REXTOL INJ.SOL 2MC/ML
Πληροφορίες συνταγογράφησης
Λίστα ασφαλίσεων
Πληροφορίες έκδοσης
Περιορισμός συνταγογράφησης
Αλληλεπιδράσεις με
Περιορισμοί
Άλλες πληροφορίες
Όνομα φαρμάκου
Σύνθεση
Φαρμακευτική μορφή
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας (MAH)

Χρησιμοποιήστε την εφαρμογή Mediately
Λήψη στοιχείων φαρμάκων πιο γρήγορα.
Πάνω 36k αξιολογήσεις
SmPC - REXTOL 2MC/ML
Η παρικαλσιτόλη ενδείκνυται σε ενήλικες για την πρόληψη και τη θεραπεία του δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμού σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο Σταδίου 5 οι οποίοι υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.
Δοσολογία
Ενήλικες
-
Η αρχική δόση θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει των αρχικών επιπέδων της παραθορμόνης (PTH):
Η αρχική δόση της παρικαλσιτόλης βασίζεται στον ακόλουθο τύπο:
Αρχική δόση (μg) = αρχικό επίπεδο αμετάβλητης PTH σε pmol/l
8
Ή
= αρχικό επίπεδο αμετάβλητης PTH σε pg/mL
80
και χορηγείται ως ενδοφλέβια (IV) εφάπαξ δόση όχι συχνότερα από κάθε δεύτερη μέρα οποιαδήποτε ώρα κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης.
Η μέγιστη δόση που χορηγήθηκε με ασφάλεια σε κλινικές μελέτες ήταν έως και 40 μg.
-
Τιτλοποίηση δόσης:
Το αποδεκτό επί του παρόντος στοχευόμενο εύρος για τα επίπεδα της PTH σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση είναι το πολύ 1,5 με 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο σε μη ουραιμικά άτομα, 15,9 έως 31,8 pmol/l (150-300 pg/ml), για την αμετάβλητη PTH. Στενή παρακολούθηση και εξατομικευμένη τιτλοποίηση δόσης είναι αναγκαίες ώστε να επιτευχθούν οι επιθυμητές φυσιολογικές τιμές. Εάν παρατηρηθεί υπερασβεστιαιμία ή ένα σταθερά ανεβασμένο διορθωμένο γινόμενο Ca x P μεγαλύτερο από 5,2 mmol2/l2 (65 mg2/dl2), η δόση θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί μέχρι οι παράμετροι αυτές να ομαλοποιηθούν. Στη συνέχεια, η χορήγηση παρικαλσιτόλης θα πρέπει να αρχίσει εκ νέου σε χαμηλότερη δόση. Οι δόσεις μπορεί να χρειαστεί να μειωθούν καθώς τα επίπεδα της PTH μειώνονται ως ανταπόκριση στη θεραπεία.
Ο παρακάτω πίνακας είναι μία προτεινόμενη προσέγγιση για την τιτλοποίηση της δόσης:
| Προτεινόμενες Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη Δοσολογία(Προσαρμογές της δόσης ανά διαστήματα 2 έως 4 εβδομάδων) | |
| Επίπεδο iPTH Σε Σχέση με το Αρχικό | Προσαρμογή της Δόσης της Παρικαλσιτόλης |
| Ίδιο ή αυξημένο | Αυξήστε κατά 2 έως 4 μικρογραμμάρια |
| Μειωμένο κατά < 30% | |
| Μειωμένο κατά ≥ 30%, ≤ 60% | Διατηρήστε την ίδια |
| Μειωμένη κατά > 60% | Μειώστε κατά 2 έως 4 μικρογραμμάρια |
| IPTH < 15,9 pmol/L (150 pg/mL) | |
Από τη στιγμή που η δοσολογία έχει καθοριστεί, το ασβέστιο και ο φώσφορος του ορού θα πρέπει να μετρώνται τουλάχιστον μηνιαίως. Μετρήσεις της αμετάβλητης PTH του ορού συνιστώνται κάθε τρεις μήνες. Κατά τη διάρκεια της προσαρμογής της δόσης της παρικαλσιτόλης, μπορεί να χρειάζονται εργαστηριακές εξετάσεις πιο συχνά.
Ηπατική δυσλειτουργία
Οι μη δεσμευμένες συγκεντρώσεις της παρικαλσιτόλης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είναι παρόμοιες με εκείνες των υγιών ατόμων και δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών. Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός Πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της παρικαλσιτόλης σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών. Τα επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα για παιδιατρικούς ασθενείς περιγράφονται στην παράγραφο 5.1, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για την δοσολογία.
Ηλικιωμένοι
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω που έλαβαν παρικαλσιτόλη στις μελέτες φάσης ΙΙΙ. Σε αυτές τις μελέτες, δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια μεταξύ των ασθενών ηλικίας 65 ετών και άνω και των νεότερων ασθενών.
Τρόπος χορήγησης
Το ενέσιμο διάλυμα Rextol χορηγείται μέσω του καθετήρα αιμοκάθαρσης.
Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Τοξικότητα της βιταμίνης D Υπερασβεστιαιμία.
Η υπερβολική καταστολή της παραθορμόνης μπορεί να προκαλέσει αυξήσεις των επιπέδων ασβεστίου του ορού και μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολική νόσο των οστών. Παρακολούθηση των ασθενών και εξατομικευμένη τιτλοποίηση δόσης είναι αναγκαία ώστε να επιτευχθούν οι επιθυμητές φυσιολογικές τιμές.
Εάν αναπτυχθεί κλινικά σημαντική υπερασβεστιαιμία, και ο ασθενής λαμβάνει δεσμευτικό του φωσφόρου με βάση το ασβέστιο, η δόση του δεσμευτικού του φωσφόρου με βάση το ασβέστιο θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί.
Η χρόνια υπερασβεστιαιμία ενδέχεται να σχετίζεται με γενικευμένη αγγειακή ασβεστοποίηση και άλλες ασβεστοποιήσεις μαλακού ιστού.
Φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με φώσφορο ή βιταμίνη D δεν θα πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με την παρικαλσιτόλη, λόγω αυξημένου κινδύνου υπερασβεστιαιμίας και αύξησης του γινομένου Ca x P (βλ. παράγραφο 4.5).
Η τοξικότητα της δακτυλίτιδας ενισχύεται από υπερασβεστιαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίας, οπότε απαιτείται προσοχή όταν η δακτυλίτιδα συνταγογραφείται ταυτόχρονα με την παρικαλσιτόλη (βλ. παράγραφο 4.5).
Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση της παρικαλσιτόλης με κετοκοναζόλη (βλ. παράγραφο 4.5).
Προειδοποιήσεις για τα έκδοχα
Αιθανόλη
Μία δόση 40 μικρογραμμαρίων αυτού του φαρμάκου χορηγούμενη σε έναν ενήλικα βάρους 70 kg, θα οδηγούσε σε έκθεση περίπου σε 24 mg/kg αιθανόλης, η οποία μπορεί να προκαλέσει αύξηση της συγκέντρωσης αλκοόλης στο αίμα (BAC) περίπου κατά 4 mg/100 ml. Προς σύγκριση, για έναν ενήλικα που πίνει ένα ποτήρι κρασιού ή 500 ml μπύρας, η BAC είναι πιθανό να είναι περίπου 50 mg/100 ml.
Συγχορήγηση με φάρμακα που περιέχουν π.χ. προπυλενογλυκόλη ή αιθανόλη μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση αιθανόλης και να προκληθούν ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα σε μικρά παιδιά με χαμηλή ή ανώριμη μεταβολική ικανότητα.
Προπυλενογλυκόλη
Η συγχορήγηση με οποιοδήποτε υπόστρωμα αλκοολικής αφυδρογονάσης όπως η αιθανόλη, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σε παιδιά κάτω των 5 ετών.
Ενώ δεν έχει καταδειχθεί ότι η προπυλενογλυκόλη προκαλεί αναπαραγωγική ή αναπτυξιακή τοξικότητα σε ζώα ή σε ανθρώπους, μπορεί να περάσει στο έμβρυο και έχει βρεθεί στο γάλα. Συνεπώς, η χορήγηση προπυλενογλυκόλης σε εγκύους ή θηλάζουσες ασθενείς, πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση.
Απαιτείται ιατρική παρακολούθηση σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία, διότι έχουν αναφερθεί διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται στην προπυλενογλυκόλη, όπως νεφρική δυσλειτουργία (οξεία σωληναριακή νέκρωση), οξεία νεφρική ανεπάρκεια και ηπατική δυσλειτουργία.
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με ένεση παρικαλσιτόλης. Ωστόσο, έχει διεξαχθεί μία μελέτη αλληλεπίδρασης μεταξύ της κετοκοναζόλης και της παρικαλσιτόλης με τη μορφή καψακίου.
Κετοκοναζόλη: Η κετοκοναζόλη είναι γνωστό ότι είναι ένας μη ειδικός αναστολέας αρκετών ενζύμων του κυτοχρώματος P450. Τα διαθέσιμα δεδομένα in vitro και in vivo υποδηλώνουν ότι η κετοκοναζόλη μπορεί να αλληλεπιδράσει με ένζυμα τα οποία είναι υπεύθυνα για το μεταβολισμό της παρικαλσιτόλης και άλλων
αναλόγων της βιταμίνης D. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χορήγηση κετοκοναζόλης και παρικαλσιτόλης (βλ. παράγραφο 4.4).
Η επίδραση πολλαπλών δόσεων κετοκοναζόλης χορηγούμενης σε δόση 200 mg, δύο φορές ημερησίως (BID) για 5 ημέρες στη φαρμακοκινητική του καψακίου παρικαλσιτόλης, έχει μελετηθεί σε υγιή άτομα. Η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) της παρικαλσιτόλης επηρεάστηκε ελάχιστα, αλλά η AUC0-∞ σχεδόν διπλασιάστηκε παρουσία κετοκοναζόλης. Η μέση ημίσεια ζωή της παρικαλσιτόλης ήταν 17,0 ώρες παρουσία κετοκοναζόλης σε σύγκριση με 9,8 ώρες όταν η παρικαλσιτόλη χορηγήθηκε μόνη της. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δείχνουν ότι μετά την του στόματος χορήγηση της παρικαλσιτόλης, η μέγιστη διεύρυνση της τιμής της AUC∞ από την αλληλεπίδραση με κετοκοναζόλη, δεν είναι πιθανό να είναι μεγαλύτερη από περίπου 2πλάσια.
Δεν πραγματοποιήθηκαν ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης με ένεση παρικαλσιτόλης. Η τοξικότητα της δακτυλίτιδας ενισχύεται από υπερασβεστιαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίας, οπότε απαιτείται προσοχή όταν η δακτυλίτιδα συνταγογραφείται ταυτόχρονα με την παρικαλσιτόλη (βλ. παράγραφο 4.4).
Φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με φώσφορο ή βιταμίνη D δεν θα πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με την παρικαλσιτόλη, λόγω του αυξημένου κινδύνου υπερασβεστιαιμίας και αύξησης του γινομένου Ca x P ( βλ. παράγραφο 4.4).
Οι υψηλές δόσεις σκευασμάτων που περιέχουν ασβέστιο ή θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας.
Τα σκευάσματα που περιέχουν μαγνήσιο (π.χ. αντιόξινα) δεν θα πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με σκευάσματα βιταμίνης D, καθώς μπορεί να εμφανιστεί υπερμαγνησιαιμία
Τα σκευάσματα που περιέχουν αργίλιο (π.χ. αντιόξινα, δεσμευτικά του φωσφόρου) δεν πρέπει να χορηγούνται χρόνια με φαρμακευτικά προϊόντα Βιταμίνης D, καθώς μπορεί να εμφανιστούν αυξημένα επίπεδα αργιλίου στο αίμα και τοξικότητα αργιλίου στα οστά.
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για τη χρήση της παρικαλσιτόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Το Rextol δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η παρικαλσιτόλη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της παρικαλσιτόλης/των μεταβολιτών της στο γάλα (για λεπτομέρειες βλ. 5.3).
Δεν μπορεί να αποκλειστεί κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη.
Θα πρέπει να ληφθεί απόφαση για τη διακοπή του θηλασμού ή τη διακοπή/αποχή από τη θεραπεία με παρικαλσιτόλη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει καμία επίδραση της παρικαλσιτόλης στη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
ν
Μετά τη χορήγηση παρικαλσιτόλης μπορεί να εμφανιστεί ζάλη, η οποία μπορεί να έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων (βλ. παράγραφο 4.8).
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Περίπου 600 ασθενείς έλαβαν θεραπευτική αγωγή με παρικαλσιτόλη στις κλινικές δοκιμές Φάσης II/III/IV. Συνολικά, το 6% των ασθενών που έλαβαν θεραπευτική αγωγή με παρικαλσιτόλη, ανέφεραν ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με τη θεραπεία με παρικαλσιτόλη, ήταν η υπερασβεστιαιμία που προέκυψε στο 4,7% των ασθενών. Η υπερασβεστιαιμία εξαρτάται από το επίπεδο της υπερβολικής καταστολής της PTH και μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με κατάλληλη τιτλοποίηση της δόσης.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που ενδεχομένως σχετίζονται με την παρικαλσιτόλη, τόσο κλινικές όσο και εργαστηριακές, παρουσιάζονται σύμφωνα με το MedDRA ανά Κατηγορία Οργανικού Συστήματος, Ανεπιθύμτη Ενέργεια και Συχνότητα. Χρησιμοποιούνται οι ακόλουθες κατηγορίες συχνότητας: Πολύ συχνές (≥ 1/10)· Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)· Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100)· Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως
< 1/1.000)· Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)· Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Ανεπιθύμητη Ενέργεια | Συχνότητα |
| Λοιμώξεις και Παρασιτώσεις | Σήψαιμία, πνευμονία, λοίμωξη, φαρυγγίτιδα, κολπική λοίμωξη, γρίπη | Όχι συχνές |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα(περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Καρκίνος του μαστού | Όχι συχνή |
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | Αναιμία, λευκοπενία, λεμφαδενοπάθεια | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία | Όχι συχνή |
| Λαρυγγικό οίδημα, αγγειοοίδημα, κνίδωση | Μη γνωστής συχνότητας* | |
| Ενδοκρινικές διαταραχές | Υποπαραθυρεοειδισμός | Συχνή |
| Υπερπαραθυρεοειδισμός | Όχι συχνή | |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Υπερασβεστιαιμία, υπερφωσφαταιμία | Συχνές |
| Υπερκαλιαιμία, υπασβεστιαιμία, ανορεξία | Όχι συχνές | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συγχυτική κατάσταση, παραλήρημα, αποπροσωποποίηση, διέγερση, αϋπνία, νευρικότητα | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, δυσγευσία | Συχνές |
| Κώμα, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, συγκοπή, μυόκλονος, υπαισθησία, παραισθησία, ζάλη | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Γλαύκωμα, επιπεφυκίτιδα | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Διαταραχή του ωτός | Όχι συχνή |
| Καρδιακές διαταραχές | Καρδιακή ανακοπή, αρρυθμία, κολπικός πτερυγισμός | Όχι συχνές |
| Αγγειακές Διαταραχές | Υπέρταση, υπόταση | Όχι συχνές |
| Αναπνευστικές, θωρακικές και διαταραχές του μεσοθωράκιου | Πνευμονικό οίδημα, άσθμα, δύσπνοια, επίσταξη, βήχας | Όχι συχνές |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Πρωκτική αιμορραγία, κολίτιδα, διάρροια, γαστρίτιδα, δυσπεψία, δυσφαγία, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, ναυτία, έμετος, ξηροστομία, γαστρεντερική διαταραχή | Όχι συχνές |
| Γαστρεντερική αιμορραγία | Μη γνωστής συχνότητας* | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός | Συχνή |
| Πομφωλυγώδης δερματίτιδα, αλωπεκία, υπερτρίχωση, εξάνθημα, υπεριδρωσία | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία, δυσκαμψία άρθρωσης, πόνος στη ράχη, μυϊκές δεσμιδώσεις, μυαλγία | Όχι συχνές |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Μαστοδυνία, στυτική δυσλειτουργία | Όχι συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Διαταραχές βάδισης, οίδημα, περιφερικό οίδημα, άλγος, άλγος στη θέση της ένεσης, πυρεξία, θωρακικό άλγος, επιδεινωθείσα κατάσταση, εξασθένιση, αίσθημα κακουχίας, δίψα | Όχι συχνές |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Χρόνος ροής αίματος παρατεταμένος, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, μη φυσιολογική εργαστηριακή εξέταση, σωματικό βάροςμειωμένο | Όχι συχνές |
* Οι συχνότητες για ανεπιθύμητες ενέργειες από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία, δεν μπορούν να εκτιμηθούν και έχουν αναφερθεί ως «Μη γνωστής συχνότητας».
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337
Ιστότοποι: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr
Δεν έχει αναφερθεί καμία περίπτωση υπερδοσολογίας.
Η υπερδοσολογία με παρικαλσιτόλη μπορεί να οδηγήσει σε υπερασβεστιαιμία, υπερασβεστιουρία, υπερφωσφαταιμία και υπερβολική καταστολή της PTH (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, τα σημεία και συμπτώματα υπερασβαστιαιμίας (επίπεδα ασβεστίου στον ορό) θα πρέπει να παρακολουθούνται και να αναφέρονται σε γιατρό. Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά όπως είναι κατάλληλο.
Η παρικαλσιτόλη δεν αποβάλλεται σημαντικά με αιμοκάθαρση. Η θεραπευτική αγωγή των ασθενών με κλινικά σημαντική υπερασβεστιαιμία συνίσταται σε άμεση μείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας με παρικαλσιτόλη και περιλαμβάνει δίαιτα χαμηλή σε ασβέστιο, διακοπή των συμπληρωμάτων ασβεστίου, κινητοποίηση των ασθενών, προσοχή για διαταραχές της ισορροπίας των υγρών και των ηλεκτρολυτών, αξιολόγηση για ηλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίες (κρίσιμη σε ασθενείς που λαμβάνουν δακτυλίτιδα) και αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση με διάλυμα αιμοκάθαρσης που δεν περιέχει ασβέστιο, όπως απαιτείται.
Όταν τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό έχουν επανέλθει στα φυσιολογικά όρια, η παρικαλσιτόλη μπορεί να ξαναρχίσει σε χαμηλότερη δόση. Εάν εμφανιστούν επίμονα και σημαντικά αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στον ορό, υπάρχουν διάφορες θεραπευτικές εναλλακτικές λύσεις που μπορούν να εξεταστούν. Αυτές περιλαμβάνουν τη χρήση φαρμάκων όπως τα φωσφορικά άλατα και τα κορτικοστεροειδή, καθώς και μέτρα για την πρόκληση διούρησης.
Το ενέσιμο διάλυμα Rextol περιέχει 39% v/v προπυλενογλυκόλης ως έκδοχο. Μεμονωμένες περιπτώσεις καταστολής του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, αιμόλυσης και γαλακτικής οξέωσης έχουν αναφερθεί ως τοξικές επιδράσεις που σχετίζονται με τη χορήγηση προπυλενογλυκόλης σε υψηλές δόσεις. Παρότι δεν αναμένεται να ανιχνευτούν με τη χορήγηση παρικαλσιτόλης, καθώς η προπυλενογλυκόλη αποβάλλεται κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης, ο κίνδυνος τοξικής επίδρασης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας.
Φαρμακολογικές ιδιότητες - REXTOL 2MC/ML
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιπαραθυρεοειδικοί παράγοντες. Κωδικός ATC: H05BX02 Μηχανισμός δράσης
Η παρικαλσιτόλη είναι μία συνθετική, βιολογικά ενεργή βιταμίνη D ανάλογη της καλσιτριόλης με
τροποποιήσεις στην πλευρική αλυσίδα (D2) και τον Α (19-nor) δακτύλιο. Σε αντίθεση με την καλσιτριόλη, η παρικαλσιτόλη ενεργοποιεί εκλεκτικά τους υποδοχείς της βιταμίνης D (VDR). Η παρικαλσιτόλη αυξάνει εκλεκτικά τους VDR στους παραθυρεοειδείς αδένες χωρίς να αυξάνει τους VDR στο έντερο και είναι λιγότερο δραστική στην οστική επαναρρόφηση. Η παρικαλσιτόλη επίσης ενεργοποιεί τον υποδοχέα ανίχνευσης του ασβεστίου (CaSR) στους παραθυρεοειδείς αδένες. Ως αποτέλεσμα, η παρικαλσιτόλη μειώνει τα επίπεδα της παραθορμόνης (PTH) αναστέλλοντας τον πολλαπλασιασμό των παραθυρεοειδικών κυττάρων και μειώνοντας τη σύνθεση και την έκκριση της PTH, με ελάχιστες επιπτώσεις στα επίπεδα του ασβεστίου και του φωσφόρου, και μπορεί να δράσει άμεσα στα οστικά κύτταρα για να διατηρήσουν τον οστικό όγκο και να βελτιώσουν τις επιφάνειες εναπόθεσης μετάλλων. Η διόρθωση των μη φυσιολογικών επιπέδων της PTH, με ομαλοποίηση της ομοιόστασης του ασβεστίου και του φωσφόρου, μπορεί να προλάβει ή να θεραπεύσει τη μεταβολική νόσο των οστών που σχετίζεται με τη χρόνια νεφρική νόσο.
Παιδιατρικός πληθυσμό:
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ένεσης παρικαλσιτόλης εξετάστηκαν σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη 12 εβδομάδων σε 29 παιδιατρικούς ασθενείς, ηλικίας 5-19 ετών, με νεφρική νόσο τελικού σταδίου υπό αιμοκάθαρση. Οι έξι νεότεροι ασθενείς που έλαβαν θεραπευτική αγωγή με παρικαλσιτόλη, ήταν ηλικίας 5-12 ετών. Η αρχική δόση της παρικαλσιτόλης ήταν 0,04 mcg/kg 3 φορές την εβδομάδα βάσει αρχικού επιπέδου iPTH μικρότερου από 500 pg/mL ή 0,08 mcg/kg 3 φορές την εβδομάδα βάσει αρχικού επιπέδου iPTH ≥ 500 pg/mL, αντίστοιχα. Η δόση παρικαλσιτόλης προσαρμόστηκε με αυξήσεις των 0,04 mcg/kg βάσει των επιπέδων της iPTH, του ασβεστίου και του Ca x P στον ορό. Το 67% των ασθενών που έλαβαν θεραπευτική αγωγή με παρικαλσιτόλη και το 14% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, ολοκλήρωσαν τη δοκιμή. Το 60% των συμμετεχόντων στην ομάδα της παρικαλσιτόλης εμφάνισαν 2 διαδοχικές μειώσεις κατά 30% από την
αρχική τιμή iPTH, σε σύγκριση με το 21% των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Το 71% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, διέκοψαν τη θεραπεία λόγω υπερβολικών αυξήσεων στα επίπεδα της iPTH. Κανένας ασθενής ούτε στην ομάδα της παρικαλσιτόλης ούτε στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου δεν ανέπτυξε υπερασβεστιαιμία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς ηλικίας κάτω των 5 ετών.
Κατανομή
Η φαρμακοκινητική της παρικαλσιτόλης έχει μελετηθεί σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (CRF) (CKD Στάδιο 5) που χρειάζονταν αιμοκάθαρση. Η παρικαλσιτόλη χορηγείται ως ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση. Μέσα σε διάστημα δύο ωρών μετά τη χορήγηση δόσεων που κυμαίνονταν από 0,04 έως 0,24 microgram/kg, οι συγκεντρώσεις της παρικαλσιτόλης μειώθηκαν ταχέως· στη συνέχεια, οι συγκεντρώσεις της παρικαλσιτόλης μειώθηκαν γραμμικά-λογαριθμικά με μία μέση ημίσεια ζωή περίπου 15 ωρών. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση παρικαλσιτόλης με τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων. Η in vitro δέσμευση της παρικαλσιτόλης με πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν εκτεταμένη (>99,9%) και μη κορεσμένη στο εύρος συγκεντρώσεων από 1 έως 100 ng/ml.
Βιομετασχηματισμός
Αρκετοί άγνωστοι μεταβολίτες ανιχνεύθηκαν τόσο στα ούρα όσο και στα κόπρανα, χωρίς καθόλου ανιχνεύσιμη παρικαλσιτόλη στα ούρα. Αυτοί οι μεταβολίτες δεν έχουν χαρακτηριστεί και δεν έχουν ταυτοποιηθεί. Μαζί, οι μεταβολίτες αυτοί συνεισέφεραν το 51% της ραδιενέργειας στα ούρα και το 59% της ραδιενέργειας στα κόπρανα.
| Φαρμακοκινητικά Χαρακτηριστικά της Παρικαλσιτόλης σε Ασθενείς με ΧΝΑ (δόση 0,24 μg/kg) | ||
| Παράμετρος | Ν | Τιμές (Μέση ± τυπ. απόκλιση) |
| Cmax (5 λεπτά μετά την εφάπαξ δόση) | 6 | 1850 ± 664 (pg/ml) |
| AUC0-∞ | 5 | 27382 ± 8230 (pg ꞏ hr/ml) |
| CL | 5 | 0,72 ± 0,24 (L/hr) |
| Vss | 5 | 6 ± 2 (L) |
Αποβολή
Σε υγιή άτομα, στα οποία διεξήχθη μία μελέτη με μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 0,16 μικρογραμμαρίων/kg 3Η-παρικαλσιτόλης (n=4), η ραδιενέργεια στο πλάσμα αποδόθηκε στην αρχική ουσία. Η παρικαλσιτόλη αποβλήθηκε κυρίως με ηπατοχολική απέκκριση, καθώς το 74% της ραδιενεργού δόσης ανακτήθηκε στακόπρανα και μόνο το 16% εντοπίστηκε στα ούρα.
Ειδικοί Πληθυσμοί
Φύλο, Φυλή και Ηλικία
Δεν έχουν παρατηρηθεί φαρμακοκινητικές διαφορές που σχετίζονται με την ηλικία ή το φύλο στους ενήλικες ασθενείς που μελετήθηκαν. Δεν έχουν αναγνωριστεί φαρμακοκινητικές διαφορές λόγω φυλής.
Ηπατική δυσλειτουργία
Οι μη δεσμευμένες συγκεντρώσεις της παρικαλσιτόλης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είναι παρόμοιες με εκείνες των υγιών ατόμων και δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών. Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Φαρμακευτικές πληροφορίες - REXTOL 2MC/ML
Απουσία μελετών συμβατότητας, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
Η προπυλενογλυκόλη αλληλεπιδρά με την ηπαρίνη και εξουδετερώνει τη δράση της. Το ενέσιμο διάλυμα παρικαλσιτόλης περιέχει προπυλενογλυκόλη ως έκδοχο και θα πρέπει να χορηγείται μέσω διαφορετικού σημείου ένεσης από την ηπαρίνη.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
Διαφανείς υάλινες φύσιγγες όγκου 2.00 ml από ύαλο Τύπου Ι (Ύαλος Τύπου Ι, υδρολυτικής κατηγορίας). Διαφανείς υάλινες φύσιγγες όγκου 3.00ml, οι οποίες κλείνονται με ελαστομερή πώματα βρωμοβουτυλίου κατάλληλα για ενέσιμα διαλύματα και ασφαλισμένες με αποσπώμενα καπάκια αλουμινίου (flip-off).
Οι συσκευασίες του Rextol είναι:
Ενέσιμο διάλυμα Rextol 5 mcg/ml:
Συσκευασία που περιέχει 1 φύσιγγα του 1 ml ενέσιμου διαλύματος Συσκευασία που περιέχει 5 φύσιγγες του 1 ml ενέσιμου διαλύματος Συσκευασία που περιέχει 1 φύσιγγα των 2 ml ενέσιμου διαλύματος Συσκευασία που περιέχει 5 φύσιγγες των 2 ml ενέσιμου διαλύματος Συσκευασία που περιέχει 1 φιαλίδιο του 1 ml ενέσιμου διαλύματος Συσκευασία που περιέχει 5 φιαλίδια του 1 ml ενέσιμου διαλύματος Συσκευασία που περιέχει 1 φιαλίδιο των 2 ml ενέσιμου διαλύματος
Συσκευασία που περιέχει 5 φιαλίδια των 2 ml ενέσιμου διαλύματος
Ενέσιμο διάλυμα Rextol 2 mcg/ml:
Συσκευασία που περιέχει 1 φύσιγγα του 1 ml ενέσιμου διαλύματος Συσκευασία που περιέχει 5 φύσιγγες του 1 ml ενέσιμου διαλύματος Συσκευασία που περιέχει 1 φιαλίδιο του 1 ml ενέσιμου διαλύματος Συσκευασία που περιέχει 5 φιαλίδια των 1 ml ενέσιμου διαλύματος
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
και άλλος χειρισμός
Τα παρεντερικά φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να ελέγχονται οπτικά για σωματίδια της ουσίας και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση. Το διάλυμα είναι διαυγές και άχρωμο.
Μόνο για μία χρήση.
Κάθε μη χρησιμοποιημένο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις