CEFIN PD.SOL.INF 2G/VIAL(IV)
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί χρήσης
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - CEFIN 2G/VIAL
Η κεφταζιδίμη ενδείκνυται σε νοσοκομειακές λοιμώξεις από ανθεκτικά στις κεφαλοσπορίνες 1ης και 2ης γενεάς καθώς και στις αμινογλυκοσίδες.
-
Σοβαρές λοιμώξεις π.χ. σηψαιμία, βακτηριαιμία, περιτονίτιδα, μηνιγγίτιδα, λοιμώξεις σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς και λοιμώξεις σε ασθενείς μονάδων εντατικής θεραπείας π.χ. επιμολυσμένα τραύματα.
-
Λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος συμπεριλαμβανομένων των πνευμονικών λοιμώξεων σε ασθενείς με κυστική ίνωση.
-
Ωτορινολαρυγγολογικές λοιμώξεις.
-
Λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
-
Λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων.
-
Λοιμώξεις γαστρεντερικού, χοληφόρων και κοιλίας.
-
Λοιμώξεις οστών και αρθρώσεων.
-
Λοιμώξεις που σχετίζονται με αίμο- και περιτονο-διύλιση καθώς και με τη συνεχή φορητή περιτοναϊκή διύλιση (CAPD).
-
Λοιμώξεις γυναικολογικές συμπεριλαμβανομένης της ενδομητρίτιδας, της πυελίτιδας και άλλες λοιμώξεις του γυναικείου γεννητικού συστήματος.
-
Προεγχειρητική προφύλαξη όταν μελέτες στο νοσοκομείο έχουν δείξει αντοχή των νοσοκομειακών στελεχών σε κεφαλοσπορίνες 1ης και 2ης γενεάς.
Για να καθοριστεί ο παθογόνος μικροοργανισμός που προκαλεί τη λοίμωξη καθώς και η ευαισθησία του στη κεφταζιδίμη, πρέπει να γίνουν οι κατάλληλες μικροβιακές καλλιέργειες και δοκιμές ευαισθησίας. Η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει πριν γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα των δοκιμασιών ευαισθησίας. Ανάλογα με τα ευρήματα προσαρμόζεται και η αντιμικροβιακή αγωγή.
Η κεφταζιδίμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία σε περιπτώσεις διαπιστωμένης ή πιθανής σηψαιμίας.
Η κεφταζιδίμη μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά, όπως οι αμινογλυκοσίδες, η βανκομυκίνη και η κλινδαμυκίνη, σε σοβαρές και απειλητικές λοιμώξεις για τη ζωή και σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή. Όταν ενδείκνυται συνδυασμένη αγωγή πρέπει να ακολουθούνται οι οδηγίες χορήγησης (όπως αναγράφονται στην επισήμανση) όλων των αντιβιοτικών. Η δοσολογία εξαρτάται από τη σοβαρότητα της λοίμωξης και από την κατάσταση του ασθενούς.
Η δοσολογία εξαρτάται από τη σοβαρότητα, την ευαισθησία, τη θέση και το είδος της λοίμωξης και από την ηλικία και τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς.
Ενήλικοι: 1 έως 2 g κάθε 8 ή 12 ώρες ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά.
Σε λοιμώξεις του ουροποιητικού και λιγότερο σοβαρές λοιμώξεις 500 mg ή 1g κάθε 12 ώρες. Στις περισσότερες λοιμώξεις 1 g ανά 8 ωρο ή 2 g ανά 12 ωρο. Σε πολύ σοβαρές λοιμώξεις ιδιαίτερα σε ασθενείς με ανοσολογική καταστολή συμπεριλαμβανομένων και αυτών με ουδετεροπενία 2 g ανά 8ωρο.
Στους ενήλικες ασθενείς με κυστική ίνωση που έχουν πνευμονικές λοιμώξεις από ψευδομονάδα 100-150 mg/kg βάρους σώματος την ημέρα, διηρημένα σε 3 δόσεις την ημέρα.
Βρέφη και παιδιά μεγαλύτερα των 2 μηνών: 30-100 mg/Kg βάρους σώματος την ημέρα, διηρημένα σε δύο ή τρεις δόσεις. Δοσολογία μέχρι 150 mg/Kg βάρους την ημέρα (μέγιστη δόση 6 g) διηρημένα σε τρεις δόσεις είναι δυνατόν να χορηγηθεί σε παιδιά με ανοσολογική καταστολή που έχουν κάποια λοίμωξη είτε παιδιά με κυστική ίνωση είτε με μηνιγγίτιδα.
Νεογνά μέχρι 2 μηνών: 25-60 mg/Kg βάρους την ημέρα, διηρημένα σε δύο δόσεις. Στα νεογνά η ημιπερίοδος ζωής της κεφταζιδίμης στον ορό μπορεί να είναι τρεις έως τέσσερις φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των ενηλίκων.
Υπερήλικες: Σε οξείες καταστάσεις υπερηλίκων ασθενών λόγω μειωμένης κάθαρσης της κεφταζιδίμης, η ημερήσια δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 3 g, ιδιαίτερα σε ασθενείς άνω των 80 ετών.
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια: Η κεφταζιδίμη απεκκρίνεται αναλλοίωτη από τους νεφρούς. Γι’ αυτό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια συνιστάται η μείωση της δοσολογίας. Αρχικά χορηγείται 1 g κεφταζιδίμης. Οι δόσεις συντήρησης εξαρτώνται από το βαθμό σπειραματικής διήθησης.
Συνιστώμενες συντηρητικές δόσεις της κεφταζιδίμης σε νεφρική ανεπάρκεια
| Κάθαρσηκρεατινίνης (ml/min) | Κατά προσέγγισηκρεατινίνη ορού (mcmol/lt) | Συνιστώμενηδοσολογία κεφταζιδίμης (g) | Συχνότηταχορήγησης (ώρες) |
| >50 | <150 | Κανονική δόση | Κανονική δόση |
| 50-31 | 150-200 (1,7-2,3) | 1,0 | 12 |
| 30-16 | 200-350 (2,3-4,0) | 1.0 | 24 |
| 15-6 | 350-500 (4,0-5,6) | 0,5 | 24 |
| <5 | >500 (>5,6) | 0,5 | 48 |
Σε ασθενείς με σοβαρές λοιμώξεις η κάθε δόση πρέπει να αυξάνεται κατά 50% ή να αυξάνεται η συχνότητα της δοσολογίας. Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται οι στάθμες του ορού ώστε να μην υπερβαίνουν τα 40 mg/ml.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο ακόλουθος τύπος (εξίσωση Cockcroft) προκειμένου να υπολογιστεί η κάθαρση κρεατινίνης. Η κρεατινίνη ορού θα πρέπει να αντιπροσωπεύει τη σταθερή κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας.
Κάθαρση κρεατινίνης (Ck)Άρρενες : Ck = [(Βάρος Kg) Χ (140-ηλικία)]/(72 Χ Κρεατινίνη ορού mg/dl)
Θήλυς : Ck = 0,85 Χ (τιμή άρρενος)
Στα παιδιά η κάθαρση της κρεατινίνης θα πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την επιφάνεια ή τη μάζα του σώματος και σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας η δοσολογία να μειώνεται όπως στους ενήλικες.
Αιμοδιύλιση: Η ημιπερίοδος ζωής της κεφταζιδίμης στον ορό κατά την διάρκεια της αιμοδιύλισης κυμαίνεται από 3 έως 5 ώρες. Η κατάλληλη συντηρητική δόση της κεφταζιδίμης πρέπει να επαναλαμβάνεται μετά από κάθε αιμοδιύλιση σύμφωνα με τον παραπάνω πίνακα.
Περιτοναϊκή διύλιση: Η κεφταζιδίμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί επί περιτοναϊκής διύλισης και επί συνεχούς φορητής περιτοναϊκής διύλισης (CAPD). Παράλληλα με την ενδοφλέβια χορήγηση η κεφταζιδίμη μπορεί να αναμιχθεί και με το υγρό διύλισης (συνήθως 125 – 250 mg για κάθε 2 λίτρα υγρού διύλισης).
Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια επί συνεχούς αρτηριοφλεβικής αιμοδιύλισης ή υψηλής ροής αιμοκάθαρση σε μονάδες εντατικής θεραπείας, χορηγείται 1 g ημερησίως είτε εφ’ άπαξ είτε σε διηρημένες δόσεις. Σε αιμοκάθαρση χαμηλής ροής εφαρμόζεται η συνιστώμενη δοσολογία επί νεφρικής ανεπάρκειας.
Για ασθενείς με φλεβοφλεβική αιμοδιήθηση και φλεβοφλεβική αιμοδιάλυση, ακολουθείστε την προτεινόμενη δοσολογία στους παρακάτω πίνακες:
Δοσολογικές οδηγίες για χορήγηση κεφταζιδίμης σε συνεχή φλεβοφλεβική αιμοδιήθηση| Υπολειπόμενη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης σε ml/min) | Δόση συντήρησης (mg) για ρυθμό υπερδιήθησης (ml/min)* | |||
| 5 | 16.7 | 33.3 | 50 | |
| 0 | 250 | 250 | 500 | 500 |
| 5 | 250 | 250 | 500 | 500 |
| 10 | 250 | 500 | 500 | 750 |
| 15 | 250 | 500 | 500 | 750 |
| 20 | 500 | 500 | 500 | 750 |
* Η δόση συντήρησης να χορηγείται κάθε 12 h.
Δοσολογικές οδηγίες για χορήγηση κεφταζιδίμης σε συνεχή φλεβοφλεβική αιμοδιάλυση| Υπολειπόμενη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης σε ml/min) | Δόση συντήρησης (mg) για ρυθμό χορήγησης διαλυτικού μέσου* | |||||
| 1.0 lt/h | 2.0 lt/h | |||||
| Ρυθμός υπερδιήθησης (lt/h) | Ρυθμός υπερδιήθησης (lt/h) | |||||
| 0.5 | 1.0 | 2.0 | 0.5 | 1.0 | 2.0 | |
| 0 | 500 | 500 | 500 | 500 | 500 | 750 |
| 5 | 500 | 500 | 750 | 500 | 500 | 750 |
| 10 | 500 | 500 | 750 | 500 | 750 | 1000 |
| 15 | 500 | 750 | 750 | 750 | 750 | 1000 |
| 20 | 750 | 750 | 1000 | 750 | 750 | 1000 |
* Η δόση συντήρησης να χορηγείται κάθε 12 ώρες.
Τρόπος χορήγησης- Cefin® 1 g: To φάρμακο μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλέβια ή με βαθιά ενδομυϊκή ένεση σε μεγάλο μυ (όπως το άνω έξω τεταρτημόριο του γλουτού ή το πλευρικό τμήμα του μηρού). Τα ενδοφλέβια διαλύματα χορηγούνται απευθείας στη φλέβα ή εισάγονται στο σύστημα διασωλήνωσης του ασθενούς αν παίρνει και άλλα παρεντερικά υγρά.
- Cefin® 2 g: To φάρμακο μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλέβια ή με κατά σταγόνα ενδοφλέβια έγχυση. Τα ενδοφλέβια διαλύματα χορηγούνται απευθείας στη φλέβα ή εισάγονται στο σύστημα διασωλήνωσης του ασθενούς αν παίρνει και άλλα παρεντερικά υγρά. Τα διαλύματα για κατά σταγόνα ενδοφλέβια έγχυση χορηγούνται με την κλασική συσκευή ορού.
Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε παράγραφο 6.6.3. «Οδηγίες για την Παρασκευή των διαλυμάτων».
Το Cefin® αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στη κεφταζιδίμη ή άλλες κεφαλοσπορίνες.
αντένδειξη χορήγησης της κεφταζιδίμης είναι απόλυτη.
Αν συμβεί κάποια αλλεργική αντίδραση με την κεφταζιδίμη θα πρέπει να διακοπεί η χορήγησή της.
Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας απαιτούν αδρεναλίνη, υδροκορτιζόνη, αντιισταμινικό ή και άλλα επείγοντα μέτρα.
Σύγχρονη χορήγηση μεγάλων δόσεων κεφαλοσπορινών με άλλα νεφροτοξικά φάρμακα όπως οι αμινογλυκοσίδες ή ισχυρά διουρητικά όπως η φουροσεμίδη μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τη νεφρική λειτουργία. Η κλινική εμπειρία δείχνει ότι με τις συνιστώμενες δόσεις κεφταζιδίμης δεν πιθανολογείται τέτοιο πρόβλημα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η κεφταζιδίμη επηρεάζει δυσμενώς τη νεφρική λειτουργία στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις. Η κεφταζιδίμη αποβάλλεται μέσω των νεφρών, γι’ αυτό είναι απαραίτητο η δοσολογία του φαρμάκου να μειώνεται ανάλογα με το βαθμό μειώσεως της νεφρικής λειτουργίας.
Σχεδόν με όλα τα ευρέως φάσματος αντιβιοτικά έχει αναφερθεί ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα. Για το λόγο αυτό σε ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια σχετιζόμενη με τη χρήση του αντιβιοτικού συνίσταται να εξεταστεί η διάγνωση της πάθησης. Η κολίτιδα μπορεί να είναι ήπια, σοβαρή έως απειλητική για τη ζωή του ασθενούς. Ήπιες περιπτώσεις ανταποκρίνονται συνήθως στην απλή διακοπή του φαρμάκου. Μέτριες ή σοβαρές περιπτώσεις απαιτούν τη λήψη άλλων μέτρων.
Περιστασιακά έχουν αναφερθεί νευρολογικές συνέπειες π.χ. σπασμοί όταν η δοσολογία του φαρμάκου δεν μειώθηκε ανάλογα (βλέπε παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης-Νεφρική ανεπάρκεια και παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Όπως και με άλλα ευρέως φάσματος αντιβιοτικά η παρατεταμένη χρήση κεφταζιδίμης μπορεί να οδηγήσει στην υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών (όπως candidia εντερόκοκκων κ.τ.λ.) , η οποία μπορεί να απαιτήσει διακοπή της θεραπείας ή λήψη κατάλληλων μέτρων. Η επανειλημμένη εκτίμηση της κατάστασης του ασθενούς είναι βασική.
Όπως και με άλλες ευρέως φάσματος κεφαλοσπορίνες και πενικιλίνες ορισμένα αρχικά ευαίσθητα στελέχη ειδών εντεροβακτηριδίων είναι δυνατόν να αναπτύξουν ανθεκτικότητα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κεφταζιδίμη. Γι’ αυτό κατά τη διάρκεια θεραπείας τέτοιων λοιμώξεων από, θα πρέπει να γίνεται κατά διαστήματα δοκιμή ευαισθησίας.
Να λαμβάνεται υπόψιν ότι η συνολική περιεκτικότητα σε νάτριο είναι 54 mg (23mEq/g).
Οι κεφαλοσπορίνες μπορεί να σχετίζονται με πτώση της δράσης της προθρομβίνης. Ασθενείς υψηλού κινδύνου είναι αυτοί με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, αυτοί που βρίσκονται σε κακή διατροφική κατάσταση ή που λαμβάνουν ισχυρή αντιμικροβιακή θεραπεία. Ο χρόνος προθρομβίνης πρέπει να ελέγχεται στους παραπάνω ασθενείς και να χορηγείται εξωγενώς βιταμίνη Κ.
Σύγχρονη χορήγηση μεγάλων δόσεων κεφαλοσπορινών με νεφροτοξικά φάρμακα π.χ. αμινογλυκοσίδες ή ισχυρά διουρητικά (φουροσεμίδη) μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τη νεφρική λειτουργία. (βλέπε παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται εξ αιτίας της πιθανής νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας των αμινογλυκοσιδών.
Η χλωραμφενικόλη ανταγωνίζεται in vitro την κεφταζιδίμη και άλλες
κεφαλοσπορίνες. Η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος είναι άγνωστη, αν όμως απαιτηθεί σύγχρονη χορήγηση κεφταζιδίμης με χλωραμφενικόλη, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν η πιθανότητα ανταγωνισμού.
Όπως και με άλλα αντιβιοτικά η κεφταζιδίμη μπορεί να επηρεάσει την εντερική χλωρίδα, με αποτέλεσμα τη μικρότερη επαναπορρόφηση οιστρογόνων και τη μειωμένη αποτελεσματικότητα των συνδυασμών αντισυλληπτικών από το στόμα.
Εργαστηριακές εξετάσεις:
Η κεφταζιδίμη δεν επηρεάζει τις ενζυματικές δοκιμασίες για τη γλυκοζουρία, μπορεί όμως να παρατηρηθεί μικρή επίδραση με τις μεθόδους αναγωγής του χαλκού (Fehling, Benedict, Clinitest). Με τις κεφαλοσπορίνες έχει επίσης παρατηρηθεί θετικοποίηση της δοκιμασίας Coombs. Η κεφταζιδίμη δεν επηρεάζει τον προσδιορισμό κρεατινίνης με πικρικά αλκάλια.
Κύηση: Δεν υπάρχουν πειραματικές ενδείξεις για προσβολή του εμβρύου ή για τερατογονικές δράσεις που να αποδίδονται στην κεφταζιδίμη, αλλά όπως συμβαίνει με όλα τα φάρμακα, η κεφταζιδίμη πρέπει να χορηγείται με προσοχή κατά τους πρώτους μήνες της κυήσεως και μόνο εφόσον το αναμενόμενο όφελος για την έγκυο υπερβαίνει σαφώς τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.
Γαλουχία: Η κεφταζιδίμη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλές συγκεντρώσεις και χρειάζεται προσοχή όταν χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες. Για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ευαισθητοποίησης του βρέφους είναι προτιμότερο να διακοπεί ο θηλασμός.
Δεν αναμένεται επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών των ασθενών.
Στοιχεία από μεγάλες κλινικές μελέτες (εσωτερικά και δημοσιευμένα) χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό της συχνότητας των πολύ συχνών έως των όχι συχνών ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι συχνότητες που αποδόθηκαν στις άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες υπολογίσθηκαν κυρίως από στοιχεία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου και αναφέρονται περισσότερο σε συχνότητα αναφοράς παρά σε πραγματική συχνότητα.
Η ακόλουθη συνθήκη χρησιμοποιήθηκε για την κατηγοριοποίηση των συχνοτήτων: Πολύ συχνές ≥1/10
Συχνές ≥1/100 και <1/10 Όχι συχνές ≥1/1.000 και <1/100
Σπάνιες ≥1/10.000 και <1/1.000 Πολύ σπάνιες <1/10.000
Μολύνσεις και λοιμώξεις
Όχι συχνές: Καντιντίαση (συμπεριλαμβανομένης της κολπίτιδας και της οξείας μυκητιάσεως του στοματικού βλεννογόνου)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
Συχνές: Ηωσινοφιλία και θρομβοκυττάρωση Όχι συχνές: Λευκοπενία, ουδετεροπενία και θρομβοκυττοπενία Πολύ σπάνιες: Λεμφοκυττάρωση, αιμολυτική αναιμία και ακοκκιοκυττάρωση Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Πολύ σπάνιες: Αναφυλαξία (συμπεριλαμβανομένου του βρογχόσπασμου και/ή της υπότασης).Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Όχι συχνές: Κεφαλαλγία και ζάλη Πολύ σπάνιες: ΠαραισθησίαΥπάρχουν αναφορές νευρολογικών συμπτωμάτων συμπεριλαμβανομένου του τρόμου, της μυοκλονίας, των σπασμών, της εγκεφαλοπάθειας και του κώματος, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία στους οποίους η δόση της κεφταζιδίμης δεν μειώθηκε κατάλληλα.
Αγγειακές διαταραχές
Συχνές: φλεβίτιδα ή θρομβοφλεβίτιδα κατά την ενδοφλέβια χορήγηση. Γαστρεντερικές διαταραχές Συχνές: Διάρροια Όχι συχνές: Ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος και κολίτιδα Πολύ σπάνιες: Άσχημη γεύσηΌπως και με άλλες κεφαλοσπορίνες, μπορεί να εμφανιστεί κολίτιδα που συνδέεται με το Clostridium difficile και μπορεί να παρουσιάζεται σαν ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα.
Ηπατοχολικές διαταραχές
Συχνές: παροδικές αυξήσεις των τιμών ενός ή περισσοτέρων ηπατικών ενζύμων, ALT (SGPT), AST (SGOT), LDH, GGT και αλκαλικής φωσφατάσης. Πολύ σπάνιες: Ίκτερος .Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Συχνές: Κηλιδοβλατιδώδες ή κνιδωτικό εξάνθημα Όχι συχνές: Κνησμός Πολύ σπάνιες: Αγγειοοίδημα, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση.Γενικές διαταραχές και ενοχλήσεις στη θέση χορήγησης
Συχνές: Πόνος και/ή φλεγμονή μετά από ενδομυϊκή χορήγηση. Όχι συχνές: Πυρετός Έρευνες Συχνές: Θετική δοκιμασία Coombs. Όχι συχνές: Όπως με μερικές άλλες κεφαλοσπορίνες, έχουν παρατηρηθεί παροδικές αυξήσεις των τιμών της ουρίας του αίματος, του αζώτου αίματος και/ή της κρεατινίνης του ορού.Η θετική δοκιμασία Coombs αναπτύσσεται σε περίπου 5% των ασθενών και μπορεί να παρεμποδίζει την ταυτοποίηση της ομάδας αίματος.
Η χορήγηση πολύ υψηλών δόσεων παρεντερικά χορηγούμενων κεφαλοσπορινών μπορεί να προκαλέσει ζάλη, παραισθήσεις και κεφαλαλγίες. Ύστερα από λήψη υπερβολικής δόσης μερικών κεφαλοσπορινών, ιδιαίτερα σε ασθενείς με βεβαρημένη νεφρική λειτουργία, όπου είναι δυνατόν να παρατηρηθεί συσσώρευση του φαρμάκου, μπορεί να παρατηρηθούν σπασμοί. Στις εργαστηριακές διαταραχές που εμφανίζονται ύστερα από λήψη υπερβολικής δόσης, περιλαμβάνονται άνοδος των τιμών κρεατινίνης, BUN, των ηπατικών ενζύμων και της χολερυθρίνης, θετική δοκιμασία Coombs, θρομβοκύττωση, θρομβοκυττοπενία, ηωσινοφιλία, λευκοπενία και παράταση του χρόνου προθρομβίνης.
Η υποδόρια μέση θανατηφόρος δόση σε επίμυς και μυς, ήταν από 5,8 έως 20 g/kg και η ενδοφλέβια μέση θανατηφόρος δόση σε κουνέλια ήταν >2g/kg.
Αντιμετώπιση : Για την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο λήψης υπερβολικής δόσης από πολλά φάρμακα, αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων ή/και ασυνήθιστης φαρμακοκινητικής στον ασθενή σας.Διατηρείστε ανοικτούς τους αεραγωγούς του ασθενούς και υποστηρίξτε τον αερισμό και την διατήρηση οδού ενδοφλέβιας χορήγησης φαρμάκων. Παρακολουθήστε με μεγάλη προσοχή διατηρήστε εντός αποδεκτών ορίων, τα ζωτικά σημεία του ασθενούς, τα αέρια αίματος, τους ηλεκτρολύτες του ορού κλπ. Η απορρόφηση των φαρμάκων από τη γαστρεντερική οδό μπορεί να ελαττωθεί με τη χορήγηση ενεργού άνθρακα, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις είναι αποτελεσματικότερος της πρόκλησης εμέτου ή της πλύσης. Προτιμήστε τον ενεργό άνθρακα ή τον συνδυασμό με την κένωση του στομάχου. Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση άνθρακα μπορεί (μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ) να επιταχύνει την απέκκριση ορισμένων φαρμάκων τα οποία έχουν ήδη απορροφηθεί. Προστατεύστε την αεροφόρο οδό του ασθενούς κατά την κένωση του στομάχου ή τη χορήγηση άνθρακα. Δεν έχει καθορισθεί το ευεργετικό αποτέλεσμα της θεραπευτικής διούρησης, της αιμοδιύλισης ή της
αιμοδιάχυσης με άνθρακα σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας με κεφταζιδίμη.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - CEFIN 2G/VIAL
Το Cefin® περιέχει σαν δραστική ουσία πενταϋδρική κεφταζιδίμη ισοδύναμη με 1 ή 2 g κεφταζιδίμης. Η κεφταζιδίμη είναι ένα β-λακταμικό ημισυνθετικό, ευρέως φάσματος αντιβιοτικό της ομάδας των κεφαλοσπορινών τρίτης γενεάς, για παρεντερική χορήγηση. Πρόκειται για τον πενταϋδρίτη του πυριδινίου, 1-[[7-[[(2- αμινο-4-θειαζολο)[(1-καρβοξυ-1-μεθυλομεθοξυ)-ίμινο]-ακετυλο]αμινο]-2-καρβοξυ- 8-οξο-θεια-1-αζαβικυκλο-[4.2.0]οκτο-2-εν-3-υλο]-μεθυλο]-υδροξείδιο, εσωτερικό άλας, [ 6R-[6a,7β(Z)]].
O in vitro δοκιμασίες δείχνουν ότι η κεφταζιδίμη έχει βακτηριοκτόνο δράση, αναστέλλοντας τα ένζυμα τα απαραίτητα για τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος. Η κεφταζιδίμη εμφανίζει in vitro δραστικότητα έναντι ενός μεγάλου εύρους Gram- αρνητικών μικροοργανισμών, συμπεριλαμβανομένων στελεχών ανθεκτικών στη γενταμικίνη και άλλες αμινογλυκοσίδες. Επιπλέον, η κεφταζιδίμη έχει αποδειχθεί δραστική εναντίον Gram-θετικών μικροοργανισμών. Είναι ιδιαίτερα σταθερή στις περισσότερες, κλινικά σημαντικές, β-λακταμάσες, πλασμιδικές ή χρωμοσωμικές, τις οποίες παράγουν οι Gram-αρνητικοί ή Gram-θετικοί μικροοργανισμοί και είναι κατά συνέπεια δραστική εναντίον πολλών στελεχών ανθεκτικών στην αμπικιλλίνη και άλλες κεφαλοσπορίνες.
Η κεφταζιδίμη έχει αποδειχθεί δραστική εναντίον των ακόλουθων μικροοργανισμών σε in vitro δοκιμασίες και σε κλινικές λοιμώξεις.
Gram-Αρνητικοί Μικροοργανισμοί-
Pseudomonas spp. (συμπεριλαμβανομένης της Pseudomonas aeruginosa)
-
Klebsiella spp. (συμπεριλαμβανομένης της Klebsiella pneumoniae)
-
Proteus mirabilis
-
Proteus vulgaris
-
Escherichia Coli
-
Enterobacter spp. (συμπεριλαμβανομένων των Enterobacter cloacae και Enterobacter aerogenes)
-
Citrobacter spp. (συμπεριλαμβανομένων των Citrobacter freundii και Citrobacter diversus)
-
Serratia spp.
-
Haemophillus influenzae, συμπεριλαμβανομένων στελεχών ανθεκτικών στην αμπικιλλίνη
-
Neisseria meningitidis
Gram-θετικοί Μικροοργανισμοί -
Staphylococcus aureus (συμπεριλαμβανομένων των στελεχών που παράγουν και των στελεχών που δεν παράγουν πενικιλλινάση)
-
Staphylococcus pyogenes (β-αιμολυτικών Στρεπτόκοκκων ομάδας Α)
-
Streptococcus agalactiae (Στρεπτόκοκκοι ομάδας Β)
-
Streptococcus pneumoniae
-
Streptococcus mitis
Αναερόβιοι μικροοργανισμοί -
Bacteroides spp. (ΣΗΜΕΙΩΣΗ: πολλά στελέχη Bacteroides fragilis είναι ανθεκτικά)
Παρότι δεν έχει τεκμηριωθεί πλήρως η κλινική αποτελεσματικότητα, η κεφταζιδίμη έχει επιδείξει επίσης in vitro δραστικότητα εναντίον των ακόλουθων μικροοργανισμών:
-
Staphylococcus epidermidis
-
Morganella morganii (παλαιότερα Proteus morganii)
-
Providencia spp. (συμπεριλαμβανομένου του Providencia rettgeri, παλαιότερα Proteus rettgeri)
-
Acinetobacter spp.
-
Salmonella spp.
-
Clostridium spp. (δεν συμπεριλαμβάνεται το Clostridium difficile)
-
Peptococcus spp.
-
Peptostreptococcus spp.
-
Neisseria gonorrhoeae
-
Haemophillus parainfluenzae
-
Yersinia enterocolitica
-
Salmonella spp.
-
Shigella spp.
Έχει αποδειχθεί πως in vitro η κεφταζιδίμη και οι αμινογλυκοσίδες έχουν συνεργική δράση έναντι ορισμένων στελεχών P. aeruginosa και Enterobacteriaceae. Επίσης, in vitro η κεφταζιδίμη και η καρβενικιλίνη έχουν εμφανίσει συνεργική δράση εναντίον της P. aeruginosa.
Η κεφταζιδίμη δεν είναι δραστική in vitro έναντι Σταφυλόκοκκων ανθεκτικών στη μεθικιλλίνη, του Enterococcus faecalis (παλαιότερα Streptococcus faecalis) και πολλών άλλων εντερόκοκκων, της Listeria monocytogenes, του Campylobacter spp. ή του Clostridium difficile.
ΈΛΕΓΧΟΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ α) Δοκιμές Ευαισθησίας -Τεχνικές ΔιάχυσηςΠοσοτικές μέθοδοι οι οποίες απαιτούν καταμέτρηση της διαμέτρου της ζώνης αναστολής αποτελούν τις ακριβέστερες εκτιμήσεις για την ευαισθησία των αντιβιοτικών. Μια τέτοια διαδικασία έχει χρησιμοποιηθεί με δίσκους, προκειμένου να δοκιμασθεί η ευαισθησία στη κεφταζιδίμη.
Οι αναφορές σχετικά με τα εργαστηριακά αποτελέσματα προτυποποιημένων δοκιμών ευαισθησίας μεμονωμένου δίσκου (standard single-disk succeptibility test)
χρησιμοποιώντας ένα δίσκο με 30mg κεφταζιδίμης, θα πρέπει να ερμηνευθούν σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:
| Διάμετρος ζώνης (mm) | Ερμηνεία |
| ≥18 15-17≤14 | (Ε) Ευαίσθητο (ΜΕ) Μέτρια Ευαίσθητο(Α) Ανθεκτικό |
Η ένδειξη ‘‘ευαίσθητο’’ υποδηλώνει ότι η ανάπτυξη του παθογόνου μικροοργανισμού αναστέλλεται από τη γενικά επιτυγχανόμενη συγκέντρωση αντιβιοτικού στο αίμα. Η ένδειξη ‘‘μέτρια ευαίσθητο’’ είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι οι ανασταλτικές συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού πρέπει να επιτευχθούν με τη χορήγηση υψηλών δόσεων ή όταν η λοίμωξη περιορίζεται σε ιστούς και σωματικά υγρά (π.χ. στα ούρα), όπου επιτυγχάνονται υψηλές συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού. Η ένδειξη ‘‘ανθεκτικό’’ είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι οι επιτυγχανόμενες συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού είναι απίθανο να είναι ανασταλτικές και ότι πρέπει να επιλεγεί κάποια άλλη θεραπευτική αγωγή.
Οι τυποποιημένες διαδικασίες απαιτούν τη χρήση μικροοργανισμών εργαστηριακού ελέγχου. Ο δίσκος των 30 μg κεφταζιδίμης πρέπει να δώσει τις ακόλουθες διαμέτρους ζώνης:
| Μικροοργανισμός | Διάμετρος ζώνης (mm) |
| E.Coli (ATCC 25922) | 25-32 |
| P. aeruginosa (ATCC 27853) | 22-29 |
| S.aureus (ATCC 25923) | 16-20 |
Για το καθαρισμό της MIC (Minimal Inhibitory Concentration – Ελάχιστη Ανασταλτική Συγκέντρωση) της κεφταζιδίμης μπορεί να χρησιμοποιηθούν οι συνιστώμενες από την NCCLS μέθοδοι αραίωσης σε άγαρ ή ζωμό. Τα αποτελέσματα της δοκιμασίας της MIC πρέπει να ερμηνευθούν με βάση τα ακόλουθα κριτήρια.:
| MIC | Ερμηνεία |
| <16 | (E) Ευαίσθητο |
| 16-24 | (ΜΕ) Μέτρια ευαίσθητο |
| ≥64 | (Α) Ανθεκτικό |
Ο μικροοργανισμός παρουσιάζει ευαισθησία στη κεφταζιδίμη εάν η τιμή MIC δεν είναι >16 μg/ml. Θεωρείται πως οι μικροοργανισμοί είναι ανθεκτικοί εάν το MIC είναι ≥64 μg/ml.
Μικροοργανισμοί με τιμή MIC <64 μg/ml αλλά >16μg/ml αναμένεται πως θα είναι ευαίσθητοι εάν χρησιμοποιηθούν υψηλές δόσεις ή εάν η λοίμωξη περιορίζεται σε ιστούς και σωματικά υγρά (π.χ.ουρά) όπου παρατηρούνται υψηλά επίπεδα αντιβιοτικού.
Όπως και στις τυποποιημένες τεχνικές διάχυσης, οι τεχνικές αραίωσης απαιτούν τη χρήση μικροοργανισμών εργαστηριακού ελέγχου. Η τυποποιημένη σκόνη κεφταζιδίμης πρέπει να δίνει τις ακόλουθες τιμές MIC.
| Οργανισμός | Εύρος MIC (μg/ml) |
| E.Coli (ATCC 25922) | 0.125-0.5 |
| S.aureus (ATCC 29213) | 4-16 |
| P.aeruginosa (ATCC 27853) | 0.5-2 |
Ύστερα από ενδοφλέβια χορήγηση δόσης κεφταζιδίμης 500 mg ή 1g για διάστημα μεγαλύτερο των 5 λεπτών, σε υγιείς ενήλικες άρρενες εθελοντές, οι μέσες ανώτερες συγκεντρώσεις στον ορό ήταν 45mg/l και 90mg/l αντιστοίχως.
Ύστερα από ενδοφλέβια έγχυση δόσεων κεφταζιδίμης 500 mg, 1g και 2g για διάστημα μεγαλύτερο από 20 έως 30 λεπτά σε υγιείς άρρενες εθελοντές, οι μέσες ανώτατες συγκεντρώσεις στον ορό ήταν 42, 69, και 170 mg/l αντίστοιχα.
Οι μέσες συγκεντρώσεις στον ορό ύστερα από ενδοφλέβια έγχυση δόσεων 500mg, 1g και 2g στους ίδιους εθελοντές για διάστημα άνω των 8 ωρών, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα.
| Δοσολογία Κεφταζιδίμης | Συγκεντρώσεις στον ορό (mg/l) | ||||
| (ενδοφλέβια) | ½ ώρα | 1 ώρα | 2 ώρες | 4 ώρες | 8 ώρες |
| 500 | 42 | 25 | 12 | 6 | 2 |
| 1 g | 60 | 39 | 23 | 11 | 3 |
| 2 g | 129 | 75 | 42 | 13 | 5 |
Η απορρόφηση και αποβολή της κεφταζιδίμης ήταν ευθέως ανάλογες του μεγέθους της δόσης. Ύστερα από ενδοφλέβια χορήγηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής ήταν περίπου 1,9 ώρες. Λιγότερο από 10% της κεφταζιδίμης εμφάνισε σύνδεση με τις πρωτεΐνες και ο βαθμός σύνδεσης με τις πρωτεΐνες ήταν ανεξάρτητος από τη συγκέντρωση. Ύστερα από πολλαπλές ενδοφλέβιες δόσεις 1 g και 2 g κάθε 8 ώρες για 10 ημέρες, δεν υπήρχαν ενδείξεις συσσώρευσης της κεφταζιδίμης στον ορό, σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ύστερα από ενδομυϊκή χορήγηση δόσεων κεφταζιδίμης 500 mg και 1g σε υγιείς ενήλικες άρρενες εθελοντές, οι μέσες ανώτατες συγκεντρώσεις στον ορό σε περίπου 1 ώρα ήταν 17 mg/l και 39 mg/l αντιστοίχως. Οι συγκεντρώσεις στον ορό παρέμειναν άνω των 4mg/l για 6 έως 8 ώρες ύστερα από την ενδομυϊκή χορήγηση δόσεων 500 mg και 1 g αντιστοίχως. Η ημιπερίοδος ζωής της κεφταζιδίμης στους εθελοντές αυτούς ήταν περίπου 2 ώρες.
Η παρουσία της ηπατικής δυσλειτουργίας δεν είχε επίδραση στη φαρμακοκινητική της κεφταζιδίμης σε ασθενείς που έλαβαν 2 g ενδοφλεβίως ανά 8 ώρες επί 5 ημέρες. Για το λόγο αυτό, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, εκτός και εάν η νεφρική λειτουργία είναι επίσης βεβαρημένη.
Περίπου το 80-90% της ενδομυϊκής ή ενδοφλέβιας δόσης κεφταζιδίμης αποβάλλεται αμετάβλητη από τους νεφρούς σε διάρκεια άνω των 24 ωρών. Ύστερα από ενδοφλέβια χορήγηση εφάπαξ δόσης 500 mg ή 1 g, περίπου το 50% της δόσης εμφανίσθηκε στα ούρα στις πρώτες δύο ώρες ύστερα από τη χορήγηση.
Εάν άλλο ποσοστό 20% αποβλήθηκε 2 έως 4 ώρες ύστερα από τη χορήγηση και περίπου 12% της δόσης εμφανίσθηκε στα ούρα 4 έως 8 ώρες αργότερα. Η αποβολή της κεφταζιδίμης από τους νεφρούς είχε σαν αποτέλεσμα την εμφάνισή της σε υψηλές συγκεντρώσεις στα ούρα.
Η μέση νεφρική κάθαρση της κεφταζιδίμης είναι περίπου 100ml/min. Η κάθαρση πλάσματος, που υπολογίσθηκε ότι είναι 115ml/min, αποτελεί ένδειξη πλήρους αποβολής της κεφταζιδίμης από τη νεφρική οδό. Η χορήγηση προβενεσίδης πριν από τη χορήγηση κεφταζιδίμης δεν επιδρά στην αποβολή της κεφταζιδίμης. Αυτό είναι ένδειξη πως η κεφταζιδίμη αποβάλλεται με σπειραματική διήθηση και δεν απεκκρίνεται ενεργά μέσω των νεφρικών σωληναρίων. Δεδομένου ότι η κεφταζιδίμη αποβάλλεται σχεδόν αποκλειστικά από τους νεφρούς, ημιπερίοδος ζωής παρατείνεται σημαντικά σε ασθενείς με βεβαρημένη νεφρική λειτουργία. Κατά συνέπεια, η δοσολογία για τους ασθενείς αυτούς πρέπει να προσαρμοσθεί.
(βλέπε παρ.4.2. Δοσολογία και Τρόπος Χορήγησης)
Θεραπευτικές συγκεντρώσεις της κεφταζιδίμης επιτυγχάνονται στους ακόλουθους ιστούς και σωματικά υγρά:
Συγκέντρωση της κεφταζιδίμης στους Ιστούς και τα Σωματικά Υγρά
| Ιστός ή σωματικό Υγρό | Δόση/ Οδός χορήγησης | Αριθμός ασθενών | Χρόνος λήψης δείγματος ύστερα από τη δόση | Μέσο επίπεδο στους ιστούς ή στα υγρά (mg/L) |
| Ούρα | 500 mg ενδομυϊκά ή 2g ενδοφλέβια | 66 | 0-2 ώρες0-2 ώρες | 2.10012.000 |
| Χολή | 2g ενδοφλέβια | 3 | 90 λεπτά | 36.4 |
| Υγρό αρθρικών κοιλοτήτων | 2g ενδοφλέβια | 13 | 2 ώρες | 25.6 |
| Περιτοναϊκό υγρό | 2g ενδοφλέβια | 8 | 2 ώρες | 48.6 |
| Πτύελα | 1g ενδοφλέβια | 8 | 1 ώρα | 9 |
| Εγκεφαλονωτιαίο υγρό(φλεγμαίνουσες μήνιγγες) | 2 g ενδοφλέβια ή2g ανά 8 ώρες ενδοφλέβια | 56 | 120 λεπτά180 λεπτά | 9.89.4 |
| Υδατοειδές υγρό | 2 g ενδοφλέβια | 13 | 1-3 ώρες | 11 |
| Υγρό φλυκταινών δέρματος | 1 g ενδοφλέβια | 7 | 2-3 ώρες | 19.7 |
| Λέμφος | 1 g ενδοφλέβια | 7 | 2-3 ώρες | 23.4 |
| Οστά | 2 g ενδοφλέβια | 8 | 0,67 ώρες | 31.1 |
| Καρδιακός μυς | 2 g ενδοφλέβια | 35 | 30-280 λεπτά | 12.7 |
| Δέρμα | 2 g ενδοφλέβια | 22 | 30-180 λεπτά | 6.6 |
| Σκελετικός μυς | 2 g ενδοφλέβια | 35 | 30-280 λεπτά | 9.4 |
| Μυομήτριο | 2 g ενδοφλέβια | 31 | 1-2 ώρες | 18.7 |
