φορές ημερησίως.

Υπερτροφική καρδιομυοπάθεια

Υπερτροφική καρδιομυοπάθεια αναφέρθηκε μετά από συστημική χορήγηση κορτικοστεροειδών, περιλαμβανομένης της δεξαμεθαζόνης, σε πρόωρα νεογνά. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων που αναφέρθηκαν, αυτό ήταν αναστρέψιμο μετά τη διακοπή της θεραπείας. Σε πρόωρα βρέφη που υποβάλλονται σε συστημική διαγνωστική αξιολόγηση της δεξαμεθαζόνης και πρέπει να πραγματοποιείται παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας και της δομής της (παράγραφος 4.8).

Ενδοαρθρική έγχυση κορτικοστεροειδούς μπορεί να προκαλέσει τόσο συστηματικές όσο και τοπικές αντιδράσεις.

Σημαντική αύξηση πόνου συνοδευόμενου από τοπική διόγκωση, επιπλέον περιορισμό της κινητικότητας της άρθρωσης, πυρετό και κακουχία υποδηλώνουν σηπτική αρθρίτιδα.

Αν παρουσιασθεί τέτοια επιπλοκή και επιβεβαιωθεί η διάγνωση της σηπτικής αρθρίτιδας, θα πρέπει να εφαρμοσθεί η κατάλληλη αντιμικροβιακή θεραπεία. Τοπική έγχυση στεροειδούς σε μολυσμένη περιοχή πρέπει να αποφεύγεται. Η κατάλληλη εξέταση του αρθρικού υγρού, αν υπάρχει, είναι απαραίτητη για τον αποκλεισμό της σηπτικής πορείας.

Τα κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να ενίονται σε ασταθείς αρθρώσεις.

Συχνή ενδοαρθρική ένεση μπορεί να προκαλέσει βλάβη των ιστών της άρθρωσης. Στους ασθενείς πρέπει να τονίζεται αρκετά η σημασία της μη υπερβολικής χρήσης των αρθρώσεων, παρά τη συμπτωματική ανακούφιση, εφόσον η φλεγμονώδης πορεία παραμένει εν ενεργεία.

Η μακροχρόνια χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να οδηγήσει, όπως προαναφέρθηκε, σε αναστολή της φλοιοεπινεφριδικής λειτουργίας της υπόφυσης. Ο βαθμός αναστολής αυτής εξαρτάται από τη δόση, την ισχύ του χορηγούμενου κορτικοστεροειδούς, τη συχνότητα και το χρόνο χορήγησής του στη διάρκεια του 24ώρου, την ημιπερίοδο ζωής του στους ιστούς και τη συνολική χρονική διάρκεια της θεραπείας. Σημειώνεται ότι η κατασταλτική ενέργεια των γλυκοκορτικοειδών στη φλοιοεπινεφριδική λειτουργία της υπόφυσης είναι εντονότερη και πιο παρατεταμένη όταν χορηγούνται τις νυκτερινές ώρες.

Σε φυσιολογικά άτομα δόση 1 mg δεξαμεθαζόνης χορηγούμενης τη νύκτα αναστέλλει την έκκριση της φλοιοεπινεφριδιοτρόπου ορμόνης της υπόφυσης για 24 ώρες. Αιφνίδια ή απότομη μείωση της δόσης των γλυκοκορτικοειδών ενδέχεται να προκαλέσει «σύνδρομο αποστέρησης» που χαρακτηρίζεται από οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια με μυϊκή αδυναμία, υπόταση, υπογλυκαιμία, ναυτία, εμέτους, ανησυχία, μυαλγίες, αρθραλγίες.

Σύμφωνα με την εμπειρία μετά την κυκλοφορία το σύνδρομο λύσης όγκου (ΣΛΟ) έχει αναφερθεί σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες μετά τη χρήση μόνο δεξαμεθαζόνης ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες. Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο ΣΛΟ, όπως ασθενείς με υψηλό ποσοστό πολλαπλασιασμού, υψηλό φορτίο όγκου, και υψηλή ευαισθησία σε κυτταροτοξικούς παράγοντες, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και θα πρέπει να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις.

Οπτική διαταραχή

Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) και που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.

Κρίση φαιοχρωμοκυττώματος

Μετά από χορήγηση συστηματικών κορτικοστεροειδών έχει αναφερθεί κρίση φαιοχρωμοκυττώματος, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος. Κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με πιθανολογούμενο ή αναγνωρισμένο φαιοχρωμοκύττωμα μόνο μετά από κατάλληλη αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου.

Αλληλεπιδράσεις

Λίστα αλληλεπιδράσεων
11
106
14
1
Προσθήκη στις αλληλεπιδράσεις

Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή από κοινού με κορτικοστεροειδή στην υποπροθρομβιναιμία.

Η διφαινυλοϋδαντοϊνη (φαινυτοϊνη), φαινοβαρβιτάλη, εφεδρίνη και ριφαμπικίνη μπορεί να αυξήσουν τη μεταβολική κάθαρση των κορτικοστεροειδών που οδηγεί σε χαμηλά επίπεδα στο αίμα και μειωμένη φυσιολογική δραστηριότητα, ώστε να απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας των κορτικοστεροειδών. Αυτές οι αλληλεπιδράσεις μπορεί να επέμβουν στη δοκιμασία καταστολής της δεξαμεθαζόνης οι οποίοι θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή κατά τη χορήγηση τέτοιων φαρμάκων. Έχουν αναφερθεί ψευδή αρνητικά αποτελέσματα στο τεστ καταστολής της δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς που λάμβαναν ινδομεθακίνη. Ο χρόνος

προθρομβίνης θα πρέπει να ελέγχεται συχνά σε ασθενείς που παίρνουν κορτικοστεροειδή και αντιπηκτικά κουμαρίνης ταυτόχρονα, λόγω των ανακοινώσεων ότι τα κορτικοστεροειδή έχουν αλλάξει την ανταπόκριση αυτών των αντιπηκτικών. Μελέτες έχουν δείξει ότι η συνήθης ενέργεια που παράγεται κατά την προσθήκη κορτικοστεροειδών είναι η αναστολή της ανταπόκρισης στα κουμαρινικά αντιπηκτικά, αν και έχουν γίνει κάποιες αντικρουόμενες αναφορές για ενίσχυση μη αιτιολογούμενες από μελέτες.

Όταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται ταυτόχρονα με διουρητικά που αποβάλλουν κάλιο, οι ασθενείς θα πρέπει να παρατηρούνται επισταμένως για ανάπτυξη υποκαλιαιμίας.

Με φαινυτοϊνη, φαινοβαρβιτάλη, εφεδρίνη και ριφαμπικίνη μειώνεται η δραστικότητά τους.

Το οινόπνευμα και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ενισχύουν την ελκογόνο δράση τους. Με καλιοπενικά διουρητικά ενισχύεται η υποκαλιαιμία, ενώ με δακτυλίτιδα υπάρχει κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού (από καλιοπενία). Μειώνουν ή ενισχύουν τη δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών. Με ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματος απαιτείται αύξηση των δόσεών τους.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του CYP3A, στους οποίους περιλαμβάνονται τα προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη, αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών από τα κορτικοστεροειδή και σε αυτήν την περίπτωση οι ασθενείς παρακολουθούνται για συστηματικές επιδράσεις από τα κορτικοστεροειδή.

Κύηση

Κύηση

Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε έγκυα ζώα μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες της εμβρυϊκής ανάπτυξης συμπεριλαμβανομένων λυκοστόματος, ενδομήτριας καθυστέρησης ανάπτυξης και επιδράσεων στην αύξηση και ανάπτυξη του εγκεφάλου. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι τα κορτικοστεροειδή οδηγούν σε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης συγγενών ανωμαλιών, όπως λυκοστόματος/λαγόχειλου στον άνθρωπο. Βλέπε επίσης παράγραφο 5.3 της ΠΧΠ.

Εφόσον δεν έχουν γίνει επαρκείς μελέτες για την επίδραση των κορτικοστεροειδών στην αναπαραγωγή του ανθρώπου, η χρήση αυτών των φαρμάκων κατά την εγκυμοσύνη ή σε γυναίκες που μπορεί να καταστούν έγκυες, απαιτεί να σταθμίζονται τα πλεονεκτήματα από το φάρμακο έναντι των πιθανών κινδύνων για τη μητέρα και το έμβρυο.

Νήπια που γεννήθηκαν από μητέρες που έπαιρναν ικανές δόσεις κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια της κύησης, θα πρέπει να παρακολουθούνται επισταμένα για σημεία υπολειτουργίας των επινεφριδίων.

Μελέτες έχουν δείξει αυξημένο κίνδυνο νεογνικής υπογλυκαιμίας έπειτα από την προγεννητική χορήγηση βραχείας αγωγής με κορτικοστεροειδή συμπεριλαμβανομένης της δεξαμεθαζόνης σε γυναίκες που διατρέχουν κίνδυνο όψιμου πρόωρου τοκετού.

Θηλασμός

Τα κορτικοστεροειδή εκκρίνονται στο μητρικό γάλα και θα μπορούσαν να καταστείλουν την ανάπτυξη, να επέμβουν στην ενδογενή παραγωγή κορτικοστεροειδών ή να προκαλέσουν άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες. Ο θηλασμός θα πρέπει να αποτρέπεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κορτικοστεροειδή

Οδήγηση

ν

Θα πρέπει να δίνεται ειδική προσοχή κατά την οδήγηση και το χειρισμό μηχανημάτων λόγω της πιθανότητας να λάβουν χώρα παρενέργειες όπως μυϊκή αδυναμία, μυϊκή ατροφία, αλλαγές στη διάθεση (ευφορία, κατάθλιψη).

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Διαταραχές υγρών και ηλεκτρολυτών

Κατακράτηση νατρίου.

Κατακράτηση υγρών.

Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε επιρρεπείς ασθενείς. Απώλεια καλίου.

Υποκαλιαιμική αλκάλωση. Υπέρταση.

Μυοσκελετικές

Μυική αδυναμία. Μυοπάθεια από στεροειδή. Απώλεια μυϊκής μάζας.

Οστεοπόρωση.

Συμπιεστικό κάταγμα σπονδύλου.

Άσηπτη νέκρωση των μηριαίων και βραχιονίων κεφαλών. Παθολογικό κάταγμα μακρών οστών.

Ρήξη τένοντα.

Γαστρεντερικές

Πεπτικό έλκος με πιθανή διάτρηση και αιμορραγία.

Διάτρηση λεπτού και παχέος εντέρου ιδιαίτερα σε ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο των εντέρων.

Παγκρεατίτιδα. Επιγαστρική διάταση. Ελκωτική οισοφαγίτιδα.

Δερματολογικές

Καθυστέρηση επούλωσης τραύματος. Λεπτό εύθραυστο δέρμα.

Πετέχειες και εκχυμώσεις. Ερύθημα.

Αυξημένη εφίδρωση.

Πιθανή καταστολή δερμοαντιδράσεων.

Αίσθημα καύσου και νυγμών, ιδίως στην περιοχή του περιτοναίου (μετά από ενδοφλέβια ένεση).

Άλλες δερματικές αντιδράσεις, όπως αλλεργική δερματίτιδα, κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα.

Νευρολογικές

Σπασμοί.

Αύξηση ενδοκρανιακής πίεσης με οίδημα της θηλής (ψευδής όγκος εγκεφάλου) συνήθως μετά τη θεραπεία.

Ίλιγγος.

Κεφαλαλγία.

Ψυχιατρικές διαταραχές.

Ενδοκρινολογικές

Ανωμαλίες εμμήνου ρύσεως. Ανάπτυξη κατάστασης τύπου Cushing.

Καταστολή ανάπτυξης των παιδιών.

Δευτερογενής ανεπάρκεια των επινεφριδίων και της υπόφυσης ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια STRESS όπως σε τραυματισμό, χειρουργική επέμβαση ή νόσο.

Ελάττωση ανοχής υδατανθράκων.

Εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδη διαβήτη.

Αύξηση των αναγκών ινσουλίνης ή υπογλυκαιμικών από του στόματος παραγόντων σε διαβήτη.

Δασυτριχισμός γυναικών ανδρικού τύπου.

Οφθαλμικές

Οπίσθιος καταρράκτης. Αύξηση ενδοφθάλμιας πίεσης. Γλαύκωμα.

Εξώφθαλμος.

Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (μη γνωστή συχνότητα). Όραση, θολή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Μεταβολικές

Αρνητικό ισοζύγιο αζώτου λόγω καταβολισμού των πρωτεϊνών.

Καρδιαγγειακές

Ρήξη μυοκαρδίου επακόλουθη πρόσφατου εμφράγματος του μυοκαρδίου (βλ. παράγραφο 4.4).

Μη γνωστή συχνότητα: υπερτροφική καρδιομυοπάθεια σε πρόωρα νεογνά (βλ. παράγραφο 4.4).

Άλλες

Αναφυλακτικές αντιδράσεις ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Θρομβοεμβολή.

Αύξηση βάρους. Αυξημένη όρεξη. Ναυτία.

Κακουχία.

Λόξυγκας.

Οι ακόλουθες επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με την παρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή: σπάνιες περιπτώσεις τύφλωσης μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και του καφαλιού. Αύξηση ή ελάττωση της χρωστικής του δέρματος.

Υποδερματική ή δερματική ατροφία. Στείρο απόστημα.

Έξαρση μετά την ένεση (μετά από ενδοαρθρική χρήση). Αρθροπάθειες τύπου CHARCOT.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284

GR-15562 Χολαργός, Αθήνα

Τηλ: + 30 213 2040337

Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr

Υπερβολική δόση

Αναφορές για οξεία τοξικότητα και/ή θάνατο μετά από υπερδοσολογία γλυκοκορτικοειδών είναι σπάνιες. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο και η θεραπεία είναι υποστηρικτική και συμπτωματική. Η από το στόμα χορηγούμενη δόση LD50 δεξαμεθαζόνης σε θηλυκά ποντίκια ήταν 6,5 g/Kg.

Η δόση ενδοφλέβιας χορήγησης LD50 νατριοφωσφορικής δεξαμεθαζόνης σε θηλυκά ποντίκια ήταν 794 g/Kg.

Φαρμακολογικές ιδιότητες - DEXAMETHASONE/GAP 8MG

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Οι ενδομυϊκές ενέσεις της φωσφορικής δεξαμεθαζόνης δίδουν μέγιστες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα σε 1 ώρα. Η δεξαμεθαζόνη απορροφάται εύκολα από το γαστρεντερικό σωλήνα. Ο βιολογικός χρόνος ημίσειας ζωής της στο πλάσμα είναι περίπου 190 λεπτά. Η σύνδεση της δεξαμεθαζόνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι μικρότερη από ό, τι για τα περισσότερα άλλα κορτικοστεροειδή. Η δεξαμεθαζόνη διεισδύει στα υγρά των ιστών και το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Ο μεταβολισμός του φαρμάκου λαμβάνει χώρα στα νεφρά και στο ήπαρ και η απέκκριση γίνεται μέσω των ούρων.

Φαρμακευτικές πληροφορίες - DEXAMETHASONE/GAP 8MG

Κατάλογος εκδόχων

Νάτριο θειώδες όξινο, νάτριο κιτρικό, παραϋδροξυβενζοϊκού νατρίου μεθυλεστέρας, παραϋδροξυβενζοϊκό νάτριο, κρεατινίνη & ύδωρ για ενέσιμα.

Ασυμβατότητες

Καμία γνωστή.

Διάρκεια ζωής

24 μήνες.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Διατηρείται σε θερμοκρασία ≤ 25°C και σε σκοτεινό μέρος. Το προϊόν αυτό, όπως και πολλά άλλα στεροειδή σκευάσματα, είναι ευαίσθητο στη θερμοκρασία. Συνεπώς, δεν πρέπει να κλιβανίζεται όταν απαιτείται αποστείρωση της εξωτερικής φύσιγγας. Μην το καταψύχετε.

Όταν το ενέσιμο DEXAMETHASONE/G.A.P. προστίθεται σε ένα διάλυμα προς έγχυση, το μίγμα πρέπει να χρησιμοποιηθεί μέσα σε 24 ώρες εφόσον τα διαλύματα προς έγχυση δεν περιέχουν συντηρητικά. Πρέπει να τηρούνται οι συνήθεις κανόνες ασηψίας για τα ενέσιμα.

Φύση και συστατικά του περιέκτη

Χάρτινο κουτί με τυπωμένες όλες τις απαιτούμενες επισημάνσεις.

Το κουτί περιέχει το φύλλο οδηγιών και 1 blister αλουμινίου/PVC της 1 και 6 φυσιγγών αντίστοιχα. Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Στο blister είναι τυπωμένες όλες οι απαιτούμενες επισημάνσεις.

Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Βλέπε 4.2 «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης».

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Συνδέσεις web

Συσκευασία και τιμή

BTX1AMPX2ML
Τιμή
3,53 €
Συμμετοχή
0,96 €

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο είναι στη λίστα ασφάλισης
BTX6AMPX2ML
Τιμή
-
Συμμετοχή
-

Λίστα ασφαλίσεων

Το φάρμακο δεν περιλαμβάνεται στον ασφαλιστικό κατάλογο.

Πηγές

Εναλλάξ.

Drugs app phone

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

Σαρώστε με την κάμερα του τηλεφώνου σας.
4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately

Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.

4.9

Πάνω 36k αξιολογήσεις

Λήψη

Πηγαίνετε πέρα από τις πληροφορίες φαρμάκων με το PRO

Επιλύστε τις αλληλεπιδράσεις, δείτε τους περιορισμούς χρήσης και βρείτε όλες τις άλλες απαντήσεις με τον βοηθό ΤΝ σας, την Elly.

Preveri, kaj ponuja PRO
Χρησιμοποιούμε cookies Τα cookies μας βοηθούν στο να παρέχουμε τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης της τοποθεσίας web μας. Χρησιμοποιώντας την τοποθεσία web μας, συμφωνείτε ως προς τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε τα cookies στην Πολιτική cookies μας.